Κίμων Καλαμάρας: Αὐτὸς εἶναι…

Kalamaras,Kimon-AytosEinai-Eikona-01


Κίμων Καλαμάρας


Αὐ­τὸς εἶ­ναι…

                                                                            Στὴ Μελίνα


01-ThitaΑ ΤΟΝ ΔΕΙΤΕ νὰ περ­νᾶ, τρέ­χον­τας σὲ ρυθ­μοὺς προ­θέρ­μαν­σης γύ­ρω ἀ­πὸ τὸ σπί­τι σας. Θὰ εἶ­ναι πρω­ί, πο­λὺ νω­ρὶς τὸ πρω­ί, καὶ ἴ­σως νὰ μὴν τὸν προ­λά­βε­τε ὅ­λες. Μά, μέ­χρι νὰ στρι­φο­γυ­ρί­σε­τε τὸ κορ­μί σας με­ρι­κὲς ἀ­κό­μη φο­ρὲς στὸ κρε­βά­τι, σὰ χα­δι­ά­ρι­κο γα­τί, θὰ ἔ­χει ξα­να­πε­ρά­σει. Πρω­ι­νὸ τρέ­ξι­μο πρὶν τὴν ἐρ­γα­σί­α. Τὸ ἐ­ρώ­τη­μα ὅ­μως στὸ ὁ­ποῖ­ο δὲν θὰ μπο­ρέ­σει νὰ σᾶς ἀ­παν­τή­σει, εἶ­ναι για­τί γυ­μνά­ζε­ται 35 χι­λι­ό­με­τρα μα­κριὰ ἀ­πὸ τὸ σπί­τι του καὶ μά­λι­στα τέ­τοι­α ὥ­ρα. Ἐ­σεῖς, στὸ με­τα­ξὺ θὰ ἔ­χε­τε γυ­ρί­σει ἄλ­λη μιὰ φο­ρὰ πλευ­ρό. Τὸ νυ­χτι­κὸ θὰ δι­πλω­θεῖ πρὸς τὰ πά­νω καὶ σὰν στά­χυ ποὺ λυ­γί­ζει στὸν ἄ­νε­μο, θὰ λάμ­ψει γιὰ λί­γο τὸ γυ­μνό σας κορ­μί. Τὸ δεύ­τε­ρο ἐ­ρώ­τη­μα τὸ ὁ­ποῖ­ο θὰ μεί­νει ἀ­να­πάν­τη­το ἀ­φο­ρᾶ τὴ δου­λειά του. Τί δου­λειὰ ἀ­λή­θεια κά­νει; Θὰ σᾶς πῶ ἐ­γώ, κυ­ρί­ες μου, ἂν καὶ ὁ ἴ­διος θὰ τὰ ἀρ­νη­θεῖ ὅ­λα. Ἔ­πει­τα ἀ­πὸ τὸ τρέ­ξι­μο, θ’ ἀ­νέ­βει στὸν Ὑ­μητ­τό, ἀ­πὸ τὴν πλευ­ρὰ ποὺ βρί­σκε­ται πιὸ κον­τὰ στὸ σπί­τι σας φυ­σι­κά. Χα­μο­γε­λών­τας, κα­θι­σμέ­νος σὲ μιὰ πέ­τρα, καὶ μὲ χρώ­μα­τα ἀ­να­πό­λη­σης ζω­γρα­φι­σμέ­να στὰ μά­τια, θὰ ἀν­τι­κρί­σει τὴν χρυ­σὴ μέ­ρα ποὺ σκαρ­φα­λώ­νει στὸν οὐ­ρα­νό. Θὰ βγά­λει τὸ μπλο­κά­κι του μή­πως προ­λά­βει νὰ σκα­ρώ­σει κά­ποι­ο ποί­η­μα, μή­πως ἡ ἔμ­πνευ­ση τὸν πα­ρα­σύ­ρει κον­τά σας μέ­σα ἀ­πὸ κά­ποι­ο σο­κά­κι μυ­στι­κό. Δὲν μπο­ροῦ­με νὰ γνω­ρί­ζου­με ἂν θὰ τὰ κα­τα­φέ­ρει μιᾶς καὶ αὐ­τὸ ποὺ ἀ­γα­πά­ει πιὸ πο­λὺ δεί­χνει νὰ εἶ­στε ἐ­σεῖς, ὄ­χι ἡ ποί­η­ση· ἢ μή­πως τὸ ἀν­τί­θε­το; Μέ­σα ἀ­πὸ τὴν ποί­η­ση προ­σπα­θεῖ νὰ σᾶς ἀγ­γί­ξει. Ἀλ­λὰ οἱ λέ­ξεις εἶ­ναι μό­νο σύμ­βο­λα καὶ ἀν­τι­κα­το­πτρι­σμοὶ καὶ σχέ­δια καὶ ἀ­να­μνή­σεις. Ψά­χνει κά­που νὰ δι­α­βά­σει ἐ­κεῖ­νες ποὺ ἔ­χει στὸ μυα­λό του, καὶ ποὺ σᾶς δεί­χνουν νὰ τοῦ κρα­τᾶ­τε τὸ χέ­ρι, ἐ­δῶ στὸ ὅ­ρος Ὑ­μητ­τός, πρό­σω­πο μὲ πρό­σω­πο. Μιὰ πε­τα­λού­δα, ἀν­τὶ γιὰ λου­λού­δι, κά­θε­ται σὲ ἕ­να πε­τα­μέ­νο πλα­στι­κὸ ἀ­πὸ πορ­το­κα­λά­δα· οἱ πρῶ­τες μαρ­γα­ρί­τες ἀν­θί­ζουν, μιὰ-δυ­ὸ πα­πα­ροῦ­νες χτί­ζουν ἕ­να ἀ­προσ­δι­ό­ρι­στο κέν­τρο. Ἡ πε­τα­λού­δα πε­τᾶ τώ­ρα σ’ ἕ­να λου­λού­δι, μα­ζεύ­ει τὴν γύ­ρη ἀ­πὸ τὴν πα­ρο­δι­κὴ αἰ­ω­νι­ό­τη­τα τῆς στιγ­μῆς καὶ ἔ­πει­τα ἀ­νοί­γει τὰ φτε­ρά.

         Εἶ­ναι ὁ μο­να­δι­κὸς ἀλ­λη­λο­γρά­φος ποὺ εἴ­χα­τε, καὶ ἂς μὴν τὸν γνω­ρί­ζα­τε κα­λὰ-κα­λά. Ἐ­κεῖ­νος ποὺ σᾶς ἐ­ξο­μο­λο­γή­θη­κε τὴν τε­λευ­ταί­α μέ­ρα τοῦ σχο­λεί­ου τὸν ἀ­θε­ρά­πευ­το ἔ­ρω­τά του, ὁ ἴ­διος ποὺ τὸν ἀ­φή­σα­τε νὰ πε­ρι­μέ­νει σὲ ἕ­να ξε­χα­σμέ­νο ση­μεῖ­ο συ­νάν­τη­σης, σὲ μιὰ ἐ­ρη­μι­κὴ λε­ω­φό­ρο, σὲ ἕ­να γυ­μνὸ ἀλ­σύλ­λιο. Εἴ­χα­τε πι­στέ­ψει πὼς πρέ­πει νὰ ἦ­ταν τρε­λός. Ναί, ὁ ἴ­διος ποὺ βλέ­πον­τάς τον, νι­ώ­σα­τε πὼς ἡ ζω­ὴ σας μα­ζί του μπο­ρεῖ νὰ εἶ­ναι ζων­τα­νὴ ζω­ὴ καὶ ὄ­χι νε­κρή· ποὺ χα­μο­γε­λού­σα­τε, κά­θε φο­ρὰ ποὺ φέρ­να­τε τὴν εἰ­κό­να του στὸ μυα­λό σας, κά­θε φο­ρὰ ποὺ συ­ναν­τι­ό­σα­σταν γιὰ ἕ­ναν πε­ρί­πα­το γύ­ρω ἀ­πὸ τὸν μη­τρο­πο­λι­τι­κὸ να­ό· στὰ σκα­λιά του στα­μα­τού­σα­τε καὶ ἀγ­γί­ζα­τε ὁ ἕ­νας τὸν ὦ­μο τοῦ ἄλ­λου. Πιὸ πέ­ρα ἡ βου­ὴ τῆς πό­λης ἔ­σβη­νε, κα­θὼς τὰ νυ­χτε­ρι­νὰ φῶ­τα τρε­μό­παι­ζαν σὰν μι­κρὰ νο­μί­σμα­τα ποὺ θάμ­πω­ναν γιὰ μιὰ στιγ­μή. Κρυ­φτή­κα­τε πί­σω ἀ­πὸ τὰ χα­λά­σμα­τα καὶ κά­να­τε… νὰ τὸ ὁ­μο­λο­γή­σω; Ναί, τε­λι­κὰ εἶ­ναι ὁ ἴ­διος ποὺ μὲ τὰ νυ­χτε­ρι­νὰ τη­λε­φω­νή­μα­τα καὶ τὴν πα­ρα­φο­ρὰ καὶ τὴν ἀ­πελ­πι­σί­α του, ἀ­παι­τοῦ­σε νὰ ἔ­χει τὴν ἀ­πο­κλει­στι­κό­τη­τά σας. Καὶ ἦ­ταν τε­λι­κὰ ἐ­κεῖ­νος, γιὰ τὸν ὁ­ποῖ­ο καὶ σεῖς οἱ ἴ­δι­ες εἴ­χα­τε μά­ται­α πο­νέ­σει.

       Μό­λις τώ­ρα κα­τέ­βη­κε ἀ­πὸ τὸν Ὑ­μητ­τό, ἀ­πο­τυγ­χά­νον­τας πα­νη­γυ­ρι­κά, νὰ ὁ­λο­κλη­ρώ­σει τὸ ποί­η­μα ποὺ εἶ­χε σκο­πὸ νὰ σᾶς ἀ­φή­σει σὲ μιὰ γω­νιὰ τοῦ κή­που. Τρέ­χον­τας ὅ­μως, μὲ ἀ­να­πτε­ρω­μέ­νο τὸ ἠ­θι­κό, ἀ­πὸ τὸν δρό­μο σας θὰ πε­ρά­σει ξα­νά.

       Ἡ σκέ­ψη νὰ σᾶς ἀν­τι­κρί­σει, πρό­σφα­τα ἀ­να­δύ­θη­κε καὶ σὰν τρε­λὴ ἐ­πι­θυ­μί­α, ἀ­ναρ­ρι­χή­θη­κε σι­ω­πη­ρά, δί­πλα ἀ­πὸ τὸν ἴ­σκιο τῶν ἡ­με­ρῶν ποὺ ἔ­φυ­γαν, κά­τω ἀ­πὸ τὴν αἴ­γλη μιᾶς πα­ρα­τε­τα­μέ­νης ἀρ­γί­ας.

       Τώ­ρα, θὰ ἔ­χε­τε ἤ­δη βγεῖ στὴν μι­κρή σας αὐ­λή. Ὁ ἀ­έ­ρας πτυ­χώ­νει τὸ νυ­χτι­κό· τὰ ἄν­θη ἔ­χουν ἀ­νοί­ξει καὶ ἀ­πε­λευ­θε­ρώ­νουν μιὰ λε­πτὴ μυ­ρω­διά. Στὸ πρό­σω­πό σας, μιὰ τυ­χαί­α ἐν­τύ­πω­ση ἀν­τι­μά­χε­ται μιὰ ἐ­ρω­τι­κὴ ἀ­νά­μνη­ση: εἶ­ναι Ἄ­νοι­ξη! Ξαφ­νι­κά, κά­τω ἀ­πὸ τὸ χλω­μὸ πρω­ι­νὸ τὰ μά­τια σας συ­ναν­τι­όν­ται, ἀν­ταλ­λάσ­σον­τας ἐ­κεί­νη τὴν σπί­θα ἀ­πὸ τὴν φλό­γα τοῦ ἰ­δε­α­τοῦ, ἀ­νυ­πό­κρι­του ἔ­ρω­τα ποὺ κά­πο­τε σᾶς συ­νέ­δε­ε.

       Ναί· ὁ ἄν­τρας αὐ­τός, ὁ κα­κὸς ἠ­θο­ποι­ὸς ποὺ ἀ­νι­χνεύ­ει τὴν πε­ρι­ο­χή… ὁ ποι­η­τής! Ὁ ὑ­πο­μο­νε­τι­κὸς ἐρ­γά­της τῶν λέ­ξε­ων· ὁ σκα­πα­νέ­ας τοῦ χα­μέ­νου χρό­νου· ὁ λα­ξευ­τὴς τῶν εὐ­και­ρι­ῶν ποὺ χά­θη­καν καὶ ἐ­κεί­νων ποὺ θὰ ἔρ­θουν… Κα­τα­δι­κα­σμέ­νος σὲ αἰ­ώ­νια ἀ­να­χώ­ρη­ση, σὲ αἰ­ώ­νια ἐ­πι­στρο­φή: «Νὰ εἶ­ναι ἄ­ρα­γε πο­λὺ ἀρ­γά…ἢ μή­πως εἶ­ναι πο­λὺ νω­ρίς;» ἀ­να­ρω­τι­έ­ται, κα­θὼς ἔ­πει­τα ἀ­πὸ εἴ­κο­σι χρό­νια, ἀ­πὸ τὸ σπί­τι σας θὰ τὸν δεῖ­τε νὰ περ­νά­ει ξα­νά…


Bonsai-03c-GiaIstologio-04


 

Πηγή: Πρώτη δημοσίευση.

 

Κί­μων Κα­λα­μά­ρας (Ἀθή­να, 1976). Ἐργάζεται ὡς σύμβουλος ψυχικῆς ὑγείας. Ἔχει πρῶτο πτυχίο (Bsc) στὴν ψυχολογία. Εἶναι ἐκπαιδευόμενος Συστημικὸς Ψυχοθεραπευτὴς-Θεραπευτὴς Οικογένειας (EFTA). Ἀσχο­λεῖται μὲ τήν πε­ζο­γρα­φί­α καὶ τήν ποί­η­ση.

 

 

Κίμων Καλαμάρας: Ὁ γιατρός

.

Kalamaras,Kimon-OGiatros-Eikona-01

.

Κί­μων Κα­λα­μά­ρας

 

Ὁ για­τρός

.

03-EpsilonΞΕΤΑΣΕ ΤΟ ΔΩΜΑΤΙΟ πε­ρι­φέ­ρον­τας τὶς μπί­λι­ες τῶν μα­τι­ῶν του ἀ­ρι­στε­ρὰ-δε­ξιά, ὅ­πως τὰ κουρ­δι­στὰ κου­κλά­κια ποὺ κοι­μί­ζουν τὰ παι­διά. Οἱ ἀ­νοι­χτό­χρω­μοι κι­τρι­νω­ποὶ τοῖ­χοι τὸν ὑ­πέ­βα­λαν σὲ ἕ­να εἶ­δος νο­σταλ­γί­ας καὶ ἀ­πά­θειας ταυ­τό­χρο­να. Μό­νο ποὺ δὲν εἶ­χε κα­μί­α πρό­σφα­τη μνή­μη ποὺ ἄ­ξι­ζε νὰ ἀ­να­κα­λέ­σει. Ἔ­τσι, πρό­θυ­μα σχε­δόν, ἀ­φη­νό­ταν νὰ τὸν κα­τα­πι­εῖ ἡ ἀ­πά­θεια. Πί­σω ἀ­πὸ τὶς μι­σά­νοι­χτες κουρ­τί­νες, με­ρι­κὰ πεῦ­κα, μιὰ αὐ­λὴ στρω­μέ­νη μὲ χα­λί­κια, λι­γο­στὰ αὐ­το­κί­νη­τα παρ­κα­ρι­σμέ­να ἐ­δῶ καὶ κεῖ καὶ μιὰ πε­λώ­ρια λευ­κὴ πόρ­τα στὸ βά­θος, νὰ χά­σκει ὀρ­θά­νοι­χτη.

            Ὅ­ταν μπῆ­κε μέ­σα ὁ για­τρός, ἔ­νι­ω­σε νὰ θέ­λει νὰ χα­μο­γε­λά­σει, ἀλ­λὰ τὸ πρό­σω­πό του εἶ­χε στε­γνώ­σει ἀ­πὸ κά­θε συ­ναί­σθη­μα. Φό­ρα­γε τὴν λευ­κή του ρόμπα, σὰν νὰ ἤ­θε­λε νὰ το­νί­σει ἀ­κό­μη πε­ρισ­σό­τε­ρο τὴν ὑ­γεί­α του, τὴν ἀ­πό­στα­ση ποὺ εἶ­χε τώ­ρα ἀ­πὸ ὅλους, ἀπὸ τὸ κάθε τι. Τὸ πρό­σω­πό του ἦ­ταν ρο­δα­λό, χα­ρού­με­νο,  ἐνῶ τὸ μέτωπό του γυάλιζε κάτω ἀπὸ τὰ ἀραιά του μαλλιά. Τὸν πλη­σί­α­σε μὲ κά­τι χαρ­τιὰ στὸ ἕ­να χέ­ρι καὶ ἔ­κα­τσε στὸ ἄ­δει­ο κρε­βά­τι. Ἔ­ψα­ξε στὰ τυ­φλὰ τὴν τσέ­πη τῆς ρόμπας του καὶ κάρ­φω­σε ἐ­κεῖ τὸ στυ­λό. Ὁ ἀ­σθε­νὴς ἔ­δω­σε τό­τε μιὰ ὤ­θη­ση στὸ σῶ­μα του καὶ ἀ­να­ση­κώ­θη­κε. Κά­θι­σε ἀν­τι­κρι­στὰ ἀ­πὸ τὸν για­τρό, μὲ καμ­που­ρι­α­σμέ­νη τὴν πλά­τη καὶ μὲ τὸ βλέμ­μα του στε­γνό, πέν­θι­μο.

            «Πῶς εἶσαι»; Τοῦ ἀ­πευ­θύν­θη­κε ὁ για­τρός. Δὲν τοῦ ἀ­πάν­τη­σε. Μό­νο ποὺ ἐ­κεῖ­νο τὸ χα­μό­γε­λο ποὺ νω­ρί­τε­ρα δὲν μπο­ροῦ­σε νὰ ἐκ­φρά­σει, τώ­ρα ἔ­μοια­ζε νὰ παίρ­νει κά­ποι­α ὑ­πο­τυ­πώ­δη μορ­φή.

            «Θὰ ση­κω­θεῖς κα­θό­λου; Ἔ­χου­με νὰ κά­νου­με ἐ­πί­σκε­ψη. Μό­νος μου θὰ τὴν κά­νω πά­λι;», ρώ­τη­σε μὲ ἀ­στεῖ­ο, θε­α­τρι­κὸ σχε­δὸν τό­νο ὁ για­τρός. Τὸ πρό­σω­πο τοῦ ἀ­σθε­νῆ συ­σπά­στη­κε, κοί­τα­ξε τὸν για­τρὸ στὰ μά­τια καὶ προ­σπά­θη­σε νὰ γε­λά­σει. Ἦ­ταν σὰν μιὰ ἀ­νοι­ξι­ά­τι­κη αὔ­ρα νὰ ἐμ­φύ­ση­σε λί­γη ζω­ὴ καὶ κά­ποι­α δείγ­μα­τα χα­ρᾶς στὸ ξύ­λι­νο πρό­σω­πό του. Στιγ­μια­ία ἔ­νι­ω­σαν καὶ οἱ δύο μί­α ψυ­χι­κὴ σύν­δε­ση, τό­σο ἀ­δι­ό­ρα­τη, ὅ­σο καὶ τὸ ἄγ­γιγ­μα μιᾶς κουρ­τί­νας κα­θὼς τὴν φυ­σά­ει ἕ­να ἀ­ε­ρά­κι πρὸς τὸ μέ­ρος σου.

            Ὁ για­τρὸς ση­κώ­θη­κε καὶ ἔ­κλει­σε τὸ πα­ρά­θυ­ρο καὶ ὁ ἀ­έ­ρας στα­μά­τη­σε. Ἡ κουρ­τί­να ἄ­ψυ­χη πά­λι, κρε­μό­ταν σὰν φάν­τα­σμα, κρύ­βον­τας κά­πως τὴν θέ­α στὴν αὐ­λή.

            Ὁ ἀ­σθε­νὴς τό­τε θυ­μή­θη­κε τὶς μέ­ρες ποὺ ἐρ­γα­ζό­ταν σὰν ἐ­πι­με­λη­τὴς στὴν ψυ­χι­α­τρι­κὴ πτέ­ρυ­γα, ὅ­που τώ­ρα νο­ση­λευ­ό­ταν. Θέ­λη­σε νὰ ση­κω­θεῖ, νὰ βά­λει τὴν δική του ρόμπα. «Εἶναι τώ­ρα ἡ ὥ­ρα γιὰ τὴν ἐ­πί­σκε­ψη»; ρώ­τη­σε τὸ για­τρό. «Θὰ ξε­κι­νή­σου­με ἀ­πὸ αὔ­ριο, ποὺ θὰ εἶ­σαι κα­λύ­τε­ρα» τοῦ ἀ­πάν­τη­σε ἐ­κεῖ­νος, καὶ φεύ­γον­τας ἀ­πὸ τὸ δω­μά­τιο ἡ τε­λευ­ταί­α εἰ­κό­να ποὺ πρό­λα­βε νὰ συγ­κρα­τή­σει ὁ ἀ­σθε­νὴς ἦ­ταν ἡ ρόμπα ποὺ ἀ­νέ­μι­ζε κα­θὼς πί­σω της ἔ­κλει­νε ἡ πόρ­τα. Ἄ­φη­σε τὸ σῶ­μα του νὰ πέ­σει στὸ κρε­βά­τι καὶ συ­νέ­χι­σε νὰ ἐ­ξε­ρευ­νᾶ τὸ τα­βά­νι μὲ τὰ κί­τρι­να μά­τια του.

.

Bonsai-03c-GiaIstologio-04.

Πη­γή: Πρώ­τη δη­μο­σί­ευ­ση.

Κί­μων Κα­λα­μά­ρας (Ἀθή­να, 1976). Σπού­δα­σε σὲ Δη­μό­σιο ΙΕΚ Λο­γι­στικὰ καὶ τώ­ρα σπου­δά­ζει Ψυ­χο­λο­γί­α. Ἀσχο­λεῖται μὲ τήν πε­ζο­γρα­φί­α καὶ τήν ποί­η­ση.

.

Κίμων Καλαμάρας: Οἱ ἀλεξιπτωτιστές

 

 

Κίμων Καλαμάρας

 

Οἱ ἀ­λε­ξι­πτω­τι­στές

 

ΟΝ ΚΑΙΡΟ ΠΟΥ Ο ΠΟΛΕΜΟΣ εἶ­χε στα­μα­τή­σει, ἔ­βλε­πες τοὺς ἀ­λε­ξι­πτω­τι­στὲς λί­γο ἔ­ξω ἀ­πὸ τὸ ἀ­ε­ρο­δρό­μιο, πί­σω ἀ­πὸ τοὺς χλω­μοὺς λό­φους, σὲ ἕ­ναν εἰ­δι­κὰ δι­α­μορ­φω­μέ­νο χῶ­ρο, νὰ προ­σγει­ώ­νον­ται πά­νω σὲ κόκ­κι­να ση­μά­δια. Δὲν ὑ­πῆρ­χαν δέν­τρα σὲ ἀ­κτί­να χι­λι­ο­μέ­τρων. Μό­νο θα­μνώ­δης βλά­στη­ση ἐ­δῶ καὶ κεῖ. Καί, ἂν τοὺς κοί­τα­ζες ἀ­πὸ κον­τά, μό­νο τό­τε κα­τα­λά­βαι­νες ὅ­τι πρό­κει­ται γιὰ κά­ποι­α ἄ­σκη­ση καὶ ὅ­τι δὲν ὑ­πῆρ­χε πλέ­ον λό­γος ἀ­νη­συ­χί­ας. Δι­έ­κρι­νες ἕ­να ὁ­λό­κλη­ρο φά­σμα ἀ­πὸ ἀ­νε­ξι­χνί­α­στα χα­μό­γε­λα, ἐ­κεῖ­να τὰ λί­γα δευ­τε­ρό­λε­πτα πρὶν ἀ­κουμ­πή­σουν στὸ ἔ­δα­φος καὶ ἀ­παγ­κι­στρω­θοῦν ἀ­πὸ τοὺς πε­ρί­πλο­κους μη­χα­νι­σμούς.

       Μὲ μιὰ πιὸ προ­σε­κτι­κὴ μα­τιά, δὲν ἤ­σουν σί­γου­ρος ἂν αὐ­τὸ τὸ πε­ρί­ερ­γο μει­δί­α­μα προ­ερ­χό­ταν ἀ­πὸ τὴν ἀ­να­κού­φι­ση πὼς ἡ ἄ­σκη­ση τε­λεί­ω­νε. Για­τί, πα­ρό­τι ἦ­ταν ἁ­πλὰ μιὰ ἄ­σκη­ση ὁ κίν­δυ­νος ἀ­τυ­χή­μα­τος ἦ­ταν ἀρ­κε­τὰ με­γά­λος. Ἢ γιὰ τὴν ἀ­κρί­βεια, στὴν σπά­νια πε­ρί­πτω­ση ποὺ ὁ μη­χα­νι­σμὸς δὲν λει­τουρ­γοῦ­σε, ἀ­κό­μα καὶ ἡ πε­ρί­ο­δος τῆς εἰ­ρή­νης ποὺ δι­α­νύ­α­με θὰ ἀ­πο­δει­κνυ­ό­ταν θα­νά­σι­μη. Ἐ­πι­πλέ­ον δὲν ἤ­σουν σί­γου­ρος ἂν τὸ τε­λευ­ταῖ­ο αὐ­τὸ χα­μό­γε­λο δὲν ἦ­ταν μιὰ κά­ποι­α στε­να­χώ­ρια κε­κα­λυμ­μέ­νη. Δι­ό­τι ἀ­ναμ­φι­σβή­τη­τα τὸ νὰ εἶ­σαι ἀ­λε­ξι­πτω­τι­στής, πέ­ραν κά­θε κιν­δύ­νου, εἶ­ναι ἕ­να ἐ­πάγ­γελ­μα ποὺ μπο­ρεῖ νὰ σοῦ προ­σφέ­ρει τρο­με­ρὲς συγ­κι­νή­σεις, εἰ­δι­κὰ αὐ­τὲς τὶς ξέ­γνοια­στες μέ­ρες. Ἴ­σως δη­λα­δὴ τὸ μει­δί­α­μα ποὺ ἄ­φη­νε μιὰ ὑ­πο­ψί­α γλυ­κό­πι­κρης γεύ­σης νὰ προ­ερ­χό­ταν ἀ­κρι­βῶς ἀ­πὸ τὸ γε­γο­νὸς πὼς ἡ πτή­ση τε­λεί­ω­νε μὲ τὸ ποὺ ἀ­κουμ­ποῦ­σες τὸ πό­δι σου πά­νω στὸ κόκ­κι­νο ση­μά­δι.

       Ἂν πά­ρου­με ὑ­πο­θε­τι­κὰ τὴν δεύ­τε­ρη αὐ­τὴ πε­ρί­πτω­ση γιὰ ἀ­λή­θεια, τό­τε ἴ­σως θὰ μπο­ρού­σα­με νὰ ἐ­ξη­γή­σου­με τὴν ἄ­χα­ρη κί­νη­ση ποὺ ἔ­κα­ναν ἔ­πει­τα οἱ ἀ­λε­ξι­πτω­τι­στές, κα­θὼς στη­ρί­ζον­ταν στὸ ἔ­δα­φος καὶ ἀ­παγ­κί­στρω­ναν, μὲ μιὰ ἰ­δέ­α νο­σταλ­γί­ας κοι­τά­ζον­τας ψη­λά, τὸ ἀ­λε­ξί­πτω­το ἀ­πὸ τοὺς ὤ­μους τους. Ὁ σκο­πός τους εἶ­χε τε­λει­ώ­σει.

       Τό­σο ξαφ­νι­κὰ ὅ­πως ὅ­ταν ἀν­τι­λαμ­βά­νε­σαι λί­γο με­τὰ τὴν παι­δι­κὴ ἡ­λι­κί­α τὴν ψυ­χή σου ποὺ ἀ­παγ­κι­στρώ­νε­ται ἀ­πὸ τοὺς θλιμ­μέ­νους σου ὤ­μους. Τό­τε ποὺ νι­ώ­θεις πὼς κά­ποι­ος σοῦ κό­βει τὰ κο­σμι­κὰ σχοι­νιὰ ποὺ σὲ συ­νέ­δε­ε­αν μὲ ἕ­να ἀ­ό­ρα­το ἀ­λε­ξί­πτω­το. Ἀ­κουμ­πᾶς στὴν γῆ. Δὲν ξέ­ρεις ἂν πρέ­πει νὰ χαί­ρε­σαι. Εἶ­ναι ἕ­να αἴ­σθη­μα ἀ­να­κού­φι­σης ἢ κά­τι γιὰ νὰ λυ­πᾶ­σαι; Κά­τι ἀ­νά­με­σα ἀ­πὸ αὐ­τὰ τὰ δύο συ­ναι­σθή­μα­τα. Κά­τι πί­σω ἀ­πὸ αὐ­τά. Ἕ­να μι­κρὸ πρω­τό­γνω­ρο ἄγ­χος καὶ μιὰ ἀ­πύθ­με­νη ἀ­γω­νί­α. Μιὰ ἀ­πο­ρί­α. Δὲν μπο­ρεῖς νὰ συ­ναρ­μο­λο­γή­σεις τὸ συ­ναί­σθη­μα οὔ­τε νὰ τὸ ὀ­νο­μά­σεις. Μιὰ ἀ­που­σί­α προ­στα­σί­ας, ἴ­σως νὰ πλη­σιά­ζει σὲ αὐ­τὸ ποὺ πραγ­μα­τι­κὰ νι­ώ­θεις. Μιὰ συ­ναί­σθη­ση κά­ποι­ας ἐ­λευ­θε­ρί­ας ποὺ σὲ συ­νο­δεύ­ει ἀ­δι­ά­κο­πα σὰν μιὰ κα­τά­ρα γιά… ὅ­σο δι­αρ­κέ­σεις.

       Χα­μο­γε­λᾶς ἀ­μή­χα­να σὰν νὰ μὴν συ­νέ­βη αὐ­τὸ ποὺ ὑ­πο­πτεύ­ε­σαι. Μὰ σχε­δὸν δὲν κα­τα­νο­εῖς τί ἀ­κρι­βῶς ὑ­πο­πτεύ­θη­κες.

       Ἔ­τσι, πο­ρεύ­ε­σαι, μα­ζεύ­ον­τας τὰ ὑ­φά­σμα­τα τῶν ψυ­χι­κῶν σου δυ­νά­με­ων. Περ­πα­τᾶς μό­νος. Δὲν σὲ προ­φυ­λάσ­σει ἐ­πι­τέ­λους κα­νείς. Ἴ­σως νὰ μὴν χρει­ά­ζε­ται καὶ κά­ποι­ος γιὰ νὰ τὸ κά­νει, τώ­ρα πιὰ ποὺ εἶ­σαι καὶ μὲ τὰ δυ­ό σου πό­δια πά­νω στὴν γῆ.

       Κά­πως ἔ­τσι ἴ­σως νὰ νι­ώ­θουν καὶ οἱ ἀ­λε­ξι­πτω­τι­στὲς κα­θὼς ἀ­κουμ­πᾶ­νε στὰ κόκ­κι­να ση­μά­δια, μα­ζεύ­ον­τας τὸν ἄ­χρη­στο πλέ­ον ἐ­ξο­πλι­σμό. Ἀλ­λὰ τὸ τε­λευ­ταῖ­ο τους μει­δί­α­μα πα­ρα­μέ­νει ἀ­προ­σπέ­λα­στο στὴν νό­η­σή σου, κά­τι ποὺ ἀ­παι­τεῖ κου­ρά­γιο γιὰ νὰ μπο­ρέ­σεις νὰ τὸ προ­φέ­ρεις.

 

  

Πηγή: Πρώτη δημοσίευση.

 

Κί­μων Καλα­μά­ρας (Ἀ­θή­να, 1976). Σπούδασε σὲ Δη­μό­σιο ΙΕΚ Λο­γι­στι­κὰ καὶ τώ­ρα σπου­δά­ζει Ψυ­χο­λο­γί­α. Ἀσχολεῖται μὲ τὴν πε­ζο­γρα­φί­α καὶ τὴν ποί­η­ση.