Κίμων Θεοδώρου: Ὁ Κὰντ εἶναι μαλάκας


Theodorou,Kimon-OKantEinaiMalakas-Eikona-01b


Κίμων Θεοδώρου


Ὁ Κὰντ εἶ­ναι μα­λά­κας


11-Omikron-Field_of_Boliauns_-_Initial_letterΙ ΔΥΟ ΦΙΛΟΙ —ὁ ἐρ­γέ­νης καὶ ὁ παν­τρε­μέ­νος— συ­νή­θως λο­γο­μα­χοῦν γύ­ρω ἀ­πὸ θέ­μα­τα ὅ­πως ἡ κα­τη­γο­ρι­κὴ προ­στα­γὴ ἢ ἐ­ὰν ὁ ἄν­θρω­πος γεν­νι­έ­ται tabula rasa. Σὲ μιὰ συ­ζή­τη­ση ἐ­πά­νω στὴν ἠ­θι­κὴ καὶ τὰ ζῶ­α, ὁ τε­λευ­ταῖ­ος ξε­στο­μί­ζει πὼς «ὁ Κὰντ εἶ­ναι μα­λά­κας», ὁ πρῶ­τος βγαί­νει ἔ­ξω ἀ­πὸ τὰ ροῦ­χα του, «ἂν τὸ ξα­να­πεῖς αὐ­τὸ θὰ σὲ γα­μή­σω», «ὁ Κὰντ εἶ­ναι μα­λά­κας» ἀ­πο­τολ­μᾶ ὁ ἄλ­λος, «ἂν τὸ ξα­να­πεῖς αὐ­τὸ θὰ σὲ γα­μή­σω», «ὁ Κὰντ εἶ­ναι μα­λά­κας», «ἂν τὸ ξα­να­πεῖς αὐ­τὸ θὰ σὲ γα­μή­σω», ἡ στι­χο­μυ­θί­α ἐ­πα­να­λαμ­βά­νε­ται σὰν μάν­τρα ἀρ­κε­τὲς φο­ρὲς καὶ πά­νω ποὺ πλη­σιά­ζουν σὲ μιὰ ταν­τρι­κὴ νιρ­βά­να —ἐ­ὰν ὑ­πάρ­χει τέ­τοι­ο πράγ­μα— «ὁ Κὰντ εἶ­ναι…», τὸ παι­δὶ στὸ δι­πλα­νὸ δω­μά­τιο ξυ­πνά­ει καὶ βά­ζει τὰ κλά­μα­τα. Ὁ πα­τέ­ρας ση­κώ­νε­ται, πη­γαί­νει στὸ δω­μά­τιο καὶ τὸ φέρ­νει στὴν πα­ρέ­α, «ὁ Κὰντ εἶ­ναι μα­λά­κας», ἐ­πι­χει­ρεῖ νὰ συ­νε­χί­σει τὸ ἴ­διο τρο­πά­ρι γιὰ νὰ πέ­σει ἐ­πά­νω σε ἄρ­νη­ση, «μὴ λὲς τέ­τοι­α πράγ­μα­τα μπρο­στὰ στὸ μω­ρό, φαν­τά­σου με­γα­λώ­νον­τας νὰ βγεῖ ὠ­φε­λι­μι­στὴς ἢ κα­μιὰ ἄλ­λη τέ­τοι­α βλα­κεί­α.» Ἀρ­γό­τε­ρα, ἡ σύ­ζυ­γος ἐ­πι­στρέ­φει ἀ­πὸ τὴ δου­λειά, ρί­χνει φο­νι­κὴ μα­τιὰ καὶ στοὺς δύ­ο, κά­θε φο­ρὰ ὑ­πο­ψι­ά­ζε­ται ὅ­τι ἔ­χουν κά­νει κά­ποι­α χον­τρὴ γκά­φα μὲ τὸν νε­α­ρὸ ἀ­πό­γο­νο. Ὁ μπέμ­πης ξα­να­κοι­μᾶ­ται καὶ ὁ πρῶ­τος πρέ­πει νὰ φύ­γει. Ὁ τε­λευ­ταῖ­ος τὸν κα­λεῖ στὸ κι­νη­τὸ κα­θὼς φτά­νει σπί­τι, ἔ­χει βρεῖ τὸ κα­τάλ­λη­λο κουμ­πί: «Ὁ Κὰντ εἶ­ναι μα­λά­κας!» τρα­βά­ει τὸ σχοι­νὶ ἀλ­λὰ δὲν λαμ­βά­νει ἀ­πάν­τη­ση, ὁ ἐρ­γέ­νης τὸ κλεί­νει προ­σπα­θών­τας νὰ δι­α­τη­ρή­σει τὴν ψυ­χραι­μί­α του, ἀλ­λὰ ἀ­λή­θεια, χά­νει τὸν ὕ­πνο του ὅ­λο το βρά­δυ. Ἀ­πο­φα­σί­ζει, λοι­πόν, τὴν ἑ­πο­μέ­νη ποὺ θὰ συ­ναν­τη­θοῦν ἐκ νέ­ου νὰ τὸν δεί­ρει· ναί, ὑ­πήρ­ξα­με καν­τια­νοὶ κά­πο­τε· ὑ­πάρ­χει ἕ­να σέ­βας στὸ πα­ρελ­θόν, κύ­ριοι – συλ­λο­γί­ζε­ται. «Ἀ­γά­πη μου, ποι­ός σοῦ μαύ­ρι­σε τὸ μά­τι;» θὰ ρω­τή­σει ἡ σύ­ζυ­γος με­τὰ ἀ­πὸ τὸ συμ­βὰν καὶ ἀ­φουγ­κρα­ζό­με­νη τὶς ἐ­ξη­γή­σεις θὰ συμ­φω­νή­σει ὅ­πως συ­νη­θί­ζει μὲ τὸν ἄν­τρα της («Ὁ Κὰντ εἶ­ναι μα­λά­κας, τὸ ἴ­διο καὶ ὁ φί­λος σου»). Μιὰ ἄλ­λη φο­ρᾶ, πα­λι­ό­τε­ρα, ἡ σύ­ζυ­γος εἶ­χε προ­σπα­θή­σει νὰ ἀ­πο­λο­γη­θεῖ σὲ σχε­τι­κὴ μπη­χτὴ τοῦ ἐρ­γέ­νη φί­λου: «Φυ­σι­κὰ καὶ πρέ­πει νὰ συμ­φω­νῶ μὲ τὸν ἄν­τρα μου, πῶς ἀλ­λι­ῶς νο­μί­ζεις ὅ­τι κρα­τά­ει ἕ­νας γά­μος;».


Bonsai-03c-GiaIstologio-04


Πηγή: Ἀπὸ τὴ συλ­λο­γὴ δι­η­γη­μά­των Με­ρι­κοὶ τὸ λέ­νε ἀ­γά­πη (Φαρ­φου­λᾶς, 2014).

Κί­μων Θε­ο­δώ­ρου (Κα­βά­λα, 1981). Ἔ­χει πα­ρα­κο­λου­θή­σει σπου­δὲς στὴ Δη­μο­σι­ο­γρα­φί­α καὶ στὸν Εὐ­ρω­πα­ϊ­κὸ Πο­λι­τι­σμό. Τα­ξί­δε­ψε σὲ τριά­ντα χῶ­ρες. Δη­μο­σί­ευ­σε τὴ συλ­λο­γὴ δι­η­γη­μά­των Με­ρι­κοὶ τὸ λέ­νε ἀ­γά­πη (Φαρ­φου­λᾶς, 2014). Ἔ­χει συμ­με­τά­σχει στοὺς συλ­λο­γι­κοὺς τό­μους Πε­ρὶ τυ­φλό­τη­τας καὶ ἄλ­λων δει­νῶν (Πα­τά­κης, 2011) καὶ Ἱ­στο­ρί­ες Μπον­ζά­ι ’14 (Γα­βρι­η­λί­δης, 2014).



		

	

Κίμων Θεοδώρου: Ἄμωμος ἀνάγνωσις

Theodorou,Kimon-AmomosAnagnosis-Eikona-01

 

Κί­μων Θε­ο­δώ­ρου


 Ἄ­μω­μος ἀ­νά­γνω­σις


07-Taph-Century_Mag_Illuminated_T_ParkmanΟ ΚΙΝΗΤΟ χτύ­πη­σε στὸ ἀ­ε­ρο­δρό­μιο. Κα­λύ­τε­ρα νὰ τὸ εἶ­χες κλει­στό. Τέ­τοι­α λές, τέ­τοι­ο μαῦ­ρο πρό­βα­το. Σοῦ ἔ­ψα­λαν τὰ μαν­τά­τα. Ἀν­τὶ νὰ πά­ρεις τὸ ἀ­ε­ρο­πλά­νο γιὰ Νέ­α Ὑ­όρ­κη, βρέ­θη­κες στὸ ΚΤΕΛ γιὰ Δρά­μα. Χά­σα­τε τὸν μπαμ­πά. Ἂν ἡ πτή­ση εἶ­χε ἀ­πο­γει­ω­θεῖ, δὲν θὰ γυρ­νοῦ­σες γιὰ τὴν κη­δεί­α. Ἔ­τσι λές, γιὰ τὶς ἐν­τυ­πώ­σεις. Ἀλ­λά, φεῦ, πα­ναν­θρώ­πι­νο τὸ νὰ ἀ­πο­δί­δεις τι­μὲς στοὺς νε­κρούς, σὲ ὅ­λες τὶς ἐ­πο­χὲς καὶ τὶς φυ­λές. Ὁ μπαμ­πὰς ἦ­ταν πέν­τε μέ­ρες στὸ νο­σο­κο­μεῖ­ο, προ­βλή­μα­τα ἀ­να­πνευ­στι­κά, τὸ γνώ­ρι­ζες, δὲν μπῆ­κες στὸν κό­πο νὰ ἀ­νέ­βεις ἀ­πὸ τὴν Ἀ­θή­να νὰ τὸν δεῖς. Ἤ­σουν ἀ­πα­σχο­λη­μέ­νος μὲ τὶς προ­ε­τοι­μα­σί­ες γιὰ τὸν Νέ­ο Κό­σμο. Ποῦ νὰ σοῦ περ­νοῦ­σε ἀ­πὸ τὸ μυα­λὸ ὅ­τι θὰ ἔ­φευ­γε στὸν Ἄλ­λο Κό­σμο. Κα­νεὶς δὲν πί­στευ­ε ὅ­τι θὰ πε­θά­νει. Δὲν εἶ­χε φτά­σει κὰν στὰ ἑ­βδο­μῆν­τα, στὸ σό­ι φτά­νουν στὰ ὀ­γδόν­τα. Μὲ τὸν κά­θε Ἱπ­πο­κρά­τη βγά­λε ἄ­κρη. Κλί­νη, μά­σκα ὀ­ξυ­γό­νου, ἐ­ξορ­γι­ζό­ταν μὲ για­τροὺς καὶ νο­σο­κό­μες, ἔ­λε­γε θέ­λει νὰ γυ­ρί­σει σπί­τι. Σχη­μά­τι­σε χα­μό­γε­λο μιὰ φο­ρά, ρω­τών­τας τὴν ἀ­δελ­φή σου πό­τε φεύ­γεις Ἀ­με­ρι­κή, τοῦ τὸ ξε­φούρ­νι­σες πρὶν κα­μιὰ δε­κα­ριὰ μέ­ρες στὸ τη­λέ­φω­νο. Κα­μά­ρω­νε γιὰ τὰ τα­ξί­δια σου, πῆ­ρες γραμ­μὴ ἀ­πὸ τὸν ἴ­διο: στὰ εἴ­κο­σι, τσε­πώ­νον­τας μου­λω­χτὰ τὶς οἰ­κο­νο­μί­ες τοῦ παπ­ποῦ, τὸ ἔ­σκα­σε τρι­γυρ­νών­τας στὸν γαλ­λό­φω­νο καὶ ἀγ­γλο­σα­ξο­νι­κὸ κό­σμο. Σω­στὸς μπίτ­νικ, σὲ εὐ­ρω­πα­ϊ­κὴ βερ­σιόν. Μι­λοῦ­σε πέν­τε γλῶσ­σες, δὲν παν­τρεύ­τη­κε μή­τε νοι­κο­κυ­ρεύ­τη­κε πρὶν ἀ­πὸ τὰ τρι­αν­τα­πέν­τε. Ἡ για­γιὰ σι­χτί­ρι­ζε γιὰ τὴ μη­λιὰ καὶ ἀρ­γό­τε­ρα τὸ μῆ­λο: «Πέ­τρα ποὺ κα­τρα­κυ­λᾶ σπι­τι­κὸ δὲν φτιά­χνει.»

       Ὅ­ταν ἔ­φτα­σες σπί­τι οἱ θεῖ­ες τὸν ἔ­κλαι­γαν γύ­ρω ἀ­πὸ τὴν κά­σα, μα­ζε­μέ­νες στὸ σα­λό­νι. Ἤ­σουν κά­πως θυ­μω­μέ­νος, ἐ­πει­δὴ δι­ά­λε­ξε τὴν ὥ­ρα νὰ πε­θά­νει, θὰ ἔ­χα­νες τὴν πρε­μι­έ­ρα μιᾶς πα­ρά­στα­σης στὸ Μπρόν­τγου­ε­ϊ, τὰ εἶ­χες ἀ­κρι­βο­πλη­ρώ­σει τὰ δι­α­ο­λε­μέ­να, εἰ­σι­τή­ρια καὶ δι­α­μο­νὲς καὶ ὅ­λα. Πέ­ραν τού­του, αὐ­τὰ ποὺ λέ­νε οἱ θεῖ­ες στὶς κη­δεῖ­ες εἶ­ναι νο­μο­τε­λεια­κὰ γε­λοῖ­α. «Σὰν ζων­τα­νὸς εἶ­ναι ἀ­κό­μη, γιὰ δεῖ­τε, μοῦ φά­νη­κε ὅ­τι κου­νή­θη­κε.» Ἀ­πὸ μέ­σα σου κο­ρό­ι­δευ­ες: Μα­λα­κι­σμέ­νες, εἶ­ναι νε­κρός, οὔ­τε ζων­τα­νός, οὔ­τε κου­νή­θη­κε, οὔ­τε τί­πο­τα. Κοι­νῶς ὁ­μο­λο­γου­μέ­νως, δὲν ἱ­κα­νο­ποι­ή­θη­καν κα­θό­λου, δὲν σὲ εἶ­δαν νὰ κλαῖς. Μά­ση­σαν λό­για, νὰ φο­ρέ­σεις ζώ­νη, κα­θὼς σκύ­βον­τας στὴν κά­σα νὰ τὸν πα­ρα­τη­ρή­σεις, σοῦ ἔ­πε­φτε τὸ παν­τε­λό­νι. «Δὲν ἔ­χε­τε ξα­να­δεῖ κῶ­λο; Δὲν τὸ ἔ­χω κρυ­φό» ἐ­πι­χεί­ρη­σες νὰ μοι­ρα­στεῖς πλέ­ον μὲ τὸν ἔ­ξω κό­σμο ἐ­σώ­τε­ρες σκέ­ψεις. Μὲ ὅ­λα τα σα­χλὰ μοι­ρο­λό­για ἀ­δύ­να­τον νὰ τὸν πεν­θή­σεις τὴν πρώ­τη μέ­ρα, κρά­τη­σες τὸ χα­μό­γε­λο Τζο­κόν­τα καὶ στὴν ἐκ­κλη­σί­α καὶ στὸ νε­κρο­τα­φεῖ­ο, γε­γο­νὸς ποὺ ἔ­σπα­σε τὰ νεῦ­ρα ὅ­λων. Ἔ­πει­τα, οἱ θεῖ­ες ρω­τοῦ­σαν «ποι­ά εἶ­ναι αὐ­τὴ» γιὰ κά­θε μα­κρι­νὴ ξα­δέρ­φη, «μὲ τί ἀ­σχο­λεῖ­ται», «εἶ­ναι ἄ­ρα­γε παν­τρε­μέ­νη», ὅ­λα τὰ ἱ­ε­ρο­ε­ξε­τα­στι­κά. Ἐ­πι­νο­οῦ­σες ἱ­στο­ρί­ες τοῦ τύ­που «ναί, ξα­δέρ­φη μας εἶ­ναι, δὲν ἀ­κοῦ­τε ρόκ; Βέ­βαι­α, θὰ τὴν γνω­ρί­ζα­τε ἂν ἀ­κού­γα­τε ρόκ, εἶ­ναι μέ­λος σὲ ἕ­να συγ­κρό­τη­μα ποὺ αὐ­τὴ τὴ στιγ­μὴ προ­ω­θεῖ τὸ MTV.» Γιὰ τὴν πρώ­ην ἀρ­ρα­βω­νι­α­στι­κιά σου —ἠ­θο­ποι­ὸς σὲ σα­που­νό­πε­ρα— δὲν τολ­μοῦ­σαν νὰ ρω­τή­σουν τὶς λε­πτο­μέ­ρει­ες τοῦ χω­ρι­σμοῦ.

       Ὅ­ταν ἐ­ξα­φα­νί­στη­κε ὁ κό­σμος καὶ ἔ­μει­νες μό­νος στὸ σπί­τι, τὴ δεύ­τε­ρη μέ­ρα, τὸν ἔ­κλα­ψες μὲ τὴν ἡ­συ­χί­α σου.

       Τοὺς τέσ­σε­ρις ἑ­πό­με­νους μῆ­νες με­τὰ τὸ θά­να­τό του, κά­θε ποὺ βρά­δια­ζε ἡ 26η καὶ ξη­μέ­ρω­νε ἡ 27η, τὴν ὥ­ρα ποὺ συγ­χω­ρέ­θη­κε, τὸν ὀ­νει­ρευ­ό­σουν. Στε­κό­σουν στὸ πα­τρι­κὸ στὴν πόρ­τα τοῦ σα­λο­νιοῦ, βλέ­πον­τας ἀ­πέ­ναν­τι τὸ τζά­κι νὰ σι­γο­καί­ει. Κα­θό­ταν πάν­τα στὴν ἴ­δια θε­ό­ρα­τη πο­λυ­θρό­να, γυ­ρι­σμέ­νη πρὸς τὴν ἑ­στί­α, ἔ­τσι ποὺ δὲν τὸν ἀν­τί­κρι­ζες ἀ­πὸ τὴν πόρ­τα. Κα­θὼς πλη­σί­α­ζες στὴν πο­λυ­θρό­να, γιὰ νὰ σοῦ πεῖ κα­μιὰ ἱ­στο­ρί­α ὅ­πως συ­νή­θι­ζε, ἔ­φτα­νες στὴ συ­νει­δη­το­ποί­η­ση ὅ­τι δὲν βρί­σκε­ται ἐ­κεῖ. Στὸ μυα­λό σου, κα­θό­ταν πάν­το­τε ἐ­κεῖ. Τό­τε, ξυ­πνοῦ­σες μὲ ἕ­να πά­τη­μα στὸ στῆ­θος, νι­ώ­θον­τας τὴν ἀ­πώ­λειά Του, ἀν­τι­λαμ­βα­νό­με­νος ὅ­τι δὲν μπο­ρεῖ νὰ εἶ­ναι ἐ­κεῖ, δὲν θὰ εἶ­ναι πο­τὲ ξα­νὰ ἐ­κεῖ. Πέ­θα­νε.

       Στὸν τά­φο πη­γαί­νεις κα­να­δυ­ὸ φο­ρὲς τὸ χρό­νο, ὅ­πο­τε δη­λα­δὴ ἀ­νε­βαί­νεις στὸ χω­ριό. Κα­τέ­βα­σες στὸ κι­νη­τό τα ἀ­γα­πη­μέ­να του τρα­γού­δια. Βά­ζεις νὰ τὰ ἀ­κού­σει: Σώ­πα ὅ­που νὰ ‘­ναι θὰ ση­μά­νουν οἱ καμ­πά­νες / Ὅ­ταν σφίγ­γουν τὸ χέ­ρι, ὁ ἥ­λιος εἶ­ναι βέ­βαι­ος γιὰ τὸν κό­σμο. Κά­που ἐ­κεῖ κά­τω ἢ κά­που ἐ­κεῖ πά­νω, εὐ­φραί­νε­ται. Ὁ Μί­κης ἀ­ρέ­σει καὶ στὰ λου­λού­δια ποὺ στο­λί­ζουν τὸ μνῆ­μα, ἀ­κού­γον­τας τὴ μου­σι­κὴ σὰν νὰ κορ­δώ­νον­ται. Τὴν τε­λευ­ταί­α φο­ρά, βρῆ­κες καὶ πῆ­ρες ἕ­να βι­βλί­ο, τὸ εἶ­χε στὸ κο­μο­δί­νο ἐ­πὶ χρό­νια, τὸ ξε­ζού­μι­σε, Τὰ Παι­διὰ τῆς Πιά­τσας. Ἄρ­χι­σες νὰ τοῦ δι­α­βά­ζεις. Δὲν κα­τά­λα­βες πό­τε με­ση­μέ­ρια­σε. Ἀ­πό­γευ­μα. Με­τὰ σού­ρου­πο. Με­τὰ ὁ φύ­λα­κας. Εἶ­πε πρέ­πει νὰ φύ­γεις. Θὰ ἀ­να­βες ἕ­να κε­ρά­κι συ­νε­χί­ζον­τας ὑ­πὸ τὸ φῶς του νὰ δι­α­βά­ζεις Τσι­φό­ρο στὸν πα­τέ­ρα. Σε­βά­στη­κες τὴν ὥ­ρα τῶν φαν­τα­σμά­των. Ἄ­φη­σες τὸ βι­βλί­ο στὴ μαρ­μά­ρι­νη κα­βά­τζα, δί­πλα στὸ λα­δά­κι ποὺ φυ­λά­ει ἡ μά­να γιὰ τὴν καν­τή­λα. Γύ­ρι­σες τὸ ἄλ­λο πρω­ὶ νὰ συ­νε­χί­σεις τὴν ἀ­νά­γνω­ση. Τὸ βι­βλί­ο ἄ­φαν­το. Ἴ­χνος κα­νέ­να. Ὁ μπαμ­πὰς δὲν θὰ ἄν­τε­χε ἐκ νέ­ου τὸν ντι­λε­ταν­τι­σμό, τὶς φρι­κτές σου ἀ­να­γνω­στι­κὲς ἐ­πι­δό­σεις, τὸν ἐ­πί­πε­δο το­νι­σμό, τὴν ἔλ­λει­ψη χά­ρης καὶ εὐ­λυ­γι­σί­ας στὴ φω­νή. Ἡ­λί­ου φα­ει­νό­τε­ρον, σκέ­φτη­κες, θὰ πῆ­ρε νὰ τὸ δι­α­βά­σει μό­νος.


Bonsai-03c-GiaIstologio-04

Πηγή: Ἀπὸ τὸν τόμο Με­ρι­κοὶ τὸ λέ­νε ἀ­γά­πη – (μι­κρο)δι­η­γή­μα­τα & ἀ­κρο­βα­σί­ες, ἐκδ. Φαρ­φου­λᾶς, 2014

Κί­μων Θε­ο­δώ­ρου (Κα­βά­λα, 1981). Ἔ­χει πα­ρα­κο­λου­θή­σει σπου­δὲς στὴ Δη­μο­σι­ο­γρα­φί­α καὶ στὸν Εὐ­ρω­πα­ϊ­κὸ Πο­λι­τι­σμό. Τα­ξί­δε­ψε σὲ τριά­ντα χῶ­ρες. Δη­μο­σί­ευ­σε τὴ συλ­λο­γὴ δι­η­γη­μά­των Με­ρι­κοὶ τὸ λέ­νε ἀ­γά­πη (Φαρ­φου­λᾶς, 2014). Ἔ­χει συμ­με­τά­σχει στοὺς συλ­λο­γι­κοὺς τό­μους Πε­ρὶ τυ­φλό­τη­τας καὶ ἄλ­λων δει­νῶν (Πα­τά­κης, 2011) καὶ Ἱ­στο­ρί­ες Μπον­ζά­ι ’14 (Γα­βρι­η­λί­δης, 2014).

Εἰκόνα: Ἑρμούπολη Σύρου, Νεκροταφεῖο. Φωτογραφία: Γιάννης Πατίλης.

Κίμων Θεοδώρου: Ἀφηγήσεις ἱστοριῶν



Κίμων Θεοδώρου


Ἀφηγήσεις ἱστοριῶν


06-Taph-Century_Mag_Illuminated_T_HobbemaΟΝ ΑΓΑΠΗΣΑ ἀ­πὸ τὴν πρώ­τη στιγ­μὴ ποὺ τὸν εἶ­δα: ἔ­βγα­λε ἕ­να ἄ­δει­ο βα­ζά­κι μαρ­με­λά­δας, μὲ τὴν τα­λαι­πω­ρη­μέ­νη ἐ­τι­κέ­τα σπὶν σπάν, ἔ­πει­τα ψα­χού­λε­ψε στὴν τσέ­πη τοῦ φθαρ­μέ­νου δερ­μά­τι­νου· βρῆ­κε μιὰ χαρ­το­πε­τσέ­τα, τὴν ξε­δί­πλω­σε, μέ­σα εἶ­χε κα­φὲ καὶ ζά­χα­ρη, μεῖγ­μα προ­ερ­χό­με­νο ἀ­πὸ δι­α­φη­μι­στι­κὰ φα­κε­λά­κια, ὑ­πέ­θε­σα· τὸ ἔ­ρι­ξε στὸ γυ­ά­λι­νο βα­ζά­κι, ση­κώ­θη­κε, κα­τευ­θύν­θη­κε στὴν του­α­λέ­τα πα­ρα­δί­πλα, ἄ­νοι­ξε τὴ βρύ­ση, γέ­μι­σε μὲ νε­ρὸ κι ἔ­πει­τα ἀ­να­κί­νη­σε, ὥ­στε νὰ ἀ­πο­λαύ­σει τὸν φρα­πέ του καὶ τὶς ἀλ­κυ­ο­νί­δες. «Δὲν μ’ ἀ­ρέ­σει νὰ παίρ­νω κα­φέ­δες ἀ­πὸ τὰ κυ­λι­κεῖ­α, δὲν ξέ­ρεις τί βλα­κεῖ­ες βά­ζουν μέ­σα», γύ­ρι­σε στὸ μέ­ρος μου – καρ­δοῦ­λες ζω­γρα­φί­ζον­ταν στὸν ἀ­έ­ρα, αὐ­τὸς θὰ γί­νει ὁ και­νού­ριος κα­λύ­τε­ρός μου φί­λος, ἀ­πο­φά­σι­σα. Στὸ παγ­κά­κι, μὲ ἕ­να χα­μό­γε­λο πιὸ θερ­μὸ ἀ­πὸ τὸν ἥ­λιο, πιά­νει ἕ­να σταθ­μὸ στὸ τραν­ζί­στορ. Οἱ νό­τες ἀ­πὸ τὸ Telling Stories στὸν ἀ­έ­ρα: «Ἐλ­πί­ζω νὰ σ’ ἀ­ρέ­σει ἡ Tracy Chapman» κε­λα­η­δᾶ, ἀ­να­ση­κώ­νον­τας τὸ ἀ­ρι­στε­ρὸ φρύ­δι. Σὲ θέ­ση contra posto ἀ­να­ση­κώ­νω τὸ δε­ξί. Οἱ νό­τες ἀ­πὸ τὸ Telling Stories: ἀ­πο­τε­λοῦν τρό­πον τι­νὰ ὑ­πό­σχε­ση γιὰ τὶς ἱ­στο­ρί­ες τοῦ πα­ρελ­θόν­τος ποὺ θὰ μοῦ ἀ­ρα­διά­σει, καὶ τὶς κοι­νές μας στιγ­μὲς οἱ ὁ­ποῖ­ες θὰ ἀ­πο­τε­λέ­σουν ἱ­στο­ρί­ες ποὺ θὰ ξε­τυ­λί­ξου­με στὸ μέλ­λον. Ἐ­ξάλ­λου, «ὑπ-άρ­χω» ση­μαί­νει «βρί­σκο­μαι κά­τω ἀ­πὸ κά­ποι­α ἀρ­χή», ὑ­πὸ αὐ­τὴ τὴν ἔν­νοι­α ὅ­σο ὑ­πάρ­χου­με, πα­ρό­τι ἀρ­νη­τὲς ὀ­νει­ρο­πό­λοι, ἀ­δυ­να­τοῦ­με νὰ πραγ­μα­τώ­σου­με μιὰ οὐ­σι­ώ­δη «ἀν-αρ­χί­α». Οἱ ἱ­στο­ρί­ες ἀ­ξι­ώ­νουν ἀν­τί­δο­το. Λέ­γον­τας ἱ­στο­ρί­ες βά­ζου­με κά­τω ἀ­πὸ δι­κές μας ἀρ­χὲς τὰ πράγ­μα­τα, μέ­σα σὲ ἕ­να παι­χνί­δι ἐ­ξου­σί­ας καὶ προ­σπα­θών­τας νὰ πα­ρη­γο­ρη­θοῦ­με γιὰ τὴν κα­τά­στα­ση τῆς «ὕ­παρ­ξης». Ἀ­κό­μη καὶ ἂν «ἐξ-ου­σί­α» ση­μαί­νει ἔ­ξω ἀ­πὸ κά­θε οὐ­σί­α καὶ τε­λι­κὰ ὅ­λο αὐ­τὸ δὲν ἔ­χει ση­μα­σί­α. Tracy Chapman, λοι­πόν; Χρό­νια εἶ­χα νὰ ἀ­κού­σω τού­τη τὴν καλ­λι­τέ­χνι­δα. Ἤ­μουν πι­τσι­ρί­κι τό­τε, αὐ­τὸς πά­λι, ἀ­πὸ τοὺς τυ­χε­ροὺς ποὺ μοιά­ζουν πάν­το­τε πι­τσι­ρί­κια. Τί­πο­τα ἐ­πά­νω του δὲν φα­νε­ρώ­νει ση­μά­δι ἡ­λι­κί­ας. Μο­νά­χα, ἴ­σως, ἡ μου­σι­κή του κα­τή­χη­ση. Οἱ πιὸ σαρ­κα­στι­κοὶ θὰ σχο­λιά­σουν καὶ τὸν φρα­πέ: ποιός πί­νει φρα­πὲ στὶς μέ­ρες μας, ὅ­ταν μπο­ρεῖ νὰ ἀ­πο­λαύ­σει φρέν­το κα­που­τσί­νο; Πέ­ραν τού­του, θὰ πρέ­πει νὰ εἶ­ναι κα­νεὶς ἀ­νό­η­τος ὥ­στε νὰ μὴν πι­στεύ­ει στὴ φι­λία μὲ τὴν πρώ­τη μα­τιά. Μή­πως δὲν εἶ­ναι ἡ φι­λί­α σὰν τὸν ἔ­ρω­τα; Ἂν δὲν ἤ­μουν τεμ­πέ­λης θὰ ἔ­γρα­φα ἕ­να βι­βλί­ο γιὰ τοὺς χα­σο­μέ­ρη­δες στὸ πάρ­κο, τὶς ἱ­στο­ρί­ες καὶ τὰ τρα­γού­δια ποὺ μουρ­μου­ρί­ζουν, κα­θὼς καὶ τὶς φι­λί­ες μὲ τὴν πρώ­τη μα­τιά. Ἰ­σχυ­ρί­ζο­μαι πὼς σὲ αὐ­τὲς τὶς πε­ρι­πτώ­σεις ἀ­πὸ τὸ νὰ γρά­φεις εἶ­ναι προ­τι­μό­τε­ρο νὰ γί­νε­σαι ἕ­να μα­ζί τους, μέ­σα στὸ ἡ­δυ­πα­θὲς χα­σο­μέ­ρι. Θὰ εἶ­χε ἀ­κό­μη μέ­σα παι­διὰ ποὺ παί­ζουν ἀ­νέ­με­λα, κυ­ρί­ες μὲ λου­ριὰ τὰ ὁ­ποῖ­α τρα­βοῦν σκύ­λοι, ἄν­τρες νὰ παίρ­νουν πί­πες στοὺς θά­μνους, γέ­ρους μὲ ἀλ­τσχά­ι­μερ ποὺ δὲν θὰ γυ­ρί­σουν στὸ σπί­τι πο­τὲ καὶ προ­σω­ρι­νὰ νά­ι­λον κα­τα­λύ­μα­τα ἀλ­λο­δα­πῶν λα­θρο­με­τα­να­στῶν οἱ ὁ­ποῖ­οι μὲ τὰ δά­κρυ­α τους πο­τί­ζουν τὸ γρα­σί­δι· ἔ­τσι, ἡ ὑ­πη­ρε­σί­α πρα­σί­νου του Δή­μου δὲν τοὺς δι­ώ­χνει γιὰ κα­θα­ρὰ οἰ­κο­νο­μι­κοὺς λό­γους, με­τὰ καὶ ἀ­πὸ τὶς τε­λευ­ταῖ­ες αὐ­ξή­σεις στὰ τι­μο­λό­για ὕ­δρευ­σης κι ἀ­φό­του σὲ αὐ­τὴ τὴ ζω­ὴ ὅ­λα κο­στο­λο­γοῦν­ται, γε­γο­νὸς κλει­δὶ στὴ λή­ψη ἀ­πο­φά­σε­ων.


Bonsai-03c-GiaIstologio-04


Πη­γή: Πρώ­τη δη­μο­σί­ευ­ση.

Κί­μων Θε­ο­δώ­ρου (Κα­βά­λα, 1981). Ἔ­χει πα­ρα­κο­λου­θή­σει σπου­δὲς στὴ Δη­μο­σι­ο­γρα­φί­α καὶ στὸν Εὐ­ρω­πα­ϊ­κὸ Πο­λι­τι­σμό. Δι­η­γή­μα­τά του δι­α­κρί­θη­καν στοὺς λο­γο­τε­χνι­κοὺς δι­α­γω­νι­σμοὺς H­o­t­el I­n­t­e­r­n­et (2008) καὶ H­o­t­el Οἰ­δί­πους (2011) τῶν ἐκ­δό­σε­ων Πα­τά­κη. Δημοσίευσε τὴν συλλογὴ διηγημάτων Μερικοὶ τὸ λένε ἀγάπη (ἐκδ. Φαρφουλᾶς, 2014).

Βίν­τεο: Ἡ Tracy Chapman τρα­γου­δᾶ τὸ «Telling Stories ».



		

	

Κίμων Θεοδώρου: Στεφάνι

.

.

Κί­μων Θε­ο­δώ­ρου

.

 

Στε­φά­νι

.

ΕΡΙΜΕΝΑ στὸν προ­θά­λα­μο μι­σὴ ὥ­ρα, βου­τηγ­μέ­νος στὶς σκέ­ψεις μου καὶ σὲ ἕ­ναν πο­λυ­και­ρι­σμέ­νο μὼβ βε­λού­δι­νο κα­να­πέ. Βγῆ­κε ἀ­πὸ τὸ δω­μά­τιο μιὰ τε­τρά­πα­χη κυ­ρί­α, μοῦ ἔ­ρι­ξε μα­τιὰ βα­ρι­ε­στη­μέ­νη, ἀ­να­στέ­να­ξε καὶ ἔ­σκα­σε μιὰ μι­κρὴ φυ­σα­λί­δα σά­λιου στὴν δε­ξιὰ ἄ­κρη τῶν χει­λι­ῶν της. Προ­χώ­ρη­σε μοι­ά­ζον­τας νὰ ἔ­χουν συγ­κα­εῖ τὰ μπού­τια της. Χά­θη­κε περ­νών­τας τὸ ἄ­νοιγ­μα στὸ τέ­λος τοῦ στε­νό­μα­κρου χόλ, ὅ­που θὰ ἔ­πρε­πε νὰ ὑ­πάρ­χει μιὰ πόρ­τα, μο­νά­χα ποὺ γιὰ κά­ποι­ον πε­ρί­ερ­γο λό­γο δὲν ὑ­πῆρ­χαν που­θε­νὰ πόρ­τες. Εἶ­χε δύ­ο φου­σκω­τοὺς μὲ μαῦ­ρο κου­στού­μι κά­τω στὴν εἴ­σο­δο, σὲ ρό­λο φύ­λα­κα, ἀ­να­λο­γί­στη­κα πό­σα λε­φτὰ βγά­ζει γιὰ νὰ ἔ­χει φύ­λα­κες. Ἀ­πὸ τὴν ἄλ­λη, μᾶλ­λον ἀ­πα­ραί­τη­τοι σὲ αὐ­τὸ τὸ λυ­πη­ρὰ ὑ­πο­βαθ­μι­σμέ­νο ση­μεῖ­ο τῆς πό­λης. «Ὁ ἑ­πό­με­νος», ἄ­κου­σα μιὰ φω­νὴ σὰν ἀ­πὸ λα­ρύγ­γι γριᾶς που­τά­νας μὲ αἱ­μορ­ρο­ΐ­δες ποὺ κα­τε­βά­ζει τρί­α πα­κέ­τα τσι­γά­ρα τὴν ἡ­μέ­ρα. Ση­κώ­θη­κα. Προ­χώ­ρη­σα στὸ δω­μά­τιο, δι­α­σχί­ζον­τας ἕ­να μι­κρὸ δι­ά­δρο­μο ἀ­νά­με­σα σὲ κουρ­τί­νες καὶ τού­λια ποὺ κα­τέ­βαι­ναν ἀ­πὸ τὸ τα­βά­νι στὸ πά­τω­μα. «Εἶ­σαι ὁ τε­λευ­ταῖ­ος γιὰ σή­με­ρα», μοῦ ἀ­να­κοί­νω­σε ἀ­να­μέ­νον­τας νὰ κο­λα­κευ­τῶ γιὰ τὴν ἰ­δι­αί­τε­ρη τι­μή. «Τὴν εἶ­δες τὴ χον­τρὴ ποὺ βγῆ­κε; Θέ­λει νὰ βρεῖ καὶ γκό­με­νο», συ­νέ­χι­σε. Θε­ώ­ρη­σα ἀ­πρε­πὲς τὸ νὰ σχο­λιά­ζει ἄλ­λους πε­λά­τες. Δὲν εἶ­πα τί­πο­τα. Πα­ρα­τή­ρη­σα πὼς ὄν­τως ἔ­μοια­ζε μὲ γριὰ που­τά­να, ἀ­ραι­ὰ ξε­βαμ­μέ­να κο­μο­δι­νὶ μαλ­λιά, ἔν­το­νο βά­ψι­μο στὰ μά­τια καὶ τὰ χεί­λη, βα­θι­ὲς ρυ­τί­δες στὸ δέρ­μα, γυ­α­λι­στε­ρὰ βρα­χι­ό­λια καὶ μπι­χλιμ­πί­δια, κα­θὼς καὶ ἕ­να ἔν­το­νο ἐ­με­τι­κὸ ἄ­ρω­μα. Προ­σπά­θη­σα νὰ κρύ­ψω τὴν ἀ­η­δί­α μου. Δί­χως χρο­νο­τρι­βές, μὲ χέ­ρι ἐ­λα­φρὰ τρε­μά­με­νο, ἔ­βγα­λα τὸ ὅ­πλο ἀ­πὸ τὴν ἐ­σω­τε­ρι­κὴ τσέ­πη τοῦ παλ­τοῦ μου. Σὲ κλά­σμα­τα δευ­τε­ρο­λέ­πτου πρὶν κα­τα­λά­βει κα­λὰ κα­λὰ τί γί­νε­ται πυ­ρο­βό­λη­σα τι­νά­ζον­τας τὰ μυα­λά της στὸν ἀ­έ­ρα. Εὔ­κο­λα, γρή­γο­ρα, ἀ­θό­ρυ­βα, ὡ­ραῖ­ος ὁ σι­γα­στή­ρας. Ὡ­ραῖ­οι καὶ οἱ φύ­λα­κες, συγ­χα­ρη­τή­ρια. Τὰ λε­φτὰ δὲν ἦ­ταν στὸ σχέ­διο, ἀλ­λὰ δὲν μὲ χά­λα­γαν κα­θό­λου, πέ­τυ­χα μπίν­γκο. Φυ­λοῦ­σε τὴν εἴ­σπρα­ξη τῆς ἡ­μέ­ρας στὸ τε­λευ­ταῖ­ο συρ­τά­ρι τοῦ γρα­φεί­ου ὅ­που κα­θό­ταν. Τὰ μοί­ρα­σα σὲ ὅ­λες τὶς τσέ­πες τοῦ παλ­τοῦ γιὰ νὰ μὴ φου­σκώ­νουν πο­λύ

       Πέ­ρα­σα στὸν προ­θά­λα­μο. Βού­λια­ξα στὸν πο­λυ­και­ρι­σμέ­νο μὼβ βε­λού­δι­νο κα­να­πέ, προ­σπα­θών­τας νὰ ἐ­πα­να­με­λε­τή­σω τὶς ἑ­πό­με­νες κι­νή­σεις. Ὄ­φει­λα νὰ κα­θυ­στε­ρή­σω τὴν ἔ­ξο­δο, δι­α­φο­ρε­τι­κὰ ἐ­ὰν ἔ­φευ­γα ἀ­μέ­σως μπο­ρεῖ οἱ φύ­λα­κες κά­τω νὰ μὲ ὑ­πο­ψι­ά­ζον­ταν μιὰ ὥ­ρα ἀρ­χύ­τε­ρα. Ἀ­πο­χώ­ρη­σα σὰν νὰ μὴ τρέ­χει σύ­κο με­τὰ ἀ­πὸ εἴ­κο­σι λε­πτά. Χαι­ρέ­τι­σα τοὺς φύ­λα­κες, μὲ ἕ­να ὑ­πο­το­νι­κὸ νεῦ­μα, κά­τι ἔ­λε­γαν, στα­μά­τη­σαν τὴν ὥ­ρα ποὺ μὲ εἶ­δαν νὰ κα­τε­βαί­νω, ἀν­τα­πέ­δω­σαν τὸ νεῦ­μα. Κα­θὼς ἀ­πο­μα­κρυ­νό­μουν εἶ­δα τὸν ἕ­ναν νὰ ἀ­νε­βαί­νει στὸ κτί­ριο. Δὲν θὰ ἀρ­γοῦ­σε νὰ πέ­σει σὲ θέ­α­μα αἱ­μα­τη­ρό. Ἐ­πι­τά­χυ­να τὸ βῆ­μα μου, ἀ­να­κα­τεύ­τη­κα μέ­σα στὸν κό­σμο σκο­πεύ­ον­τας νὰ κα­τέ­βω στὸ με­τρὸ δύ­ο τε­τρά­γω­να πα­ρα­κά­τω, ὅ­ταν ἕ­να τα­ξὶ σὰν ἀ­πὸ μη­χα­νῆς θε­ὸς πε­τά­χτη­κε μπρο­στά μου —ἢ ἐ­γὼ μπρο­στά του— κα­θὼς πή­γαι­να νὰ δι­α­σχί­σω τὸ δρό­μο, πα­ρα­λί­γο νὰ μὲ πα­τή­σει, ἄλ­λα­ξα τὸ σχέ­διο, μπού­κα­ρα μέ­σα. «Πή­γαι­νέ με ὅ­που θέ­λεις τα­ξι­τζή», ἔ­κλει­σα τὸ μά­τι γιὰ νὰ συ­νο­δέ­ψω τὸ κρύ­ο ἀ­στεῖο, ὁ τα­ρί­φας ἔ­μοια­ζε μὲ ἀ­πο­λί­θω­μα δύ­ο χι­λιά­δων ἐ­τῶν —ἀ­σπρι­σμέ­νο ἀ­ραι­ω­μέ­νο κε­φά­λι, γυα­λιὰ μα­τομ­πού­κα­λα, ἀ­σθε­νι­κὴ ἀ­δύ­να­τη κρά­ση, ξε­θω­ρι­α­σμέ­νο που­κά­μι­σο μὲ κί­τρι­νες ρί­γες καὶ προ­πο­λε­μι­κὸ γκρὶ ὑ­φα­σμά­τι­νο παν­τε­λό­νι— ἔ­ρι­ξε ἕ­να γε­λά­κι φα­νε­ρώ­νον­τας ὅ­τι χρει­ά­ζε­ται μα­σέ­λα. «Κα­τὰ προ­τί­μη­ση πρὸς τὸ Παγ­κρά­τι», συμ­πλή­ρω­σα για­τί ὁ τύ­πος ὄν­τως μπο­ρεῖ νὰ μὲ πή­γαι­νε ὅ­που ἤ­θε­λε. Ἀν­ταλ­λά­ξα­με ἀ­ε­ρο­λο­γί­ες, τὸ εἶ­χα ἀ­νάγ­κη ὥ­στε νὰ ἐ­λα­φρύ­νω τὴν ἔν­τα­ση τῆς στιγ­μῆς, νὰ νι­ώ­σω ὅ­τι δὲν ἔ­κα­να κά­τι φο­βε­ρό, ὅ­τι ὁ κό­σμος βρί­σκε­ται ἀ­κό­μα στὴ θέ­ση του, ὅ­τι ὅ­λα εἶ­ναι ἀ­πο­λύ­τως φυ­σι­ο­λο­γι­κὰ καὶ οἱ τα­ρί­φες ἔ­χου­νε πάν­το­τε ὄ­ρε­ξη νὰ σὲ πρή­ξουν μὲ τὶς μποῦρ­δες ποὺ ἀ­ρα­διά­ζουν, ἀρ­κεῖ νὰ τοὺς ἐν­θαρ­ρύ­νεις. Κά­τι τέ­τοι­ες στιγ­μὲς τὸ σι­νά­φι τους μᾶς εἶ­ναι ἀ­πα­ραί­τη­το. Ἀ­πὸ τὴν ἄλ­λη, ὁ κό­σμος μπο­ρεῖ νὰ ζή­σει μὲ ἕ­να μέν­τιουμ ἀ­στρο­λό­γο λι­γό­τε­ρο, σι­γὰ τὸ σι­νά­φι. Ἡ γυ­ναί­κα ποὺ θὰ παν­τρευ­ό­μουν, πῆ­γε λέ­ει σὲ αὐ­τὴ τὴ γριὰ γιὰ νὰ δεῖ τὸ μέλ­λον. Ἡ γριὰ τῆς εἶ­πε ὅ­τι δὲν θὰ εὐ­τυ­χή­σει καὶ δὲν ἔ­πρε­πε νὰ μὲ παν­τρευ­τεῖ.

      Πάν­τα πί­στευ­ε σὲ τέ­τοι­ες ἀ­η­δί­ες, ἀλ­λὰ θαρ­ροῦ­σα πὼς δὲν ἐ­πρό­κει­το γιὰ χού­ι σο­βα­ρό, πολ­λὰ τέ­τοι­α γυ­ναι­κεῖ­α χα­ζο­πράγ­μα­τα δὲν κα­τα­λα­βαί­νουν οἱ ἄν­τρες. Καὶ ὅ­μως. Λά­κι­σε πι­στεύ­ον­τας στὸ μέν­τιουμ. Καὶ ἡ μά­να της τὴ συμ­βού­λε­ψε νὰ μὴν ἀ­γνο­ή­σει τὶς προ­βλέ­ψεις. Αὐ­τὸ τὸ μέν­τιουμ εἶ­ναι ἐ­πι­κίν­δυ­νο, σκέ­φτη­κα. Εἴ­χα­με πά­ρει δι­α­μέ­ρι­σμα καὶ οἰ­κο­γε­νεια­κὸ αὐ­το­κί­νη­το μὲ δά­νει­ο, εἴ­χα­με ἀ­γο­ρά­σει και­νούρ­για ἔ­πι­πλα καὶ τη­λε­ό­ρα­ση πλά­σμα σα­ράν­τα ἰν­τσῶν, εἴ­χα­με βρεῖ τὰ ὀ­νό­μα­τα τῶν παι­δι­ῶν ποὺ θὰ ἀ­πο­κτού­σα­με στὸ μέλ­λον, μό­νο βέ­ρες ἔ­με­νε νὰ ἀλ­λά­ξου­με. Ὄ­χι, σί­γου­ρα δὲν ἔ­πρε­πε νὰ ἀ­φή­σω τὴν ἀ­στρο­λό­γα νὰ κλεί­σει καὶ ἄλ­λο σπί­τι. Ἔ­τσι, πῆ­ρε αὐ­τὸ ποὺ τῆς ἄ­ξι­ζε. Μιὰ σφαί­ρα στὸ κε­φά­λι ποὺ τὴν ἔ­κα­νε νὰ δεῖ πολ­λὰ ἀ­στρά­κια.

 

.

Πη­γή: Πρώ­τη δη­μο­σί­ευ­ση.

 

Κί­μων Θε­ο­δώ­ρου (Κα­βά­λα, 1981). Ἔ­χει πα­ρα­κο­λου­θή­σει σπου­δὲς στὴ Δη­μο­σι­ο­γρα­φί­α καὶ στὸν Εὐ­ρω­πα­ϊ­κὸ Πο­λι­τι­σμό. Δι­η­γή­μα­τά του δι­α­κρί­θη­καν στοὺς λο­γο­τε­χνι­κοὺς δι­α­γω­νι­σμοὺς H­o­t­el I­n­t­e­r­n­et (2008) καὶ H­o­t­el Οἰ­δί­πους (2011) τῶν ἐκ­δό­σε­ων Πα­τά­κη.

.

Κίμων Θεοδώρου: Ἀγόρι κλαίει γιὰ τὴν Amy

 

 

Κί­μων Θε­ο­δώ­ρου

           

Ἀ­γό­ρι κλαί­ει γιὰ τὴν A­my

 

’ ΑΥ­ΤΟ ΤΟΝ ΚΟ­ΣΜΟ ὑ­πάρ­χουν μο­νά­χα δύ­ο κα­τη­γο­ρί­ες ἀν­θρώ­πων: ἐ­κεῖ­νοι ποὺ ἔ­κλα­ψαν ὅ­ταν ἔ­φυ­γε ἡ A­my W­i­n­e­h­o­u­se κι ἐ­κεῖ­νοι ποὺ δὲν ἔ­κλα­ψαν. Ἡ Ζέ­φη μοῦ ἀ­να­κοί­νω­σε τὸ πό­ρι­σμα: «Εἶ­σαι θε­ο­πά­λα­βος, οὔ­τε γιὰ τὸν πα­τέ­ρα ἔ­κλα­ψες τό­σο.» Καὶ στὴ συ­νέ­χεια εἶ­πε πὼς στὸ κά­τω-κά­τω ἦ­ταν ἕ­να πρε­ζά­κι —ἡ A­my, ὄ­χι ὁ πα­τέ­ρας— καὶ ὅ­λοι γνω­ρί­ζουν πῶς κα­τα­λή­γουν τὰ πρε­ζά­κια. Ξέ­χα­σε τρί­α Κα­λο­καί­ρια πρὶν ποὺ δὲν πή­γα­με δι­α­κο­πὲς —ἐ­ξάλ­λου πο­τὲ δὲν πη­γαί­νου­με για­τὶ δὲν ἔ­χου­με μί­α— καὶ τὴ βγά­λα­με μὲ βόλ­τες στὴν πα­ρα­λια­κή, αὐ­το­κι­νη­τά­δα ἀ­πὸ τὸ Κα­λα­μά­κι μέ­χρι τὴ Σα­ρω­νί­δα. Ἔ­βρα­ζαν οἱ λα­μα­ρί­νες στὸ ὄ­πελ, τριά­ντα χρό­νια πα­ρά­δο­ση τὸ σα­ρα­βα­λά­κι, οἰ­κο­γε­νεια­κὸ κει­μή­λιο, τὰ πα­ρά­θυ­ρα ἀ­νοι­κτὰ τέν­τα, οὔ­τε ὁ ἀ­νε­μι­στή­ρας δού­λευ­ε, τὸ ρά­διο δὲν ἔ­παι­ζε κα­λὰ-κα­λὰ ἀλ­λὰ τὸ πα­λι­ο­κα­σε­τό­φω­νο μπο­ροῦ­σε ἀ­κό­μα νὰ φτύ­νει μου­σι­κή, δι­α­χέ­ον­τας μιὰ αἴ­σθη­ση ρε­τρό, ποι­ός ἄ­κου­γε —καὶ ἀ­κού­ει— μου­σι­κὴ ἀ­πὸ κα­σέ­τες πλέ­ον. Εἶ­χα γε­μί­σει μιὰ κα­σέ­τα μό­νο μὲ τὸ «re­hab» καὶ τὸ «you know I΄m no good» νὰ παί­ζουν ξα­νὰ καὶ ξα­νά. Κα­τὰ κά­ποι­ον τρό­πο ἡ πα­λι­ο­φί­λη ἡ A­my ἔ­σω­σε τὶς χα­μέ­νες μας δι­α­κο­πές. Κι ὅ­μως ἡ Ζέ­φη πα­ρέ­μει­νε στὴν κα­τη­γο­ρί­α ποὺ δὲν ἔ­κλα­ψε καὶ ἀ­να­ρω­τή­θη­κα ἂν εἶ­ναι δυ­να­τὸν νὰ μᾶς ἔ­φε­ραν στὸν κό­σμο οἱ ἴ­διοι γο­νεῖς. Οὔ­τε ὅ­ταν ἔ­χα­σε τὸ παι­δὶ ἔ­κλα­ψε, φά­νη­κε ἡ ἀ­πο­βο­λὴ νὰ μὴν ἀ­φο­ρᾶ κα­θό­λου τὸ σῶ­μα της. Κι ἔ­πει­τα στὸ δι­α­ζύ­γιο, ὅ­ταν ξε­φορ­τώ­θη­κε τὸν ἄν­τρα της, λί­γο ἔ­λει­ψε νὰ δι­ορ­γα­νώ­σει πάρ­τι. Σὲ ἀ­νυ­πο­ψί­α­στο χρό­νο εἶ­χε ξε­στο­μί­σει μιὰ χον­τρά­δα, πὼς δὲν ἔ­χω ἰ­δέ­α πό­σους μπε­λά­δες γλι­τώ­νω κα­θὼς δὲ μὲ κό­βει νὰ παν­τρεύ­ο­μαι σύν­το­μα, του­λά­χι­στον ὄ­χι ἔ­τσι ὅ­πως εἶ­μαι κα­θη­λω­μέ­νος πιὰ στὸ κα­ρο­τσά­κι. Καὶ ποῦ νὰ δεῖς κλά­μα ποὺ εἶ­χα ρί­ξει γιὰ τὸν M­i­c­h­a­el J­a­c­k­s­on. Μὰ γιὰ τὴν A­my πιὸ πο­λύ. 

  

 

Πη­γή: Πρώ­τη δη­μο­σί­ευ­ση.

 

Κί­μων Θε­ο­δώ­ρου (Κα­βά­λα, 1981). Ἔ­χει πα­ρα­κο­λου­θή­σει σπου­δὲς στὴ δη­μο­σι­ο­γρα­φί­α καὶ στὸν εὐ­ρω­πα­ϊ­κὸ πο­λι­τι­σμό. Δι­η­γή­μα­τά του δι­α­κρί­θη­καν στοὺς λο­γο­τε­χνι­κοὺς δι­α­γω­νι­σμοὺς H­o­t­el I­n­t­e­r­n­et (2008) καὶ H­o­t­el Οἰ­δί­πους (2011) τῶν ἐκ­δό­σε­ων Πα­τά­κη. 

 

Βίν­τεο: Ἡ A­my Wi­ne­hou­se τρα­γου­δᾶ τὸ «You Know I’m No Good».