Νατάσα Κεσμέτη: Σκάφανδρο στὸ παγωνὶ ἢ Ἕνας βα­θὺς ἄνθρωπος


Kesmeti,Natasa-Skafandro-Eikona-01


Να­τά­σα Κε­σμέ­τη


Σκά­φαν­δρο στὸ πα­γω­νὶ

Ἕ­νας βα­θὺς ἄν­θρω­πος


02-OmikronΤΑΝ ΔΕΝ ΚΑΤΑΦΕΡΝΕΙ νὰ τὰ σπρώ­ξει πέ­ρα καὶ τὰ θυ­μᾶ­ται κα­τα­λε­πτῶς ὅ­λα ἐ­κεῖ­να, ὁ Φύ­λα­κας βρί­σκει μιὰ γω­νιὰ καὶ κλαί­ει. Εἶ­ναι βέ­βαι­α Κα­λύ­μνιος. Ἐ­κεῖ κυ­ρί­ως δί­νουν τό­σο σπά­νια ὀ­νό­μα­τα σὰν αὐ­τὸ τοῦ Σκευ­ο­φύ­λα­κα.

       Ὅ­ταν ὁ πό­νος κά­πως ξε­θυ­μά­νει κι ὁ θυ­μὸς κα­τα­λα­γιά­σει ἀρ­κε­τά, ὁ Φύ­λα­κας σκέ­φτε­ται τὸ σῶ­μα τῆς ἀ­γά­πης του, τὸν τρό­πο ποὺ χα­μη­λώ­νει τὰ βλέ­φα­ρα, τὸν ἀρ­γὸ βη­μα­τι­σμό της, τοὺς ἀ­να­στε­ναγ­μούς της, ὅ­ταν τὴν ἀγ­κα­λιά­ζει βα­θιὰ καὶ μπο­ρεῖ πιὰ νὰ ἀ­να­πνεύ­σει ἐ­λεύ­θε­ρα ὣς τὴν ἑ­πό­με­νη κρί­ση. Οἱ ἀ­να­στε­ναγ­μοί της τὸν βε­βαι­ώ­νουν πὼς εἶ­ναι ἐ­πι­θυ­μη­τός, κι ἡ ψυ­χή του γε­μί­ζει θαυ­μα­σμὸ γιὰ τὸν ἑ­αυ­τό του ποὺ μπο­ρεῖ νὰ εἶ­ναι τό­σο ἐ­πι­θυ­μη­τός. Ἐ­νῶ εἶ­ναι ἐν­τε­λῶς στραμ­μέ­νος σ’ αὐ­τήν, εἶ­ναι ταυ­τό­χρο­να στραμ­μέ­νος στὸ ἀ­πο­λαυ­στι­κὸ κα­μά­ρι γιὰ τὸν ἑ­αυ­τό του.

       Γιὰ κάμ­πο­σα χρό­νια, καὶ μά­λι­στα τὰ πιὸ κρί­σι­μα, τὸν Φύ­λα­κα τὸν δι­ώ­χνα­νε ἀ­πὸ παν­τοῦ. Γιὰ τὴν ἀ­κρί­βεια δι­ώ­χνα­νε τοὺς δι­κούς του, χω­ρὶς νὰ κά­νουν ἐ­ξαί­ρε­ση γι’ αὐ­τόν. Ὅ­λοι στὴν οἰ­κο­γέ­νειά του ἦ­σαν κου­ρα­στι­κοὶ καὶ ἀ­νε­πι­θύ­μη­τοι ἄν­θρω­ποι. Ὁ Φύ­λα­κας ἔ­κα­νε ὅ,τι περ­νοῦ­σε ἀ­πὸ τὸ χέ­ρι του νὰ ἱ­κα­νο­ποι­εῖ συγ­γε­νεῖς καὶ ξέ­νους ἔ­τσι ποὺ νὰ κα­τα­φέ­ρει τε­λι­κὰ νὰ ἀ­να­τρέ­ψει τὴν κα­τά­στα­ση, ἀλ­λὰ μά­ται­α. Δὲν μπο­ροῦ­σε νὰ ρί­ξει κα­νέ­να βέ­λο μπρο­στὰ στὰ μά­τια του. Αὐ­τὸ ποὺ σκε­φτό­ταν ἤ ἔ­νι­ω­θε γρα­φό­ταν ἀ­μέ­σως στὸ πρό­σωπό του, κι ὅ­σο ἀ­να­κα­τε­μέ­νο μὲ μιὰν ἀ­νε­ξή­γη­τη ἔκ­φρα­ση συμ­πά­θειας νὰ φα­νε­ρω­νό­ταν, ὁ κα­θέ­νας εὔ­κο­λα μά­θαι­νε τί πραγ­μα­τι­κὰ πί­στευ­ε. Ὅ­ποι­ες προ­σπά­θει­ες καὶ νὰ ἔ­κα­νε, δὲν κα­τά­φερ­νε πα­ρὰ νὰ γί­νει ἀ­κό­μα πε­ρισ­σό­τε­ρο ἀ­νε­πι­θύ­μη­τος. Ἀρ­γὰ ἢ γρή­γο­ρα θὰ τὸν δι­ώ­χνα­νε.

       Σὰν ἀ­πὸ ἔν­στι­κτο σπρώ­χτη­κε νὰ ρί­χνει γρή­γο­ρες, κο­φτὲς μα­τι­ές, νὰ μὴν ἑ­στιά­ζει που­θε­νὰ γιὰ πο­λὺ τὸ βλέμ­μα του, νὰ λει­τουρ­γεῖ μὲ δυ­ὸ λό­για τὴν ὅ­ρα­ση σὰν ὄ­σφρη­ση κι ἔ­τσι νὰ μυ­ρί­ζει ἀ­κα­τά­παυ­τα ἀ­νοι­γο­κλεί­νον­τας τὰ βλέ­φα­ρα ἤ με­τα­κι­νών­τας τοὺς βολ­βοὺς τῶν μα­τι­ῶν ὅ­πως ρου­θού­νια κά­ποι­ου νυ­χτό­βιου θη­ρευ­τῆ. Ὁ ἴ­διος νι­ώ­θει ἐ­λά­χι­στα προ­στα­τευ­μέ­νος πί­σω ἀ­πὸ τὸ αὐ­το­σχέ­διο σκά­φαν­δρο τῶν βι­α­στι­κῶν βλεμ­μά­των. Στὴ λα­χα­νι­α­σμέ­νη καρ­διά του πα­ρα­μέ­νει ρι­ζω­μέ­νη ἡ βε­βαι­ό­τη­τα πὼς πο­τὲ δὲν θὰ γί­νει ὅ,τι πε­ρισ­σό­τε­ρο ἐ­ξαρ­χῆς λα­χτα­ροῦ­σε.

       Ἡ κρί­ση ἔρ­χε­ται καὶ τὸν βρί­σκει τὶς πιὸ ἀ­να­πάν­τε­χες ὧ­ρες, ἂν καὶ κά­ποι­α ἀ­να­κα­τω­σού­ρα στὸ στο­μά­χι ἤ μιὰ ἰ­δι­αί­τε­ρη τα­ρα­χὴ στὸ στέρ­νο προ­ει­δο­ποι­εῖ γιὰ τὸν ἐρ­χο­μό της. Πρέ­πει ὁ­πωσ­δή­πο­τε κά­που νὰ χω­θεῖ καὶ νὰ κλά­ψει, νὰ σφί­ξει τὶς γρο­θι­ές του, ὥ­σπου τὰ νύ­χια νὰ χω­θοῦν στὶς φοῦ­χτες του, ἐ­νῶ οἱ λυγ­μοὶ τῆς λύσ­σας καὶ τοῦ πό­νου ὀγ­κώ­νον­ται στὸ στῆ­θος του τό­σο ποὺ φο­βᾶ­ται πὼς κά­πως ἔ­τσι θὰ ἔρ­θει τὸ τέ­λος του. Συ­νή­θως ὅ­μως ἡ­συ­χά­ζει καὶ τό­τε ἀ­μέ­σως γο­να­τί­ζει μπρο­στὰ στὴν εἰ­κό­να τῆς ἀ­γά­πης του, ὅ­πως ἄλ­λοι θὰ ἔ­κα­ναν μπρο­στὰ σὲ μιὰ ἱ­ε­ρὴ εἰ­κό­να.

       Ἐ­κεῖ­να τὰ χρό­νια ποὺ τοὺς δι­ώ­χνα­νε ἀ­πὸ παν­τοῦ, ἀ­φοῦ μὲ ὁ­λο­φά­νε­ρη δυ­σφο­ρί­α τοὺς εἶ­χαν ἀ­νε­χτεῖ γιὰ λί­γο, κά­ποι­οι συγ­γε­νεῖς πρὶν τοὺς ξε­φορ­τω­θοῦν ἄ­φη­σαν τὸν Φύ­λα­κα νὰ ρί­ξει μα­τι­ὲς στὴ βι­βλι­ο­θή­κη τους. Ἐ­κεῖ εἶ­χε ἀ­να­κα­λύ­ψει πα­ρα­χω­μέ­νη τὴν Ἀ­φρό­δι­τη. Ἂν καὶ τὸ τέ­λος της τοῦ εἶ­χε προ­ξε­νή­σει τρό­μο, γιὰ λό­γους ποὺ δὲν μπο­ροῦ­σε νὰ ἐ­ξη­γή­σει ἔ­γι­νε τὸ κα­τα­φύ­γιό του. Αὐ­τὴ δὲν θὰ τὸν ἔ­δι­ω­χνε πο­τὲ φαν­τα­ζό­ταν – μᾶλ­λον πί­στευ­ε. Δὲν τὴν εἶ­χε πλά­σει ὁ­λό­τε­λα γυ­μνὴ οὔ­τε ἀ­νά­με­σα σὲ πέ­πλα. Ἡ δι­κή του φοροῦ­σε βε­λού­δι­νο φό­ρε­μα σὲ χρῶ­μα πα­γω­νὶ καὶ ὅ­ταν τοῦ ἄ­νοι­γε τὴν ἀγ­κα­λιά της τοῦ πα­ρά­δι­νε ταυ­τό­χρο­να τὸ κλει­δὶ γιὰ τὸ βα­σί­λει­ο τῶν πα­γω­νι­ῶν.

       Με­γα­λώ­νον­τας ὡ­στό­σο δὲν τὰ πῆ­γε ἄ­σκη­μα μὲ τὴν ζω­ή του. Κι ὅ­ταν γνώ­ρι­σε τὴν ἀ­γά­πη του, αἰ­σθάν­θη­κε ν’ ἀ­να­κου­φί­ζε­ται γιὰ ὅ­λους τους πα­λιοὺς πό­νους. Τῆς ἔ­κρυ­ψε τὶς κρί­σεις ποὺ κά­πως ἔ­χουν ἀ­ραι­ώ­σει. Ἀ­πὸ μέ­σα του τὴν ἀ­πο­κα­λεῖ Ἀ­φρο­δί­τη. Θὰ ἦ­ταν σχε­δὸν εὐ­τυ­χὴς ἀλ­λὰ μιὰ ἀ­γω­νί­α τὸν τρώ­ει:

       Ἂν αὐ­τό, ποὺ δὲν τολ­μᾶ κὰν νὰ ὀ­νο­μά­σει ἔ­ρω­τά της, κά­πο­τε τε­λει­ώ­σει;

       Ὅ­σο οἱ ἀ­να­στε­ναγ­μοί της τὸν φα­νε­ρώ­νουν θαυ­μά­σιο στὰ μά­τια του, μπο­ρεῖ νὰ ἐ­λέγ­χει τὸν πα­νι­κό – ἂν ὄ­χι καὶ τὶς κρί­σεις του.

       Ἕ­να μό­νο τῆς ἀ­πα­γό­ρευ­σε ἀ­πό­λυ­τα: νὰ μὴ φο­ρέ­σει πο­τὲ βε­λοῦ­δο καὶ κα­νέ­να χρῶ­μα ποὺ νὰ θυ­μί­ζει ἔ­στω καὶ ἀ­μυ­δρὰ τὸ πα­γω­νί. «Ἐ­σὺ εἶ­σαι κα­μω­μέ­νη ἀ­πὸ τὸ πιὸ ἀ­κρι­βὸ βε­λοῦ­δο!» ἐ­πα­να­λαμ­βά­νει κι ἐ­κεί­νη δὲν ἔ­χει ρω­τή­σει για­τί αὐ­τὴ ἡ πα­ρα­ξε­νιά. Ἔ­τσι κι ἄλ­λι­ως δὲν τὸν ἔ­χει γιὰ «ἐ­πι­φα­νεια­κὸ ἄν­θρω­πο», τὸ ἐν­τε­λῶς ἀν­τί­θε­το. Ἔ­πει­τα τὸ βε­λοῦ­δο δὲν κυ­ρια­ρχεῖ στὶς βι­τρί­νες ἀ­πὸ χρό­νια.

       Ὁ Φύ­λα­κας ἐ­ρευ­νών­τας κα­χύ­πο­πτα μέ­σα ἀ­π’ τὸ σκά­φαν­δρό του γιὰ ση­μά­δια, πα­ρα­κα­λεῖ νὰ μὴν ἔρ­θει πο­τὲ στὴ μό­δα.


Bonsai-03c-GiaIstologio-04


Πη­γή: Πρώ­τη δη­μο­σί­ευ­ση.

Να­τά­σα Κε­σμέ­τη (Ἀ­θή­να, 1947): Πε­ζο­γρά­φος. Σπού­δα­σε Νο­μι­κὰ καὶ Ἀγ­γλι­κὴ Λο­γο­τε­χνί­α. Πρω­το­εμ­φα­νί­στη­κε μὲ τὴν συλ­λο­γὴ δι­η­γη­μά­των: Τὰ 7 τῆς Ἄρ­κτου (1972). Τε­λευ­ταῖ­ο της βι­βλί­ο: Ἐξόριστες φωνές. Στοχασμοὶ καὶ ἱστορίες 2006-20012.



		

	

Νατάσα Κεσμέτη: Ὁ κρόκος τοῦ 25 (Χριστουγεννιάτικο διήγημα)

 

 

 

Νατάσα Κεσμέτη

 

Ὁ κρό­κος τοῦ 25

 

ΔΙΑΔΡΟΜΟΣ ἦ­ταν γε­μά­τος ἄ­δεια φο­ρεῖ­α καὶ σι­ω­πή. Στὸν γυ­ναι­κεῖ­ο θά­λα­μο 25 ἕ­νας κρό­κος ἔ­φεγ­γε προ­βάλ­λον­τας ἀ­π’ τὸν βολ­βό του. Ἀ­πέ­ναν­τι, σ’ ἕ­να στε­νό­χω­ρο δί­κλι­νο, δυ­ὸ ἄν­δρες κου­βέν­τια­ζαν χα­μη­λό­φω­να.

       Φορ­τω­μέ­νος τρα­γι­κὲς ἢ πλη­γω­μέ­νες ἱ­στο­ρί­ες, ἔ­χον­τας δώ­σει πλή­ρως τὴν προ­σο­χή του σὲ ἑ­κα­τον­τά­δες ἀν­θρώ­πων γιὰ πά­νω ἀ­πὸ πε­νήν­τα χρό­νια, ὁ βα­ριὰ ἀ­σθε­νὴς γε­ρο-μο­να­χὸς ἔ­λε­γε τώ­ρα πώς, πα­ρ’ ὅ­σα εἶ­χε ἀ­κού­σει καὶ δεῖ, πο­τὲ δὲν εἶ­χε πά­ψει νὰ πι­στεύ­ει στὴν ἀ­ξί­α τοῦ ἀν­θρώ­που καὶ στὴν συ­νε­χῆ δι­α­κυ­βέρ­νη­ση τοῦ κό­σμου ἀ­πὸ τὸν Θε­ό.

       Ὁ φί­λος του για­τρός, κα­θι­σμέ­νος στὸ δι­πλα­νὸ ἄ­δει­ο κρε­βά­τι ἔ­δει­χνε ἐ­σω­τε­ρι­κὰ ἀ­πο­κα­μω­μέ­νος, ὡ­στό­σο ἄ­κου­γε προ­σε­κτι­κά:

      «Μᾶς ἔ­δω­σε τὴν ἐ­λευ­θε­ρί­α νὰ κά­νου­με λά­θη καὶ νὰ βι­ώ­νου­με πά­θη.»

      Ἕ­νας νέ­ος βγῆ­κε ἀ­πὸ τὸν 25, δι­έ­σχι­σε τὸν δι­ά­δρο­μο, τοὺς δι­έ­κο­ψε τεί­νον­τας στὸν μο­να­χὸ ἕ­να μπλόκ. «Εὐ­χα­ρι­στῶ εὐ­λο­γη­μέ­νε» εἶ­πε ἐ­κεῖ­νος στὸν ἄν­δρα ποὺ ἀ­μέ­σως ξα­να­βγῆ­κε. Τὸ ἔ­φε­ρε κον­τὰ στὰ μά­τια του γιὰ λί­γο καὶ τὸ ἔ­δω­σε στὸν για­τρό. «Δι­άβα­σε ἐ­σὺ κα­λύ­τε­ρα» εἶ­πε. «Κι οἱ δύο δε­σμευ­ό­μα­στε ἐξ ἴ­σου ἀ­πὸ τὸ ἀ­πόρ­ρη­το»:

 

      15 Δε­κεμ­βρί­ου. Ἀ­νυ­πό­φο­ρος πό­νος. Μό­λις καὶ με­τὰ βί­ας τὸ σῶ­μα ἀν­τέ­χει ἂν καὶ δὲν εἶ­ναι ἀ­πο­κλει­στι­κὰ δι­κός του. Πρέ­πει νὰ διατη­ρή­σει τὴν σιω­πή του. Ὄ­χι ἀ­πὸ ὑ­πε­ρη­φά­νεια οὔ­τε ἐξ αἰ­τί­ας τῆς μο­να­δι­κό­τη­τάς του.

      16 Δε­κεμ­βρί­ου. Ἕ­νας σπα­ραγ­μὸς ποὺ ξε­περ­νᾶ κά­θε εἴ­δους σύ­νορο, μὲ ἑ­νώ­νει μὲ κά­θε ἐ­ξα­θλι­ω­μέ­νο, κα­ταρ­ρα­κω­μέ­νο, πλά­σμα μαγ­κω­μέ­νο στὶς δαγ­κά­νες τοῦ πό­νου εἴ­τε προ­έρ­χε­ται ἀ­πὸ ἀρ­ρώστεια, εἴ­τε ἀ­πὸ πεί­να, ἀ­πὸ κα­κο­ποί­η­ση ἢ ἀ­γρι­ό­τη­τα κι ἀ­ναλ­γη­σί­α εἴ­τε ἀ­πὸ κά­ποι­ο ἄλ­λο ἀ­πό­λυ­το πα­ρα­λο­γι­σμό. Ἀλ­λὰ κa­ὶ μὲ τοὺς εὐ­τυ­χεῖς μὲ ἑ­νώ­νει για­τί δὲν ὑ­πάρ­χει εὐ­τυ­χί­α ἀ­δάγ­κω­τη ἀ­πὸ ἕ­ναν συγ­κλο­νι­στι­κὸ πό­νο – ἀρ­γὰ ἢ γρή­γο­ρα.

      17 Δε­κεμ­βρί­ου. Ξε­μύ­τι­σαν φυλ­λα­ρά­κια!

      18 Δε­κεμ­βρί­ου. Ξε­περ­νᾶς κά­θε ἔν­νοι­α, νό­η­μα καὶ μορ­φὴ ποὺ θὰ δο­κί­μα­ζαν νὰ πε­ρι­γρά­ψουν πῶς ἀ­κοῦς καὶ πῶς συλ­λέ­γεις τὶς οἰ­μω­γὲς ἐ­πι­στρέ­φον­τάς τις… Ἐ­νερ­γὸς εἰ­ρή­νη, ἐ­κεῖ ἐ­ξαρ­χῆς.

      20 Δεκεμβρίου. Ξε­μύ­τι­σαν κι ἄλ­λα χα­ρι­τω­μέ­να… Τοῦ ζή­τη­σα μιὰν ἁ­γι­ο­γραφί­α. «Ἀ­κο­λου­θή­σω­μεν λοι­πὸν ἔν­θα ὁ­δεύ­ει…»

      21 Δε­κεμ­βρί­ου. Ἀλ­λὰ σὲ τί ἀ­πό­κρη­μνα κο­φτε­ρὰ πράγ­μα­τα πρέπει νὰ περ­πα­τή­σουν οἱ ἀ­μά­θη­τες πα­τοῦ­σες χα­ρα­κω­μέ­νες ἀ­πὸ τὸ κα­φτὸ κι ἀ­πὸ τὸ πα­γω­μέ­νο αἷ­μα ξα­νὰ καὶ ξα­νά.

      22 Δε­κεμ­βρί­ου. Ὅ­ταν στραγ­γί­ζουν οἱ στέρ­νες ἀ­π’ ὅ­λο τὸν ὑ­δά­τινο ὁ­ρί­ζον­τά τους, τό­τε τὸ κά­θε τὶ ἐ­ξαρ­τᾶ­ται ἀ­πὸ τὸν οὐ­ρα­νό. Κι ὅ­ταν κι ὁ οὐ­ρα­νὸς ἀ­πο­σύ­ρε­ται, μέ­νει ὁ ἱ­κέ­της μό­νος μέ­σα στὴν πί­στη του ποὺ τρέ­μει σω­ρι­α­σμέ­νη. Τὴν φρον­τί­ζει μὲ ὅ­σα δά­κρυ­α ἔ­χει, τὴν κοι­τά­ζει ἀ­νήμ­πο­ρος κα­θὼς ψυ­χο­μα­χᾶ, ἀλ­λὰ δὲν τὴν ἐγ­κα­τα­λεί­πει. Κά­τι ἄ­γριο θε­ρι­εύ­ει στὸ βά­θος τοῦ βλέμ­μα­τός του.

      Ἡ τριμ­μέ­νη μου σάρ­κα δὲν ἔ­χει κα­μιὰν ἀ­ξί­α οὔ­τε τὰ συν­τριμ­μέ­να μου ὀ­στά. Δὲν μὲ ἔ­χεις σὲ τί­πο­τα ἀ­νάγ­κη ἀλ­λὰ μὲ ἀ­γα­πᾶς ὅ­πως ἐ­γὼ ἀ­γα­πῶ τὴν ἀ­νήμ­πο­ρη πί­στη μου.

      Ὁ κρό­κος ἄν­θι­σε!

      23 Δε­κεμ­βρί­ου. Τὸ βρέ­φος στὴν ἀγ­κα­λιὰ ποὺ τὸ πε­ρι­πτύσ­σε­ται φα­νε­ρώ­νει τὴν ἐμ­πι­στο­σύ­νη ποὺ τὸ γα­λου­χεῖ. Στὴν ἀ­κμὴ τῆς ζω­ῆς του φθά­νει καὶ στὴν ἀ­κμὴ τοῦ πό­νου του, ὅ­ταν τὰ ἄ­κρα του τα­νύ­ζον­ται στὰ τέσ­σε­ρα ση­μεῖ­α τοῦ ὁ­ρί­ζον­τα ἐ­νῶ συ­σπῶν­ται στὸ ἔ­σχα­το ση­μεῖ­ο συ­σπεί­ρω­σης. Δι­α­δο­χι­κὲς τα­νύ­σεις καὶ συ­σπει­ρώσεις δὲν μα­ται­ώ­νουν ἕ­ναν κύ­κλο σο­φί­ας, τρυ­φε­ρό­τη­τας καὶ ἀ­γαλ­λί­α­σης. Μιὰ εἰ­κό­να παν­τε­λῶς ἀ­ό­ρα­τη: φω­τιὰ πί­σω ἀ­πὸ ὠ­κε­α­νοὺς στά­χτης.

 

      — Τί νό­η­μα ἔ­χει; μουρ­μού­ρι­σε ἀ­πο­καρ­δι­ω­μέ­να ὁ για­τρός.

      — Ἐν­νο­εῖς πὼς δὲν σώ­ζε­ται γρά­φον­τας;

      Κού­νη­σε κα­τα­φα­τι­κὰ τὸ κε­φά­λι. Μπο­ρεῖ νὰ ἦ­ταν ἀ­συ­νή­θιστο γιὰ ἀ­σθε­νῆ σὲ μὴ ἀ­να­στρέ­ψι­μη πο­ρεί­α νὰ ἐκ­φρά­ζε­ται ἔ­τσι ἀλ­λὰ ὁ ἴ­διος προ­τι­μοῦ­σε νὰ μὴν ἦ­ταν ἐ­κεῖ. Γιὰ μιὰν ἀ­κό­μη Πα­ρα­μο­νὴ Χρι­στου­γέν­νων σὲ ἐ­φη­με­ρί­α. Τὸ ὁ­μο­λό­γη­σε καὶ πρό­σθε­σε:

      — Ἐ­σεῖς δὲν θὰ προ­τι­μού­σα­τε νὰ εἶ­στε στὸ κελ­λί σας;

      — Καὶ ποῦ ἀλ­λοῦ εἶ­μαι;

      — Ἔ­χε­τε θάρ­ρος γιὰ χι­οῦ­μορ!

      — Κα­θό­λου! Ὁ πον­τι­κὸς στὴν τρύ­πα του εἶ­ναι Μεγάλος Ἄρ­χος, ἀλ­λὰ παν­τοῦ ὁ μο­να­χὸς ἕ­να ὀ­φεί­λει νὰ πα­ρα­κα­λεῖ: νὰ προ­φτά­σει νὰ ὁ­λο­κλη­ρώ­σει τὴν με­τά­νοι­ά του. Δὲν ὑ­πάρ­χει δι­α­φο­ρὰ ἀ­νά­με­σα σὲ μο­να­χοὺς καὶ λα­ϊ­κούς. Ἴ­σως αὐ­τὴ ἡ ἀ­δελ­φή μας βρῆ­κε τὸ μο­νο­πά­τι τῆς δι­κῆς της πο­ρεί­ας.

      — Λέ­τε;

      — Πα­ρα­πο­νι­ό­μα­στε πο­λὺ γιὰ τὶς λέ­ξεις. Ξε­χνᾶ­με πὼς κά­θε στιγ­μὴ μᾶς εὐ­ερ­γε­τοῦν.

      Ὁ για­τρὸς ἐ­πέ­μει­νε:

      — Δὲν ὑ­πάρ­χει δι­α­φο­ρά;

      — Κα­μί­α. Ὅ­λοι ἀ­να­λαμ­βά­νουν νὰ ἀ­σκοῦν­ται κα­τὰ ποι­κίλους τρό­πους, ἐ­ὰν ἐ­πι­θυ­μοῦν νὰ ἀ­πο­κτή­σουν νοῦν καὶ σπλάχνα Χρι­στοῦ.

      Ξα­νά­σκυ­ψε στὸ μπλόκ:

       

      24 Δε­κεμ­βρί­ου. Ἔ­λα μι­κρὲ πῶ­λε νὰ μᾶς πά­ρεις πά­λι ἕ­ναν ἕ­ναν στὴ ρά­χη σου. Τοὺς αἰχ­μά­λω­τους, τοὺς πρό­σφυ­γες, τοὺς ἑ­τοι­μοθά­να­τους. «Ἐ­κεῖ ἐ­φά­νη ρί­ζα ἀ­πό­τι­στος βλα­στά­νου­σα ἄ­φε­σιν. Ἐ­κεῖ εὑ­ρέ­θη φρέ­αρ ἀ­νώ­ρυ­κτον…» Ἔ­λα καὶ γιὰ μέ­να πιά.

 

   Δε­κέμ­βριος 2010

 

 

Πη­γή: Πρώτη δημοσίευση.

 

Να­τά­σα Κε­σμέ­τη (Ἀθή­να, 1947): Πε­ζο­γρά­φος. Σπού­δα­σε Νο­μικὰ καὶ Ἀγγλικὴ Λογο­τε­χνί­α. Πρω­το­εμ­φανί­στη­κε με τὴν συλ­λογὴ δι­η­γημά­των: Τὰ 7 τῆς Ἄρκτου (1972)· τε­λευ­ταῖο της βι­βλί­ο: Νησὶ ἀπὸ ἐλα­φρόπε­τρα (Δι­η­γή­μα­τα, Ἀλε­ξάν­δρεια, Ἀ­θή­να, 2008).

 

Βλ. ἀκόμη ἐδῶ Ἡμερολόγιο Καταστρώματος (ἐγγραφὴ 25-12-2010)

 

Νατάσα Κεσμέτη: Ἀγνώστων Μαρτύρων

 

 

Να­τά­σα Κε­σμέ­τη

 

Ἀ­γνώ­στων Μαρ­τύ­ρων

 

Ι ΑΞΙΟΜΝΗΜΟΝΕΥΤΟ εἶ­χε ἐ­κεῖ­νος ὁ δρό­μος; 

Τὸ πὼς ἡ Σού­λα σπί­τω­σε ἕ­ναν πο­λὺ νε­ώ­τε­ρό της καὶ ἦρ­θε μιὰ φο­ρὰ ἡ οἰ­κο­γέ­νειά του μὲ σκοῦ­ρα κί­τρι­να κε­ριὰ καὶ ἔ­κα­νε ἔ­ξω ἀ­π’ τὸ σπί­τι τὴν κη­δεία του; Τὸ πὼς πο­λὺ ἀρ­γό­τε­ρα αὐ­τὸς τὴν πα­ρά­τη­σε καὶ αὐ­τὴ ἔ­πα­θε ἐγ­κε­φα­λι­κὸ καὶ ρή­μα­ξε ; 

         Ἢ πὼς στὴν ἄλ­λη ἄ­κρη του, ἡ ἄλ­λη Σού­λα, στὰ χρό­νια ποὺ τὴν χτύ­πη­σε γιὰ τὰ κα­λὰ τὸ ζά­χα­ρο στὸ κε­φά­λι, ἔ­βγαι­νε τσί­τσι­δη στὸ μπαλ­κό­νι; Ἡ ἴ­δια Σού­λα ποὺ ἄλ­λο­τε, ὅ­ταν φο­ροῦ­σε τὴν μπλὲ μπέρτα τῆς ἀ­δελ­φῆς τοῦ Ἐ­ρυ­θροῦ Σταυ­ροῦ, νό­μι­ζες πὼς ἀ­νέ­μι­ζε μπροστά σου τὰ φτε­ρά του κα­νέ­νας ἱ­πτά­με­νος τα­ξί­αρ­χος ἢ περ­νοῦ­σε κα­μιὰ στρα­τη­γά­ρα. 

        Ἦ­ταν ἀ­ξι­ο­μνη­μό­νευ­το πὼς ὁ δρό­μος ἦ­ταν γε­μά­τος Σοῦ­λες; Κι ἕ­ναν νε­α­ρό, Σού­λη τὸν ἔ­λε­γαν κι αὐ­τόν.

        R­o­t­t­en R­o­ad δὲν ἦ­ταν πάν­τως. Ὁ s­ir W.G­o­l­d­i­ng —νὰ πεῖς πὼς κα­τοί­κη­σε κά­πο­τε κι ἔ­γρα­ψε τὸ F­r­ee F­a­ll— δὲν εἶ­χε πε­ρά­σει ἀ­π’­ τὰ μέ­ρη πο­τέ. Κά­ποι­α Σού­λα μπο­ρεῖ νὰ εἶ­χε κά­νει κα­νέ­να ἐ­ξώ­γα­μο ἀλ­λὰ στὸ σύ­νο­λο ὄ­χι: Σα­πι­σμέ­νος Δρό­μος, δὲν ἦ­ταν.

        Ἁ­πλῶς οἱ Σοῦ­λες πε­ρισ­σεύ­α­νε, ὅ­πως ἐ­κεῖ ποὺ τώ­ρα λυ­ώ­νουν οἱ πά­γοι πε­ρισ­σεύ­ουν ἐ­κεῖ­να τὰ που­λιὰ μὲ τὸ πα­ρό­μοι­ο ὄ­νο­μα καὶ  μὲ τὶς ἀ­σύλ­λη­πτες σὲ τα­χύ­τη­τα καὶ ἐμ­βέ­λεια κα­τα­δύ­σεις.

        Οἱ Σοῦ­λες τοῦ δρό­μου ἔ­κα­ναν δι­ά­φο­ρες πτή­σεις. Ἄλ­λη πῆ­γε μα­κρι­νὰ τα­ξί­δια, ἄλ­λη ξε­νι­τεύ­τη­κε σὲ με­γά­λη ἡ­λι­κί­α, ἄλ­λη ἔ­φυ­γε ξαφ­νι­κά. Ὅ­λες φυ­σι­κά, ἀρ­γὰ ἢ γρή­γο­ρα, πῆ­ραν τὸν δρό­μο ποὺ δὲν ἔ­χει γυ­ρι­σμό.

        Αὐ­τὸς ὅ­μως, οὕ­τως ἡ ἄλ­λως, σκά­βε­ται ἀ­κα­ρια­ῖα, χα­ρά­ζε­ται ἢ στρώ­νε­ται φαρ­δὺς πλα­τὺς αἰφ­νι­δι­α­στι­κὰ καὶ στὶς λε­ω­φό­ρους καὶ στὶς Ἐ­θνι­κὲς καὶ στ’ ­ἀ­δι­έ­ξο­δα σο­κά­κια καὶ σὲ κά­θε δρο­μί­σκο, μό­νοπά­τι ἡ χα­μό­δρο­μο ὅ­που ὁ στό­μας, μᾶλ­λον ἡ χο­ά­νη τοῦ Ἔν­τβαρ Μοὺνκ με­γα­λώ­νει καὶ ἀ­νοί­γει, ἀ­νοί­γει καὶ ἀ­νοί­γει δί­χως τέ­λος, ἀ­πὸ ἕ­να βι­δω­μέ­νο κά­που ἀ­ό­ρα­το δράπανο.

        Πα­ρεμ­πι­πτόν­τως, γιὰ νὰ μὴν εἴ­μα­στε κι ἄ­δι­κοι, οὔ­τε ὁ ἴ­διος,  του­τέ­στιν μὲ σάρ­κα καὶ ὀ­στὰ ὁ Μοὺνκ δι­ῆλ­θεν πο­τὲ τὴν Ἀ­γνώστων Μαρ­τύ­ρων. Ἐ­κτὸς κι ἄν .­..ἀλλὰ ἂς μὴ μπερ­δευ­τοῦ­με μὲ πα­ρα­τρα­βηγ­μέ­νες εἰ­κα­σί­ες.

        Τί ἀ­ξι­ο­μνη­μό­νευ­το εἶ­χε λοι­πὸν ἐ­κεῖ­νος ὁ δρό­μος;  Ἀ­κό­μα καὶ τὸ ὄ­νο­μά του δο­ξά­ζει τὴν ἀ­νω­νυ­μί­α.

        Ἦ­σαν οἱ Σοῦ­λες μάρ­τυ­ρες; Ἄγνωστο.

                                                                    

Καλοκαίρι 2010

 

 

 Πη­γή: Πρώτη δημοσίευση.

 

Να­τά­σα Κε­σμέ­τη (Ἀθή­να 1947): Πε­ζο­γρά­φος. Σπού­δα­σε Νο­μικὰ καὶ Ἀγγλικὴ Λογο­τε­χνί­α. Πρω­το­εμ­φανί­στη­κε με τὴν συλ­λογὴ δι­η­γημά­των: Τὰ 7 τῆς Ἄρκτου (1972)· τε­λευ­ταῖο της βι­βλί­ο: Νησὶ ἀπὸ ἐλα­φρόπε­τρα (Δι­η­γή­μα­τα, Ἀλε­ξάν­δρεια, Ἀ­θή­να, 2008).

 

Νατάσα Κεσμέτη: Σὰν μὲ τὸ Φαῖδρο παραριγμένοι…

 

 

Νατάσα Κεσμέτη

 

 Σὰν μὲ τὸ Φαῖδρο παραριγμένοι…

 

Στὴ μνή­μη τοῦ Φαί­δρου Μπαρ­λᾶ

 

ΙΩΘΑΜΕ ΠΙΑΣΜΕΝΟΙ γιὰ τὰ κα­λά, ἔ­τσι ἰ­σο­πε­δω­μέ­νοι ὁ­ρι­ζόν­τια ποὺ βρι­σκό­μα­σταν τό­σον και­ρό, κι αὐ­τὸ ἦ­ταν τὸ πιὸ ἄ­σκη­μο ποὺ μπο­ροῦ­σε νὰ μᾶς λά­χει, για­τί μᾶς βρῆ­κε ἀ­να­πάν­τε­χα, κι ὅ,τι εἴ­πα­με πὼς ἐ­πι­τέ­λους τὰ εἴ­χα­με κα­τα­φέ­ρει νὰ προ­σαρ­μο­στοῦ­με – κα­θὼς μᾶς τὸ βε­βαι­ώ­να­νε οἱ πα­λι­ό­τε­ροι στὴ σύ­να­ξη, τὸν πρῶ­το και­ρὸ ποὺ κα­τε­βή­κα­με δῶ στὰ ρι­ζά: «Νὰ μὴν ἀμ­φι­βάλ­λε­τε δι­ό­λου!», «Καὶ βέ­βαι­α θὰ συ­νη­θί­σε­τε!», «Νά, δεῖ­τ’ ἐ­μᾶς!…» καὶ κου­νού­σα­νε μὲ κα­τα­νό­η­ση τὰ κρα­νί­α με­τα­ξύ τους, σὰ νὰ ξέ­ρα­νε αὐ­τοί, τό ‘­χα­νε πε­ρά­σει τὸ δύ­σκο­λο πρῶ­το στά­διο…

         «Μπά, μ’ αὐ­τὰ τὰ στά­δια», γέ­λα­σε τὴν πρώ­τη φο­ρὰ κά­ποι­ος ἢ κά­ποι­α (ποῦ νὰ ξε­χω­ρί­σου­με τό­τε, ἔ­τσι πρω­το­ριγ­μέ­νοι πού ‘­μα­σταν στὴν πλή­ρη ἀ­που­σί­α δι­α­κρι­τι­κῶν, κα­θὼς θαρ­ρέ­ψα­με ἐν­τε­λῶς βι­α­στι­κὰ κι ἐ­πι­πό­λαι­α ἀ­π’ τὴν πρώ­τη μα­τιά), «Κα­κὸ ποὺ βρῆ­κε τὸ εἶ­δος! Σω­σμὸ νὰ μὴν ἔ­χου­νε τ’ ἀ­θε­ό­φο­βα!»… Καὶ ὅ­λοι τὸν συ­νο­δέ­ψα­με σὲ γέ­λιο ἀ­βί­α­στο καὶ τέ­λεια εἰ­ρη­νι­κό, σὰν προ­έ­κτα­ση τοῦ ἴ­διου τοῦ λό­γου (τί λό­γου, ψί­θυ­ρου ἂς ποῦ­με κα­λύ­τε­ρα), μέ­σ’ ἀ­π’ τὰ σφι­χτο­κλει­σμέ­να σα­γό­νια, τεν­τω­μέ­να στὴ μο­να­δι­κὴ γκρι­μά­τσα: τοῦ μοι­ραί­ου ἀ­πο­γυ­μνω­μέ­νου χα­μό­γε­λου τῶν νε­κρῶν… Ἔ­τσι πά­λι μᾶς πρω­το­φά­νη­κε. Αὐ­τὰ τὰ τε­λει­ω­τι­κά, ἀ­πό­λυ­τα, ἐν­σφρά­γι­στα ἐ­πί­θε­τα ἦ­ταν ἄλ­λω­στε ὅ,τι χα­ρα­κτή­ρι­ζε τὸν πρῶ­το μας και­ρό, στὰ δι­α­λείμ­μα­τα τῆς ἀ­πό­λυ­της αὐ­το­συγ­κέν­τρω­σης κι αὐ­το­πα­ρατή­ρη­σης ποὺ πέ­σα­με μὲ τὸ ποὺ ἔ­κλει­σε κά­θε πρό­σβα­ση γιὰ τ’ ἀπά­νου ὅ­πως πι­στέ­ψα­με μα­ζὶ μ’ ὅ­λους τοὺς ἄλ­λους κι ἐ­μεῖς τὰ θύ­μα­τα, νὰ ποῦ­με…

        Κι ὅ­πως λοι­πόν μᾶς βρῆ­κε ὁ­λό­τε­λα ἀ­προ­ε­τοί­μα­στους τέ­τοι­α μα­κρο­χρό­νια, ἐν­τα­τι­κὴ καὶ πολυ­ό­φθαλ­μη θά ‘­λε­γε κα­νεὶς αὐ­το­πα­ρα­τή­ρη­ση: ἀ­φοῦ κά­θε ση­μεῖ­ο τοῦ συγ­κε­κρι­μέ­νου καὶ πε­ρί­που οἰ­κεί­ου ὣς τό­τε σχή­μα­τός μας συμ­με­τεῖ­χε στὴν κα­θο­λι­κὴ ἀ­πέκ­δυ­ση καὶ σύγ­χρο­να ἀ­πορ­ρό­φη­ση κι ἐ­σώ­τα­τη συρ­ρα­φὴ μὲ τὸ πε­ρι­έ­χον μας — πράγ­μα ποὺ ἀ­πο­σποῦ­σε διαρ­κῶς τὴν προ­σο­χή μας ἀ­π’ ὅ,τι ἄλ­λο μᾶς ἀ­πορ­ρο­φοῦ­σε μέ­σα στὸν ἑ­αυ­τό μας κυ­ρι­ο­λε­κτι­κά, σὲ μιὰ βου­βὴ κα­τά­πλη­ξη ἀ­πὸ τὴν πλη­ρό­τη­τα ποὺ πρω­το­δο­κι­μά­ζα­με, ὄ­χι ἁ­πλὰ σὰν αἴ­σθη­μα, μὰ σὰν κά­τι πο­λὺ ἄ­με­σο, πραγ­μα­τι­κὸ κι ἐ­φαρ­μό­σι­μο σὲ κά­θε μας κύτ­τα­ρο (ποὺ ἄ  ­ν  ο  ι  ­γ  ε νὰ δο­κι­μά­σει στὴν ἴ­δια του τὴν οὐ­σί­α κι ὣς τὸν πλή­ρη ἐ­ξου­θε­νω­μὸ τοῦ πυ­ρή­να του τὴν ἀ­φάν­τα­στη αὐ­τὴ ἐμ­πει­ρί­α), δὲν εἴ­χα­με μά­τια γιὰ τί­πο­τ’ ἄλ­λο, πα­ρὰ μ’ ἕ­ναν τρό­πο δι­αι­ω­νί­ζα­με μό­νο τὶς πα­λι­ές μας ψευ­δαι­σθή­σεις, κου­βα­λού­σα­με ἀ­κό­μα τὶς προ­κα­τα­λή­ψεις ποὺ σ’ ὅ­λη τὴ ζω­ή μας στά­θη­καν τέ­τοι­α αἰ­τία τυ­φλα­μά­ρας, καὶ πέ­ρα­σ’ ἔ­τσι κάμ­πο­σος χρό­νος, ὥ­σπου ν’ ἀν­τι­λη­φθοῦ­με τὸ φω­σφο­ρι­κὸ φῶς ποὺ κου­φό­καιγ’ ἕ­να γύ­ρω μας ἀ­πο­κα­λύ­πτον­τας τὶς πο­λυ­δαί­δα­λες στο­ὲς τῆς σι­ω­πῆς ποὺ δια­ρκῶς καὶ δια­ρκῶς ἄ­νοι­γαν, βγά­ζον­τας ἀλ­λοῦ κι ἀλ­λοῦ μὲ μιὰν ἀ­πί­στευ­τη ἁ­πλο­χω­ριὰ πού ‘­δε­νε τὴν πιὸ ἀ­πό­λυ­τη μο­να­ξιὰ μὲ τὴν πιὸ στε­νὴ κοι­νό­τη­τα.

        Ἄ, τί ἀ­να­σα­σμὸς βα­θὺς ξέ­φυ­γε τό­τε ἀ­π’ τ’ ἀ­να­κου­φι­σμέ­να γυ­μνά μας χεί­λη, σὰν ἐ­πι­τέ­λους ὅ­λα νά ‘­χα­νε ἀ­παν­τη­θεῖ, σὰν ἐ­πι­τέ­λους νά ‘­χα­νε χω­ρι­στεῖ τὰ ἐ­ρί­φια ἀ­πὸ τοὺς ἀ­μνούς, τὰ πε­ριτ­τὰ ἀ­πὸ τὰ πρώ­της χρεί­ας καὶ τὸ Ἀ­πο­λύ­τως Ἀ­ναγ­καῖ­ο νὰ κα­ταύ­γα­ζε τὴ ζω­ή μας Μέ­γας Κα­νών.

        Τό­τε ἦ­ταν ποὺ πράγ­μα­τι ἀν­τι­κρύ­σα­με τοὺς γει­τό­νους μας, ποὺ πράγ­μα­τι κα­τα­λά­βα­με τί μᾶς ἔ­λε­γαν τό­σον και­ρὸ οἱ πα­λιό­τε­ροι, ποὺ πράγ­μα­τι ἀρ­χί­σα­με νὰ κα­τοι­κοῦ­με τὸ «Ρι­ζί­διο 1.000.777 στὸ ἄ­πει­ρο ἀ­ε­νά­ως Ἐ­πα­να­φε­ρό­με­νο Βα­θιὰ τῆς Γε­ω­κεν­τρι­κῆς Ρί­ζας: Αὐ­τό – ὁ Τό­πος – Ἐ­μεῖς».

        Κι ὅ,τι ἀρ­χί­σα­με νὰ μπαί­νου­με στὰ μυ­στι­κά, νὰ ξε­χω­ρί­ζου­με τὰ δι­α­κρι­τι­κά, τὶς ἀ­πο­κλί­σεις, τὶς με­τα­πτώ­σεις, τὶς με­τα­κι­νή­σεις καὶ τὶς ἀ­πο­χρώ­σεις ἀ­κό­μα τοῦ πε­ρι­έ­χον­τός μας καὶ μά­λι­στα μ’ ἀ­τά­ρα­χτη σχε­δὸν κι οὐ­δέ­τε­ρη ἔκ­πλη­ξη νὰ συν­τυ-χαί­νου­με πα­λιοὺς γνω­στούς, φί­λους καὶ συγ­γε­νεῖς ἀ­π’ τ’ ἀ­πά­νου, ἦρ­θε ξαφ­νι­κὰ αὐ­τὴ ἡ ἐ­πί­γνω­ση τοῦ μου­δι­ά­σμα­τος νὰ τὰ χα­λά­σει ὅ­λα!

        Πᾶ­νε κι οἱ ἀ­νέ­να­ες κι­νη­τι­κὲς δυ­να­τό­τη­τες μέ­σ’ ἀ­πὸ κά­θε ὑ­λι­κό, οἱ ἀ­ό­ρα­τες δι-ε­πι­σκέ­ψεις τοῦ με­τα­φυ­σι­κοῦ μας πο­λύ­πο­δα μέ­σ’ ἀ­πὸ τὰ πο­λύ­στρο­φα ἐ­λα­στι­κά του σπει­ρά­μα­τα… Πά­ει ἡ χα­ρὰ τῆς πιὸ παι­δι­κῆς μας ἀ­να­κού­φι­σης καὶ πλη­ρό­τη­τας.

        Τὸ «ὁ­ρι­ζόν­τια» ἦ­ταν μιὰ συ­νεί­δη­ση ἀ­νυ­πό­φο­ρη καὶ τυ­ραν­νι­κή.

        Μπο­ρεῖ καὶ νὰ μὴν ἦ­ταν ἔ­τσι. Μπο­ρεῖ νὰ τὸ νο­μί­ζα­με — ἀλ­λὰ τί μ’ αὐ­τό;

        Γιὰ μᾶς ἦ­ταν ἀ­βά­στα­χτη αὐ­τὴ ἡ τέ­λεια ἐ­πί­πε­δη συ­νύ­παρ­ξη.

        Οἱ πα­λι­ό­τε­ροι ὡ­στό­σο μοι­ά­ζα­νε νὰ τὸ κα­τα­λα­βαί­νου­νε. Μό­νο ποὺ δὲ μᾶς λέ­γα­νε πιὰ πὼς θὰ τὸ συ­νη­θί­σου­με κι αὐ­τό, ἀλ­λὰ εἶ­χαν ἕ­να ὕ­φος μοι­ραῖ­ο, σάμ­πως ὅ,τι μᾶς συ­νέ­βαι­νε νὰ ἦ­ταν ὁ πιὸ με­γά­λος πει­ρα­σμὸς τοῦ Ἑ­ω­σφό­ρου, κι αὐ­τοὶ στὴν παν­σο­φί­α τους ἢ τὴν πα­νά­γνοι­ά τους (ἐ­πι­τέ­λους τὸ ἴ­διο κά­νει, σὲ μιὰ θέ­ση σὰν τὴ δι­κή μας) τὸ ξέ­ρα­νε κα­λὰ πό­σο ἐ­σα­εὶ ὑ­πάρ­χων, ἀ­ήτ­τη­τος ἐ­φευ­ρέ­της νέ­ων πα­γί­δων, παν­τε­πό­πτης τοῦ ἀ­πά­νω καὶ τοῦ κά­τω κό­σμου εἶ­ναι ὁ Ἑ­ω­σφό­ρος, λὲς καὶ δὲν ἀ­πο­τε­λεῖ πα­ρὰ τὸ «ἄλ­λο μά­τι τοῦ Θε­οῦ» ἢ ἁ­πλῶς τὸ δια­ρκῶς «πα­ρα­κά­τω στά­διο»…

        «Ἄχ, αὐ­τὰ τὰ στά­δια!» γέ­λα­γαν ὅ­λοι μα­ζί, μ’ ἕ­να φουρ­φου­ρι­στὸ τρί­ξι­μο, σὰ νά ‘­ταν τὰ ἄ­σπρα τους κό­κα­λα ἀ­πὸ πα­πυ­ρό­χαρ­το, πα­νά­λα­φρα χει­ρό­γρα­φα ἀν-ά­ξια ἀπο­θε­μέ­να στὴ Βι­βλι­ο­θή­κη τῶν Κεν­τρι­κῶν Βα­θῶν, μί­λια κά­τω ἀ­π’ τὸ Φλοι­ὸ οἱ ὑ­πέρ­γη­ροι τῆς σύ­να­ξης — καὶ τό­τε μᾶς πρω­τοδώ­σα­νε πά­νω στὴν ἀ­κμὴ τοῦ πό­νου μας τὴν ἄ­δεια καὶ ὁ  ­δ  η  ­γ  η  ­θ  ή  ­κ  α  ­μ  ε…

        Πό­σο δὲν ἦ­ταν πάγ­κλει­στες οἱ προ­σβά­σεις λοι­πόν! Πό­σο τὸ ἀ­πά­νου καὶ τὸ κά­του εἰ­σχω­ρούσα­νε βα­θιὰ τό ‘­να μέ­σα στ’ ἄλ­λο! Πό­σο, μιᾶς καὶ βρε­θή­κα­με κά­πο­τε, ἀ­πο­κλει­ό­ταν νὰ χα­θοῦ­με πο­τέ – σάμ­πως τὸ νὰ ὑ­πάρ­χεις καὶ τὸ νὰ μὴν ὑ­πάρ­χεις δὲν εἶ­ναι πα­ρὰ τὸ ἴ­διο ἀ­χνά­ρι ἰ­δω­μέ­νο ἀ­πὸ μέ­σα ἢ ἀ­π’ ἔ­ξω, ἡ ἴ­δια δι­κα­στι­κὴ συν­θή­κη ποὺ σὲ προσ­δέ­νει ἐ­σα­εὶ στὸ δι­πλὸ ἕ­δρα­νο τοῦ Κα­τή­γο­ρου καὶ Κα­τη­γο­ρού­με­νου κό­σμου, ἡ ἴ­δια αἰ­ώρη­ση ἀ­νά­με­σα στὰ πα­νάρ­χαι­α σχή­μα­τα, τῶν ἴ­δι­ων ποι­ο­τή­των: Ψη­λά-Χα­μη­λά, Ὀ­δυ­νη­ρά-Ἡ­δο­νι­κὰ καὶ τἀνά­πα­λιν…

        Καὶ ὁ­δη­γη­θή­κα­με λοι­πὸν πά­λι στὴν Πύ­λη!

        …Φύ­σα­γε ἕ­να ἀ­λα­φρὸ ἀ­ε­ρά­κι ἀ­νοι­ξι­ά­τι­κο, κατα­ποὺ συ­νή­θι­ζε νὰ φυ­σᾶ στὴν πα­τρί­δα ποὺ πρωτα­νοί­ξα­με τὰ μά­τια μας, πέ­ρα στὴ Με­σό­γει­ο, τὶς μέ­ρες τῆς αἰ­θρί­ας, μὲ τὸν ἥ­λιο ἀ­η­τό­που­λο νὰ ξα­πλώ­νει πάγ­χρυ­σες φτε­ροῦ­γες κα­τὰ τὰ μέ­ρη μας κι ἀ­νά­με­σά τους νὰ κυ­λᾶ­νε τὰ σύν­νε­φα τῆς μέ­ρας, οἱ θά­λασ­σες ποὺ μᾶς τα­ξι­δεύ­α­νε τὶς πα­ρα­λί­ες ὣς τὰ πιὸ μα­κρι­νὰ νη­σιὰ τῶν ὠ­κε­α­νῶν… καὶ μὲ βα­θιὰ γνώ­ρι­μη χα­ρὰ τεν­τω­θή­κα­με κ ά ­θ  ε  ­τ  ο  ι καὶ σκαρ­φα­λώ­σα­με στὸν τοῖ­χο μπρο­στὰ ἀ­π’ τὴ σει­ρὰ τῶν βα­θυ­πρά­σι­νων (κι ἴ­σα­με τὸ μπλέ) κυ­πα­ρισ­σι­ῶν, κρε­μών­τας τὰ πό­δια μας ἔ­ξω, ὅ­πως πο­λὺ πα­λιά, παι­διὰ πά­νω στὶς ξε­ρο­λι­θι­ὲς ἢ τί­πο­τα μαν­τρό­τοι­χους, σὰν ἔ­πε­φτε σι­ω­πὴ καὶ κοι­τού­σα­με πέ­ρα… Ἤ­μα­σταν τό­τε μα­ζὶ κι ὅ­μως μό­νοι. Μέ­σα στὴν ἀν­τη­λιὰ ἢ τὶς ἀ­πό­βρα­δες σκι­ὲς μό­νοι κι ὅ­μως μα­ζὶ κου­νών­τας τὰ πό­δια καὶ κοι­τών­τας πέ­ρα… ἐ­κεῖ ὅ­που ἀ­νέ­τελ­λε ἕ­να βου­νὸ ἢ μί­α βλε­φα­ρί­δα φεγ­γά­ρι κι οἱ ὧ­ρες μᾶς δι­α­περ­νοῦ­σαν μ’ ἕ­να δί­χτυ τό­σο λε­πτὸ καὶ πυ­κνὸ ποὺ ἤ­μα­σταν πιὰ ἐ­μεῖς οἱ Ὧ­ρες, ἐ­μεῖς τὰ χρυ­σὰ ψά­ρια στὸ δί­χτυ τοῦ Θε­οῦ… Τὰ πό­δια μας πτε­ρύ­για ἢ ἀ­στρα­φτε­ρὲς οὐ­ρὲς κι ἀ­νε­βαί­να­με κά­θε­τα σὲ μί­αν Ἀ­νά­λη­ψη, για­τί Ἕ­να Αἴ­νιγ­μα μᾶς τρα­βοῦ­σε. Μιὰ ἀ­να­τρι­χί­λα, φρι­κί­α­ση, στὴ σι­ω­πή… βομ­βοῦ­σε: εἶ­μαι… ε  ἶ  ­μ  α  ι…

        «Κα­λὰ ἦ­ταν ἐ­δῶ… Καὶ κά­του κα­λὰ εἶ­ναι…», εἶ­πε ἄ­ξαφ­να ὁ Φαῖ­δρος, ποὺ ὅ­λο αὐ­τὸ τὸν και­ρὸ σώ­παι­νε, καὶ τεν­τώ­θη­κε κά­θε­τος μ’ ἀ­πό­λαυ­ση φα­νε­ρὴ καὶ φω­νὴ ὅ­πως ἡ τεσ­σε­ρι­σή­μι­σι τ’ ἀ­πο­γεύ­μα­τα τό­τε, μπρο­στὰ στὰ λαμ­πρὰ πα­ρά­θυ­ρα, μὲ τὸν ἀ­λα­φρὸ ἀ­τμὸ τοῦ κα­φὲ καὶ τὴν ὥ­ρι­μη γυ­ναί­κα τοῦ σπι­τιοῦ τρί­βον­τας τὰ χέ­ρια σάμ­πως ἀ­δι­ό­ρα­τα λυ­πη­μέ­να, ἢ σὰ νὰ τό ‘χει πά­ρει ἀ­πό­φα­ση ἀ­πὸ και­ρὸ πὼς ἐ­κεῖ θὰ δύ­ει γλυ­κὰ μα­ζί του κι αὐ­τή, ἐ­νῶ τῆς φω­τί­ζει τοὺς θαμ­ποὺς λο­βοὺς τῶν αὐ­τι­ῶν, καὶ τ’ ἀ­γα­πη­μέ­να χέ­ρια ποὺ ξε­χνᾶ­νε, στα­θε­ρὰ ξε­χνᾶ­νε πιά… ἐ­κτὸς κι ἂν εἶ­ναι γιὰ μι­κρὰ παι­διά: νὰ τοὺς ὑ­ψώ­νουν τὸ πη­γού­νι καὶ νὰ βλέ­πουν ἐ­κεῖ μέ­σα ἄ­πει­ρα τρυ­φε­ρά, ὥ­ρα κι ὥ­ρα, ξα­νὰ καὶ ξα­νὰ τὴ χει­ρο­νο­μί­α τῆς ζω­ῆς, τὸ ἀ­δι­ά­κο­πο πη­γαι­νέ­λα της στ’ ἄ­φω­να μά­τια τους, ποὺ γε­λᾶ­νε πα­ρα­ξε­νε­μέ­να, δί­χως νὰ τα­ρά­ζον­ται, δί­χως ν’ ἀμ­φι­σβη­τοῦν.

        —Θαρ­ρεῖς καὶ μό­νο αὐ­τὴ τὴν ὥ­ρα κα­τοί­κη­σες, πα­ρα­κμια­κή! Ἀ­π’ ὅ­λο τὸ χρό­νο κι ἀ­π’ ὅ­λη τὴν ἱ­στο­ρί­α μό­νον εἰς τά… πε­ρὶ τὴν Δύ­σιν, μοῦ ‘­πε ξα­να­βρί­σκον­τας τὸ πα­λιό του «ρῶ» στὴ φω­νή. Ἀ­δυ­σώ­πη­το «ρῶ», τρι­ζά­το σὰν ἐγ­χει­ρί­διο στὴ θή­κη, παι­γνι­δι­ά­ρι­κο σὰν ἐγ­χει­ρί­διο, ἐ­πι­κίν­δυ­νο σὰν ἐγ­χει­ρί­διο, δι­α­κρι­τι­κὸ σὰν ἐγ­χει­ρί­διο-ἔμ­βλη­μα.

        —Μά… εἶ­χε ἱ­στο­ρί­α; μπῆ­κε στὴ μέ­ση ὁ Φω­κί­ων μὲ τὸν ἴ­διο μυ­στή­ριο τό­νο του ὅ­πως πα­λιά. Κα­θέ­νας μας σπρω­χνό­ταν σὲ μιὰν ὥ­ρα, ἕ­να λι­γο­στὸ τό­πο (ἕ­να κῆ­πο ἢ ἕ­να γρα­φεῖ­ο νὰ ποῦ­με) γιὰ νὰ τὸν κα­τοι­κή­σει ἰ­δι­ω­τι­κά: αὐ­τὸς καὶ ἡ δι­κή του ποί­η­ση, μέ­σα στὴν ἀ­που­σί­α Ἱ­στο­ρί­ας…

         

Ὢ ἡ ἐκ­κλη­σιὰ τό­σο κον­τὰ κι ἐ­γὼ νὰ κά­θο­μαι σπί­τι

Ἡ πύ­λη της ἀ­νοι­χτὴ κι ἐ­γὼ νὰ μὴν μπο­ρῶ νὰ μπῶ

Νὰ χτυ­ποῦν οἱ καμ­πά­νες…

Νὰ ψάλ­λον­ται τ’ ἀ­  ν  α  ­σ  τ  ά  ­σ  ι  ­μ  α

Κι ἐ­γώ…

 

          —Νά ‘­χα­με καὶ πα­σα­τέμ­πο! τὸν ἔ­κο­ψε ἀ­πό­το­μα ὁ Φαῖ­δρος. (Σάρ­κα­ζε; Σο­βα­ρεύ­ον­ταν;) Νά ‘­χα­με καὶ πα­σα­τέμ­πο, θά ‘μα­σταν, τέ­λεια, ἡ ἐν­δι­α­φέ­ρου­σα ἀ­σκή­μια τοῦ τό­τε.

         Ὡ­στό­σο ρού­φα­γε ἄ­πλη­στα κι αὐ­τὸς τὸν ἀ­έ­ρα, χει­μώ­να και­ρὸ καὶ τρέ­χα­νε μὲ τ’ αὐ­το­κί­νη­τα, πέ­ρα στὴ δη­μο­σιά, κα­τὰ τὶς πα­ρα­λί­ες οἱ νέ­οι

         Κι ὕστε­ρα, ξαφ­νι­κὰ χα­μέ­νος, κε­ραυ­νό­πλη­κτος:

         —…Μπο­ρεῖ καὶ νά ‘­χεις δί­κιο. Ποιά «Ἱστο­ρί­α»; Ποι­ός Μύ­θος; Κι­νή­θη­κε πο­τὲ τί­πο­τα; Ξε­τυ­λί­χτη­κε κά­τι πο­τέ;… Σὰ νὰ πέ­ρα­σε ὁ Χρό­νος, ὅ­λος ὁ Χρό­νος ἔ­τσι: ἔ­ξω ἀ­π’ τὴν Πύ­λη, μὴ ὄν­τας…

         —Σκέ­τα μό­νο! (σφύ­ρι­ξε πί­σω μας ἡ φω­νὴ τοῦ Φί­νιου: «ἀ­κό­μα φι­λο­σο­φι­έ­στε ρέ, ἀ­κό­μα ψυ­χο­λο­γί­ζε­στε… σκε­λε­τοί;») Κι ἐ­γώ σᾶς λέ­ω πάν­τα ἔ­τσι πέ­ρα­σε: σκέ­τα μό­νο κι ἄ­δεια «Ὄν­τας»!

         Ἀλ­λά, σὰ νὰ μὴν τὸν ἄ­κου­σε κα­θό­λου, ὅ­πως ὁ λη­στὴς ἐ­λά­χι­στα πρὸ τῆς ἑν­δέ­κα­της — κα­θη­λω­μέ­νος στὸ συγ­κλο­νι­σμὸ μιᾶς ἐκ­κω­φαν­τι­κῆς, ὁ­λο­σχε­ροῦς, ἀ­βυσ­σα­λέ­ας κα­τάρ­ρευ­σης:

         —Μὴ ὄν­τας φί­λε μου…, ἐ­πα­νέ­λα­βε ὁ Φαῖ­δρος πι­κρά… νὰ μὴ μπο­ρῶ νὰ μπῶ. Σ’ Ὅ­  λ  ο  τ  ὸ  Χ  ρ  ό  ­ν  ο… πο­τὲ νὰ μὴ μπο­ρῶ… Ἄ­θω, εἶ­σαι κά­που ἐ­δῶ; Μέ­σα στὴν τε­ρά­στι­α ἀ­δρά­νεια… εἶ­χες δί­κιο Ἄ­θω: πο­τέ, πο­τὲ οἱ λέ­ξεις δὲν τὴ με­τα­φέ­ρουν τοῦ κό­σμου τὴν οὐ­σί­α!

         Γι’ αὐ­τὸ κρύ­βε­ται κι ἕν «ἀ­λί­μο­νο»…

         Πο­τὲ νὰ μὴ μπο­ρῶ…, μέ­σα σὲ κά­θε ποί­η­μα.

         Οἱ ποι­η­τὲς πυ­κνώ­να­νε γύ­ρω μας. Συν­τρο­φι­ὲς συν­τρο­φι­ὲς ἀ­νέ­βαι­ναν ἀ­πὸ βα­θιά.

         Ἀ­ό­ρα­τα δά­χτυ­λα σα­λεῦ­αν καὶ συλ­λέ­γαν κρου­νοὺς τὰ ἀ­ό­ρα­τα δά­κρυ­α.

         Ἀ­κό­μα κι ὁ Φί­νιος πλη­σί­α­σε στὴν ἀ­σά­λευ­τη σι­ω­πή…

         Κα­λὰ ἦ­ταν ἐ­δῶ πά­νω. Καὶ τό­τε ποὺ ζού­σα­με, κα­λὰ ἦ­ταν, κι ἂς ἔ­λει­πε ἡ Ἱ­στο­ρί­α, κι ἂς κα­τοι­κού­σα­με μό­νι­μα εἰς τὸ πε­ρὶ τὴν Δύ­σιν…., κι ἂς ἤ­τα­νε καρ­μπὸν ὅ­λα, ξέ­θω­ρα καὶ κα­κο­πα­τη­μέ­να — καὶ πῶς νὰ τά ‘­δε­νε κα­νείς, μὲ ποι­ά πνο­ὴ ζω­ῆς, ποι­ά δη­μι­ουρ­γί­α εὐ­ρύ­στη­θη, εὐ­ρυ­μέ­τω­πη, μα­κρο­σκε­λή, ἔ­πος τοῦ και­ροῦ ποὺ ζή­σα­με; Στε­νοῦ και­ροῦ, σὰν ἄ­χα­ρο, κα­κο­χυ­μέ­νο κε­ρὶ πα­ρα­φί­νης, ποὺ δὲ φώ­τι­σε κα­μιὰ πρά­ξη, ξὸν ἀ­π’ τὴν τε­λευ­ταί­α. Κι ὕ­στε­ρα φύ­γα­νε καὶ μᾶς ἀ­φή­σα­νε, νο­μί­ζον­τας —κι αὐ­τοὶ καὶ μεῖς— πὼς ἀ­δει­ά­σα­με πράγ­μα­τι τὸ χῶ­ρο.

         Ὅ­μως κα­λὰ εἶ­ναι δῶ πά­νω στὸν τοῖ­χο. Βρά­χος, πές, ὁ­λό­μαυ­ρη ρά­χη καὶ μεῖς ξε­κα­λο­και­ρι­ά­ζου­με… Ὅ­πως ἡ μνή­μη, καρ­πε­ρὴ μή­τρα ὅ­λων τῶν ἄ­νυ­δρων χώ­ρων κά­θε ἐ­ρή­μου τῆς ὑ­πάρ­ξε­ως με­λε­τᾶ, σάν… ὁ μό­νος ἔ­ρω­τας α  ὐ  ­τ  ή, καὶ γε­μί­ζει τὸ χῶ­ρο δια­ρκῶς δο­ξά­ζον­τας ὡ­ραῖ­α πλά­σμα­τα τῆς φαν­τα­σί­ας.

         Ἅ­μα ψυ­χρά­νει, θὰ κα­τέ­βου­με πά­λι.

         Οὔ­τε κά­θε­τοι γιὰ πο­λὺ οὔ­τε ὁ­ρι­ζόν­τιοι.

         Μπο­ρεῖ αὐ­τὸ νά ‘­ταν καὶ τὸ πιὸ βα­θὺ νό­η­μα — ἡ πιὸ ἄ­γρια ἔλ­λει­ψη, ἡ πιὸ σπα­ρα­κτι­κὴ λα­χτά­ρα στὸ μαρ­τύ­ριο τοῦ Σί­συ­φου:

         Ἕ­να σχῆ­μα γιὰ κά­θε και­ρό.

                                    Κα­λη­νύ­χτα.

         1976

  

 

Πη­γή: Ἡ Βίρ­γκω τῆς Ἐρη­μιᾶς καὶ τὰ Κρυφὰ Κε­λα­ϊ­δό­νια, Δι­η­γή­μα­τα (1973-1996), ἐκδ. Νε­φέ­λη, Ἀθή­να, 1996.

 

Να­τά­σα Κε­σμέ­τη (Ἀθή­να 1947). Πε­ζο­γρά­φος. Σπού­δα­σε Νο­μικὰ καὶ Ἀγγλικὴ Λογο­τε­χνί­α. Πρω­το­εμ­φανί­στη­κε με τὴν συλ­λογὴ δι­η­γημά­των: Τὰ 7 τῆς Ἄρκτου (1972)· τε­λευ­ταῖο της βι­βλίο: Νησὶ ἀπὸ ἐλα­φρόπε­τρα (Δι­η­γή­μα­τα, Ἀλε­ξάν­δρεια, Ἀ­θή­να, 2008).