Ράνια Καραχάλιου: Ξόρκι κατὰ τῆς ἀϋπνίας

 


Karachaliou,Rania-KsorkiKataTisAypnias-Eikona-01


Ρά­νια Κα­ρα­χά­λιου


Ξόρ­κι κα­τὰ τῆς ἀ­ϋ­πνί­ας


14-Omikron-Olav_den_helliges_saga_-_initial_-_G__MuntheΟΡΕΣΤΗΣ ΑΛΕΞΑΚΗΣ* μ’ ἐ­πι­σκε­πτό­ταν συ­χνὰ πυ­κνά, ἰ­δί­ως τὰ τε­λευ­ταῖ­α δυ­ὸ τρί­α χρό­νια. Οἱ ἐ­πι­σκέ­ψεις του εἶ­χαν ἕ­ναν χα­ρα­κτή­ρα ἰ­δι­ά­ζον­τα: γί­νον­ταν πάν­τα με­τα­με­σο­νύ­κτια καὶ με­τὰ ἀ­πὸ προ­τρο­πὴ δι­κή μου. Πα­ρὰ τὸ ἀ­κα­τάλ­λη­λο τῆς ὥ­ρας, πα­ρὰ τῆς ἡ­λι­κί­ας τὸ προ­χω­ρη­μέ­νο, πο­τὲ δὲν πα­ρα­πο­νέ­θη­κε ποὺ βρα­δι­ά­τι­κα στοὺς Ἀμ­πε­λό­κη­πους τὸν τρα­βο­λο­γοῦ­σα. Πλά­ι στὸ βάμ­μα βάλ­σα­μου καὶ πα­σι­φλώ­ρας, ἀ­νά­με­σα σὲ βι­βλί­α ποὺ ἀ­γα­ποῦ­σα, μπο­ρεῖ κι ἐ­κεῖ­νος, κα­θό­ταν ὀ­κλα­δὸν κι ἡ φω­νή του ἄρ­χι­ζε νὰ πλέ­κει τὸ ξόρ­κι κα­τὰ τῆς ἀ­ϋ­πνί­ας… Τὸ ἀ­πάγ­γελ­νε «νο­ε­ρὰ σὲ ρυθ­μὸ ἐμ­βα­τη­ρί­ου», «συ­νε­χῶς μέ­χρι τε­λι­κοῦ ἀ­πο­τε­λέ­σμα­τος»: τὰ βλέ­φα­ρά μου βά­ραι­ναν κι ἐρ­χό­τα­νε ὁ ὕ­πνος. Κι ἔ­τσι τὸν κύ­ριο Ἀ­λε­ξά­κη τὸν εἶ­χα δεῖ μο­νά­χα νά ’ρ­χε­ται, πο­τὲ νὰ φεύ­γει.

       Ὁ Ὀ­ρέ­στης Ἀ­λε­ξά­κης, ποι­η­τής, ἀ­πε­βί­ω­σε στὶς 16 τοῦ Μά­η 2015. Μὰ εἶ­μαι σί­γου­ρη πὼς ὅ­ταν πά­λι χρεια­στεῖ, ἀ­γογ­γύ­στως θὰ μ’ ἐ­πι­σκε­φτεῖ, ξόρ­κια κα­τὰ τῆς ἀ­ϋ­πνί­ας νὰ μοῦ ψι­θυ­ρί­σει καὶ νὰ πεῖ νὰ μέ­νεις «πάν­τα τὸ ἀ­νε­ξή­γη­το παι­δὶ / ποὺ ἀ­πο­στη­θί­ζει τὴ βρο­χὴ στὸν ἄ­δει­ο δρό­μο».


* Πο­τὲ δὲν γνώ­ρι­σα τὸν Ὀ­ρέ­στη Ἀ­λε­ξά­κη, πα­ρὰ μο­νά­χα μέ­σα ἀ­πὸ τοὺς στί­χους. Οἱ φρά­σεις σὲ εἰ­σα­γω­γι­κὰ εἶ­ναι θραύ­σμα­τα ἀ­πὸ ποι­ή­μα­τά του.


Bonsai-03c-GiaIstologio-04


Πη­γή: Πρώ­τη δη­μο­σί­ευ­ση.

Ρά­νια Κα­ρα­χά­λιου: Γεν­νή­θη­κε καὶ με­γά­λω­σε στὴν Πά­τρα, ἀλ­λὰ ζεῖ στὴν Ἀ­θή­να. Ἐκ­πο­νεῖ δι­α­τρι­βὴ στὴν Ἀ­νά­λυ­ση τῆς Συ­νο­μι­λί­ας. Μέ­λος τῆς συν­τα­κτι­κῆς ὁ­μά­δας τοῦ ποι­η­τι­κοῦ πε­ρι­ο­δι­κοῦ Τε­φλόν.

Ράνια Καραχάλιου: Ἀβραὰμ κατὰ συρροήν


Karachaliou,Rania-AbraamKataSyrroin-Eikona-05


Ρά­νια Καρα­χά­λιου


 

Ἀ­βρα­ὰμ κα­τὰ συρ­ρο­ήν


02-OmikronΘΕΙΟΣ ΚΩΣΤΑΣ δὲν ἔκανε πο­τὲ παι­διά, εἶ­χε ὅ­μως κα­μιὰ τε­τρα­κο­σα­ριὰ γι­δο­πρό­βα­τα κι ἀ­πὸ τὶς πέν­τε τὰ χα­ρά­μα­τα ὣς τὶς ἐν­νιά τὸ βρά­δυ ἤ­τα­νε στὸ πό­δι. Ἄρ­μεγ­μα τὸ πρω­ί, ἄρ­μεγ­μα τ’ ἀ­πό­γευ­μα, τά­ι­σμα, σά­ρω­μα καὶ πά­ει κο­πι­ά­ζον­τας. Εὐ­τυ­χῶς τὸν βό­η­θα­γε κι ἡ θεί­α ὅ­λη μέ­ρα, για­τί μο­νά­χος του μι­σὲς δου­λει­ὲς θὰ ἔ­κα­νε.

       Τε­λευ­ταί­α φο­ρὰ τοὺς εἶ­χα ἐ­πι­σκε­φτεῖ, πρὶν χρό­νια, κον­τὰ στὴ Λαμ­πρή, τό­τε ποὺ σφά­ζα­νε τὰ ζῶ­α. Τσι­λιμ­πί­θρι­κο φά­ε τί­πο­τα, χω­ρὶς πι­α­σί­μα­τα πε­ρι­μέ­νεις νὰ βρεῖς ἄν­τρα μοῦ ’­λε­γε ὁ θεῖ­ος καὶ τρό­χι­ζε κά­τι χαν­τζά­ρες νά. Ἔ­λα πά­νω γιὰ πα­ρέ­α, ἀλ­λὰ ἐ­γὼ ποῦ νὰ πλη­σιά­σω τοῦ φο­νι­κοῦ τὸν τό­πο, οὔ­τε τὰ το­μά­ρια ποὺ κρέ­μα­γε στὰ σύρ­μα­τα δὲν ἄν­τε­χα νὰ βλέ­πω.

       Σὰν τέ­λει­ω­σε τὸ σφά­ξι­μο καὶ κά­θι­σε στὸ κα­φε­νεῖ­ο, μί­λα­γε μὲ κα­μά­ρι γιὰ τὰ ζων­τα­νὰ πού ’­σφα­ξε, γιὰ τὴ Μού­σκα ποὺ τὸ ’­χε σκά­σει δυ­ὸ φο­ρές, τὴ μιὰ εἶ­χε πέ­σει στὸ λαγ­κά­δι, τὴν ἄλ­λη εἶ­χε τσα­κι­στεῖ σὲ κά­τι βρά­χια, γιὰ τὸ Ροῦσ­σο πού ’­πι­νε γά­λα ἀ­πὸ τὸ μπιμ­πε­ρό. Τέ­τοι­ες νύ­χτες ἔ­πι­νε λί­γο πα­ρα­πά­νω ὁ θεῖ­ος κι ἡ γλώσ­σα του πή­γαι­νε ρο­δά­νι. Ποὺ καὶ ποὺ στά­λες γλί­στρα­γαν στὸ πρό­σω­πό του, ἄι στὸ διά­τσο ἡ βρω­μο­ζέ­στη ἔ­λε­γε, ἀλ­λὰ ἐ­γὼ θὰ ὁρ­κι­ζό­μουν πὼς δά­κρυ­α ἦ­ταν γιὰ τὶς κα­τὰ συρ­ρο­ὴν θυ­σί­ες.


Bonsai-03c-GiaIstologio-04


Πη­γή: Πρώ­τη δη­μο­σί­ευ­ση.

Ρά­νια Κα­ρα­χά­λιου: Γεν­νή­θη­κε καὶ με­γά­λω­σε στὴν Πά­τρα, ἀλ­λὰ ζεῖ στὴν Ἀ­θή­να. Ἐκ­πο­νεῖ δι­α­τρι­βὴ στὴν Ἀ­νά­λυ­ση τῆς Συ­νο­μι­λί­ας. Μέ­λος τῆς συν­τα­κτι­κῆς ὁ­μά­δας τοῦ ποι­η­τι­κοῦ πε­ρι­ο­δι­κοῦ Τε­φλόν.