Γιῶργος Ἰωάννου: Ὁμίχλη

 

 

Γι­ῶρ­γος Ἰ­ω­άν­νου

 

Ὁ­μί­χλη

 

ΕΝ ΞΕΡΩ πιὰ τί γί­νε­ται μὲ τὴν ὁ­μί­χλη κι ἂν ἐ­ξα­κο­λου­θεῖ νὰ πέ­φτει τό­σο πη­χτὴ ἢ μή­πως χά­θη­κε ὁ­λό­τε­λα κι αὐ­τή, ὅ­πως ἡ πά­χνη πά­νω ἀ­π’ τὰ πρω­ι­νὰ κε­ρα­μί­δια. Βλέ­πον­τας τὴν παρ­θε­νι­κὴ πά­χνη νὰ γυ­α­λί­ζει παν­τοῦ, λέ­γα­με: «Εἶ­χε κρύ­ο τὴ νύ­χτα» ἢ «τὰ λά­χα­να θὰ γί­νουν μὲ τὴν πά­χνη πιὸ γλυ­κά, πρέ­πει νὰ κά­νου­με ντολ­μά­δες».

         Ὅ­ταν ἐρ­χό­ταν ὁ και­ρὸς τῆς ὁ­μί­χλης, εἶ­χα πάν­τα τὸ νοῦ μου σ’ αὐ­τήν. Μέ­ρα μὲ τὴ μέ­ρα πε­ρί­με­να νὰ μὲ σκε­πά­σει κι ἐ­γὼ νὰ χώ­νο­μαι ἀ­θέ­α­τος μέ­σα της. Θλι­βό­μουν ὅ­μως πο­λύ, ὅ­ταν ἔ­πε­φτε τὶς κα­θη­με­ρι­νές, τὴν ὥ­ρα ποὺ βα­σα­νι­ζό­μουν μὲ τὰ χαρ­τιὰ στὸ γρα­φεῖ­ο. Πα­ρα­κα­λοῦ­σα νὰ κρα­τή­σει ὣς τὸ βρά­δυ, συ­νή­θως ὅ­μως γύ­ρω στὸ με­ση­μέ­ρι δι­α­λυ­ό­ταν ἀ­πὸ ἕ­ναν ἥ­λιο ἰ­δι­αί­τε­ρα δυ­σά­ρε­στο.

        Μά, κα­μιὰ φο­ρά, ὅ­ταν ξυ­πνών­τας τ’ ἀ­πό­γευ­μα, τὴν ὥ­ρα ποὺ ἔ­λε­γα ἂν θὰ πά­ω στὸ σι­νε­μὰ ἢ στὸ κα­φε­νεῖ­ο, ἔ­βλε­πα ἀ­να­πάν­τε­χα ἀ­π’ τὸ πα­ρά­θυ­ρο τὸ ἀ­πέ­ραν­το θέ­α­μα τῆς ὁ­μί­χλης, ἄλ­λα­ζα ἀ­μέ­σως σχέ­δια καὶ πο­ρεῖ­ες. Σή­κω­να τὸ για­κὰ τῆς καμ­παρ­ντί­νας, κα­τέ­βαι­να μὲ σι­γου­ριὰ τὰ σκα­λιὰ κι ἔ­φευ­γα γιὰ τὴν πα­ρα­λί­α, χω­ρὶς τα­λαν­τεύ­σεις. Ἡ ὁ­μί­χλη εἶ­ναι γιὰ νὰ βα­δί­ζεις μέ­σα σ’ αὐ­τήν. Δι­α­σχί­ζεις κά­τι ποὺ εἶ­ναι πυ­κνό­τε­ρο ἀ­πὸ ἀ­έ­ρας καὶ σὲ στη­ρί­ζει. Ἀλ­λὰ καὶ κά­τι ἀ­κό­μα· ὁ­μί­χλη χω­ρὶς λι­μά­νι εἶ­ναι πράγ­μα ἀ­ταί­ρια­στο.

        Ἡ ὁ­μί­χλη ἦ­ταν ἀ­κό­μα πιὸ γλυ­κιά, ὅ­ταν τὴν ψι­λο­κεν­τοῦ­σε ἐ­κεί­νη ἡ βρο­χή, ἡ πο­λὺ ψι­λὴ βρο­χὴ τοῦ οὐ­ρα­νοῦ μας. Αὐ­τὴ ποὺ δὲ σὲ βρέ­χει, μὰ σὲ πο­τί­ζει μο­νά­χα καὶ φυ­τρώ­νουν πιὸ λαμ­πε­ρὰ τὰ μαλ­λιά σου τὴν ἄλ­λη βδο­μά­δα. Καὶ τό­τε ἔ­παιρ­ναν νό­η­μα τὰ φῶ­τα καὶ τὰ τρὰμ καὶ τὰ κορ­να­ρί­σμα­τα. Ἀ­κό­μα κι οἱ πο­λυ­κα­τοι­κί­ες γί­νον­ταν ἑλ­κυ­στι­κὲς μὲς στὴν ἀ­χνά­δα.

        Κι ὕ­στε­ρα ἔ­φτα­να στὸ κα­φε­νεῖ­ο τοῦ λι­μα­νιοῦ, αὐ­τὸ ποὺ ἀ­πὸ χρό­νια εἶ­ναι γκρε­μι­σμέ­νο, νὰ ξα­να­βρῶ τὴν πα­ρέ­α μου. Κι ὅ­ταν δὲν ἦ­ταν ἐ­κεῖ —καὶ δὲν ἦ­ταν πο­τὲ ἐ­κεῖ— κα­θό­μουν ὧ­ρες καὶ καρ­τε­ροῦ­σα. Πί­σω ἀ­π’ τὰ τζά­μια δι­ά­βαι­ναν ἀ­ρά­δα οἱ σκι­ὲς αὐ­τῶν ποὺ τώ­ρα ἔ­χουν πε­θά­νει. Κολ­λοῦ­σαν τὸ μοῦ­τρο τους γιὰ μιὰ στιγ­μὴ στὸ θαμ­πὸ τζά­μι κι ἄλ­λοι ἔμ­παι­ναν μέ­σα, ἐ­νῶ ἄλ­λοι τρα­βοῦ­σαν ἀ­να­το­λι­κὰ γιὰ τὸν Πύρ­γο τοῦ Αἵ­μα­τος. Κι ἂν δέ μοῦ ἔ­γνε­φε κα­νείς, ἔ­βγαι­να κι ἀ­κο­λου­θοῦ­σα μιὰ σκιά, ποὺ πο­τὲ δὲν μπο­ροῦ­σα νὰ προ­φτά­σω.

        Δὲ θυ­μᾶ­μαι ἀ­πὸ ποὺ ἐρ­χό­ταν ἐ­κεί­νη ἡ ὁ­μί­χλη, μᾶλ­λον κα­τέ­βαι­νε ἀ­πὸ ψη­λά. Τώ­ρα, πάν­τως, ξε­κι­νά­ει βα­θιὰ ἀ­π’ τὰ ὄ­νει­ρα. Αὐ­τὰ ποὺ χρό­νια μέ­να­νε σκε­πα­σμέ­να μ’ ἕ­να βα­ρὺ κα­πά­κι, ποὺ ὅ­μως πῆ­ρε ἀ­π’ τὴν πί­ε­ση γιὰ κα­λὰ νὰ πα­ρα­με­ρί­ζει.

        Πέ­φτει πολ­λὴ ὁ­μί­χλη, γί­νο­μαι ἕ­να μ’ αὐ­τήν, καὶ ξε­κι­νά­ω. Ἀ­κο­λου­θῶ ἄλ­λες σκι­ὲς ὀ­νο­μα­τί­ζον­τάς τες. Περ­πα­τῶ κοι­τά­ζον­τας τὸ λι­θό­στρω­το. Αὐ­τὸ σὲ πολ­λοὺς δρό­μους καὶ δρο­μά­κια ἀ­κό­μα δι­α­τη­ρεῖ­ται. Δὲν ὑ­πάρ­χει, βέ­βαι­α, ἀ­νά­με­σα στὶς πέ­τρες τὸ χορ­τα­ρά­κι, ποὺ φύ­τρω­νε τό­τε. Ὅ­λα ἔ­χουν γκρε­μί­σει ἢ ξε­ρα­θεῖ. Κα­νέ­νας θά­να­τος δὲν εἶ­ναι κα­λός. Ὤ, καὶ νά ‘­ταν ἀ­λή­θεια, αὐ­τὸ ποὺ λέ­νε, πὼς θὰ τοὺς ξα­να­βροῦ­με ὅ­λους.­..

        Ἀ­κο­λου­θών­τας τὶς σκι­ὲς μπαί­νω πάν­τα στὸν ἴ­διο δρό­μο. Τὰ δέν­τρα καὶ τὰ φυ­τὰ θε­ρι­εύ­ουν μὲς στὴ μο­να­ξιὰ καὶ τὴ θο­λού­ρα. Γί­νον­ται σὰν κά­στρα τε­ρά­στια. Φτά­νω στὸ ἀ­γέ­ρω­χο σπί­τι, τὸ τυ­λιγ­μέ­νο μὲ κισ­σοὺς καὶ φυλ­λώ­μα­τα. Πα­ρ’ ὅ­λο ποὺ οἱ σκι­ὲς κον­το­στέ­κον­ται καὶ σὰν νὰ μοῦ γνέ­φουν, ἐ­γὼ δὲν πλη­σιά­ζω κὰν στὴν Πορ­τά­ρα. Θαρ­ρῶ πὼς μό­νο ἀ­γα­πη­μέ­νο πρό­σω­πο θὰ μὲ πεί­σει κά­πο­τε νὰ τὴν πε­ρά­σω.

        Φεύ­γω καὶ ξα­να­χά­νο­μαι στὰ τράμ, τὰ φῶ­τα καὶ τὴν κί­νη­ση. Ὁ νοῦς μου εἶ­ναι κολ­λη­μέ­νος στὴν ὁ­μί­χλη καὶ σ’ ὅ­λα ὅ­σα εἶ­δα μέ­σα σ’ αὐ­τήν. Προ­σπα­θών­τας νὰ ξε­χα­στῶ περ­πα­τῶ πο­λὺ τὶς ὁ­μι­χλι­α­σμέ­νες νύ­χτες. Αἰ­σθά­νο­μαι κά­ποι­α ἀ­να­κού­φι­ση μὲ τὸ βά­δι­σμα. Τὰ με­γά­λα βά­σα­να κα­τα­στα­λά­ζου­νε σι­γὰ σι­γὰ στὸ κορ­μὶ καὶ δι­ο­χε­τεύ­ον­ται ἀ­π’ τὰ πό­δια στὸ ὑ­γρὸ χῶ­μα.

 

 

Πη­γή:  Ἡ με­τα­πο­λε­μι­κὴ πε­ζο­γρα­φί­α. Ἀ­πὸ τὸν πό­λε­μο τοῦ ’­40 ὡς τὴ δι­κτα­το­ρί­α τοῦ ’­67, Τό­μος Β΄, Ἐκ­δό­σεις Σο­κό­λη, Ἀ­θή­να, 1989. Ἀ­πὸ τὴ συλ­λο­γὴ δι­η­γη­μά­των Ἡ μό­νη κλη­ρο­νο­μιά, «Ἑρ­μῆς», Ἀ­θή­να, 1974.

 

Γι­ῶρ­γος Ἱ­ω­άν­νου  (ψευδώνυμο τοῦ Γι­ώρ­γου Σο­ρο­λό­πη, Θεσ­σα­λο­νί­κη 1927-Ἀ­θή­να, 1985). Ποι­ητής, πεζογράφος, δοκιμιογράφος. Ἐρ­γά­στη­κε ὡς φι­λό­λο­γος στὴ Μέ­ση ἐκ­παί­δευ­ση. Πρῶ­τα του βι­βλί­ο: Ἡ­λι­ο­τρό­πια (1954, ποί­η­ση), Γιὰ ἕ­να φι­λό­τι­μο (22 πε­ζο­γρα­φή­μα­τα, Θεσσαλονίκη, Διαγώνιος, 1964).

 

Advertisements