Κατερίνα Ἠλιοπούλου: Jackson Road

 

 

Κα­τε­ρί­να Ἠ­λι­ο­πού­λου

 

Jackson Road

 

ΚΟΜΑ ΚΑΙ ΤΩΡΑ, ἕ­ξι ὧρες με­τά, σκέ­φτο­μαι: Δὲν μπο­ρεῖ νὰ εἶ­ναι αὐ­τό.  Ἀ­δύ­να­τον. Σκέ­φτο­μαι πὼς πρέ­πει νὰ εἶ­ναι ἕ­να εἶ­δος φάρ­σας, δο­κι­μα­σί­ας, ἔ­στω τι­μω­ρί­ας. Ὅ­τι θὰ μοῦ δo­θεῖ μιὰ ἀ­κό­μα εὐ­και­ρί­α. Τὸ μυα­λό μου δὲν μπο­ρεῖ νὰ χω­ρέ­σει τὴν ὁ­ρι­στι­κό­τη­τα τῆς κα­τά­στα­σης. Κι ἔ­τσι πε­ρι­μέ­νω. Γρά­φω στὸ σκο­τά­δι. Κά­θε μι­κρο­συμ­βὰν αὐ­τῆς τῆς ἡ­μέ­ρας καὶ ἰ­δι­αί­τε­ρα ἡ ὑ­φὴ τῶν πραγ­μά­των, μοῦ ἔ­χει ἐν­τυ­πω­θεῖ μὲ κρυ­στάλ­λι­νη κα­θα­ρό­τη­τα. Ἡ ἐ­πι­βλη­τι­κὴ Βι­κτω­ρια­νὴ πο­λυ­κα­τοι­κί­α στὸ τέρ­μα τῆς ὁ­δοῦ Τζάκ­σον, οἱ πό­ροι στὰ μαυ­ρο­κόκ­κι­να τοῦ­βλα, ἡ πα­ρά­ξε­νη ἐ­πι­γρα­φὴ «Green House». Ἡ ψη­λα­φη­τὴ ἀ­νά­βα­ση στὸ ἡ­μί­φως, μέ­χρι τὸν τρί­το ὄ­ρο­φο εἰ­σπνέ­ον­τας τὴ μυ­ρω­διὰ ἑ­νὸς ἀ­κό­μα κτη­ρί­ου. Μοῦ ἄ­νοι­ξε ἐ­κεί­νη ἡ γυ­ναί­κα. Γύ­ρω στὰ σα­ραν­τα­πέν­τε. Τώ­ρα μὲ κα­τοι­κεῖ ὁ­λο­κλη­ρω­τι­κά, μὲ στοι­χει­ώ­νει σὰν ἐ­ρα­στής. Δὲν μπο­ρῶ νὰ στα­μα­τή­σω τὴ σκέ­ψη μου νὰ σκα­λώ­νει στὶς λε­πτο­μέ­ρει­ες. Τὸ λε­πτε­πί­λε­πτο δέρ­μα της στὸ πρό­σω­πο καὶ τὰ χέ­ρια, δι­ά­φα­νο σὰν μιᾶς νε­ρά­ι­δας, ἀλ­λὰ χα­λα­ρὸ καὶ ρυ­τι­δω­μέ­νο, τὰ λυ­τὰ ἀ­ση­μό­χρυ­σα μαλ­λιά. Τὰ γα­λά­ζια της μά­τια ποὺ θύ­μι­ζαν τὰ μά­τια τῶν σκύ­λων χά­σκυ. Γιὰ κά­ποι­ο λό­γο μοῦ πέ­ρα­σε ἀ­πὸ τὸ μυα­λὸ πὼς ἦ­ταν τυ­φλή, ἀλ­λὰ ἀ­μέ­σως δι­α­πί­στω­σα πὼς ἔ­κα­να λά­θος. Μὲ ἔ­βα­λε μέ­σα, μὲ ὁ­δή­γη­σε στὸ δω­μά­τιο πρὸς ἐ­νοι­κί­α­ση καὶ μοῦ πρό­σφε­ρε τσά­ι. Δὲν μοῦ δό­θη­κε ἡ εὐ­και­ρί­α νὰ δῶ τὸ ὑ­πό­λοι­πο σπί­τι ἐ­κτὸς ἀ­πὸ ἕ­ναν στε­νὸ δι­ά­δρο­μο. Κα­θί­σα­με σὲ δυ­ὸ με­γά­λες πο­λυ­θρό­νες δί­πλα στὸ ἐ­πί­σης τε­ρά­στιο δι­πλὸ κρε­βά­τι. Ἡ δι­κή μου πο­λυ­θρό­να ἦ­ταν ἕ­να πο­λὺ ἀ­συ­νή­θι­στο εἶ­δος μπερ­ζέ­ρας. Ἡ ψη­λὴ πλά­τη της σχη­μά­τι­ζε μιὰ βα­θιὰ κοι­λό­τη­τα μέ­σα στὴν ὁ­ποί­α κρυ­βό­μουν, σχε­δὸν σὰν μέ­σα στὸ ἐ­σω­τε­ρι­κὸ ἑ­νὸς γι­γάν­τιου κο­χυ­λιοῦ. Κα­θό­μουν προ­σε­κτι­κὰ πρὸς τὰ ἔ­ξω γιὰ νὰ μὴν ἀ­πορ­ρο­φη­θῶ ἐν­τε­λῶς μέ­σα στὴν πο­λυ­θρό­να. Ἡ γυ­ναί­κα μὲ πα­ρα­τη­ροῦ­σε μὲ ἕ­να κα­θα­ρὸ ὑ­πνω­τι­σμέ­νο βλέμ­μα, χω­ρὶς νὰ ντρέ­πε­ται κα­θό­λου. Δί­πλα στὸ κρε­βά­τι ἀ­πὸ τὴν ἄλ­λη με­ριὰ ὑ­πῆρ­χε ἕ­να φαρ­δὺ πα­ρά­θυ­ρο καὶ στὸ βά­θος πρὸς τὰ πό­δια τοῦ κρε­βα­τιοῦ μιὰ πα­ρά­ξε­νη βι­βλι­ο­θή­κη ποὺ κύρ­τω­νε πρὸς τὰ πά­νω σὰν ἁ­ψί­δα. Εἶ­ναι ἀρ­κε­τὰ ἄ­νε­το δὲν νο­μί­ζεις, εἶ­πε ἡ γυ­ναί­κα μὲ μιὰ ἐ­λα­φριὰ προ­φο­ρά. Ἡ ἀ­λή­θεια εἶ­ναι πὼς ὑ­πῆρ­χε μέ­σα στὸ δω­μά­τιο κά­τι ἀ­προσ­δι­ό­ρι­στα ἀ­φό­ρη­το, μιὰ αἴ­σθη­ση ὅ­τι ἦ­ταν ἤ­δη ἐ­ξαν­τλη­τι­κὰ κα­τοι­κη­μέ­νο. Στὴ συ­νέ­χεια καὶ χω­ρὶς καμ­μί­α δυ­να­τό­τη­τα δι­α­κο­πῆς, ἡ γυ­ναί­κα ἐ­πι­δό­θη­κε σὲ ἕ­ναν μο­νό­το­νο μο­νό­λο­γο. Ὁ μο­νό­λο­γος συ­νί­στα­το κυ­ρί­ως σὲ ἕ­ναν κα­τά­λο­γο τῶν προ­η­γού­με­νων ἐ­νοι­κια­στῶν καὶ ὁ κα­θέ­νας τους συ­νο­δευ­ό­ταν ἀ­πὸ λα­κω­νι­κοὺς χρα­κτη­ρι­σμούς. Ὅ­λοι τὴν εἶ­χαν μὲ τὸν ἕ­να ἢ τὸν ἄλ­λο τρό­πο ἀ­πο­γο­η­τεύ­σει, προ­δώ­σει ἀ­κό­μα καὶ βα­σα­νί­σει. Ἡ βρώ­μι­κη Ἰ­σπα­νί­δα, ἡ Σκω­τσέ­ζα ποὺ ἔ­κλε­βε ἀ­πὸ τὰ ντου­λά­πια, τὰ δυ­ὸ κο­ρί­τσια ἀ­πὸ τὴν Πορ­το­γα­λί­α ποὺ μι­λοῦ­σαν ἀ­στα­μά­τη­τα στὴ γλώσ­σα τους καὶ τὴν κου­τσομ­πό­λευ­αν, τὸ γκέ­ι ζευ­γά­ρι ποὺ περ­νοῦ­σε ὑ­περ­βο­λι­κὸ χρό­νο μέ­σα στὴν μπα­νι­έ­ρα καὶ συ­νου­σι­α­ζό­ταν ἀ­δι­ά­κο­πα. Ἦ­ταν κου­ρα­σμέ­νη, ἀ­πηυ­δι­σμέ­νη, ἀ­η­δι­α­σμέ­νη ἀ­πὸ τοὺς ἀν­θρώ­πους, ἐ­γὼ ὅ­μως φαι­νό­μουν κα­λὴ καὶ εὐ­γε­νι­κή, ἡ τέ­λεια ὑ­πο­ψή­φια. Ται­ρι­ά­ζα­με πο­λὺ τὸ ἔ­νοι­ω­σε ἀ­μέ­σως εἴ­χα­με καὶ κοι­νὰ ἐν­δι­α­φέ­ρον­τα εἶ­πε. Εἶ­χε καὶ ἐ­κεί­νη ἀ­σχο­λη­θεῖ μὲ τὸ design. Ἤ­θε­λα πιὰ νὰ φύ­γω ἀ­πὸ ἐ­κεῖ, ἀλ­λὰ εἶ­χα κα­θη­λω­θεῖ ἀ­πὸ αὐ­τὸ τὸν λε­κτι­κὸ κα­ται­γι­σμό. Νὰ ὁ­ρί­στε μοῦ λέ­ει, χω­ρὶς νὰ πά­ρει ἀ­νά­σα, ἀλ­λὰ χω­ρὶς ἄγ­χος σχε­δὸν γα­λή­νια, νὰ σοῦ δεί­ξω τὰ σχέ­διά μου, εἶ­ναι σχέ­δια ἐ­πί­πλων. Ση­κώ­θη­κε, ἔ­φε­ρε γρή­γο­ρα ἕ­να με­γά­λο μπλὸκ καὶ τὸ ἀ­κούμ­πη­σε στὰ πό­δια μου. Στρι­μώ­χτη­κα καὶ πά­λι βα­θιὰ στὴν πο­λυ­θρό­να γιὰ νὰ χω­ρέ­σω. Με­τὰ ἀ­πὸ αὐ­τὸ φεύ­γω, σκέ­φτη­κα. Ἄ­νοι­ξα τὸ μπλὸκ κα­θὼς ἡ γυ­ναί­κα στά­θη­κε πά­νω ἀ­πὸ τὸ κε­φά­λι μου. Εἶ­ναι πα­ρά­ξε­νο πράγ­μα ἡ πτώ­ση. Ἀ­λη­θι­νὰ μιὰ ἐμ­πει­ρί­α ἀ­ναν­τι­κα­τά­στα­τη, ἔ­ξω ἀ­πὸ τὸν χῶ­ρο καὶ τὸν χρό­νο. Δὲν ὑ­πάρ­χει μνή­μη γιὰ αὐ­τὸ τὸ κλά­σμα, ἀλ­λὰ μιὰ πα­ρά­ξε­νη σύ­σπα­ση στὸ σῶ­μα καὶ μιὰ ἄ­γνω­στη ἐ­λευ­θε­ρί­α, ἀ­βί­ω­τη. Μπο­ρῶ τώ­ρα νὰ φέ­ρω ξε­κά­θα­ρα στὸ μυα­λό μου τὰ ἔ­πι­πλα καὶ τὰ σχέ­διά τους, πραγ­μα­τι­κὰ ἀ­ξι­ο­θαύ­μα­στα, ποὺ ὑ­πῆρ­χαν στὸ μπλόκ. Τὴ βι­βλι­ο­θή­κη-σαρ­κο­φά­γο, τὸ δι­πλὸ κρε­βά­τι-γκι­λο­τί­να καὶ τε­λευ­ταῖ­α τὴν πο­λυ­θρό­να ποὺ κα­θό­μουν, τὴν πο­λυ­θρό­να-κα­τα­πα­κτὴ ποὺ ὁ­δη­γεῖ ἀ­πό­το­μα σὲ ἕ­να βα­θὺ σκο­τει­νὸ λα­γού­μι. Εἶ­μαι κα­ποια­νοῦ τὸ παι­χνί­δι σκέ­φτο­μαι. Πρέ­πει νὰ παί­ξω. Ἀ­κό­μα ὑ­πάρ­χει ἐλ­πί­δα.

 

  

Πη­γή: Πρώ­τη δη­μο­σί­ευ­ση.

 

Κα­τε­ρί­να Ἠ­λι­ο­πού­λου (Ἀθήνα, 1967). Σπούδασε Χημεία στὸ Ἀριστοτέλειο Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης καὶ στὴ Σχολὴ Καλῶν Τεχνῶν στὸ Metropolitan University στὸ Λονδίνο. Πρῶτο της βιβλίο Ὁ κύριος Ταῦ (ποίηση, ἐκδ. Μελάνι, 2007) βραβεῖο πρωτοεμφανιζόμενου συγγραφέα τοῦ περιοδικοῦ Διαβάζω.

 

 

Advertisements