Ρά­νια Κα­ρα­χά­λιου: Ἀ­νή­συ­χα Πό­δια



Ρά­νια Κα­ρα­χά­λιου


Ἀ­νή­συ­χα Πό­δια


ΧΡΗΣΤΟΣ δὲν χό­ρευ­ε πο­τὲ αὐ­το­βού­λως. Δυ­ὸ μέ­τρα μπό­ι ἔ­νι­ω­θε πα­ρα­πά­νω ἀ­πὸ ἄ­βο­λα νὰ σεί­ε­ται πέ­ρα-δῶ­θε στὸ ρυθ­μὸ τῆς μου­σι­κῆς. Στὰ τέσ­σε­ρα χρό­νια τοῦ δε­σμοῦ, εἶ­χα δο­κι­μά­σει κά­θε εἴ­δους τερ­τί­πι γιὰ νὰ τὸν δε­λε­ά­σω, ἀλ­λὰ μά­ται­α. Στὰ πάρ­τυ μό­νο κι, ἀ­φοῦ πρῶ­τα εἶ­χε κα­τα­να­λώ­σει ἀ­ξι­ό­λο­γη πο­σό­τη­τα ἀλ­κο­όλ, δε­χό­ταν νὰ τὸν πα­ρα­σύ­ρω ὣς τὴν πί­στα. Ἐ­κεῖ δι­ά­λε­γε ἕ­να μέ­ρος ἡ­μι­σκό­τει­νο, μοῦ πα­ρέ­δι­δε τὰ χέ­ρια του νε­κρὰ καὶ μ’ ἄ­φη­νε νὰ τὰ ὁ­δη­γῶ σὰν μα­ρι­ο­νε­τί­στας.

       Τὰ βρά­δια ποὺ ἔ­με­νε σὲ μέ­να, ὁ ὕ­πνος συ­νή­θως τὸν ἐ­πι­σκε­πτό­ταν πρῶ­τος. Δὲν περ­να­γαν κάμ­πο­σα λε­πτὰ κι οἱ πα­τοῦ­σες του ζων­τά­νευ­αν. Τὴ μιά, κι­νοῦν­ταν ἀ­ρι­στε­ρά, τὴν ἄλ­λη δε­ξιά, τὴ μιὰ μα­ζί, τὴν ἄλ­λη ἀ­συγ­χρό­νι­στα. Πά­σχει ἀ­πὸ τὸ σύν­δρο­μο ἀ­νή­συ­χων πο­δι­ῶν μοῦ ἐ­ξή­γη­σε, μὰ ἐ­μέ­να δὲ μοῦ βγά­ζει ἀ­π’ τὸ μυα­λὸ πὼς στὸν ὕ­πνο του μὲ κά­ποι­α ἄλ­λη­νε, πιὸ πει­στι­κή, χο­ρεύ­ει.



Πη­γή: Πρώ­τη δη­μο­σί­ευ­ση.

Ρά­νια Κα­ρα­χά­λιου: Γεν­νή­θη­κε καὶ με­γά­λω­σε στὴν Πά­τρα, ἀλ­λὰ ζεῖ στὴν Ἀ­θή­να. Ἐκ­πο­νεῖ δι­α­τρι­βὴ στὴν Ἀ­νά­λυ­ση τῆς Συ­νο­μι­λί­ας. Μέ­λος τῆς συν­τα­κτι­κῆς ὁ­μά­δας τοῦ ποι­η­τι­κοῦ πε­ρι­ο­δι­κοῦ Τε­φλόν.


		
Advertisements

Ρά­νια Κα­ρα­χά­λιου: Σκαμ­πί­λι καὶ Σωσ­σύρ

 



Ρά­νια Κα­ρα­χά­λιου


Σκαμ­πί­λι καὶ Σωσ­σύρ


ΤΟ ΠΡΩΤΟ ΕΤΟΣ φι­λο­λο­γί­ας, σὲ μιὰ ἀ­πὸ τὶς πα­ρα­δό­σεις τῆς γε­νι­κῆς γλωσ­σο­λο­γί­ας, ἕ­να μά­θη­μα ὄ­α­ση ποὺ ἔ­παι­ξε κα­θο­ρι­στι­κὸ ρό­λο γιὰ τὸ δαγ­κω­τὸ ποὺ ἔ­ρι­ξα ἔ­πει­τα στὴ γλωσ­σο­λο­γί­α, δι­δα­χτή­κα­με τὴν ἀρ­χὴ αὐ­θαι­ρε­σί­ας τοῦ γλωσ­σι­κοῦ ση­μεί­ου τοῦ Φερ­ντι­νὰντ ντὲ Σωσ­σύρ. Σύμ­φω­να μὲ τὴν ἀρ­χὴ αὐ­τή, ἡ σχέ­ση με­τα­ξὺ ση­μαί­νον­τος καὶ ση­μαι­νο­μέ­νου, με­τα­ξὺ δη­λα­δὴ τῆς ἠ­χη­τι­κῆς ἀ­κο­λου­θί­ας μιᾶς λέ­ξης καὶ τῆς ἔν­νοι­άς της, δι­έ­πε­ται ἀ­πὸ αὐ­θαι­ρε­σί­α. Μ’ ἄλ­λα λό­για, ἡ ἔν­νοι­α μῆ­λο δὲν σχε­τί­ζε­ται αἰ­τια­κὰ μὲ τὴν ἀ­κου­στι­κὴ ἀ­κο­λου­θί­α μου-ι-λοῦ-ο, γι’ αὐ­τὸ καὶ ἀν­τι­προ­σω­πεύ­ε­ται δι­α­φο­ρε­τι­κὰ ἀ­νὰ γλῶσ­σες. Ἡ γνώ­ση αὐ­τὴ θὰ μὲ εἶ­χε γλι­τώ­σει ἀ­πὸ ἕ­να τραυ­μα­τι­κὸ ἐ­πει­σό­διο, ἂν εἶ­χε εἰ­σα­χθεῖ στὶς γνω­στι­κές μου ἀ­πο­θῆ­κες κάμ­πο­σα χρό­νια νω­ρί­τε­ρα. Καὶ νά για­τὶ.

       Τὸν Αὔ­γου­στο τοῦ ’95, πέ­ρα ἀ­πὸ τὰ Ἰ­τα­λά­κια ποὺ ἔρ­χον­ταν κά­θε κα­λο­καί­ρι στὴ γει­το­νιά, ἦρ­θε γιὰ πρώ­τη φο­ρὰ ὁ Στέ­φα­νο, ἕ­να μαυ­ρο­τσού­κα­λο μὲ μά­τια κα­τα­γά­λα­να ποὺ δὲν σκάμ­πα­ζε γρὺ ἑλ­λη­νι­κά. Στὸ παι­χνί­δι, ὅ­μως, συ­νεν­νο­ού­μα­σταν ἄ­ψο­γα, ἔ­δι­ναν κι ἔ­παιρ­ναν τὰ νο­ή­μα­τα κι ἡ παν­το­μί­μα. Ἕ­να βρά­δυ ποὺ παί­ζα­με κρυ­φτό, μό­λις ξε­κί­νη­σε τὸ πέν­τε-δέ­κα-δε­κα­πέν­τε, ὁ Στέ­φα­νο κι ἐ­γὼ τρέ­ξα­με πρὸς τὴν ἴ­δια με­ριὰ καὶ κρυ­φτή­κα­με πί­σω ἀ­πὸ ἕ­να μη­χα­νά­κι πού ’­ταν πί­σω ἀ­πὸ ἕ­να τρο­χό­σπι­το. Κα­θό­τι ἡ κρυ­ψώ­να ἦ­ταν ὀ­λί­γον τι στε­νό­χω­ρη, τὰ γο­να­τι­σμέ­να σώ­μα­τά μας εἶ­χαν ἀρ­χί­σει ἐ­λα­φρῶς νὰ ἐ­φά­πτον­ται. Μὲς στὴν ἡ­συ­χί­α τῆς θε­ρι­νῆς νυ­κτός, ἀ­κου­γό­ταν μο­νά­χα τὸ χτυ­πο­κάρ­δι μας κι ὁ γκι­ό­νης, μέ­χρι ποὺ ὁ Στέ­φα­νο γέρ­νει στὸ αὐ­τί μου καὶ μοῦ ψι­θυ­ρί­ζει λό­για ἀ­προσ­δό­κη­τα. Εὐ­θύς, τοῦ ρί­χνω ἕ­να σκαμ­πί­λι λυσ­σα­σμέ­νο, ἐ­γὼ ποὺ δὲν εἶ­χα ση­κώ­σει χέ­ρι σ’ ἄν­θρω­πο, ἐ­ξὸν τοῦ ἀ­δερ­φοῦ μου κι αὐ­τὸ πά­νω σὲ ἄ­μυ­να. Ὁ Στέ­φα­νο ἔμ­πη­ξε τὰ κλά­μα­τα κι ἐ­γὼ ἔ­τρε­ξα νὰ κλει­δαμ­πα­ρω­θῶ στὸ σπί­τι.

       Ἔ­κα­να τέσ­σε­ρις ὁ­λό­κλη­ρες μέ­ρες νὰ βγῶ στὴ γει­το­νιά. Οἱ φί­λες καὶ γει­τό­νισ­σες περ­να­γαν μπρο­στὰ ἀ­πὸ τὸ πα­ρά­θυ­ρό μου καὶ μὲ φώ­να­ζαν. Σή­κω­να λί­γο το σκοῦ­ρο, ἔ­λε­γα εἶ­μαι ἄρ­ρω­στη καὶ τὸ ξα­νά­ρι­χνα. Τί ἔ­πα­θες καὶ χα­στού­κι­σες τὸν Στέ­φα­νο; πρό­λα­βαν νὰ μοῦ ποῦν μιὰ μέ­ρα. Νὰ σᾶς πεῖ αὐ­τός! ἀ­πάν­τη­σα. Αὐ­τὸς λέ­ει δὲν ξέ­ρει, εἶ­πε ἡ Ἀν­τριά­να, ἡ ξα­δέρ­φη του ποὺ γνώ­ρι­ζε κα­λὰ καὶ τὶς δυ­ὸ γλῶσ­σες, καὶ μοῦ ἀ­νέ­βα­σε τὸ αἷ­μα στὸ κε­φά­λι.

       Τὴν πέμ­πτη μέ­ρα ἐγ­κλει­σμοῦ μὲ ἐ­πι­σκέ­φτη­κε ὁ Μα­ο­ρί­τσιο, ὁ θεῖ­ος τοῦ Στέ­φα­νο. Ντὲν εἶ­ναι σω­στὰ πρά­μα­τα νὰ μα­λώ­νε­τε πρέ­πει νὰ παί­ζε­τε, τί ἔ­γι­νε, φά μου πεῖς;. Μὴ ἔ­χον­τας ἄλ­λη ἐ­πι­λο­γή, ἄρ­χι­σα νὰ δι­η­γοῦ­μαι τὸ πε­ρι­στα­τι­κό. Στὸ ἐ­πί­μα­χο ση­μεῖ­ο κόμ­πια­σα μιά, κόμ­πια­σα δυ­ό, τὴν τρί­τη τὸ ξε­στό­μι­σα. Πού­τσα, μοῦ εἶ­πε, πού­τσα! Ὁ Μα­ο­ρί­τσιο ξέ­σπα­σε στὰ γέ­λια κι ἐ­γὼ τὸν κοί­τα­ζα ἀ­πο­σβο­λω­μέ­νη. Κι ὅ­σο ἐ­κεῖ­νος κα­κά­ρι­ζε δι­πλω­μέ­νος στὰ δύ­ο, τό­σο προ­σπα­θοῦ­σα νὰ κρα­τή­σω τὶς πα­λά­μες μου νὰ μὴν ξα­να­χει­ρο­δι­κή­σουν. Μό­λις ἴ­σι­ω­σε, μοῦ ἐ­ξή­γη­σε πὼς πού­τσα ση­μαί­νει βρώ­μα στὰ ἰ­τα­λι­κά, φὰ βρώ­μα­γε τὸ μη­κα­νά­κι!

       Ντρο­πι­α­σμέ­νη πού ’­χα ξε­ση­κώ­σει ἑλ­λη­νο­ϊ­τα­λι­κὴ δι­α­μά­χη στὰ κα­λὰ κα­θού­με­να, ζή­τη­σα σκού­ζι ἀ­πὸ τὸν Στέ­φα­νο καὶ τὸν πῆ­ρα νὰ παί­ξου­με εἰ­ρή­νη ἢ πό­λε­μο γιὰ νὰ ξορ­κί­σω τὸ κα­κό.



Πη­γή: Πρώ­τη δη­μο­σί­ευ­ση.

Ρά­νια Κα­ρα­χά­λιου: Γεν­νή­θη­κε καὶ με­γά­λω­σε στὴν Πά­τρα, ἀλ­λὰ ζεῖ στὴν Ἀ­θή­να. Ἐκ­πο­νεῖ δι­α­τρι­βὴ στὴν Ἀ­νά­λυ­ση τῆς Συ­νο­μι­λί­ας. Μέ­λος τῆς συν­τα­κτι­κῆς ὁ­μά­δας τοῦ ποι­η­τι­κοῦ πε­ρι­ο­δι­κοῦ Τε­φλόν.


Ράνια Καραχάλιου: Ξόρκι κατὰ τῆς ἀϋπνίας

 


Karachaliou,Rania-KsorkiKataTisAypnias-Eikona-01


Ρά­νια Κα­ρα­χά­λιου


Ξόρ­κι κα­τὰ τῆς ἀ­ϋ­πνί­ας


14-Omikron-Olav_den_helliges_saga_-_initial_-_G__MuntheΟΡΕΣΤΗΣ ΑΛΕΞΑΚΗΣ* μ’ ἐ­πι­σκε­πτό­ταν συ­χνὰ πυ­κνά, ἰ­δί­ως τὰ τε­λευ­ταῖ­α δυ­ὸ τρί­α χρό­νια. Οἱ ἐ­πι­σκέ­ψεις του εἶ­χαν ἕ­ναν χα­ρα­κτή­ρα ἰ­δι­ά­ζον­τα: γί­νον­ταν πάν­τα με­τα­με­σο­νύ­κτια καὶ με­τὰ ἀ­πὸ προ­τρο­πὴ δι­κή μου. Πα­ρὰ τὸ ἀ­κα­τάλ­λη­λο τῆς ὥ­ρας, πα­ρὰ τῆς ἡ­λι­κί­ας τὸ προ­χω­ρη­μέ­νο, πο­τὲ δὲν πα­ρα­πο­νέ­θη­κε ποὺ βρα­δι­ά­τι­κα στοὺς Ἀμ­πε­λό­κη­πους τὸν τρα­βο­λο­γοῦ­σα. Πλά­ι στὸ βάμ­μα βάλ­σα­μου καὶ πα­σι­φλώ­ρας, ἀ­νά­με­σα σὲ βι­βλί­α ποὺ ἀ­γα­ποῦ­σα, μπο­ρεῖ κι ἐ­κεῖ­νος, κα­θό­ταν ὀ­κλα­δὸν κι ἡ φω­νή του ἄρ­χι­ζε νὰ πλέ­κει τὸ ξόρ­κι κα­τὰ τῆς ἀ­ϋ­πνί­ας… Τὸ ἀ­πάγ­γελ­νε «νο­ε­ρὰ σὲ ρυθ­μὸ ἐμ­βα­τη­ρί­ου», «συ­νε­χῶς μέ­χρι τε­λι­κοῦ ἀ­πο­τε­λέ­σμα­τος»: τὰ βλέ­φα­ρά μου βά­ραι­ναν κι ἐρ­χό­τα­νε ὁ ὕ­πνος. Κι ἔ­τσι τὸν κύ­ριο Ἀ­λε­ξά­κη τὸν εἶ­χα δεῖ μο­νά­χα νά ’ρ­χε­ται, πο­τὲ νὰ φεύ­γει.

       Ὁ Ὀ­ρέ­στης Ἀ­λε­ξά­κης, ποι­η­τής, ἀ­πε­βί­ω­σε στὶς 16 τοῦ Μά­η 2015. Μὰ εἶ­μαι σί­γου­ρη πὼς ὅ­ταν πά­λι χρεια­στεῖ, ἀ­γογ­γύ­στως θὰ μ’ ἐ­πι­σκε­φτεῖ, ξόρ­κια κα­τὰ τῆς ἀ­ϋ­πνί­ας νὰ μοῦ ψι­θυ­ρί­σει καὶ νὰ πεῖ νὰ μέ­νεις «πάν­τα τὸ ἀ­νε­ξή­γη­το παι­δὶ / ποὺ ἀ­πο­στη­θί­ζει τὴ βρο­χὴ στὸν ἄ­δει­ο δρό­μο».


* Πο­τὲ δὲν γνώ­ρι­σα τὸν Ὀ­ρέ­στη Ἀ­λε­ξά­κη, πα­ρὰ μο­νά­χα μέ­σα ἀ­πὸ τοὺς στί­χους. Οἱ φρά­σεις σὲ εἰ­σα­γω­γι­κὰ εἶ­ναι θραύ­σμα­τα ἀ­πὸ ποι­ή­μα­τά του.


Bonsai-03c-GiaIstologio-04


Πη­γή: Πρώ­τη δη­μο­σί­ευ­ση.

Ρά­νια Κα­ρα­χά­λιου: Γεν­νή­θη­κε καὶ με­γά­λω­σε στὴν Πά­τρα, ἀλ­λὰ ζεῖ στὴν Ἀ­θή­να. Ἐκ­πο­νεῖ δι­α­τρι­βὴ στὴν Ἀ­νά­λυ­ση τῆς Συ­νο­μι­λί­ας. Μέ­λος τῆς συν­τα­κτι­κῆς ὁ­μά­δας τοῦ ποι­η­τι­κοῦ πε­ρι­ο­δι­κοῦ Τε­φλόν.

Ράνια Καραχάλιου: Ἀβραὰμ κατὰ συρροήν


Karachaliou,Rania-AbraamKataSyrroin-Eikona-05


Ρά­νια Καρα­χά­λιου


 

Ἀ­βρα­ὰμ κα­τὰ συρ­ρο­ήν


02-OmikronΘΕΙΟΣ ΚΩΣΤΑΣ δὲν ἔκανε πο­τὲ παι­διά, εἶ­χε ὅ­μως κα­μιὰ τε­τρα­κο­σα­ριὰ γι­δο­πρό­βα­τα κι ἀ­πὸ τὶς πέν­τε τὰ χα­ρά­μα­τα ὣς τὶς ἐν­νιά τὸ βρά­δυ ἤ­τα­νε στὸ πό­δι. Ἄρ­μεγ­μα τὸ πρω­ί, ἄρ­μεγ­μα τ’ ἀ­πό­γευ­μα, τά­ι­σμα, σά­ρω­μα καὶ πά­ει κο­πι­ά­ζον­τας. Εὐ­τυ­χῶς τὸν βό­η­θα­γε κι ἡ θεί­α ὅ­λη μέ­ρα, για­τί μο­νά­χος του μι­σὲς δου­λει­ὲς θὰ ἔ­κα­νε.

       Τε­λευ­ταί­α φο­ρὰ τοὺς εἶ­χα ἐ­πι­σκε­φτεῖ, πρὶν χρό­νια, κον­τὰ στὴ Λαμ­πρή, τό­τε ποὺ σφά­ζα­νε τὰ ζῶ­α. Τσι­λιμ­πί­θρι­κο φά­ε τί­πο­τα, χω­ρὶς πι­α­σί­μα­τα πε­ρι­μέ­νεις νὰ βρεῖς ἄν­τρα μοῦ ’­λε­γε ὁ θεῖ­ος καὶ τρό­χι­ζε κά­τι χαν­τζά­ρες νά. Ἔ­λα πά­νω γιὰ πα­ρέ­α, ἀλ­λὰ ἐ­γὼ ποῦ νὰ πλη­σιά­σω τοῦ φο­νι­κοῦ τὸν τό­πο, οὔ­τε τὰ το­μά­ρια ποὺ κρέ­μα­γε στὰ σύρ­μα­τα δὲν ἄν­τε­χα νὰ βλέ­πω.

       Σὰν τέ­λει­ω­σε τὸ σφά­ξι­μο καὶ κά­θι­σε στὸ κα­φε­νεῖ­ο, μί­λα­γε μὲ κα­μά­ρι γιὰ τὰ ζων­τα­νὰ πού ’­σφα­ξε, γιὰ τὴ Μού­σκα ποὺ τὸ ’­χε σκά­σει δυ­ὸ φο­ρές, τὴ μιὰ εἶ­χε πέ­σει στὸ λαγ­κά­δι, τὴν ἄλ­λη εἶ­χε τσα­κι­στεῖ σὲ κά­τι βρά­χια, γιὰ τὸ Ροῦσ­σο πού ’­πι­νε γά­λα ἀ­πὸ τὸ μπιμ­πε­ρό. Τέ­τοι­ες νύ­χτες ἔ­πι­νε λί­γο πα­ρα­πά­νω ὁ θεῖ­ος κι ἡ γλώσ­σα του πή­γαι­νε ρο­δά­νι. Ποὺ καὶ ποὺ στά­λες γλί­στρα­γαν στὸ πρό­σω­πό του, ἄι στὸ διά­τσο ἡ βρω­μο­ζέ­στη ἔ­λε­γε, ἀλ­λὰ ἐ­γὼ θὰ ὁρ­κι­ζό­μουν πὼς δά­κρυ­α ἦ­ταν γιὰ τὶς κα­τὰ συρ­ρο­ὴν θυ­σί­ες.


Bonsai-03c-GiaIstologio-04


Πη­γή: Πρώ­τη δη­μο­σί­ευ­ση.

Ρά­νια Κα­ρα­χά­λιου: Γεν­νή­θη­κε καὶ με­γά­λω­σε στὴν Πά­τρα, ἀλ­λὰ ζεῖ στὴν Ἀ­θή­να. Ἐκ­πο­νεῖ δι­α­τρι­βὴ στὴν Ἀ­νά­λυ­ση τῆς Συ­νο­μι­λί­ας. Μέ­λος τῆς συν­τα­κτι­κῆς ὁ­μά­δας τοῦ ποι­η­τι­κοῦ πε­ρι­ο­δι­κοῦ Τε­φλόν.