Λεύκιος Ζαφειρίου: Γυναίκες στὸ Λεονάρισσο


Λεύ­κιος Ζα­φει­ρί­ου


Γυ­ναῖ­κες στὸ Λε­ο­νάρισ­σο


Δὲν μι­λᾶ­νε, πλὴν ὅ­μως συ­νεν­νο­οῦν­ται,
για­τί ὅ­λοι ξέ­ρουν αὐ­τὸ ποὺ κα­νέ­νας τους δὲν λέ­ει.
Γι­ῶρ­γος Μαρ­κό­που­λος

ΙΝΑΙ ΓΕΝΑΡΗΣ καὶ βρέ­χει συ­χνά. Τὸ το­πί­ο μοιά­ζει φρε­σκα­ρι­σμέ­νο καὶ τὰ χρώ­μα­τα εἶ­ναι πιὸ ἔν­το­να. Ἔ­χω μεί­νει τὶς δύ­ο τε­λευ­ταῖ­ες νύ­χτες στὸ Ρι­ζο­κάρ­πα­σο, γρά­φον­τας τὸν πρό­λο­γο γιὰ τὸ βι­βλί­ο τοῦ Κάλ­βου. Στὸ Γυ­μνά­σιο ἡ Μι­χα­έ­λα παίρ­νει τὰ δο­κί­μια τοῦ βι­βλί­ου, τὰ φυλ­λο­με­τρά­ει κοι­τών­τας τὶς φω­το­γρα­φί­ες καὶ μοῦ κά­νει ἐ­ρω­τή­σεις. Χαί­ρε­ται καὶ θέ­λει νὰ μά­θει τὸ κα­θε­τὶ γιὰ τὴ ζω­ὴ τοῦ ποι­η­τῆ. Κοι­τά­ει τὰ γράμ­μα­τά του στὰ ἑλ­λη­νι­κά. Τῆς ἀ­ρέ­σει ὁ γρα­φι­κός του χα­ρα­κτή­ρας καὶ προ­σέ­χει πῶς ἑ­νώ­νει με­ρι­κὲς φο­ρὲς τὶς λέ­ξεις καὶ τὴν ἰ­δι­ό­τυ­πη ὀρ­θο­γρα­φί­α του. Τῆς κά­νουν ἐν­τύ­πω­ση τὰ πολ­λὰ τα­ξί­δια του στὴν Εὐ­ρώ­πη καὶ τὸ γε­γο­νὸς ὅ­τι τε­λι­κὰ πε­θαί­νει σὲ χώ­ρα μα­κρι­νή. Κά­ποι­α στιγ­μή μοῦ λέ­ει, «ἐ­γὼ θέ­λω νὰ ζή­σω στὸν τό­πο μου, νὰ πά­ω καὶ σ’ ἄλ­λες χῶ­ρες, ἀλ­λὰ νὰ ἐ­πι­στρέ­φω ἐ­δῶ».

        Στὴν Ἁ­γί­α Τριά­δα, ἕ­να χω­ριὸ πο­λὺ κον­τὰ στὴ Για­λούσα, συ­ναν­τῶ τὸν Γι­αν­νά­κη ποὺ φοι­τά­ει στὸ Δη­μο­τι­κὸ Σχο­λεῖ­ο τοῦ Ρι­ζο­καρ­πά­σου. Περ­νᾶ σὰν βο­λί­δα μὲ τὸ και­νούρ­γιο πο­δή­λα­το ποὺ τοῦ χά­ρι­σαν αὐ­τὲς τὶς μέ­ρες. Χά­νε­ται γιὰ λί­γο στοὺς δρό­μους κι ἐμ­φα­νί­ζε­ται πά­λι γιὰ δευ­τε­ρό­λε­πτα στὸν ἔ­ρη­μο δρό­μο, πα­τών­τας τὰ πε­τά­λια μέ­σα στὴ θλί­ψη τοῦ ἀ­πο­γεύ­μα­τος, γιὰ νὰ χα­θεῖ ξα­νὰ πί­σω ἀ­π’ τὸ ρη­μαγ­μέ­νο Δη­μο­τι­κὸ Σχο­λεῖ­ο.

        Κα­νεὶς δὲν βλέ­πει αὐ­τὸ τὸ παι­δὶ μὲ τὰ ξαν­θὰ μαλ­λιὰ ποὺ τ’ ἀ­νε­μί­ζει ἕ­νας θλι­βε­ρὸς ἄ­νε­μος, ἔ­τσι ὅ­πως ἀ­νε­βο­κα­τε­βαί­νει μὲς στὸ χω­ριὸ κά­νον­τας ἐ­πι­κίν­δυ­νους ἑ­λιγ­μοὺς σὰν νὰ πρό­κει­ται ν’ ἀ­πο­φύ­γει κά­ποι­ο ἐμ­πό­διο.

        Στὸν δρό­μο γιὰ τὸ Λε­ο­νά­ρισ­σο παι­διὰ τῶν ἐ­ποί­κων που­λοῦν μα­νι­τά­ρια, ποὺ τὰ προ­βάλ­λουν στοὺς ὁ­δη­γοὺς τῶν αὐ­το­κι­νή­των, ἀ­νε­βαί­νον­τας στὴν ἄ­σφαλ­το. Ἔ­χουν γεν­νη­θεῖ στὴν Κύ­προ… Ἔ­χω μά­θει ἀ­πὸ τὸν κύ­ριο Σάβ­βα στὴν Ἁ­γί­α Τριά­δα ὅ­τι στὸ Λε­ο­νά­ρισ­σο ζοῦν ἀ­κό­μη τέσ­σε­ρις ἐγ­κλω­βι­σμέ­νοι, οἱ τρεῖς γυ­ναῖ­κες. Στρί­βω δε­ξιὰ ἀ­πὸ τὴν κύ­ρια ὁ­δι­κὴ ἀρ­τη­ρία, ἀ­πὸ τ’ ἀ­ρι­στε­ρὰ πᾶς Λυ­θράγ­κω­μη καὶ στὴν Πα­να­γί­α τῆς Κα­να­κα­ριᾶς.

        Μπαί­νον­τας στὸ χω­ριὸ στα­μα­τῶ στὸ πα­ρα­τη­ρη­τή­ριο τῶν Ἡ­νω­μέ­νων Ἐ­θνῶν. Εἶ­ναι ἕ­νας στρα­τι­ώ­της σὲ τζίπ, τὸν ρω­τά­ω ποῦ εἶ­ναι τὸ σπί­τι τῆς κυ­ρί­ας Πα­να­γι­ώ­τας, εἶ­μαι κα­θη­γη­τὴς στὸ ἑλ­λη­νι­κὸ Γυ­μνά­σιο καὶ τῆς φέρ­νω μή­νυ­μα ἀ­πὸ συγ­χω­ρια­νό της. Θὰ μὲ ὁ­δη­γή­σει αὐ­τὸς καὶ μοῦ λέ­ει νὰ τὸν ἀ­κο­λου­θή­σω. Ἔ­χει στα­μα­τή­σει ἕ­να αὐ­το­κί­νη­το δί­πλα μας, φαί­νε­ται ὅ­τι πα­ρα­κο­λου­θοῦν τὸ δι­κό μου. Φεύ­γου­με κι ἐ­γὼ πα­ρι­στά­νω τὸν ἀ­δι­ά­φο­ρο.

        Κα­τε­βαί­νου­με λί­γο πρὶν τὴν πλα­τεί­α κι ὁ στρα­τι­ώ­της χτυ­πᾶ τὴν πόρ­τα, ἀ­νοί­γει μιὰ γυ­ναί­κα ποὺ θά ’­ταν πο­λὺ νέ­α τὸ 1974. Στὸ χὸλ εἶ­ναι ἡ μη­τέ­ρα της, ντυ­μέ­νη στὰ μαῦ­ρα. Λέ­ω ὅ­τι δῆ­θεν τῆς φέρ­νω χαι­ρε­τί­σμα­τα ἀ­πὸ γνω­στό τους πρό­σω­πο, πὼς θὰ ξα­νάρ­θω, κι ἑ­τοι­μά­ζο­μαι νὰ φύ­γω.

        — Δὲν θὰ πι­εῖ­τε ἕ­ναν κα­φέ; μοῦ λέ­ει.

        Ρω­τά­ω τὸν συ­νο­δό μου, αὐ­τὸς ἀ­παν­τά­ει στὰ ἀγ­γλι­κὰ «ὄ­χι, πρέ­πει νὰ ἐ­πι­στρέ­φω», μᾶς εὐ­χα­ρι­στεῖ καὶ τὸν ἀ­πο­χαι­ρε­τῶ μὲ θερ­μὴ χει­ρα­ψί­α.

        Μέ­νω κά­που δύ­ο ὧ­ρες στὸ σπί­τι τῆς κυ­ρί­ας Πα­να­γι­ώ­τας. Μοῦ ἀ­φη­γεῖ­ται τὰ πε­ρι­στα­τι­κὰ τοῦ βί­ου της ὅ­λα αὐ­τὰ τὰ πέ­τρι­να χρό­νια, πῶς φύ­ρα­ναν σι­γὰ σι­γὰ οἱ μα­θη­τὲς κι ἔ­κλει­σε τὸ σχο­λεῖ­ο, πῶς εἶ­δε τὴν κα­τα­στρο­φὴ τοῦ ψη­φι­δω­τοῦ στὴν Πα­να­γί­α τῆς Κα­να­κα­ριᾶς, ὅ­ταν πῆ­γε μὲ τὴ Σα­λι­μὲ τὴ φί­λη της γιὰ ν’ ἀ­νά­ψει ἕ­να κε­ρί, ὅ­πως πή­γαι­νε συ­χνὰ καὶ κρυ­φὰ γιὰ νὰ μὴν τὴ δοῦν. Ἡ μά­να της, ἡ κυ­ρί­α Λού­λα, σχε­δὸν δὲν μι­λᾶ, μό­νο ὅ­ταν ἀ­κού­ει θό­ρυ­βο ἔ­ξω στὸν δρό­μο κά­τι σι­γο­μουρ­μου­ρί­ζει. Μοῦ ἐ­ξη­γεῖ ἡ κυ­ρί­α Πα­να­γι­ώ­τα:

        — Ὁ φό­βος, εἴ­μα­στε μό­νες κι ἔ­τσι ἀν­τι­δρᾶ. Ἀ­πὸ φό­βο.

        Κά­θε­ται καὶ μοῦ λέ­ει για­τί δὲν ἔ­φυ­γε, μοῦ ἐ­ξη­γεῖ τὸ κα­θε­τὶ λε­πτο­με­ρῶς, γιὰ τὸν πα­τέ­ρα της ποὺ δὲν ἔ­φυ­γε ἀ­π’ τὸ χω­ριό, πε­ρι­μέ­νον­τας πὼς θὰ ’ρ­θουν κα­λύ­τε­ρες μέ­ρες, καὶ πέ­θα­νε σπί­τι του.

        — Νὰ μεί­νου­μεν κό­ρη μου, νὰ μὲν χά­σου­μεν τέ­λεια τὸν τό­πο μας, συ­νε­χί­ζει νὰ λέ­ει.

        Θυ­μᾶ­ται ὅ­ταν εἶ­χαν μα­ζέ­ψει τὰ γυ­ναι­κό­παι­δα γιὰ νὰ τὰ ἐ­κτε­λέ­σουν. Ἦρ­θε ἕ­νας Τουρ­κο­κύ­πριος, ἦ­ταν δι­κα­στής, μπῆ­κε στὴ μέ­ση καὶ δὲν τοὺς ἄ­φη­σε. Μὲ δυ­σκο­λί­α, για­τὶ λέ­γον­ταν δι­ά­φο­ρα ποὺ δὲν ἦ­ταν ἀ­λή­θεια. Μιὰ πρό­φα­ση ἔ­ψα­χναν γιὰ νὰ τοὺς ξε­κά­νουν.

        Ἔ­χει πε­θά­νει ἐ­δῶ καὶ με­ρι­κὰ χρό­νια, ἐρ­χό­ταν καὶ μᾶς ἔ­βλε­πε ποῦ καὶ ποῦ. Ὅ­ταν ἔρ­χον­ταν Τοῦρ­κοι στρα­τι­ῶ­τες, ἔ­κα­ναν ἔ­ρευ­νες στὰ σπί­τια καὶ μὲ τὸ πα­ρα­μι­κρὸ ἀ­γρί­ευ­αν. Μᾶς εἰ­δο­ποι­οῦ­σαν τὶς γυ­ναῖ­κες καὶ κρυ­βό­μα­σταν.

        Ἡ θλί­ψη εἶ­ναι βα­θιὰ χα­ραγ­μέ­νη στὸ πρό­σω­πό της.

        Εἶ­ναι ὧ­ρες ποὺ νι­ώ­θω νὰ πνί­γο­μαι. Τί ἔ­κα­μα ἐ­γὼ ποὺ ἔ­μει­να; Ὅ­λα πῆ­γαν χα­μέ­να.

        Ἔ­χει σκύ­ψει τὸ κε­φά­λι της, ὕ­στε­ρα τὸ ἀ­να­ση­κώ­νει πο­λὺ ἀρ­γὰ καὶ ψι­θυ­ρί­ζει:

        — Ἔ­κα­μά το γιὰ τὸν τό­πο μου.

        Ση­κώ­νε­ται καὶ μοῦ λέ­ει νὰ πᾶ­με ἀ­πέ­ναν­τι, νὰ μοῦ γνω­ρί­σει τὴν κυ­ρί­α Νι­ό­βη. Ἀ­νοί­γει τὴν πόρ­τα, στὸν δρό­μο εἶ­ναι στα­μα­τη­μέ­νο ἕ­να αὐ­το­κί­νη­το, εἶ­ναι τὸ ἴ­διο ποὺ ἦ­ταν καὶ στὸ πα­ρα­τη­ρη­τή­ριο τοῦ ΟΗΕ. Δι­α­σταυ­ρώ­νου­με τὸν δρό­μο. Ψι­χα­λί­ζει. Εἶ­ναι ἕ­να σπί­τι πα­λαι­ϊ­κὸ μὲ κα­μά­ρες, σχε­δὸν ἐ­ρει­πω­μέ­νο. Σπρώ­χνου­με τὴν πόρ­τα καὶ βλέ­που­με μιὰ γυ­ναί­κα ντυ­μέ­νη ἀ­τη­μέ­λη­τα, μὲ τὴν πα­ρα­δο­σια­κὴ κυ­πρια­κὴ ἐν­δυ­μα­σί­α, ξε­θω­ρι­α­σμέ­νη. Κά­θε­ται σὲ μιὰ κα­ρέ­κλα μ’ ἕ­να γα­τὶ στὰ γό­να­τά της. Θά ’­χει πε­ρά­σει τὰ ἑ­βδο­μῆν­τα.

        Μᾶς ξε­να­γεῖ στὸ σπί­τι της, ἡ ἐγ­κα­τά­λει­ψη φαί­νε­ται μὲ τὴν πρώ­τη μα­τιά. Στὸ τε­λευ­ταῖ­ο δω­μά­τιο εἶ­ναι μι­σογ­κρε­μι­σμέ­νο τὸ τα­βά­νι. Πα­λιὰ ἔ­πι­πλα, ἑρ­μά­ρια, κο­μο­δί­να καὶ κα­ρέ­κλες, ποὺ χρό­νια δὲν χρη­σι­μο­ποι­ή­θη­καν, γε­μά­τα σκό­νες. Ἔ­ξω στὴν αὐ­λὴ πολ­λὰ πε­ρι­στέ­ρια, μᾶς τὰ δεί­χνει μὲ μί­αν ἀ­θω­ό­τη­τα παι­διοῦ. Τρι­γυρ­νοῦν ἀ­πὸ πά­νω μας, ἄλ­λα εἶ­ναι στοὺς πε­ρι­στε­ρῶ­νες στὸν με­γά­λο τοῖ­χο τοῦ σπι­τιοῦ.

        — Αὐ­τά μοῦ κά­νουν πα­ρέ­α ἅ­μα δει­λι­νιά­σει καὶ πε­ρι­μέ­νω τὴν Πα­να­γι­ώ­τα νὰ πι­οῦ­με κα­φέ.

        Ὕ­στε­ρα κά­θε­ται μὲ σταυ­ρω­μέ­να χέ­ρια στὴν κα­ρέ­κλα καὶ βλέ­πεις τὴ θλί­ψη στὰ μά­τια, στὸ χα­μό­γε­λο καὶ στὸ μαῦ­ρο φό­ρε­μά της.



Πηγή: Ἀπὸ τὴν συλλογὴ διηγημάτων Μ’ εὐ­λά­βεια καὶ μὲ λύ­πη (Γα­βρι­η­λί­δης, 2013).

Λεύ­κιος Ζα­φει­ρί­ου (Λάρ­να­κα, 1948). Σπού­δα­σε φι­λο­λο­γί­α στὸ Πα­νε­πι­στή­μιο Ἀ­θη­νῶν. Πρώ­τη του ποι­η­τι­κὴ συλ­λο­γὴ Ποι­ή­μα­τα (1975, 1977). Ἄλλα ἔργα του: Ἡ νε­ό­τε­ρη Κυ­πρια­κὴ Λο­γο­τε­χνί­α: γραμ­μα­το­λο­γι­κὸ σχε­δί­α­σμα (με­λέ­τη, 1991), Ὁ βί­ος καὶ τὸ ἔρ­γο τοῦ Ἀν­δρέ­α Κάλ­βου (Με­ταίχ­μιο, 2006). Ποι­ή­μα­τα, κεί­με­να καὶ με­λέ­τες γιὰ τὴ λο­γο­τε­χνί­α δη­μο­σι­εύ­τη­καν σὲ πολ­λὰ πε­ρι­ο­δι­κά, συλ­λο­γι­κὲς ἐκ­δό­σεις, πρα­κτι­κὰ συ­νε­δρί­ων. Με­τεῖ­χε στὴν ἔκ­δο­ση τῶν λο­γο­τε­χνι­κῶν πε­ρι­ο­δι­κῶν Ση­μεῖ­ο (Λευ­κω­σί­α 1992-1999), Ἀ­κτή καὶ Ὕ­λαν­τρον. Τε­λευ­ταῖ­ο του βι­βλί­ο Μ’ εὐ­λά­βεια καὶ μὲ λύ­πη (Γα­βρι­η­λί­δης, 2013).


 

Λεύ­κιος Ζα­φει­ρί­ου: Μ’ εὐλάβεια καὶ μὲ λύπη



Λεύ­κιος Ζα­φει­ρί­ου


Μ’ εὐλάβεια καὶ μὲ λύπη

 

ΟΙΤΟΥΣΑ ΤΟΝ ΚΟΣΜΟ ἕ­να γύ­ρω ποὺ ἀ­κο­λου­θοῦ­σε τὴν πομ­πὴ τῶν αὐ­το­κι­νή­των στὸν δρό­μο. Εἶ­χαν κλεί­σει τὰ μα­γα­ζιὰ ἀ­πὸ νω­ρὶς κι ὅ­λοι ἀ­πο­χαι­ρε­τοῦ­σαν τὸν στρα­τι­ώ­τη ποὺ σκο­τώ­θη­κε στὸ Ἀφ­γα­νι­στὰν καὶ τὸν ἔ­φε­ραν στὸ χω­ριὸ ἀ­πὸ τὸ Σέ­φιλντ, ὅ­που εἶ­χε γί­νει στὸν κα­θε­δρι­κὸ να­ὸ ἡ νε­κρώ­σι­μη ἀ­κο­λου­θί­α.

       — Ἦ­ταν ἀ­πὸ οἰ­κο­γέ­νεια ἀν­θρα­κω­ρύ­χων. Δι­ά­λε­ξε αὐ­τὸ τὸ ἐ­πάγ­γελ­μα κι ὅ­ταν βρέ­θη­κε στὸν στρα­τό, δὲν ἤ­ξε­ρε κἄν ποῦ βρι­σκό­ταν αὐ­τὴ ἡ χώ­ρα, μοῦ ‘­λεγε ὁ Νέ­στο­ρας ποὺ τὸν ἤ­ξε­ρε ἀ­πὸ παι­δί. Ἐρ­χό­ταν ποῦ καὶ ποῦ στὸ μα­γα­ζί μου κι ἀ­γό­ρα­ζε φρέ­σκο ψά­ρι.

       Στα­μά­τη­σε γιὰ λί­γο ἡ πομ­πὴ ἔ­ξω ἀ­πὸ τὸ σπί­τι τοῦ νε­κροῦ, εἶ­πε δυ­ὸ λό­για ἕ­νας κύ­ριος. Ἄρ­χι­σε νὰ ψι­χα­λί­ζει, πῆ­ραν τὸν δρό­μο γιὰ τὸ κοι­μη­τή­ριο. Ἦ­ταν κά­τι πι­τσι­ρί­κια, πῆ­γαν κον­τὰ στὴ νε­κρο­φό­ρα καὶ κοι­τοῦ­σαν τὸ φέ­ρε­τρο κα­λυμ­μέ­νο μὲ τὴ ση­μαί­α. Κι ἄλ­λες ση­μαῖ­ες ἀ­νέ­μι­ζαν στὰ σπί­τια τρι­γύ­ρω. Τὸ χω­ριὸ εἶ­χε πιὰ τὸν ἥ­ρω­ά του, ὅ­πως συμ­βαί­νει σὲ κά­θε χώ­ρα σὲ τέ­τοι­ες πε­ρι­πτώ­σεις. Τὸ πέν­θος τῶν ξέ­νων μᾶς φαί­νε­ται ἀλ­λι­ώ­τι­κο. Σὲ ἄλ­λη χώ­ρα ξέ­νοι κι ἐ­μεῖς, δὲν μπο­ρού­σα­με νὰ κα­τα­λά­βου­με τί σή­μαι­νε γιὰ ἕ­να χω­ριό, χα­μέ­νο κι ἀ­π’ τοὺς χάρ­τες τῆς Ἀγ­γλί­ας, ὁ ἀ­πο­τρό­παι­ος θά­να­τος ἑ­νὸς νέ­ου στὰ βά­θη τῆς Ἀ­σί­ας. Μα­κριὰ ἀ­π’ τὶς μπυ­ρα­ρί­ες, τὶς πὰμπ καὶ τὴν ὁ­μί­χλη ποὺ σκέ­πα­ζε τοὺς λό­φους, τὰ δέν­τρα καὶ τὴ λί­μνη γύ­ρω. Νύ­χτω­νε.

       — Κρί­μα στὴ μά­να του, ἔ­κα­νε ὁ Νέ­στο­ρας. Πέ­ρα­σε πρὶν δυ­ὸ μέ­ρες ἀ­π’ τὸ μα­γα­ζί. Μό­λις ποὺ ἔ­βγαι­νε ἡ φω­νή της κι ἡ θλί­ψη στὸ πρό­σω­πό της, ἐ­νό­σω πε­ρί­με­νε νὰ ἑ­τοι­μά­σω τὴν πα­ραγ­γε­λί­α, φα­νέ­ρω­νε ἄν­θρω­πο χω­ρὶς πιὰ προ­ο­ρι­σμό. Ἔ­νι­ω­σα μιὰ λύ­πη νὰ μὲ δέρ­νει.


Φύ­γα­με γιὰ τὸ σπί­τι τοῦ ἀ­δερ­φοῦ μου. Θυ­μή­θη­κα τὰ μπλό­κα ἐ­πὶ Θά­τσερ, τὶς κι­νη­το­ποι­ή­σεις τῶν ἀν­θρα­κω­ρύ­χων μὲ τὰ λά­βα­ρα καὶ τὴν ἀ­περ­γί­α τους ποὺ δὲν μπο­ροῦ­σαν νὰ τὴ σπά­σουν. Πρὶν χρό­νια ἐρ­χό­μα­σταν ἀ­πὸ τὸ Λον­δί­νο, με­τὰ τὸ Λέ­στερ, κον­τὰ με­σά­νυ­χτα καὶ τὰ μπου­λού­κια τῶν ἀ­στυ­νο­μι­κῶν στα­μα­τοῦ­σαν τ’ αὐ­το­κί­νη­τα γιὰ ἔ­ρευ­να, ὅ­πως πα­λι­ό­τε­ρα στὴν Κύ­προ. Καὶ τὴν ἄλ­λη μέ­ρα, ἡ με­γά­λη δι­α­δή­λω­ση τῶν ἀν­θρα­κω­ρύ­χων μὲ τὰ λά­βα­ρα κι ὁ κό­σμος ποὺ τοὺς ἔ­δι­νε ὅ,τι μπο­ροῦ­σε γιὰ ν’ ἀν­τέ­ξουν. Κι ὁ Κύ­πριος ποὺ κά­θε μέ­ρα τοὺς ἔ­δι­νε τρό­φι­μα. Ὥ­σπου μὲ τὸν και­ρὸ τοὺς λύ­γι­σαν καὶ σή­με­ρα ἐ­κεῖ ποὺ ἦ­ταν τὰ ἀν­θρα­κω­ρυ­χεῖ­α, λί­γο ἔ­ξω ἀ­πὸ τὸ Σέ­φιλντ, δε­σπό­ζει τὸ ἐμ­πο­ρι­κὸ κέν­τρο «Μέ­το­χο», κι ὁ Τζέ­ημς ἔ­γι­νε ὁ ἥ­ρω­ας τοῦ χω­ριοῦ.


Τὴν ἄλ­λη μέ­ρα πή­γα­με στὸ Μπέρ­μιγ­χαμ νὰ δοῦ­με ἕ­ναν συγ­γε­νῆ. Μᾶς ἔ­κα­ναν τὸ τρα­πέ­ζι, εἶ­χε μουσακά, κου­πέ­πια κι ἄλ­λες λι­χου­δι­ὲς κυ­πρια­κές.Ὕ­στε­ρα κα­θί­σα­με στὸ σα­λό­νι νὰ δοῦ­με τὶς εἰ­δή­σεις στὴν Κύ­προ ἀ­πὸ τὴ δο­ρυ­φο­ρι­κή.

       Ἡ γυ­ναί­κα τοῦ ξα­δέρ­φου ἦ­ταν ἀ­πό ‘­να χω­ριὸ τῆς Καρ­πα­σί­ας καὶ κρα­τοῦ­σε ὅ­λες τὶς πα­ρα­δό­σεις. Στὸν τοῖ­χο ἀ­πέ­ναν­τί μας εἶ­χε ἕ­να με­γά­λο κά­δρο μὲ τὶς φω­το­γρα­φί­ες τοῦ Μα­κά­ριου καὶ τοῦ Αὐ­ξεν­τί­ου. Πιὸ κά­τω, σὲ κέν­τη­μα, ἡ Κύ­προς ποὺ τὴν πλαι­σί­ω­ναν κλα­διὰ ἐ­λιᾶς κι ἕ­να πε­ρι­στέ­ρι. Ἡ Ἰ­σμή­νη μᾶς ἔ­φε­ρε γλυ­κὰ κου­τα­λιοῦ, κα­ρυ­δά­κι κι ἀ­μύ­γδα­λο, κι ὅ­λο ρω­τοῦ­σε γιὰ τοὺς συγ­γε­νεῖς καὶ τοὺς φί­λους στὸ νη­σί, τί κά­νουν, ἂν με­γά­λω­σαν τὰ παι­διά. Σχε­δὸν τριά­ντα πέν­τε χρό­νια δὲν κα­τέ­βη­καν νὰ δοῦν τὸν τό­πο τους καὶ μά­θαι­ναν τὰ νέ­α ἀ­πὸ τὴν ἐ­φη­με­ρί­δα τῆς πα­ροι­κί­ας καὶ τὴν τη­λε­ό­ρα­ση.

       Ἄρ­χι­σε τὸ δελ­τί­ο μὲ πρώ­τη εἴ­δη­ση τὶς συ­νο­μι­λί­ες, κά­τι γιὰ πρό­ο­δο καὶ τὶς δη­λώ­σεις τοῦ ἐκ­προ­σώ­που τῶν Ἡ­νω­μέ­νων Ἐ­θνῶν. Τὰ νέ­α ποὺ μὲ σό­κα­ραν ἦ­ταν γιὰ τὶς κη­δεῖ­ες ἀ­γνο­ου­μέ­νων. Εἶ­χαν βρεῖ τὰ ὀ­στά τους σὲ ὁ­μα­δι­κὸ τά­φο, ὕ­στε­ρα ἀ­πὸ τό­σα χρό­νια. Αὐ­τὸ ποὺ ἔ­δει­χνε στὴν ὀ­θό­νη ἦ­ταν κά­τι σχε­δὸν ἄ­πρε­πο: Ἕ­νας κομ­μα­τάρ­χης στὴν ἐκ­κλη­σί­α ἐκ­φω­νοῦ­σε τὸν ἐ­πι­κή­δει­ο σὰν νὰ ἦ­ταν ἐ­κεῖ τὴν ὥ­ρα τοῦ ἐγ­κλή­μα­τος. Μι­λοῦ­σε μ’ ἕ­να ὕ­φος στομ­φῶ­δες χρη­σι­μο­ποι­ών­τας ρη­το­ρι­κὰ σχή­μα­τα μιᾶς ἄλ­λης ἐ­πο­χῆς.

       Ἡ μη­τέ­ρα τοῦ νε­κροῦ, ὑ­πο­βα­στα­ζό­με­νη, μέ­σα σὲ λυγ­μούς, στε­κό­ταν πλά­ι στὸ φέ­ρε­τρο, τὸ ὁ­ποῖ­ο ἦ­ταν δὲν ἦ­ταν ἕ­να μέ­τρο. Ἡ κραυ­γή της, «γι­έ μου!», δι­έ­κο­πτε κεί­νη τὴ βέ­βη­λη φω­νή. Τὸ μι­κρό, σχε­δὸν παι­δι­κό, φέ­ρε­τρο κα­λυμ­μέ­νο μὲ τὴν κυ­πρια­κὴ καὶ τὴν ἑλ­λη­νι­κὴ ση­μαί­α, οἱ φαν­τά­ροι μὲ τὰ ὅ­πλα ὑ­πὸ μά­λης. Τὸ πρό­σω­πο τῆς ὑ­πέρ­γη­ρης μά­νας τοῦ νε­κροῦ μὲ τὴ θλί­ψη στὸ πρό­σω­πο, τό­σα χρό­νια μὲ τὴν ἐλ­πί­δα νὰ δεῖ τὸ παι­δί της, κα­θὼς τῆς ἔ­λε­γαν ὅ­λοι αὐ­τοί. Κι ἡ κό­ρη του, γύ­ρω στὰ τριά­ντα πέν­τε, εἶ­πε μό­νο δυ­ὸ λό­για στὸ τέ­λος, «δὲν σὲ γνώ­ρι­σα, ἀλ­λὰ τώ­ρα ξέ­ρω πῶς ἔ­γι­νε και για­τί ἔ­γι­νε αὐ­τὸ τὸ κα­κό».

       Κά­τι πῆ­γε νὰ πεῖ ὁ ξά­δερ­φος, τὸν ἔ­κο­ψε ἡ Ἰ­σμή­νη ὅ­τι δὲν εἶ­ναι πράγ­μα­τα αὐ­τά.

       —Ἔ­τσι ἔ­γι­νε καὶ μὲ τὸν γιὸ τῆς συν­νυ­φά­δας ἀ­πὸ τὴν Κε­ρύ­νεια, ἔ­λε­γε, ἦ­ταν σάμ­πως σὲ προ­ε­κλο­γι­κὴ μά­ζω­ξη καὶ δὲν σε­βά­στη­καν τὴ γυ­ναί­κα του. Χρό­νια τὴν ἔ­παιρ­ναν στὶς συγ­κεν­τρώ­σεις ὥ­σπου δὲν ἄν­τε­ξε ἄλ­λο καὶ πῆ­γε μό­νη της νὰ σκά­ψει τὸν τά­φο καὶ νὰ τὸν ξε­θά­ψει.


Θυ­μή­θη­κα στὴ Λευ­κω­σί­α, λί­γο προ­τοῦ φύ­γω γιὰ τὴν Ἀγ­γλία.Ἦ­ταν Κυ­ρια­κὴ πρω­ὶ καὶ στὴν ἔ­ρη­μη λε­ω­φό­ρο κα­τέ­βαι­νε ἕ­να τζὶπ τοῦ στρα­τοῦ. Με­τέ­φε­ρε φέ­ρε­τρο ἀ­γνο­ου­μέ­νου μὲ δυ­ὸ φαν­τά­ρους ἔν­θεν καὶ ἔν­θεν στὰ κα­θί­σμα­τα. Ἦ­ταν μιὰ εἰ­κό­να σὰν σὲ ται­νί­α. Κι οἱ νέ­οι, ποὺ συ­νό­δευ­αν τὴ σο­ρὸ στὸ τό­σο δὰ μι­κρὸ φέ­ρε­τρο, μὲ στο­λὴ ἀ­τσα­λά­κω­τη καὶ τὸ φου­λά­ρι στὸν λαι­μό, δὲν εἶ­χαν γεν­νη­θεῖ ὅ­ταν δο­λο­φο­νή­θη­κε ὁ ἀ­γνο­ού­με­νος, ποὺ εἶ­χε πε­ρά­σει πιὰ στὸν κα­τά­λο­γο τῶν νε­κρῶν μὲ τὴ μέ­θο­δο DΝΑ.

       Εἶ­ναι μῆ­νες τώ­ρα ποὺ στὶς ἐ­φη­με­ρί­δες ἀ­ναγ­γέλ­λε­ται ἡ κη­δεί­α τους μὲ μιὰ ξε­θω­ρι­α­σμέ­νη φω­το­γρα­φί­α, τρι­αν­τα­πέν­τε χρό­νια με­τά, σὰν νὰ συ­νέ­βη­σαν μό­λις χτὲς ὅ­λα αὐ­τά. Τί λαμ­πρό­τη­τα στὴν κη­δεί­α τοῦ Ἀγ­γλου στρα­τι­ώ­τη, ἡ αὐ­το­κι­νη­το­πομ­πή, οἱ ἐ­πί­ση­μοι κι ὁ κό­σμος ποὺ ἀ­πο­χαι­ρε­τοῦ­σε τὸν Τζέ­ημς σὰν νὰ μὴν εἶ­χε σκο­τω­θεῖ σὲ ξέ­νη χώ­ρα. Κι ἡ ἐ­ρη­μιὰ στὴν ὁ­δὸ Δη­μο­σθέ­νη Σε­βέ­ρη, ὅ­πως κα­τη­φό­ρι­ζε τὸ τζὶπ πρὸς τὸ κέν­τρο τῆς πό­λης, σὰν πε­ρι­φο­ρὰ Ἐ­πι­τα­φί­ου χω­ρὶς ἄν­θη, σοῦ ἔ­δι­νε τὴν αἴ­σθη­ση τρα­γι­κῆς πα­ρά­στα­σης χω­ρὶς τοὺς θε­α­τές, μὲ τὸν ἥ­λιο νὰ φω­τί­ζει ἀ­νε­λέ­η­τα αὐ­τὸ τὸ σκη­νι­κό.


Μ’ ἔ­βγα­λε ἀ­π’ ὅ­λες αὐ­τὲς τὶς σκέ­ψεις ὁ Νέ­στο­ρας.

       — Ὥ­ρα νὰ πη­γαί­νου­με, εἶ­πε, προ­τοῦ νυ­χτώ­σει, ἔ­χου­με δυ­ὸ ὧ­ρες δρό­μο.

       Ἀ­πο­χαι­ρε­τή­σα­με τοὺς συγ­γε­νεῖς καὶ φύ­γα­με κά­πως στε­νο­χω­ρη­μέ­νοι μὲ ὅ­σα εἴ­χα­με δεῖ στὴν τη­λε­ό­ρα­ση. Στὴ σκέ­ψη μου ἔ­μει­ναν τὰ πρό­σω­πα τῶν δύ­ο μα­νά­δων, κα­μιὰ δι­α­φο­ρὰ στὴ θλί­ψη καὶ στὸν πό­νο κι ἄς εἶ­χαν χί­λι­ες δυ­ὸ δι­α­φο­ρὲς ὁ Εὐ­έλ­θων καὶ ὁ Τζέ­ημς. Ὁ πρῶ­τος δο­λο­φο­νή­θη­κε ἐν ψυ­χρῷ στὴ χώ­ρα του ἀ­πὸ ξέ­νους εἰ­σβο­λεῖς πρὶν τό­σα χρό­νια κι ὁ δεύ­τε­ρος πρὶν λί­γες μέ­ρες σὲ μιὰ ξέ­νη χώ­ρα.

       Στὸ αὐ­το­κί­νη­το ὁ φί­λος μοῦ ἔ­λε­γε πὼς ὁ Τζέ­ημς ἔ­παι­ζε μπά­λα ἔ­φη­βος στὴν το­πι­κὴ ὁ­μά­δα, «ἦ­ταν τὸ κα­λύ­τε­ρο σέν­τερ φὸρ καὶ τὸν εἶ­χε βά­λει στὸ μά­τι ἡ Σέ­φιλντ Γι­ου­νά­ι­τεντ. Ἀρ­γό­τε­ρα, ὅ­ταν πῆ­γε στὸν στρα­τό, ἐρ­χό­ταν ποῦ καὶ ποῦ, κι ἅ­μα ἔ­παι­ζε μὲ τὴν ὁ­μά­δα τοῦ χω­ριοῦ κα­μιὰ Κυ­ρια­κή, ξε­σή­κω­νε τοὺς φι­λά­θλους μὲ τὶς ντρί­πλες του καὶ τὰ τέρ­μα­τα ποὺ ἔ­βα­ζε. Ὕ­στε­ρα τὸν ἔ­στει­λαν στὸ Ἀφ­γα­νι­στὰν καὶ σπά­νια μα­θαί­να­με νέ­α του».


Στὴν πτή­ση Χί­θρο­ου-Λάρ­να­κα δι­ά­βα­ζα ἕ­να πε­ρι­ο­δι­κὸ μὲ ἀ­φι­έ­ρω­μα στὸν ἐμ­φύ­λιο πό­λε­μο τῆς Ἱ­σπα­νί­ας. Ἀ­κό­μη καὶ σή­με­ρα ψά­χνουν γιὰ ἀ­γνο­ού­με­νους κι ἄς ἔ­χουν κα­τα­γρα­φεῖ μέ­χρι σή­με­ρα ἑ­κα­τὸν τριά­ντα χι­λιά­δες ἀν­θρώ­πι­νοι σκε­λε­τοὶ σὲ ὁ­μα­δι­κοὺς τά­φους. Δυ­ὸ ἀ­δερ­φές, παι­δά­κια τὸ 1936, ὕ­στε­ρα ἀ­πὸ ἑ­ξήν­τα πέν­τε χρό­νια ἐ­να­πό­θε­σαν στὸ οἰ­κο­γε­νεια­κὸ ὀ­στε­ο­φυ­λά­κιο τὰ ὀ­στὰ δι­κῶν τους ἀν­θρώ­πων ποὺ βρέ­θη­καν σ’ ἕ­να πη­γά­δι.

       Ἦρ­θε ἡ ἀ­ε­ρο­συ­νο­δὸς καὶ μοῦ ‘­φε­ρε τὴν ἐ­φη­με­ρί­δα ποὺ ζή­τη­σα. Φυλ­λο­με­τρών­τας βρῆ­κα τὴν εἴ­δη­ση γιὰ τὴν κη­δεί­α τῶν ἀ­γνο­ου­μέ­νων μὲ δύ­ο φω­το­γρα­φί­ες. Νέ­οι μιᾶς ἄλ­λης ἐ­πο­χῆς, φαί­νον­ταν ἀ­π’ τὸ ντύ­σι­μο καὶ τὸ χτέ­νι­σμα. Ὁ ἕ­νας εἶ­χε ἄλ­λα ὀ­χτὼ ἀ­δέρ­φια κι ἦ­ταν ἔ­φε­δρος. Τὸν σκό­τω­σαν λί­γο ἔ­ξω ἀ­πὸ τὴν Κε­ρύ­νεια, τὴ δεύ­τε­ρη μέ­ρα τῆς εἰ­σβο­λῆς. Ὅ­ταν βρῆ­καν τὸ κρα­νί­ο ἦ­ταν πιὰ βέ­βαι­ο, πέ­ραν πά­σης ἀμ­φι­βο­λί­ας, ὅ­τι εἶ­χε συλ­λη­φθεῖ αἰχ­μά­λω­τος. Στὴ φω­το­γρα­φί­α ἔ­γερ­νε κά­πως τὸ κε­φά­λι ἀ­ρι­στε­ρά, ὅ­πως συ­νή­θι­ζαν νὰ βγά­ζουν τό­τε τὶς φω­το­γρα­φί­ες. Ἦ­ταν μό­λις εἴ­κο­σι τρι­ῶν χρο­νῶν κι εἶ­χε παν­τρευ­τεῖ δύ­ο χρό­νια με­τὰ ποὺ ἀ­πο­λύ­θη­κε ἀ­πὸ τὸν στρα­τό. Ἦ­ταν καὶ μιὰ ἄλ­λη εἴ­δη­ση στὴν τε­λευ­ταί­α σε­λί­δα γιὰ τὴν ἐ­πέ­τει­ο τοῦ βομ­βαρ­δι­σμοῦ τῆς Δρέσ­δης ἀ­πὸ τοὺς Συμ­μά­χους καὶ στὸ τέ­λος ἔ­γρα­φε πὼς στὴν ἀ­νοι­κο­δό­μη­ση τῆς πό­λης ἔ­βρι­σκαν σκε­λε­τοὺς καὶ ὕ­στε­ρα ἀ­πὸ εἴ­κο­σι χρό­νια.


       Τὸ ἀ­ε­ρο­σκά­φος ἄρ­χι­σε νὰ κα­τε­βαί­νει. Ἀ­πὸ τὸ φι­νι­στρί­νι φαι­νό­ταν ἡ θά­λασ­σα τῆς Μόρ­φου κι ἡ ὁ­ρο­σει­ρὰ τοῦ Πεν­τα­δά­χτυ­λου. Τὸ νη­σὶ ἀ­νά­γλυ­φο, χω­ρὶς συρ­μα­το­πλέγ­μα­τα, φαι­νό­ταν σὰν παι­γνί­δι. Ἀ­κού­στη­κε ἡ φω­νὴ τῆς ἀ­ε­ρο­συ­νο­δοῦ νὰ προσ­δε­θοῦ­με. Ὅ­πως κα­τε­βαί­να­με, στὸ βά­θος ἔ­βλε­πες μι­κρο­σκο­πι­κὲς τὶς νέ­ες οἰ­κο­δο­μὲς ν’ ἁ­πλώ­νον­ται παν­τοῦ.


Θυ­μή­θη­κα τὸν στί­χο τοῦ Μπόρ­χες: Ἕ­να πράγ­μα μό­νο δὲν ὑ­πάρ­χει, εἶ­ναι ἡ λή­θη. Κι ὕ­στε­ρα τὸν Τζέ­ημς. Τὸ μό­νο σί­γου­ρο εἶ­ναι ὅ­τι δὲν θὰ ξα­να­παί­ξει μπά­λα.



Πη­γή: Μ’ εὐ­λά­βεια καὶ μὲ λύ­πη (Γα­βρι­η­λί­δης, 2013).

Λεύ­κιος Ζα­φει­ρί­ου (Λάρ­να­κα, 1948). Σπού­δα­σε φι­λο­λο­γί­α στὸ Πα­νε­πι­στή­μιο Ἀ­θη­νῶν. Πρώ­τη του ποι­η­τι­κὴ συλ­λο­γὴ Ποι­ή­μα­τα (1975, 1977). Ἄλλα ἔργα του: Ἡ νε­ό­τε­ρη Κυ­πρια­κὴ Λο­γο­τε­χνί­α: γραμ­μα­το­λο­γι­κὸ σχε­δί­α­σμα (με­λέ­τη, 1991), Ὁ βί­ος καὶ τὸ ἔρ­γο τοῦ Ἀν­δρέ­α Κάλ­βου (Με­ταίχ­μιο, 2006). Ποι­ή­μα­τα, κεί­με­να καὶ με­λέ­τες γιὰ τὴ λο­γο­τε­χνί­α δη­μο­σι­εύ­τη­καν σὲ πολ­λὰ πε­ρι­ο­δι­κά, συλ­λο­γι­κὲς ἐκ­δό­σεις, πρα­κτι­κὰ συ­νε­δρί­ων. Με­τεῖ­χε στὴν ἔκ­δο­ση τῶν λο­γο­τε­χνι­κῶν πε­ρι­ο­δι­κῶν Ση­μεῖ­ο (Λευ­κω­σί­α 1992-1999), Ἀ­κτή καὶ Ὕ­λαν­τρον. Τε­λευ­ταῖ­ο του βι­βλί­ο Μ’ εὐ­λά­βεια καὶ μὲ λύ­πη (Γα­βρι­η­λί­δης, 2013).