Ἀνδρέας Καρκαβίτσας: Ἡ γοργόνα

 

 

Ἀν­δρέ­ας Καρ­κα­βί­τσας

 

Ἡ Γορ­γό­να

 

Ε ΤΟ ΜΠΡΙΚΙτοῦ Κα­πε­τὰν Φα­ρά­ση ἀρ­μέ­νι­ζα μι­σο­κά­να­λα ἐ­κεί­νη τὴ νύ­χτα. Σπά­νια νύ­χτα! πρώ­τη καὶ τε­λευ­ταί­α θαρ­ρῶ στὴ ζω­ή μου. Τί εἴ­χα­με φορ­τω­μέ­νο; Τί ἄλ­λο ἀ­πὸ σι­τά­ρι. Ποῦ πη­γαί­να­με; Ποῦ ἀλ­λοῦ ἀ­πὸ τὸν Πει­ραιᾶ. Πρά­μα­τα καὶ τὰ δυ­ὸ ποὺ τὰ ἔ­κα­μα τὸ λι­γώ­τε­ρο εἴ­κο­σι φο­ρές. Μὰ ἐ­κεί­νη τὴ βρα­δυ­ὰ ἔ­νι­ω­θα τέ­τοι­ο πλά­κω­μα στὴν ψυ­χή, ποὺ κιν­τύ­νευ­α νὰ λι­γο­θυ­μή­σω. Δὲν ξέ­ρω τί μοῦ ἔ­φται­γε· θὲς ἡ γα­λη­νε­μέ­νη θά­λασ­σα, θὲς ὁ ξά­στε­ρος οὐ­ρα­νός, θὲς τὸ τσου­χτε­ρὸ λι­ο­πύ­ρι· δὲν μπο­ρῶ νὰ εἰ­πῶ. Μὰ εἶ­χα τό­σο βα­ρειὰ τὴν ψυ­χή, ἥ­βρε­σκα τό­σο σα­χλο­πλημ­μυ­ρι­σμέ­νη τὴ ζω­ή, ποὺ ἂν μὲ ἅρ­πα­ζε κα­νεὶς νὰ μὲ ρί­ξη στὸ νε­ρό, «ὄ­χι!» δὲ θά ‘λε­γα.

       Ὁ ἥ­λιος ἦ­ταν ὥ­ρα βα­σι­λε­μέ­νος. Τὰ χρυ­σο­πόρ­φυ­ρα συ­γνε­φά­κια, ποὺ συν­τρό­φευ­αν τὸ βα­σί­λε­μά του, σκά­λω­σαν κά­που μαῦ­ρα σὰν με­γά­λες κα­πνι­ές. Ὁ Ἀ­πο­σπε­ρί­της ἔ­λαμ­ψε κρυ­σταλ­λό­χι­ο­νο μέ­σα στὰ σκοῦ­ρα. Φά­νη­καν ψη­λὰ οἱ ἀ­στε­ρι­σμοὶ ἕ­νας κι ἕ­νας. Τὰ νε­ρά κά­τω πῆ­ραν ἐ­κεῖ­νο τὸ λευ­κο­σκό­τει­νο χρῶ­μα, τὸ κρύ­ο καὶ λα­χτα­ρι­στὸ τοῦ ἀ­τσα­λιοῦ. Τὸ ναυ­τό­που­λο ἄ­να­ψε τὰ φα­νά­ρια· ὁ κα­πε­τά­νιος κα­τέ­βη­κε νὰ κοι­μη­θῆ· ὁ Μπούλ­μπε­ρης ἔ­κα­τσε στὸ τι­μό­νι. Ὁ Μπρα­χά­μης, ὁ σκύ­λος μας, κου­λου­ρι­ά­στη­κε στὴ ρί­ζα τοῦ ἀρ­γά­τη νὰ ἡ­συ­χά­ση καὶ κεῖ­νος.

      Ἐ­γὼ οὔ­τε νὰ ἡ­συ­χά­σω μπο­ροῦ­σα. Οὔ­τε ὕ­πνο οὔ­τε ξύ­πνο. Δο­κί­μα­σα νὰ πιά­σω κου­βέν­τα μὲ τὸν τι­μο­νι­έ­ρη· μὰ εἶ­χε τό­ση ἀ­νο­στιά, ποὺ ἔ­σβη­σε σὰν φω­τιὰ ἀ­ναμ­μέ­νη μὲ χλω­ρό­ξυ­λα. Πῆ­γα νὰ παί­ξω μὲ τὸν Μπρα­χά­μη· ἀλ­λὰ καὶ κεῖ­νος τρύ­πω­σε ἀ­κό­μη πε­ρισ­σό­τε­ρο τὸ μου­σού­δι στὰ πό­δια του καὶ βα­ρι­ε­στι­σμέ­νος γρί­νια­σε, σὰ νὰ μοῦ ἔ­λε­γε: —Ἄ­φη­σέ με καὶ δὲν ἔ­χω τὴν ὄ­ρε­ξή σου! Τό­τε βα­ρι­ε­στι­σμέ­νος καὶ γὼ πῆ­γα καὶ ξα­πλώ­θη­κα μπρού­μυ­τα κα­τα­με­σὶς κι ἔ­κλει­σα στὴ χού­φτα τὰ μά­τια μου. Ἤ­θε­λα νὰ μὴ βλέ­πω τί­πο­τα, νὰ μὴν αἰ­σθά­νο­μαι πὼς ζῶ. Καὶ λί­γο-λί­γο σχε­δὸν τὸ κα­τόρ­θω­σα. Κά­τι ἐ­λά­χι­στο, σὰν θαμ­πὸ καν­τη­λά­κι, ἔ­νι­ω­θα νὰ ζῆ μέ­σα μου καὶ γύ­ρω τὸ κορ­μί μου νὰ σμί­γη καὶ νὰ χω­νεύ­η μέ­σα στ’ ἀ­ναί­σθη­τα σα­νί­δια τῆς κου­βέρ­τας.

      Πό­σο ἔ­μει­να ἔ­τσι, δὲν ξέ­ρω. Τί μοῦ ἦρ­θε στὸ νοῦ κι ἂν μοῦ ἦρ­θε τί­πο­τα, δὲ θυ­μοῦ­μαι. Ἄ­ξαφ­να ὅ­μως ἄρ­χι­σα ν’ ἀ­να­τρι­χιά­ζω· σὰν κά­ποι­ος μα­γνή­της νὰ ἐ­ρέ­θι­ζε τὰ νεῦ­ρα μου, ὅ­πως ἡ ὑ­γρα­σί­α ἀ­ναγ­κά­ζει τὰ που­λιὰ στὸ φλυ­ά­ρι­σμα. Κι εὐ­θὺς πορ­φυ­ρὸ κῦ­μα χύ­θη­κε ἀ­πά­νω μου. Πί­στε­ψα πὼς κο­λυμ­ποῦ­σα στὰ αἵ­μα­τα. Καὶ ὅ­πως ὁ κοι­μά­με­νος σὲ σκο­τει­νό δω­μά­τιο αὐ­τό­μα­τα ξυ­πνᾶ στὸ λαμ­πρὸ φῶς τῆς ἡ­μέ­ρας, καὶ γὼ ἄ­νοι­ξα τὰ μά­τια μου. Τ’ ἄ­νοι­ξα ἢ τά ’κλει­σα, δὲ θυ­μοῦ­μαι. Θυ­μοῦ­μαι μό­νο πὼς ἔ­μει­να ἀ­κί­νη­τος. Πρώ­τη μου σκέ­ψη ἦ­ταν πὼς ξύ­πνη­σα στὸ στο­μά­χι κά­ποι­ου ψα­ριοῦ, ποὺ ρού­φη­ξε τὸ κα­ρά­βι μας. Καὶ ὅ­μως δὲν ἦ­ταν στο­μά­χι ψα­ριοῦ. Ἦ­ταν ὁ οὐ­ρα­νὸς ψη­λὰ καὶ κά­τω ἡ θά­λασ­σα. Μὰ ὅ­λα, ψη­λὰ καὶ χα­μη­λά, στρω­μέ­να ἦ­ταν μὲ ροῦ­χο κα­τα­κόκ­κι­νο, κυ­μα­τι­στό, ποὺ ἔ­βα­φε μὲ ἁ­βρὸ φεγ­γο­βό­λη­μα ὣς καὶ τὸ σω­τρό­πι τῆς σκά­φης μας. Κά­που στὰ πέ­ρα­τα τῆς γῆς πυρ­κα­γιὰ τί­να­ζε τὴ λαμ­πά­δα της ψη­λά κι ἔρ­ρι­χνε φο­βε­ροὺς ἀ­πο­κλα­μοὺς πε­ρα­δῶ­θε. Μὰ ποῦ τὸ κά­μα καὶ ποῦ ἡ ἀ­θά­λη της; Καὶ τὰ δυ­ὸ ἔ­λει­παν.

      Κά­τω στὰ βά­θη τοῦ βο­ριᾶ κά­ποι­ο με­νε­ξε­δέ­νιο σύ­γνε­φο ἅ­πλω­σε καὶ τύ­λι­ξε γα­λα­ζό­χρω­μα τ’ ἀ­στέ­ρια, τὰ ἔ­κρυ­ψε κά­τω ἀ­πὸ τὸ πυ­κνὸ μα­γνά­δι του. Καὶ πα­ρα­πά­νω τό­ξο ἁ­πλώ­θη­κε λευ­κο­κί­τρι­νο κι ἔ­χυ­σε με­σού­ρα­να πο­τά­μια σκο­τει­νὰ καὶ πο­τά­μια πρά­σι­να, χρυ­σο­ρό­δι­να καὶ γλαυ­κά, λὲς καὶ ἤ­θε­λε νὰ βά­ψη τὸ στε­ρέ­ω­μα. Καὶ τὸ τό­ξο, κι­νη­τὸ σὰν ἀ­νε­μό­δαρ­το πα­ρα­πέ­τα­σμα, κου­νοῦ­σε τὰ κρόσ­σια ἐμ­πρός, ἅ­πλω­νε τὶς ἀ­ρα­χνο­ΰ­φαν­τες δαν­τέλ­λες του καὶ πρό­βαι­νε, ὅ­πως ἡ πλημ­μύ­ρα προ­βαί­νει καὶ σκε­πά­ζει μὲ ἀ­φροὺς καὶ γλῶσ­σες τὴν ἀμ­μου­διά. Τ’ ἀ­έ­ρι­να πο­τά­μια ἔ­τρε­χαν γορ­γὰ καὶ φού­σκω­ναν καὶ κυ­λοῦ­σαν πάν­τα σκο­τει­νὰ ἢ πρά­σι­να, χρυ­σο­ρό­δι­να ἢ γλαυ­κά, καὶ σκόρ­πι­ζαν ἀν­τι­φεγ­γί­σμα­τα ὁ­λοῦ­θε σὰν ἠ­λε­κτρι­κοῦ προ­βο­λὲς χον­τρὲς καὶ ἀ­δα­πά­νη­τες. Ἡ θά­λασ­σα ἀ­κί­νη­τη ἀν­τα­να­κλοῦ­σε τὰ τό­σα χρώ­μα­τα καὶ φαί­νον­ταν ὅ­λα ξαφ­νι­σμέ­να μέ­σα στὴν τό­ση λάμ­ψη. Μὰ πε­ρισ­σό­τε­ρο ξαφ­νι­σμέ­νος ἤ­μουν ἐ­γώ. Δὲν ἤ­ξε­ρα τί νὰ κά­μω καὶ τί νὰ συλ­λο­γι­στῶ. Ἔ­φτα­σε, εἶ­πα, τοῦ κό­σμου ἡ συν­τέ­λεια. Τέ­τοι­α ὅ­μως συν­τέ­λεια μπο­ροῦ­σε νὰ εὐ­χα­ρι­στή­ση τὸν κα­θέ­να. Ἡ Γῆ βού­λε­ται νὰ πε­θά­νη μέ­σα στὰ ρο­δο­κύ­μα­τα!­.­..

      Ἄ­ξαφ­να ἀ­να­τρό­μα­ξα. Κά­τω βα­θιά, μέ­σ’ ἀ­πὸ τὸ με­νε­ξε­δέ­νιο σύ­γνε­φο, εἶ­δα νὰ προ­βαί­νη ἴ­σκιος πε­λώ­ριος. Ἡ χον­τρὴ κορ­μο­στα­σιά, τὸ πυρ­γο­γύ­ρι­στο κε­φά­λι του φάν­τα­ζαν Ἁ­γι­ο­νό­ρος. Τὰ δυ­ό του μά­τια γύ­ρι­ζαν φω­τει­νοὺς κύ­κλους κι ἔ­βλε­παν πε­ρή­φα­να τὸν Κό­σμο πρὶν τὸν κλω­τσή­σουν στὴν κα­τα­στρο­φή. Νά τος, εἶ­πα, ὁ θε­ό­σταλ­τος ἄγ­γε­λος, ὁ χα­λα­στὴς καὶ σω­τή­ρας! Τὸν ἔ­βλε­πα κι εἶ­χα σύγ­κρυ­ο στὴν ψυ­χή. Ἀ­πὸ στιγ­μὴ σὲ στιγ­μὴ πρό­σμε­να σφυ­ρὶ νὰ πέ­ση τὸ φρι­χτὸ χτύ­πη­μα. Πά­ει τώ­ρα ἡ Γῆ μὲ τοὺς καρ­πούς, πά­ει κι ἡ θά­λασ­σα μὲ τὰ ξύ­λα της! Οὔ­τε τρα­γού­δια πλιό, οὔ­τε τα­ξί­δια, οὔ­τε φι­λιά!

      Ἀλ­λὰ δὲν ἄ­κου­σα τὸ χτύ­πη­μα. Ὁ ἴ­σκιος πρό­βαι­νε στὰ νε­ρὰ μὲ ἅλ­μα­τα πύ­ρι­να. Κι ὅ­σο γρη­γο­ρώ­τε­ρα πρό­βαι­νε, τό­σο μί­κραι­νε ἡ κορ­μο­στα­σιά του. Καὶ ἄ­ξαφ­να ὁ θε­ό­τρο­μος ὄγ­κος χι­λιό­μορ­φη κό­ρη στά­θη­κε ἀν­τί­κρυ μου. Δι­α­μαν­το­στό­λι­στη κο­ρώ­να φο­ροῦ­σε στὸ κε­φά­λι καὶ τὰ πλού­σια μαλ­λιὰ γα­λά­ζια χή­τη ἅ­πλω­ναν στὶς πλά­τες ὣς κά­τω στὰ κύ­μα­τα. Τὸ πλα­τὺ μέ­τω­πο, τ’ ἀ­μυ­γδα­λω­τὰ μά­τια, τὰ χεί­λη της τὰ κο­ραλ­λέ­νια ἔ­χυ­ναν γύ­ρα κά­ποι­α λάμ­ψη ἀ­θα­να­σί­ας καὶ κά­ποι­α πε­ρη­φά­νεια βα­σι­λι­κή. Ἀ­πὸ τὰ κρυ­σταλ­λέ­νια λαι­μο­τρά­χη­λα κα­τέ­βαι­νε κι ἔ­σφιγ­γε τὸ κορ­μί ὁ­λό­χρυ­σος θώ­ρα­κας λε­πι­δω­τός καὶ πρό­βα­λε στὸ ἀ­ρι­στε­ρὸ τὴν ἀ­σπί­δα κι ἔ­παι­ζε στὸ δε­ξὶ τὴ Μα­κε­δο­νι­κὴ σά­ρι­σα.

      Δὲν εἶ­χα συ­νέρ­θει ἀ­πὸ τὴν ἀ­πο­ρί­α καὶ φω­νὴ γλυ­κειά, ἤ­ρε­μη καὶ μα­λα­κὴ ἄ­κου­σα νὰ μοῦ λέ­η:

      —Ναύ­τη – κα­λε­ναύ­τη· ζῆ ὁ βα­σι­λιᾶς Ἀ­λέ­ξαν­τρος;

      Ὁ βα­σι­λιᾶς Ἀ­λέ­ξαν­τρος! Ψι­θύ­ρι­σα μὲ πε­ρισ­σό­τε­ρη ἀ­πο­ρί­α. Πῶς εἶ­ναι δυ­να­τὸ νὰ ζῆ ὁ βα­σι­λιᾶς Ἀ­λέ­ξαν­τρος; Δὲν ἤ­ξε­ρα τί ρώ­τη­μα ἦ­ταν ἐ­κεῖ­νο καὶ τί νὰ τῆς ἀ­πο­κρι­θῶ, ὅ­ταν ἡ φω­νὴ ξα­να­δευ­τέ­ρω­σε:

      —Ναύ­τη – κα­λε­ναύ­τη· ζῆ ὁ βα­σι­λιᾶς Ἀ­λέ­ξαν­τρος;

      —Τώ­ρα, Κυ­ρά μου! ἀ­πάν­τη­σα χω­ρὶς νὰ σκε­φτῶ. Τώ­ρα βα­σι­λιᾶς Ἀ­λέ­ξαν­τρος! Οὔ­τε τὸ χῶ­μα του δὲ βρί­σκε­ται στὴ γῆ.

      Ὠ­ι­μέ! κα­κὸ ποὺ τό ‘πα­θα! Ἡ χι­λι­ό­μορ­φη κό­ρη ἔ­γι­νε με­μιᾶς φο­βε­ρὸ σί­χα­μα. Κύ­κλω­πας βγῆ­κε ἀ­πὸ τὸ κῦ­μα κι ἔ­δει­ξε λε­πι­ον­τυ­μέ­νο τὸ μι­σὸ κορ­μί. Ζων­τα­νὰ φί­δια τὰ με­τα­ξό­μαλ­λα ση­κώ­θη­καν πε­ρα­δῶ­θε, ἔ­βγα­λαν γλῶσ­σες καὶ κεν­τριὰ φαρ­μα­κε­ρὰ κι ἔ­χυ­σαν φο­βε­ρι­στι­κὸ ἀ­νε­μο­φύ­ση­μα. Τὸ θω­ρα­κω­τὸ στῆ­θος καὶ τὸ παρ­θε­νι­κὸ πρό­σω­πο ἄλ­λα­ξαν ἀ­μέ­σως σὰ νὰ ἦ­ταν ἡ Μο­νο­βύ­ζω τοῦ πα­ρα­μυ­θιοῦ. Τώ­ρα κα­λο­γνώ­ρι­σα μὲ ποι­ὸν εἶ­χα νὰ κά­μω! Δὲν ἦ­ταν ὁ Χά­ρος τῆς Γῆς, ὁ χα­λα­στὴς καὶ σω­τή­ρας ἄγ­γε­λος. Ἦ­ταν ἡ Γορ­γό­να, τ’ Ἀ­λέ­ξαν­τρου ἡ ἀ­δερ­φή, ποὺ ἔ­κλε­ψε τ’ ἀ­θά­να­το νε­ρὸ καὶ γύ­ρι­ζε ζων­τα­νὴ καὶ παν­το­δύ­να­μη. Ἡ Δό­ξα ἦ­ταν τοῦ με­γά­λου κο­σμο­κρά­το­ρα, ἀ­γέ­ρα­στη κι αἰ­ώ­νια σὲ στε­ριὰ καὶ θά­λασ­σα. Καὶ μό­νο γιὰ Κεί­νης τὸν ἐρ­χο­μὸ ἔ­χυ­σε ὁ Πό­λος τὸ Σέ­λας του, νὰ στρώ­ση τὸν ἀ­θέ­ρα της μὲ τῆς πορ­φύ­ρας τὸ χρῶ­μα. Δὲ ρω­τοῦ­σε βέ­βαι­α γιὰ τὸ φθαρ­τὸ σῶ­μα, ἀλ­λὰ γιὰ τὴ μνή­μη τοῦ ἀ­φέν­τη της. Καὶ τώ­ρα στὴν ἄ­κρι­τή μου ἀ­πό­κρι­ση μα­νι­α­σμέ­νη ἔρ­ρι­ξε τὸ χέ­ρι, ἕ­να δα­σο­τρι­χω­μέ­νο καὶ βα­ρὺ χέ­ρι στὴν κου­πα­στή, ἔ­παι­ξε ζερ­βό­δε­ξα τὴν οὐ­ρά της κι ἔ­δει­ξε Ὠ­κε­α­νὸ τὸν μα­λα­κὸ Πόν­το.

      —Ὄ­χι, Κυ­ρά, ψέ­μα­τα!­.­.. τρα­νο­φώ­να­ξα μὲ λυ­μέ­να γό­να­τα.

      Ἐ­κεί­νη μὲ κοί­τα­ξε αὐ­στη­ρὰ καὶ μὲ φω­νὴ τρε­μά­με­νη ξα­να­ρώ­τη­σε:

      —Ναύ­τη – κα­λε­ναύ­τη· ζῆ ὁ βα­σι­λιᾶς Ἀ­λέ­ξαν­τρος;

      —Ζῆ καὶ βα­σι­λεύ­ει· ἀ­πάν­τη­σα εὐ­θύς. Ζῆ καὶ βα­σι­λεύ­ει καὶ τὸν κό­σμο κυ­ρι­εύ­ει.

      Ἄ­κου­σε τὰ λό­για μου κα­λά. Σὰ νὰ χύ­θη­κε ἀ­θά­να­το νε­ρὸ ἡ φω­νή μου στὶς φλέ­βες της, ἄλ­λα­ξε ἀ­μέ­σως τὸ τέ­ρας κι ἔ­λαμ­ψε παρ­θέ­να πά­λι χι­λι­ό­μορ­φη. Σή­κω­σε τὸ κρι­νά­το χέ­ρι της ἀ­πὸ τὴν κου­πα­στή, χα­μο­γέ­λα­σε ρο­δό­φυλ­λα σκορ­πών­τας ἀ­πὸ τὰ χεί­λη της. Καὶ ἄ­ξαφ­να στὸν ὁ­λο­πόρ­φυ­ρον ἀ­έ­ρα χύ­θη­κε τρα­γού­δι πο­λε­μι­κό, λὲς καὶ γύ­ρι­ζε τώ­ρα ὁ Μα­κε­δο­νι­κὸς στρα­τὸς ἀ­πὸ τὶς χῶ­ρες τοῦ Γάγ­γη καὶ τοῦ Εὐ­φρά­τη.

      Σή­κω­σα τὰ μά­τια ψη­λὰ καὶ εἶ­δα τ’ ἀ­έ­ρι­να πο­τά­μια, τὰ σκο­τει­νὰ καὶ τὰ πρά­σι­να, τὰ χρυ­σο­ρό­δι­να καὶ τὰ γλαυ­κά, νὰ σμί­γουν στὸν οὐ­ρα­νὸ καὶ νὰ κά­νουν Στέμ­μα γι­γάν­τιο. Ἦ­ταν κά­μω­μα τοῦ και­ροῦ ἢ μὴν ἦ­ταν ἀ­πό­κρι­ση στὸ ρώ­τη­μα τῆς ἀ­θά­να­της; Ποι­ὸς ξέ­ρει. Μὰ σι­γὰ-σι­γὰ οἱ ἀ­χτῖ­νες ἄρ­χι­σαν νὰ θαμ­πώ­νουν καὶ νὰ σβή­νουν μιὰ μὲ τὴν ἄλ­λη, λὲς κι ἔ­παιρ­νε τὰ κάλ­λη μα­ζί της ἡ Γορ­γό­να στὴν ἄ­βυσ­σο.

      Τώ­ρα οὔ­τε Στέμ­μα οὔ­τε Τό­ξο φαι­νό­ταν που­θε­νά. Κά­που-κά­που σκόρ­πια σύ­γνε­φα ἔ­με­ναν στα­χτιὰ καὶ κά­τω­χρα· καὶ μέ­σα στὴν ψυ­χή μου θαμ­πὴ καὶ ξέ­θω­ρη ἡ πορ­φύ­ρα τῆς πα­τρί­δας μου.

      Μὲ τὸ μπρί­κι τοῦ κα­πε­τὰν Φα­ρά­ση ἀρ­μέ­νι­ζα μι­σο­κά­να­λα ἐ­κεί­νη τὴ νύ­χτα.

 

 

Πη­γή: Ἀ­πὸ τὴν συλ­λο­γὴ δι­η­γη­μά­των Λό­για τῆς Πλώ­ρης, Ἐκ­δό­σεις Νε­φέ­λη, 1991. Πρώτη ἔκδοση: Ἀθήνα, 1899.

 

Ἀν­δρέ­ας Καρ­κα­βί­τσας. (Λε­χαι­νά, 1865-Μαρούσι1922). Πε­ζο­γρα­φί­α, τα­ξι­δι­ω­τι­κό. Σπού­δα­σε στὴν Ἰ­α­τρι­κὴ Σχο­λὴ τοῦ Πα­νε­πι­στη­μί­ου Ἀ­θη­νῶν καὶ ὑ­πη­ρέ­τη­σε ὡς στρα­τι­ω­τι­κὸς ἰα­τρός. Ἀ­πὸ τοὺς πρω­το­πό­ρους τῆς ἠ­θο­γρα­φί­ας. Πρῶ­το του βι­βλί­ο Δι­η­γή­μα­τα (Ἀ­θή­να, 1892). Ἄλ­λα ἔρ­γα: Ἡ Λυ­γε­ρή (1896), Ὁ Ζη­τιά­νος (1897), Πα­λι­ὲς ἀ­γά­πες (1900), Ὁ Ἀρ­χαι­ο­λό­γος (1904).