Κίμων Καλαμάρας: Ἀ­να­στο­λὴ δι­α­βου­λεύ­σε­ων πε­ρὶ ἐ­πα­νί­δρυ­σης τῆς Πε­ρι­πα­τη­τι­κῆς



Κίμων Καλαμάρας


Ἀ­να­στο­λὴ δι­α­βου­λεύ­σε­ων

πε­ρὶ ἐ­πα­νί­δρυ­σης τῆς Πε­ρι­πα­τη­τι­κῆς


ΕΚΙΝΗΣΑΝ τοὺς μα­κρεῖς πε­ρι­πά­τους ἕ­να καυ­τὸ κα­λο­και­ρι­νὸ ἀ­πό­γευ­μα. Τρεῖς μὲ τέσ­σε­ρις ὧ­ρες ἀρ­χι­κὰ καὶ με­τὰ τὴν δεύ­τε­ρη συ­νάν­τη­ση, ἔ­φτα­σαν νὰ πε­ρι­φέ­ρον­ται στο­χα­στι­κά, γιὰ πέν­τε, ἀ­κό­μη καὶ γιὰ ἑ­φτὰ ὧ­ρες. Δι­έ­σχι­ζαν τὴν Ἀ­θή­να μέ­σα ἀ­πὸ τὶς γει­το­νι­ές της, πη­γαί­νον­τας ἀ­πὸ τὸ Χα­λάν­δρι στὸ Πα­να­θη­να­ϊ­κὸ Στά­διο, καὶ ἀ­πὸ τὸν πα­λιὸ σι­δη­ρο­δρο­μι­κὸ σταθ­μό, μέ­χρι τὸ Μο­σχά­το στὶς ἐκ­βο­λὲς τοῦ Κη­φι­σοῦ· ἀ­πὸ τὸν Πει­ραι­ᾶ ὣς στὴν Βού­λα· ἀ­πὸ τὰ Ἄ­νω Πα­τή­σια μέ­χρι τὴν Ὁ­μό­νοι­α, καὶ ἀ­πὸ κεῖ, στὴν Ἀ­κα­δη­μί­α Πλά­τω­νος. Θαύ­μα­σαν τὰ μον­τερ­νι­στι­κὰ τῆς Δρο­σο­πού­λου, τῆς Νά­ξου, τὴν κα­τα­πρά­σι­νη Σε­φέ­ρη, τὴν νω­χε­λι­κό­τη­τα τῆς Πα­ρί­τση· τὸν ἀ­νοι­χτὸ καὶ πλα­τὺ ὁ­ρί­ζον­τα σὲ κά­ποι­ους δρό­μους τῆς Βού­λας καὶ τῆς Γλυ­φά­δας, πού, θύ­μι­ζαν γει­το­νι­ὲς ἄλ­λης χώ­ρας. Ἡ κά­θε συ­νοι­κί­α μπο­ροῦ­σε σχε­δὸν νὰ δι­α­βα­στεῖ, μέ­σα ἀ­πὸ μιὰ ἀ­νά­λυ­ση κοι­νω­νι­κῆς γε­ω­γρα­φί­ας, ἱ­στο­ρί­ας, ἀρ­χι­τε­κτο­νι­κῆς καὶ πο­λε­ο­δο­μι­κοῦ σχε­δια­σμοῦ. Ἡ Νέ­α Χαλ­κη­δό­να μὲ τὶς μο­νο­κα­τοι­κί­ες της καὶ τὶς ἔν­το­νες ἀ­να­φο­ρὲς στὴν Κων­σταν­τι­νού­πο­λη, ἡ Κη­φι­σιὰ μὲ τὰ ἀρ­χον­τι­κά της, ἡ ἄ­νω Κυ­ψέ­λη μὲ τὶς ἀ­νη­φό­ρες καὶ τὶς ἀ­να­πάν­τε­χες ὁ­ρι­ζόν­τι­ες ὀ­πτι­κές της· ὁ Ταῦ­ρος μὲ τὸ βι­ο­μη­χα­νι­κὸ σκη­νι­κό, νὰ δι­α­σχί­ζει ὅ­λο το το­πί­ο μέ­χρι τὸ λι­μά­νι, κι ἡ Καλ­λι­θέ­α, μὲ τὰ ἀ­σφυ­κτι­κά της δι­ώ­ρο­φα, τὰ στε­νὰ πε­ζο­δό­μια μὲ τὶς νε­ρα­τζι­ές, καὶ τὴν ἀ­πρό­σμε­νη ἐκ­βο­λή της στὴν θά­λασ­σα. Ἐ­πι­πλέ­ον, ἡ ποι­κι­λί­α τῶν σπι­τι­ῶν, ἀ­πὸ γω­νιὰ σὲ γω­νιά, ἦ­ταν τό­σο με­γά­λη, ποὺ τοὺς δη­μι­ουρ­γοῦ­σε μιὰ αἴ­σθη­ση πὼς ἴ­σως πε­ρι­πλα­νῶν­ται γιὰ μέ­ρες. Καὶ τὸ πέ­ρα­σμα, ἀ­πὸ τὴν μιὰ πε­ρι­ο­χὴ στὴν ἄλ­λη, ὅ­πως ἀ­πὸ τὸ Ψυ­χι­κὸ στὴν Ἑλ­λη­νο­ρώ­σων γιὰ πα­ρά­δειγ­μα, ἔ­μοια­ζε μὲ τα­ξί­δι στὸν χρό­νο.

       Ὁ χρό­νος ποὺ πέρ­να­γε περ­πα­τών­τας, ἄ­φη­νε στὶς ψυ­χὲς τοὺς ἕ­να ἐ­λα­φρὺ αἴ­σθη­μα πο­λυ­τε­λοῦς ἀ­νά­παυ­λας, καὶ στὸ σῶ­μα τους, μιὰ βρα­δυ­φλε­γῆ εὐ­χα­ρί­στη­ση, σὰν νὰ βρί­σκον­ται σὲ σά­ου­να. Τὰ θέ­μα­τα τῶν συ­ζη­τή­σε­ων ἦ­ταν ποι­κί­λα καὶ αὐ­τά: ἀ­πὸ τὶς ἐ­ξω­τε­ρι­κὲς πα­ρα­τη­ρή­σεις, με­τα­κι­νοῦν­ταν μὲ εὐ­κο­λί­α στὰ ἐ­σω­τε­ρι­κά, φι­λο­σο­φι­κὰ ἀ­να­πάν­τη­τα ἐ­ρω­τή­μα­τα, χω­ρὶς κα­μί­α δι­ά­θε­ση νὰ τὰ ἐ­πι­λύ­σουν, καὶ ἀ­πὸ ἐ­κεῖ, πέρ­να­γαν προ­σε­κτι­κὰ στὰ πιὸ προ­σω­πι­κά, στὶς κα­θη­με­ρι­νὲς ἀ­πο­τυ­χί­ες, ἄλ­λο­τε ἐ­παγ­γελ­μα­τι­κές, ἄλ­λο­τε ἐ­ρω­τι­κές.

       Κά­ποι­α ἀ­πὸ αὐ­τὰ τὰ προ­σω­πι­κὰ δρά­μα­τα, μέ­σα στὸν με­γά­λο πε­ρί­πα­το, φω­τί­ζον­ταν δι­α­φο­ρε­τι­κά. Δι­α­χέ­αν κά­τι ἀ­πὸ τὴν πι­κρί­α τους, σκορ­ποῦ­σαν κά­τι ἀ­πὸ τὴν γύ­ρη τους, στὸ συλ­λο­γι­κὸ ἀ­συ­νεί­δη­το τῆς πό­λης. Καὶ ἡ πό­λη θώ­πευ­ε αὐ­τὲς τὶς μι­κρὲς γιὰ ἐ­κεί­νη τρα­γω­δί­ες, καὶ ἔ­πει­τα τὶς δι­έ­χε­ε στὰ σπλά­χνα της ἀ­να­νε­ω­μέ­νες· ἀ­πο­κα­θηρ­μέ­νες ἀ­πὸ τὸ δά­κρυ καὶ τὸν πό­νο, μὲ ὅ­λη τους τὴν πρω­ταρ­χι­κὴ δό­ξα. Ἔ­τσι τὸ περ­πά­τη­μα στὴν πό­λη ἐ­πε­νερ­γοῦ­σε μὲ κά­ποι­ο ἀ­νε­ξή­γη­το μη­χα­νι­σμό, θε­τι­κὰ στοὺς δύ­ο πε­ρι­πα­τη­τές μας καὶ οἱ καρ­ποὶ μιᾶς πρώ­ι­μης φι­λί­ας ἄρ­χι­σαν νὰ ἀ­να­φύ­ον­ται. Μιᾶς ἀ­νι­δι­ο­τε­λοῦς ἀν­δρι­κῆς φι­λί­ας.

       Τὸ ἅ­δραγ­μα τῶν πρώ­των φαι­νο­με­νι­κὰ ὥ­ρι­μων αὐ­τῶν καρ­πῶν, ἦρ­θε τὴν ἐ­πο­χὴ τοῦ φθι­νο­πώ­ρου, Σε­πτέμ­βριο, ὅ­που στὴν Ἀτ­τι­κή, δὲν δι­α­φέ­ρει καὶ τό­σο ἀ­πὸ τὸ θέ­ρος. Ξε­κί­νη­σε δει­λά, μὲ ἀ­μοι­βαῖ­ες ἐ­ξο­μο­λο­γή­σεις πε­ρὶ ἀ­νέ­φι­κτου ἔ­ρω­τα καὶ τὴν συ­νή­θεια ποὺ ἔ­χουν οἱ ποι­η­τὲς νὰ ἐ­ξυ­μνοῦν τὴν ὀ­μορ­φιά του, δί­χως ἡ σάρ­κα, νὰ ἔ­χει κο­ρέ­σει τὴν δί­ψα της. Κά­τω ἀ­πὸ τὶς πιὸ ἄ­κομ­ψες ἀ­πορ­ρί­ψεις, ἔ­χουν γεν­νη­θεῖ πραγ­μα­τι­κὰ ἀ­ρι­στουρ­γή­μα­τα. Καὶ ὅ­πως συμ­βαί­νει πάν­τα μὲ τοὺς ποι­η­τές, τὶς συ­χνὰ δον­κι­χω­τι­κὲς αὐ­τὲς φι­γοῦ­ρες, ἡ προ­ο­πτι­κὴ τῆς δη­μι­ουρ­γί­ας ἑ­νὸς τέ­τοι­ου ἀ­ρι­στουρ­γή­μα­τος, δεί­χνει νὰ ἔ­χει με­γα­λύ­τε­ρη βα­ρύ­τη­τα ἀ­πὸ τὴν πραγ­μά­τω­ση ἑ­νὸς ἀ­νέλ­πι­στου καὶ ἀ­λη­θι­νὰ τρελ­λοὺ ἔ­ρω­τα. Για­τί τὸ φῶς του εἶ­ναι τέ­τοι­ο, ποὺ θαμ­πώ­νει τὴν κα­θε­αυ­τὴ πρά­ξη. Καὶ μό­νο ποὺ ζεῖς, σοῦ εἶ­ναι ἀρ­κε­τό, χω­ρὶς νὰ σὲ ἐν­δι­α­φέ­ρει ἡ ἐ­πι­τυ­χὴς κα­τά­λη­ξη τοῦ πά­θους. Καὶ ὅ­σο γιὰ τὸ καλ­λι­τε­χνι­κὸ δη­μι­ούρ­γη­μα, μή­πως δὲν στέ­κει κα­τὰ μί­α ἔν­νοι­α ὡς τὸ νό­θο παι­δί, κά­θε με­γά­λου καὶ ἀ­νέ­φι­κτου ἔ­ρω­τα;

       Συ­νέ­χι­ζαν τοὺς ἀρ­γό­συρ­τους πε­ρι­πά­τους συ­ζη­τών­τας γιὰ ὅ­λα αὐ­τὰ καί, στα­δια­κά, ἄρ­χι­σαν νὰ δι­α­χω­ρί­ζουν τὶς ἀ­πό­ψεις τους, σὰν δυ­ὸ κλα­διὰ ποὺ ἀ­πο­μα­κρύ­νον­ται. Ὁ ἕ­νας θὰ ὑ­πο­στή­ρι­ζε ἀ­κρά­δαν­τα, πὼς τὸ φῶς καὶ ἡ ἰ­δέ­α, ἡ σύλ­λη­ψη ἑ­νὸς ἀ­κό­μη ποι­ή­μα­τος γιὰ Ἐ­κεί­νη, εἶ­ναι ἀρ­κε­τά· πὼς ἕ­να χα­ϊ­κού, εἶ­ναι τὸ ὕ­ψι­στο ἐ­πί­πε­δο εὐ­τυ­χί­ας, τὸ ὁ­ποῖ­ο, ἕ­νας με­γά­λος ἔ­ρω­τας μπο­ρεῖ νὰ τὸν ἀ­νε­βά­σει. Ὁ ἄλ­λος θὰ δι­α­τυμ­πά­νι­ζε τὴν πραγ­μα­τι­κή του λα­τρεί­α γιὰ τὸν ἐ­πί­γει­ο ἔ­ρω­τα, τὸ ἄγ­γιγ­μα, τὰ φι­λιά· τὶς ἀ­προ­σμέ­τρη­τες σαρ­κι­κὲς ἀ­πο­λαύ­σεις. Τὴν ζω­ὴ δί­πλα στὴν κα­θη­με­ρι­νὴ τρι­βὴ τῶν πραγ­μά­των. Καὶ πώς, ἀ­κό­μη κι ἐ­κεῖ, συ­νή­θως ἐ­κεῖ, καρ­πο­φο­ρεῖ τὸ ὡ­ραῖ­ο καὶ ὑ­ψη­λό· πὼς ἐ­κεῖ ἀν­θί­ζει, ἕ­νας κῆ­πος μὲ πραγ­μα­τι­κὰ λου­λού­δια.

       Μὲ λί­γα λό­για, εἶ­χαν καὶ οἱ δυ­ό, μιὰ βα­θιὰ πί­στη στὰ θαύ­μα­τα.

       Ὅ­ταν τε­λι­κὰ κου­ρά­στη­καν, κά­θι­σαν σὲ ἕ­να τα­βερ­νεῖ­ο, πα­ρήγ­γει­λαν χω­ρι­ά­τι­κη, δυ­ὸ με­ρί­δες μπι­φτέ­κια, πα­τά­τες τη­γα­νη­τές, τυ­ρὶ σα­γα­νά­κι καὶ μπύ­ρες. Βού­τη­ξαν μα­νι­α­σμέ­νοι τὸ ψω­μὶ στὴν σα­λά­τα καί, ὅ­ταν αὐ­τὴ ἄ­δεια­σε, πα­ρήγ­γει­λαν κι ἄλ­λη. Ἔ­φα­γαν κά­πως ἀρ­γὰ τὰ ὑ­πό­λοι­πα, τσιμ­πο­λο­γών­τας, σχε­δὸν ἀ­μί­λη­τοι ἀ­πὸ τὸ ἀ­δι­έ­ξο­δο στὸ ὁ­ποῖ­ο φαι­νό­ταν, νὰ ἔ­χει πε­ρι­έλ­θει, ἡ ἀρ­χι­κή τους συ­ζή­τη­ση. Ὁ χρό­νος πά­γω­σε ἀ­νά­με­σα ἀ­πὸ τὶς μπου­κι­ές, ἀ­νά­με­σα ἀ­πὸ τὶς πα­πά­ρες, καί οἱ πε­ρι­παι­χτι­κὲς ἀ­κτί­νες τοῦ ἥ­λιου πό­τε ἔ­λαμ­παν, πό­τε κρύ­βον­ταν, κά­τω ἀ­πὸ τὴν ζε­λα­τί­να. Τὸ γκαρ­σό­νι πρό­τει­νε νὰ κα­τε­βά­σει τὴν τέν­τα. Ἔ­γνε­ψαν κα­τα­φα­τι­κὰ καί, κα­θὼς ἡ κα­θη­με­ρι­νό­τη­τα τύ­λι­γε σὰν σά­βα­νο τὶς σκέ­ψεις τους, ἄ­κου­γαν σι­ω­πη­λοί το ἀρ­γό­συρ­το στρίγ­κλι­σμα τῆς μα­νι­βέ­λας.


[06 .07. 2021]


Πηγή: Πρώτη δημοσίευση.

Κί­μων Κα­λα­μά­ρας (Ἀ­θή­να, 1976). Εἶ­ναι ψυ­χο­λό­γος-ψυ­χο­θε­ρα­πευ­τὴς καὶ ἐκ­παι­δευ­τὴς ἐ­παγ­γελ­μα­τι­ῶν ψυ­χι­κῆς ὑ­γεί­ας στὴν συ­στη­μι­κὴ οἰ­κο­γε­νεια­κὴ θε­ρα­πεί­α. Ἀ­σχο­λεῖ­ται μὲ τὴν ποί­η­ση καὶ τὴν πε­ζο­γρα­φί­α. Δη­μο­σί­ευ­σε στὰ πε­ρι­ο­δι­κὰ ­δε­ο­δρό­μιοἘν­τευ­κτή­ριοΔέ­κα­τα καὶ στοὺς ἱ­στό­το­πους Πλα­νό­διον­στο­ρί­ες Μπον­ζά­ιΝέ­ο Πλα­νό­διον. Πρῶ­το του βι­βλί­ο: Γράμ­μα­τα σὲ ἕ­ναν συγ­γρα­φέ­α­ (ἐ­πι­στο­λι­κὴ νου­βέ­λα, Ἐκ­δό­σεις Γκο­βό­στη, 2020).


			

Κίμων Καλαμάρας: Una famiglia


Κί­μων Κα­λα­μά­ρας


Una Famiglia


 ΓΙΑΓΙΑ εἶ­χε ἑ­τοι­μά­σει ἀ­πὸ τὸ πρω­ὶ τυ­ρό­πι­τα, σπα­να­κό­πι­τα καὶ ψω­μί. Μό­λις ἔ­σβη­σε τὸ τη­γά­νι μὲ τὰ κε­φτε­δά­κια καὶ τὴν κόκ­κι­νη σάλ­τσα, ἄρ­χι­σε νὰ κό­βει τὶς πα­τά­τες. Ὁ παπ­ποὺς θὰ γύρ­να­γε ἀ­πὸ τὸ κα­φε­νεῖ­ο, λί­γο με­τὰ τὸ με­ση­μέ­ρι, βα­δί­ζον­τας ἀρ­γὰ-ἀρ­γά, μὲ τὸ μπα­στου­νά­κι νὰ στη­ρί­ζει τὸ ἑ­τοι­μόρ­ρο­πο βῆ­μα του, ἀ­φή­νον­τας σα­κοῦ­λες γε­μά­τες γα­ρι­δά­κια καὶ σο­κο­λά­τες στὸ τρα­πέ­ζι. Τὰ ἐγ­γό­νια, ὅ­λα πρῶ­το-ξά­δερ­φα, μέ­χρι δώ­δε­κα χρο­νῶν, εἶ­χαν μα­ζευ­τεῖ κά­τω ἀ­πὸ τὴν πέρ­γκο­λα. Εἶ­χε ἀ­φό­ρη­τη ζέ­στη, κον­τὰ στοὺς 40, καὶ οἱ πε­ρισ­σό­τε­ροι δὲν φό­ρα­γαν οὔ­τε πα­πού­τσια οὔ­τε σαν­δά­λια. Κά­ποι­οι εἶ­χαν πε­τά­ξει καὶ τὶς μπλοῦ­ζες. Τὸ πά­τω­μα, στὸ χρῶ­μα τοῦ τσι­μέν­του, ἂν δὲν τὸ κα­τά­βρε­χες ποὺ καὶ πού, ἔ­και­γε σὰν τη­γά­νι.

        Τὰ κάγ­κε­λα ποὺ στή­ρι­ζαν τὴν πέρ­γκο­λα χρη­σι­μο­ποι­οῦν­ταν συ­χνὰ γιὰ παι­χνί­δι. Πι­α­νό­σουν σὲ ἕ­να ἀ­πὸ αὐ­τὰ καὶ μὲ τὰ δυ­ό σου χέ­ρια, ἔ­τει­νες τὸ σῶ­μα σου γύ­ρω του, μέ­χρι νὰ ἐ­ξαν­τλη­θεῖ ἡ κι­νη­τι­κή σου ἐ­νέρ­γεια. Μι­κροὶ ἀ­κρο­βά­τες, ἐ­πί­δο­ξοι ὀ­λυμ­πι­ο­νί­κες… Ἄλ­λες φο­ρὲς τὰ πιὸ με­γά­λα ἀ­πὸ τὰ ἀ­γό­ρια, θὰ ἔπια­ναν ἕ­να που­λί, ἕ­να τζι­τζί­κι, κά­ποι­ο σκα­θά­ρι.

        Ὅ­ταν ἔ­φτα­σε ὁ παπ­πούς, τὰ παι­διὰ εἶ­χαν ἤ­δη μα­ζευ­τεῖ, κά­τω ἀ­πὸ τὴν πέρ­γκο­λα, γύ­ρω ἀ­πὸ μιὰ ὕ­πο­πτη σι­ω­πή. Μὲ τὸ ποὺ πλη­σί­α­σε, ἀ­πο­μα­κρύν­θη­καν, καὶ ξαφ­νι­κά, ἀ­κού­στη­κε κά­τι νὰ βομ­βί­ζει: Μιὰ χρυ­σό­μυ­γα προ­σπα­θοῦ­σε νὰ πε­τά­ξει, καὶ τὰ πρά­σι­να φτε­ρὰ της γυ­ά­λι­ζαν, κά­τω ἀ­πὸ τὴν δαν­τέ­λα ποὺ ἔ­πλε­καν τὰ ἄ­γου­ρα στα­φύ­λια μὲ τὰ φύλ­λα τῆς κλη­μα­τα­ριᾶς. Τὰ φτε­ρὰ της μπλέ­κον­ταν σὲ μιὰ λε­πτὴ πρά­σι­νη κλω­στή, μπερ­δεύ­ον­ταν στὸ σῶ­μα της. Τὸ πό­δι της ἦ­ταν δε­μέ­νο ἀ­πὸ τὴν κλω­στὴ καὶ ἡ κλω­στὴ ἦ­ταν δε­μέ­νη στὸ κάγ­κε­λο. Ξαφ­νι­κά, σὰν ἀ­ε­ρι­ω­θού­με­νο ποὺ ἐ­πι­χει­ρεῖ ἕ­ναν ἐ­πι­κίν­δυ­νο ἑ­λιγ­μό, ση­κώ­θη­κε ἀ­πὸ τὸ ἔ­δα­φος. Προ­σπά­θη­σε νὰ πε­τά­ξει ψη­λὰ ἀλ­λὰ ἡ κλω­στὴ τὴν τρά­βα­γε κά­τω, κά­νον­τας κύ­κλους στὰ τυ­φλά, γύ­ρω ἀ­πὸ τὸν ἄ­ξο­νά της. Γιὰ μιὰ στιγ­μὴ ἔ­μοια­ζε μὲ μᾶς: σὰ νὰ ἔ­κα­νε ἠ­θε­λη­μέ­να κά­ποι­α πε­ρί­τε­χνα ἀ­κρο­βα­τι­κά, σὰν νὰ ἤ­θε­λε νὰ ται­ριά­ξει, νὰ γί­νει μέ­λος τῆς δι­ευ­ρυ­μέ­νης αὐ­τῆς ἀν­θρώ­πι­νης οἰ­κο­γέ­νειας.

        Ἀ­φοῦ κα­τά­λα­βε τὴν αἰ­τί­α τῶν δει­νῶν της, τὸ ἔν­στι­κτό της συ­νέ­τει­νε σὲ μιὰ ἡ­ρω­ι­κὴ ἔ­ξο­δο. Ἕ­να ὑ­πό­κω­φο βου­η­τὸ τα­λάν­τευ­σε τὴν ἀ­τμό­σφαι­ρα. Τὰ φτε­ρὰ της λαμ­πύ­ρι­σαν κα­θὼς χτύ­πη­σαν τὸν ἀ­έ­ρα ρυθ­μι­κά. Ση­κώ­θη­κε ἀ­πὸ τὸ ἔ­δα­φος καὶ μὲ πρω­τό­γνω­ρη δύ­να­μη πέ­τα­ξε μὲ ὅ­λη της τὴν ψυ­χὴ μπρο­στά. Τό­τε, τὸ δε­μέ­νο της πο­δα­ρά­κι ἀ­πο­κολ­λή­θη­κε ἀ­πὸ τὸ σῶ­μα της. Γιὰ μιὰ στιγ­μὴ αἰ­ω­ρή­θη­κε στὸν ἀ­έ­ρα. Τὸ ρά­διο ἔ­παι­ζε κά­ποι­ο βαλ­σά­κι. Ἔ­πει­τα πέ­τα­ξε μα­κριά.

        Τὸ παι­χνί­δι εἶ­χε τε­λει­ώ­σει. Ἡ για­γιὰ εἶ­χε στρώ­σει τρα­πέ­ζι. Ὁ παπ­ποὺς μά­ζε­ψε τὰ ἐγ­γό­νια γύ­ρω του. Ἀ­φοῦ ἔ­φα­γαν, τὰ χώ­ρι­σε σὲ ὁ­μά­δες καὶ ἄρ­χι­σαν νὰ παί­ζουν ξε­ρή.



Πηγή: Πρώτη δημοσίευση.

Κί­μων Κα­λα­μά­ρας (Ἀ­θή­να, 1976). Εἶ­ναι ψυ­χο­λό­γος-ψυ­χο­θε­ρα­πευ­τὴς καὶ ἐκ­παι­δευ­τῆς ἐ­παγ­γελ­μα­τι­ῶν ψυ­χι­κῆς ὑ­γεί­ας στὴν συ­στη­μι­κὴ οἰ­κο­γε­νεια­κὴ θε­ρα­πεί­α. Ἀ­σχο­λεῖ­ται μὲ τὴν ποί­η­ση καὶ τὴν πε­ζο­γρα­φί­α. Δη­μο­σί­ευ­σε στὰ πε­ρι­ο­δι­κὰ Ἰ­δε­ο­δρό­μιο, Ἐν­τευ­κτή­ριο, Δέ­κα­τα καὶ στοὺς ἱ­στό­το­πους Πλα­νό­διον-Ἱ­στο­ρί­ες Μπον­ζά­ι, Νέ­ο Πλα­νό­διον. Πρῶ­το του βι­βλί­ο: Γράμ­μα­τα σὲ ἕ­ναν συγ­γρα­φέ­α­ (ἐ­πι­στο­λι­κὴ νου­βέ­λα, Ἐκ­δό­σεις Γκο­βό­στη, 2020).


Κίμων Καλαμάρας: Αὐτὸς εἶναι…

Kalamaras,Kimon-AytosEinai-Eikona-01


Κίμων Καλαμάρας


Αὐ­τὸς εἶ­ναι…

                                                                            Στὴ Μελίνα


01-ThitaΑ ΤΟΝ ΔΕΙΤΕ νὰ περ­νᾶ, τρέ­χον­τας σὲ ρυθ­μοὺς προ­θέρ­μαν­σης γύ­ρω ἀ­πὸ τὸ σπί­τι σας. Θὰ εἶ­ναι πρω­ί, πο­λὺ νω­ρὶς τὸ πρω­ί, καὶ ἴ­σως νὰ μὴν τὸν προ­λά­βε­τε ὅ­λες. Μά, μέ­χρι νὰ στρι­φο­γυ­ρί­σε­τε τὸ κορ­μί σας με­ρι­κὲς ἀ­κό­μη φο­ρὲς στὸ κρε­βά­τι, σὰ χα­δι­ά­ρι­κο γα­τί, θὰ ἔ­χει ξα­να­πε­ρά­σει. Πρω­ι­νὸ τρέ­ξι­μο πρὶν τὴν ἐρ­γα­σί­α. Τὸ ἐ­ρώ­τη­μα ὅ­μως στὸ ὁ­ποῖ­ο δὲν θὰ μπο­ρέ­σει νὰ σᾶς ἀ­παν­τή­σει, εἶ­ναι για­τί γυ­μνά­ζε­ται 35 χι­λι­ό­με­τρα μα­κριὰ ἀ­πὸ τὸ σπί­τι του καὶ μά­λι­στα τέ­τοι­α ὥ­ρα. Ἐ­σεῖς, στὸ με­τα­ξὺ θὰ ἔ­χε­τε γυ­ρί­σει ἄλ­λη μιὰ φο­ρὰ πλευ­ρό. Τὸ νυ­χτι­κὸ θὰ δι­πλω­θεῖ πρὸς τὰ πά­νω καὶ σὰν στά­χυ ποὺ λυ­γί­ζει στὸν ἄ­νε­μο, θὰ λάμ­ψει γιὰ λί­γο τὸ γυ­μνό σας κορ­μί. Τὸ δεύ­τε­ρο ἐ­ρώ­τη­μα τὸ ὁ­ποῖ­ο θὰ μεί­νει ἀ­να­πάν­τη­το ἀ­φο­ρᾶ τὴ δου­λειά του. Τί δου­λειὰ ἀ­λή­θεια κά­νει; Θὰ σᾶς πῶ ἐ­γώ, κυ­ρί­ες μου, ἂν καὶ ὁ ἴ­διος θὰ τὰ ἀρ­νη­θεῖ ὅ­λα. Ἔ­πει­τα ἀ­πὸ τὸ τρέ­ξι­μο, θ’ ἀ­νέ­βει στὸν Ὑ­μητ­τό, ἀ­πὸ τὴν πλευ­ρὰ ποὺ βρί­σκε­ται πιὸ κον­τὰ στὸ σπί­τι σας φυ­σι­κά. Χα­μο­γε­λών­τας, κα­θι­σμέ­νος σὲ μιὰ πέ­τρα, καὶ μὲ χρώ­μα­τα ἀ­να­πό­λη­σης ζω­γρα­φι­σμέ­να στὰ μά­τια, θὰ ἀν­τι­κρί­σει τὴν χρυ­σὴ μέ­ρα ποὺ σκαρ­φα­λώ­νει στὸν οὐ­ρα­νό. Θὰ βγά­λει τὸ μπλο­κά­κι του μή­πως προ­λά­βει νὰ σκα­ρώ­σει κά­ποι­ο ποί­η­μα, μή­πως ἡ ἔμ­πνευ­ση τὸν πα­ρα­σύ­ρει κον­τά σας μέ­σα ἀ­πὸ κά­ποι­ο σο­κά­κι μυ­στι­κό. Δὲν μπο­ροῦ­με νὰ γνω­ρί­ζου­με ἂν θὰ τὰ κα­τα­φέ­ρει μιᾶς καὶ αὐ­τὸ ποὺ ἀ­γα­πά­ει πιὸ πο­λὺ δεί­χνει νὰ εἶ­στε ἐ­σεῖς, ὄ­χι ἡ ποί­η­ση· ἢ μή­πως τὸ ἀν­τί­θε­το; Μέ­σα ἀ­πὸ τὴν ποί­η­ση προ­σπα­θεῖ νὰ σᾶς ἀγ­γί­ξει. Ἀλ­λὰ οἱ λέ­ξεις εἶ­ναι μό­νο σύμ­βο­λα καὶ ἀν­τι­κα­το­πτρι­σμοὶ καὶ σχέ­δια καὶ ἀ­να­μνή­σεις. Ψά­χνει κά­που νὰ δι­α­βά­σει ἐ­κεῖ­νες ποὺ ἔ­χει στὸ μυα­λό του, καὶ ποὺ σᾶς δεί­χνουν νὰ τοῦ κρα­τᾶ­τε τὸ χέ­ρι, ἐ­δῶ στὸ ὅ­ρος Ὑ­μητ­τός, πρό­σω­πο μὲ πρό­σω­πο. Μιὰ πε­τα­λού­δα, ἀν­τὶ γιὰ λου­λού­δι, κά­θε­ται σὲ ἕ­να πε­τα­μέ­νο πλα­στι­κὸ ἀ­πὸ πορ­το­κα­λά­δα· οἱ πρῶ­τες μαρ­γα­ρί­τες ἀν­θί­ζουν, μιὰ-δυ­ὸ πα­πα­ροῦ­νες χτί­ζουν ἕ­να ἀ­προσ­δι­ό­ρι­στο κέν­τρο. Ἡ πε­τα­λού­δα πε­τᾶ τώ­ρα σ’ ἕ­να λου­λού­δι, μα­ζεύ­ει τὴν γύ­ρη ἀ­πὸ τὴν πα­ρο­δι­κὴ αἰ­ω­νι­ό­τη­τα τῆς στιγ­μῆς καὶ ἔ­πει­τα ἀ­νοί­γει τὰ φτε­ρά.

         Εἶ­ναι ὁ μο­να­δι­κὸς ἀλ­λη­λο­γρά­φος ποὺ εἴ­χα­τε, καὶ ἂς μὴν τὸν γνω­ρί­ζα­τε κα­λὰ-κα­λά. Ἐ­κεῖ­νος ποὺ σᾶς ἐ­ξο­μο­λο­γή­θη­κε τὴν τε­λευ­ταί­α μέ­ρα τοῦ σχο­λεί­ου τὸν ἀ­θε­ρά­πευ­το ἔ­ρω­τά του, ὁ ἴ­διος ποὺ τὸν ἀ­φή­σα­τε νὰ πε­ρι­μέ­νει σὲ ἕ­να ξε­χα­σμέ­νο ση­μεῖ­ο συ­νάν­τη­σης, σὲ μιὰ ἐ­ρη­μι­κὴ λε­ω­φό­ρο, σὲ ἕ­να γυ­μνὸ ἀλ­σύλ­λιο. Εἴ­χα­τε πι­στέ­ψει πὼς πρέ­πει νὰ ἦ­ταν τρε­λός. Ναί, ὁ ἴ­διος ποὺ βλέ­πον­τάς τον, νι­ώ­σα­τε πὼς ἡ ζω­ὴ σας μα­ζί του μπο­ρεῖ νὰ εἶ­ναι ζων­τα­νὴ ζω­ὴ καὶ ὄ­χι νε­κρή· ποὺ χα­μο­γε­λού­σα­τε, κά­θε φο­ρὰ ποὺ φέρ­να­τε τὴν εἰ­κό­να του στὸ μυα­λό σας, κά­θε φο­ρὰ ποὺ συ­ναν­τι­ό­σα­σταν γιὰ ἕ­ναν πε­ρί­πα­το γύ­ρω ἀ­πὸ τὸν μη­τρο­πο­λι­τι­κὸ να­ό· στὰ σκα­λιά του στα­μα­τού­σα­τε καὶ ἀγ­γί­ζα­τε ὁ ἕ­νας τὸν ὦ­μο τοῦ ἄλ­λου. Πιὸ πέ­ρα ἡ βου­ὴ τῆς πό­λης ἔ­σβη­νε, κα­θὼς τὰ νυ­χτε­ρι­νὰ φῶ­τα τρε­μό­παι­ζαν σὰν μι­κρὰ νο­μί­σμα­τα ποὺ θάμ­πω­ναν γιὰ μιὰ στιγ­μή. Κρυ­φτή­κα­τε πί­σω ἀ­πὸ τὰ χα­λά­σμα­τα καὶ κά­να­τε… νὰ τὸ ὁ­μο­λο­γή­σω; Ναί, τε­λι­κὰ εἶ­ναι ὁ ἴ­διος ποὺ μὲ τὰ νυ­χτε­ρι­νὰ τη­λε­φω­νή­μα­τα καὶ τὴν πα­ρα­φο­ρὰ καὶ τὴν ἀ­πελ­πι­σί­α του, ἀ­παι­τοῦ­σε νὰ ἔ­χει τὴν ἀ­πο­κλει­στι­κό­τη­τά σας. Καὶ ἦ­ταν τε­λι­κὰ ἐ­κεῖ­νος, γιὰ τὸν ὁ­ποῖ­ο καὶ σεῖς οἱ ἴ­δι­ες εἴ­χα­τε μά­ται­α πο­νέ­σει.

       Μό­λις τώ­ρα κα­τέ­βη­κε ἀ­πὸ τὸν Ὑ­μητ­τό, ἀ­πο­τυγ­χά­νον­τας πα­νη­γυ­ρι­κά, νὰ ὁ­λο­κλη­ρώ­σει τὸ ποί­η­μα ποὺ εἶ­χε σκο­πὸ νὰ σᾶς ἀ­φή­σει σὲ μιὰ γω­νιὰ τοῦ κή­που. Τρέ­χον­τας ὅ­μως, μὲ ἀ­να­πτε­ρω­μέ­νο τὸ ἠ­θι­κό, ἀ­πὸ τὸν δρό­μο σας θὰ πε­ρά­σει ξα­νά.

       Ἡ σκέ­ψη νὰ σᾶς ἀν­τι­κρί­σει, πρό­σφα­τα ἀ­να­δύ­θη­κε καὶ σὰν τρε­λὴ ἐ­πι­θυ­μί­α, ἀ­ναρ­ρι­χή­θη­κε σι­ω­πη­ρά, δί­πλα ἀ­πὸ τὸν ἴ­σκιο τῶν ἡ­με­ρῶν ποὺ ἔ­φυ­γαν, κά­τω ἀ­πὸ τὴν αἴ­γλη μιᾶς πα­ρα­τε­τα­μέ­νης ἀρ­γί­ας.

       Τώ­ρα, θὰ ἔ­χε­τε ἤ­δη βγεῖ στὴν μι­κρή σας αὐ­λή. Ὁ ἀ­έ­ρας πτυ­χώ­νει τὸ νυ­χτι­κό· τὰ ἄν­θη ἔ­χουν ἀ­νοί­ξει καὶ ἀ­πε­λευ­θε­ρώ­νουν μιὰ λε­πτὴ μυ­ρω­διά. Στὸ πρό­σω­πό σας, μιὰ τυ­χαί­α ἐν­τύ­πω­ση ἀν­τι­μά­χε­ται μιὰ ἐ­ρω­τι­κὴ ἀ­νά­μνη­ση: εἶ­ναι Ἄ­νοι­ξη! Ξαφ­νι­κά, κά­τω ἀ­πὸ τὸ χλω­μὸ πρω­ι­νὸ τὰ μά­τια σας συ­ναν­τι­όν­ται, ἀν­ταλ­λάσ­σον­τας ἐ­κεί­νη τὴν σπί­θα ἀ­πὸ τὴν φλό­γα τοῦ ἰ­δε­α­τοῦ, ἀ­νυ­πό­κρι­του ἔ­ρω­τα ποὺ κά­πο­τε σᾶς συ­νέ­δε­ε.

       Ναί· ὁ ἄν­τρας αὐ­τός, ὁ κα­κὸς ἠ­θο­ποι­ὸς ποὺ ἀ­νι­χνεύ­ει τὴν πε­ρι­ο­χή… ὁ ποι­η­τής! Ὁ ὑ­πο­μο­νε­τι­κὸς ἐρ­γά­της τῶν λέ­ξε­ων· ὁ σκα­πα­νέ­ας τοῦ χα­μέ­νου χρό­νου· ὁ λα­ξευ­τὴς τῶν εὐ­και­ρι­ῶν ποὺ χά­θη­καν καὶ ἐ­κεί­νων ποὺ θὰ ἔρ­θουν… Κα­τα­δι­κα­σμέ­νος σὲ αἰ­ώ­νια ἀ­να­χώ­ρη­ση, σὲ αἰ­ώ­νια ἐ­πι­στρο­φή: «Νὰ εἶ­ναι ἄ­ρα­γε πο­λὺ ἀρ­γά…ἢ μή­πως εἶ­ναι πο­λὺ νω­ρίς;» ἀ­να­ρω­τι­έ­ται, κα­θὼς ἔ­πει­τα ἀ­πὸ εἴ­κο­σι χρό­νια, ἀ­πὸ τὸ σπί­τι σας θὰ τὸν δεῖ­τε νὰ περ­νά­ει ξα­νά…


Bonsai-03c-GiaIstologio-04


 

Πηγή: Πρώτη δημοσίευση.

 

Κί­μων Κα­λα­μά­ρας (Ἀθή­να, 1976). Ἐργάζεται ὡς σύμβουλος ψυχικῆς ὑγείας. Ἔχει πρῶτο πτυχίο (Bsc) στὴν ψυχολογία. Εἶναι ἐκπαιδευόμενος Συστημικὸς Ψυχοθεραπευτὴς-Θεραπευτὴς Οικογένειας (EFTA). Ἀσχο­λεῖται μὲ τήν πε­ζο­γρα­φί­α καὶ τήν ποί­η­ση.

 

 

Κίμων Καλαμάρας: Ὁ γιατρός

.

Kalamaras,Kimon-OGiatros-Eikona-01

.

Κί­μων Κα­λα­μά­ρας

 

Ὁ για­τρός

.

03-EpsilonΞΕΤΑΣΕ ΤΟ ΔΩΜΑΤΙΟ πε­ρι­φέ­ρον­τας τὶς μπί­λι­ες τῶν μα­τι­ῶν του ἀ­ρι­στε­ρὰ-δε­ξιά, ὅ­πως τὰ κουρ­δι­στὰ κου­κλά­κια ποὺ κοι­μί­ζουν τὰ παι­διά. Οἱ ἀ­νοι­χτό­χρω­μοι κι­τρι­νω­ποὶ τοῖ­χοι τὸν ὑ­πέ­βα­λαν σὲ ἕ­να εἶ­δος νο­σταλ­γί­ας καὶ ἀ­πά­θειας ταυ­τό­χρο­να. Μό­νο ποὺ δὲν εἶ­χε κα­μί­α πρό­σφα­τη μνή­μη ποὺ ἄ­ξι­ζε νὰ ἀ­να­κα­λέ­σει. Ἔ­τσι, πρό­θυ­μα σχε­δόν, ἀ­φη­νό­ταν νὰ τὸν κα­τα­πι­εῖ ἡ ἀ­πά­θεια. Πί­σω ἀ­πὸ τὶς μι­σά­νοι­χτες κουρ­τί­νες, με­ρι­κὰ πεῦ­κα, μιὰ αὐ­λὴ στρω­μέ­νη μὲ χα­λί­κια, λι­γο­στὰ αὐ­το­κί­νη­τα παρ­κα­ρι­σμέ­να ἐ­δῶ καὶ κεῖ καὶ μιὰ πε­λώ­ρια λευ­κὴ πόρ­τα στὸ βά­θος, νὰ χά­σκει ὀρ­θά­νοι­χτη.

            Ὅ­ταν μπῆ­κε μέ­σα ὁ για­τρός, ἔ­νι­ω­σε νὰ θέ­λει νὰ χα­μο­γε­λά­σει, ἀλ­λὰ τὸ πρό­σω­πό του εἶ­χε στε­γνώ­σει ἀ­πὸ κά­θε συ­ναί­σθη­μα. Φό­ρα­γε τὴν λευ­κή του ρόμπα, σὰν νὰ ἤ­θε­λε νὰ το­νί­σει ἀ­κό­μη πε­ρισ­σό­τε­ρο τὴν ὑ­γεί­α του, τὴν ἀ­πό­στα­ση ποὺ εἶ­χε τώ­ρα ἀ­πὸ ὅλους, ἀπὸ τὸ κάθε τι. Τὸ πρό­σω­πό του ἦ­ταν ρο­δα­λό, χα­ρού­με­νο,  ἐνῶ τὸ μέτωπό του γυάλιζε κάτω ἀπὸ τὰ ἀραιά του μαλλιά. Τὸν πλη­σί­α­σε μὲ κά­τι χαρ­τιὰ στὸ ἕ­να χέ­ρι καὶ ἔ­κα­τσε στὸ ἄ­δει­ο κρε­βά­τι. Ἔ­ψα­ξε στὰ τυ­φλὰ τὴν τσέ­πη τῆς ρόμπας του καὶ κάρ­φω­σε ἐ­κεῖ τὸ στυ­λό. Ὁ ἀ­σθε­νὴς ἔ­δω­σε τό­τε μιὰ ὤ­θη­ση στὸ σῶ­μα του καὶ ἀ­να­ση­κώ­θη­κε. Κά­θι­σε ἀν­τι­κρι­στὰ ἀ­πὸ τὸν για­τρό, μὲ καμ­που­ρι­α­σμέ­νη τὴν πλά­τη καὶ μὲ τὸ βλέμ­μα του στε­γνό, πέν­θι­μο.

            «Πῶς εἶσαι»; Τοῦ ἀ­πευ­θύν­θη­κε ὁ για­τρός. Δὲν τοῦ ἀ­πάν­τη­σε. Μό­νο ποὺ ἐ­κεῖ­νο τὸ χα­μό­γε­λο ποὺ νω­ρί­τε­ρα δὲν μπο­ροῦ­σε νὰ ἐκ­φρά­σει, τώ­ρα ἔ­μοια­ζε νὰ παίρ­νει κά­ποι­α ὑ­πο­τυ­πώ­δη μορ­φή.

            «Θὰ ση­κω­θεῖς κα­θό­λου; Ἔ­χου­με νὰ κά­νου­με ἐ­πί­σκε­ψη. Μό­νος μου θὰ τὴν κά­νω πά­λι;», ρώ­τη­σε μὲ ἀ­στεῖ­ο, θε­α­τρι­κὸ σχε­δὸν τό­νο ὁ για­τρός. Τὸ πρό­σω­πο τοῦ ἀ­σθε­νῆ συ­σπά­στη­κε, κοί­τα­ξε τὸν για­τρὸ στὰ μά­τια καὶ προ­σπά­θη­σε νὰ γε­λά­σει. Ἦ­ταν σὰν μιὰ ἀ­νοι­ξι­ά­τι­κη αὔ­ρα νὰ ἐμ­φύ­ση­σε λί­γη ζω­ὴ καὶ κά­ποι­α δείγ­μα­τα χα­ρᾶς στὸ ξύ­λι­νο πρό­σω­πό του. Στιγ­μια­ία ἔ­νι­ω­σαν καὶ οἱ δύο μί­α ψυ­χι­κὴ σύν­δε­ση, τό­σο ἀ­δι­ό­ρα­τη, ὅ­σο καὶ τὸ ἄγ­γιγ­μα μιᾶς κουρ­τί­νας κα­θὼς τὴν φυ­σά­ει ἕ­να ἀ­ε­ρά­κι πρὸς τὸ μέ­ρος σου.

            Ὁ για­τρὸς ση­κώ­θη­κε καὶ ἔ­κλει­σε τὸ πα­ρά­θυ­ρο καὶ ὁ ἀ­έ­ρας στα­μά­τη­σε. Ἡ κουρ­τί­να ἄ­ψυ­χη πά­λι, κρε­μό­ταν σὰν φάν­τα­σμα, κρύ­βον­τας κά­πως τὴν θέ­α στὴν αὐ­λή.

            Ὁ ἀ­σθε­νὴς τό­τε θυ­μή­θη­κε τὶς μέ­ρες ποὺ ἐρ­γα­ζό­ταν σὰν ἐ­πι­με­λη­τὴς στὴν ψυ­χι­α­τρι­κὴ πτέ­ρυ­γα, ὅ­που τώ­ρα νο­ση­λευ­ό­ταν. Θέ­λη­σε νὰ ση­κω­θεῖ, νὰ βά­λει τὴν δική του ρόμπα. «Εἶναι τώ­ρα ἡ ὥ­ρα γιὰ τὴν ἐ­πί­σκε­ψη»; ρώ­τη­σε τὸ για­τρό. «Θὰ ξε­κι­νή­σου­με ἀ­πὸ αὔ­ριο, ποὺ θὰ εἶ­σαι κα­λύ­τε­ρα» τοῦ ἀ­πάν­τη­σε ἐ­κεῖ­νος, καὶ φεύ­γον­τας ἀ­πὸ τὸ δω­μά­τιο ἡ τε­λευ­ταί­α εἰ­κό­να ποὺ πρό­λα­βε νὰ συγ­κρα­τή­σει ὁ ἀ­σθε­νὴς ἦ­ταν ἡ ρόμπα ποὺ ἀ­νέ­μι­ζε κα­θὼς πί­σω της ἔ­κλει­νε ἡ πόρ­τα. Ἄ­φη­σε τὸ σῶ­μα του νὰ πέ­σει στὸ κρε­βά­τι καὶ συ­νέ­χι­σε νὰ ἐ­ξε­ρευ­νᾶ τὸ τα­βά­νι μὲ τὰ κί­τρι­να μά­τια του.

.

Bonsai-03c-GiaIstologio-04.

Πη­γή: Πρώ­τη δη­μο­σί­ευ­ση.

Κί­μων Κα­λα­μά­ρας (Ἀθή­να, 1976). Σπού­δα­σε σὲ Δη­μό­σιο ΙΕΚ Λο­γι­στικὰ καὶ τώ­ρα σπου­δά­ζει Ψυ­χο­λο­γί­α. Ἀσχο­λεῖται μὲ τήν πε­ζο­γρα­φί­α καὶ τήν ποί­η­ση.

.

Κίμων Καλαμάρας: Οἱ ἀλεξιπτωτιστές

 

 

Κίμων Καλαμάρας

 

Οἱ ἀ­λε­ξι­πτω­τι­στές

 

ΟΝ ΚΑΙΡΟ ΠΟΥ Ο ΠΟΛΕΜΟΣ εἶ­χε στα­μα­τή­σει, ἔ­βλε­πες τοὺς ἀ­λε­ξι­πτω­τι­στὲς λί­γο ἔ­ξω ἀ­πὸ τὸ ἀ­ε­ρο­δρό­μιο, πί­σω ἀ­πὸ τοὺς χλω­μοὺς λό­φους, σὲ ἕ­ναν εἰ­δι­κὰ δι­α­μορ­φω­μέ­νο χῶ­ρο, νὰ προ­σγει­ώ­νον­ται πά­νω σὲ κόκ­κι­να ση­μά­δια. Δὲν ὑ­πῆρ­χαν δέν­τρα σὲ ἀ­κτί­να χι­λι­ο­μέ­τρων. Μό­νο θα­μνώ­δης βλά­στη­ση ἐ­δῶ καὶ κεῖ. Καί, ἂν τοὺς κοί­τα­ζες ἀ­πὸ κον­τά, μό­νο τό­τε κα­τα­λά­βαι­νες ὅ­τι πρό­κει­ται γιὰ κά­ποι­α ἄ­σκη­ση καὶ ὅ­τι δὲν ὑ­πῆρ­χε πλέ­ον λό­γος ἀ­νη­συ­χί­ας. Δι­έ­κρι­νες ἕ­να ὁ­λό­κλη­ρο φά­σμα ἀ­πὸ ἀ­νε­ξι­χνί­α­στα χα­μό­γε­λα, ἐ­κεῖ­να τὰ λί­γα δευ­τε­ρό­λε­πτα πρὶν ἀ­κουμ­πή­σουν στὸ ἔ­δα­φος καὶ ἀ­παγ­κι­στρω­θοῦν ἀ­πὸ τοὺς πε­ρί­πλο­κους μη­χα­νι­σμούς.

       Μὲ μιὰ πιὸ προ­σε­κτι­κὴ μα­τιά, δὲν ἤ­σουν σί­γου­ρος ἂν αὐ­τὸ τὸ πε­ρί­ερ­γο μει­δί­α­μα προ­ερ­χό­ταν ἀ­πὸ τὴν ἀ­να­κού­φι­ση πὼς ἡ ἄ­σκη­ση τε­λεί­ω­νε. Για­τί, πα­ρό­τι ἦ­ταν ἁ­πλὰ μιὰ ἄ­σκη­ση ὁ κίν­δυ­νος ἀ­τυ­χή­μα­τος ἦ­ταν ἀρ­κε­τὰ με­γά­λος. Ἢ γιὰ τὴν ἀ­κρί­βεια, στὴν σπά­νια πε­ρί­πτω­ση ποὺ ὁ μη­χα­νι­σμὸς δὲν λει­τουρ­γοῦ­σε, ἀ­κό­μα καὶ ἡ πε­ρί­ο­δος τῆς εἰ­ρή­νης ποὺ δι­α­νύ­α­με θὰ ἀ­πο­δει­κνυ­ό­ταν θα­νά­σι­μη. Ἐ­πι­πλέ­ον δὲν ἤ­σουν σί­γου­ρος ἂν τὸ τε­λευ­ταῖ­ο αὐ­τὸ χα­μό­γε­λο δὲν ἦ­ταν μιὰ κά­ποι­α στε­να­χώ­ρια κε­κα­λυμ­μέ­νη. Δι­ό­τι ἀ­ναμ­φι­σβή­τη­τα τὸ νὰ εἶ­σαι ἀ­λε­ξι­πτω­τι­στής, πέ­ραν κά­θε κιν­δύ­νου, εἶ­ναι ἕ­να ἐ­πάγ­γελ­μα ποὺ μπο­ρεῖ νὰ σοῦ προ­σφέ­ρει τρο­με­ρὲς συγ­κι­νή­σεις, εἰ­δι­κὰ αὐ­τὲς τὶς ξέ­γνοια­στες μέ­ρες. Ἴ­σως δη­λα­δὴ τὸ μει­δί­α­μα ποὺ ἄ­φη­νε μιὰ ὑ­πο­ψί­α γλυ­κό­πι­κρης γεύ­σης νὰ προ­ερ­χό­ταν ἀ­κρι­βῶς ἀ­πὸ τὸ γε­γο­νὸς πὼς ἡ πτή­ση τε­λεί­ω­νε μὲ τὸ ποὺ ἀ­κουμ­ποῦ­σες τὸ πό­δι σου πά­νω στὸ κόκ­κι­νο ση­μά­δι.

       Ἂν πά­ρου­με ὑ­πο­θε­τι­κὰ τὴν δεύ­τε­ρη αὐ­τὴ πε­ρί­πτω­ση γιὰ ἀ­λή­θεια, τό­τε ἴ­σως θὰ μπο­ρού­σα­με νὰ ἐ­ξη­γή­σου­με τὴν ἄ­χα­ρη κί­νη­ση ποὺ ἔ­κα­ναν ἔ­πει­τα οἱ ἀ­λε­ξι­πτω­τι­στές, κα­θὼς στη­ρί­ζον­ταν στὸ ἔ­δα­φος καὶ ἀ­παγ­κί­στρω­ναν, μὲ μιὰ ἰ­δέ­α νο­σταλ­γί­ας κοι­τά­ζον­τας ψη­λά, τὸ ἀ­λε­ξί­πτω­το ἀ­πὸ τοὺς ὤ­μους τους. Ὁ σκο­πός τους εἶ­χε τε­λει­ώ­σει.

       Τό­σο ξαφ­νι­κὰ ὅ­πως ὅ­ταν ἀν­τι­λαμ­βά­νε­σαι λί­γο με­τὰ τὴν παι­δι­κὴ ἡ­λι­κί­α τὴν ψυ­χή σου ποὺ ἀ­παγ­κι­στρώ­νε­ται ἀ­πὸ τοὺς θλιμ­μέ­νους σου ὤ­μους. Τό­τε ποὺ νι­ώ­θεις πὼς κά­ποι­ος σοῦ κό­βει τὰ κο­σμι­κὰ σχοι­νιὰ ποὺ σὲ συ­νέ­δε­ε­αν μὲ ἕ­να ἀ­ό­ρα­το ἀ­λε­ξί­πτω­το. Ἀ­κουμ­πᾶς στὴν γῆ. Δὲν ξέ­ρεις ἂν πρέ­πει νὰ χαί­ρε­σαι. Εἶ­ναι ἕ­να αἴ­σθη­μα ἀ­να­κού­φι­σης ἢ κά­τι γιὰ νὰ λυ­πᾶ­σαι; Κά­τι ἀ­νά­με­σα ἀ­πὸ αὐ­τὰ τὰ δύο συ­ναι­σθή­μα­τα. Κά­τι πί­σω ἀ­πὸ αὐ­τά. Ἕ­να μι­κρὸ πρω­τό­γνω­ρο ἄγ­χος καὶ μιὰ ἀ­πύθ­με­νη ἀ­γω­νί­α. Μιὰ ἀ­πο­ρί­α. Δὲν μπο­ρεῖς νὰ συ­ναρ­μο­λο­γή­σεις τὸ συ­ναί­σθη­μα οὔ­τε νὰ τὸ ὀ­νο­μά­σεις. Μιὰ ἀ­που­σί­α προ­στα­σί­ας, ἴ­σως νὰ πλη­σιά­ζει σὲ αὐ­τὸ ποὺ πραγ­μα­τι­κὰ νι­ώ­θεις. Μιὰ συ­ναί­σθη­ση κά­ποι­ας ἐ­λευ­θε­ρί­ας ποὺ σὲ συ­νο­δεύ­ει ἀ­δι­ά­κο­πα σὰν μιὰ κα­τά­ρα γιά… ὅ­σο δι­αρ­κέ­σεις.

       Χα­μο­γε­λᾶς ἀ­μή­χα­να σὰν νὰ μὴν συ­νέ­βη αὐ­τὸ ποὺ ὑ­πο­πτεύ­ε­σαι. Μὰ σχε­δὸν δὲν κα­τα­νο­εῖς τί ἀ­κρι­βῶς ὑ­πο­πτεύ­θη­κες.

       Ἔ­τσι, πο­ρεύ­ε­σαι, μα­ζεύ­ον­τας τὰ ὑ­φά­σμα­τα τῶν ψυ­χι­κῶν σου δυ­νά­με­ων. Περ­πα­τᾶς μό­νος. Δὲν σὲ προ­φυ­λάσ­σει ἐ­πι­τέ­λους κα­νείς. Ἴ­σως νὰ μὴν χρει­ά­ζε­ται καὶ κά­ποι­ος γιὰ νὰ τὸ κά­νει, τώ­ρα πιὰ ποὺ εἶ­σαι καὶ μὲ τὰ δυ­ό σου πό­δια πά­νω στὴν γῆ.

       Κά­πως ἔ­τσι ἴ­σως νὰ νι­ώ­θουν καὶ οἱ ἀ­λε­ξι­πτω­τι­στὲς κα­θὼς ἀ­κουμ­πᾶ­νε στὰ κόκ­κι­να ση­μά­δια, μα­ζεύ­ον­τας τὸν ἄ­χρη­στο πλέ­ον ἐ­ξο­πλι­σμό. Ἀλ­λὰ τὸ τε­λευ­ταῖ­ο τους μει­δί­α­μα πα­ρα­μέ­νει ἀ­προ­σπέ­λα­στο στὴν νό­η­σή σου, κά­τι ποὺ ἀ­παι­τεῖ κου­ρά­γιο γιὰ νὰ μπο­ρέ­σεις νὰ τὸ προ­φέ­ρεις.

 

  

Πηγή: Πρώτη δημοσίευση.

 

Κί­μων Καλα­μά­ρας (Ἀ­θή­να, 1976). Σπούδασε σὲ Δη­μό­σιο ΙΕΚ Λο­γι­στι­κὰ καὶ τώ­ρα σπου­δά­ζει Ψυ­χο­λο­γί­α. Ἀσχολεῖται μὲ τὴν πε­ζο­γρα­φί­α καὶ τὴν ποί­η­ση.