Τόλης Καζαντζῆς: “Ὁ ζωγράφος”

Kazantzis,Tolis-OZografos-Eikona-01

Τό­λη Καζαντζής


 

«Ὁ Ζω­γρά­φος»


01-PiΟΛΛΑ ΠΑΙΔΙΑ ἀπ’ τὴν πα­ρέα μας με­τὰ τὴν κα­το­χή, μιὰ μέ­ρα δὲν ἐρ­χό­νταν στὸ σχο­λεῖ­ο ἢ ξαφ­νι­κὰ χα­νό­ντα­νε ἀπ΄ τὰ παι­γνί­δια κι ὕ­στε­ρα δὲν τοὺς ξα­να­βλέ­πα­με. Ὁ Στέρ­γιος, νὰ ποῦ­με, τῆς κυ­ρα-Ἐλ­πι­νί­κης. Ἦ­ταν τὸ πιὸ ἀ­φρό­πλα­στο ἀ­π’ ὅ­λα τὰ παι­διά, μὰ σά­πιο πά­χος. Ἔ­λει­πε συ­χνὰ πυ­κνὰ ἀ­π’ τὸ σχο­λεῖ­ο, ὥ­σπου μιὰ μέ­ρα ἐ­ξα­φα­νί­στη­κε. Κά­τι εἴ­πα­νε πὼς νοί­κια­σαν δω­μά­τιο στ’ Ἀ­σβε­στο­χώ­ρι, ἀ­πέ­ναν­τι ἀ­π’ τὸ Σα­να­τό­ριο, πὼς ὁ πα­τέ­ρας του ὁ κυρ-Νί­κος ξε­τι­νά­χτη­κε, ἀ­κό­μη κι ἕ­να χω­ρά­φι πα­τρι­κὸ στὸ Χαρ­μάν­κι­ο­ϊ τὸ πού­λη­σε. Ὅ­μως τὸ Στέρ­γιο δὲν τὸν ξα­νά­δα­με. Οὔ­τε ρω­τή­σα­με. Τί νὰ ρω­τή­σου­με; Σά­μα­τις δὲ βλέ­πα­με τὰ μαῦ­ρα; Ὅ­μως, παι­διά, δὲ θέ­λα­με πολ­λὰ γιὰ νὰ ξε­χά­σου­με καὶ μό­νον ὅ­ταν βλέ­πα­με τὴν κυ­ρα-Ἐλ­πι­νί­κη ἢ τὸν κυρ-Νί­κο, τό­τε μο­νά­χα τὸν θυ­μό­μα­σταν καί, ποι­ὸς ξέ­ρει για­τί, ἐ­ξα­φα­νι­ζό­μα­σταν ἀ­πὸ μπρο­στά τους. Ὅ­μως τὸν κυρ-Νί­κο τὸν εἴ­χα­με μπρο­στά μας κά­θε μέ­ρα κι ὅ­σο καὶ νὰ τὸν ἀ­πο­φεύ­γα­με, αὐ­τὸς μᾶς ξε­τρύ­πω­νε, τά­χα γιὰ νὰ μᾶς δώ­σει κα­ρα­μέ­λες ἢ στρα­γά­λια. Μιὰ φο­ρὰ πά­λι, εἶ­χα ἀρ­ρω­στή­σει. Ἀ­π’ τὰ πολ­λὰ ἐ­ρύ­κια ποὺ εἶ­χα φά­ει μ’ ἐ­πί­α­σε τσίρ­λα καὶ πυ­ρε­τὸς καὶ δὲ μού­φτα­νε τὸ χά­λι μου, εἶ­χα ἀ­πὸ πά­νω καὶ τὴ μά­να μου, ποὺ κά­θε τό­σο θύ­μω­νε μὲ τὰ κα­μώ­μα­τά μου καὶ μού­φερ­νε κά­τι ἀ­νά­πο­δες ξε­γυ­ρι­σμέ­νες. Τὸ πρῶ­το κι­ό­λας βρά­δυ ποὺ ἀρ­ρώ­στη­σα, ἦρ­θε ὁ κυρ-Νί­κος νὰ μὲ δεῖ καὶ μού­φε­ρε ἕ­να πα­κε­τά­κι κα­ρα­μέ­λες εὐ­κά­λυ­πτο. Μὰ ὅ­σο κα­θό­τα­νε δί­πλα στὸ κρε­βά­τι μου, ἐ­μέ­να μ΄ ἔ­ζω­ναν κά­τι ἀ­νε­ξή­γη­τοι φό­βοι καὶ γι­νό­μου­να χει­ρό­τε­ρα. Φαί­νε­ται τὸ κα­τά­λα­βε ὁ ἄν­θρω­πος κι ἔ­φυ­γε καὶ δὲν ξα­νάρ­θε μέ­χρι ποὺ γί­νη­κα κα­λά. Δὲν ἔ­λε­γε νὰ ἡ­συ­χά­σει ὁ κυρ-Νί­κος μὲ τὸ χα­μὸ τοῦ Στέρ­γιου. Κι αὐ­τὸς κι ἡ κυ­ρα-Ἐλ­πι­νί­κη, φι­λε­νά­δα τῆς μά­νας μου, εἴ­χα­νε ρέ­ψει κι ἤ­τα­νε πιά, σα­ράν­τα χρο­νῶ ἄν­θρω­ποι, σω­στοὶ γέ­ροι. Δὲν ἤ­τα­νε νὰ πεῖς μι­κρὸ πρά­μα. Εἴ­δα­νε καὶ πά­θα­νε ὅ­σο νὰ τὸν στερ­γι­ό­σου­νε τὸ Στέρ­γιο κι αὐ­τὸ ἀ­φοῦ πρῶ­τα χά­σα­νε δυ­ὸ κο­ρι­τσά­κια, μη­νῶν ἀ­κό­μη. Με­τὰ ἔ­γι­νε ὁ Στέρ­γιος ποὺ τοὺς τὸν κρά­τη­σε ὁ Θε­ός. Δό­λιο κρά­τη­μα. Δὲν πέρ­να­γε σχε­δὸν μή­νας ποὺ νὰ μὴ πιά­σει, τὸ παι­δὶ τὸ στρῶ­μα. Πολ­λὲς φο­ρές, ἔ­κα­νε ὁ­λό­κλη­ρες βδο­μά­δες στὸ κρε­βά­τι. Ἐ­μεῖς πά­λι πη­γαί­να­με γιὰ νὰ τοῦ ποῦ­με τὰ μα­θή­μα­τα κι ἡ κυ­ρα- Ἐλ­πι­νί­κη προ­σπα­θοῦ­σε νὰ μᾶς κρα­τή­σει ὅ­σο γι­νό­ταν πε­ρισ­σό­τε­ρο μὲ κά­τι κου­λου­ρά­κια καὶ μὲ τέ­τοι­α. Μὰ ποῦ νὰ μᾶς κρα­τή­σεις μέ­σα ἐ­μᾶς. «Κα­λύ­τε­ρα νὰ τό­χα­ναν μω­ρὸ κι αὐ­τό.» Βα­ριὰ κου­βέν­τα, θὰ πεῖς τί δυ­ό, τί τρί­α; Ὅ,τι καὶ νά­λε­γες ὅ­μως οἱ ἄν­θρω­ποι ἤ­τα­νε νὰ τοὺς κλαῖς. Μο­νά­χα νά­βλε­πες πῶς λα­χτα­ρού­σα­νε καὶ μὲ τὰ ξέ­να ἀ­κό­μη τὰ παι­διά…

       Ἐ­κεῖ­νο τὸν και­ρό, κον­τὰ στοῦ Ἰ­ω­αν­νί­δη, στὸ σχο­λεῖ­ο μας, ἦρ­θαν καὶ κά­τσα­νε ἀν­ταρ­τό­πλη­χτοι. Δι­ωγ­μέ­νοι ἀπ΄ τὰ χω­ριά τους, πι­ά­σα­νε μὲ τὰ χί­λια ζό­ρια ἕ­να πα­λη­ὸ πα­πα­δί­στι­κο χτή­ριο, σα­ρά­βα­λο σω­στό, ποὺ εἶ­χε ἀ­κό­μα ἀ­πέ­ξω στοὺς σου­βά­δες, ση­μά­δια ἀ­πὸ σφαῖ­ρες. Ἐ­κεῖ μέ­σα, ἔ­λε­γε ὁ πα­τέ­ρας μου, ἦ­ταν κρυμ­μέ­νοι τὸ «δε­κα­τρί­α» Βούλ­γα­ροι στρα­τι­ῶ­τες κι ἀ­πέ­ξω οἱ δι­κοί μας τοὺς ρί­χνα­νε. Μά­λι­στα ὁ πα­τέ­ρας μου θυ­μό­τα­νε, πὼς μι­κρὸ παι­δὶ τό­τε, στὴν ἡ­λι­κί­α μου, πή­γαι­νε νε­ρὸ καὶ ψω­μὶ στοὺς τσο­λιά­δες. Ἐ­κεῖ λοι­πόν, σ΄ αὐ­τὸ τὸ σα­ρά­βα­λο, ἦρ­θαν καὶ κά­τσα­νε χω­ριὰ ὁ­λό­κλη­ρα κου­βα­λών­τας ὅ,τι πρό­λα­βε ὁ κα­θέ­νας καὶ φέ­ρα­νε τὴ γει­το­νιὰ ἄ­νω κά­τω. Για­τί, πῶς νὰ τὸ συ­νη­θί­σουν; πῶς νὰ τὸ κα­τα­λά­βου­νε ἀ­π’ τὴ μιὰ στὴν ἄλ­λη πὼς δὲν ἤ­τα­νε πιὰ στὸ χω­ριό τους; Ἐ­μέ­να ὅ­μως, τὸ μό­νο ποὺ μὲ πεί­ρα­ξε ἦ­ταν ποῦρ­θε στὸ σχο­λεῖ­ο μας ἐ­κεῖ­νος ὁ πόν­τιος ὁ Κῶ­τσος. Στὴν τά­ξη μας ἤ­μου­να ὁ κα­λύ­τε­ρος στὴ ζω­γρα­φι­κή. Ἤ­μουν κα­λὸς καὶ στ΄ ἄλ­λα τὰ μα­θή­μα­τα ὅ­μως, τὸ ἔ­βλε­πα, ἀ­πό­λα πιὸ πο­λὺ με­τροῦ­σε ἡ ζω­γρα­φι­κή. Δὲν ἦ­ταν μό­νο ποὺ οἱ τοῖ­χοι ἦ­ταν γε­μά­τοι ἀ­πὸ δι­κές μου ζω­γρα­φι­ές, ἤ­τα­νε τ΄ ἄλ­λα τὰ παι­διὰ ποὺ μὲ θαυ­μά­ζα­νε κι εἶ­χαν ξε­χά­σει τὸ πα­λη­ό μου πα­ρα­τσού­κλι, «μπί­τζος» καὶ μὲ φω­νά­ζα­νε «ζω­γρά­φο». Τὸ ἴ­διο κι οἱ δά­σκα­λοι καὶ τ’ ἀ­δέρ­φια μου στὸ σπί­τι, ποὺ σὰ πιὸ μι­κρό, μ’ εἴ­χα­νε τοῦ κλώ­τσου καὶ τοῦ βρόν­του.

       Μό­λις ὅ­μως ἦρ­θε ὁ Κῶ­τσος, τὰ πρά­μα­τα ἀλ­λά­ξα­νε. Στ’ ἄλ­λα μα­θή­μα­τα ἤ­τα­νε σκρά­πα. Χαμ­πά­ρι δὲν ἔ­παιρ­νε ἡ χον­τρο­κε­φά­λα του. Ἂν πεῖς γιὰ τὰ γρα­ψί­μα­τα, παι­δὶ τρί­της δη­μο­τι­κοῦ καὶ δὲν ἤ­ξε­ρε ποῦ νὰ βά­λει τὸν τό­νο. Μιὰ μέ­ρα ὁ δά­σκα­λός μας ὁ κύ­ριος Τρι­φω­νί­δης, μᾶς δι­ά­βα­σε μιὰ ἔκ­θε­ση τοῦ Κώ­τσου ἔ­τσι ὅ­πως ἤ­τα­νε το­νι­σμέ­νες οἱ λέ­ξεις.

       «Τὸ πρώι ὁ­τὰν ση­κω­νο­μαί, πλυ­νό­μαι, ντυ­νό­μαι, τρω­ῶ», καὶ τὰ λοι­πὰ κι ἀ­πὸ κά­τω τ’ ὄ­νο­μά του. «Κων­στάν­τι­νος Παν­τέ­λι­δης».

       Σκά­σα­με ὅ­λοι στὰ γέ­λια καὶ πιὸ πο­λὺ ἀ­πό­λους ἐ­γώ, για­τί ἐν­το­με­τα­ξὺ εἶ­χα δεῖ πῶς ζω­γρά­φι­ζε. Κι αὐ­τὸς ἄλ­λο δὲν ἔ­κα­νε. Μό­νο ζω­γρά­φι­ζε. Ὅ­που εὕ­ρι­σκε, μ’ ὅ,τι ἔ­πε­φτε στὰ χέ­ρια του: Μο­λύ­βια, μπο­γι­ές, κι­μω­λί­ες, ἀ­κό­μη καὶ μὲ καρ­φιὰ ἀ­κό­μη καὶ μὲ πέ­τρες ἢ μὲ τὰ δά­χτυ­λα πά­νω στὸ χῶ­μα. Κι ἦ­ταν οἱ ζω­γρα­φι­ές του ἄλ­λο πρά­μα. Φράγ­κο δὲ πι­ά­να­νε οἱ δι­κές μου μπρο­στά τους, τό­σο ποὺ οὔ­τε μοῦ πέ­ρα­σε ἀ­π’ τὸ νοῦ νὰ προ­σπα­θή­σω νὰ τὸν φτά­σω. Τόρ­ρι­ξα καὶ γὼ στὸ κο­ρόι­δε­μα γιὰ τὰ μα­θή­μα­τα, γιὰ τοὺς τό­νους, ὅ­μως ἔ­μει­να μο­νά­χα μὲ τὴν κα­κί­α μου για­τί τὸ «ζω­γρά­φος» μοῦ τό­φα­γε ὁ Κῶ­τσος ἀ­π’ τὴν πρώ­τη κι­ό­λας μέ­ρα καὶ μέ­να μοῦ ξα­να­βγῆ­κε τὸ πα­λη­ό, τὸ «μπί­τζος». Ὥ­σπου εἶ­δα κι ἀ­πό­ει­δα πώς δὲ γι­νό­τα­νε κι ἀλ­λι­ῶς, τὸν πα­ρα­δέ­χτη­κα κι ἡ­σύ­χα­σα καὶ γι­νή­κα­με μὲ τὸν Κῶ­τσο φί­λοι ἀ­χώ­ρι­στοι. Μά­λι­στα τὸν βο­η­θοῦ­σα καὶ στὰ μα­θή­μα­τα κι αὐ­τὸς καλ­λι­τέ­ρε­ψε πο­λὺ καὶ μοῦ χά­ρι­ζε ὡ­ραῖ­ες ζω­γρα­φι­ὲς ποὺ ἔ­φτια­χνε ἀ­π’ αὐ­τὰ ποὺ δι­ά­βα­ζε στὴν ἱ­στο­ρί­α καὶ στὰ θρη­σκευ­τι­κά. Στὸ σπί­τι μας πά­λι, τὸν ἀ­γα­ποῦ­σαν ὅ­λοι για­τί ἤ­τα­νε πραγ­μα­τι­κὰ κα­λὸ παι­δὶ καὶ τὸ βρα­δά­κι τὸ συμ­μα­ζεύ­α­με γιὰ νὰ δι­α­βά­σει στὴ ζέ­στα καὶ νὰ φά­ει ὅ,τι βρι­σκό­τα­νε. Τὰ με­ση­μέ­ρια πά­λι, πή­γαι­νε στὸ «Φρου­ραρ­χεῖ­ο», ἐ­κεῖ στὰ Δι­κα­στή­ρια καὶ πε­ρί­με­νε νὰ πά­ρουν οἱ φαν­τά­ροι τὸ φα­ΐ τους κι ὑ­στέ­ρα ὁ μά­γει­ρας νὰ μοι­ρά­σει στ’ ἀν­ταρ­τό­πλη­χτα τὸ πε­ρί­σε­μα. Καὶ μα­ζὶ μὲ τ’ ἄλ­λα τὰ παι­διὰ πε­ρί­με­νε κι ὁ Κῶ­τσος μ΄ ἕ­να ντε­νε­κε­δέ­νιο κου­τὶ ἀ­πὸ ἁ­λί­πα­στα, ποὺ τοῦ­χε κά­νει καὶ χε­ρού­λι ἀ­πὸ σύρ­μα γιὰ νὰ μὴ ζε­μα­τι­έ­ται. Κι ὕστε­ρα πή­γαι­νε καὶ μοι­ρα­ζό­ταν τὸ φαῒ μὲ τὴ θειά του, τὸ μό­νο δι­κό του ἄν­θρω­πο, ποὺ μέ­να­νε μα­ζί. Αὐ­τὴ ἡ θειά, νέ­α ἀ­κό­μη, μιὰ μέ­ρα ἐ­ξα­φα­νί­στη­κε ἀπ’ τὸ χτή­ριο κι ὑ­στέ­ρα ἀ­πὸ και­ρὸ τὴν εἴ­δα­με μὲ ἐμ­πρι­μὲ καὶ πα­πού­τσια ἀ­πὸ φελ­λό. Κι ἔ­μει­νε ὁ Κῶ­τσος μό­νος του σὲ μιὰ γω­νιὰ στὸ χτή­ριο. Με­τὰ τὸ σχο­λεῖ­ο, δού­λευ­ε λου­στρά­κι. Ἔ­φτια­ξε μο­νά­χος του τὸ κα­σε­λά­κι του καὶ τὸ ζω­γρά­φι­σε με­ρα­κλή­δι­κα μὲ κλα­ρά­κια καὶ που­λά­κια. Μ΄ αὐ­τὸ τὸ κα­σε­λά­κι γύρ­να­γε παν­τοῦ. Δὲν εἶ­χε στέ­κι για­τί τὸν κυ­νη­γού­σα­νε ὅ­που τὸν πε­τυχαίνα­νε οἱ ἄλ­λοι, οἱ πα­λη­οὶ οἱ λοῦ­στροι. Γύρ­να­γε κι αὐ­τὸς παν­τοῦ, στὸ πάρ­κο καὶ στὰ κα­φε­νεῖ­α τῆς πα­ρα­λί­ας καὶ τῆς Ἁ­γί­ου Δη­μη­τρί­ου καὶ τὸ βρα­δά­κι ἐρ­χό­τα­νε στὸ σπί­τι μας.

       Ἐ­κεῖ­νο τὸ βρά­δυ ἦρ­θε σπί­τι μας ἡ κυ­ρα-Ἐλ­πι­νί­κη καὶ σὰν εἶ­δε τὸν Κῶ­τσο, τὸ ρώ­τη­σε πῶς καὶ τί κι ὕ­στε­ρα πῆ­ρε καὶ τού­δει­χνε τὰ μα­θή­μα­τα. Κι ὅ­ταν πιὰ νύ­χτω­σε γιὰ κα­λὰ ση­κώ­θη­κε νὰ φύ­γει τὸ παι­δὶ καὶ μα­ζὶ κι ἡ κυ­ρα-Ἐλ­πι­νί­κη.

       Πέ­ρα­σαν χρό­νια γιὰ νὰ μά­θου­με τί ἔ­γι­νε ἀ­πὸ κεῖ καὶ πέ­ρα. Λοι­πόν, τὸ βρά­δυ, ἡ κυ­ρὰ- Ἐλ­πι­νί­κη πῆ­ρε στὸ σπί­τι τους τὸν Κῶ­τσο. Τὸν ἔ­πλυ­νε, τὸν κα­θά­ρι­σε καὶ πε­ρι­μέ­να­νε μα­ζὶ νάρ­θει ὁ κυρ-Νί­κος. Ἐ­κεῖ­νος πάν­τα πέρ­να­γε τὰ βρά­δια ἀ­π’ τ’ ἀ­δερ­φοῦ του, τοῦ με­γα­λύ­τε­ρου, τὸ μα­γα­ζί, «Οἴ­νοι-Πο­τά» στὴν Ἐ­γνα­τί­α. Ἦ­ταν ἕ­να βρο­χε­ρὸ βρά­δυ κι ἐ­κεῖ στὸ μπάγ­κο τοῦ ἀ­δερ­φοῦ του ἤ­πια­νε κά­να οὖ­ζο πα­ρα­πά­νω. Ἡ κυ­ρα-Ἐλ­πι­νί­κη δὲν ἔ­λε­γε νὰ ἡ­συ­χά­σει κι ὅ­ταν ἄ­κου­σε τὰ βή­μα­τα τοῦ ἀν­τρός της στὴ σκά­λα ἔ­μει­νε ἀ­κί­νη­τη, βα­στών­τας τὴν ἀ­νά­σα της πλά­ϊ στὸ παι­δί. Ὁ κυρ-Νί­κος τοὺς κοί­τα­ξε μο­νά­χα καὶ δὲν εἶ­πε λέ­ξη. Ἡ γυ­ναί­κα του πῆ­γε τὸν Κῶ­τσο στοῦ Στέρ­γιου τὸ δω­μά­τιο γιὰ ὕ­πνο, κι ὑ­στέ­ρα ψευ­το­φά­γα­νε ἀ­μί­λη­τοι μὲ τὸν ἄν­τρα της. Δὲν πῆ­γε στὴν κρε­βα­το­κά­μα­ρα ὅ­λη νύ­χτα ὁ κυρ-Νί­κος κι ἡ κυ­ρα-Ἐλ­πι­νί­κη τὸν ἄ­κου­γε ἄ­γρυ­πνη μὲς στὸ σκο­τά­δι νὰ πη­γαι­νο­έρ­χε­ται συ­νέ­χεια στὴ σά­λα κα­πνί­ζον­τας τό­να τσι­γά­ρο ἀ­πά­νω στ’ ἄλ­λο. Μο­νά­χα ὁ Κῶ­τσος κα­λο­κοι­μή­θη­κε στὸ μα­λα­κὸ στρῶ­μα τοῦ Στέρ­γιου καὶ τὸ πρω­ὶ χου­χού­λια­ζε κά­τω ἀπ’ τὸ λου­λου­δά­το πά­πλω­μα. Ἡ κυ­ρα-Ἐλ­πι­νί­κη ἦρ­θε καὶ τὸν σή­κω­σε γιὰ τὸ σχο­λεῖ­ο. Τὸν ἔ­πλυ­νε καὶ τὸν ἔ­βα­λε νὰ φά­ει. Ὁ κυρ-Νί­κος, ντυ­μέ­νος, ἕ­τοι­μος νὰ φύ­γει ἔ­πι­νε τὸν κα­φὲ του ἀ­μί­λη­τος.

       Ἡ γυ­ναί­κα καὶ τὸ παι­δὶ τὸν πε­ρι­μέ­να­νε, μὲ τὴν καρ­διὰ σφιγ­μέ­νη, νὰ πεῖ ἔ­στω καὶ μιὰ μο­νά­χα λέ­ξη. Ὕ­στε­ρα ὁ κυρ-Νί­κος ἔ­σβη­σε τὴ γό­πα του καὶ σή­κω­σε τὰ μά­τια κου­ρα­σμέ­να ἀ­πά­νω στὴ γυ­ναί­κα του: Ὁ Στέρ­γιος, εἶ­πε, εἶ­ναι πο­λὺ βα­θιὰ χω­μέ­νος με­σ’ στὸ χῶ­μα, Ἐλ­πι­νί­κη…

       Δὲν εἶ­παν ἄλ­λη λέ­ξη. Ἡ γυ­ναί­κα του ἔ­κρυ­ψε ἀ­πελ­πι­σμέ­νη τὸ πρό­σω­πό της στὶς πα­λά­μες της. Ὁ Κῶ­τσος κα­τά­λα­βε πώς ὣς ἐ­δῶ ἦ­ταν καὶ ση­κώ­θη­κε. Πῆ­ρε τὴ σά­κα του, πῆ­ρε τὸ κα­σε­λά­κι του κι ἔ­κα­νε νὰ φύ­γει. Στὴν πόρ­τα κον­το­στά­θη­κε δι­στα­χτι­κός. Ὕ­στε­ρα ἄ­φη­σε τὴ σά­κα του σὲ μιὰ κα­ρέ­κλα καὶ πῆ­γε κι ἔ­στη­σε τὰ κα­σε­λά­κι μπρὸς στὸν κυρ-Νί­κο. Αὐ­τὸς ἔ­βα­λε ἀ­πά­νω μη­χα­νι­κά τὸ πό­δι του. Οἱ βοῦρ­τσες γρή­γο­ρες κι ἐ­πι­δέ­ξι­ες δι­ῶ­ξαν τὶς ξε­ρα­μέ­νες λά­σπες. Τὰ δα­χτυ­λά­κια τοῦ Κώ­τσου τυ­λί­χτη­καν σφυ­χτὰ στὸ πα­νὶ κι ἁ­πλώ­να­νε παν­τοῦ ἀ­πά­νω στὸ πα­πού­τσι τοῦ κυρ-Νί­κου τὸ τζι­λά. Ἐ­κεῖ­νος κοί­τα­ξε μιὰ τὸ παι­δί, μιὰ τὴ γυ­ναί­κα του καί, –ἄς φά­ει κι αὐ­τὸ ἕ­να κομ­μά­τι ψω­μί, εἶ­πε ἀ­να­στε­νά­ζον­τας.

Bonsai-03c-GiaIstologio-04

Πη­γή: Ἡ πα­ρέ­λα­ση (δι­η­γή­μα­τα, ἐκδ. Ἑρμῆς, 1976).

Τό­λης Κα­ζαν­τζῆς (Θεσ­σα­λο­νί­κη, 1938-1991). Πεζογραφία, βιβλιοκριτική, μελέτες. Σπού­δα­σε νο­μι­κά, συ­νερ­γά­στη­κε μὲ τὸ πε­ρι­ο­δι­κὸ Δι­α­γώ­νιος. Πρῶ­το του βιβλίο: Ἡ κυρα-Λισάβετ (1975), τελευταῖο Μιὰ μέρα μὲ τὸν Σκα­ρί­μπα. (Σοκόλη, 2005)



		

	

Τόλης Καζαντζῆς: Ὁ λάκκος

 

 

Τό­λης Κα­ζαν­τζῆς

 

Ὁ λάκ­κος

 

­πέ­ναν­τι στὸ σπί­τι μας ἦ­ταν ὁ λάκ­κος. Ἦ­ταν γιὰ τὰ θε­μέ­λια τοῦ σπι­τιοῦ ποὺ δὲν τὸ χτί­σα­νε για­τὶ ἦρ­θε ἡ κα­το­χή. Ἔ­τσι ἀ­πό­μει­νε μο­νά­χα ὁ λάκ­κος, σκαμ­μέ­νος κα­νο­νι­κὰ ἀ­π’ τὶς δυ­ὸ με­ρι­ές, κα­τη­φο­ρι­κὸς ἀ­π’ τὶς ἄλ­λες, πρὸς τὸ σταυ­ρο­δρό­μι, γιὰ νὰ κα­τε­βαί­νου­νε, ὡς φαί­νε­ται, τὰ φορ­τη­γὰ ποὺ κου­βα­λού­σα­νε τὰ μπά­ζα. Στὸ λάκ­κο κά­να­με τὰ πιὸ πολ­λὰ παι­χνί­δια μας. Παίρ­να­με λα­μα­ρί­νες καὶ τὶς γυρ­νού­σα­με κα­τὰ πά­νω σὰν ἔλ­κυ­θρο, ἀ­νε­βαί­να­με ἀ­πά­νω καὶ γλυ­στρού­σα­με στὴν κα­τη­φό­ρα μέ­χρι τὸν πά­το τοῦ λάκ­κου, ὅ­που φυ­τρώ­να­νε τσου­κνί­δες ἀ­νά­με­σα σὲ σκου­ρι­α­σμέ­να ντε­νε­κέ­δια, πα­λι­ο­σι­δε­ρι­κὰ καὶ λο­γι­ῶ λο­γι­ῶ βρω­μι­ές. Οἱ τσου­κνί­δες τσιμ­πού­σα­νε καὶ φέρ­να­νε φα­γού­ρα. Μά­λι­στα, ἐ­κεῖ ποὺ τσιμ­πι­ό­σου­να πρη­ζό­τα­νε τὸ δέρ­μα σὰ νὰ τοῦ εἴ­χα­νε πε­ρά­σει ἀ­πὸ κά­τω κουμ­πί. Ἔ­πρε­πε τό­τε νὰ τὸ τρί­ψεις μὲ φύλ­λο ἀ­πὸ μο­λό­χα κι ἡ φα­γού­ρα κο­βό­τα­νε μα­χαί­ρι. Ἂν πά­λι δὲν ἔ­βρι­σκες μο­λό­χα —ποῦ νὰ τὴ βρεῖς;— ἔ­κα­νες ἕ­να σταυ­ρὸ μὲ τὸ νύ­χι ἀ­πά­νω στὸ πρή­ξι­μο καὶ μο­νο­μιᾶς, ὁ πό­νος ἔ­δι­ω­χνε τὴ φα­γού­ρα.

       Ὁ λάκ­κος ἤ­τα­νε πα­γί­δα πλά­ι στὸ σκο­τει­νὸ δρό­μο. Ἤ­τα­νε, βλέ­πεις, κι ἡ συ­σκό­τι­ση, κι αὐ­τοὶ οἱ «πε­τα­λά­δες» ποὺ μό­λις βρά­δια­ζε κά­να­νε πε­ρι­πο­λί­α κι ἅ­μα βλέ­πα­νε κα­μιὰ φω­τει­νὴ χα­ρα­μά­δα στὸ πα­ρά­θυ­ρο στη­νόν­ταν ἀ­πὸ κά­τω καὶ φώ­να­ζαν «φῶς, φῶς» μὲ τὶς ἀ­γρι­ο­φω­νά­ρες τους, ὅ­σο νὰ ται­ριά­σεις τὴν κου­βέρ­τα καὶ νὰ μὴ φέγ­γει κα­θό­λου. Ἔ­τσι τὴ νύ­χτα ἡ γει­το­νιὰ ἤ­τα­νε θεοσκό­τει­νη, κι ἅ­μα δὲν ἤ­ξε­ρες τοὺς δρό­μους καὶ προ­πάν­των ἅ­μα ἤ­σου­να με­θυ­σμέ­νος μπο­ροῦ­σες νὰ βρε­θεῖς σούμ­πι­τος ὀ­χτὼ μέ­τρα μὲς στὸ λάκ­κο.

       Ἔ­τσι με­θυ­σμέ­νος βρέ­θη­κε ὁ Ζά­κας, ὁ δι­κη­γό­ρος, στὴ γει­το­νιὰ ἐ­κεῖ­νο τὸ βρά­δυ, ἔ­πε­σε μὲς στὸ λάκ­κο καὶ τσά­κι­σε τὸ πό­δι του. Βγή­κα­με νὰ τὸν ση­κώ­σου­με μό­λο ποὺ ἦ­ταν ἀ­πα­γο­ρευ­μέ­νη ἡ κυ­κλο­φο­ρί­α κι αὐ­τὸς ἀν­τὶς γιὰ «εὐ­χα­ρι­στῶ» μᾶς σκυ­λό­βρι­ζε «κομ­μοῦ­νες» κι ἄλ­λα· κι αὐ­τὸ για­τί; για­τί, λέ­ει, ἤ­θε­λε κα­λὰ καὶ σώ­νει νὰ κοι­μη­θεῖ ἀ­πό­ψε στὸ σπί­τι μας κι αὔ­ριο ἔ­βλε­πε. Μὰ ὁ πα­τέ­ρας εἶ­δε τὸ χά­λι, πού ‘­χε τὸ πο­δά­ρι του κι ἔ­τρε­ξε καὶ τη­λε­φώ­νη­σε στὸν Ἐ­ρυ­θρὸ Σταυ­ρὸ κι ἤρ­θα­νε καὶ τὸν πή­ρα­νε.

       Ἔ­τσι ἐ­πι­κίν­δυ­νος ἦ­ταν ὁ λάκ­κος κι ἐ­μεῖς τὸν κά­να­με ἀ­κό­μη πιὸ ἐ­πι­κίν­δυ­νο μὲ τ’ ἀ­κρο­βα­τι­κά μας στὴν ἄ­κρα του καὶ τὸ ψα­χτή­ρι μας μὲς στὸ σκου­πιδα­ριὸ ποὺ πέ­τα­γαν οἱ Γερ­μα­νοὶ ἀ­π’ τὸ Φρου­ραρ­χεῖ­ο. Ἐ­κεῖ μὲς στὸ βου­νὸ ἀ­π’ τὰ σκου­πί­δια βρί­σκα­με κα­μιὰ φο­ρὰ πράγ­μα­τα χρή­σι­μα γιὰ τὸ σπί­τι, κι ἀ­κό­μα σφαῖ­ρες καὶ βλή­μα­τα ἀ­χρη­στε­μέ­να. Τὸν Μά­ριο τὸν ζη­λεύ­α­­­με ὅ­λοι, για­τὶ εἶ­χε βρεῖ μιὰ ἄ­δεια δε­σμί­δα ἀ­πὸ πο­λυ­βό­λο, δυ­ὸ μέτρα καί, μο­νο­κόμ­μα­τη, καὶ τὴν κου­βα­λοῦ­σε συ­νέ­χεια μα­ζί του, χια­στὶ στὸ στῆ­θος καὶ δυ­ὸ κά­τια στὴ μέ­ση. Ὅ­μως δὲν ἄρ­γη­σε νὰ γί­νει τὸ κα­κό. Μιὰ μέ­ρα ποὺ ψά­χνα­με μὲ τὸν Εὐ­θυ­μά­κο στὸ λάκ­κο, ὁ Εὐ­θυ­μά­κος βρῆ­κε μιὰ ἰ­τα­λι­κιὰ χει­ρο­βομ­βί­δα ἀ­π’ αὐ­τὲς ποὺ ἤ­τα­νε ἕ­νας κύ­λιν­δρος ποὺ ξε­βί­δω­νε στὴ μέ­ση. Ἐ­γὼ ἤ­ξε­ρα πὼς εἶ­ναι χει­ρο­βομ­βί­δα για­τί εἶ­χα δεῖ μιὰ ἴ­δια στῆς θεί­ας μου ποὺ τὴν εἶ­χε γιὰ τσι­γα­ρο­θή­κη. Τοῦ εἶ­πα νὰ μὴν τὴν πει­ρά­ξει μὰ αὐ­τὸς ση­μα­σί­α δὲ μοῦ ‘­δω­σε, ἤ­τα­νε βλέ­πεις με­γα­λύ­τε­ρος καὶ τὴ χτυ­ποῦ­σε ἀ­πά­νω σὲ μιὰ πέ­τρα για­τί στὸ βί­δω­μα εἶ­χε πιά­σει σκου­ριὰ καὶ δὲν ἄ­νοι­γε. Μ’ ἔ­πια­σε φό­βος ξαφ­νι­κὸς κι ἀ­νε­ξή­γη­τος κι ἔ­τρε­ξα πρὸς τὰ πά­νω καὶ τό­τε ἀ­κού­στη­κε τὸ «μπὰμ» κι οὔ­τε ποὺ τὸ κα­τά­λα­βα γιὰ πό­τε βρέ­θη­κα τι­ναγ­μέ­νος ἐ­κεῖ ποὺ βρέ­θη­κα καὶ πα­ρα­ζα­λι­σμέ­νος. Εἶ­δα τοὺς με­γά­λους νὰ κα­τη­φο­ρί­ζου­νε στὸ λάκ­κο, ἄλ­λοι μὲ ψά­χνα­νε στὸ σῶ­μα νὰ δοῦν, τί ἔ­πα­θα κι ἄλ­λοι κου­βα­λοῦ­σαν τὸν Εὐ­θυ­μά­κο μὲ κα­τα­μα­τω­μέ­να τὰ μοῦ­τρα του, ἀ­ναί­σθη­το, κι ἡ κυ­ρά-Λι­σά­βετ μὲ πῆ­ρε ἀγ­κα­λιὰ στὸ σπί­τι μας, μοῦ ‘­δω­σε νὰ πι­ῶ νε­ρὸ μὲ ζά­χα­ρη καὶ μ’ ἔ­βα­λε νὰ κα­του­ρή­σω μιὰ κι ἡ μά­να μου τά ‘­χε χα­μέ­να κι ἔ­τρε­με ὁ­λό­κλη­ρη ἀ­π’ τὴ λα­χτά­ρα της. Σὲ κά­να μή­να φέ­ραν τὸν Εὐ­θυ­μά­κο ἀ­π’ τὸ νο­σο­κο­μεῖ­ο μ’ ἕ­ναν ἐ­πί­δε­σμο γύ­ρω στὰ μά­τια κι ἀ­πὸ τό­τε εἶ­ναι τυ­φλός.

       Ἐ­κεῖ στὸ λάκ­κο ἔ­φερ­νε τὴν πε­λα­τεί­α της τὰ βρά­δια κι ἡ «Μο­να­ξιά», ἔ­τσι τὴ φω­νά­ζα­με μιὰ καὶ δὲν ξέ­ρα­με τί­πο­τα γι’ αὐ­τήν. Οὔ­τε τ’ ὄ­νο­μά της. Μο­νά­χα ξέ­ρα­με πὼς εἶ­χε ντα­βατ­ζὴ τὸν Ἀ­λέ­κο τὸν ταγ­μα­τα­λή­τη μὲ τὴ μο­το­συ­κλέ­τα. Αὐ­τός, ὁ Ἀ­λέ­κος, ἔ­φερ­νε τοὺς πε­λά­τες, ὅ­λοι τῶν ταγ­μά­των ἀ­σφα­λεί­ας, κι ἡ Μο­να­ξιὰ ἔ­στρω­νε μιὰ κου­ρε­λού στὴν πιὸ σκο­τει­νὴ γω­νιὰ τοῦ λάκ­κου καὶ περ­νι­ό­ταν νου­με­ρά­δα ἀ­πὸ δέ­κα-δώ­δε­κα νο­μα­ταί­ους. Κι ὁ Ἀ­λέ­κος ἔ­πια­νε κου­βέν­τα μ’ ὅ­σους πε­ρί­με­ναν τὴ σει­ρά τους καὶ τό­τε ἐ­μεῖς βρί­σκα­με εὐ­και­ρί­α νὰ βγά­λου­με κε­φά­λι πά­νω ἀ­πὸ τὸ λάκ­κο καὶ βλέ­πα­με. Ὅ­λοι τὸν φο­βόν­τα­νε στὴ γει­το­νιὰ τὸν Ἀ­λέ­κο. Λέ­γα­νε πὼς εἶ­χε σκο­τώ­σει ἀ­πά­νω ἀ­πὸ δέ­κα. Ἤ­τα­νε ἕ­να «κά­θαρ­μα» ὅ­πως ἔ­λε­γε ὁ πα­τέ­ρας μου. Γύ­ρι­ζε μὲ τὴ μο­το­συ­κλέ­τα καὶ δὲ λο­γά­ρια­ζε κα­νέ­να. Πεί­ρα­ζε μὲ χον­τρά­δες τὰ κο­ρί­τσια, ἄ­στρα­φτε μπά­τσους σ’ ὅ­σους τόλ­μα­γαν νὰ τὸν κοι­τά­ξουν κι ἔ­κα­νε «ντοὺ» στὰ μα­γα­ζιὰ κι ἅρ­πα­ζε ὅ,τι ἔ­φτα­νε. Μό­νον ὁ Κώ­στας τά ‘­βα­λε μα­ζί του. Καὶ τί κα­τά­λα­βε; Ὁ Κώ­στας δού­λευ­ε ἐρ­γά­της στοῦ ΦΙΞ μα­ζὶ μὲ τὸν πα­τέ­ρα του, τὸν κὺρ Ἀ­να­στά­ση. Τὸ σπί­τι τὸ κρά­τα­γε ἡ ἀ­δερ­φή του ἡ Δαφ­νού­λα, προ­κομ­μέ­νο κι ὄ­μορ­φο κο­ρί­τσι. Μιὰ Κυ­ρια­κὴ ἀ­πό­γευ­μα κα­τέ­βαι­ναν ὁ Κώ­στας κι ἡ Δαφ­νού­λα βόλ­τα γιὰ τὴν πα­ρα­λί­α. Ἀ­πὸ κά­τω ἐρ­χό­ταν ὁ Ἀ­λέ­κος μὲ τὴ μη­χα­νή. Ὅ­ταν ἔ­φτα­σε μπρο­στά τους φρε­νά­ρη­σε, τί εἶ­πε τί δὲν εἶ­πε τῆς Δαφ­νού­λας, κι ὁ Κώ­στας τ’ ἀ­νέ­βη­κε τὸ αἷ­μα στὸ κε­φά­λι κι ἄ­στρα­ψε δυ­ὸ χα­στού­κια, μὰ τί χα­στού­κια τοῦ Ἀ­λέ­κου, ποὺ γιὰ μιὰ στιγ­μὴ ἔ­μει­νε σύ­ξυ­λος. Ὕ­στε­ρα ψα­χού­λε­ψε τὸ πι­στό­λι του μὰ τ’ ἄ­φη­σε κι ἔ­πια­σε νὰ γε­λά­ει, ἕ­να γέ­λιο ἀ­φύ­σι­κο, μαρ­σά­ρη­σε καὶ χά­θη­κε κα­τὰ τὸ Ἰπ­πο­δρό­μιο. Τρεῖς μέ­ρες με­τά, βρή­κα­νε τὸν Κώ­στα σκο­τω­μέ­νο μὲς στὸ λάκ­κο, τρεῖς σφαῖ­ρες, οἱ δυ­ὸ στὸ στῆ­θος, ἡ ἄλ­λη στὴν κοι­λιὰ κι ὅ­λοι τὸ φόρ­τω­σαν στὸν Ἀ­λέ­κο. Για­τί, ποι­ός ἤ­θε­λε τὸ κα­κὸ τοῦ Κώ­στα; Αὐ­τὸς που­θε­νὰ δὲν ἀ­να­κα­τευ­ό­τα­νε. Δου­λειὰ καὶ σπί­τι μό­νο ἤ­ξε­ρε ἢ τὸ πο­λὺ πο­λὺ σὲ κά­να μὰτς ἢ κα­μιὰ βόλ­τα μὲ τὴν ἀ­δερ­φή του. Ὕ­στε­ρα για­τί ἐ­ξα­φα­νί­στη­κε ὁ Ἀ­λέ­κος μιὰ βδο­μά­δα, αὐ­τὸς ποὺ ἄλ­λο­τε ἁ­λώ­νι­ζε τὴ γει­το­νιὰ μὲ τὴ μο­το­συ­κλέ­τα μέ­ρα νύ­χτα; Σὰν ὅ­μως πέ­ρα­σε βδο­μά­δα ἀ­κού­σα­με, με­σά­νυ­χτα, τὴ μη­χα­νή του νὰ μουγ­γρί­ζει πά­νω κά­τω κι ὅ­λοι τὸ ξέ­ρα­με πὼς αὐ­τὸς ἦ­ταν, μὰ ποι­ὸς κο­τοῦ­σε νὰ ξε­μυ­τί­σει. Ξαφ­νι­κά, κα­θὼς περ­νοῦ­σε ἀ­π’ τὸ λάκ­κο ἀ­κού­στη­κε ἕ­νας κρό­τος δυ­να­τὸς κι ὕ­στε­ρα ἡ μη­χα­νὴ ποὺ κα­τρα­κυ­λοῦ­σε στὸ λάκ­κο κι ὕ­στε­ρα τί­πο­τα. Ὁ πα­τέ­ρας ἔ­κα­νε νὰ πά­ει νὰ δεῖ. Ἡ μά­να μου τοῦ ἔ­φρα­ξε τὴν πόρ­τα. «Ἔ­χεις μι­κρὰ παι­διά», τοῦ εἶ­πε, κι ἐ­γὼ μό­λο ποὺ δὲν πο­λυ­κα­τά­λα­βα, βρῆ­κα πὼς εἶ­χε δί­κιο ἡ μη­τέ­ρα μου κι ἀ­πό­μει­να νὰ κοι­τά­ζω μα­ζὶ μὲ τοὺς ἄλ­λους ἀ­π’ τὶς γρί­λι­ες. Τὰ ξη­με­ρώ­μα­τα ἄρ­χι­σαν ἕ­νας ἕ­νας οἱ γει­τό­νοι καὶ βγαί­να­νε καὶ πή­γαι­ναν στὸ λάκ­κο ἀ­μί­λη­τοι. Πή­γα­με καὶ ἐ­μεῖς κι εἶ­δα τὸν Ἀ­λέ­κο ἀ­νά­σκε­λα, πε­θα­μέ­νο μὲς στὸ λάκ­κο, κι ἀ­πὸ πά­νω πλα­κω­μέ­νο μὲ τὴ μη­χα­νή. Ὕ­στε­ρα ἀ­κού­στη­κε τ’ αὐ­το­κί­νη­το τῶν ταγ­μά­των κι ἡ γει­το­νιὰ σκόρ­πι­σε.

       Λί­γο και­ρὸ με­τά, ὁ πό­λε­μος τε­λεί­ω­σε· κι ἄρ­χι­σαν τὰ δι­κά μας τὰ χει­ρό­τε­ρα. Ὅ­ταν ὅ­λα ἡ­σύ­χα­σαν, ἐ­κεῖ ποὺ ἦ­ταν ὁ λάκ­κος χτί­στη­κε μί­α και­νού­ρια πο­λυ­κα­τοι­κί­α, ποὺ ἦ­ταν γε­μά­τη κα­λον­τυ­μέ­νους κυ­ρί­ους, ἀ­φρά­τες γυ­ναῖ­κες καὶ πεν­τα­κά­θα­ρα μί­ζε­ρα παι­δά­κια.

 

 

Πη­γή: Τὸ δι­ή­γη­μα ἀ­πὸ τὴ συλ­λο­γὴ Ἡ πα­ρέ­λα­ση, «Ἑρ­μῆς», Ἀ­θή­να, 1976.

 

Τό­λης Κα­ζαν­τζῆς (Θεσ­σα­λο­νί­κη, 1938-Ἀ­θή­να, 1991). Πε­ζο­γρά­φος. Σπού­δα­σε Νο­μι­κά κι ἐρ­γά­στη­κε ὡς δι­κη­γό­ρος. Πρω­το­εμ­φα­νί­στη­κε τὸ 1958 στὸ πε­ρι­ο­δι­κὸ Δι­α­γώ­νιος. Πρῶ­το του βι­βλί­ο: Ἡ κυ­ρά-Λι­σά­βετ (1975).