Κimon Theodorou: Kant es gilipollas



Κimon Theodorou


Kant es gilipollas


OS dos amigos —el soltero y el casado— suelen discutir sobre temas como el imperativo categórico o si el hombre nace tabula rasa. En una conversación acerca de la ética y los animales, el segundo suelta que «Kant es gilipollas», el primero se pone como una furia, «como vuelvas a decir eso te parto el culo», «Kant es gilipollas», se atreve el otro, «como vuelvas a decir eso te parto el culo», «Kant es gilipollas», «como vuelvas a decir eso te parto el culo», el diálogo se repite unas cuantas veces como un mantra y cuando están a punto de alcanzar el nirvana tántrico —si es que existe tal cosa— «Kant es…», se despierta el niño en la habitación de al lado y se pone a llorar. El padre se levanta, va a la habitación y lo trae, «Kant es gilipollas», intenta seguir con la misma cantinela para toparse con una negación, «no digas esas cosas delante del bebé, imagínate que nos sale utilitarista o alguna tontería por el estilo». Más tarde, la esposa regresa del trabajo, dirige una mirada asesina a los dos, siempre sospecha que han hecho alguna burrada con el joven descendiente. El bebé vuelve a dormirse y el primero se tiene que marchar. El segundo lo llama al móvil cuando el otro está a punto de llegar a casa; ya sabe cómo chincharlo: «¡Κant es gilipollas!», tensa la cuerda pero no recibe ninguna respuesta, el soltero cuelga el teléfono tratando de mantener la calma, pero, la verdad, se pasa toda la noche en blanco. Decide, pues, que cuando se encuentren de nuevo al día siguiente, le va a moler a palos; sí, fuimos kantianos alguna vez; un respeto para con el pasado, señores – medita. «Mi amor, ¿quién te ha puesto el ojo morado?», preguntará la esposa tras el suceso y, habiendo prestado oídos a las explicaciones, le dará la razón, como de costumbre, a su marido («Kant es gilipollas, al igual que tu amigo»). En otra ocasión, hace tiempo, la esposa había intentado justificarse ante una indirecta del amigo soltero: «Por supuesto que tengo que darle la razón a mi marido, si no ¿cómo te crees tú que se mantiene un matrimonio?».



Fuente: De la colección de cuentos Μερικοὶ τὸ λένε ἀγάπη (Atenas, Farfoulás, 2014).

Kimon Theodorou (Kavala, 1981). Ha estudiado Periodismo y Civilizaciones Europeas. Cuentos suyos han sido publicados en varias antologías.

Tra­duc­ción: I­lek­tra A­na­gno­stou, Be­atriz Cá­rca­mo A­boi­tiz, So­fía Fer­taki, Theoni Kabra, María Kalouptsi, Eduardo Lucena, Kon­sta­nti­nos Pa­le­o­lo­gos, E­vange­lía Po­lyra­ki, Anto­nia Vla­chou.

La tra­duc­ción y revisión colectivas de los minir­rela­tos es producto del taller que orga­ni­zaron y co­ordina­ron, en la a­ca­de­mia de i­dio­mas A­ba­ni­co desde octu­bre de 2017 hasta marzo de 2018, Kon­sta­nti­nos Pa­le­o­lo­gos y E­du­a­rdo Lu­ce­na.


		
Advertisements

Κίμων Θεοδώρου: Ὁ Κὰντ εἶναι μαλάκας


Theodorou,Kimon-OKantEinaiMalakas-Eikona-01b


Κίμων Θεοδώρου


Ὁ Κὰντ εἶ­ναι μα­λά­κας


11-Omikron-Field_of_Boliauns_-_Initial_letterΙ ΔΥΟ ΦΙΛΟΙ —ὁ ἐρ­γέ­νης καὶ ὁ παν­τρε­μέ­νος— συ­νή­θως λο­γο­μα­χοῦν γύ­ρω ἀ­πὸ θέ­μα­τα ὅ­πως ἡ κα­τη­γο­ρι­κὴ προ­στα­γὴ ἢ ἐ­ὰν ὁ ἄν­θρω­πος γεν­νι­έ­ται tabula rasa. Σὲ μιὰ συ­ζή­τη­ση ἐ­πά­νω στὴν ἠ­θι­κὴ καὶ τὰ ζῶ­α, ὁ τε­λευ­ταῖ­ος ξε­στο­μί­ζει πὼς «ὁ Κὰντ εἶ­ναι μα­λά­κας», ὁ πρῶ­τος βγαί­νει ἔ­ξω ἀ­πὸ τὰ ροῦ­χα του, «ἂν τὸ ξα­να­πεῖς αὐ­τὸ θὰ σὲ γα­μή­σω», «ὁ Κὰντ εἶ­ναι μα­λά­κας» ἀ­πο­τολ­μᾶ ὁ ἄλ­λος, «ἂν τὸ ξα­να­πεῖς αὐ­τὸ θὰ σὲ γα­μή­σω», «ὁ Κὰντ εἶ­ναι μα­λά­κας», «ἂν τὸ ξα­να­πεῖς αὐ­τὸ θὰ σὲ γα­μή­σω», ἡ στι­χο­μυ­θί­α ἐ­πα­να­λαμ­βά­νε­ται σὰν μάν­τρα ἀρ­κε­τὲς φο­ρὲς καὶ πά­νω ποὺ πλη­σιά­ζουν σὲ μιὰ ταν­τρι­κὴ νιρ­βά­να —ἐ­ὰν ὑ­πάρ­χει τέ­τοι­ο πράγ­μα— «ὁ Κὰντ εἶ­ναι…», τὸ παι­δὶ στὸ δι­πλα­νὸ δω­μά­τιο ξυ­πνά­ει καὶ βά­ζει τὰ κλά­μα­τα. Ὁ πα­τέ­ρας ση­κώ­νε­ται, πη­γαί­νει στὸ δω­μά­τιο καὶ τὸ φέρ­νει στὴν πα­ρέ­α, «ὁ Κὰντ εἶ­ναι μα­λά­κας», ἐ­πι­χει­ρεῖ νὰ συ­νε­χί­σει τὸ ἴ­διο τρο­πά­ρι γιὰ νὰ πέ­σει ἐ­πά­νω σε ἄρ­νη­ση, «μὴ λὲς τέ­τοι­α πράγ­μα­τα μπρο­στὰ στὸ μω­ρό, φαν­τά­σου με­γα­λώ­νον­τας νὰ βγεῖ ὠ­φε­λι­μι­στὴς ἢ κα­μιὰ ἄλ­λη τέ­τοι­α βλα­κεί­α.» Ἀρ­γό­τε­ρα, ἡ σύ­ζυ­γος ἐ­πι­στρέ­φει ἀ­πὸ τὴ δου­λειά, ρί­χνει φο­νι­κὴ μα­τιὰ καὶ στοὺς δύ­ο, κά­θε φο­ρὰ ὑ­πο­ψι­ά­ζε­ται ὅ­τι ἔ­χουν κά­νει κά­ποι­α χον­τρὴ γκά­φα μὲ τὸν νε­α­ρὸ ἀ­πό­γο­νο. Ὁ μπέμ­πης ξα­να­κοι­μᾶ­ται καὶ ὁ πρῶ­τος πρέ­πει νὰ φύ­γει. Ὁ τε­λευ­ταῖ­ος τὸν κα­λεῖ στὸ κι­νη­τὸ κα­θὼς φτά­νει σπί­τι, ἔ­χει βρεῖ τὸ κα­τάλ­λη­λο κουμ­πί: «Ὁ Κὰντ εἶ­ναι μα­λά­κας!» τρα­βά­ει τὸ σχοι­νὶ ἀλ­λὰ δὲν λαμ­βά­νει ἀ­πάν­τη­ση, ὁ ἐρ­γέ­νης τὸ κλεί­νει προ­σπα­θών­τας νὰ δι­α­τη­ρή­σει τὴν ψυ­χραι­μί­α του, ἀλ­λὰ ἀ­λή­θεια, χά­νει τὸν ὕ­πνο του ὅ­λο το βρά­δυ. Ἀ­πο­φα­σί­ζει, λοι­πόν, τὴν ἑ­πο­μέ­νη ποὺ θὰ συ­ναν­τη­θοῦν ἐκ νέ­ου νὰ τὸν δεί­ρει· ναί, ὑ­πήρ­ξα­με καν­τια­νοὶ κά­πο­τε· ὑ­πάρ­χει ἕ­να σέ­βας στὸ πα­ρελ­θόν, κύ­ριοι – συλ­λο­γί­ζε­ται. «Ἀ­γά­πη μου, ποι­ός σοῦ μαύ­ρι­σε τὸ μά­τι;» θὰ ρω­τή­σει ἡ σύ­ζυ­γος με­τὰ ἀ­πὸ τὸ συμ­βὰν καὶ ἀ­φουγ­κρα­ζό­με­νη τὶς ἐ­ξη­γή­σεις θὰ συμ­φω­νή­σει ὅ­πως συ­νη­θί­ζει μὲ τὸν ἄν­τρα της («Ὁ Κὰντ εἶ­ναι μα­λά­κας, τὸ ἴ­διο καὶ ὁ φί­λος σου»). Μιὰ ἄλ­λη φο­ρᾶ, πα­λι­ό­τε­ρα, ἡ σύ­ζυ­γος εἶ­χε προ­σπα­θή­σει νὰ ἀ­πο­λο­γη­θεῖ σὲ σχε­τι­κὴ μπη­χτὴ τοῦ ἐρ­γέ­νη φί­λου: «Φυ­σι­κὰ καὶ πρέ­πει νὰ συμ­φω­νῶ μὲ τὸν ἄν­τρα μου, πῶς ἀλ­λι­ῶς νο­μί­ζεις ὅ­τι κρα­τά­ει ἕ­νας γά­μος;».


Bonsai-03c-GiaIstologio-04


Πηγή: Ἀπὸ τὴ συλ­λο­γὴ δι­η­γη­μά­των Με­ρι­κοὶ τὸ λέ­νε ἀ­γά­πη (Φαρ­φου­λᾶς, 2014).

Κί­μων Θε­ο­δώ­ρου (Κα­βά­λα, 1981). Ἔ­χει πα­ρα­κο­λου­θή­σει σπου­δὲς στὴ Δη­μο­σι­ο­γρα­φί­α καὶ στὸν Εὐ­ρω­πα­ϊ­κὸ Πο­λι­τι­σμό. Τα­ξί­δε­ψε σὲ τριά­ντα χῶ­ρες. Δη­μο­σί­ευ­σε τὴ συλ­λο­γὴ δι­η­γη­μά­των Με­ρι­κοὶ τὸ λέ­νε ἀ­γά­πη (Φαρ­φου­λᾶς, 2014). Ἔ­χει συμ­με­τά­σχει στοὺς συλ­λο­γι­κοὺς τό­μους Πε­ρὶ τυ­φλό­τη­τας καὶ ἄλ­λων δει­νῶν (Πα­τά­κης, 2011) καὶ Ἱ­στο­ρί­ες Μπον­ζά­ι ’14 (Γα­βρι­η­λί­δης, 2014).


Κίμων Θεοδώρου: Ἄμωμος ἀνάγνωσις

Theodorou,Kimon-AmomosAnagnosis-Eikona-01

 

Κί­μων Θε­ο­δώ­ρου


 Ἄ­μω­μος ἀ­νά­γνω­σις


07-Taph-Century_Mag_Illuminated_T_ParkmanΟ ΚΙΝΗΤΟ χτύ­πη­σε στὸ ἀ­ε­ρο­δρό­μιο. Κα­λύ­τε­ρα νὰ τὸ εἶ­χες κλει­στό. Τέ­τοι­α λές, τέ­τοι­ο μαῦ­ρο πρό­βα­το. Σοῦ ἔ­ψα­λαν τὰ μαν­τά­τα. Ἀν­τὶ νὰ πά­ρεις τὸ ἀ­ε­ρο­πλά­νο γιὰ Νέ­α Ὑ­όρ­κη, βρέ­θη­κες στὸ ΚΤΕΛ γιὰ Δρά­μα. Χά­σα­τε τὸν μπαμ­πά. Ἂν ἡ πτή­ση εἶ­χε ἀ­πο­γει­ω­θεῖ, δὲν θὰ γυρ­νοῦ­σες γιὰ τὴν κη­δεί­α. Ἔ­τσι λές, γιὰ τὶς ἐν­τυ­πώ­σεις. Ἀλ­λά, φεῦ, πα­ναν­θρώ­πι­νο τὸ νὰ ἀ­πο­δί­δεις τι­μὲς στοὺς νε­κρούς, σὲ ὅ­λες τὶς ἐ­πο­χὲς καὶ τὶς φυ­λές. Ὁ μπαμ­πὰς ἦ­ταν πέν­τε μέ­ρες στὸ νο­σο­κο­μεῖ­ο, προ­βλή­μα­τα ἀ­να­πνευ­στι­κά, τὸ γνώ­ρι­ζες, δὲν μπῆ­κες στὸν κό­πο νὰ ἀ­νέ­βεις ἀ­πὸ τὴν Ἀ­θή­να νὰ τὸν δεῖς. Ἤ­σουν ἀ­πα­σχο­λη­μέ­νος μὲ τὶς προ­ε­τοι­μα­σί­ες γιὰ τὸν Νέ­ο Κό­σμο. Ποῦ νὰ σοῦ περ­νοῦ­σε ἀ­πὸ τὸ μυα­λὸ ὅ­τι θὰ ἔ­φευ­γε στὸν Ἄλ­λο Κό­σμο. Κα­νεὶς δὲν πί­στευ­ε ὅ­τι θὰ πε­θά­νει. Δὲν εἶ­χε φτά­σει κὰν στὰ ἑ­βδο­μῆν­τα, στὸ σό­ι φτά­νουν στὰ ὀ­γδόν­τα. Μὲ τὸν κά­θε Ἱπ­πο­κρά­τη βγά­λε ἄ­κρη. Κλί­νη, μά­σκα ὀ­ξυ­γό­νου, ἐ­ξορ­γι­ζό­ταν μὲ για­τροὺς καὶ νο­σο­κό­μες, ἔ­λε­γε θέ­λει νὰ γυ­ρί­σει σπί­τι. Σχη­μά­τι­σε χα­μό­γε­λο μιὰ φο­ρά, ρω­τών­τας τὴν ἀ­δελ­φή σου πό­τε φεύ­γεις Ἀ­με­ρι­κή, τοῦ τὸ ξε­φούρ­νι­σες πρὶν κα­μιὰ δε­κα­ριὰ μέ­ρες στὸ τη­λέ­φω­νο. Κα­μά­ρω­νε γιὰ τὰ τα­ξί­δια σου, πῆ­ρες γραμ­μὴ ἀ­πὸ τὸν ἴ­διο: στὰ εἴ­κο­σι, τσε­πώ­νον­τας μου­λω­χτὰ τὶς οἰ­κο­νο­μί­ες τοῦ παπ­ποῦ, τὸ ἔ­σκα­σε τρι­γυρ­νών­τας στὸν γαλ­λό­φω­νο καὶ ἀγ­γλο­σα­ξο­νι­κὸ κό­σμο. Σω­στὸς μπίτ­νικ, σὲ εὐ­ρω­πα­ϊ­κὴ βερ­σιόν. Μι­λοῦ­σε πέν­τε γλῶσ­σες, δὲν παν­τρεύ­τη­κε μή­τε νοι­κο­κυ­ρεύ­τη­κε πρὶν ἀ­πὸ τὰ τρι­αν­τα­πέν­τε. Ἡ για­γιὰ σι­χτί­ρι­ζε γιὰ τὴ μη­λιὰ καὶ ἀρ­γό­τε­ρα τὸ μῆ­λο: «Πέ­τρα ποὺ κα­τρα­κυ­λᾶ σπι­τι­κὸ δὲν φτιά­χνει.»

       Ὅ­ταν ἔ­φτα­σες σπί­τι οἱ θεῖ­ες τὸν ἔ­κλαι­γαν γύ­ρω ἀ­πὸ τὴν κά­σα, μα­ζε­μέ­νες στὸ σα­λό­νι. Ἤ­σουν κά­πως θυ­μω­μέ­νος, ἐ­πει­δὴ δι­ά­λε­ξε τὴν ὥ­ρα νὰ πε­θά­νει, θὰ ἔ­χα­νες τὴν πρε­μι­έ­ρα μιᾶς πα­ρά­στα­σης στὸ Μπρόν­τγου­ε­ϊ, τὰ εἶ­χες ἀ­κρι­βο­πλη­ρώ­σει τὰ δι­α­ο­λε­μέ­να, εἰ­σι­τή­ρια καὶ δι­α­μο­νὲς καὶ ὅ­λα. Πέ­ραν τού­του, αὐ­τὰ ποὺ λέ­νε οἱ θεῖ­ες στὶς κη­δεῖ­ες εἶ­ναι νο­μο­τε­λεια­κὰ γε­λοῖ­α. «Σὰν ζων­τα­νὸς εἶ­ναι ἀ­κό­μη, γιὰ δεῖ­τε, μοῦ φά­νη­κε ὅ­τι κου­νή­θη­κε.» Ἀ­πὸ μέ­σα σου κο­ρό­ι­δευ­ες: Μα­λα­κι­σμέ­νες, εἶ­ναι νε­κρός, οὔ­τε ζων­τα­νός, οὔ­τε κου­νή­θη­κε, οὔ­τε τί­πο­τα. Κοι­νῶς ὁ­μο­λο­γου­μέ­νως, δὲν ἱ­κα­νο­ποι­ή­θη­καν κα­θό­λου, δὲν σὲ εἶ­δαν νὰ κλαῖς. Μά­ση­σαν λό­για, νὰ φο­ρέ­σεις ζώ­νη, κα­θὼς σκύ­βον­τας στὴν κά­σα νὰ τὸν πα­ρα­τη­ρή­σεις, σοῦ ἔ­πε­φτε τὸ παν­τε­λό­νι. «Δὲν ἔ­χε­τε ξα­να­δεῖ κῶ­λο; Δὲν τὸ ἔ­χω κρυ­φό» ἐ­πι­χεί­ρη­σες νὰ μοι­ρα­στεῖς πλέ­ον μὲ τὸν ἔ­ξω κό­σμο ἐ­σώ­τε­ρες σκέ­ψεις. Μὲ ὅ­λα τα σα­χλὰ μοι­ρο­λό­για ἀ­δύ­να­τον νὰ τὸν πεν­θή­σεις τὴν πρώ­τη μέ­ρα, κρά­τη­σες τὸ χα­μό­γε­λο Τζο­κόν­τα καὶ στὴν ἐκ­κλη­σί­α καὶ στὸ νε­κρο­τα­φεῖ­ο, γε­γο­νὸς ποὺ ἔ­σπα­σε τὰ νεῦ­ρα ὅ­λων. Ἔ­πει­τα, οἱ θεῖ­ες ρω­τοῦ­σαν «ποι­ά εἶ­ναι αὐ­τὴ» γιὰ κά­θε μα­κρι­νὴ ξα­δέρ­φη, «μὲ τί ἀ­σχο­λεῖ­ται», «εἶ­ναι ἄ­ρα­γε παν­τρε­μέ­νη», ὅ­λα τὰ ἱ­ε­ρο­ε­ξε­τα­στι­κά. Ἐ­πι­νο­οῦ­σες ἱ­στο­ρί­ες τοῦ τύ­που «ναί, ξα­δέρ­φη μας εἶ­ναι, δὲν ἀ­κοῦ­τε ρόκ; Βέ­βαι­α, θὰ τὴν γνω­ρί­ζα­τε ἂν ἀ­κού­γα­τε ρόκ, εἶ­ναι μέ­λος σὲ ἕ­να συγ­κρό­τη­μα ποὺ αὐ­τὴ τὴ στιγ­μὴ προ­ω­θεῖ τὸ MTV.» Γιὰ τὴν πρώ­ην ἀρ­ρα­βω­νι­α­στι­κιά σου —ἠ­θο­ποι­ὸς σὲ σα­που­νό­πε­ρα— δὲν τολ­μοῦ­σαν νὰ ρω­τή­σουν τὶς λε­πτο­μέ­ρει­ες τοῦ χω­ρι­σμοῦ.

       Ὅ­ταν ἐ­ξα­φα­νί­στη­κε ὁ κό­σμος καὶ ἔ­μει­νες μό­νος στὸ σπί­τι, τὴ δεύ­τε­ρη μέ­ρα, τὸν ἔ­κλα­ψες μὲ τὴν ἡ­συ­χί­α σου.

       Τοὺς τέσ­σε­ρις ἑ­πό­με­νους μῆ­νες με­τὰ τὸ θά­να­τό του, κά­θε ποὺ βρά­δια­ζε ἡ 26η καὶ ξη­μέ­ρω­νε ἡ 27η, τὴν ὥ­ρα ποὺ συγ­χω­ρέ­θη­κε, τὸν ὀ­νει­ρευ­ό­σουν. Στε­κό­σουν στὸ πα­τρι­κὸ στὴν πόρ­τα τοῦ σα­λο­νιοῦ, βλέ­πον­τας ἀ­πέ­ναν­τι τὸ τζά­κι νὰ σι­γο­καί­ει. Κα­θό­ταν πάν­τα στὴν ἴ­δια θε­ό­ρα­τη πο­λυ­θρό­να, γυ­ρι­σμέ­νη πρὸς τὴν ἑ­στί­α, ἔ­τσι ποὺ δὲν τὸν ἀν­τί­κρι­ζες ἀ­πὸ τὴν πόρ­τα. Κα­θὼς πλη­σί­α­ζες στὴν πο­λυ­θρό­να, γιὰ νὰ σοῦ πεῖ κα­μιὰ ἱ­στο­ρί­α ὅ­πως συ­νή­θι­ζε, ἔ­φτα­νες στὴ συ­νει­δη­το­ποί­η­ση ὅ­τι δὲν βρί­σκε­ται ἐ­κεῖ. Στὸ μυα­λό σου, κα­θό­ταν πάν­το­τε ἐ­κεῖ. Τό­τε, ξυ­πνοῦ­σες μὲ ἕ­να πά­τη­μα στὸ στῆ­θος, νι­ώ­θον­τας τὴν ἀ­πώ­λειά Του, ἀν­τι­λαμ­βα­νό­με­νος ὅ­τι δὲν μπο­ρεῖ νὰ εἶ­ναι ἐ­κεῖ, δὲν θὰ εἶ­ναι πο­τὲ ξα­νὰ ἐ­κεῖ. Πέ­θα­νε.

       Στὸν τά­φο πη­γαί­νεις κα­να­δυ­ὸ φο­ρὲς τὸ χρό­νο, ὅ­πο­τε δη­λα­δὴ ἀ­νε­βαί­νεις στὸ χω­ριό. Κα­τέ­βα­σες στὸ κι­νη­τό τα ἀ­γα­πη­μέ­να του τρα­γού­δια. Βά­ζεις νὰ τὰ ἀ­κού­σει: Σώ­πα ὅ­που νὰ ‘­ναι θὰ ση­μά­νουν οἱ καμ­πά­νες / Ὅ­ταν σφίγ­γουν τὸ χέ­ρι, ὁ ἥ­λιος εἶ­ναι βέ­βαι­ος γιὰ τὸν κό­σμο. Κά­που ἐ­κεῖ κά­τω ἢ κά­που ἐ­κεῖ πά­νω, εὐ­φραί­νε­ται. Ὁ Μί­κης ἀ­ρέ­σει καὶ στὰ λου­λού­δια ποὺ στο­λί­ζουν τὸ μνῆ­μα, ἀ­κού­γον­τας τὴ μου­σι­κὴ σὰν νὰ κορ­δώ­νον­ται. Τὴν τε­λευ­ταί­α φο­ρά, βρῆ­κες καὶ πῆ­ρες ἕ­να βι­βλί­ο, τὸ εἶ­χε στὸ κο­μο­δί­νο ἐ­πὶ χρό­νια, τὸ ξε­ζού­μι­σε, Τὰ Παι­διὰ τῆς Πιά­τσας. Ἄρ­χι­σες νὰ τοῦ δι­α­βά­ζεις. Δὲν κα­τά­λα­βες πό­τε με­ση­μέ­ρια­σε. Ἀ­πό­γευ­μα. Με­τὰ σού­ρου­πο. Με­τὰ ὁ φύ­λα­κας. Εἶ­πε πρέ­πει νὰ φύ­γεις. Θὰ ἀ­να­βες ἕ­να κε­ρά­κι συ­νε­χί­ζον­τας ὑ­πὸ τὸ φῶς του νὰ δι­α­βά­ζεις Τσι­φό­ρο στὸν πα­τέ­ρα. Σε­βά­στη­κες τὴν ὥ­ρα τῶν φαν­τα­σμά­των. Ἄ­φη­σες τὸ βι­βλί­ο στὴ μαρ­μά­ρι­νη κα­βά­τζα, δί­πλα στὸ λα­δά­κι ποὺ φυ­λά­ει ἡ μά­να γιὰ τὴν καν­τή­λα. Γύ­ρι­σες τὸ ἄλ­λο πρω­ὶ νὰ συ­νε­χί­σεις τὴν ἀ­νά­γνω­ση. Τὸ βι­βλί­ο ἄ­φαν­το. Ἴ­χνος κα­νέ­να. Ὁ μπαμ­πὰς δὲν θὰ ἄν­τε­χε ἐκ νέ­ου τὸν ντι­λε­ταν­τι­σμό, τὶς φρι­κτές σου ἀ­να­γνω­στι­κὲς ἐ­πι­δό­σεις, τὸν ἐ­πί­πε­δο το­νι­σμό, τὴν ἔλ­λει­ψη χά­ρης καὶ εὐ­λυ­γι­σί­ας στὴ φω­νή. Ἡ­λί­ου φα­ει­νό­τε­ρον, σκέ­φτη­κες, θὰ πῆ­ρε νὰ τὸ δι­α­βά­σει μό­νος.


Bonsai-03c-GiaIstologio-04

Πηγή: Ἀπὸ τὸν τόμο Με­ρι­κοὶ τὸ λέ­νε ἀ­γά­πη – (μι­κρο)δι­η­γή­μα­τα & ἀ­κρο­βα­σί­ες, ἐκδ. Φαρ­φου­λᾶς, 2014

Κί­μων Θε­ο­δώ­ρου (Κα­βά­λα, 1981). Ἔ­χει πα­ρα­κο­λου­θή­σει σπου­δὲς στὴ Δη­μο­σι­ο­γρα­φί­α καὶ στὸν Εὐ­ρω­πα­ϊ­κὸ Πο­λι­τι­σμό. Τα­ξί­δε­ψε σὲ τριά­ντα χῶ­ρες. Δη­μο­σί­ευ­σε τὴ συλ­λο­γὴ δι­η­γη­μά­των Με­ρι­κοὶ τὸ λέ­νε ἀ­γά­πη (Φαρ­φου­λᾶς, 2014). Ἔ­χει συμ­με­τά­σχει στοὺς συλ­λο­γι­κοὺς τό­μους Πε­ρὶ τυ­φλό­τη­τας καὶ ἄλ­λων δει­νῶν (Πα­τά­κης, 2011) καὶ Ἱ­στο­ρί­ες Μπον­ζά­ι ’14 (Γα­βρι­η­λί­δης, 2014).

Εἰκόνα: Ἑρμούπολη Σύρου, Νεκροταφεῖο. Φωτογραφία: Γιάννης Πατίλης.

Κίμων Θεοδώρου: Ἀφηγήσεις ἱστοριῶν



Κίμων Θεοδώρου


Ἀφηγήσεις ἱστοριῶν


06-Taph-Century_Mag_Illuminated_T_HobbemaΟΝ ΑΓΑΠΗΣΑ ἀ­πὸ τὴν πρώ­τη στιγ­μὴ ποὺ τὸν εἶ­δα: ἔ­βγα­λε ἕ­να ἄ­δει­ο βα­ζά­κι μαρ­με­λά­δας, μὲ τὴν τα­λαι­πω­ρη­μέ­νη ἐ­τι­κέ­τα σπὶν σπάν, ἔ­πει­τα ψα­χού­λε­ψε στὴν τσέ­πη τοῦ φθαρ­μέ­νου δερ­μά­τι­νου· βρῆ­κε μιὰ χαρ­το­πε­τσέ­τα, τὴν ξε­δί­πλω­σε, μέ­σα εἶ­χε κα­φὲ καὶ ζά­χα­ρη, μεῖγ­μα προ­ερ­χό­με­νο ἀ­πὸ δι­α­φη­μι­στι­κὰ φα­κε­λά­κια, ὑ­πέ­θε­σα· τὸ ἔ­ρι­ξε στὸ γυ­ά­λι­νο βα­ζά­κι, ση­κώ­θη­κε, κα­τευ­θύν­θη­κε στὴν του­α­λέ­τα πα­ρα­δί­πλα, ἄ­νοι­ξε τὴ βρύ­ση, γέ­μι­σε μὲ νε­ρὸ κι ἔ­πει­τα ἀ­να­κί­νη­σε, ὥ­στε νὰ ἀ­πο­λαύ­σει τὸν φρα­πέ του καὶ τὶς ἀλ­κυ­ο­νί­δες. «Δὲν μ’ ἀ­ρέ­σει νὰ παίρ­νω κα­φέ­δες ἀ­πὸ τὰ κυ­λι­κεῖ­α, δὲν ξέ­ρεις τί βλα­κεῖ­ες βά­ζουν μέ­σα», γύ­ρι­σε στὸ μέ­ρος μου – καρ­δοῦ­λες ζω­γρα­φί­ζον­ταν στὸν ἀ­έ­ρα, αὐ­τὸς θὰ γί­νει ὁ και­νού­ριος κα­λύ­τε­ρός μου φί­λος, ἀ­πο­φά­σι­σα. Στὸ παγ­κά­κι, μὲ ἕ­να χα­μό­γε­λο πιὸ θερ­μὸ ἀ­πὸ τὸν ἥ­λιο, πιά­νει ἕ­να σταθ­μὸ στὸ τραν­ζί­στορ. Οἱ νό­τες ἀ­πὸ τὸ Telling Stories στὸν ἀ­έ­ρα: «Ἐλ­πί­ζω νὰ σ’ ἀ­ρέ­σει ἡ Tracy Chapman» κε­λα­η­δᾶ, ἀ­να­ση­κώ­νον­τας τὸ ἀ­ρι­στε­ρὸ φρύ­δι. Σὲ θέ­ση contra posto ἀ­να­ση­κώ­νω τὸ δε­ξί. Οἱ νό­τες ἀ­πὸ τὸ Telling Stories: ἀ­πο­τε­λοῦν τρό­πον τι­νὰ ὑ­πό­σχε­ση γιὰ τὶς ἱ­στο­ρί­ες τοῦ πα­ρελ­θόν­τος ποὺ θὰ μοῦ ἀ­ρα­διά­σει, καὶ τὶς κοι­νές μας στιγ­μὲς οἱ ὁ­ποῖ­ες θὰ ἀ­πο­τε­λέ­σουν ἱ­στο­ρί­ες ποὺ θὰ ξε­τυ­λί­ξου­με στὸ μέλ­λον. Ἐ­ξάλ­λου, «ὑπ-άρ­χω» ση­μαί­νει «βρί­σκο­μαι κά­τω ἀ­πὸ κά­ποι­α ἀρ­χή», ὑ­πὸ αὐ­τὴ τὴν ἔν­νοι­α ὅ­σο ὑ­πάρ­χου­με, πα­ρό­τι ἀρ­νη­τὲς ὀ­νει­ρο­πό­λοι, ἀ­δυ­να­τοῦ­με νὰ πραγ­μα­τώ­σου­με μιὰ οὐ­σι­ώ­δη «ἀν-αρ­χί­α». Οἱ ἱ­στο­ρί­ες ἀ­ξι­ώ­νουν ἀν­τί­δο­το. Λέ­γον­τας ἱ­στο­ρί­ες βά­ζου­με κά­τω ἀ­πὸ δι­κές μας ἀρ­χὲς τὰ πράγ­μα­τα, μέ­σα σὲ ἕ­να παι­χνί­δι ἐ­ξου­σί­ας καὶ προ­σπα­θών­τας νὰ πα­ρη­γο­ρη­θοῦ­με γιὰ τὴν κα­τά­στα­ση τῆς «ὕ­παρ­ξης». Ἀ­κό­μη καὶ ἂν «ἐξ-ου­σί­α» ση­μαί­νει ἔ­ξω ἀ­πὸ κά­θε οὐ­σί­α καὶ τε­λι­κὰ ὅ­λο αὐ­τὸ δὲν ἔ­χει ση­μα­σί­α. Tracy Chapman, λοι­πόν; Χρό­νια εἶ­χα νὰ ἀ­κού­σω τού­τη τὴν καλ­λι­τέ­χνι­δα. Ἤ­μουν πι­τσι­ρί­κι τό­τε, αὐ­τὸς πά­λι, ἀ­πὸ τοὺς τυ­χε­ροὺς ποὺ μοιά­ζουν πάν­το­τε πι­τσι­ρί­κια. Τί­πο­τα ἐ­πά­νω του δὲν φα­νε­ρώ­νει ση­μά­δι ἡ­λι­κί­ας. Μο­νά­χα, ἴ­σως, ἡ μου­σι­κή του κα­τή­χη­ση. Οἱ πιὸ σαρ­κα­στι­κοὶ θὰ σχο­λιά­σουν καὶ τὸν φρα­πέ: ποιός πί­νει φρα­πὲ στὶς μέ­ρες μας, ὅ­ταν μπο­ρεῖ νὰ ἀ­πο­λαύ­σει φρέν­το κα­που­τσί­νο; Πέ­ραν τού­του, θὰ πρέ­πει νὰ εἶ­ναι κα­νεὶς ἀ­νό­η­τος ὥ­στε νὰ μὴν πι­στεύ­ει στὴ φι­λία μὲ τὴν πρώ­τη μα­τιά. Μή­πως δὲν εἶ­ναι ἡ φι­λί­α σὰν τὸν ἔ­ρω­τα; Ἂν δὲν ἤ­μουν τεμ­πέ­λης θὰ ἔ­γρα­φα ἕ­να βι­βλί­ο γιὰ τοὺς χα­σο­μέ­ρη­δες στὸ πάρ­κο, τὶς ἱ­στο­ρί­ες καὶ τὰ τρα­γού­δια ποὺ μουρ­μου­ρί­ζουν, κα­θὼς καὶ τὶς φι­λί­ες μὲ τὴν πρώ­τη μα­τιά. Ἰ­σχυ­ρί­ζο­μαι πὼς σὲ αὐ­τὲς τὶς πε­ρι­πτώ­σεις ἀ­πὸ τὸ νὰ γρά­φεις εἶ­ναι προ­τι­μό­τε­ρο νὰ γί­νε­σαι ἕ­να μα­ζί τους, μέ­σα στὸ ἡ­δυ­πα­θὲς χα­σο­μέ­ρι. Θὰ εἶ­χε ἀ­κό­μη μέ­σα παι­διὰ ποὺ παί­ζουν ἀ­νέ­με­λα, κυ­ρί­ες μὲ λου­ριὰ τὰ ὁ­ποῖ­α τρα­βοῦν σκύ­λοι, ἄν­τρες νὰ παίρ­νουν πί­πες στοὺς θά­μνους, γέ­ρους μὲ ἀλ­τσχά­ι­μερ ποὺ δὲν θὰ γυ­ρί­σουν στὸ σπί­τι πο­τὲ καὶ προ­σω­ρι­νὰ νά­ι­λον κα­τα­λύ­μα­τα ἀλ­λο­δα­πῶν λα­θρο­με­τα­να­στῶν οἱ ὁ­ποῖ­οι μὲ τὰ δά­κρυ­α τους πο­τί­ζουν τὸ γρα­σί­δι· ἔ­τσι, ἡ ὑ­πη­ρε­σί­α πρα­σί­νου του Δή­μου δὲν τοὺς δι­ώ­χνει γιὰ κα­θα­ρὰ οἰ­κο­νο­μι­κοὺς λό­γους, με­τὰ καὶ ἀ­πὸ τὶς τε­λευ­ταῖ­ες αὐ­ξή­σεις στὰ τι­μο­λό­για ὕ­δρευ­σης κι ἀ­φό­του σὲ αὐ­τὴ τὴ ζω­ὴ ὅ­λα κο­στο­λο­γοῦν­ται, γε­γο­νὸς κλει­δὶ στὴ λή­ψη ἀ­πο­φά­σε­ων.


Bonsai-03c-GiaIstologio-04


Πη­γή: Πρώ­τη δη­μο­σί­ευ­ση.

Κί­μων Θε­ο­δώ­ρου (Κα­βά­λα, 1981). Ἔ­χει πα­ρα­κο­λου­θή­σει σπου­δὲς στὴ Δη­μο­σι­ο­γρα­φί­α καὶ στὸν Εὐ­ρω­πα­ϊ­κὸ Πο­λι­τι­σμό. Δι­η­γή­μα­τά του δι­α­κρί­θη­καν στοὺς λο­γο­τε­χνι­κοὺς δι­α­γω­νι­σμοὺς H­o­t­el I­n­t­e­r­n­et (2008) καὶ H­o­t­el Οἰ­δί­πους (2011) τῶν ἐκ­δό­σε­ων Πα­τά­κη. Δημοσίευσε τὴν συλλογὴ διηγημάτων Μερικοὶ τὸ λένε ἀγάπη (ἐκδ. Φαρφουλᾶς, 2014).

Βίν­τεο: Ἡ Tracy Chapman τρα­γου­δᾶ τὸ «Telling Stories ».



		

	

Κίμων Θεοδώρου: Στεφάνι

.

.

Κί­μων Θε­ο­δώ­ρου

.

 

Στε­φά­νι

.

ΕΡΙΜΕΝΑ στὸν προ­θά­λα­μο μι­σὴ ὥ­ρα, βου­τηγ­μέ­νος στὶς σκέ­ψεις μου καὶ σὲ ἕ­ναν πο­λυ­και­ρι­σμέ­νο μὼβ βε­λού­δι­νο κα­να­πέ. Βγῆ­κε ἀ­πὸ τὸ δω­μά­τιο μιὰ τε­τρά­πα­χη κυ­ρί­α, μοῦ ἔ­ρι­ξε μα­τιὰ βα­ρι­ε­στη­μέ­νη, ἀ­να­στέ­να­ξε καὶ ἔ­σκα­σε μιὰ μι­κρὴ φυ­σα­λί­δα σά­λιου στὴν δε­ξιὰ ἄ­κρη τῶν χει­λι­ῶν της. Προ­χώ­ρη­σε μοι­ά­ζον­τας νὰ ἔ­χουν συγ­κα­εῖ τὰ μπού­τια της. Χά­θη­κε περ­νών­τας τὸ ἄ­νοιγ­μα στὸ τέ­λος τοῦ στε­νό­μα­κρου χόλ, ὅ­που θὰ ἔ­πρε­πε νὰ ὑ­πάρ­χει μιὰ πόρ­τα, μο­νά­χα ποὺ γιὰ κά­ποι­ον πε­ρί­ερ­γο λό­γο δὲν ὑ­πῆρ­χαν που­θε­νὰ πόρ­τες. Εἶ­χε δύ­ο φου­σκω­τοὺς μὲ μαῦ­ρο κου­στού­μι κά­τω στὴν εἴ­σο­δο, σὲ ρό­λο φύ­λα­κα, ἀ­να­λο­γί­στη­κα πό­σα λε­φτὰ βγά­ζει γιὰ νὰ ἔ­χει φύ­λα­κες. Ἀ­πὸ τὴν ἄλ­λη, μᾶλ­λον ἀ­πα­ραί­τη­τοι σὲ αὐ­τὸ τὸ λυ­πη­ρὰ ὑ­πο­βαθ­μι­σμέ­νο ση­μεῖ­ο τῆς πό­λης. «Ὁ ἑ­πό­με­νος», ἄ­κου­σα μιὰ φω­νὴ σὰν ἀ­πὸ λα­ρύγ­γι γριᾶς που­τά­νας μὲ αἱ­μορ­ρο­ΐ­δες ποὺ κα­τε­βά­ζει τρί­α πα­κέ­τα τσι­γά­ρα τὴν ἡ­μέ­ρα. Ση­κώ­θη­κα. Προ­χώ­ρη­σα στὸ δω­μά­τιο, δι­α­σχί­ζον­τας ἕ­να μι­κρὸ δι­ά­δρο­μο ἀ­νά­με­σα σὲ κουρ­τί­νες καὶ τού­λια ποὺ κα­τέ­βαι­ναν ἀ­πὸ τὸ τα­βά­νι στὸ πά­τω­μα. «Εἶ­σαι ὁ τε­λευ­ταῖ­ος γιὰ σή­με­ρα», μοῦ ἀ­να­κοί­νω­σε ἀ­να­μέ­νον­τας νὰ κο­λα­κευ­τῶ γιὰ τὴν ἰ­δι­αί­τε­ρη τι­μή. «Τὴν εἶ­δες τὴ χον­τρὴ ποὺ βγῆ­κε; Θέ­λει νὰ βρεῖ καὶ γκό­με­νο», συ­νέ­χι­σε. Θε­ώ­ρη­σα ἀ­πρε­πὲς τὸ νὰ σχο­λιά­ζει ἄλ­λους πε­λά­τες. Δὲν εἶ­πα τί­πο­τα. Πα­ρα­τή­ρη­σα πὼς ὄν­τως ἔ­μοια­ζε μὲ γριὰ που­τά­να, ἀ­ραι­ὰ ξε­βαμ­μέ­να κο­μο­δι­νὶ μαλ­λιά, ἔν­το­νο βά­ψι­μο στὰ μά­τια καὶ τὰ χεί­λη, βα­θι­ὲς ρυ­τί­δες στὸ δέρ­μα, γυ­α­λι­στε­ρὰ βρα­χι­ό­λια καὶ μπι­χλιμ­πί­δια, κα­θὼς καὶ ἕ­να ἔν­το­νο ἐ­με­τι­κὸ ἄ­ρω­μα. Προ­σπά­θη­σα νὰ κρύ­ψω τὴν ἀ­η­δί­α μου. Δί­χως χρο­νο­τρι­βές, μὲ χέ­ρι ἐ­λα­φρὰ τρε­μά­με­νο, ἔ­βγα­λα τὸ ὅ­πλο ἀ­πὸ τὴν ἐ­σω­τε­ρι­κὴ τσέ­πη τοῦ παλ­τοῦ μου. Σὲ κλά­σμα­τα δευ­τε­ρο­λέ­πτου πρὶν κα­τα­λά­βει κα­λὰ κα­λὰ τί γί­νε­ται πυ­ρο­βό­λη­σα τι­νά­ζον­τας τὰ μυα­λά της στὸν ἀ­έ­ρα. Εὔ­κο­λα, γρή­γο­ρα, ἀ­θό­ρυ­βα, ὡ­ραῖ­ος ὁ σι­γα­στή­ρας. Ὡ­ραῖ­οι καὶ οἱ φύ­λα­κες, συγ­χα­ρη­τή­ρια. Τὰ λε­φτὰ δὲν ἦ­ταν στὸ σχέ­διο, ἀλ­λὰ δὲν μὲ χά­λα­γαν κα­θό­λου, πέ­τυ­χα μπίν­γκο. Φυ­λοῦ­σε τὴν εἴ­σπρα­ξη τῆς ἡ­μέ­ρας στὸ τε­λευ­ταῖ­ο συρ­τά­ρι τοῦ γρα­φεί­ου ὅ­που κα­θό­ταν. Τὰ μοί­ρα­σα σὲ ὅ­λες τὶς τσέ­πες τοῦ παλ­τοῦ γιὰ νὰ μὴ φου­σκώ­νουν πο­λύ

       Πέ­ρα­σα στὸν προ­θά­λα­μο. Βού­λια­ξα στὸν πο­λυ­και­ρι­σμέ­νο μὼβ βε­λού­δι­νο κα­να­πέ, προ­σπα­θών­τας νὰ ἐ­πα­να­με­λε­τή­σω τὶς ἑ­πό­με­νες κι­νή­σεις. Ὄ­φει­λα νὰ κα­θυ­στε­ρή­σω τὴν ἔ­ξο­δο, δι­α­φο­ρε­τι­κὰ ἐ­ὰν ἔ­φευ­γα ἀ­μέ­σως μπο­ρεῖ οἱ φύ­λα­κες κά­τω νὰ μὲ ὑ­πο­ψι­ά­ζον­ταν μιὰ ὥ­ρα ἀρ­χύ­τε­ρα. Ἀ­πο­χώ­ρη­σα σὰν νὰ μὴ τρέ­χει σύ­κο με­τὰ ἀ­πὸ εἴ­κο­σι λε­πτά. Χαι­ρέ­τι­σα τοὺς φύ­λα­κες, μὲ ἕ­να ὑ­πο­το­νι­κὸ νεῦ­μα, κά­τι ἔ­λε­γαν, στα­μά­τη­σαν τὴν ὥ­ρα ποὺ μὲ εἶ­δαν νὰ κα­τε­βαί­νω, ἀν­τα­πέ­δω­σαν τὸ νεῦ­μα. Κα­θὼς ἀ­πο­μα­κρυ­νό­μουν εἶ­δα τὸν ἕ­ναν νὰ ἀ­νε­βαί­νει στὸ κτί­ριο. Δὲν θὰ ἀρ­γοῦ­σε νὰ πέ­σει σὲ θέ­α­μα αἱ­μα­τη­ρό. Ἐ­πι­τά­χυ­να τὸ βῆ­μα μου, ἀ­να­κα­τεύ­τη­κα μέ­σα στὸν κό­σμο σκο­πεύ­ον­τας νὰ κα­τέ­βω στὸ με­τρὸ δύ­ο τε­τρά­γω­να πα­ρα­κά­τω, ὅ­ταν ἕ­να τα­ξὶ σὰν ἀ­πὸ μη­χα­νῆς θε­ὸς πε­τά­χτη­κε μπρο­στά μου —ἢ ἐ­γὼ μπρο­στά του— κα­θὼς πή­γαι­να νὰ δι­α­σχί­σω τὸ δρό­μο, πα­ρα­λί­γο νὰ μὲ πα­τή­σει, ἄλ­λα­ξα τὸ σχέ­διο, μπού­κα­ρα μέ­σα. «Πή­γαι­νέ με ὅ­που θέ­λεις τα­ξι­τζή», ἔ­κλει­σα τὸ μά­τι γιὰ νὰ συ­νο­δέ­ψω τὸ κρύ­ο ἀ­στεῖο, ὁ τα­ρί­φας ἔ­μοια­ζε μὲ ἀ­πο­λί­θω­μα δύ­ο χι­λιά­δων ἐ­τῶν —ἀ­σπρι­σμέ­νο ἀ­ραι­ω­μέ­νο κε­φά­λι, γυα­λιὰ μα­τομ­πού­κα­λα, ἀ­σθε­νι­κὴ ἀ­δύ­να­τη κρά­ση, ξε­θω­ρι­α­σμέ­νο που­κά­μι­σο μὲ κί­τρι­νες ρί­γες καὶ προ­πο­λε­μι­κὸ γκρὶ ὑ­φα­σμά­τι­νο παν­τε­λό­νι— ἔ­ρι­ξε ἕ­να γε­λά­κι φα­νε­ρώ­νον­τας ὅ­τι χρει­ά­ζε­ται μα­σέ­λα. «Κα­τὰ προ­τί­μη­ση πρὸς τὸ Παγ­κρά­τι», συμ­πλή­ρω­σα για­τί ὁ τύ­πος ὄν­τως μπο­ρεῖ νὰ μὲ πή­γαι­νε ὅ­που ἤ­θε­λε. Ἀν­ταλ­λά­ξα­με ἀ­ε­ρο­λο­γί­ες, τὸ εἶ­χα ἀ­νάγ­κη ὥ­στε νὰ ἐ­λα­φρύ­νω τὴν ἔν­τα­ση τῆς στιγ­μῆς, νὰ νι­ώ­σω ὅ­τι δὲν ἔ­κα­να κά­τι φο­βε­ρό, ὅ­τι ὁ κό­σμος βρί­σκε­ται ἀ­κό­μα στὴ θέ­ση του, ὅ­τι ὅ­λα εἶ­ναι ἀ­πο­λύ­τως φυ­σι­ο­λο­γι­κὰ καὶ οἱ τα­ρί­φες ἔ­χου­νε πάν­το­τε ὄ­ρε­ξη νὰ σὲ πρή­ξουν μὲ τὶς μποῦρ­δες ποὺ ἀ­ρα­διά­ζουν, ἀρ­κεῖ νὰ τοὺς ἐν­θαρ­ρύ­νεις. Κά­τι τέ­τοι­ες στιγ­μὲς τὸ σι­νά­φι τους μᾶς εἶ­ναι ἀ­πα­ραί­τη­το. Ἀ­πὸ τὴν ἄλ­λη, ὁ κό­σμος μπο­ρεῖ νὰ ζή­σει μὲ ἕ­να μέν­τιουμ ἀ­στρο­λό­γο λι­γό­τε­ρο, σι­γὰ τὸ σι­νά­φι. Ἡ γυ­ναί­κα ποὺ θὰ παν­τρευ­ό­μουν, πῆ­γε λέ­ει σὲ αὐ­τὴ τὴ γριὰ γιὰ νὰ δεῖ τὸ μέλ­λον. Ἡ γριὰ τῆς εἶ­πε ὅ­τι δὲν θὰ εὐ­τυ­χή­σει καὶ δὲν ἔ­πρε­πε νὰ μὲ παν­τρευ­τεῖ.

      Πάν­τα πί­στευ­ε σὲ τέ­τοι­ες ἀ­η­δί­ες, ἀλ­λὰ θαρ­ροῦ­σα πὼς δὲν ἐ­πρό­κει­το γιὰ χού­ι σο­βα­ρό, πολ­λὰ τέ­τοι­α γυ­ναι­κεῖ­α χα­ζο­πράγ­μα­τα δὲν κα­τα­λα­βαί­νουν οἱ ἄν­τρες. Καὶ ὅ­μως. Λά­κι­σε πι­στεύ­ον­τας στὸ μέν­τιουμ. Καὶ ἡ μά­να της τὴ συμ­βού­λε­ψε νὰ μὴν ἀ­γνο­ή­σει τὶς προ­βλέ­ψεις. Αὐ­τὸ τὸ μέν­τιουμ εἶ­ναι ἐ­πι­κίν­δυ­νο, σκέ­φτη­κα. Εἴ­χα­με πά­ρει δι­α­μέ­ρι­σμα καὶ οἰ­κο­γε­νεια­κὸ αὐ­το­κί­νη­το μὲ δά­νει­ο, εἴ­χα­με ἀ­γο­ρά­σει και­νούρ­για ἔ­πι­πλα καὶ τη­λε­ό­ρα­ση πλά­σμα σα­ράν­τα ἰν­τσῶν, εἴ­χα­με βρεῖ τὰ ὀ­νό­μα­τα τῶν παι­δι­ῶν ποὺ θὰ ἀ­πο­κτού­σα­με στὸ μέλ­λον, μό­νο βέ­ρες ἔ­με­νε νὰ ἀλ­λά­ξου­με. Ὄ­χι, σί­γου­ρα δὲν ἔ­πρε­πε νὰ ἀ­φή­σω τὴν ἀ­στρο­λό­γα νὰ κλεί­σει καὶ ἄλ­λο σπί­τι. Ἔ­τσι, πῆ­ρε αὐ­τὸ ποὺ τῆς ἄ­ξι­ζε. Μιὰ σφαί­ρα στὸ κε­φά­λι ποὺ τὴν ἔ­κα­νε νὰ δεῖ πολ­λὰ ἀ­στρά­κια.

 

.

Πη­γή: Πρώ­τη δη­μο­σί­ευ­ση.

 

Κί­μων Θε­ο­δώ­ρου (Κα­βά­λα, 1981). Ἔ­χει πα­ρα­κο­λου­θή­σει σπου­δὲς στὴ Δη­μο­σι­ο­γρα­φί­α καὶ στὸν Εὐ­ρω­πα­ϊ­κὸ Πο­λι­τι­σμό. Δι­η­γή­μα­τά του δι­α­κρί­θη­καν στοὺς λο­γο­τε­χνι­κοὺς δι­α­γω­νι­σμοὺς H­o­t­el I­n­t­e­r­n­et (2008) καὶ H­o­t­el Οἰ­δί­πους (2011) τῶν ἐκ­δό­σε­ων Πα­τά­κη.

.

Κίμων Θεοδώρου: Ἀγόρι κλαίει γιὰ τὴν Amy

 

 

Κί­μων Θε­ο­δώ­ρου

           

Ἀ­γό­ρι κλαί­ει γιὰ τὴν A­my

 

’ ΑΥ­ΤΟ ΤΟΝ ΚΟ­ΣΜΟ ὑ­πάρ­χουν μο­νά­χα δύ­ο κα­τη­γο­ρί­ες ἀν­θρώ­πων: ἐ­κεῖ­νοι ποὺ ἔ­κλα­ψαν ὅ­ταν ἔ­φυ­γε ἡ A­my W­i­n­e­h­o­u­se κι ἐ­κεῖ­νοι ποὺ δὲν ἔ­κλα­ψαν. Ἡ Ζέ­φη μοῦ ἀ­να­κοί­νω­σε τὸ πό­ρι­σμα: «Εἶ­σαι θε­ο­πά­λα­βος, οὔ­τε γιὰ τὸν πα­τέ­ρα ἔ­κλα­ψες τό­σο.» Καὶ στὴ συ­νέ­χεια εἶ­πε πὼς στὸ κά­τω-κά­τω ἦ­ταν ἕ­να πρε­ζά­κι —ἡ A­my, ὄ­χι ὁ πα­τέ­ρας— καὶ ὅ­λοι γνω­ρί­ζουν πῶς κα­τα­λή­γουν τὰ πρε­ζά­κια. Ξέ­χα­σε τρί­α Κα­λο­καί­ρια πρὶν ποὺ δὲν πή­γα­με δι­α­κο­πὲς —ἐ­ξάλ­λου πο­τὲ δὲν πη­γαί­νου­με για­τὶ δὲν ἔ­χου­με μί­α— καὶ τὴ βγά­λα­με μὲ βόλ­τες στὴν πα­ρα­λια­κή, αὐ­το­κι­νη­τά­δα ἀ­πὸ τὸ Κα­λα­μά­κι μέ­χρι τὴ Σα­ρω­νί­δα. Ἔ­βρα­ζαν οἱ λα­μα­ρί­νες στὸ ὄ­πελ, τριά­ντα χρό­νια πα­ρά­δο­ση τὸ σα­ρα­βα­λά­κι, οἰ­κο­γε­νεια­κὸ κει­μή­λιο, τὰ πα­ρά­θυ­ρα ἀ­νοι­κτὰ τέν­τα, οὔ­τε ὁ ἀ­νε­μι­στή­ρας δού­λευ­ε, τὸ ρά­διο δὲν ἔ­παι­ζε κα­λὰ-κα­λὰ ἀλ­λὰ τὸ πα­λι­ο­κα­σε­τό­φω­νο μπο­ροῦ­σε ἀ­κό­μα νὰ φτύ­νει μου­σι­κή, δι­α­χέ­ον­τας μιὰ αἴ­σθη­ση ρε­τρό, ποι­ός ἄ­κου­γε —καὶ ἀ­κού­ει— μου­σι­κὴ ἀ­πὸ κα­σέ­τες πλέ­ον. Εἶ­χα γε­μί­σει μιὰ κα­σέ­τα μό­νο μὲ τὸ «re­hab» καὶ τὸ «you know I΄m no good» νὰ παί­ζουν ξα­νὰ καὶ ξα­νά. Κα­τὰ κά­ποι­ον τρό­πο ἡ πα­λι­ο­φί­λη ἡ A­my ἔ­σω­σε τὶς χα­μέ­νες μας δι­α­κο­πές. Κι ὅ­μως ἡ Ζέ­φη πα­ρέ­μει­νε στὴν κα­τη­γο­ρί­α ποὺ δὲν ἔ­κλα­ψε καὶ ἀ­να­ρω­τή­θη­κα ἂν εἶ­ναι δυ­να­τὸν νὰ μᾶς ἔ­φε­ραν στὸν κό­σμο οἱ ἴ­διοι γο­νεῖς. Οὔ­τε ὅ­ταν ἔ­χα­σε τὸ παι­δὶ ἔ­κλα­ψε, φά­νη­κε ἡ ἀ­πο­βο­λὴ νὰ μὴν ἀ­φο­ρᾶ κα­θό­λου τὸ σῶ­μα της. Κι ἔ­πει­τα στὸ δι­α­ζύ­γιο, ὅ­ταν ξε­φορ­τώ­θη­κε τὸν ἄν­τρα της, λί­γο ἔ­λει­ψε νὰ δι­ορ­γα­νώ­σει πάρ­τι. Σὲ ἀ­νυ­πο­ψί­α­στο χρό­νο εἶ­χε ξε­στο­μί­σει μιὰ χον­τρά­δα, πὼς δὲν ἔ­χω ἰ­δέ­α πό­σους μπε­λά­δες γλι­τώ­νω κα­θὼς δὲ μὲ κό­βει νὰ παν­τρεύ­ο­μαι σύν­το­μα, του­λά­χι­στον ὄ­χι ἔ­τσι ὅ­πως εἶ­μαι κα­θη­λω­μέ­νος πιὰ στὸ κα­ρο­τσά­κι. Καὶ ποῦ νὰ δεῖς κλά­μα ποὺ εἶ­χα ρί­ξει γιὰ τὸν M­i­c­h­a­el J­a­c­k­s­on. Μὰ γιὰ τὴν A­my πιὸ πο­λύ. 

  

 

Πη­γή: Πρώ­τη δη­μο­σί­ευ­ση.

 

Κί­μων Θε­ο­δώ­ρου (Κα­βά­λα, 1981). Ἔ­χει πα­ρα­κο­λου­θή­σει σπου­δὲς στὴ δη­μο­σι­ο­γρα­φί­α καὶ στὸν εὐ­ρω­πα­ϊ­κὸ πο­λι­τι­σμό. Δι­η­γή­μα­τά του δι­α­κρί­θη­καν στοὺς λο­γο­τε­χνι­κοὺς δι­α­γω­νι­σμοὺς H­o­t­el I­n­t­e­r­n­et (2008) καὶ H­o­t­el Οἰ­δί­πους (2011) τῶν ἐκ­δό­σε­ων Πα­τά­κη. 

 

Βίν­τεο: Ἡ A­my Wi­ne­hou­se τρα­γου­δᾶ τὸ «You Know I’m No Good».