Τάσος Καλούτσας: Ἡ πείνα

Kaloutsas,Tasos-IPeina-Eikona-01


 

Τά­σος Κα­λού­τσας

 


Ἡ πεί­να


 

05-Alpha-01 ΤΟΝ ΑΝΩΜΑΛΟ…», εἶ­χε πεῖ ὁ Μι­χά­λης, ἐ­νῶ ἐ­κεί­νη, τρέ­μον­τας ἀ­κό­μη, πα­τοῦ­σε τὰ κλά­μα­τα. Πλη­σι­ά­ζον­τας, πρό­σθε­σε: «Μὴ στε­να­χω­ρι­έ­σαι, βρὲ κου­τή· ὁ τύ­πος εἶ­ναι τοῦ χε­ριοῦ μου, μπο­ρῶ νὰ σοῦ τὸν στή­σω καρ­τέ­ρι καὶ νὰ τὸν κά­νω τσα­κω­τό· ἀρ­κεῖ νὰ μοῦ πεῖς ἐ­σὺ πό­τε θές».

 

       Ὁ Μι­χά­λης ἦ­ταν γε­ρὸ παι­δί, μά­θαι­νε καὶ κα­ρά­τε. Δού­λευ­αν μαζὶ σ’ αὐ­τὸ τὸ ἀ­πο­μο­νω­μέ­νο πα­τά­ρι, ποὺ ἡ τζα­μα­ρί­α του ἔ­βλε­πε στὶς πρα­σι­ὲς τῶν γύ­ρω πο­λυ­κα­τοι­κι­ῶν. Ὁ τύ­πος εἶ­χε στη­θεῖ ἀ­πέ­ναν­τι, σὲ μί­α ἀ­π’ αὐ­τές, στὸ πα­ρά­θυ­ρο τοῦ δι­α­δρό­μου, ξε­γυ­μνώ­θη­κε ἀ­π’ τὴ μέ­ση καὶ κά­τω κι ἄρ­χι­σε τὶς χει­ρο­νο­μί­ες. Σὲ μιὰ στιγ­μὴ κι­ό­λας τὴν ἀ­πεί­λη­σε. Ὅλ’ αὐ­τά, λί­γο πρὶν κα­τα­φτά­σει ὁ Μι­χά­λης. Ὅ­ταν με­τὰ τὸν εἶ­δε νὰ μπαί­νει, δὲν ἄν­τε­ξε, καὶ ξέ­σπα­σε σὲ κλά­μα­τα.

 

       Πε­ρι­πέ­τεια κι αὐ­τὴ πά­λι ἡ ση­με­ρι­νή, σκε­φτό­ταν, κοι­τά­ζον­τας ἔ­ξω ἀ­π’ τὸ τζά­μι τοῦ λε­ω­φο­ρεί­ου. Ἦ­ταν ἡ δεύ­τε­ρη φο­ρὰ μέ­σα σὲ λί­γες μέ­ρες ποὺ ἐμ­φα­νι­ζό­ταν ὁ τύ­πος – τὴν πρώ­τη εἶ­χε ξε­φυ­τρώ­σει μπρο­στά της ἀ­πὸ ‘να πα­ρά­θυ­ρο πιὸ ψη­λά. Δὲν εἶ­πε τί­πο­τα τό­τε ἀ­π’ τὴ ντρο­πή της, σὲ κα­νέ­να. Σή­με­ρα ὅ­μως φο­βή­θη­κε, ἄρ­χι­σε ν’ ἀ­νη­συ­χεῖ. Κι ἂν τὸ ἐ­πι­χει­ροῦ­σε πά­λι τ’ ἄλ­λο πρω­ί; Ἢ ἂν ἔ­κα­νε κά­τι χει­ρό­τε­ρο; Προ­τι­μοῦ­σε νὰ μὴν τὸ σκέ­φτε­ται. Στὸ Τμῆ­μα, ὅ­που τῆς συ­νέ­στη­σαν νὰ τὸ ἀ­να­φέ­ρει, τὴν ἄ­κου­σαν προ­σε­χτι­κά, ἀλ­λὰ λυ­πή­θη­καν ποὺ δὲν μπο­ροῦ­σαν νὰ κά­νουν τί­πο­τα. Χα­ρα­κτή­ρι­σαν τὸ γε­γο­νὸς «μᾶλ­λον τυ­χαῖ­ο» καὶ τῆς τὸ δή­λω­σαν ρη­τά: κα­νέ­να προ­λη­πτι­κὸ μέ­τρο· δη­λα­δή, ἔ­πρε­πε πρῶ­τα νὰ γί­νει τὸ κα­κό, καὶ ἐκ τῶν ὑ­στέ­ρων… Ἀ­να­στέ­να­ξε, κά­τι τὴν πλά­κω­νε στὸ στῆ­θος· τὸ εἰ­σι­τή­ριο τό ‘­χε φτιά­ξει ἕ­να λε­πτὸ μα­σου­ρά­κι καὶ τὸ πέ­ρα­σε στὴ βέ­ρα της. Ἀ­να­ρω­τι­ό­ταν τί θά ‘­βγαι­νε, ἄν —ὅ­πως τῆς εἶ­παν οἱ χω­ρο­φύ­λα­κες— ἐπι­σκε­φτό­ταν τ’ ἀ­πό­γευ­μα μὲ τὸν ἄν­τρα της καὶ τὴν Ἀ­σφά­λεια, λὲς νά ‘­χαν ἄ­ρα­γε ἐ­κεῖ­νοι τὸν τρό­πο νὰ τὴν βο­η­θή­σουν;

 

       Πάν­τως δὲν ἦ­ταν κου­βέν­τα κι ἐ­κεί­νη ποὺ πέ­τα­ξε ὁ Μι­χά­λης λί­γο ἀρ­γό­τε­ρα, κά­νον­τας τά­χα πλά­κα. «Εἶ­δες;» τῆς ἔ­κα­νε, «περ­νά­ει ἀ­κό­μα ἡ μπο­γιά σου…» καὶ τὴν κοί­τα­ξε πα­ρά­ξε­να. «Νὰ μοῦ λεί­πει τέ­τοι­α μπο­γιά», τοῦ ἀ­πάν­τη­σε σο­βα­ρά. Στ’ ἀ­φεν­τι­κά της εἶ­πε πὼς τό ‘­βρι­σκε πιὸ λο­γι­κὸ νὰ βά­ψουν τὴν τζα­μα­ρί­α τοῦ ἐρ­γα­στη­ρί­ου ἢ νὰ πε­ρά­σουν κουρ­τί­νες, ἐλ­πί­ζον­τας τὸ θέ­μα νὰ λή­ξει ἐ­κεῖ.

 

       Στρά­φη­κε, κα­θὼς τῆς φά­νη­κε πὼς τὸ μά­τι της πῆ­ρε μιὰ γνω­στή της. Κι αὐ­τὸς ὁ εἰ­σπρά­κτο­ρας τί σπά­νιο, ἀ­λή­θεια, ν’ ἀ­κού­ει, με­ση­με­ρι­ά­τι­κα, μου­σι­κὴ ἀ­π’ τὸ ρα­δι­ο­φω­νά­κι! Τ’ ἄ­κου­γε σι­γα­νὰ πί­σω ἀ­π’ τὴν πλά­τη της, καὶ κά­ποι­ες εἰ­κό­νες στρο­βι­λί­ζον­ταν ξαφ­νι­κὰ μὲς στὸ μυα­λό της. «Χρί­στο, βάλς…». Τοῦ ‘­χε κό­ψει τὸ δρό­μο, κα­θὼς ἔ­στρι­βε νὰ χω­θεῖ στὴν του­α­λέ­τα. Ἐ­πι­θυ­μοῦ­σε νὰ τὸ χο­ρέ­ψουν, ἀλ­λὰ τὴν πα­ρα­μέ­ρι­σε βι­α­στι­κὰ καὶ κλει­δώ­θη­κε μέ­σα. Ἔ­πια­σε τό­τε νὰ τὸ χο­ρέ­ψει μὲ τὸ γιό τους. «Ἄ­σ’ τα τὰ μαλ­λά­κια σου…» τι­τί­βι­ζε κι ὁ μι­κρός. Λὲς κι εἶ­χε πε­ρά­σει αἰ­ώ­νας ποὺ χό­ρε­ψαν οἱ δυ­ό τους, γιὰ τε­λευ­ταί­α φο­ρά. Ἦ­ταν χτές, τὸ ἀ­πό­γευ­μα.

 

       Στὴ στά­ση, τὸ βλέμ­μα της τρύ­πω­σε στὸ ἀ­πέ­ναν­τι ἑ­στι­α­τό­ριο. Ἕ­νας ἄν­τρας, κα­μιὰ σα­ραν­τα­ριὰ χρο­νῶ, προ­φα­νῶς οἰ­κο­δό­μος, κα­θό­ταν μό­νος του σ’ ἕ­να τρα­πέ­ζι κι ἔ­τρω­γε μὲ βου­λι­μί­α. Τῆς ἔ­κα­νε ἐν­τύ­πω­ση ὁ τρό­πος ποὺ κα­τέ­βα­ζε τὶς μπου­κι­ές. Δὲ σή­κω­νε κε­φά­λι ἀ­π’ τὸ πιά­το, καὶ γέ­μι­ζε τὸ κου­τά­λι του καὶ μὲ τ’ ἄλ­λο χέ­ρι.

 

       «Μαῦ­ρο μπου­φάν, ἀ­νοι­χτὸ γα­λά­ζιο παν­τε­λό­νι…» ξα­να­σκέ­φτη­κε, ἀλ­λὰ τὸ πρό­σω­πό του δὲν τό ‘­δε κα­θα­ρά, για­τί φρόν­τι­ζε νὰ τὸ κρύ­βει στὸ πλα­ϊ­νὸ τοί­χω­μα τοῦ πα­ρά­θυ­ρου. Ἴ­σως με­λα­χρι­νός. Τὴν ὥ­ρα ποὺ ἐ­κεί­νη ἄλ­λα­ζε, φο­ρών­τας τὰ ροῦ­χα τῆς δου­λειᾶς. Κι ἂν ἔ­χει ξα­να­γί­νει πολ­λὲς φο­ρές, χω­ρὶς ἡ ἴ­δια νὰ τό ‘­χε πά­ρει χαμ­πά­ρι; Πάν­τως ἀ­πο­ροῦ­σε καὶ μὲ τὸ θάρ­ρος της, νὰ βγεῖ ἀ­π’ τὴ δι­πλα­νὴ πόρ­τα καὶ νὰ τοῦ μι­λή­σει. «Ἐν­τά­ξει εἶ­σαι τώ­ρα; Ἱ­κα­νο­ποι­ή­θη­κες;» τοῦ φώ­να­ξε. Καὶ τό­τε τὸν ἄ­κου­σε μὲ πνι­χτὴ φω­νή, σὰν πλη­γω­μέ­νου σκύ­λου, νὰ τὴν ἀ­πει­λεῖ.

 

       Κα­τέ­βη­κε κι ἔ­κα­νε τὸ γύ­ρο τοῦ τε­τρα­γώ­νου γιὰ τὸ σπί­τι της. Στὸ στε­νό, στὶς προ­θῆ­κες τοῦ κι­νη­μα­το­γρά­φου, τὸ μά­τι της ἔ­πε­σε σὲ μιὰ μι­σο­σκε­πα­σμέ­νη φω­το­γρα­φί­α γυ­ναί­κας – «αὐ­στη­ρῶς ἀ­κα­τάλ­λη­λον», ἔ­γρα­φε πά­νω. Κα­θὼς ἀ­νέ­βαι­νε στὸ δι­α­μέ­ρι­σμα μὲ τὸ ἀ­σαν­σέρ, σκε­φτό­ταν: «τί βλέ­πουν οἱ ἀν­θρω­ποι – τί νὰ σοῦ κά­νουν με­τά…». Καὶ τὴ στιγ­μὴ ποὺ γύ­ρι­ζε τὸ κλει­δί: «Καὶ τί φαν­τά­ζον­ται τά­χα πὼς θὰ βγεῖ, ἅ­μα σ’ τὸ δεί­ξουν; Ἄχ, μυα­λό…» καὶ ἔ­νι­ω­θε γιὰ ὅ­λους μιὰ με­γά­λη λύ­πη.

 

       «Γειά σου, ἀ­γα­πού­λα», τὴν ὑ­πο­δέ­χτη­κε ὁ Χρί­στος. Πα­ρα­ξε­νεύ­τη­κε. Λι­γά­κι εἰ­ρω­νι­κός, βέ­βαι­α, ἀλ­λὰ τῆς ἄ­ρε­σε. Ξαφ­νι­κὰ τῆς ἦρ­θε νὰ ὁρ­μή­σει στὴν ἀγ­κα­λιά του καὶ ν’ ἀρ­χί­σει νὰ τοῦ τὰ λέ­ει ὅ­λα μὲ τὸ νὶ καὶ μὲ τὸ σίγ­μα. Κρα­τή­θη­κε ὅ­μως. Τὸ ρα­δι­ό­φω­νο ἔ­παι­ζε στὸ δω­μά­τιο. Μπῆ­κε στὴν κου­ζί­να καὶ τὸν εἶ­δε. Εἶ­χε φτιά­ξει μιὰ πε­ρι­ποι­η­μέ­νη πι­κάν­τι­κη σα­λά­τα, ζέ­σται­νε τὸ φα­γη­τὸ καὶ χα­μο­γε­λοῦ­σε. Με­τὰ θυ­μή­θη­κε, ἦ­ταν κι ἡ μέ­ρα τῆς πλη­ρω­μῆς του, σή­με­ρα.

 

       Πέ­ρα­σε στὴν κρε­βα­το­κά­μα­ρη νὰ γδυ­θεῖ, κι ἤ­θε­λε ν’ ἀ­να­πνεύ­σει τὸν ἀ­έ­ρα ποὺ ὑ­πῆρ­χε ἐ­κεῖ μέ­σα, νὰ νι­ώ­σει τὴ μυ­ρω­διὰ τοῦ σπι­τιοῦ της. Ὅ­λη μέ­ρα μέ­σα σ’ ἐ­κεί­νη τὴν τρύ­πα ρου­φοῦ­σε τὴ σκό­νη καὶ τὸ κα­κὸ ἀ­π’ τὶς ψά­θες ποὺ δού­λευ­ε. Ξα­να­πῆ­γε στὴν κου­ζί­να, ἔ­σκυ­ψε μα­ζί του πά­νω ἀ­π’ τὶς κα­τσα­ρό­λες, κι ἄρ­χι­σαν ν’ ἀγ­γί­ζον­ται ρά­χη μὲ ρά­χη καὶ νὰ σκουν­τι­οῦν­ται γε­λών­τας καὶ τσιμ­πο­λο­γών­τας τὰ φα­γη­τά – κι ὅ­λα τ’ ἄλ­λα τ’ ἄ­φη­σε γιὰ με­τά.

 

       Ἔ­τσι σὲ λί­γο, ἀ­φοῦ στρώ­σα­νε τὸ τρα­πέ­ζι, ἡ φό­ρα τους εἶ­χε σχε­δὸν κο­πεῖ. Τὸ πράγ­μα φά­νη­κε κα­λύ­τε­ρα με­τὰ τὶς πρῶ­τες λαί­μαρ­γες μπου­κι­ές. Τὰ φα­σό­λια, λὲς κι εἶ­χαν χά­σει κά­θε γεύ­ση, σκά­λω­σαν στὸ λαι­μό τους. Ἔ­κα­ναν μιὰ παύ­ση.

 

       «Ξέ­ρεις κά­τι», εἶ­πε αὐ­τὸς σι­γά, σὰν νὰ ντρε­πό­ταν, «τὸ πρό­βλη­μά μας εἶ­ναι, μοῦ φαί­νε­ται, ὅ­τι δὲν πει­νᾶ­με ἀρ­κε­τά».

 

       Καὶ φυ­σι­κὰ ἦ­ταν ντρο­πή, ἰ­δί­ως ἂν ἔ­κα­νες κά­ποι­ες συγ­κρί­σεις. Ἐ­κεί­νη θυ­μή­θη­κε καὶ τὸν οἰ­κο­δό­μο, νὰ κα­τα­βρο­χθί­ζει χω­ρὶς τε­λει­ω­μό. «Εἶ­ναι, λοι­πόν, φο­βε­ρὸ νὰ κό­βε­ται ξαφ­νι­κὰ ἡ πεί­να σου…, ἡ πεί­να», συλ­λο­γί­στη­κε μὲ δέ­ος, βλέ­πον­τας τὴ σκέ­ψη της ν’ ἀ­πο­χτᾶ ἀ­πί­θα­νες προ­ε­κτά­σεις στὸ μυα­λό της.

 

       «Δὲν εἶ­ναι μό­νο αὐ­τό…» ἄρ­χι­σε νὰ λέ­ει, μὰ κον­το­στά­θη­κε, κα­θὼς στ’ αὐ­τιά της ἔ­φτα­ναν οἱ πα­ρά­ξε­νοι ἦ­χοι ἑ­νὸς πα­ρά­φω­νου βάλς.

 


Bonsai-03c-GiaIstologio-04


 

Πηγή: Τὸ κελεπούρι καὶ ἄλλα διηγήματα (ἐκδ. Διαγώνιος, 1987).

 

 

Τά­σος Κα­λού­τσας (Θεσ­σα­λο­νί­κη, 1948). Δι­ή­γη­μα. Σπού­δα­σε στὴν Φι­λο­σο­φι­κὴ Σχο­λὴ τοῦ ΑΠΘ καὶ ἐρ­γά­στη­κε ὡς κα­θη­γη­τὴς στὴ Μέ­ση Ἐκ­παί­δευ­ση. Πρω­το­εμ­φα­νί­στη­κε στὰ γράμ­μα­τα τὸ 1983 μὲ δι­ή­γη­μά του στὸ πε­ρι­ο­δι­κὸ Δι­α­γώ­νιος. Πρῶ­το του βι­βλί­ο ἡ συλ­λο­γὴ Τὸ κε­λε­πού­ρι καὶ ἄλ­λα δι­η­γή­μα­τα (ἐκδ. Δι­α­γω­νί­ου, Θεσ­σα­λο­νί­κη, 1987. Πιὸ πρό­σφα­το: Ἡ ὡ­ραι­ό­τε­ρη μέ­ρα της (δι­η­γή­μα­τα, ἐκδ. Με­ταίχ­μιο, Ἀ­θή­να, 2010).

 


		
Advertisements

Τάσος Καλούτσας: «Σὰρξ ἐκ σαρκὸς τῆς γε­νέ­θλι­ας πόλεως…»

.

Nar,Almpertos(TeliDekaetias'80)(StoBathosISynagogiMonastirioton)

.

Τάσος Καλούτσας

.

«Σὰρξ ἐκ σαρ­κὸς τῆς γενέθλιας πόλεως…»

(Ἀ. Νάρ, Σὲ ἀ­να­ζή­τη­ση ὕ­φους, σ. 85)

.

06-OmikronΑΛΜΠΕΡΤΟΣ ΝΑΡ ὑ­πῆρ­ξε ἕ­νας ὁ­μο­τέ­χνος καὶ συ­νο­δοι­πό­ρος ἀ­πὸ τοὺς πλέ­ον ἐ­κλε­κτοὺς καὶ ἀ­γα­πη­τούς. Θυ­μᾶ­μαι ὅ­τι πρω­το­δι­ά­βα­σα πε­ζο­γρα­φι­κὸ κεί­με­νό του, μὲ τὸν τί­τλο «Ἐ­πει­σό­διο», στὸ περ. Πα­ρα­φυά­δα, τὸ 1986. Ἀ­κο­λού­θη­σαν κι ἄλ­λα δι­η­γή­μα­τα καὶ ἡ συλ­λο­γὴ Σὲ ἀ­να­ζή­τη­ση ὕ­φους ποὺ κυ­κλο­φό­ρη­σε τὸ 1991, ἀ­πὸ τὰ Τρα­μά­κια. Ἰ­δι­αι­τέ­ρως χά­ρη­κα ὅ­ταν ὁ ἐκ­δό­της Γ. Δου­βί­τσας, ποὺ δι­έ­θε­τε ὀ­ξύ­τα­τη ὄ­σφρη­ση στὴν ἀ­να­κά­λυ­ψη νέ­ων τα­λαν­τού­χων πε­ζο­γρά­φων, τὸν ὑ­πο­δέ­χτη­κε στὶς τά­ξεις τῆς Νε­φέ­λης, γιὰ νὰ τοῦ τυ­πώ­σει καὶ μιὰ και­νούρ­για συλ­λο­γὴ μὲ τί­τλο Σα­λο­νι­κά­ι, δη­λα­δὴ Σα­λο­νι­κιός, τὸ 1999. Ἔ­τσι, μέ­σα στὴ δε­κα­ε­τί­α, σφρα­γί­στη­κε ἡ λο­γο­τε­χνί­α μας ἀ­πὸ τὴν ποι­ο­τι­κὴ γρα­φὴ αὐ­τῶν τῶν κει­μέ­νων (συ­νο­λι­κὰ 29 καὶ στὰ δύ­ο βι­βλί­α), ποὺ κο­μί­ζουν μιὰ φρέ­σκια αἰ­σθαν­τι­κὴ αὔ­ρα στὴ δι­η­γη­μα­το­γρα­φί­α τῆς πό­λης μας, ἐ­νῶ συ­νά­μα ἐμ­πλου­τί­ζουν τὸ ἦ­θος καὶ τὴ θε­μα­το­γρα­φί­α της.

           «Ἰ­δι­αί­τε­ρο ἐν­δι­α­φέ­ρον» ἐν­τό­πι­σε ἡ κρι­τι­κὴ στὴ λο­γο­τε­χνι­κὴ κα­τά­θε­ση τοῦ Ἀ. Νὰρ τὸ 1997 (χρο­νιὰ τῆς ἐ­πα­νέκ­δο­σης τοῦ πρώ­του του βι­βλί­ου ἀ­πὸ τὴ Νε­φέ­λη): «Ὁ μο­να­δι­κὸς πε­ζο­γρά­φος μας, ἀ­π’ ὅ­σο γνω­ρί­ζου­με, ποὺ θε­μα­το­γρα­φι­κὰ κα­τα­γί­νε­ται μὲ τοὺς Ἑλ­λη­νο­ε­βραί­ους τῆς Θεσ­σα­λο­νί­κης… Μέ­σα ἀ­πὸ ἐ­πι­μέ­ρους συμ­βάν­τα, προ­σπα­θεῖ νὰ συλ­λά­βει τὸ συλ­λο­γι­κὸ πρό­σω­πο καὶ τὴν ἰ­δι­αί­τε­ρη ψυ­χο­σύν­θε­ση τοῦ Θεσ­σα­λο­νι­κιοῦ Ἑ­βραί­ου, ἐ­νῶ ταυ­τό­χρο­να ἡ ἀ­να­ζή­τη­ση ὕ­φους δί­νει ἐν­δι­α­φέ­ρον­τες καρ­πούς.»(1) Πράγ­μα­τι, ἡ δι­ά­θε­ση ψη­λά­φη­σης τῆς ἱ­στο­ρι­κῆς δι­α­δρο­μῆς τῶν φυ­λε­τι­κὰ ὁ­μοί­ων του, ἡ ἐ­ξαρ­χῆς συ­ναί­σθη­ση τοῦ συγ­γρα­φέ­α-ἀ­φη­γη­τῆ ὅ­τι εἶ­ναι «ὁ γό­νος ὁ στερ­νὸς μιᾶς προ­σφυ­γιᾶς ποὺ ἄ­ρα­ξε στὸν τό­πο αὐ­τό, μὲ τὴν ψυ­χὴ στὸ στό­μα» (Σὲ ἀ­να­ζή­τη­ση ὕ­φους, σ. 76), ἡ βού­λη­σή του νὰ ἀ­να­ζη­τή­σει τὴν προ­σω­πι­κή του ταυ­τό­τη­τα στὸ τώ­ρα μὲ τὴ βο­ή­θεια μιᾶς μνή­μης ποὺ γρη­γο­ρεῖ, ἀ­να­κα­λών­τας σὲ μιὰ εὐ­ρύ­τε­ρη προ­ο­πτι­κὴ χρό­νου εὐ­τυ­χι­σμέ­να στιγ­μι­ό­τυ­πα ἀλ­λὰ καὶ ὧ­ρες βα­ρι­ὲς ἀ­πὸ μαύ­ρους και­ρούς, ἡ ἀ­γά­πη του τέ­λος στὰ ὅ­ρια τῆς λα­τρεί­ας γιὰ τὴν πό­λη του καὶ ἡ προ­σπά­θειά του νὰ προσ­δι­ο­ρί­σει τὴν «ἀ­πὸ αἰ­ώ­νων» σχέ­ση του μα­ζί της, ἀ­πο­τε­λοῦν ἐν σπέρ­μα­τι συγ­γρα­φι­κὰ ζη­τού­με­να, ἀ­πὸ τὴ δη­μο­σί­ευ­ση ἤ­δη τοῦ πρώ­του ἀ­ξι­ό­λο­γου κει­μέ­νου του μὲ τί­τλο «Ἡ πό­λη μου οἱ ρί­ζες μου» (περ. Τὸ Δέν­τρο, Δεκ.1985-Ἰ­άν. 1986).

           Κα­τὰ βά­ση, λοι­πόν, ὁ Νὰρ ἀντλεῖ τὸ ὑ­λι­κό του ἀ­πὸ τὸ βι­ω­μα­τι­κό του ὑ­πό­στρω­μα καὶ συ­χνὰ δὲν δι­στά­ζει νὰ φα­νε­ρώ­σει ἄ­με­σα τὸν αὐ­το­βι­ο­γρα­φι­κό του πυ­ρή­να. Πα­ράλ­λη­λα, ὅ­μως, μὲ τὴν ἀ­το­μι­κὴ ἱ­στο­ρί­α, ὑ­φαί­νε­ται στὸ φόν­το μὲ τρό­πο πει­στι­κό, ἄλ­λο­τε ὡς μύ­θος καὶ ἄλ­λο­τε ὡς δρα­μα­τι­κὴ πραγ­μα­τι­κό­τη­τα, ἡ ἱ­στο­ρί­α τῆς φυ­λε­τι­κῆς συλ­λο­γι­κό­τη­τας, για­τὶ τὸ ὕ­φος τῆς ἀ­φή­γη­σης —γιὰ τὸ ὁ­ποῖ­ο τό­σο τα­πει­νὰ ἐκ­φρά­ζει τὴν ἀ­μη­χα­νί­α του ὁ συγ­γρα­φέ­ας(2)— συν­δυά­ζει μὲ ἐ­πι­τυ­χί­α τό­σο τὴν ἐ­ξο­μο­λο­γη­τι­κὴ ρε­α­λι­στι­κὴ δι­α­πραγ­μά­τευ­ση ὅ­σο καὶ τὴν ποι­η­τι­κὴ-συ­νειρ­μι­κὴ δυ­να­μι­κὴ τῆς γρα­φῆς, ποὺ βο­η­θά­ει τὴ φαν­τα­σί­α του ν’ ἀ­πογει­ώ­νε­ται, ἀ­να­πλω­ρί­ζον­τας δρα­στι­κὰ μέ­σα στὸ χῶ­ρο καὶ τὸ χρό­νο.

           Γε­νι­κὰ ἡ σχέ­ση πα­ρελ­θόν­τος-πα­ρόν­τος μὲ κεν­τρι­κὸ ἄ­ξο­να τὴν πό­λη καὶ τὸ ἔμ­ψυ­χο δυ­να­μι­κό της (ἂς ὑ­πεν­θυ­μί­σου­με πὼς ὁ συγ­γρα­φέ­ας ἐκ­προ­σω­πεῖ μιὰ ἀ­πὸ τὶς πο­λυ­πλη­θέ­στε­ρες καὶ ἀκ­μαι­ό­τε­ρες ὁ­μά­δες πλη­θυ­σμοῦ ποὺ ἐγ­κα­τα­στά­θη­καν καὶ ἀ­να­πτύ­χθη­καν ἐ­δῶ, πο­λι­τι­σμι­κὰ καὶ οἰ­κο­νο­μι­κά, κυ­ρί­ως με­τὰ τὰ μέ­σα του 14ου αἰ.) εἶ­ναι ἀ­πὸ τὰ βα­σι­κό­τε­ρα θέ­μα­τα ποὺ ἐ­πι­χει­ρεῖ νὰ προ­σεγ­γί­σει ἀ­πὸ ποι­κί­λες ὀ­πτι­κὲς γω­νί­ες. Θὰ ἔ­λε­γα μά­λι­στα πὼς ἡ στα­θε­ρὴ πα­ρου­σί­α τῆς πό­λης κυ­ρι­ο­λε­κτι­κὰ τὸν ἐμ­ψυ­χώ­νει στὸ ἔρ­γο του. Ὅ­πως γρά­φει κά­που «Μιὰ μέ­ρα… οἱ ἄν­θρω­ποι ποὺ ἀ­φα­νί­στη­καν στὶς δί­νες, στὶς δια­ρκεῖς ἐ­ναλ­λα­γὲς τῶν και­ρῶν, δὲν θὰ ὑ­πάρ­χουν. Ἀ­νάλ­γη­τη ἡ λή­θη θὰ τοὺς ἰ­σο­πε­δώ­νει. Ὅ­μως ἡ πό­λη θὰ εἶ­ναι πάν­τα ἐ­δῶ, μὲ τὶς ἀ­πύθ­με­νες μνῆ­μες της, προ­σφε­ρό­με­νη γιὰ δι­ο­λι­σθή­σεις στὸ χῶ­ρο καὶ στὸ χρό­νο»(3). Πέ­ρα ἀ­πὸ τὴ μοι­ραί­α δι­α­πί­στω­ση πὼς «ὅ­λα χλο­μιά­ζουν σι­γὰ σι­γὰ καὶ πᾶ­νε ὁ­ρι­στι­κὰ νὰ σβή­σουν», πέ­ρα ἀ­π’ τὸ γε­γο­νὸς πὼς ἀ­κό­μα « καὶ οἱ σχέ­σεις καὶ οἱ δε­σμοὶ ἐκ­φυ­λί­ζον­ται» φαί­νε­ται πὼς «οἱ μνῆ­μες εἶ­ναι ἀ­να­πό­φευ­κτα δε­μέ­νες μὲ τοὺς συγ­κε­κρι­μέ­νους χώ­ρους» (τῆς πό­λης). Ὅ­σο ζεῖς καὶ κυ­κλο­φο­ρεῖς ἐ­κεῖ τὶς συν­τη­ρεῖς. Ὅ­ταν ἀ­πο­μα­κρύ­νε­σαι χά­νε­ται ἡ συγ­κί­νη­ση»(4). Πα­ρ’ ὅ­λα αὐ­τὰ γιὰ τοὺς ἀν­θρώ­πους ποὺ χά­θη­καν δι­α­τη­ρεῖ μιὰ πί­στη μελ­λον­τι­κῆς ἀ­νά­στα­σής τους. Πι­θα­νό­τα­τα λό­γω καὶ τῆς ἐ­νο­ρα­τι­κῆς ἱ­κα­νό­τη­τάς του ὡς δη­μι­ουρ­γοῦ, μπο­ρεῖ κι­ό­λας νὰ τοὺς δι­α­κρί­νει μὲ βε­βαι­ό­τη­τα ἢ καὶ νὰ κι­νεῖ­ται ἀ­νά­με­σά τους: «Τὰ ξέ­ρω ἐ­γὼ αὐ­τά, τὰ με­λε­τῶ… Κι ἀ­κό­μα ξέ­ρω πὼς ὅ­λα ὅ­σα σή­με­ρα μὲ δυ­να­στεύ­ουν δὲν εἶ­ναι πα­ρὰ ἀ­μυ­χὲς στὴν ἐ­πι­δερ­μί­δα τῆς μνή­μης…Γι’ αὐ­τὸ κά­θε φο­ρὰ ποὺ προ­σεγ­γί­ζω αὐ­τὴ τὴν πό­λη εἴ­τε μέ­σα ἀ­πὸ ἐ­θνι­κὲς ὁ­δοὺς εἴ­τε ἀ­πὸ σταθ­μοὺς σι­δη­ρο­δρό­μων καὶ ἀ­ε­ρο­δρό­μια, ἀλ­λὰ πιὸ πο­λὺ ἀ­πὸ τὴ με­ριὰ τῆς θά­λασ­σας νι­ώ­θω πὼς κά­ποι­ες σκι­ὲς ἀ­γα­πη­μέ­νες μὲ ὑ­πο­δέ­χον­ται καὶ μὲ πα­ρα­στέ­κουν καὶ δὲν μὲ ἀ­πο­χω­ρί­ζον­ται. Καὶ τό­τε κλεί­νω τὰ μά­τια μου καὶ ἐκ τῆς τέ­φρας μου ἀ­να­γεν­νῶ­μαι, μέ­σα ἀ­πὸ νε­φέ­λες ἄλ­λων εὐ­τυ­χι­σμέ­νων και­ρῶν.»(5)

            Εὔ­κο­λα ἀν­τι­λαμ­βά­νε­ται κα­νεὶς ὅ­τι ἡ με­γά­λη το­μή, τὸ ὅ­ριο ποὺ ση­μα­δεύ­ει τὸ ἔρ­γο τοῦ Νὰρ εἶ­ναι πρώ­τι­στa τὰ δει­νὰ ποὺ ὑ­πέ­στη­σαν οἱ ἄν­θρω­ποι τῆς φυ­λῆς του ἀ­πὸ τοὺς Να­ζὶ στὴ διάρκεια τοῦ Πο­λέ­μου. Εἶ­ναι γνω­στὲς ἀ­πὸ τὶς πρῶ­τες κι­ό­λας μέ­ρες τοῦ 1941 οἱ ἀ­πα­γο­ρεύ­σεις, οἱ φυ­λα­κί­σεις, οἱ λε­η­λα­σί­ες καὶ οἱ κα­τα­σχέ­σεις, οἱ κα­τα­στρο­φὲς καὶ ἀ­πε­ρί­γρα­πτες τα­πει­νώ­σεις στὶς ὁ­ποῖ­ες ὑ­πο­βλή­θη­καν. Στὶς 15/03/1943 ἀ­να­χω­ρεῖ ὁ πρῶ­τος συρ­μὸς μὲ προ­ο­ρι­σμὸ τὰ στρα­τό­πε­δα τοῦ θα­νά­του Ἄ­ου­σβιτς-Μπι­ρ­κε­νά­ου. Μέ­χρι τὸν Αὔ­γου­στο τοῦ 1943 θὰ ἀ­κο­λου­θή­σουν ἄλ­λες 18 ἀ­πο­στο­λὲς ποὺ θὰ τοὺς με­τα­φέ­ρουν ὅ­λους σχε­δὸν στὸν τό­πο τῆς ἐ­ξόν­τω­σης. Αὐ­τοὶ εἶ­ναι «οἱ μαῦ­ροι και­ροὶ τῶν ἑρ­μη­τι­κῶν βα­γο­νι­ῶν καὶ τῶν κί­τρι­νων ἄ­στρων», ὅ­πως γρά­φει ὁ Νάρ, ποὺ θὰ ὁ­δη­γή­σουν στὸν ἀ­φα­νι­σμὸ τοῦ 96% πε­ρί­που τῶν με­λῶν τῆς Ἰσ­ρα­η­λι­τι­κῆς κοι­νό­τη­τας τῆς πό­λης. Εἶ­ναι ἡ στιγ­μὴ ποὺ δι­α­κό­πη­κε ἡ ἤ­ρε­μη ρο­ὴ τῶν εὐ­τυ­χι­σμέ­νων γε­γο­νό­των κι ἐ­πῆλ­θε ἡ ρή­ξη στὸ χρό­νο· «συν­τε­λέ­στη­κε ἡ ὑ­πέρ­τα­τη Ὕ­βρις» γιὰ τὴν ὁ­ποί­α ὁ ἀ­φη­γη­τὴς δι­και­οῦ­ται ν’ ἀ­να­ζη­τᾶ ἐ­φε­ξῆς ἐ­να­γώ­νια «τὸ ὅ­ρα­μα τῆς ὑ­πέρ­τα­της κά­θαρ­σης»(6).

            Ἀ­πὸ τὸν Μά­ι­ο τοῦ 1945 ἄρ­χι­σαν νὰ κα­τα­φθά­νουν στα­δια­κὰ οἱ δι­α­σω­θέν­τες ἀ­πὸ τὰ κρε­μα­τό­ρια. Εἶ­ναι οἱ ἐ­πι­στρέ­ψαν­τες ἀ­πὸ τὴν «ἀ­νε­πα­νόρ­θω­τη κα­τα­στρο­φή». Γρά­φει ὁ Νάρ: «Ὅ­ταν φά­νη­κε ἐ­πι­τέ­λους ὁ πρῶ­τος ἀ­π’ αὐ­τοὺς τοὺς ξε­ρι­ζω­μέ­νους φά­γα­νε τὸν κό­σμο νὰ τὸν πε­τύ­χου­νε κι ἔ­πε­σαν πά­νω του δι­ψών­τας νὰ μά­θουν. Ἐ­κεῖ­νος ἔ­δει­χνε κου­ρα­σμέ­νος κι ἀ­πό­το­μος… (Λί­γο οὖ­ζο τοῦ λύ­νει τὴ γλώσ­σα). Κι ἀ­να­τρί­χια­σαν ὅ­λοι κα­θὼς τοὺς μί­λη­σε γιὰ τὸ φρι­κι­α­στι­κὸ τα­ξί­δι καὶ τοὺς ἔ­δει­ξε τὸν ἀ­ριθ­μὸ ποὺ τοῦ μαρ­κά­ρι­ζε τὸ μπρά­τσο καὶ θυ­μή­θη­κε καὶ τὶς ρι­γω­τὲς στο­λὲς καὶ τὰ βα­ριὰ τὰ κά­τερ­γα καὶ τοὺς φούρ­νους ποὺ ἀ­φά­νι­ζαν ἀν­θρώ­πους νύ­χτα μέ­ρα… (Ὅ­σοι τὸν ἀ­κοῦν ἀ­δυ­να­τοῦν νὰ τὸν πι­στέ­ψουν)… Σᾶς τό ‘πα ἀ­πὸ τὴν ἀρ­χὴ πὼς δύ­σκο­λα θὰ χω­ρέ­σουν στὸ μυα­λό σας αὐ­τά… Κι αὔ­ριο θὰ τὸ δεῖ­τε ποὺ θὰ τὰ γρά­ψου­νε μυ­θι­στό­ρη­μα καὶ θὰ τὰ δεί­ξου­νε καὶ στὸ σι­νε­μά…­» («Τὸ πα­λιὸ τρε­λο­κο­μεῖο», σ. 19.) Οἱ ἄν­θρω­ποι αὐ­τοὶ ἔ­χουν βι­ώ­σει τὸν τρό­μο τό­σο βα­θιὰ στὸ πε­τσί τους ποὺ θε­ω­ροῦν ὅ­τι ἀ­κό­μα κι ὁ Ἐμ­φύ­λιος ὑ­πῆρ­ξε «ἕ­να τί­πο­τα» μπρο­στὰ στὴ δι­κή τους δο­κι­μα­σί­α. Ἡ ἀ­νεί­πω­τη φρί­κη με­τα­δί­δε­ται ἔμ­με­σα κι ἀ­πὸ τὴν ἀ­φή­γη­ση ἑ­νὸς ἄλ­λου «κα­τὰ τύ­χη» ἐ­πι­ζῶν­τος, τοῦ Σο­λο­μὼν Ροῦσ­σο στὴ συ­ζή­τη­σή του μὲ τὸν ποι­η­τὴ Γ.Θ. Βα­φό­που­λο. Οὔ­τε οἱ ἴ­διοι οἱ γο­νεῖς δὲν ἀν­τέ­χουν νὰ ἀ­πο­κα­λύ­ψουν στὰ παι­διά τους τὰ φρι­χτὰ γε­γο­νό­τα. Ὅ­ταν ἐ­πι­τέ­λους τὸ παίρ­νουν ἀ­πό­φα­ση, ὁ ἀ­φη­γη­τὴς ποὺ τὰ μα­θαί­νει γιὰ πρώ­τη φο­ρὰ νι­ώ­θει σὰν νὰ ξα­νοί­γε­ται μπρο­στά του ἕ­να χά­σμα: «Αὐ­τή, λοι­πόν, ἦ­ταν ἡ δι­α­φο­ρά του.» Κι ἔ­πρε­πε νὰ φτά­σει στὰ πρό­θυ­ρα τῆς ἐ­φη­βεί­ας γιὰ νὰ τὴ νιώ­σει»(7).

            Γιὰ τὸν συγ­γρα­φέ­α-ἀ­φη­γη­τή, ἄ­με­σο ἀ­πό­γο­νο τῆς βα­σα­νι­σμέ­νης γε­νιᾶς, τέ­κνο «μαρ­κα­ρι­σμέ­νων» —τοῦ 115210 καὶ τῆς 40041 (σ. 138)— τὸ Ὁ­λο­καύ­τω­μα καὶ ὁ ὀ­δυ­νη­ρὸς ἀ­πό­η­χός του στὶς ψυ­χὲς καὶ στὰ σώ­μα­τα ὅ­σων ἀ­πὸ τοὺς δι­κούς του στά­θη­καν τυ­χε­ροὶ καὶ δὲν «τοὺς πῆ­ραν κα­ρά­βια μὲ μαῦ­ρα πα­νιὰ» ἀλ­λὰ ὁ θρῆ­νος τους δὲν ἔ­πα­ψε ἔ­κτο­τε νὰ πλη­γώ­νει τὸν τό­πο, χώ­ρια τὰ ζό­ρια ποὺ τρα­βή­ξα­νε γιὰ νὰ ξα­να­πα­τή­σουν ὄρ­θιοι στὰ πό­δια τους, γί­νον­ται ἀ­φορ­μὴ γιὰ με­ρι­κὰ ἀ­πὸ τὰ πιὸ σπα­ρα­κτι­κὰ καὶ συ­νά­μα τρυ­φε­ρὰ δι­η­γή­μα­τα: «Ἐ­πει­σό­διο», «Τὸ πα­λιὸ τρε­λο­κο­μεῖ­ο», «Σπα­ράγ­μα­τα», «Συ­να­ξά­ρι τῆς Ἀ­δέ­λας καὶ τοῦ Μο­ρίς», «Σὲ ἀ­να­ζή­τη­ση ὕ­φους», «Ἡ βα­ρώ­νη αἰ­ω­ρεῖ­ται στὸ χρό­νο», «Μπρο­στὰ σὲ μιὰ πα­λιὰ φω­το­γρα­φί­α», «Ἀ­νε­ξό­φλη­το χρέ­ος», «Σα­λο­νι­κά­ι, δη­λα­δὴ Σα­λο­νι­κιός». Ὅ­μως στὴν πε­ρί­πτω­σή του, οἱ μνῆ­μες —ποὺ «μπλέ­κουν σὰν πε­το­νι­ές», ἔ­στω κι ἂν ἡ πό­λη εἶ­ναι «τό­σο σκλη­ρὴ γιὰ ὅ­σους ἐ­πι­μέ­νουν νὰ θυ­μοῦν­ται» («Ἡ πό­λη μου οἱ ρί­ζες μου», σ. 80)— ἀ­φο­ροῦν ὄ­χι μο­νά­χα τοὺς ζων­τα­νοὺς ἀλ­λὰ κι ἐ­κεί­νους ποὺ δὲν ὑ­πάρ­χουν πιά: «Οἱ φυ­σι­ο­γνω­μί­ες ποὺ δὲν τὶς γνώ­ρι­σες. Καὶ τὶς ἀ­να­βι­ώ­νεις τώ­ρα κα­τὰ τὶς ἐ­πι­θυ­μί­ες σου, σὰ νὰ ἀ­σκεῖ­σαι σὲ τα­ξί­μι μα­κρό­συρ­το καὶ πα­ρα­πο­νι­ά­ρι­κο. Καὶ τὶς ἀ­να­βι­ώ­νεις μὲ τὶς περ­γα­μη­νές τους καὶ τοὺς τί­τλους τους, ποὺ εἶ­ναι καὶ δι­κοί σου.» («Μπρο­στὰ σὲ μιὰ πα­λιὰ φω­το­γρα­φί­α», σ. 38.) Σὰν σὲ ἀν­τί­στι­ξη συν­τη­ρεῖ καὶ ἀ­να­σταί­νει τὰ κομ­μά­τια μιᾶς «ἄλ­λης ἀ­γα­πη­μέ­νης ζω­ῆς» ποὺ ζῆ­σαν στὸ γε­νέ­θλιο τό­πο κι ὁ ἴ­διος δὲν πρό­λα­βε. Γιὰ πα­ρά­δειγ­μα, σὲ κεί­με­να ὅ­πως τὸ «Ἄ­σμα ἀ­σμά­των» ἢ «Οἱ σα­ράν­τα καὶ ἡ Ἐ­στρέ­α» ζων­τα­νεύ­ουν σκη­νὲς ἀ­πὸ τὸ μυ­θι­κὸ πα­ρελ­θὸν ποὺ τὶς χα­ρα­κτη­ρί­ζει ποι­η­τι­κὴ χροι­ὰ πα­ρα­μυ­θιοῦ, χω­ρὶς νὰ λεί­πουν καὶ κά­ποι­ες τρα­γι­κὲς νό­τες. Νὰ ση­μει­ω­θεῖ ὅ­τι ἡ μα­γι­κὴ ἐκ­δο­χὴ τοῦ πα­ρα­μυ­θιοῦ ἐ­πι­μέ­νει ν’ ἀγ­γί­ζει τοὺς ἥ­ρω­ες τοῦ Νάρ, ἀ­κό­μα καὶ στὶς πιὸ δύ­σκο­λες κα­τα­στά­σεις ποὺ βι­ώ­νουν: «Τε­λι­κὰ δὲ βρέ­θη­κε πα­ρὰ ἕ­να ὑ­πό­γει­ο, λί­γο πα­ρα­πά­νω, ποὺ γειτ­νί­α­ζε ἄ­με­σα μὲ τὴν ἀ­πο­χέ­τευ­ση. Στρα­τι­ὲς πον­τι­κῶν μᾶς κα­τέ­κλυ­ζαν. Καὶ ἀ­να­ζή­τη­σα συ­χνὰ τὸν τύ­πο μὲ τὴ μα­γι­κὴ φλο­γέ­ρα νὰ ἐμ­φα­νι­στεῖ καὶ τὰ πον­τί­κια νὰ τὸν ἀ­κο­λου­θή­σουν, ὅ­πως στὸ πα­ρα­μύ­θι.»(8)

            Ἀ­πὸ τὶς συλ­λο­γὲς δὲν θὰ μπο­ροῦ­σαν νὰ ἀ­που­σιά­ζουν καὶ οἱ ἱ­στο­ρί­ες κα­θη­με­ρι­νό­τη­τας, μιᾶς καὶ ὁ Νὰρ γνω­ρί­ζει σὲ βά­θος τὴν ἑλ­λη­νι­κὴ κοι­νω­νι­κὴ πραγ­μα­τι­κό­τη­τα καὶ τὰ προ­βλή­μα­τά της. Με­ρι­κὰ πε­ρι­στα­τι­κὰ ποὺ ἀ­φο­ροῦν κυ­ρί­ως νε­α­νι­κὲς ἐμ­πει­ρί­ες καὶ πε­ρι­πέ­τει­ες τῶν ἡ­ρώ­ων, μὲ ἀ­φορ­μὴ τὴ δη­μι­ουρ­γί­α ἑ­νὸς μου­σι­κοῦ συγ­κρο­τή­μα­τος, ἑ­νὸς ἀ­θλη­τι­κοῦ ἀ­γώ­να ἢ μιᾶς συ­ναρ­πα­στι­κῆς κι­νη­μα­το­γρα­φι­κῆς ται­νί­ας, πε­ρι­γρά­φον­ται μὲ χι­οῦ­μορ ποὺ φτά­νει στὰ ὅ­ρια τοῦ αὐ­το­σαρ­κα­σμοῦ. Σὲ ἄλ­λα μᾶς δί­νον­ται ἐμ­πει­ρί­ες ἀ­πὸ τὸ στρα­τὸ (μὲ τὴν εὐ­και­ρί­α τῆς ἐ­πι­στρά­τευ­σης τοῦ 1974) ἢ ἀ­πὸ τὸ νο­σο­κο­μεῖ­ο (λό­γω μιᾶς εἰ­σα­γω­γῆς γιὰ ἐ­ξε­τά­σεις). Δι­η­γή­μα­τα ἐ­ξάλ­λου ὅ­πως «Τὸ δι­κό μας Μαν­χά­ταν» ξαφ­νιά­ζουν μὲ τὴ δύ­να­μη τῆς φαν­τα­σί­ας καὶ τὴν πρω­το­τυ­πί­α τους, ὑ­πο­γραμ­μί­ζον­τας τὴν ἀ­ναγ­και­ό­τη­τα μιᾶς δι­α­φυ­γῆς ποὺ μπο­ρεῖ νὰ εἶ­ναι καὶ αὐ­τα­πά­τη. Ἂν καὶ στὸ φι­νά­λε βρί­σκει μό­νος του τὴν ἀ­πάν­τη­ση σ’ αὐ­τὸ τὸ δέ­λε­αρ τῆς δρα­πέ­τευ­σης ποὺ κά­πο­τε ἐ­γεί­ρε­ται μέ­σα του: «Κά­θο­μαι λοι­πὸν στ’ αὐ­γά μου. Κι ὅ­ταν κα­μιὰ φο­ρὰ μπαί­νει ὁ δι­ά­βο­λος μέ­σα μου καὶ μὲ τρι­βε­λί­ζει, δρα­πε­τεύ­ω μέ­σ’ ἀ­π’ αὐ­τὲς τὶς γραμ­μές.»(9) Ἀλ­λὰ ἐ­κεῖ­νο ποὺ ἰ­δι­αί­τε­ρα το­νί­ζουν ἢ ὑ­πο­βάλ­λουν τὰ κεί­με­νά του εἶ­ναι ἀ­ναμ­φί­βο­λα ἡ ἀν­θρω­πιὰ καὶ ἡ ἀ­ναγ­και­ό­τη­τα τῆς ἀ­γά­πης. Μιᾶς ἀ­γά­πης δυ­να­τῆς καὶ ἀ­προ­κά­λυ­πτης, ὅ­πως αὐ­τὴ ποὺ ἐκ­δη­λώ­νουν με­τα­ξύ τους ὁ Σο­λο­μὼν Ροῦσ­σο καὶ ὁ Γ. Θ. Βα­φό­που­λος. Για­τὶ «οἱ ἄν­θρω­ποι ποὺ πο­λὺ δο­κι­μά­στη­καν εἶ­ναι σὲ θέ­ση καὶ πο­λὺ ν’ ἀ­γα­πή­σουν». Κι ὅ­ταν ἀ­γα­πᾶς πο­λὺ κά­ποι­ον, τὸν θυ­μᾶ­σαι πάν­τα, θὰ συμ­πλη­ρώ­σει ὁ συγ­γρα­φέ­ας («Ὁ ποι­η­τὴς Γ.Θ. Βα­φό­που­λος», σ. 76). Ἀ­γά­πη, λοι­πόν, πλα­τιὰ ποὺ θὰ ἔ­πρε­πε νὰ ἀγ­κα­λιά­ζει στορ­γι­κὰ καὶ τὸν ὁ­ποι­ον­δή­πο­τε «ἄλ­λον», ἄ­σχε­τα ἂν ἀ­νή­κει σὲ δι­α­φο­ρε­τι­κὴ ρά­τσα ἢ θρη­σκεί­α («Στραν­τι­ώ­τη Χου­σε­ῒν Μεχ­μέτ»).

           Ἡ χρή­ση τοῦ β΄ προ­σώ­που ποὺ κά­νει συ­χνό­τε­ρα ὁ Νάρ (ἂν καὶ ἐ­ναλ­λάσ­σε­ται μὲ τὸ α΄ ἢ σπα­νι­ό­τε­ρα μὲ τὸ γ΄, χω­ρὶς νὰ ση­μαί­νει τί­πο­τε ἰ­δι­αί­τε­ρο αὐ­τό), ὁ οἰ­κεῖ­ος καὶ ζε­στὸς τό­νος τῆς ἀ­φή­γη­σης ποὺ μοιά­ζει σὰν ν’ ἀ­πευ­θύ­νε­ται ἐ­ξο­μο­λο­γη­τι­κὰ στὸν ἑ­αυ­τό του, θυ­μί­ζουν τὸν Γ. Ἰ­ω­άν­νου. Ἀ­ναμ­φί­βο­λα ὁ τε­λευ­ταῖ­ος ἄ­σκη­σε θε­τι­κὴ ἐ­πί­δρα­ση στὴν προ­σω­πι­κή του «ἀ­να­ζή­τη­ση ὕ­φους». Τὸ ὕ­φος τοῦ Νὰρ βέ­βαι­α ποι­κίλ­λει ἀ­νά­λο­γα καὶ μὲ τὸ θέ­μα του. Θὰ μπο­ροῦ­σα νὰ πῶ ὅ­τι δι­α­κρί­νω δύ­ο «τρό­πους» στὶς ἀ­φη­γή­σεις του: ἕ­νας συ­νειρ­μι­κὸς-ποι­η­τι­κὸς ποὺ νο­μί­ζω ὅ­τι κυ­ρια­ρχεῖ στὰ δι­η­γή­μα­τα τῆς πρώ­της συλ­λο­γῆς ἀλ­λὰ καὶ σὲ με­ρι­κὰ τῆς δεύ­τε­ρης, ὅ­πως «Ἡ βα­ρώ­νη αἰ­ω­ρεῖ­ται στὸ χρό­νο» κ.ἄ.· ὁ ἄλ­λος ρε­α­λι­στι­κός, μὲ γλώσ­σα πιὸ λυ­μέ­νη καὶ λα­ϊ­κό­τρο­πη, μὲ δι­α­λό­γους ἀ­πο­λαυ­στι­κούς, μᾶς ἀ­φη­γεῖ­ται ἄ­με­σα τὶς κοι­νὲς κα­θη­με­ρι­νὲς ἱ­στο­ρί­ες. Καὶ στὶς δύ­ο πε­ρι­πτώ­σεις πάν­τως νὰ ἐ­πι­ση­μά­νω τὴν ἀ­ξι­ο­ση­μεί­ω­τη ἱ­κα­νό­τη­τα τοῦ συγ­γρα­φέ­α στὸ κλεί­σι­μο τοῦ δι­η­γή­μα­τος μὲ μιὰ δυ­να­τὴ πα­ρά­γρα­φο, ὅ­που, ἀ­να­κα­λών­τας πρά­ξεις καὶ συ­ναι­σθή­μα­τα μὲ τὴ βο­ή­θεια τῆς μνή­μης ἀλ­λὰ καὶ τῆς πα­ρα­τή­ρη­σης, προ­βαί­νει σὲ ἕ­ναν δρα­στι­κὸ ἀ­να­στο­χα­σμό, κα­θο­ρι­στι­κὸ γιὰ τὴν ὅ­ποι­α στά­ση τοῦ ἀ­φη­γη­τῆ στὸ τώ­ρα. Ἡ πα­ρά­γρα­φος αὐ­τή, ποὺ μοιά­ζει μὲ σύν­το­μη ἀ­να­κε­φα­λαί­ω­ση, ὁ­μο­λο­γί­α ἢ τε­λι­κὸ ἀ­πο­λο­γι­σμό (γιὰ πα­ρά­δειγ­μα, ἀ­πὸ τὸν ἐ­πί­λο­γο τοῦ «Κον­σο­μα­σιὸν καὶ ρεμ­πέ­τι­κα» συ­νά­γε­ται ὅ­τι τὸ μό­νο καὶ ὁ­ρι­στι­κὸ κέρ­δος ἀ­π’ ὅ­λα τα νυ­χτο­περ­πα­τή­μα­τα τοῦ νε­α­ροῦ ἥ­ρω­α ἦ­ταν ἡ μύ­η­σή του «στὰ ἅ­για ρεμ­πέ­τι­κα τῆς Λέ­λας»­), νὰ ποῦ­με ὅ­τι προ­ϋ­πο­θέ­τει καὶ ὑ­ψη­λὸ βαθ­μὸ αὐ­το­γνω­σί­ας.

           Καὶ τέ­λος δύ­ο κου­βέν­τες γιὰ τὸν ἄν­θρω­πο Ἀ. Νάρ. Δὲν μπο­ρῶ νὰ πῶ ὅ­τι κρα­τού­σα­με στε­νὴ ἐ­πα­φή, ἀλ­λὰ τὸν θε­ω­ροῦ­σα φί­λο ἀ­γα­πη­τό. Μέ­να­με στὴν ἴ­δια πό­λη, ἐμ­φα­νι­στή­κα­με στὰ γράμ­μα­τα σχε­δὸν τὴν ἴ­δια χρο­νι­κὴ πε­ρί­ο­δο (μέ­σα τῆς δε­κα­ε­τί­ας τοῦ ’­80), δη­μο­σι­εύ­α­με κεί­με­να σχε­δὸν στὰ ἴ­δια λο­γο­τε­χνι­κὰ πε­ρι­ο­δι­κὰ κι ἐ­κτι­μού­σα­με ὁ ἕ­νας τὸν ἄλ­λον, ὅ­πως φαί­νε­ται κι ἀ­πὸ τὶς ἀ­φι­ε­ρώ­σεις τῶν βι­βλί­ων ποὺ ἀν­ταλ­λά­ξα­με. Στὶς ἀ­ραι­ὲς συ­ναν­τή­σεις μας σὲ δι­ά­φο­ρες ἐκ­δη­λώ­σεις βρί­σκα­με τὴν εὐ­και­ρί­α ν’ ἀλ­λά­ξου­με καὶ λί­γα λό­για. Ἦ­ταν με­τρη­μέ­νος καὶ γλυ­κο­μί­λη­τος, ἡ πα­ρου­σί­α του ἐ­ξέ­πεμ­πε μιὰ πρα­ό­τη­τα κι ἕ­να ἦ­θος ποὺ θὰ πρέ­πει νά ’ταν φυ­σι­κὸ τοῦ χα­ρα­κτή­ρα του. Μιὰ φο­ρά, σ’ ἕ­να Συ­νέ­δριο, τοῦ ζή­τη­σα νὰ δι­α­βά­σει στὸ κοι­νὸ ἕ­να κεί­με­νο ἀν­τὶ γιὰ μέ­να καὶ δέ­χτη­κε ἀ­μέ­σως μὲ προ­θυ­μί­α νὰ μ’ ἐ­ξυ­πη­ρε­τή­σει. Φαν­τά­ζο­μαι ὅ­τι κά­ποι­ος ποὺ δι­α­θέ­τει τέ­τοι­ο εὐ­προ­σή­γο­ρο καὶ κα­λο­συ­νά­το χα­ρα­κτή­ρα θὰ εἶ­χε ὁ­ρι­σμέ­να προ­βλή­μα­τα, ὅ­ταν ἡ δου­λειά του (ὡς γνω­στόν, ὑ­πῆρ­ξε γραμ­μα­τέ­ας τῆς Ἰσ­ρα­η­λι­τι­κῆς Κοι­νό­τη­τας) τοῦ ἐ­πέ­βαλ­λε, με­ρι­κὲς φο­ρές, στὸ πλαί­σιο τῆς τυ­πι­κῆς ἄ­σκη­σης τῶν κα­θη­κόν­των του, μιὰ δι­α­φο­ρε­τι­κὴ συμ­πε­ρι­φο­ρά. Τὴν ἄ­πο­ψή μου αὐ­τὴ ἔρ­χε­ται νὰ ἐ­πι­βε­βαι­ώ­σει σὲ ἕ­να πρό­σφα­το κεί­με­νό του καὶ ὁ Ν. Δα­βέτ­τας μνη­μο­νεύ­ον­τας ἕ­να σχε­τι­κὸ συμ­βὰν μὲ ἥ­ρω­α τὸ Νὰρ ποὺ ἡ εὐ­αι­σθη­σί­α του σὲ πα­ρό­μοι­α θέ­μα­τα φαί­νε­ται ὅ­τι μπο­ροῦ­σε νὰ τὸν φέ­ρει στὰ ὅ­ρια τοῦ ἐ­σω­τε­ρι­κοῦ σπα­ραγ­μοῦ καὶ τῆς συν­τρι­βῆς. Κι αὐ­τὴ ἡ στά­ση του, ση­μει­ώ­νει ὁ Δα­βέτ­τας, τὸν πα­ρα­κί­νη­σε νὰ πλά­σει ἀρ­γό­τε­ρα (στὴν «Ἑ­βραί­α νύ­φη» του) ἕ­ναν μυ­θι­στο­ρη­μα­τι­κὸ ἥ­ρω­α, ποὺ ἀ­πο­τε­λεῖ συμ­πί­λη­μα δύ­ο προ­σώ­πων – ἕ­να ἐκ τῶν ὁ­ποί­ων εἶ­ναι ὁ Ἀλ­μπέρ­τος(10). Τέ­τοι­ος «σπά­νιος τύ­πος», ὅ­πως μοῦ τὸν χα­ρα­κτή­ρι­σε κά­πο­τε κι ὁ Ἀλ. Ζή­ρας, ἦ­ταν ὁ συγ­γρα­φέ­ας ποὺ ἐ­ξε­τά­ζου­με.

           Ἔ­φυ­γε νω­ρὶς ἀ­πὸ τὴ ζω­ή, στὴ ση­μα­δια­κὴ ἡ­λι­κί­α τῶν 58 ἐ­τῶν. Ὁ ἴ­διος εἶ­χε γρά­ψει: «Ὑ­γεί­α νά ‘χου­με, ὅ­μως δὲν ξέ­ρεις τί γί­νε­ται. Γε­ρά­μα­τα πε­ρι­μέ­νου­με στὸ κά­τω κά­τω. Καὶ τὰ ἀ­νε­ξι­χνί­α­στα κα­ρα­δο­κοῦν. Γιά νὰ δοῦ­με!­»(11) Ἕ­ξι χρό­νια με­τά, δὲν ξε­χνῶ ἐ­κεί­νη τὴν ἀ­πο­φρά­δα μέ­ρα, 2 Μαρ­τί­ου τοῦ 2005, ποὺ βρε­θή­κα­με μὲ τὸν Πά­νο Πί­στα καὶ ἄλ­λους φί­λους στὸ Ἰσ­ρα­η­λι­τι­κὸ νε­κρο­τα­φεῖ­ο γιὰ νὰ τὸν ξε­προ­βο­δί­σου­με. Ἀ­τμό­σφαι­ρα βου­βοῦ θρή­νου. Ἔ­νι­ω­σα τὴν ἴ­δια λύ­πη ποὺ μοῦ εἶ­χε προ­κα­λέ­σει ὁ θά­να­τος τοῦ Γ. Ἰ­ω­άν­νου καὶ τοῦ Τό­λη Κα­ζαν­τζῆ. Πα­ρη­γο­ρι­έ­μαι τώ­ρα, ξα­να­δι­α­βά­ζον­τας τὰ κεί­με­νά του, ἰ­δί­ως ὅ­ταν πέ­φτω πά­νω σε κά­ποι­ες ἀ­ρά­δες, πραγ­μα­τι­κὰ ἐ­νο­ρα­τι­κές, ὅ­πως οἱ πα­ρα­κά­τω: «Καὶ ξε­κι­νών­τας γιὰ τοῦ­το τὸ τρο­μα­κτι­κὸ τα­ξί­δι τοῦ χα­μοῦ, ἵ­πτα­ται πά­νω ἀ­πὸ τὴ γε­νέ­θλια πό­λη, ἁ­πλώ­νον­τας προ­στα­τευ­τι­κὰ τὰ νέ­α φτε­ρά του. Καὶ ἐ­πι­βι­ώ­νει ἐν τοῖς οὐ­ρα­νοῖς.»(12)

.

ΣΗ­ΜΕΙ­Ω­ΣΕΙΣ

(1) Μ. Θε­ο­δο­σο­πού­λου, «Πε­ζο­γρά­φοι με­τὰ τὸ ’­70», Ἡ Κα­θη­με­ρι­νή, Ἑ­πτὰ Ἡ­μέ­ρες, ἀ­φι­έ­ρω­μα στὴ Θεσ­σα­λο­νί­κη, 1997.

(2) Σὲ ἀ­να­ζή­τη­ση ὕ­φους, σ. 138.

(3) «Ἡ βα­ρώ­νη αἰ­ω­ρεῖ­ται στὸ χρό­νο», σ. 17.

(4) «Ἀ­νε­ξό­φλη­το χρέ­ος», σ. 39-40.

(5) «Οἱ σα­ράν­τα καὶ ἡ Ἐ­στρέ­α», σ. 121.

(6) «Τὸ πα­λιὸ τρε­λο­κο­μεῖ­ο», σ. 24.

(7) «Σπα­ράγ­μα­τα», σ. 90.

(8) «Ἀ­νε­ξό­φλη­το χρέ­ος», σ. 47.

(9) «Δρα­πέ­της ἀ­πὸ τό­τε», σ. 126.

(10) Ν. Δα­βέ­τ­τας, «Δύ­ο ὑ­παρ­κτὰ πρό­σω­πα στὴν Ἑ­βραί­α νύ­φη», περ. Ν. Ἑ­στία, τχ. 1842, Μάρτ. 2011.

(11) «Ἐ­πι­στρά­τευ­ση ’­74», σ. 115.

(12) «Σα­λο­νι­κά­ι, δη­λα­δὴ Σα­λο­νι­κιός», σ. 65.

.

Bonsai-03c-GiaIstologio-04

.

Πη­γή: Εἰ­σή­γη­ση στὴν τι­μη­τι­κὴ ἐκ­δή­λω­ση, ἀ­φι­έ­ρω­μα στὴ μνή­μη τοῦ Ἀλ­μπέρ­του Νάρ, τὴν Πα­ρα­σκευ­ὴ 10 Ἰ­ου­νί­ου 2011, στὴν μι­κρὴ ἐ­ξέ­δρα τοῦ Φε­στι­βὰλ βι­βλί­ου Θεσ­σα­λο­νί­κης. Στιγ­μι­ό­τυ­πα ἀ­πὸ τὴν ἐκ­δή­λω­ση αὐ­τὴ μπο­ρεῖ κα­νεὶς νὰ πα­ρα­κο­λου­θή­σει στὶς πα­ρα­κά­τω δι­ευ­θύν­σεις:

(1) http://mesokosmos.blogspot.gr/2011/06/1_26.html καὶ

(2) http://www.youtube.com/watch?v=sZb8ZEPUxwc

.

Τά­σος Κα­λού­τσας (Θεσ­σα­λο­νί­κη, 1948). Δι­ή­γη­μα. Σπού­δα­σε στὴν Φι­λο­σο­φι­κὴ Σχο­λὴ τοῦ ΑΠΘ καὶ ἐρ­γά­στη­κε ὡς κα­θη­γη­τὴς στὴ Μέ­ση Ἐκ­παί­δευ­ση. Πρω­το­εμ­φα­νί­στη­κε στὰ γράμ­μα­τα τὸ 1983 μὲ δι­ή­γη­μά του στὸ πε­ρι­ο­δι­κὸ Δι­α­γώ­νιος. Πρῶ­το του βι­βλί­ο ἡ συλ­λο­γὴ Τὸ κε­λε­πού­ρι καὶ ἄλ­λα δι­η­γή­μα­τα (ἐκδ. Δι­α­γω­νί­ου, Θεσ­σα­λο­νί­κη, 1987. Πιὸ πρό­σφα­το: Ἡ ὡ­ραι­ό­τε­ρη μέ­ρα της (δι­η­γή­μα­τα, ἐκδ. Με­ταίχ­μιο, Ἀ­θή­να, 2010).

Ἀλ­μπέρ­τος Νάρ.

Ἀ­νέκ­δο­τες φω­το­γρα­φί­ες του ποὺ μᾶς ἐμ­πι­στεύ­τη­κε ὁ γιός του Λέ­ων Νάρ. Τὸν εὐ­χα­ρι­στοῦ­­με θερ­μὰ καὶ ἀπὸ τὴν σε­λί­δα αὐτή.

Ἐπὶ κεφαλῆς τοῦ κειμένου: Θεσ­σα­λο­νί­κη, τέ­λη τῆς δε­κα­ε­τί­ας τοῦ ’80. Ὁ Ἀλμπέρτος Νὰρ μπρο­στὰ στὴ συ­να­γω­γὴ τῶν Μο­να­στη­ρι­ω­τῶν.

.

Nar,Almpertos(TeliDekaetias'80)(MeFontoTinAgoraModiano)

  Θεσ­σα­λο­νί­κη, τέ­λη τῆς δε­κα­ε­τί­ας τοῦ ’80. Μὲ φόν­το τὴν ἀ­γο­ρὰ Μο­διά­νο.

.

Nar,Almpertos(TeliDekaetias'80)(MeFontoToGiachountiChamam,Basil.Irakleiou-Louloudadika))

 Θεσ­σα­λο­νί­κη, τέ­λη τῆς δε­κα­ε­τί­ας τοῦ ’80. Μὲ φόν­το τὸ Γι­α­χουν­τὶ Χα­μάμ, γνω­στὸ ὡς «Λου­λου­δά­δι­κα», στὴν ὁ­δὸ Βα­σι­λέ­ως Ἡ­ρα­κλεί­ου.

.

Nar,Almpertos(TeliDekaetias'80)(MeFontoToMpezesteli-Egnatias&Benizelou)

Θεσ­σα­λο­νί­κη, τέ­λη τῆς δε­κα­ε­τί­ας τοῦ ’80. Μὲ φόν­το τὸ Μπε­ζε­στέ­νι, στὴ συμ­βο­λὴ τῶν ὁ­δῶν Ἐ­γνα­τί­ας καὶ Ἐλ. Βε­νι­ζέ­λου.

.

Τάσος Καλούτσας: Τὰ κιούπια μὲ τὶς ἐλιές

.

Kaloutsas,Tasos-TaKioupiaMeTisElies-Eikones-02

 

Τά­σος Κα­λούτ­σας

Τὰ κι­ού­πια μὲ τὶς ἐ­λι­ές

 

02-PiΡΙΝ ΑΚΟΜΑ με­τα­κο­μί­σουν οἱ θο­ρυ­βώ­δεις ἔ­νοι­κοι τοῦ πά­νω ὀ­ρό­φου, ἡ για­γιὰ ἀ­να­κά­λυ­ψε τὰ πλα­στι­κὰ πα­γού­ρια μὲ τὶς ἐ­λι­ές. Κα­τέ­βη­κε δυ­ὸ-τρί­α σκα­λο­πά­τια πρὸς τὸ ὑ­πό­γει­ο καὶ τὴν εἶ­δα νὰ στα­μα­τά­ει στὸ μι­σο­σκό­τα­δο, φα­νε­ρὰ ἀ­να­πο­φά­σι­στη. Κα­θὼς τὴν πα­ρα­τη­ροῦ­σα νὰ στέ­κε­ται δι­στα­κτι­κή, ἀ­να­ρω­τι­ό­μουν τί θὰ μπο­ροῦ­σε τά­χα νὰ ψυ­χα­νε­μί­ζε­ται, μὲ τὸ χέ­ρι της ἀ­νά­ε­ρο πά­νω ἀ­π’ τὰ δο­χεῖ­α, τὸ κε­φά­λι της γε­μά­το ἤ­χους πα­ρά­ξε­νους, με­γε­θυ­σμέ­νους, ὅ­πως σ’ ἕ­να δω­μά­τιο, ἀ­π’ ὅ­που ἔ­χουν ἀ­φαι­ρε­θεῖ ὅ­λα τὰ ἀν­τι­κεί­με­να κι ὁ ἀν­τί­λαλός του σὲ τρο­μά­ζει. Κι ὕ­στε­ρα πά­λι τὸ τυ­φλὸ ψη­λά­φη­μα, τοῖ­χο-τοῖ­χο, τὸ ἀρ­γὸ σύρ­σι­μο τῶν πο­δι­ῶν της στὸ ὑ­γρὸ δά­πε­δο, ἕ­νας κό­σμος πα­λιὸς καὶ μου­χλι­α­σμέ­νος, κι ἐ­κεί­νη, μαυ­ρο­φo­ρε­μέ­νη καὶ ἀ­βέ­βαι­η, λὲς καὶ ἐ­κτε­λοῦ­σε τὰ ἀ­με­τά­κλη­τα βή­μα­τα τοῦ πε­πρω­μέ­νου της,  μὲ στεί­ρα προ­ο­πτι­κή.

       Με­τὰ ἀ­πὸ τρεῖς μέ­ρες, οἱ νοι­κά­ρη­δες ἐ­ξα­φα­νί­στη­καν ὁ­ρι­στι­κά. Ἡ για­γιὰ ποὺ ἄλ­λο­τε πα­ρα­κο­λου­θοῦ­σε σι­ω­πη­λὰ ἀ­πὸ τὸ πα­ρά­θυ­ρο ὁ­τι­δή­πο­τε συ­νέ­βαι­νε πί­σω ἀ­πὸ τὸ κιγ­κλί­δω­μα τῆς αὐ­λό­πορ­τας, ἀ­που­σί­α­ζε ἀ­πὸ τὸ πό­στο της, κο­κα­λω­μέ­νη στὴν ἄ­κρη τοῦ δι­α­δρό­μου καὶ κοι­τά­ζον­τας ἀ­φη­ρη­μέ­να στὸ ἐ­σω­τε­ρι­κὸ τῆς κου­ζί­νας. Ἡ μη­τέ­ρα ἐ­κεῖ ἀ­ρά­δια­ζε στὸ ρά­φι τὰ πι­α­τι­κὰ κι ἐ­κεί­νη τὴν ἀ­τέ­νι­ζε ὁ­λο­έ­να πιὸ ἀ­πό­μα­κρη, ἀρ­γο­σα­λεύ­ον­τας τὸ κε­φά­λι. Ἔ­τσι δὲν πῆ­ρε εἴ­δη­ση τοὺς ἀ­λέ­γρους νε­α­ροὺς ποὺ ξε­γλί­στρη­σαν μὲ τὶς βα­λί­τσες τους, παίρ­νον­τας μα­ζί τους καὶ τὴν ἐ­λά­χι­στη πι­θα­νό­τη­τα νέ­ων ἀ­νε­ξή­γη­των θο­ρύ­βων.

       Ἡ για­γιὰ ἔ­λε­γε: Τὰ κι­ού­πια μὲ τὶς ἐ­λι­ές… Καὶ θαρ­ρεῖς, στὴ φω­νὴ της θρό­ι­ζε θα­λε­ρὸς ὁ γκρι­ζο­πρά­σι­νος ἐ­λαι­ώ­νας τοῦ πα­ρελ­θόν­τος της. Στὸν καρ­πε­ρὸ θεσ­σα­λι­κὸ κάμ­πο ὅ­που ζοῦ­σε πα­λιὰ μὲ τὴν οἰ­κο­γέ­νειά της, σὲ τέ­τοι­α πή­λι­να δο­χεῖ­α ξε­πί­κρι­ζαν ἢ συν­τη­ροῦ­σαν στὴν ἅλ­μη τὶς ἐ­λι­ὲς ἀ­πὸ τὸ κτῆ­μα τους καὶ φύ­λα­γαν τὸ λά­δι τους, στὶς ἀ­πο­θῆ­κες. Κι ἦ­ταν τό­τε, τῆς ξέ­φυ­γε μιά μέ­ρα, ποὺ τὴν ἔ­βα­λε στὸ μά­τι ὁ λή­σταρ­χος Γι­αγ­κού­λας ἀ­πό ’­να ξά­γναν­το ψη­λὰ —αὐ­τὴ κο­πέ­λα δρο­σε­ρὴ καὶ ρο­δο­μά­γου­λη, νὰ σέρ­νει τὸ χο­ρό!—, καὶ τσου­ρου­φλί­στη­κε ἡ καρ­διά του. «Δὲν ἤ­ξε­ρα πὼς ἔ­χε­τε τὰ κι­ού­πια μὲ τὶς ἐ­λι­ὲς στὸ ὑ­πό­γει­ο!» ψελ­λί­ζει τώ­ρα, χω­ρὶς νὰ μπο­ρεῖ νὰ κρύ­ψει τὴν ἔκ­πλη­ξή της. Κι ὁ πα­τέ­ρας, ἔ­ξω φρε­νῶν: «Θὲς νὰ τσα­κι­στεῖς, μω­ρὲ μη­τέ­ρα, καὶ κα­τε­βαί­νεις ἐ­κεῖ κά­τω; Εἶ­ναι πράγ­μα­τα γιὰ τὴν ἡ­λι­κί­α σου, αὐ­τά;» Κι ἔ­δω­σε ἐν­το­λὴ νὰ κλει­δω­θεῖ ἡ πόρ­τα πρὸς τὸ ὑ­πό­γειο, μπὰς καὶ τῆς κο­πεῖ λι­γά­κι τὸ χού­ι νὰ τρι­γυρ­νά­ει πέ­ρα-δῶ­θε καὶ  νὰ χώ­νε­ται ἐ­κεῖ ποὺ δὲν τὴν σπέρ­νουν.

       Τὴν λυ­πό­μου­να. Τὶς νύ­χτες τύ­χαι­νε κα­μιὰ φο­ρὰ νὰ τρυ­πώ­σω κλε­φτὰ στὸ δω­μά­τιό της γιὰ νὰ πά­ρω κά­ποι­ο ξε­χα­σμέ­νο βι­βλί­ο ἢ τε­τρά­διο. Ἠ­χη­ρὸ ρο­χα­λη­τὸ ποὺ ξαφ­νι­κὰ τὸ δι­έ­κο­πτε ἕ­νας βα­θὺς ἀ­να­σα­σμός. Ἀ­κο­λου­θοῦ­σε ἕ­να ξε­φύ­ση­μα με­ρι­κῶν δευ­τε­ρο­λέ­πτων καὶ με­τὰ ξα­νὰ δυ­νά­μω­νε τὸ ρο­χα­λη­τό. Τὴν ἡ­μέ­ρα τό ‘θε­λε πο­λὺ νὰ κρα­τι­έ­ται ξύ­πνια. «Ἔ­λα ἡ­λιά­κο!» ἔ­λε­γε καὶ μὲ πα­ρα­κα­λοῦ­σε νὰ τρα­βή­ξω ὣς πέ­ρα τὶς κουρ­τί­νες. «Στὴ μαύ­ρη γῆς» πρό­σθε­τε «θὰ κοι­μό­μα­στε συ­νέ­χεια. Ἀ­λὶ σ’ ἐ­μᾶς!…» Κι ἔ­τσι ὅ­πως κα­θό­ταν ἀ­να­κλα­δι­στή, ἀ­κουμ­πών­τας τὴ ρά­χη της στὰ μα­ξι­λά­ρια καὶ συ­νά­ζον­τας μ’ εὐ­γνω­μο­σύ­νη τὶς ζε­στὲς ἡ­λι­α­χτί­δες, μουρ­μού­ρι­ζε θυ­μό­σο­φα αὐ­το­σχέ­δια στι­χά­κια ποὺ σκά­ρω­νε ἢ στή­ρι­ζε τὸ χέ­ρι στὸ πη­γού­νι της καὶ κου­νοῦ­σε τὸ κε­φά­λι της στο­χα­στι­κά.

       Τὸ βρά­δυ ἔ­και­γε τὸ ἠ­λε­κτρι­κὸ μέ­χρι ἀρ­γὰ καὶ συ­χνὰ ση­κω­νό­ταν νὰ κό­ψει βόλ­τες —κά­νει κα­λὸ στὴ χώ­νε­ψη, ἔ­λε­γε— στὸ δω­μά­τιό της ἤ ἔ­ξω στὸ δι­ά­δρο­μο. Τὶς πε­ρισ­σό­τε­ρες φο­ρὲς τὸ ξε­χνοῦ­σε ἀ­ναμ­μέ­νο καὶ τὸ ἔ­σβη­να ἐ­γώ. Τὴν ἔ­παιρ­νε γλυ­κὰ ὁ ὕ­πνος, συ­νή­θως πα­ρὰ τὴ θέ­λη­σή της, καὶ τό­τε, σκύ­βον­τας πά­νω της, ἐ­πι­θε­ω­ροῦ­σα προ­κα­τα­βο­λι­κὰ τὸ ἀ­πο­τύ­πω­μα τῆς νε­κρι­κῆς της μά­σκας: Μά­γου­λα ρου­φηγ­μέ­να, μά­τια βα­θου­λω­μέ­να στὶς κό­χες τους, μι­σά­νοι­χτο στό­μα καὶ πέν­θι­μα, μπλα­βι­σμέ­να χεί­λη.

       Οἱ νοι­κά­ρη­δες δὲν ξα­να­φά­νη­καν, ὅ­μως ἡ για­γιά μᾶς ἀ­νήγ­γει­λε ἕ­να πρω­ι­νὸ πὼς βρί­σκον­ταν πά­λι ἐ­κεῖ (ἔ­δει­ξε ἀ­ό­ρι­στα μὲ τὸ δά­χτυ­λό της ψη­λά, στὸν πά­νω ὄ­ρο­φο), για­τὶ τοὺς ἄ­κου­γε, λέ­ει, νὰ τρα­γου­δᾶ­νε δυ­να­τὰ ἀ­πὸ τὰ χα­ρά­μα­τα. Δὲν τοὺς ἀ­κοῦ­τε κι ἐ­σεῖς; Μᾶς ρώ­τη­σε δι­στα­κτι­κά, μ’ ἕ­να ἀ­μή­χα­νο χα­μό­γε­λο. Ἦ­ταν ἀ­κρι­βῶς ἡ ἐ­ξέ­λι­ξη ποὺ φο­βό­ταν ὁ πα­τέ­ρας, για­τί τὸν εἶ­δα συν­νε­φι­α­σμέ­νο νὰ κου­νά­ει τὸ κε­φά­λι του. Στὸ τέ­λος ἄρ­χι­σε νὰ τρα­γου­δά­ει κι ἐ­κεί­νη «μα­ζί τους» δι­ά­φο­ρα τρα­γού­δια τοῦ και­ροῦ της κι αὐ­τὸ κρά­τη­σε μιὰ ἑ­βδο­μά­δα. Τὸ τε­λευ­ταῖ­ο, —λί­γο πρὶν σι­γή­σει βρα­χνὴ καὶ κου­ρα­σμέ­νη ἡ φω­νή της καὶ βυ­θι­στεῖ σὲ κῶ­μα—, προ­φα­νῶς δι­κῆς της πά­λι ἐ­πι­νό­η­σης, μι­λοῦ­σε γιὰ τὸ Χά­ρο, ποὺ γύ­ρευ­ε, λέ­ει, νὰ τὴν κλέ­ψει, —νὰ τὴν πά­ει στὸ Πα­ρί­σι καὶ νὰ τὴν γα­μή­σει!.., ταί­ρια­ξε τὴ ρί­μα— κι ἔ­βρι­θε ἀ­πὸ τέ­τοι­α τρυ­φε­ρὰ αἰ­σχρό­λο­γα, ὥ­στε ὁ πα­τέ­ρας, πα­νι­κό­βλη­τος, δι­έ­τα­ξε ἀ­μέ­σως νὰ κλεί­σου­με ἑρ­μη­τι­κὰ πόρ­τες καὶ  πα­ρά­θυ­ρα.

 

Bonsai-03c-GiaIstologio-04

 

Πηγή: Πρώτη δημοσίευση

Τά­σος Κα­λού­τσας (Θεσ­σα­λο­νί­κη, 1948). Δι­ή­γη­μα. Σπού­δα­σε στὴν Φι­λο­σο­φι­κὴ Σχο­λὴ τοῦ ΑΠΘ καὶ ἐρ­γά­στη­κε ὡς κα­θη­γη­τὴς στὴ Μέ­ση Ἐκ­παί­δευ­ση. Πρω­το­εμ­φα­νί­στη­κε στὰ γράμ­μα­τα τὸ 1983 μὲ δι­ή­γη­μά του στὸ πε­ρι­ο­δι­κὸ Δι­α­γώ­νιος. Πρῶ­το του βι­βλί­ο ἡ συλ­λο­γὴ Τὸ κε­λε­πού­ρι καὶ ἄλ­λα δι­η­γή­μα­τα (ἐκδ. Δι­α­γω­νί­ου, Θεσ­σα­λο­νί­κη, 1987. Πιὸ πρό­σφα­το: Ἡ ὡ­ραι­ό­τε­ρη μέ­ρα της (δι­η­γή­μα­τα, ἐκδ. Με­ταίχ­μιο, Ἀ­θή­να, 2010).

 

Τάσος Καλούτσας: Ψεύτης προφήτης

 

 

 

Τάσος Καλούτσας

 

Ψεύτης προφήτης

 

ΚΕΙΝΟ ΤΟ ΒΡΑΔΥ παι­ζό­ταν ὁ τε­λι­κὸς τοῦ μουν­τιάλ. Ἴ­σως γι’ αὐ­τὸ βλέ­πα­νε τ’ αὐ­το­κί­νη­τα νὰ σχη­μα­τί­ζουν οὐ­ρὰ μέ­σα στὴ ζέ­στη, γυρ­νών­τας βι­α­στι­κὰ ἀ­πὸ τὴ θά­λασ­σα. Κι ἦ­ταν σχε­δὸν οἱ μό­νοι ποὺ τα­ξί­δευ­αν ἀν­τί­θε­τα. Με­τὰ ἀ­πὸ θυ­μοὺς καὶ πεί­σμα­τα δυ­ὸ ἑ­βδο­μά­δων, ἕ­ναν τρο­με­ρὸ κα­βγά, —κι ἀ­φοῦ τοῦ εἶ­χε πεῖ «κα­λη­νύ­χτα, γιὰ πάν­τα!­»—, ξα­να­βρί­σκον­ταν, γιὰ νὰ δοῦν τί συ­νέ­χεια θὰ μπο­ροῦ­σε νὰ ἔ­χει ἡ ἱ­στο­ρί­α τῆς σχέ­σης τους.  

       Ἔ­φτα­σαν νω­ρὶς στὸ γνω­στὸ τα­βερ­νά­κι, δί­πλα στὴ θά­λασ­σα. Ὁ ἥ­λιος δὲν εἶ­χε ἀ­κό­μα δύ­σει καὶ βλέ­πα­νε τὸ νε­ρὸ νὰ σκά­ει σὲ μι­κρὰ κυ­μα­τά­κια, κά­τω ἀ­π’ τὸν ξύ­λι­νο φρά­χτη, στὴν ἄ­κρη τῆς ἀ­λέ­ας, ὅ­που κα­θί­σα­νε. Τὸ πρῶ­το ποὺ ζή­τη­σε νὰ τοὺς φέ­ρουν ἦ­ταν τὸ λευκὸ κρα­σὶ ποὺ τό­σο τῆς ἄ­ρε­σε.

       Τοῦ ξέ­φυ­γε μιὰ νύ­ξη γιὰ τὸν κα­βγά, καὶ δι­α­πί­στω­σε, γιὰ μιὰ ἀ­κό­μη φο­ρά, ὅ­τι δὲν ἔ­κα­νε οὔ­τε βῆ­μα πί­σω. Τῆς εἶ­πε πὼς δὲν ἄν­τε­χε τό­ση ἐ­πι­θε­τι­κό­τη­τα ἀ­πὸ μέ­ρους της, κα­θὼς καὶ τὸ γε­γο­νὸς ὅ­τι ἔ­κλει­νε τ’ αὐ­τιά της, ὅ­ταν τῆς μι­λοῦ­σε. Ὅ­σο γιὰ κεῖ­νο τὸ «κα­λη­νύ­χτα, γιὰ πάν­τα!» ποὺ ξε­στό­μι­σε, πρό­σθε­σε, τοῦ φαι­νό­ταν πέ­ρα γιὰ πέ­ρα γε­λοῖ­ο.

       «Ἀ­φοῦ δὲν μπο­ρεῖς νὰ ζή­σεις χω­ρὶς ἐ­μέ­να…» τῆς εἶ­πε, μ’ ἕ­να λί­γω­μα στὴ φω­νή του.

       «Οὔ­τε ἐ­γὼ χω­ρὶς ἐ­σέ­να…» πρό­σθε­σε σι­γα­νὰ καὶ κα­τέ­βα­σε μιὰ γου­λιὰ κρα­σί.

       Ἐ­κεί­νη τὴ στιγ­μὴ χτύ­πη­σε τὸ κι­νη­τό του καὶ τὸν κοί­τα­ξε χο­λω­μέ­νη.

       «Μὴν ἀ­παν­τή­σεις… Θὰ μα­λώ­σου­με πά­λι!»

       Ἕ­να ἀ­μή­χα­νο χα­μό­γε­λο εἶ­χε πα­γώ­σει στὸ πρό­σω­πό του.

       Πα­ράγ­γει­λε ψά­ρια. Κοί­τα­ζε τὴν καμ­πύ­λη τοῦ λαι­μοῦ της, τὸ συμ­με­τρι­κὸ φού­σκω­μα τοῦ στή­θους της καὶ τὰ μαλ­λιά της ποὺ ἦ­ταν ση­κω­μέ­να πί­σω, γιὰ νὰ μὴν τὴν ζε­σταί­νουν. Τοῦ ἄ­ρε­σε πο­λὺ αὐ­τὴ ἡ εἰ­κό­να της καὶ τῆς τὸ εἶ­πε.

       Ὅ­ταν ὁ σερ­βι­τό­ρος ἔ­φε­ρε τὰ λι­θρί­νια, τῆς ἔ­δω­σε καὶ τὸ κε­φά­λι τοῦ δι­κοῦ του ψα­ριοῦ, ἐ­πει­δὴ τῆς ἄ­ρε­σε. Ἡ  Κ. ρού­φη­ξε ἡ­δο­νι­κὰ λί­γο ἀ­π’ τὸ κρα­σί της.

       «Τί ὡ­ραῖ­α!» τῆς εἶ­πε. Θὰ ἤ­θε­λε, ἂν γι­νό­ταν, νὰ στα­μα­τοῦ­σε τὸ χρό­νο ἀ­κρι­βῶς ἐ­κεί­νη τὴ στιγ­μή. Ὁ ἥ­λιος ἔ­μοια­ζε μὲ πυ­ρα­κτω­μέ­νο ρουμ­πί­νι καὶ τὴν πα­ρα­κι­νοῦ­σε νὰ στρα­φεῖ πί­σω της νὰ τὸ δεῖ.

       «Ἄν σοῦ εἶ­χε δώ­σει τὸ κλει­δὶ ἀ­πὸ κεῖ­νο τὸ σπί­τι…» τοῦ ἔ­κα­νε μὲ νό­η­μα.

       Στὴν ἀρ­χὴ δὲν κα­τά­λα­βε.

       «Ναὶ» εἶ­πε με­τά.

       «Θὰ μπο­ρού­σα­με νὰ πᾶ­με…»

       Σκέ­φτη­κε τὸ ἐ­ξο­χι­κὸ τοῦ ξα­δέλ­φου του ποὺ ἔ­λει­πε τα­ξί­δι, στὴν ἄλ­λη πλευ­ρὰ τοῦ ἀ­κρω­τη­ρί­ου, ἀ­νοι­χτὸ στὸν κα­θα­ρὸ ὁ­ρί­ζον­τα καὶ τὴ νυ­χτε­ρι­νὴ δρο­σιὰ τῆς θά­λασ­σας. Σὲ λί­γο τοῦ τὸ ξα­νά­πε, ἐ­νῶ τρι­γύ­ρω τους τὸ φῶς ξε­ψυ­χοῦ­σε κι ἡ νύ­χτα ἄ­να­βε τὰ δι­κά της λαμ­πι­ό­νια. Κά­ποι­α στιγ­μή, μὲ μά­γου­λα ἐ­λα­φρὰ κοκ­κι­νι­σμέ­να ἀ­πὸ τὸ κρα­σί, τὴν ρώ­τη­σε τί χρῶ­μα ἐ­σώ­ρου­χο φο­ροῦ­σε, κι ἐ­κεί­νη, «ἁ­πα­λὸ μπέζ», τοῦ εἶ­πε, μὲ τρε­μου­λια­στὴ φω­νή.

       «Πό­τε μὲ σκέ­φτη­κες ἐ­ρω­τι­κὰ γιὰ τε­λευ­ταί­α φο­ρά;»

       «Σή­με­ρα», τοῦ ἀ­πάν­τη­σε. 

       Ἀ­να­ρω­τή­θη­κε ἂν τὸ ἐν­δε­χό­με­νο τοῦ ἐ­πι­κεί­με­νου χω­ρι­σμοῦ δὲν εἶ­χε παί­ξει τὸ ρό­λο του στὴν ἔ­ξα­ψη ποὺ ὑ­πῆρ­χε ἀ­νά­με­σά τους.

       Ὅ­ταν ἦρ­θε ἡ ὥ­ρα νὰ φύ­γου­νε, πῆ­γε στὴν του­α­λέ­τα νὰ ξε­πλύ­νει τὰ χέ­ρια του καὶ εἶ­δε τοὺς σερ­βι­τό­ρους, μπρο­στὰ στὴν ὀ­θό­νη τῆς τη­λε­ό­ρα­σης. Λα­ϊ­κὰ παι­διά, μι­λοῦ­σαν ζω­η­ρὰ κι ἔ­κα­ναν προ­βλέ­ψεις γιὰ τὸ πι­θα­νὸ ἀ­πο­τέ­λε­σμα τοῦ τε­λι­κοῦ.

       «Ἔ­λα, ἕ­να-μη­δὲν ἡ Ἱ­σπα­νί­α… Αὐ­τὸ θὰ εἶ­ναι καὶ τὸ τε­λι­κὸ σκόρ!» ἀ­πο­φάν­θη­κε, μὲ ἀ­πό­λυ­τη σι­γου­ριά.

       Στρά­φη­καν καὶ τὸν κοί­τα­ξαν μὲ ἀ­πο­ρί­α. «Μὰ ἐ­μεῖς θέ­λου­με νὰ κερ­δί­σουν οἱ μι­κρὲς Ὀλ­λαν­δέ­ζες…» δι­ε­φώ­νη­σε γε­λών­τας ἕ­νας νε­α­ρός. «Τὸ γά­λα τῆς μι­κρῆς Ὀλ­λαν­δέ­ζας…» εἰ­ρω­νεύ­τη­κε ἕ­νας ἄλ­λος.

       «Ἄ!» ἔ­κα­νε ἐ­κεῖ­νος κι  ἔ­φυ­γε.

       Στὴν ἐ­πι­στρο­φὴ ἔ­χω­σε τὸ χέ­ρι του στὸ κυ­λο­τά­κι της καὶ γλί­στρη­σε τὰ δά­χτυ­λά του πο­λὺ χα­μη­λὰ στὴ μα­λα­κὴ σάρ­κα τοῦ ἐ­φη­βαί­ου της, μέ­χρι ποὺ ἐ­κεί­νη ἀ­να­­ρί­γη­σε. Τὰ ἔ­φε­ρε με­τὰ στὸ πρό­σω­πό του, καὶ τὰ μύ­ρι­σε. Εὐ­ω­δί­α­ζαν ἀ­πὸ τὸ ἄ­ρω­μά της. Πάρ­κα­ρε δε­ξιὰ καὶ τὴν ἅρ­πα­ξε ρου­φών­τας μὲ πά­θος τὰ χεί­λη της .

       Μὲ τὴ φαν­τα­σί­α του τὴν ἔ­βλε­πε νὰ φθά­νει στὴν πρω­τεύ­ου­σα, ὅ­που τὴν ὑ­πο­δέ­χον­ταν ἡ ἀ­δελ­φή της μὲ τὴν ἀ­νι­ψιά της καὶ τὴν ὁ­δη­γοῦ­σαν στὴν κά­μα­ρη τοῦ ἄρ­ρω­στου πα­τέ­ρα τους. Ἡ κα­τά­στα­σή του εἶ­χε χει­ρο­τε­ρέ­ψει κι αὐ­τὸ τὸ Κα­λο­καί­ρι θὰ ἦ­ταν κρί­σι­μο.

       Τέ­λος τὴν ἀ­πο­χαι­ρέ­τι­σε μ’ ἕ­να χει­ρο­φί­λη­μα καὶ τῆς εὐ­χή­θη­κε «κα­λὸ τα­ξί­δι!­».

       Μπαί­νον­τας στὸ σπί­τι δι­α­πί­στω­σε πὼς ἦ­ταν μό­νος του, τὸ σα­λό­νι σι­ω­πη­λό. Στρώ­θη­κε ν’ ἀ­πο­λαύ­σει τὸ ὑ­πό­λοι­πο μάτς. Κά­ποι­α στιγ­μή, στὴν πα­ρά­τα­ση, οἱ Ἰ­σπα­νοὶ βά­λα­νε γκὸλ καὶ οἱ Ὀλ­λαν­δοὶ ἦ­ταν ἀ­δύ­να­το πιὰ ν’ ἀν­τι­δρά­σουν. Τὸ μὰτς τέ­λειω­νε μὲ ξέ­φρε­νους πα­νη­γυ­ρι­σμούς. Θυ­μή­θη­κε, μὲ ὕ­φος θρι­αμ­βευ­τι­κό, αὐ­τὸ ποὺ εἶ­χε πεῖ στοὺς νε­α­ροὺς σερ­βι­τό­ρους. Σὰ νὰ τοὺς ἄ­κου­γε κι­ό­λας νὰ τὸν σχο­λιά­ζουν, χει­ρο­νο­μών­τας καὶ κου­νών­τας ἐ­πι­δο­κι­μα­στι­κά το κε­φά­λι τους : «Ἔ­πε­σε διά­να, ὁ τύ­πος… Σκέ­τος προ­φή­της!­».

       Με­τὰ ἔ­ψα­ξε στὸ κι­νη­τό του, νὰ δεῖ τὴν ἀ­να­πάν­τη­τη…

       Σχη­μά­τι­σε ἀ­μέ­σως τὸ νού­με­ρό της. Ἀ­πὸ τ’ ἀ­κου­στι­κὸ ἔ­φτα­σαν στ’ αὐ­τὶ του στριγ­κὲς γυ­ναι­κεῖ­ες φω­νὲς ἀ­νά­κα­τες μὲ μου­σι­κὴ καὶ παι­δι­κὰ γέ­λια.

       «Ἔ­λα, μὲ πῆ­ρες; Ἤ­μουν στὸ λου­τρὸ τό­τε καὶ δὲν πῆ­ρα εἴ­δη­ση…»

       Πάν­τως ἡ φω­νὴ τῆς γυ­ναί­κας του ἀ­κου­γό­ταν ἤρεμη καὶ σταθερή, ὅπως συνήθως.

 

 

Πη­γή: Πρώ­τη δη­­μο­­σί­­ευ­­ση: περ. Πλανόδιον, τχ 51, Δεκέμβριος 2011 («48 Μι­κρά Δι­η­γή­μα­τα Ἑλ­λή­νων Συγ­γρα­φέ­ων [Πρῶ­το Μέ­ρος (1/2)]).

 

Τά­σος Κα­λού­τσας (Θεσ­σα­λο­νί­κη, 1948). Δι­ή­γη­μα. Σπού­δα­σε στὴν Φι­λο­σο­φι­κὴ Σχο­λὴ τοῦ ΑΠΘ καὶ ἐρ­γά­στη­κε ὡς κα­θη­γη­τὴς στὴ Μέ­ση Ἐκ­παί­δευ­ση. Πρω­το­εμ­φα­νί­στη­κε στὰ γράμ­μα­τα τὸ 1983 μὲ δι­ή­γη­μά του στὸ πε­ρι­ο­δι­κὸ Δι­α­γώ­νιος. Πρῶ­το του βι­βλί­ο ἡ συλ­λο­γὴ Τὸ κε­λε­πού­ρι καὶ ἄλ­λα δι­η­γή­μα­τα (ἐκδ. Δι­α­γω­νί­ου, Θεσ­σα­λο­νί­κη, 1987. Πιὸ πρό­σφα­το: Ἡ ὡ­ραι­ό­τε­ρη μέ­ρα της (δι­η­γή­μα­τα, ἐκδ. Με­ταίχ­μιο, Ἀ­θή­να, 2010).

 

Τάσος Καλούτσας: Το στοκάρισμα

 

 

Τάσος Καλούτσας

 

Τὸ στο­κά­ρι­σμα

 

ΡΙΞΕ ΜΙΑ ΜΑΤΙΑ τυ­χαῖ­α κά­τω ἀ­π’ τὸ κρε­βά­τι του ὁ Μα­νό­λης, κι ἀ­να­κά­λυ­ψε δυ­ὸ δά­χτυ­λα σκό­νη. Κά­τι δα­χτυ­λι­δά­τες χνου­δω­τὲς σφαι­ροῦ­λες, ποὺ αἰ­ω­ροῦν­ταν πά­νω καὶ γύ­ρω ἀ­πὸ τὸ ξε­μον­τα­ρι­σμέ­νο παι­δι­κὸ κρε­βα­τά­κι ποὺ βρι­σκό­ταν ἐ­πί­σης, πα­τι­κω­μέ­νο ἐ­κεῖ. Τοῦ ‘ρ­θε νὰ τρε­λα­θεῖ. Ὥ­στε, ὅ­λ’ αὐ­τὸ τὸ κα­κὸ τ’ ἀ­να­πνέ­α­νε τό­σον και­ρό; Κα­λά, χά­θη­κε ὁ κό­σμος νὰ τρα­βή­ξει μιὰ σκού­πα καὶ κά­τω ἀ­π’ τὸ κρε­βά­τι; Καὶ τώ­ρα, ποῦ γυρ­νοῦ­σε; Ποῦ ἀλ­λοῦ, στὶς φι­λη­νά­δες της – τὶς τρεῖς Χά­ρι­τες, ὅ­πως τὶς ἔ­λε­γε ὁ Μα­νό­λης. Μα­ζεύ­ον­ταν ἐ­κεῖ, κα­φε­δά­κι, σα­χλα­μα­ρί­τσες, κου­τσομ­πο­λιά — κι ἄ­σ’ τον αὐ­τὸν νὰ πνί­γε­ται στὴ σκό­νη.­.. Τὴν πῆ­ρε ἀ­μέ­σως τη­λέ­φω­νο, πρὶν τοῦ πε­ρά­σει ὁ θυ­μός. Εἶ­πε, εἶ­πε, ξα­λά­φρω­σε. Τὸ βρόν­τη­ξε στὸ τέ­λος. Βάλ­θη­κε νὰ κά­νει φα­σί­να μό­νος του. Χώ­θη­κε κυ­ρι­ο­λε­κτι­κὰ ἀ­πὸ κά­τω, πρῶ­τα μὲ τὴ σκού­πα, ὕ­στε­ρα μὲ τὴ μά­πα, στὸ τέ­λος μ’ ἕ­να κα­θα­ρὸ πα­νί. Ἔ­γι­νε μού­σκε­μα στὸν ἱ­δρώ­τα – εἶ­χε καὶ μιά ζέ­στη.­.. Καὶ δῶ­σ’ του ξα­νὰ καὶ ξα­νά. Μιὰ ὥ­ρα καὶ βά­λε κρά­τη­σε αὐ­τὴ ἡ ὑ­πό­θε­ση. Μέ­χρι ποὺ πι­ά­στη­κε ἡ μέ­ση του. Πῆ­ρε με­τὰ τὸ βι­βλί­ο του —ἕ­να ἀ­στυ­νο­μι­κό, τοῦ Σι­με­νόν— καὶ κά­θη­σε στὸ μπαλ­κο­νά­κι νὰ ξε­κου­ρα­στεῖ. Ἠ­ρέ­μη­σε κά­πως ἔ­τσι.

       Κά­πο­τε ἦρ­θε ἡ Ζω­ζώ. Πε­σμέ­να τὰ μοῦ­τρα της. Κι αὐ­τὸς σο­βα­ρός, ἀλ­λὰ ἀ­πο­φα­σι­σμέ­νος νὰ μὴν τῆς κά­νει σκη­νή. Στὸ κά­τω-κά­τω, για­τί νὰ δι­α­κό­ψει τὸ δι­ά­βα­σμά του, τώ­ρα μά­λι­στα ποὺ εἶ­χε τό­σο ἐν­δι­α­φέ­ρον. Ἄρ­χι­σε ὅ­μως ἐ­κεί­νη. Νά καὶ νά, ρο­δά­νι ἡ γλώσ­σα της. Τά­χα τὴν εἶ­χε συγ­χύ­σει μὲ τὸ τη­λε­φώ­νη­μα καὶ τὴν εἶ­χε πιά­σει πο­νο­κέ­φα­λος. Κι ὅ­λες τὶς δου­λει­ὲς μο­νά­χη της τὶς ἔ­κα­νε, καί, «κά­νε, τε­λο­σπάν­των, κά­τι καὶ σύ», τοῦ φω­νά­ζει, ὅ­σο αὐ­τὸς ἀ­να­ρω­τι­ό­ταν ἂν ἔ­πρε­πε νὰ πε­ρά­σει στὴν ἀν­τε­πί­θε­ση. «Ἐ τί, μω­ρὲ Μα­νό­λη», τοῦ κά­νει, «ἔ­τσι εἶ­ναι· μὲ ρω­τᾶς καὶ μέ­να πό­τε τά ‘­κα­να – μό­λις προ­χτὲς τὰ πά­στρε­ψα.­.. Ὅ­λο μὲ τὸ φα­ρά­σι στὸ χέ­ρι θὰ εἶ­μαι;» καὶ δῶ­σ’ του φαν­φά­ρες, ἴ­σα-ἴ­σα δη­λα­δὴ γιὰ νὰ τὸν κά­νει Τοῦρ­κο. Προ­παν­τὸς τὶς ψευ­τιές της δὲ χώ­νευ­ε, καὶ τώ­ρα τοῦ πα­τοῦ­σε τὸν κά­λο· ἀ­γρί­ε­ψε, μὰ ἐ­πει­δὴ ντρά­πη­κε κά­τι κυ­ρί­ες ἀ­πὸ τ’ ἀ­πέ­ναν­τι μπαλ­κό­νι, χώ­θη­κε μέ­σα. Πή­γα­νε στὴν κρε­βα­το­κά­μα­ρη. Ἐ­πα­να­λάμ­βα­νε τὰ ἴ­δια καὶ τὰ ἴ­δια καί, ξαφ­νι­κά, πά­τη­σε τὰ κλά­μα­τα. Τό­τε κι αὐ­τὸς τὴν τα­ρα­κού­νη­σε. ­Ἤ­θε­λε νὰ τοῦ βγεῖ πα­νω­λα­διά; Σι­γὰ-σι­γὰ θὰ τὸν ἔ­πει­θε πὼς ἔ­φται­γε ἐ­κεῖ­νος γιὰ τὴ σκό­νη κά­τω ἀ­π’ τὸ κρε­βά­τι τους. Καὶ τά­χα «ἐ­κεῖ­νο τὸ πα­λού­κι» —τὸ δι­α­λυ­μέ­νο κρε­βα­τά­κι— τὴν ἐμ­πό­δι­ζε. «Πο­νά­ει ἡ μέ­ση μου, δὲν κα­τα­λα­βαί­νεις, δὲν μπο­ρῶ πιὰ νὰ σκύ­βω, κου­ρά­στη­κα.­.­.­», ἔ­λε­γε, ἐ­νῶ αὐ­τὸς γιὰ νὰ τῆς ἀ­πο­δεί­ξει τί εὔ­κο­λα μπο­ροῦ­σε νὰ με­τα­κι­νη­θεῖ τὸ κρε­βα­τά­κι ἀ­π’ τὴ θέ­ση του, ἔ­χω­σε τὸ χέ­ρι του ἀ­πὸ κά­τω καὶ τὸ ἔ­συ­ρε μὲ μιὰ ἁ­πλὴ κί­νη­ση τῶν δα­χτύ­λων. Ἀλ­λά, βέ­βαια, τὰ λό­για της, ἰ­δί­ως ἐ­κεῖ­νο τὸ «δὲν μπο­ρῶ πιά», ἦ­ταν ἕ­να σχό­λιο πο­λὺ εὔ­γλωτ­το, σκέ­φτη­κε ὁ Μα­νό­λης· κι ἀν­τὶ νὰ μι­λά­ει ὁ ἴ­διος, ποὺ κα­μιὰ φο­ρὰ πί­στευ­ε πὼς εἶ­χε θυ­σια­στεῖ μ’ αὐ­τὸ τὸ γά­μο, τολ­μοῦ­σε νὰ τοῦ ζη­τά­ει καὶ τὰ ρέ­στα. Σάμ­πως τῆς ἔ­βα­λε τὸ μα­χαί­ρι στὸ λαι­μό; Ἁ­πλῶς ζη­τοῦ­σε νὰ πα­ρα­δε­χτεῖ κά­τι ποὺ δὲν ἔ­κα­νε —ἂν δὲν μπο­ροῦ­σε, ἂς τοῦ τό ‘λε­γε ν’ ἀ­να­σκουμ­πω­θεῖ αὐ­τὸς νὰ τὸ κά­νει— κι ὄ­χι νὰ τοῦ κο­πα­νά­ει τώ­ρα πὼς ἔ­πρε­πε ἀ­πὸ και­ρὸ νὰ τὸ ξε­φορ­τω­θοῦν τὸ κρε­βα­τά­κι, πὼς τὸ δω­μά­τιο τῶν παι­δι­ῶν ἤ­θε­λε ἄ­σπρι­σμα, πὼς τὰ πό­δια της πο­νοῦ­σαν κτλ. — ἕ­να σω­ρὸ ἀ­συ­νάρ­τη­τα πράγ­μα­τα δη­λα­δή, ποὺ δεῖ­χναν κα­λὰ καὶ ποι­ὰ ἦ­ταν ἡ συ­νεν­νό­η­ση τους τό­σα χρό­νια. Καὶ κα­θὼς ἄ­να­βε ὅ­λο καὶ πε­ρισ­σό­τε­ρο, βγαῖ­ναν στὴ φό­ρα κι ἄλ­λα, πῆ­ρε σβάρ­να καὶ κα­τη­γο­ροῦ­σε μέ­χρι καὶ τὴ θεί­α της, «κου­βα­λι­έ­ται ἐ­δῶ κι ὅ­λο πα­ρά­πο­να μοῦ ‘­ναι κι αὐ­τή.­.. δὲν μπο­ρῶ πιά, σπά­σαν τὰ νεῦ­ρα μου.­.­.­», εἶ­πε, λὲς κι ἦ­ταν ὅ­λοι βαλ­τοὶ νὰ τὴν κά­νουν νὰ ὑ­πο­φέ­ρει – κι ἐ­κεί­νη, τὸ μό­νο θύ­μα τους. Καὶ ξα­νά, κλα­ψου­ρί­ζον­τας. «Κι ἂν εἶ­δες σκό­νη, ρὲ Μα­νό­λη, κα­θά­ρι­σέ την, τί πε­ρί­με­νες δη­λα­δή, ὑ­πη­ρέ­τριά σου εἶ­μ’ ἐ­γώ; Ἀλ­λά, βέ­βαι­α, ἐ­σὺ κά­θε­σαι καὶ δι­α­βά­ζεις.­.. Ὤχ, τὸ κε­φά­λι μου!»

       Μιὰ σκιὰ δι­ά­βη­κε ἀ­πό­το­μα κά­τω ἀ­π’ τὰ μά­τια τοῦ Μα­νό­λη, κι ἔ­σφι­ξε τὰ δόν­τια του. «Μιὰ μό­νη λέ­ξη ἀ­κό­μη καὶ τὴ σπάω.­.­.­», λέ­ει καὶ τραν­τά­ζει τὴν πόρ­τα. «Μπά», τοῦ ἀν­τι­λέ­ει —καὶ ἡ κλά­ψα της κλά­ψα— «μᾶς κά­νεις καὶ τὸ σκλη­ρὸ τώ­ρα;» Δὲν πρό­λα­βε ν’ ἀ­πο­τε­λειώ­σει τὴ φρά­ση της, κο­πα­νά­ει αὐ­τὸς μιὰ μο­νο­κόμ­μα­τη στὴν πόρ­τα μὲ τὸ δε­ξί, καὶ χώ­νε­ται ἡ γρο­θιά του στὸ ξύ­λο. «Θὰ βγά­λεις τὸ σκα­σμό;» μουγ­κρί­ζει. Τῆς πιά­νει τὸ πη­γού­νι καὶ τὸ σφίγ­γει, «δὲ μι­λῶ, ἄν­τε, δὲ μι­λῶ», τραυ­λί­ζει ἡ Ζω­ζὼ πιὸ μα­ζε­μέ­νη, καὶ τὴν σπρώ­χνει στὸ κρε­βά­τι. Γιὰ με­ρι­κὰ δευ­τε­ρό­λε­πτα στυ­λώ­νει τὸ βλέμ­μα του θο­λό, μιὰ πά­νω σ’ ἐ­κεί­νη καὶ μιὰ στὸ βου­λι­αγ­μέ­νο ξύ­λο. Ἀλ­λὰ σὲ λί­γο, «μὲ βρῆ­κες βο­λι­κή, γι’ αὐ­τὸ τὰ κά­νεις», τοῦ πε­τά­ει πά­λι, σι­γα­νά, καὶ τό­τε πιὰ σκύ­λια­σε, μα­ζεύ­τη­κε τὸ αἷ­μα στὸ κε­φά­λι του καὶ νό­μι­σε πὼς θὰ πά­θαι­νε συμ­φό­ρη­ση· τρέ­μον­τας κυ­ρι­ο­λε­κτι­κὰ ἀ­π’ τὸ κα­κό του, βάλ­θη­κε νὰ βλα­στη­μά­ει το στε­φά­νι του, τὴν ὥ­ρα καὶ τὴ στιγ­μὴ ποὺ τὴν πῆ­ρε καὶ τοῦ μαύ­ρι­σε τὴ ζω­ή, ἀλ­λὰ παρ’ ὅ­λα αὐ­τὰ ἡ Ζω­ζὼ δὲν ἔ­κο­βε τὴ μουρ­μού­ρα —«δὲ μι­λῶ» τά­χα­τες, μὰ ποῦ νὰ λου­φά­ξει— ὥ­σπου τῆς φώ­να­ξε μὲ ὅ­λη του τὴ δύ­να­μη νὰ τὸ βου­λώ­σει για­τὶ τοὺς ἄ­κου­γαν κι οἱ γεί­το­νες καὶ πῆ­γε μά­λι­στα μό­νος του ἀ­μέ­σως κι ἔ­κλει­σε μὲ βρόν­το τὴν τζα­μό­πορ­τα. Τὴν ἁρ­πά­ζει με­τὰ —μιὰ λύσ­σα τὸν ἔ­σπρω­χνε— νὰ τὴ σύ­ρει ἔ­ξω ἀ­π’ τὸ σπί­τι, κι ἐ­κεί­νη βά­ζει ἀν­τί­στα­ση, «δὲν πά­ω που­θε­νά, φύ­γε σύ», τοῦ λέ­ει, καὶ δὲν κου­νοῦ­σε ρού­πι ἀ­π’ τὸ κρε­βά­τι.

       Ξαφ­νι­κὰ ὁ Μα­νό­λης ξε­θό­λω­σε, «τί κά­νω μω­ρέ, γα­μῶ τὸ κέ­ρα­τό μου!» σκέ­φτη­κε, καὶ κά­τι σὰ νά ‘­σπα­σε μέ­σα του. Σὰ νά ‘­νι­ω­σε βα­θιά του μο­νο­μιᾶς πὼς τὸν ξε­φτί­λι­ζε ὁ κα­βγάς. «Ἄχ.­.­.­», βόγ­γη­ξε, «δὲ τὴ γλι­τώ­νω τὴ συμ­φό­ρη­ση.­.­.» κι ἐ­πει­δὴ τοῦ φαι­νό­ταν πιὰ τὸ πράγ­μα φῶς φα­νά­ρι μὲ τέ­τοι­ο βου­η­τὸ μὲς στὰ μη­νίγ­για του, τρά­βη­ξε γραμ­μὴ στὸ κου­ζι­νά­κι, βρῆ­κε μιὰ ἀ­σπι­ρί­νη καὶ τὴ μά­ση­σε στὰ γρή­γο­ρα. «Ἐ­γὼ νὰ δεῖς», ἀ­κού­ει τὴ φω­νή της ἀ­πὸ μέ­σα, «τοῦ κό­σμου ὅ­λου τα χά­πια θὰ πά­ρω.­.. Ν’ ἀ­παλ­λα­γεῖς πιὰ ἀ­πὸ μέ­να, μιὰ καὶ κα­λή». Κο­κά­λω­σε. Ἦ­ταν νὰ βγεῖ, εἶ­χε κά­ποι­α δου­λειά, καὶ τώ­ρα τὸ σκε­φτό­ταν. Πῆ­γε καὶ στά­θη­κε μπρο­στά της μὲ ὑ­ψω­μέ­νο δά­χτυ­λο. «Πρό­σε­ξε. Τὸ ἔ­χεις ξα­να­κά­νει κά­πο­τε αὐ­τό.­.­.­», τῆς λέ­ει. Σώ­πα­σαν. Θυ­μό­ταν, τὰ εἴ­χα­νε τσουγ­κρί­σει πά­λι τό­τε, γύ­ρι­ζε στὸ σπί­τι —για­πὶ ἦ­ταν ἀ­κό­μη— τὴν εἶ­δε μιὰ στιγ­μὴ στὸ μπαλ­κο­νά­κι, δὲν ὑ­πῆρ­χαν κάγ­κε­λα καὶ πα­ρί­στα­νε τὴ ζα­λι­σμέ­νη, ὕ­στε­ρα κρύ­ψα­νε τὴ θέ­α της τὰ δέν­τρα, κι ὅ­ταν ξα­νά­δε τὸ μπαλ­κό­νι, ἐ­κεί­νη ἔ­λει­πε· εἶ­πε, πά­ει, γκρε­μί­στη­κε στὶς πλά­κες κα­τα­γῆς, κι ἔ­νι­ω­σε μέ­σα του ἕ­να δάγ­κω­μα· μὰ σὰν πλη­σί­α­σε, δὲν ἦ­ταν που­θε­νά, ἔ­ψα­ξε καὶ τὴ βρῆ­κε στὴν τα­ρά­τσα καὶ τοῦ μι­σό­κλει­νε πο­νη­ρά τὸ μά­τι. Ἔ­τσι τό ‘­κα­νε, λέ­ει, γιὰ νὰ τοῦ κό­ψει τὰ ἥ­πα­τα.­..

       Φύ­ση­ξε δυ­να­τὰ τὴ μύ­τη της, κι ὁ Μα­νό­λης, ἀ­μί­λη­τος, προ­ση­λώ­θη­κε στὸ βα­θού­λω­μα τῆς πρε­σα­ρι­στῆς πόρ­τας καὶ τὸ ψη­λα­φοῦ­σε μα­λα­κὰ μὲ τὰ δά­χτυ­λα. Λί­γο ἀ­φη­ρη­μέ­νος, θαρ­ρεῖς, προ­σπά­θη­σε νὰ τὸ με­ρε­με­τί­σει, πρό­χει­ρα στὴν ἀρ­χή, με­τὰ πῆ­γε κι ἔ­φε­ρε ἕ­να κα­τσα­βι­δά­κι λε­πτό, καὶ πά­σχι­ζε, μὲ φρον­τί­δα, νὰ ξα­να­φέ­ρει τὰ ξυ­λά­κια στὴν ἀρ­χι­κή τους θέ­ση. Δὲν μπο­ροῦ­σε νὰ κα­τα­λά­βει πῶς τὴν ἔ­κα­νε αὐ­τὴ τὴ ζη­μιά. Ταυ­τό­χρο­να ἀ­να­ρω­τι­ό­ταν ἂν ἔ­πρε­πε, ὕ­στε­ρα ἀ­π’ αὐ­τά, νὰ ση­κω­θεῖ καὶ νὰ φύ­γει. Κι ἄν.­.. Πῆ­γε καὶ μέ­τρη­σε τὶς ἀ­σπι­ρί­νες. Ὀ­χτώ. Ἀ­σι­χτίρ, εἶ­πε. Ἀ­πο­φά­σι­σε νὰ τὶς ἀ­φή­σει πά­νω στὸν πάγ­κο. Ἦ­ταν δει­λή, δὲ θὰ τολ­μοῦ­σε. Καὶ στὸ κά­τω-κά­τω δὲν ἔ­πρε­πε, προ­παν­τός, νὰ δεί­ξει ἀ­δυ­να­μί­α καὶ νὰ τὶς κρύ­ψει, λό­γου χά­ρη. Ἂν ἐ­κεί­νη ἤ­θε­λε, ἔ­βρι­σκε χά­πια, ἕ­να σω­ρό. Ντύ­θη­κε γρή­γο­ρα. Ἡ Ζω­ζὼ εἶ­χε βά­λει τὴ νυ­χτι­κιά της καὶ ξά­πλω­νε, πι­ά­νον­τας τὸ κε­φά­λι της. Νά, τώ­ρα θὰ ση­κω­θεῖ νὰ πι­εῖ τὶς ἀ­σπι­ρί­νες, σκε­φτό­ταν, κα­θὼς βρον­τοῦ­σε τὴν πόρ­τα πί­σω του. Ἀλ­λὰ δὲν ξα­να­γύ­ρι­σε.

       Τέ­λει­ω­σε βι­α­στι­κὰ τὴ δου­λειά του καί, στὴν ἐ­πι­στρο­φή, πέ­ρα­σε ἀ­π’ τὴ θεί­α τῆς Ζω­ζῶς, νὰ πά­ρει τὸ γιό του. Ἔ­φα­γε μὲ τὸ ζό­ρι καὶ μιὰ φέ­τα πε­πό­νι ποὺ τὸν τρα­τά­ρα­νε. Τὸ παι­δὶ τό ‘­χαν καὶ βα­φτι­σμέ­νο, κι ἐ­κεῖ­νοι ἄ­τε­κνοι, τὸ νι­ῶ­θαν σὰ δι­κό τους – ὅ­λη μέ­ρα ἐ­κεῖ· τὸ ἄλ­λο, τὸ κο­ρί­τσι, τό ‘­χε στεί­λει πα­ρα­θέ­ρι­ση στὸ χω­ριό, στὴ μά­να του. Στὸ δρό­μο ὁ πι­τσι­ρί­κος τρα­γου­δοῦ­σε ἀ­νέ­με­λα. Ἅ­πλω­σε κι ὁ Μα­νό­λης τρυ­φε­ρὰ τὸ χέ­ρι γύ­ρω στὸν ὦ­μο του καὶ τοῦ τσιμ­ποῦ­σε τὸ μά­γου­λο.

       Τὴν βρῆ­καν νὰ βλέ­πει τη­λε­ό­ρα­ση. Ξα­πλω­μέ­νη, ἀ­σά­λευ­τη.­.. Στὸ παι­δί, ἡ Ζω­ζώ, γιὰ νὰ δι­και­ο­λο­γή­σει τὴν ἀ­κε­φιά της, εἶ­πε πὼς ἦ­ταν λί­γο ἀ­δι­ά­θε­τη. Χτύ­πη­σε τὸ τη­λέ­φω­νο καὶ τὸ σή­κω­σε ὁ Μα­νό­λης· ἔ­παιρ­νε κά­ποι­α φί­λη τους κι ἤ­θε­λε νὰ μά­θει τί θὰ γι­νό­ταν μὲ τὴν ἐκ­δρο­μὴ στὴ θά­λασ­σα ποὺ εἴ­χα­νε προ­γραμ­μα­τί­σει γιὰ αὔ­ριο – Σάβ­βα­το. «Μᾶλ­λον δὲ θὰ μπο­ρέ­σου­με», ψέλ­λι­σε ἀ­χνά, «για­τὶ ἡ Ζω­ζὼ ἔ­χει πο­νο­κέ­φα­λο.­.­.­». Πρό­σθε­σε ἀ­μέ­σως, πιὸ σι­γά: «Ἢ μᾶλ­λον, ἄ­κου.­.. ἂν ἔρ­θου­με μέ­χρι τὶς ὀ­χτὼ κα­λῶς, ἀλ­λι­ῶς νὰ φύ­γε­τε.» Πῆ­γε με­τὰ καὶ ψη­λα­φοῦ­σε πά­λι τὸ βα­θού­λω­μα. Σκέ­φτη­κε νὰ τὸ στο­κά­ρει. Εὐ­τυ­χῶς, στό­κος ὑ­πῆρ­χε μπό­λι­κος. Κα­θὼς ἀ­να­κά­τευ­ε τὴ σκό­νη μὲ τὸ νε­ρό, ἄ­κου­γε τὸ γιό του ποὺ τρα­γου­δοῦ­σε ἀ­μέ­ρι­μνος στὸ λου­τρό. Ἀ­φο­σι­ώ­θη­κε στὸ στο­κά­ρι­σμα, χρη­σι­μο­ποί­η­σε καὶ τὴ σπά­του­λα γιὰ νὰ λειά­νει τὴν ἐ­πι­φά­νεια, κι ἕ­να βρεγ­μέ­νο πα­νά­κι. Μὲ ἄ­πει­ρη προ­σο­χή, σὰ νά ‘­φτια­χνε καλ­λι­τέ­χη­μα. Τὴν ἴ­δια στιγ­μὴ σκε­φτό­ταν πὼς ὅ,τι καὶ νά ‘­κα­νε, μπο­ρεῖ ἕ­να ξέ­νο μά­τι νὰ ξε­γε­λι­ό­ταν καὶ νὰ μὴν τὸ πρό­σε­χε, οἱ δυ­ό τους ὅ­μως θὰ τὸ ἤ­ξε­ραν — καὶ ἡ πα­ρα­μι­κρὴ ἀ­νω­μα­λί­α στὸ ση­μεῖ­ο ἐ­κεῖ­νο τῆς πόρ­τας ἢ ἡ δι­α­φο­ρὰ στὸ χρῶ­μα, θὰ ἦ­ταν ἀρ­κε­τὴ γιὰ νὰ τοὺς ὑ­πεν­θυ­μί­ζει αὐ­τὸ ποὺ ἔ­γι­νε. Ἐν­δε­χο­μέ­νως, θὰ τοὺς θύ­μι­ζε καὶ δι­ά­φο­ρα ἄλ­λα ποὺ εἴ­χα­νε συμ­βεῖ στὸ πα­ρελ­θὸν καὶ μεί­να­νε χω­ρὶς στο­κά­ρι­σμα. Συ­νει­δη­το­ποι­οῦ­σε, θαρ­ρεῖς, τὴν ἐ­νο­χή του, ἀ­πὸ τὴν ἄλ­λη ὅ­μως κα­τα­βά­θος πί­στευ­ε πώς, ἂν τοῦ φε­ρό­ταν δι­α­φο­ρε­τι­κά, τί­πο­τα δὲ θὰ συ­νέ­βαι­νε. Ὕ­στε­ρα ἔ­στρω­σε τὸ παι­δὶ νὰ κοι­μη­θεῖ. Κι ὅ­ταν πῆ­γε κι ἡ Ζω­ζὼ γιὰ ὕ­πνο, κλεί­στη­κε στὴν κου­ζί­να καὶ μέ­τρη­σε τὶς ἀ­σπι­ρί­νες: Λεί­πα­νε μό­νο δύ­ο.

       Ρί­χνον­τας μιὰ τε­λευ­ταί­α ἐ­ξε­τα­στι­κὴ μα­τιὰ στὸ ἔρ­γο του —πρώ­τη φο­ρὰ κα­τα­πι­α­νό­ταν μὲ τέ­τοι­α λε­πτο­δου­λειά— δι­α­πί­στω­σε πὼς τὸ βα­θού­λω­μα εἶ­χε σχε­δὸν ἐ­ξα­φα­νι­στεῖ. Ἴ­σως βέ­βαι­α, ἀρ­γό­τε­ρα, νὰ χρει­α­ζό­ταν λί­γο ἀ­κό­μη τρί­ψι­μο, μὲ τὸ γυ­α­λό­χαρ­το. Γιὰ τὴν ὥ­ρα, ἀ­πό­με­νε ἕ­νας ἄ­σπρος λε­κὲς ποὺ στέ­γνω­νε. Μιὰ στάμ­πα ὑ­γρὴ στὸ κέν­τρο τῆς —ἀ­σπρι­δε­ρῆς ἐ­πι­σης— πόρ­τας· ὅ­σο πε­ρισ­σό­τε­ρο ὅ­μως στέ­γνω­νε τό­σο πιὸ γα­λα­κτε­ρὴ γι­νό­ταν καὶ ξε­χώ­ρι­ζε.

       Βγῆ­κε στὸ μπαλ­κό­νι καὶ κά­θη­σε κάμ­πο­ση ὥ­ρα ἐ­κεῖ, βυ­θι­σμέ­νος στὴ σι­ω­πή. Ὅ­λη τὴ μέ­ρα ἔ­κα­νε ἀ­νυ­πό­φο­ρη ζέ­στη, ἀλ­λὰ τώ­ρα κά­που ξέ­μα­κρα, ἄ­στρα­φτε. Εὔ­κο­λα μάν­τευ­ες πὼς κα­τέ­φθα­νε μιὰ ἀ­να­κου­φι­στι­κή, κα­θαρ­τή­ρια βρο­χή.

       Ἔ­πε­σε τέ­λος κι αὐ­τός, στε­νά­ζον­τας, στὸ κρε­βά­τι. Πα­ρ’ ὅ­λα αὐ­τά, ἔ­νι­ω­θε κά­τι νὰ μα­λα­κώ­νει μέ­σα του, ὅ­λο καὶ πιὸ πο­λύ. Ἡ Ζω­ζὼ δί­πλα του οὔ­τε σά­λευ­ε. Κα­θὼς ἀ­κούμ­πη­σαν οἱ πλά­τες τους, σκέ­φτη­κε ἄ­θε­λά του πὼς τέ­τοι­α μέ­ρα, συ­νή­θως κά­ναν ἔ­ρω­τα. Καὶ τί θὰ γι­νό­ταν μὲ τὴν αὐ­ρια­νὴ ἐκ­δρο­μὴ – οὔ­τε πρό­λα­βαν νὰ τὸ κου­βεν­τιά­σουν. Ἀ­π’ τὴ μιὰ ἔ­νι­ω­θε θλί­ψη, κι ἀ­π’ τὴν ἄλ­λη ἦ­ταν ἀ­με­τα­νό­η­τος.

       Τὸν ξύ­πνη­σαν νω­ρὶς τὸ πρω­ὶ κά­ποι­α ξαφ­νι­κὰ μπουμ­που­νη­τά. Ἀ­π’ τὶς γρί­λι­ες ἔμ­παι­νε δυ­να­τὴ ψύ­χρα. Σὲ λί­γο, χον­τρὲς νε­ρο­στα­γό­νες χο­ρο­πη­δοῦ­σαν μὲ ὁρ­μή, κρο­τα­λί­ζον­τας πά­νω στὸ ὑ­πό­στε­γο καὶ τὸ τσι­μέν­το τῆς αὐ­λῆς. Ἡ βρο­χὴ ἐρ­χό­ταν, στὴν ὥ­ρα της, νὰ δώ­σει τὴ λύ­ση. Ἀ­πὸ μό­νη της —δυ­στυ­χῶς ἢ εὐ­τυ­χῶς— ἡ ἐκ­δρο­μὴ γιὰ τὸ μπά­νιο, φυ­σι­κά, μα­ται­ω­νό­ταν.

       Εὐ­και­ρί­α πρώ­της, σκε­φτό­ταν ὁ Μα­νό­λης, νὰ ἔ­παιρ­νε μπο­γιὰ καὶ νά ‘­βα­φε ὁ­λό­κλη­ρη τὴν πόρ­τα.

  

 

Πη­γή: Ἀ­πὸ τὴ συλ­λο­γὴ δι­η­γη­μά­των Τὸ κλὰμπ καὶ ἄλ­λα δι­η­γή­μα­τα (ἐκδ. Δι­α­γω­νί­ου, Θεσ­σα­λο­νί­κη, 1990).

 

Τά­σος Κα­λού­τσας (Θεσ­σα­λο­νί­κη, 1948). Δι­ή­γη­μα. Σπού­δα­σε στὴν Φι­λο­σο­φι­κὴ Σχο­λὴ τοῦ ΑΠΘ καὶ ἐρ­γά­στη­κε ὡς κα­θη­γη­τὴς στὴ Μέ­ση Ἐκ­παί­δευ­ση. Πρω­το­εμ­φα­νί­στη­κε στὰ γράμ­μα­τα τὸ 1983 μὲ δι­ή­γη­μά του στὸ πε­ρι­ο­δι­κὸ Δι­α­γώ­νιος. Πρῶ­το του βι­βλί­ο ἡ συλ­λο­γὴ Τὸ κε­λε­πού­ρι καὶ ἄλ­λα δι­η­γή­μα­τα (ἐκδ. Δι­α­γω­νί­ου, Θεσ­σα­λο­νί­κη, 1987. Πιὸ πρό­σφα­το: Ἡ ὡ­ραι­ό­τε­ρη μέ­ρα της (δι­η­γή­μα­τα, ἐκδ. Με­ταίχ­μιο, Ἀ­θή­να, 2010).  

 

Γιάννης Πατίλης, Τάσος Καλούτσας. Ἄνω πόλη Θεσσαλονίκης. 7 Μαΐου 2011.