María Kentrou-Agathopoúlu: El trago más amargo


Kentrou-Agathopoulou,Maria-Eikona-01


María Kentrou-Agathopoúlu

 

El trago más amargo


04-Delta-590px-Dilluminated_svgESDE que murió su hermana, Ceodora-Rula tenía también un consuelo en su desconsolada vida. Su madre, ya muy anciana  en mil novecientos noventa y cuatro, no se había percatado de la muerte de su hija mayor,  puesto que el deterioro de su mente, que la había dejado incapacitada para percibir el entorno de su realidad, la había protegido de la noción de la más dolorosa de las verdades para una madre.

       Como, debido a su dolencia, Ceodora-Rula  se había traído hace años a su madre a su casa —ya no podía arreglárselas sola con el menaje del hogar— afrontó casi con alivio la carencia  de apoyo de su anciana madre en el peso de su duelo.

       Sin embargo, por momentos le daban ganas de ir hasta su lecho, donde su longeva madre —callada e inmóvil— permanecía tumbaba días y noches, para levantarla de repente o zarandearla por los hombros aunque fuera para hacerle daño e incluso para gritarle: «despierta de una vez, entra en razón, entérate de que tu idolatrada hija ya no vive más, llora tú también con dolor, lamenta su pérdida como yo, no esté sola en mi desgracia, dentro de esta casa».

       De vez en cuando, claro, ida quién sabe de qué desvaríados o sensatos recuerdos, qué extraños malentendidos y vueltas  venían a su memoria, le preguntaba con una inquieta pero también tranquila voz: «Rula, cariño mío», —como acostumbraba llamarla cuando Ceodora era pequeña, —«¿Dónde está Cornelia?» «¿Por qué no viene a verme?».       

       — Está de viaje por América, mamá, muy lejos de nosotras, —respondía conmovida Ceodora-Rula. Y se marchaba rápido y perturbada delante de ella y entraba como loca en su cocina.

       Conforme pasan los años, pregunta  con menos frecuencia, y continúa hundiéndose en el  diván de su hija y duerme,  duerme un sueño completamente suyo, y Ceodora-Rula no continúa bebiendo solo su  trago lleno de amargura por su hermana, sino también aquél vacío pero más tóxico  —el  de su madre— el que ésta no conoce y no lo sabrá jamás.

       Porque Ceodora-Rula siente que su hermana no se ha llevado todo el dolor que le pertenece, siente que la pena inexistente de su madre es como una ausencia  para el alma de su amada difunta, algo así como una injusticia que le ha ocurrido, y esto porque  cree, que tenía el derecho al dolor total de su madre, que no se dignó a dirigirle ni una última mirada para que se la llevara consigo.


Bonsai-03c-GiaIstologio-04


Fuente: De la colección de cuentos παραίτηση (Ed. Κédros, 2002).

María Kentrou-Agathopoúlu (Salónica, 1930). Poesía, cuento, ensayo. Aparece en las Letras en 1961 con la colección de poemas Ψυχὴ καὶ Τέχνη. Recopilación editorial de sus poemas: Ἐπιλογὲς καὶ σύνολα. Poemas (1965-1995) (Νisides, Skópelos, 2001). Su último libro: Εὐρυδίκη μὲ τὸ τσιγάρο στὸ μπαλκόνι (Cuentos, Gabriilidis, 2010). Paralelamente con la poesía escribe y publica cuentos. Sus poemas han sido traducidos al inglés, francés, alemán, polaco, rumano, español y serbio.

Traducción: Marisol Fuentes

Revisión: Konstantinos Paleologos


		
Advertisements

Μαρία Κέντρου-Ἀγαθοπούλου: Τὸ πιὸ πικρὸ ποτήρι

.

Kentrou-Agathopoulou,Maria-Eikona-01

.

Μα­ρί­α Κέν­τρου-Ἀ­γα­θο­πού­λου

 

Τὸ πιὸ πι­κρὸ πο­τή­ρι

 

01-Htta ΘΕΟΔΩΡΑ-ΡΟΥΛΑ, ἀ­φό­του πέ­θα­νε ἡ ἀ­δελ­φή της, εἶ­χε καὶ μιὰ πα­ρη­γο­ριὰ στὴν ἀ­πα­ρη­γό­ρη­τη ζω­ή της. Ἡ μη­τέ­ρα της, ἤ­δη πο­λὺ γριὰ τὸ χί­λια ἐν­νι­α­κό­σια ἐ­νε­νήν­τα τέσ­σε­ρα, δὲν εἶ­χε πά­ρει χαμ­πά­ρι τὸ θά­να­το τῆς με­γα­λύ­τε­ρης κό­ρης της, ἐ­πει­δὴ ἡ βλά­βη τοῦ μυα­λοῦ της, ποὺ τὴν ἔ­κα­νε ἀ­νί­κα­νη νὰ ἀν­τι­λαμ­βά­νε­ται τὴ γύ­ρω της πραγ­μα­τι­κό­τη­τα, τὴν εἶ­χε προ­στα­τέ­ψει ἀ­πὸ τὴ γνώ­ση τῆς πιὸ ὀ­δυ­νη­ρῆς ἀ­λή­θειας γιὰ μιὰ μά­να.

       Ἡ Θε­ο­δώ­ρα-Ρού­λα, κα­θὼς εἶ­χε πά­ρει ἀ­πὸ χρό­νια τὴ μη­τέ­ρα της στὸ δι­κό της σπί­τι ἐ­ξαι­τί­ας τῆς ἀ­νημ­ποριᾶς της πιὰ νὰ φέ­ρει βόλ­τα ἐ­κεί­νη ἀ­πὸ μό­νη τὸ νοι­κο­κυ­ριό, ἀν­τι­με­τώ­πι­ζε μὲ ἀ­να­κού­φι­ση σχε­δὸν τὴν ἔλ­λει­ψη συμ­με­το­χῆς τῆς γριᾶς μά­νας στὸ βα­ρὺ πέν­θος της.

       Ἔ­φτα­νε ὅ­μως κά­ποι­α ὥ­ρα ποὺ τῆς ἐρ­χό­ταν νὰ πά­ει ἐ­κεῖ στὸ στρῶ­μα της, ὅ­που ἀ­μί­λη­τη καὶ ἀ­σά­λευ­τη ξά­πλω­νε μέ­ρες καὶ νύ­χτες ἡ γριά της, νὰ τὴ ση­κώ­σει ἄ­ξαφ­να ἢ νὰ τὴν τραν­τά­ξει ἀ­π’ τοὺς ὤ­μους ἔ­στω ἀ­κό­μα, νὰ τὴν πο­νέ­σει καὶ νὰ τῆς φω­νά­ξει «ξύ­πνα ἐ­πι­τέ­λους, ἔ­λα στὰ συγ­κα­λά σου, νὰ μά­θεις ὅ­τι ἡ λα­τρευ­τή σου κό­ρη δὲν ζεῖ πιά, νὰ κλά­ψεις κι ἐ­σὺ γο­ε­ρά, νὰ θρη­νή­σεις τὸ χα­μὸ της ὅ­πως ἐ­γώ, νὰ μὴν εἶ­μαι μό­νη στὴ δυ­στυ­χί­α μου μέ­σα σ’ αὐ­τὸ τὸ σπί­τι».

       Κά­που κά­που, βέ­βαι­α, ἡ φευ­γά­τη, ποι­ὸς ξέ­ρει ἀ­πὸ ποι­οὺς χα­λα­σμέ­νους ἢ λο­γι­κοὺς συ­νειρ­μοὺς πί­σω μπρός, ἀ­πὸ ποι­ὰ μυ­στή­ρια μπερ­δέ­μα­τα κι ἀ­να­δαρ­μοὺς μὲς στὸ μυα­λό της, ρω­τοῦ­σε μὲ μιὰ ἀ­νή­συ­χη ἀλ­λὰ καὶ μα­ζὶ ἤ­ρε­μη φω­νὴ «Ρούλα, γιαβρί­κα μου» —ὅ­πως συ­νή­θι­ζε νὰ τὴν ἀ­πο­κα­λεῖ ὅ­ταν ἡ Θε­ο­δώ­ρα ἦ­ταν μι­κρὴ— «ποῦ εἶ­ναι ἡ Κορ­νη­λί­α; για­τί δὲν ἔρ­χε­ται λί­γο νὰ τὴ δῶ;». «Εἶ­ναι τα­ξί­δι στὴν Ἀ­με­ρι­κή, μα­μά, πο­λὺ μα­κριὰ ἀ­πό μᾶς», ἀ­παν­τοῦ­σε ζε­μα­τι­σμέ­νη ἡ Θε­ο­δώ­ρα-Ρούλα, κι ἔ­φευ­γε γρή­γο­ρα καὶ τα­ραγ­μέ­νη ἀ­πὸ μπρο­στὰ της κι ἔμ­παι­νε σὰν τρε­λὴ στὴν κου­ζί­να της.

       Κα­θὼς περ­νοῦν τὰ χρό­νια, ὅ­λο καὶ πιὸ ἀ­ραι­ὰ ρω­τά­ει, ὅ­λο καὶ πε­ρισ­σό­τε­ρο βυ­θί­ζε­ται στὸ μιν­τέ­ρι τῆς κό­ρης της, καὶ κοι­μᾶ­ται, ὅ­λο κοι­μᾶ­ται ἕ­ναν ὁ­λό­τε­λα δι­κό της ὕ­πνο, καὶ ἡ Θε­ο­δώ­ρα-Ρούλα δὲν ἐ­ξα­κο­λου­θεῖ νὰ πί­νει μό­νο τὸ δι­κό της πο­τή­ρι γε­μά­το πί­κρα γιὰ τὴν ἀ­δελ­φή της, ἀλ­λὰ κι ἐ­κεῖ­νο τὸ ἄ­δει­ο κι ὅ­μως τὸ πιὸ φαρ­μα­κε­ρό τῆς μά­νας της, ποὺ δὲν ξέ­ρει κι οὔ­τε θὰ μά­θει πο­τέ.

       Για­τί ἡ Θε­ο­δώ­ρα-Ρούλα αἰ­σθά­νε­ται ὅ­τι ἡ ἀ­δελ­φή της δὲν ἔ­χει πά­ρει ὅ­λο τὸν πό­νο ποὺ τῆς ἀ­νή­κει, αἰ­σθά­νε­ται ὅ­τι ἡ ἀ­νύ­παρ­κτη ὀ­δύ­νη τῆς μη­τέ­ρας της εἶ­ναι μιὰ στέ­ρη­ση γιὰ τὴν ψυ­χὴ τῆς νε­κρῆς ἀ­γα­πη­μέ­νης της, κά­τι σὰν ἀ­δι­κί­α ποὺ τῆς ἔ­χει γί­νει, κι ἐ­πει­δὴ πι­στεύ­ει ὅ­τι δι­και­οῦν­ταν τὸν ἀ­πό­λυ­το πό­νο ἀ­πὸ τὴ μά­να της, ποὺ οὔ­τε μιὰ τε­λευ­ταί­α μα­τιά της εἶ­χε ἀ­ξι­ω­θεῖ νὰ πά­ρει μα­ζί της.

                     

Bonsai-03c-GiaIstologio-04 

 

Πη­γή: Ἀ­πὸ τὴν συλ­λο­γὴ δι­η­γη­μά­των Ἡ πα­ραί­τη­ση (ἐκδ. Κέ­δρος, 2002).

 

Μα­ρί­α Κέν­τρου-Ἀ­γα­θο­πού­λου(Θεσ­σα­λο­νί­κη, 1930). Ποί­η­ση, δι­ή­γη­μα, δο­κί­μιο. Ἐμ­φα­νί­στη­κε στὰ γράμ­μα­τα τὸ 1961 μὲ τὴν ποι­η­τι­κὴ συλ­λο­γὴ Ψυ­χὴ καὶ Τέ­χνη. Συγ­κεν­τρω­τι­κὴ ἔκ­δο­ση τῶν ποι­η­μά­των της: Ἐ­πι­λο­γὲς καὶ σύ­νο­λα. Ποι­ή­μα­τα (1965-1995) (Νη­σί­δες, Σκό­πε­λος, 2001). Τε­λευ­ταῖ­ο της βι­βλί­ο: Ἡ Εὐ­ρυ­δί­κη μὲ τὸ τσι­γά­ρο στὸ μπαλ­κό­νι (Δι­η­γή­μα­τα, Γα­βρι­η­λί­δης, 2010).

 

 

 

Μαρία Κέντρου-Ἀγαθοπούλου: Τὸ τηλεφώνημα

 

 

Μαρία Κέντρου-Ἀγαθοπούλου

 

Τὸ τηλεφώνημα

 

ΣΤΕ ΠΕΘΑΝΕ, ἔ; Τί νὰ πεῖ κα­νείς.­.. Ζω­ὴ σ’ ἐ­σᾶς. Νὰ ξε­κου­ρα­στεῖ­τε πιά. Νὰ κοι­τά­ξε­τε λί­γο τὰ τρι­γυρ­νά σας. Σάμ­πως ἦ­ταν ζων­τα­νὸς τό­σον και­ρό; Οὔ­τε γιὰ τὸν ἑ­αυ­τό του. Ἕ­νας ἄν­θρω­πος τοῦ θα­νά­του ἦ­ταν καὶ τί­πο­τε ἄλ­λο. Ἄλ­λω­στε εἴ­χα­τε πά­ψει νὰ τὸν ἀ­γα­πᾶ­τε. Πῶς ν’ ἀ­γα­πᾶς ἕ­ναν ἄν­θρω­πο τοῦ θα­νά­του.­.. Οὔ­τε τὸν λυ­πό­σα­σταν. Πῶς νὰ λυ­πᾶ­σαι ἕ­ναν ἄν­θρω­πο τοῦ θα­νά­του.­.. Τοὺς ζων­τα­νοὺς λυ­πᾶ­ται κα­νείς. Αὐ­τοὺς ποὺ ὑ­πο­φέ­ρουν στὴ ζω­ὴ μ’ ἕ­ναν θά­να­το πιὸ θά­να­το ἀ­πὸ θά­να­το. Αὐ­τοὺς λυ­πᾶ­ται. Αὐ­τοὺς ποὺ μιὰ κά­νουν ἔ­τσι κι ἄ­ξαφ­να βρί­σκον­ται φτω­χοὶ κι ἀ­νέ­στιοι. Ἀ­νυ­πε­ρά­σπι­στοι. Χω­ρὶς πα­τρί­δα. Χω­ρὶς αὔ­ριο. Για­τί κλαῖς τώ­ρα; Γιὰ ποι­όν κλαῖς; Ἐ­νε­νήν­τα καί; Μα­σα­λάχ, χρι­στια­νή μου… Ἀ­στεῖ­ο εἶ­ναι νὰ κλαῖς. Μιὰ ἄ­χρη­στη λύ­πη εἶ­ναι. Μή­πως δὲν πα­ρα­κα­λού­σα­τε νὰ πε­θά­νει; Μή­πως δὲν εἴ­χα­τε γί­νει ρά­κη ἀ­πὸ τὴν κού­ρα­ση; Φτά­σα­τε νὰ τὸν μι­σεῖ­τε κι­ό­λας. Νὰ τὸν σι­χαί­νε­στε. Κα­τέ­στρε­φε τὴ ζω­ή σας. Οἱ φί­λοι σας εἶ­χαν ἐ­ξα­φα­νι­στεῖ. Τὸ εἶ­χαν στρί­ψει τε­χνη­έν­τως. Οἱ ζων­τα­νοὶ μὲ τοὺς ζων­τα­νούς. Μιὰ ἱ­στο­ρί­α γιὰ γκρέ­μι­σμα. Γιὰ γέ­λια. Μὰ ἂν τώ­ρα σοῦ κά­νει κα­λὸ τὸ κλά­μα, ἂν σοῦ κά­νει εὐ­ερ­γε­σί­α, κλά­ψε. Αὐ­τὴ εἶ­ναι ἡ δι­κή σου δι­έ­ξο­δος. Τὸ ἐ­λεύ­θε­ρό σου μά­τι. Σὰν θά­λασ­σα σὲ ξε­πλέ­νει. Σὰν μω­ρὸ σὲ βα­φτί­ζει. Σοῦ δί­νει ὄ­νο­μα. Σῶ­μα. Σοῦ δί­νει ἀρ­χή. Βγὲς ἔ­ξω. Ἔ­χεις νιά­τα ἀ­κό­μη. Οἱ πε­θα­μέ­νοι μὲ τοὺς πε­θα­μέ­νους κι οἱ ζων­τα­νοὶ μὲ τοὺς ζων­τα­νούς. Φό­ρε­σε τὰ και­νούρ­για σου πα­πού­τσια καὶ βγὲς ἔ­ξω. Ἐμ­πρὸς μάρς! Μὴν ντρέ­πε­σαι. Ἄ­νοι­ξε τώ­ρα τὸ ρα­δι­ό­φω­νο. Τρα­γου­δά­ει ἡ Μπέ­λου. Ἡ.­.. Σω­τη­ρί­α, βρέ. Χό­ρε­ψε γιὰ σέ­να. Ἔ­τσι κι ἀλ­λι­ῶς μό­νοι μας χο­ρεύ­ου­με. Πι­ὲς ἕ­να τσι­που­ρά­κι. Πά­το. Αὔ­ριο θὰ πᾶ­με σι­νε­μά. Νὰ ἔρ­θεις. Θά ’ναι κι ἡ Ἀν­τι­γό­νη. Πάν­τα τὴν ἀ­γα­ποῦ­σες, τὸ ξέ­ρω. Κι αὐ­τὴ πάν­τα σὲ θυ­μᾶ­ται. Στὰ σκο­τει­νὰ νὰ τῆς πιά­σεις τὸ χέ­ρι. Μπο­ρεῖς καὶ νὰ τὴν χα­ϊ­δέ­ψεις. Στὰ σκο­τει­νά. Τί κάνεις τώρα; Κλαῖς ἢ γελᾶς;

 

 

Πηγή: Πρώτη δημοσίευση.

 

Μα­ρί­α Κέν­τρου-Ἀ­γα­θο­πού­λου (Θεσ­σα­λο­νί­κη, 1930). Ποί­η­ση, δι­ή­γη­μα, δο­κί­μιο. Ἐμ­φα­νί­στη­κε στὰ γράμ­μα­τα τὸ 1961 μὲ τὴν ποι­η­τι­κὴ συλ­λο­γὴ Ψυ­χὴ καὶ Τέ­χνη. Συγ­κεν­τρω­τι­κὴ ἔκ­δο­ση τῶν ποι­η­μά­των της: Ἐ­πι­λο­γὲς καὶ σύ­νο­λα. Ποι­ή­μα­τα (1965-1995) (Νη­σί­δες, Σκό­πε­λος, 2001). Τε­λευ­ταῖ­ο της βι­βλί­ο: Ἡ Εὐ­ρυ­δί­κη μὲ τὸ τσι­γά­ρο στὸ μπαλ­κό­νι (Δι­η­γή­μα­τα, Γα­βρι­η­λί­δης, 2010).

 

Μαρία Κέντρου-Ἀγαθοπούλου: Καὶ τοῦ πατάγαν τὸ κεφάλι σὰν ὀχιά

 

 

Μαρία Κέντρου-Ἀγαθοπούλου

 

Καὶ τοῦ πατάγαν τὸ κεφάλι σὰν ὀχιά*

 

Ν ΕΙΔΕ ΕΝΑΝ ΦΟΝΟ στὴ ζω­ή της, δὲν ἦ­ταν οὔ­τε στὸν κι­νη­μα­το­γρά­φο, οὔ­τε στὴν τη­λε­ό­ρα­ση, οὔ­τε μὲ τὰ ἄλ­λα μά­τια μὲς στὰ μυ­θι­στο­ρή­μα­τα ἢ στὶς ἐ­φη­με­ρί­δες, οὔ­τε στὶς ἀ­τέ­λει­ω­τες ἀ­φη­γή­σεις τῆς για­γιᾶς της γιὰ φο­νι­κὰ ἀ­πὸ τούρ­κους κι ἕλ­λη­νες στρα­τι­ῶ­τες, ἀ­πὸ τσέ­τες καὶ Γι­αγ­κοῦ­λες καὶ Μπαμ­πά­νη­δες.

       Ἂν εἶ­δε ἕ­να φό­νο μὲ τὰ ἴ­δια της τὰ μά­τια, μι­κρὸ κο­ρί­τσι τό­τε, ἦ­ταν ὁ φό­νος ἑ­νὸς σκο­τω­μέ­νου ἤ­δη.

       Μό­λις εἶ­χαν φύ­γει οἱ Γερ­μα­νοὶ ἀ­π’ τὴ δι­κή της πό­λη, τὴν κα­τα­στραμ­μέ­νη, γε­μά­τη νε­κροὺς καὶ ἄ­στε­γους, βομ­βό­πλη­κτους καὶ βα­θιὰ πεν­θοῦν­τες, μιὰ πό­λη μὲ σκό­νη σύν­νε­φο καὶ καλ­ντε­ρί­μια σκο­τει­νά, μὲ βρό­μι­κο χῶ­μα ἀ­νά­κα­το μὲ αἵ­μα­τα καὶ φτυ­σι­ές, μὲ κο­πρι­ὲς βαρ­βά­των γερ­μα­νι­κῶν ἀ­λό­γων καὶ ξε­ρα­μέ­νες ἀ­φο­δεύ­σεις σκύ­λων.

       Εἶ­χε ἀρ­χί­σει νὰ σκο­τει­νιά­ζει, ὅ­ταν γύ­ρι­σε τρέ­χον­τας κι ἀ­λα­λι­α­σμέ­νη στὸ σπί­τι της.

       Ἡ μά­να της προ­σπα­θοῦ­σε στὸ μι­σο­σκό­τα­δο ν’ ἀ­πο­τε­λει­ώ­σει τὸ κα­ρί­κω­μα μιᾶς κάλ­τσας τοῦ πα­τέ­ρα της, ὅ­ταν τὴν πλη­σί­α­σε τὸ κο­ρί­τσι καὶ εἶ­πε: «Εἶ­δα νὰ σκο­τώ­νουν ἕ­ναν σκο­τω­μέ­νο.» Ἔ­τσι τῆς εἶ­πε μό­νο, κι ἐ­κεί­νη σή­κω­σε τὸ κε­φά­λι της ἀ­πὸ τὴν κάλ­τσα καὶ τὴν κοί­τα­ξε πά­νω ἀ­π’ τὰ μα­το­γυά­λια της μ’ ἕ­να χα­μό­γε­λο πε­ρι­παι­χτι­κὸ καὶ μα­ζὶ πε­ρί­ερ­γο.

       «Τί τσαμ­που­νᾶς ἐ­κεῖ πέ­ρα» τῆς εἶ­πε «τί φαν­τα­στι­κὲς ἱ­στο­ρί­ες ἑ­τοι­μά­ζε­σαι πά­λι νὰ μοῦ πα­σά­ρεις, πῶς γί­νε­ται, μα­θές, νὰ σκο­τώ­νουν ἕ­ναν σκο­τω­μέ­νο, μή­πως σά­λε­ψε τὸ μυα­λό σου;»

       Ἐ­κεί­νη ἄρ­χι­σε ἕ­να κλά­μα σι­ω­πη­λό, πα­ρα­πο­νε­μέ­νο, ὄ­χι τώ­ρα τό­σο γιὰ ὅ,τι εἶ­χε δεῖ νὰ δι­α­πράτ­τε­ται μπρο­στὰ στὰ μά­τια της, τό­σο νω­πὸ ἀ­κό­μη, ὅ­σο γιὰ τὸ ὅ­τι ἡ μά­να της δὲν τὴν πί­στε­ψε καὶ τὴν κο­ρό­ι­δε­ψε κι ἀ­πο­πά­νω. Τὸ κορ­μά­κι της ἔ­τρε­με ὁ­λό­κλη­ρο καὶ δὲν μπο­ροῦ­σε νὰ τὸ συ­νε­φέ­ρει, δὲν ἤ­ξε­ρε πῶς νὰ στα­μα­τή­σει αὐ­τὸ τὸ τρε­μού­λια­σμα, πῶς νὰ καλ­μά­ρει τὸ ἀν­τά­ρια­σμα ποὺ μέ­σα της ἀ­να­κά­τευ­ε ὅ­λα τα σπλά­χνα της. Δά­κρυ­α καὶ μύ­ξες τρέ­χαν ἀ­νά­κα­τα ἀ­π’ ὅ­λο τὸ πρό­σω­πό της, κι εἶ­χε ἀ­φε­θεῖ σ’ ἕ­να κλά­μα ἀ­ξι­ο­θρή­νη­το, ἐ­πει­δὴ ἡ μά­να της ση­κώ­θη­κε ἄ­ξαφ­να καὶ τὴν πα­ρά­τη­σε ἐ­δε­κεῖ ποὺ στε­κό­ταν, μὲς στὸ σκο­τά­δι τῆς κά­μα­ρας, καὶ πῆ­γε στὴν κου­ζί­να ν’ ἀ­να­κα­τέ­ψει τὸ βρα­δι­νὸ φα­γη­τό τους – τρα­χα­νὰς μὲ τη­γα­νη­τὲς μι­κρὲς βου­κί­τσες ψω­μιοῦ.

       Ὅ­ταν ἦρ­θε ὁ πα­τέ­ρας της ἀ­π’ τὴ δου­λειὰ καὶ τ’ ἀ­δέλ­φια της συμ­μα­ζω­χτῆ­καν στὸ σπί­τι, στρώ­θη­καν ὅ­λοι στὸ τρα­πέ­ζι καὶ ρου­φοῦ­σαν ἡ­δο­νι­κὰ τὸν τρα­χα­νά, πλα­τα­γί­ζον­τας τὰ χεί­λια τους, ἀλ­λὰ ἐ­κεί­νης δὲν τῆς κα­τέ­βαι­νε τί­πο­τα ἀ­π’ τὴν κα­τα­πί­να της καὶ σούρ­ντι­ζε μέ­σα στὸ στό­μα της τὴ σού­πα μὲ τὸ ψω­μί.

       Ἡ μά­να της, ποὺ τὸ πρό­σε­ξε αὐ­τό, ὅ­λο τῆς ἔ­λε­γε «Τρῶ­γε, κα­η­μέ­νη μου, μὴν σὲ μπα­τσί­σω, βρῆ­κες φαΐ καὶ παί­ζεις, κα­τέ­βα­ζέ το λοι­πόν.­.­.­», κι ἐ­κεί­νης πε­τά­ρι­ζε ἀ­κό­μη τὸ στη­θά­κι της ἀ­πὸ τ’ ἀ­να­φι­λη­τὰ καὶ δὲν ἔ­βγα­ζε ἄ­χνα, δὲν τολ­μοῦ­σε, φο­βό­ταν κι ἔ­τρε­με τὸν πα­τέ­ρα της, κι ἐ­κεῖ­νος κά­ποι­α στιγ­μὴ σή­κω­σε τὸ κε­φά­λι ἀ­π’ τὸ πιά­το του κι εἶ­πε, ἀ­δι­ά­φο­ρα σχε­δόν, «Τί ἔ­χει αὐ­τή;­», τοῦ­το μό­νο εἶ­πε, κι ἡ μά­να της ἀ­πο­κρί­θη­κε: «Ξέ­ρεις δά, φαν­τα­σί­ες παι­δι­κὲς καὶ δὲν συμ­μα­ζεύ­ε­ται, ὅ­ταν ἔρ­χε­ται καὶ σοῦ λέ­ει ὅ­τι εἶ­δε νὰ σκο­τώ­νουν ἕ­ναν σκο­τω­μέ­νο.­.­.­», ὥ­σπου ση­κώ­θη­κε ἄ­ξαφ­να τὸ κο­ρί­τσι, τρά­βη­ξε πί­σω τὴν κα­ρέ­κλα του ἀ­πο­φα­σι­στι­κά, στά­θη­κε ὄρ­θιο στὰ λι­γνά του πο­δα­ρά­κια, σὲ μι­κρὴ ἀ­πό­στα­ση ἀ­π’ τὸ τρα­πέ­ζι καὶ σὲ μιὰ στά­ση ὅ­πως λέ­νε τὰ παι­διὰ τὸ ποί­η­μα στὸ σχο­λεῖ­ο τὶς με­γά­λες ἐ­θνι­κὲς γι­ορ­τές, τοὺς κοί­τα­ξε ὅ­λους κα­λὰ-κα­λά —δὲν ἔ­κλαι­γε πιά, δὲν ἀ­να­φι­λη­τοῦ­σε—, κι ὅ­ταν εἶ­δε ὅ­τι εἶ­χαν ἀ­φή­σει ὅ­λοι ἀ­π’ τὰ χέ­ρια τους τὸ κου­τά­λι καὶ τὸ ψω­μὶ κι εἶ­χε πιὰ ὁ­λό­κλη­ρη τὴν προ­σο­χή τους, εἶ­πε:

       «Ἀρ­γὰ τ’ ἀ­πό­γευ­μα, ἐ­κεῖ ποὺ παί­ζα­με στὴν ἀ­λά­να καὶ κά­ποι­οι ἀ­πὸ τ’ ἀ­νοι­χτὰ πα­ρά­θυ­ρά τους μᾶς φώ­να­ζαν “Φτά­νει πιά, μᾶς ξε­κου­φά­να­τε μὲ τὶς τσι­ρί­δες σας, συ­ρεῖ­τε τώ­ρα στὰ σπί­τια σας, νύ­χτω­σε”, βλέ­πω πιὸ κεῖ, στὸ ὕ­ψω­μα τοῦ Κα­ϊ­στρί­ου πε­δί­ου, νὰ μα­ζεύ­ε­ται κό­σμος πο­λύς. Ἔ­τρε­ξα κι ἐ­γὼ κα­τα­πά­νω —μ’ ἀ­κο­λού­θη­σαν καὶ κά­ποι­α κο­ρί­τσια—, καὶ τί νὰ δῶ; Μι­κροὶ με­γά­λοι ἦ­ταν σκυμ­μέ­νοι πά­νω ἀ­πὸ ἕ­ναν σκο­τω­μέ­νο, ριχ­μέ­νο κα­τά­χα­μα, ἀ­νά­σκε­λα. Τὸν κοι­τοῦ­σαν ὅ­λοι, κά­ποι­οι λέ­γα­νε ὅ­τι τὸν ἤ­ξε­ραν κι ὅ­τι τά­χα ἦ­ταν γιὸς τῆς κυ­ρὰ-Ἀ­σπα­σί­ας καὶ τοῦ κὺρ Γιά­ννη τοῦ Ἑ­φτα­λι­ώ­τη, τοῦ τσαγ­κά­ρη, ἄλ­λοι ὅ­τι δὲν τὸν γνώ­ρι­ζαν κα­θό­λου, δὲν ἦ­ταν τῆς δι­κῆς τους γει­το­νιᾶς – κι ἔ­λε­γες, κα­θὼς περ­νοῦ­σε ἡ ὥ­ρα, σὰν κά­ποι­ον νὰ πε­ρί­με­νε ὁ πε­θα­μέ­νος ἢ κά­ποι­ον νὰ πε­ρί­με­ναν ὅ­λοι, για­τὶ ἔ­στρε­φαν συ­χνὰ τὸ κε­φά­λι καὶ κοι­τά­ζα­νε πέ­ρα στὸν κα­τή­φο­ρο, ὥ­σπου ἦρ­θε κά­ποι­α στιγ­μὴ ἕ­νας ἄν­τρας ὣς ἐ­κεῖ ἀ­πά­νω, μὲ γέ­νια μα­κριά, μὲ μου­στά­κια καὶ μα­κριὰ λε­ρὰ μαλ­λιά, καὶ κά­τι μαῦ­ρα μά­τια πο­λὺ θυ­μω­μέ­να, ποὺ ἄ­στρα­φταν σὰν γυα­λί, κι ἄρ­χι­σε μὲ τὶς χον­τρὲς ἀρ­βύ­λες του, γε­μά­τες μαῦ­ρες πρό­κες ἀ­πο­κά­τω —ἐ­γὼ τὶς πρό­σε­ξα ἐ­πει­δὴ κα­θό­μουν καὶ κοι­τοῦ­σα ἀ­να­κούρ­κου­δα—, ἄρ­χι­σε λοι­πὸν νὰ πα­τά­ει δυ­να­τά το κε­φά­λι τοῦ σκο­τω­μέ­νου, καὶ σὲ κά­θε πά­τη­μα δυ­να­τὸ ν’ ἀ­κού­γε­ται ἕ­να κα­τά­ξε­ρο κράκ, ὅ­πως κά­νει τὸ καρ­πού­ζι ὅ­ταν τὸ σκί­ζουν μὲ τὰ χέ­ρια με­τὰ τὸ μα­χαί­ρω­μα. Πα­τοῦ­σε λοι­πὸν μὲ λύσ­σα τὸ κε­φά­λι τοῦ νε­κροῦ ἐ­κεῖ κα­τά­χα­μα, τό ‘­κα­νε λι­ῶ­μα, συ­νέ­χεια ἔ­βρι­ζε μὲ βρον­τε­ρή, ἄ­γρια φω­νή, μὲ ἀ­φρι­σμέ­νο στό­μα, μὲ ἄ­σπρο σά­λιο ποὺ πε­τα­γό­ταν ἕ­να μέ­τρο καὶ πα­ρα­πά­νω μα­κριά» —κι ἐ­δῶ χα­μή­λω­σε τὴ φω­νή της μὲ ντρο­πή, μό­λις ποὺ τὴν ἄ­κου­σαν οἱ δι­κοί της— «”Νά, νά, πού­στη, νά, φο­νιὰ τοῦ ἀ­δελ­φοῦ μου” ξε­φώ­νι­ζε, κι οἱ ἀρ­βύ­λες του εἴ­χα­νε γε­μί­σει ὣς ἀ­πά­νω μὲ τὰ μυα­λά, τὰ μαλ­λιὰ καὶ τὰ μά­τια τοῦ σκο­τω­μέ­νου, δὲν εἶ­χε μεί­νει τί­πο­τα ἀ­π’ τὸ κε­φά­λι του στὸ κορ­μί του, νά, μὰ τὸ Θε­ό, κι ὅ­λοι ἐ­μεῖς, μι­κροὶ με­γά­λοι, κοι­τού­σα­με καρ­φω­μέ­νοι ἐ­κει­δά, βου­βα­μέ­νοι, τὸ σῶ­μα του ποὺ δὲν εἶ­χε πιὰ κε­φά­λι, κοι­τού­σα­με ἕ­ναν σκο­τω­μέ­νο πε­θα­μέ­νο γιὰ τὰ κα­λά.

       »Αὐ­τὸ εἶ­δα τὸ σού­ρου­πο στὸ ὕ­ψω­μα τοῦ Καϊστρί­ου πε­δί­ου, κον­τὰ στὴν ἀ­λά­να ποὺ παί­ζα­με, κι ἀ­να­κα­τεύ­τη­καν τ’ ἄν­τε­ρά μου, γι’ αὐ­τὸ τώ­ρα δὲν μπο­ρῶ νὰ φά­ω, πῶς νὰ φά­ω.­.­.­».

       Ἔ­τσι εἶ­πε τὸ κο­ρί­τσι μὲ μιὰν ἀ­νά­σα κι ἔ­κλει­σε τὸ στο­μα­τά­κι του με­μιᾶς. Πῆ­γε κι ἔ­κα­τσε πά­νω σ’ ἕ­να μι­κρὸ μπα­οῦ­λο μὲ τὸ κε­φά­λι πε­σμέ­νο κά­τω κι εἶ­χε ἕ­να πρό­σω­πο κα­τα­κόκ­κι­νο σὰν πρη­σμέ­νο, ἀλ­λὰ δὲν ἔ­κλαι­γε τώ­ρα πιά, δὲν ἀ­να­φι­λη­τοῦ­σε.

       Οἱ γο­νεῖς καὶ τ’ ἀ­δέλ­φια της δὲν ἄ­νοι­ξαν τὸ στό­μα τους κα­θό­λου, δὲν ἔ­κρι­ναν, δὲν ξα­να­πῆ­ραν στὰ χέ­ρια τὸ κου­τά­λι καὶ τὸ ψω­μί, μο­νά­χα ποὺ ὁ πα­τέ­ρας της ἔ­βγα­λε κα­πνὸ καὶ τσι­γα­ρό­χαρ­το κι ἔ­στρι­ψε τσι­γά­ρο, κι ἡ μά­να της πῆ­γε κι ἔ­κα­τσε κά­τω ἀ­π’ τὸ φῶς καὶ συ­νέ­χι­σε τὸ κα­ρί­κω­μα ὣς τὰ μεσάνυχτα.

 

* Ἀπὸ ἕνα τραγούδι τοῦ Σ. Ξαρχάκου, σὲ στίχους Νίκου Γκάτσου.

 

 

Πηγή: Ἀ­πὸ τὴν συλ­λο­γὴ δι­η­γη­μά­των Οἱ μι­κρὲς χα­ρές (ἐκδ. Με­ταίχ­μιο, 2004).

 

Μα­ρί­α Κέν­τρου-Ἀ­γα­θο­πού­λου (Θεσ­σα­λο­νί­κη, 1930). Ποί­η­ση, δι­ή­γη­μα, δο­κί­μιο. Ἐμ­φα­νί­στη­κε στὰ γράμ­μα­τα τὸ 1961 μὲ τὴν ποι­η­τι­κὴ συλ­λο­γὴ Ψυ­χὴ καὶ Τέ­χνη. Συγ­κεν­τρω­τι­κὴ ἔκ­δο­ση τῶν ποι­η­μά­των της: Ἐ­πι­λο­γὲς καὶ σύ­νο­λα. Ποι­ή­μα­τα (1965-1995) (Νη­σί­δες, Σκό­πε­λος, 2001). Τε­λευ­ταῖ­ο της βι­βλί­ο: Ἡ Εὐ­ρυ­δί­κη μὲ τὸ τσι­γά­ρο στὸ μπαλ­κό­νι (Δι­η­γή­μα­τα, Γα­βρι­η­λί­δης, 2010).

 

Βιντεοσκόπηση: Σάββατο βράδυ 7 Μαΐου 2011 στὸ σπίτι τῆς συγγραφέως στὴ Θεσσαλονίκη. Λήψη-φωτογραφίες: Ἡρὼ Νικοπούλου. 

 

Γιάννης Πατίλης, Μαρία Κέντρου-Ἀγαθοπούλου. Ἰωάννου Δέλλιου 7, Θεσσαλονίκη. Σάββατο, 7 Μαΐου 2011.

 

Μαρία Κέντρου-Ἀγαθοπούλου: Ἄτολμος

 

 

Μα­ρί­α Κέν­τρου-Ἀ­γα­θο­πού­λου

 

Ἄ­τολ­μος

 

ΕΣ ΝΑ Μ’ΑΓΓΙΞΕΙΣ; θέ­λεις; πό­τε τὸν πα­ρα­κα­λοῦ­σε κοι­τά­ζον­τάς τον κα­τα­πρό­σω­πο μὲ κά­τι μά­τια γε­μά­τα νε­ρὸ σὰν νέ­κταρ μυ­στι­κῆς πη­γῆς καὶ πό­τε ἄ­γρια, ἀ­πο­φα­σι­στι­κὰ τοῦ ἔ­παιρ­νε τὸ χέ­ρι σὰν νὰ ὁ­δη­γοῦ­σε ἡ ἴ­δια της ἕ­να μα­χαί­ρι πά­νω στὸ βυ­ζί της, νά, ἐ­δῶ πιά­σε κα­η­μέ­νε, τοῦ ‘λέ­γε, τί πε­ρι­μέ­νεις, τί ἀρ­γεῖς, τί σκέ­ψη χρει­ά­ζε­ται αὐ­τὴ τὴ στιγ­μή, τί κό­πο, κι ἐ­κεῖ­νος ἔ­με­νε εἰ­σέ­τι ἄ­βου­λος, δει­λός, τρε­μά­με­νος μέ­σα του, ἀ­να­πο­φά­σι­στος, σὰν ἐ­χθρὸς στὸν πό­λε­μο ἔ­με­νε, νὰ σκο­τώ­σει ἢ ὄ­χι ἐ­κεῖ­νον ποὺ ἐγ­γύ­τα­τα βρι­σκό­ταν καὶ ἱ­κέ­τευ­ε γιὰ τὴ σω­τη­ρί­α του, δί­βου­λος ἔ­νοι­ω­θε, δι­συ­πό­στα­τος γιὰ κεί­νη τὴν πρά­ξη, δὲ νο­γοῦ­σε πῶς γί­νον­ται αὐ­τὰ τὰ αἵ­μα­τα, πῶς ση­κώ­νε­ται τὸ χέ­ρι ἀ­πὸ τὸ σῶ­μα ν’ ἀγ­γί­ξει τὸ ἄλ­λο σῶ­μα, τί δυ­νά­μεις ὁ­δη­γοῦν, πα­ρορ­μοῦν ἀ­πὸ βα­θιά, ποι­ά ἡ ἀρ­χή, ποι­ό τὸ τε­τέ­λε­σται, κι ἂν ἐ­κεί­νη πα­ρω­δοῦ­σε σ’ ἕ­να φρι­χτὸ παι­χνί­δι ἐ­ξον­τώ­σε­ως, σὲ μιὰ μοί­ρα ἀ­λύ­γι­στη, ἀ­γύ­ρι­στη ἀ­πὸ πα­λιά, πῶς θά ‘βρι­σκε ξα­νὰ τὸν ὁ­λό­κλη­ρο ἑ­αυ­τό του, τὸ ὁ­λό­κλη­ρο χέ­ρι του, πῶς θὰ κοί­τα­ζε τὸν κό­σμο ξέ­νοια­στα, τὸ χέ­ρι του δὲν θὰ ἦ­ταν πιὰ δι­κό του, πα­ρὰ σὰν μιὰ σφρα­γί­δα ἀ­νε­ξί­τη­λη θά ‘με­νε πά­νω στὸ δι­κό της σῶ­μα, ἀ­πο­τύ­πω­μα καυ­τὸ σὲ μιὰ ξέ­νη σάρ­κα, ἂχ θὰ ἔ­χα­νε τὸ χέ­ρι του διὰ παν­τὸς ἀ­πὸ μιὰ ἐ­ξου­σί­α, ἕ­νας μο­νό­χειρ θὰ ἦ­ταν, ἕ­νας ἀ­ξι­ο­θρή­νη­τος κου­λός, θὰ φαι­νό­ταν ἀ­πὸ παν­τοῦ ἡ θ υ σ ί α.

 

 

Πη­γή: Πρώ­τη δη­μο­σί­ευ­ση.

 

Μα­ρί­α Κέν­τρου-Ἀ­γα­θο­πού­λου (Θεσ­σα­λο­νί­κη, 1930). Ποί­η­ση, δι­ή­γη­μα, δο­κί­μιο. Ἐμ­φα­νί­στη­κε στὰ γράμ­μα­τα τὸ 1961 μὲ τὴν ποι­η­τι­κὴ συλ­λο­γὴ Ψυ­χὴ καὶ τέ­χνη. Τε­λευ­ταῖ­ο της βι­βλί­ο: Σεν­τό­νια τῆς ἀ­γρύ­πνιας (Ποι­ή­μα­τα, Με­ταίχ­μιο, 2006).

 

Εἰκό­να: Χέ­ρι στὸ στῆθος. Ἡμί­γλυ­φο ἔνθε­το σὲ πλα­κό­στρω­το τῆς πε­ριοχῆς τῶν «κόκ­κινων φα­να­ριῶν» τοῦ Ἄμστερ­νταμ.