Βασίλης Καραβίτης: Τὸ τρένο τῆς ζωῆς καὶ γιατὶ δὲν τὸ προλάβαμε


Βα­σί­λης Κα­ρα­βί­της


Τὸ τραῖ­νο τῆς ζω­ῆς

καὶ για­τί δὲν τὸ προ­λα­βαί­νου­με


Δο­σμέ­νος σὲ κα­τε­πεί­γουσες δου­λει­ὲς

Ξέ­χα­σα πὼς κά­πο­τε κα­νεὶς πε­θαί­νει.

Τ. Ρού­ζε­βιτς


ΣΑ ΠΟΥ ΠΡΟΛΑΒΑ νὰ γεν­νη­θῶ (θρη­νών­τας γο­ε­ρὰ γιὰ τὸν κό­σμο ποὺ μὲ προ­ό­ρι­ζαν) καὶ μᾶς πρό­λα­βε ἡ Κα­το­χὴ στὸν Πει­ραι­ά. Ὡ­στό­σο πρό­λα­βα ν’ ἀ­πο­λαύ­σω κά­τι πρω­ι­νὰ μὲ φρυ­γα­νι­ές, βού­τυ­ρο καὶ μέ­λι (ποὺ τώ­ρα τοὺς ἀν­τι­στέ­κο­μαι ἡ­ρω­ι­κὰ λό­γῳ χο­λη­στε­ρί­νης) κι ἔ­πει­τα πεί­να καὶ τῶν γο­νέ­ων. Στὸ τέ­λος, τί νὰ γί­νει, ἐ­πέ­ζη­σα ἀ­π’ τὸν κα­το­χι­κὸ ἐ­φιά­λτη ὅ­πως καὶ ἄλ­λοι πολ­λοί, πι­τσι­ρι­κὰς ὅ­μως δε­κά­χρο­νος, ἀ­νύ­πο­πτος κι ἀ­δε­νο­πα­θής, ἔ­τσι ποὺ δὲν δι­εκ­δι­κῶ σή­με­ρα νὰ ἱ­στο­ρή­σω τί­πο­τα γιὰ τὸ κα­κὸ παι­δι­κό μου ὄ­νει­ρο ἐ­κεί­νης τῆς ἐ­πο­χῆς. Γλί­τω­σα λοι­πὸν ἀ­π’ τὴν ἀ­σι­τί­α, τὶς ἀ­δέ­σπο­τες, τὰ μπλό­κα (τὸ πῶς δὲν ἔ­χει κα­νέ­να ἡ­ρω­ι­κὸ στοι­χεῖ­ο) ἀλ­λὰ ἀ­μέ­σως μὲ πρό­λα­βε τὸ ὄ­ψι­μο μαρ­τύ­ριο τῆς σχο­λι­κῆς θη­τεί­ας μου στὸ Δη­μο­τι­κό τῆς συ­νοι­κί­ας μας. Καὶ μά­λι­στα φορ­τω­μέ­νο τὸν ἀ­σή­κω­το ρό­λο τοῦ πρώ­του μα­θη­τῆ, σὲ μιὰ κρύ­α αἴ­θου­σα γε­μά­τη κου­ρε­μέ­νους μὲ τὴν ψι­λὴ μη­χα­νὴ καὶ ἀ­μή­χα­νους συμ­μα­θη­τές μου. Μὴν ἔ­χον­τας συ­νεί­δη­ση τοῦ θαύ­μα­τος τῆς σω­τη­ρί­ας μου σχι­ζό­μου­να ἀ­π’ τὰ χα­ρά­μα­τα νὰ προ­λά­βω τὸ ἄ­ρι­στα, ἐ­νῶ τὰ με­ση­μέ­ρια ἔ­τρε­χα νὰ προ­λά­βω καὶ τὸ πο­δό­σφαι­ρο τῆς γει­το­νιᾶς μὲ κά­τι τό­πια πά­νι­να τῆς συμ­φο­ρᾶς, ποὺ ὅ­ταν ἔ­βρε­χε βά­ραι­ναν μὲ τὶς ὀ­κά­δες (ἕ­να τέ­τοι­ο μὲ πρό­λα­βε ἀ­νέ­τοι­μο μ’ ἀ­νοι­χτὸ τὸ στό­μα κι ἀ­κό­μα θρη­νῶ κά­ποι­ο ὡ­ραῖ­ο μου μπρο­στι­νὸ δόν­τι). Λα­χτα­ροῦ­σα νὰ δι­α­κρι­θῶ στὴν ἐ­πί­θε­ση κι ὅλο βρι­σκό­μου­να στὴν ἄ­μυ­να ἢ «φυ­λα­ρού­χας», για­τί κι ἐ­δῶ τὶς ἐ­πι­λο­γὲς τὶς εἴ­χα­νε κά­τι δυ­να­τὰ μαγ­κά­κια ποὺ δὲν ση­κώ­να­νε κου­βέν­τα (ἀ­πὸ τέ­τοι­α καὶ κά­τι ἄλ­λα πε­ρισ­σεύ­ει ἔ­κτο­τε ἀ­νι­κα­νο­ποί­η­τη ἡ ἔμ­φυ­τη ἐ­πι­θε­τι­κό­τη­τα τοῦ χα­ρα­κτή­ρα μου καὶ δὲν γνω­ρί­ζει μέ­χρι σή­με­ρα φρέ­νο). Με­τὰ ἀ­πὸ ἕ­να ἄ­χα­ρο δι­ά­λειμ­μα ἐ­φη­βεί­ας (ποὺ κά­πο­τε πρέ­πει νὰ μι­λή­σω δι­ε­ξο­δι­κό­τε­ρα), ἰ­δοὺ σω­τή­ριον ἔ­τος 1952 κι ἐ­γὼ πρω­το­ε­τὴς στὴ Νο­μι­κὴ νὰ πα­ρι­στά­νω τὸν ἄν­τρα πρὶν τῆς ὥ­ρας μου.

         Μὲ τα­χύ­τη­τα σχε­δὸν κι­νη­μα­το­γρα­φι­κὴ εἶ­χαν πε­ρά­σει κι­ό­λας 18 χρό­νια. Δὲν εἶ­χα προ­λά­βει νὰ ζή­σω τί­πο­τε ἀ­κό­μα κι ἔ­πρε­πε νὰ προ­λά­βω νὰ σπου­δά­σω καὶ ἀ­μέ­σως με­τὰ νὰ προ­λά­βω νὰ ἀ­ξι­ο­ποι­ή­σω τὶς σπου­δές μου. Ταγ­μέ­νος μη­χα­νι­κὰ σ’ ἕ­να ἐ­πάγ­γελ­μα ποὺ ἀρ­γό­τε­ρα δι­α­πί­στω­σα τὴν τρα­γι­κὴ ἀ­πα­ξί­α του, βρέ­θη­κα γρή­γο­ρα πί­σω ἀ­πὸ ἕ­να γρα­φεῖ­ο, γε­μά­τος ἀπ΄ τὸ φα­να­τι­σμὸ τοῦ νε­ο­σύλ­λε­κτου δι­κη­γό­ρου ποὺ προ­ο­ρί­ζε­ται λο­γι­κὰ νὰ πε­τύ­χει. Λί­γο ἀρ­γό­τε­ρα, γιὰ νὰ ἐ­νι­σχύ­σουν, φαί­νε­ται, τὴν τέ­τοι­α ἀν­τί­λη­ψη τῆς ἀ­πο­στο­λῆς μου, ἦρ­θαν καὶ κά­τι γλυ­κὰ λε­φτὰ καὶ μά­λι­στα διὰ τι­μίας ἐρ­γα­σί­ας (ποὺ ἔ­τρε­χα σὰν τρε­λὸς νὰ προ­λά­βω νὰ τὰ ἐ­πεν­δύ­σω πρὶν τὰ ξο­δέ­ψω ἀ­νό­η­τα καὶ μεί­νω στὸν ἄσ­σο). Δο­σμέ­νος σ’ ἀ­νά­λο­γους σχε­δια­σμοὺς καὶ προ­ο­πτι­κὲς μό­λις προ­λά­βαι­να νὰ φά­ω καὶ νὰ κοι­μη­θῶ κι ἔ­τσι μὲ πρό­λα­βε νω­ρὶς μιὰ σπα­στι­κὴ κο­λί­τι­δα ποὺ ἀ­κό­μα μὲ βα­σα­νί­ζει μὲ τα­κτι­κὲς δυ­σκοι­λι­ό­τη­τες. Κά­ποι­α στιγ­μὴ ἔ­νι­ω­σα ξαφ­νι­κὰ πὼς μό­λις προ­λά­βαι­να νὰ ἐ­ρω­τευ­τῶ (πο­λὺ εἶ­χα τρα­βη­χτεῖ μὲ ἀλα­νιά­ρες τοῦ σω­ροῦ καὶ πή­γαι­να στρά­φι κι ἐ­γὼ καὶ τὸ σπέρ­μα μου). Γύ­ρω στὰ τριά­ντα δύ­ο μου, τό­τε, καὶ κά­τω ἀ­π’ τὴν πί­ε­ση ἑ­νὸς γε­λοί­ου πα­νι­κοῦ, πρό­λα­βα κι ἐ­ρω­τεύ­τη­κα μιὰ πλεγ­μα­τι­κὴ ξαν­θό­κω­λη ποὺ μοῦ ‘­κα­νε γιὰ κά­να χρό­νο τὴ ζω­ὴ πο­δή­λα­το. Ὅ­πως ὅ­μως εἶ­χα βγεῖ γιὰ κα­λὰ στὴν πιά­τσα τῶν ἀ­κρι­βῶν αἰ­σθη­μά­των πρό­λα­βε νὰ μ’ ἐ­ρω­τευ­τεῖ μιὰ ἀ­γα­θού­λα κα­στα­νὴ πού, μπλεγ­μέ­νος στὸν χω­ρὶς ἀν­τα­πό­κρι­ση ἐ­ρω­τά μου, δὲν πρό­λα­βα ν’ ἀ­πο­λαύ­σω τὴν παρ­θε­νί­α της ὅ­πως τῆς ἄ­ξι­ζε. Τέ­λει­ω­σα γρή­γο­ρα μὲ τὸν ἐ­ρω­τὰ κι ὅ,τι πρό­λα­βα νὰ θη­σαυ­ρί­σω ἦ­ταν μιὰ ἄλ­λη αἴ­σθη­ση ἔλ­λει­ψης ὅ­πως τό­σες ἄλ­λες κι ἔ­πε­σα ξα­νὰ στὶς βο­λι­κὲς με­σημ­βρι­νὲς βί­ζι­τες, ποὺ καὶ τώ­ρα ἀ­κό­μα δὲν λέ­ω νὰ τὶς κό­ψω…

         Ὁ χρό­νος μὲ πί­ε­ζε ἀ­φό­ρη­τα, για­τί κον­τὰ στ’ ἄλ­λα ἔ­πρε­πε νὰ ξε­νυ­χτά­ω γιὰ νὰ προ­λά­βω τὰ δι­α­βά­σμα­τα ποὺ ἔ­χα­σα ἀ­π’ τὴν ἐ­ρω­το­μα­νία μου. Μὲ ἀ­νοι­χτὸ ἔ­κτο­τε (καὶ μέ­χρι σή­με­ρα) τὸ πρό­βλη­μα τῆς κα­θυ­στε­ρη­μέ­νης πνευ­μα­τι­κῆς μου ἀ­νά­πτυ­ξης, ἀ­να­κά­λυ­ψα γύ­ρω στὰ σα­ράν­τα μου πὼς μό­λις προ­λά­βαι­να νὰ παν­τρευ­τῶ. Ἔ­πρε­πε νὰ προ­λά­βω νὰ ἱ­κα­νο­ποι­ή­σω καὶ τὸν γέ­ρο μου ποὺ γκρί­νια­ζε, πρό­ω­ρα καρ­δι­ο­πα­θής, γιὰ τὴν ἀ­νε­ξή­γη­τη ἀ­γα­μί­α μου (ἐ­νῶ ἡ μά­να μου μυ­στι­κὰ χαι­ρό­τα­νε τὴν τό­ση ἀ­δρά­νειά μου). Μὲ τὸ σκο­πὸ ν’ ἁ­γιά­ζει τὰ μέ­σα πρό­λα­βα νὰ ἐμ­φα­νι­στῶ γλυ­κού­τσι­κα σο­βα­ρὸς μὲς στὰ ἀμ­πι­γὲ κο­στού­μια μου σ’ ἀ­πα­νω­τὰ προ­ξε­νιά, ὀρ­γα­νω­μέ­να ἀ­πὸ συγ­γε­νεῖς καὶ φί­λους, ὅ­που ἡ γνω­στὴ πα­ρέ­λα­ση τῶν σι­τε­μέ­νων κο­ρι­τσι­ῶν ποὺ εἶ­χαν μεί­νει στὸ ρά­φι ἔ­γι­νε μιὰ κρυ­φὴ σα­δι­στι­κή μου δι­α­σκέ­δα­ση. Ἡ γυ­ναί­κα μου ἀ­κό­μα μὲ θυ­μᾶ­ται μὲ τὴ γνω­στὴ ὑ­πε­ρο­χὴ τοῦ δῆ­θεν πε­πει­σμέ­νου ἐρ­γέ­νη στὸ μοι­ραῖ­ο προ­ξε­νιό, ποὺ κι ἐ­κεί­νη ἀ­φέ­θη­κε ἀ­πὸ ἀ­νί­α καὶ πα­ρό­μοι­ες νο­ση­ρὲς δι­ερ­γα­σί­ες. Ξε­πε­ρά­σα­με ἀ­να­πάν­τε­χα τὸ κω­μι­κὸ σκη­νι­κό τῆς γνω­ρι­μί­ας μας γιὰ νὰ ἐ­ξαν­τλη­θοῦ­με συ­νέ­χεια σὲ βα­θυ­στό­χα­στες ἀ­να­λύ­σεις τῆς ἀν­θρώ­πι­νης φύ­σης καὶ νὰ κα­τα­λή­ξου­με στὸ ἐ­πί­σης βα­θυ­στό­χα­στο συμ­πέ­ρα­σμα πὼς ἡ ἀν­θρώ­πι­νη ἐ­πα­φὴ εἶ­ναι κά­τι σὰν χα­μέ­νο ἀρ­χέ­τυ­πο. Ὅ,τι μπο­ρεῖ νὰ ἐλ­πί­ζει ἕ­νας ἄν­δρας ἀ­πὸ μιὰ γυ­ναί­κα κι ἀν­τί­στρο­φα εἶ­ναι ἕ­να ἀ­μοι­βαῖ­ο αἴ­σθη­μα ἀ­νο­χῆς, ἀρ­κε­τὸ ὡ­στό­σο γιὰ νὰ συν­τη­ρή­σει καὶ τὴ γα­μή­λια συμ­βί­ω­ση. Με­τὰ ἀ­πὸ τό­σο βαθ­μὸ αὐ­το­γνω­σί­ας νι­ώ­σα­με ξαφ­νι­κὰ μο­να­δι­κὰ ὥ­ρι­μοι γιὰ ἕ­να γά­μο ποι­ό­τη­τας, ποὺ ὑ­πο­τί­θε­ται ὅ­τι ἦ­ταν ἐ­λεύ­θε­ρη ἐ­πι­λο­γή μας. Ἡ φυ­σι­κὴ ἕλ­ξη κι ὁ φό­βος τῆς μο­να­ξιᾶς κα­θὼς μᾶς παίρ­να­νε τὰ χρό­νια δού­λε­ψαν κρυ­φὰ σὰν συγ­κολ­λη­τι­κὲς οὐ­σί­ες, ἐ­νῶ ὅ­λες οἱ ἄλ­λες ἐ­κλο­γι­κεύ­σεις μας ἦ­ταν ἡ σάλ­τσα ποὺ γαρ­νί­ρα­με τὸ ἄ­νο­στο φα­γη­τὸ τῆς συ­νύ­παρ­ξης.

         Πο­λύ τὸ τρά­βη­ξα ὅ­μως πά­λι σὲ προ­σω­πι­κὲς ἀ­φη­γή­σεις, σὰν νὰ ἔ­χουν κά­ποι­α ἀ­ξί­α γιὰ τὴν ἄν­θρω­πο­τη­τα ποὺ κοι­μᾶ­ται πάν­το­τε μα­κά­ρια (καὶ κα­λὰ κά­νει). Κι αὐ­τὰ πα­θαί­νω ἐ­νῶ μέ­σα μου ἔ­χω πα­ραι­τη­θεῖ ἀ­πὸ τ’ ὄ­νει­ρο τοῦ συγ­γρα­φέ­α, ποὺ βέ­βαι­α δὲν προ­σφέ­ρε­ται, γιὰ δῶ­ρο ἐ­πει­δὴ καί­γε­σαι, νὰ γρά­ψεις κά­τι, γιὰ τὴν ἀ­το­μι­κή σου πε­ρι­πέ­τεια στὸν κό­σμο. Πα­ρα­μέ­νει ὅ­μως τώ­ρα, κα­θὼς χώ­νο­μαι γιὰ κα­λὰ στὴν κλι­μα­κτή­ριο, τὸ ἄλ­λο γνω­στὸ πρό­βλη­μα: Μέ­σα ἀ­πὸ τό­σες ἐμ­πει­ρί­ες καὶ βι­ώ­μα­τα θὰ προ­λά­βω νὰ ἐν­το­πί­σω κά­ποι­ο νό­η­μα στὴ ζω­ή μου; Θὰ προ­λά­βω, ἔ­στω, νὰ δι­α­σώ­σω κά­ποι­ες ἀ­ξί­ες ἀ­π’ τὸ χρό­νο ὥ­στε νὰ χτί­σω πά­νω τους τὴν προ­σω­πι­κή μου, ποὺ λέ­νε, φι­λο­σο­φί­α; Παι­δι­ά­στι­κες ἀ­πο­ρί­ες. Μό­λις σκε­φτῶ σο­βα­ρά τὸ σκο­πὸ τῆς ζω­ῆς μας, τὴν οὐ­σί­α τῆς ὕ­παρ­ξης καὶ τὰ τέ­τοι­α μὲ προ­λα­βαί­νει σύν­νε­φο ἡ σύγ­χυ­ση κι ἀρ­χί­ζω νὰ νυ­στά­ζω. Καὶ τὸ μό­νο ποὺ προ­λα­βαί­νω νὰ κα­τα­λά­βω πρὶν πά­ω γιὰ ὕ­πνο εἶ­ναι πῶς ὅ­λη ἡ προ­σω­πι­κή μας ἱ­στο­ρί­α μέ­νει στὸ τέ­λος τὸ λει­ψὸ σε­νά­ριο τῆς ἀ­πὸ κα­τα­βο­λῆς μπερ­δε­μέ­νης ζω­ῆς πού, γρά­φον­τας ἢ ὄ­χι, δὲν γί­νε­ται οὔ­τε τὸν ἴ­σκιο της νὰ προ­λά­βου­με.


 

Πη­γή: Ὀ­κνη­ρί­ας ἐγ­κώ­μιον (ἐκδ. Στιγ­μή, 1985)

Βα­σί­λης Κα­ρα­βί­της (Νέ­α Ὀ­ρε­στιά­δα, 1934 – Ἀ­θή­να, 2016). Σπού­δα­σε Νο­μι­κά καὶ δι­κη­γο­ροῦ­σε γιὰ ἀρ­κε­τὰ χρό­νια. Ἐ­ξέ­δω­σε ἐν­νέ­α ποι­η­τι­κὲς συλ­λο­γές, δύ­ο πε­ζο­γρα­φή­μα­τα καὶ εἶ­χε με­τα­φρά­σει ξέ­νη με­τα­πο­λε­μι­κὴ ποί­η­ση καὶ ἰ­δι­αι­τέ­ρως ὁ­ρι­σμέ­νους και­νο­τό­μους καὶ ἄ­γνω­στους τό­τε στὴν Ἑλ­λά­δα Πο­λω­νοὺς ποι­η­τές (Χέρ­μπετ, Μι­λότς, Ρου­ζέ­βιτς, Σιμ­πόρ­σκα, κ.ἄ.). Ὑ­πῆρ­ξε ἀ­πὸ τὰ ἱ­δρυ­τι­κὰ μέ­λη τῆς Ἑ­ται­ρεί­ας Συγ­γρα­φέ­ων. Τα­κτι­κὸς συ­νερ­γά­της τοῦ πε­ρι­ο­δι­κού Δι­α­γώ­νιος στὴ Θεσ­σα­λο­νί­κη.


Advertisements