Ἀ­να­στα­σί­α Κά­τσι­κα: Κά­θε Κυ­ρια­κὴ τοῦ Κα­λο­και­ριοῦ



Ἀ­να­στα­σί­α Κά­τσι­κα


Κά­θε Κυ­ρια­κὴ τοῦ Κα­λο­και­ριοῦ


Α ΣΠΙΤΙΑ ἔ­μοια­ζαν σὰν δυ­ὸ στα­γό­νες νε­ρό. Σὰν νὰ εἶ­χε δι­πλώ­σει κά­ποι­ος ἕ­να ἄ­σπρο χαρ­τὶ στὴ μέ­ση καὶ νὰ εἶ­χε κό­ψει μὲ προ­σο­χὴ τὸ σχέ­διό τους. Μὲ ὅ­λες τὶς λε­πτο­μέ­ρει­ες. Μὲ μυ­τε­ρὸ ψα­λί­δι.

       Εἶ­χαν ἕ­ναν τοῖ­χο κοι­νό, μιὰ λα­σπω­μέ­νη λου­ρί­δα χῶ­μα μπρο­στὰ καὶ μιὰ πιὸ με­γά­λη λου­ρί­δα πί­σω σκε­πα­σμέ­νη μὲ γκρί­ζες πλά­κες. Καὶ στὶς δυὸ πί­σω αὐ­λὲς σέρ­νον­ταν ξε­χαρ­βα­λω­μέ­να πο­δή­λα­τα, πα­τί­νια, μπά­λες καὶ ἄ­δεια μπὸλ γιὰ τὰ ἀ­δέ­σπο­τά της γει­το­νιᾶς.

       Στὰ κάγ­κε­λα τοῦ ἀ­ρι­στε­ροῦ σπι­τιοῦ τυ­λι­γό­ταν ἕ­να γι­α­σε­μὶ μὲ λί­γα ἄ­σπρα λου­λού­δια. Ἀ­γρι­ό­χορ­τα καὶ τρι­φύλ­λι ἔ­πνι­γαν τὰ παρ­τέ­ρια.

       Στὸ δι­πλα­νὸ σπί­τι, οἱ θά­μνοι, κου­ρε­μέ­νοι καὶ συμ­με­τρι­κοί, κά­λυ­πταν τὰ κάγ­κε­λα κι ἐμ­πό­δι­ζαν τὸ φῶς νὰ ζε­στά­νει τὰ θα­λασ­σι­νὰ βό­τσα­λα ποὺ σχε­δί­α­ζαν μο­νο­πά­τια μὲ σπεῖ­ρες καὶ κύ­κλους.

       Στὸ ἀ­ρι­στε­ρὸ σπί­τι τὰ πα­ρά­θυ­ρα ἦ­ταν πάν­τα ἀ­νοι­χτά. Οἱ κουρ­τί­νες τρε­μού­λια­ζαν κα­μέ­νες ἀ­πὸ τὸν ἥ­λιο, ξε­θω­ρι­α­σμέ­νες καὶ βα­ρι­ὲς ἀ­πὸ τὴ σκό­νη.

       Κά­θε Κυ­ρια­κὴ τοῦ Κα­λο­και­ριοῦ, ἀ­πὸ τὴν ἀ­νοι­χτὴ πόρ­τα ἔμ­παι­ναν τὸ φῶς καὶ ἡ ζέ­στη, προ­χω­ροῦ­σαν στὸ δι­ά­δρο­μο, περ­νοῦ­σαν τὸ χὸλ μὲ τὸν ἄ­δει­ο κα­λό­γε­ρο, ἀ­δι­α­φο­ροῦ­σαν γιὰ τὸ σα­λό­νι κι ἔ­φτα­ναν στὴν κου­ζί­να, ἐ­κεῖ ποὺ ἡ γυ­ναί­κα μὲ τὰ μα­κριὰ μαλ­λιὰ καὶ τὴ χρω­μα­τι­στὴ πο­διὰ ἔ­κο­βε τὰ κο­λο­κύ­θια σὲ τέ­λει­ους κύ­κλους, τὶς με­λι­τζά­νες καὶ τὶς πι­πε­ρι­ὲς σὲ κα­ρε­δά­κια, τὶς πα­τά­τες, τὰ κρεμ­μύ­δια καὶ τὶς ντο­μά­τες σὲ φέ­τες. Τὰ ἔ­βα­ζε ὅ­λα στὸ τα­ψί, τὸ κου­νοῦ­σε δυ­να­τὰ κι ἔ­ρι­χνε λά­δι καὶ κόκ­κι­νο πι­πέ­ρι.

       Ὅ­ση ὥ­ρα ψη­νό­ταν τὸ μπριάμ, ἡ μυ­ρω­διά του μπλε­κό­ταν στὰ μαλ­λιὰ τῆς γυ­ναί­κας, ἀγ­κά­λια­ζε τὴ φω­το­γρα­φί­α τοῦ ἀ­γο­ριοῦ μὲ τὸ ἀ­χνὸ μου­στά­κι καὶ ζά­λι­ζε τὶς μύ­γες ποὺ μα­ζεύ­ον­ταν σὰν μαύ­ρη μπά­λα στὴν τρυ­πη­τὴ κου­τά­λα.

       Στὸ δι­πλα­νὸ σπί­τι, τὰ πα­ρά­θυ­ρα ἦ­ταν πάν­τα κλει­στὰ καὶ οἱ βα­ρι­ὲς κουρ­τί­νες σκο­τει­νὲς κι ἀ­κί­νη­τες. Κά­θε Κυ­ρια­κὴ τοῦ Κα­λο­και­ριοῦ ἡ μυ­ρω­διὰ τῆς κλει­σού­ρας προ­χω­ροῦ­σε στὸ δι­ά­δρο­μο, περ­νοῦ­σε τὸ χὸλ μὲ τὸν φορ­τω­μέ­νο ροῦ­χα κα­λό­γε­ρο, ἀ­δι­α­φο­ροῦ­σε γιὰ τὸν σκε­πα­σμέ­νο κα­θρέ­φτη καὶ ἔ­φτα­νε στὴν κου­ζί­να, ἐ­κεῖ ποὺ ἡ γυ­ναί­κα μὲ τὸν κό­τσο καὶ τὰ μαῦ­ρα ροῦ­χα ἔ­τρι­βε μὲ τὸν χον­τρὸ τρί­φτη τὶς ντο­μά­τες, τὰ κρεμ­μύ­δια καὶ τὶς πι­πε­ρι­ές. Τὰ ἔ­βα­ζε ὅ­λα στὸ τη­γά­νι, ἀ­να­κά­τευ­ε ἁ­πα­λὰ κι ἔ­ρι­χνε λά­δι καὶ μαῦ­ρο πι­πέ­ρι.

       Ὅ­ση ὥ­ρα ἔ­βρα­ζε ἡ σάλ­τσα γιὰ τὰ μα­κα­ρό­νια, ἡ μυ­ρω­διά της μαύ­ρι­ζε τὴ χω­ρί­στρα τῆς γυ­ναί­κας, κα­λη­σπέ­ρι­ζε τὴ φω­το­γρα­φία τοῦ ἀ­γο­ριοῦ μὲ τὰ κα­τσα­ρὰ μαλ­λιὰ καὶ ξε­σή­κω­νε τὶς ζω­γρα­φι­σμέ­νες στὰ πλα­κά­κια πε­τα­λοῦ­δες.

       Πρώ­τη ἔ­φτα­νε στὸ προ­σκυ­νη­τά­ρι ἀ­πὸ ἄ­σπρο μάρ­μα­ρο, ἡ γυ­ναί­κα τοῦ ἀ­ρι­στε­ροῦ σπι­τιοῦ. Δί­πλα στὴ γέ­φυ­ρα ἀ­κουμ­ποῦ­σε τὸ σκε­πα­σμέ­νο μὲ χρω­μα­τι­στῆ πε­τσέ­τα πιά­το κι ἔ­φευ­γε.

       Σὲ λί­γο, ἡ γυ­ναί­κα τοῦ δι­πλα­νοῦ σπι­τιοῦ ἀ­κουμ­ποῦ­σε τὸ σκε­πα­σμέ­νο μὲ ἄ­σπρη πε­τσέ­τα πιά­το, δί­πλα στὴ γέ­φυ­ρα, στὸ προ­σκυ­νη­τά­ρι ἀ­πὸ μαῦ­ρο γρα­νί­τη.

       Τὸ ἀ­γό­ρι μὲ τὸ ἀ­χνὸ μου­στά­κι κα­θι­σμέ­νο στὴ μη­χα­νή, κοί­τα­ζε ψη­λά. Χα­μο­γε­λοῦ­σε. Τὸ ἀ­γό­ρι μὲ τὰ κα­τσα­ρὰ μαλ­λιὰ κα­θό­ταν πί­σω του. Κοί­τα­ζε κά­τω. Τὸ πο­τά­μι ποὺ ἄ­φρι­ζε.



Πηγή: Πρώτη δημοσίευση.

Ἀ­να­στα­σί­α Κά­τσι­κα γεν­νή­θη­κε καὶ ζεῖ στὴν Ἀ­θή­να. Εἶ­ναι δα­σκά­λα καὶ δι­δά­σκει σὲ δη­μό­σιο σχο­λεῖ­ο στὰ Βρι­λήσ­σια. Δι­η­γή­μα­τά της ἔ­χουν δη­μο­σι­ευ­τεῖ σὲ ἔν­τυ­πα καὶ ἠ­λε­κτρο­νι­κὰ πε­ρι­ο­δι­κά. Τὸ πρῶ­το της βι­βλί­ο μὲ τί­τλο «Κί­τρι­νο σκο­τά­δι» θὰ ἐκ­δο­θεῖ σύν­το­μα ἀ­πὸ τὶς Ἐκ­δό­σεις Θρά­κα.