Andonis Zervas: En el pozo antiguo



Andonis Zervas


En el pozo antiguo


e había acostumbrado a coger sus cosas y marcharse (con maleta ajena). Se había acostumbrado a volver después de haber devuelto previamente las llaves que pedía siempre con el apasionado sueño de la convivencia pacífica. Se había acostumbrado a llamar a posteriori e implorar, enfurecerse con sus súplicas, insultar arrepentida y, al final, callarse con sus pastillas. Nunca lloraba, nunca.

       Era una chica guapa, sin ninguna gracia particular y casi sin gusto para con las modas más provocativas pero con sensualidad irrefrenable y una increíble libertad que transformaba la cosa en organismo vivo y el organismo vivo en cosa. Se sabía de memoria todas las canciones, populares, de autor y extranjeras. Pero le había dado por las letras y creía que el espíritu es flores, colores y comunicación.

       Su mirada no dejaba de ser oscura, incluso en sus grandes dichas. Era su pozo, decía. Se caía dentro y tenías que precipitarte para sacarla. Tenías que sujetarla siempre para que no se volviera a precipitar. Mientras la mantuvieras fuera, daba gran placer. Fiel como hija adoptiva de otra época, la cara ropa interior no le aportaba nada. Tenía la línea de una yegua bien cuidada. Y su mente estaba siempre puesta en el pueblo donde se había criado entre montañas sobresalientes, con un río ancho, de donde todos querían irse para regresar ricos.

       Era especial, como todas las paradojas que nacen de los matrimonios de la pasión y de la banalidad, sobre las cuales cuanto más hablas, más paradójicas se vuelven.



Fuente: Primera publicación blog Planodion-Historias Bonsái, 25 de agosto de 2016.

Andonis Zervas (El Pireo, 1953). Es poeta, ensayista, traductor. Su ultimo libro Διάλογοι με τον Αρχίλοχο (2016).

La traducción colectiva es producto de las clases de Lengua Española que imparte Konstantinos Paleologos en el Centro [Διδασκαλείο] de Lenguas Extranjeras de la Universidad de Atenas. Tradujeron los estudiantes Panayota Bugá, Dionisía Nikolopulu, Leonidas Ikonomu, Zoe Tsianava

Revisión: Eduardo Lucena.


		
Advertisements

Ἀν­τώ­νης Ζέρ­βας: Στὸ ἀρ­χαῖ­ο πη­γά­δι


Zerbas,Antonis-ArchaioPigadi-Eikona-01


Ἀν­τώ­νης Ζέρ­βας


Στὸ ἀρ­χαῖ­ο πη­γά­δι


E-Epsilon-SomataΙΧΕ ΣΥΝΗΘΙΣΕΙ  νὰ παίρ­νει τὰ πράγ­μα­τά της καὶ νὰ φεύ­γει (μὲ ξέ­νη βα­λί­τσα). Εἶ­χε συ­νη­θί­σει νὰ ἐ­πι­στρέ­φει, ἀ­φοῦ προ­η­γου­μέ­νως εἶ­χε ἐ­πι­στρέ­ψει τὰ κλει­διὰ ποὺ ζη­τοῦ­σε πάν­τα μὲ τὸ πα­θι­α­σμέ­νο ὄ­νει­ρο τῆς εἰ­ρη­νι­κῆς συγ­κα­τοί­κη­σης. Εἶ­χε συ­νη­θί­σει νὰ τη­λε­φω­νεῖ κα­τό­πιν ἑ­ορ­τῆς καὶ νὰ ἐ­κλι­πα­ρεῖ, νὰ ὀρ­γί­ζε­ται μὲ τὰ πα­ρα­κά­λια της, νὰ ἐ­ξυ­βρί­ζει με­τα­με­λη­μέ­νη καὶ τέ­λος νὰ σι­ω­πᾶ μὲ τὰ χά­πια της. Πο­τὲ δὲν ἔ­κλαι­γε, πο­τέ.

       Ἦ­ταν ὄ­μορ­φη κο­πέλ­λα, χω­ρὶς ἰ­δι­αί­τε­ρη χά­ρη καὶ σχε­δὸν ἄ­γου­στη μὲς στὶς πιὸ χτυ­πη­τὲς μό­δες, ἀλ­λὰ μὲ ἀ­συγ­κρά­τη­το αἰ­σθη­σια­σμὸ καὶ ἀ­πί­θα­νη ἐ­λευ­θε­ρί­α ποὺ με­τα­μόρ­φω­νε τὸ πράγ­μα σὲ ζων­τα­νὸ ὀρ­γα­νι­σμὸ καὶ τὸ ζων­τα­νὸ σὲ πράγ­μα. Γνώ­ρι­ζε ἀ­π’­ἔ­ξω ὅ­λα τα τρα­γού­δια, λα­ϊ­κά, ἔν­τε­χνα καὶ ξέ­να. Μὰ εἶ­χε μπλέ­ξει μὲ τὰ γράμ­μα­τα καὶ νό­μι­ζε πὼς τὸ πνεῦ­μα εἶ­ναι ἄν­θη, χρώ­μα­τα καὶ ἐ­πι­κοι­νω­νί­α.

       Τὸ βλέμ­μα της δὲν ἔ­παυ­ε νὰ εἶ­ναι σκο­τει­νό, ἀ­κό­μη καὶ στὶς με­γά­λες χα­ρές της. Ἦ­ταν τὸ πη­γά­δι της, ἔ­λε­γε. Ἔ­πε­φτε μέ­σα κι ἔ­πρε­πε νὰ τσα­κι­στεῖς νὰ τὴν ἀ­νε­βά­σεις πά­νω. Ἔ­πρε­πε νὰ τὴν κρα­τᾶς πάν­τα γιὰ νὰ μὴν ξα­να­βου­τή­ξει. Ὅ­σο τὴν κρα­τοῦ­σες ἔ­ξω, ἔ­δι­νε με­γά­λη ἡ­δο­νή. Πι­στὴ σὰν πα­λαι­ὰ ψυ­χο­κό­ρη, τὰ ἀ­κρι­βὰ ἐ­σώ­ρου­χα δὲν τῆς πρό­σθε­ταν τί­πο­τε. Εἶ­χε τὶς γραμ­μὲς μιᾶς κα­λο­πε­ρι­ποι­η­μέ­νης φο­ρά­δας. Κι ὁ νοῦς της ἦ­ταν πάν­τα στὸ χω­ριὸ ὅ­που με­γά­λω­σε ἀ­νά­με­σα σὲ ψη­λο­κρέ­μα­στα βου­νὰ μ’ ­ἕ­να πλα­τὺ πο­τά­μι, ἀ­π’ ὅ­που ὅ­λοι ἤ­θε­λαν νὰ φύ­γουν γιὰ νὰ γυ­ρί­σουν πλού­σιοι.

       Ἦ­ταν ξε­χω­ρι­στή, ὅ­πως ὅ­λα τα πα­ρά­δο­ξα ποὺ γεν­νοῦν οἱ γά­μοι τοῦ πά­θους καὶ τῆς κοι­νο­το­πί­ας γιὰ τὰ ὁ­ποῖ­α ὅ­σο πε­ρισ­σό­τε­ρο μι­λᾶς, τό­σο πιὸ πα­ρά­δο­ξα γί­νον­ται.


Bonsai-03c-GiaIstologio-04


Πη­γή: Πρώ­τη δη­μο­σί­ευ­ση.

Ἀν­τώ­νης Ζέρ­βας (Πει­ραι­ᾶς, 1953). Ποι­η­τής, δο­κι­μι­ο­γρά­φος, με­τα­φρα­στής. Σπού­­­δα­σε Κοι­νω­νι­ο­λο­γί­α τῆς Λο­γο­τε­χνί­ας στὸ Πα­ρί­σι καὶ Ἀγ­γλι­κὴ Φι­λο­λο­γί­α στὸ Λον­δί­νο. Ἐμ­φα­νί­στη­κε στὰ γράμ­μα­τα μὲ τὰ ποι­η­τι­κὰ βι­βλί­α Τε­τρά­διο καὶ Τελ­­χῖ­νες (1972). Τε­λευ­ταῖ­α του βι­βλί­α:Με­ρι­κὰ Με­ρι­κά (Ἴν­δι­κτος, 2010), Με­ρη­σα­ήρ, Εἱρ­μοὶ Νε­κρώ­σι­μοι (Με­λά­νι, 2013), Καυ­σο­κα­λύ­βης (Νε­φέ­λη, 2014), Διάλογοι μὲ τὸν Ἀρχίλοχο (Περισπωμένη, 2016). Συγ­κεν­τρω­τι­κὴ ἔκδο­ση τῶν ποι­η­μά­των του Οἱ Συλ­­λο­γές, 1983-2006 (Ἴν­δι­κτος, Ἀ­θή­να, 2008).



		

	

Ἀντώνης Ζέρβας: Μυστήριον μεγαλομανίας

Zerbas,Antonis-MystirionMegalomanias-Eikona-01


Ἀντώνης Ζέρβας


Μυ­στή­ριον με­γα­λο­μα­νί­ας


C’est jolie, la théologie

Beckett

02-Htta ΠΡΩΤΗ ΦΟΡΑ ποὺ ἔ­νοι­ω­σα χα­ρὰ μὲ τὸ κα­κὸ ποὺ βρῆ­κε κά­ποι­ον ἄλ­λο, ἦ­ταν μιὰ Κυ­ρια­κή, στοὺς ἀ­γῶ­νες τοῦ ἱπ­πι­κοῦ μας ὁ­μί­λου. Τὸ κο­ρί­τσι ποὺ ἔ­πε­σε ἀ­πὸ τὸ ἄ­λο­γο λε­γό­ταν Αὐ­γή. Πρέ­πει νὰ ἦ­ταν ἑ­βραι­ο­πού­λα, μὲ τὰ ξαν­θω­πὰ μαλ­λιά της πι­α­σμέ­να κό­τσο, τὰ γα­λά­ζια μά­τια καὶ τὸ στα­ρέ­νιο δέρ­μα. Εἶ­χε κλεί­σει τὰ δε­κα­τέσ­σε­τα, μὰ τὸ λε­πτο­κα­μω­μέ­νο κορ­μί της, ριγ­μέ­νο ἀ­νά­σκε­λα, ἔ­μει­νε ἀ­κί­νη­το στὸ χῶ­μα. Ἡ φαι­ό­χρω­μη φο­ρά­δα πα­νι­κό­βλη­τη, ἀ­φοῦ τρό­χα­σε κάμ­πο­σα βή­μα­τα, εἶ­χε στρέ­ψει τὰ κα­πού­λια πρὸς τὸ στρω­μέ­νο κορ­μὶ τοῦ κο­ρι­τσιοῦ, πε­ρι­μέ­νον­τας νὰ τὴν πιά­σουν. Ἐ­ξί­σου πα­νι­κό­βλη­τη εἶ­χε πε­τα­χτεῖ ἀ­πὸ τὶς κερ­κί­δες καὶ ἡ μάν­να, κραυ­γά­ζον­τας «τὸ κε­φά­λι, τὸ κε­φά­λι…» Δι­έ­σχι­σε τὴν ἐ­ξέ­δρα τοῦ ἱπ­πο­δρο­μί­ου καὶ χύ­θη­κε ἀπ’ τὰ σκα­λά­κια μέ­σα στὸν στί­βο κα­τὰ τὴν κό­ρη της, γύ­ρω ἀ­πὸ τὴν ὁ­ποί­α εἶ­χαν μα­ζευ­τεῖ κάμ­πο­σοι ἱπ­πεῖς μὲ τὶς λευ­κὲς τε­ζα­ρι­στὲς κυλ­λό­τες καὶ τὶς μαῦ­ρες μπό­τες. Ὅ­σο νὰ φθά­σουν οἱ νο­σο­κό­μοι, ἡ φο­ρά­δα εἶ­χε ὁ­δη­γη­θεῖ στὸ πα­χνί της. Μὲ τὰ πολ­λά, ἡ Αὐ­γὴ το­πο­θε­τή­θη­κε στὸ φο­ρεῖ­ο καὶ ἀ­πο­μα­κρύν­θη­καν ἐ­σπευ­σμέ­να.

        Τὴν οἰ­κο­γέ­νεια, δὲν τὴ συμ­πα­θοῦ­σα. Ψυ­χο­λό­γος σ’ ἕ­να γυ­μνά­σιο, ἡ μάν­να ἦ­ταν χω­ρι­σμέ­νη ἤ­δη ἀ­πὸ τὴν ἐ­πο­χὴ ποὺ ἔ­με­ναν στὸ Κογ­κό. Ἐ­κτὸς ἀ­πὸ τὴν Αὐ­γή, εἶ­χε καὶ μιὰ με­γα­λύ­τε­ρη θυ­γα­τέ­ρα ποὺ ἐ­δῶ καὶ τρί­α χρό­νια ζοῦ­σε πλέ­ον ἀ­νε­ξάρ­τη­τη. Μοῦ ἄ­ρε­σε, ἀλ­λὰ μὲ θύ­μω­νε τὸ ἐ­πι­φυ­λα­κτι­κό της βλέμ­μα μὲ τὸ ὁ­ποῖ­ο πα­ρα­κο­λου­θοῦ­σε πό­σο κα­λὸς ἱπ­πέ­ας προ­σπα­θοῦ­σα νὰ εἶ­μαι. Πολ­λὲς φο­ρὲς μά­λι­στα τὴν ἔ­πι­α­να νὰ χα­μο­γε­λά­ει εἰ­ρω­νι­κὰ μα­ζὶ μὲ τὴ μάν­να της ἀ­πὸ τὶς κερ­κί­δες, σὰν κά­τι δὲν μοῦ πή­γαι­νε κα­λὰ καὶ τύ­χαι­νε νὰ περ­νά­ω μπρο­στά τους. Ὄ­χι πὼς ἐ­κεί­νη τὰ κα­τά­φερ­νε κα­λύ­τε­ρα· πλὴν ὅ­μως ἔ­φται­γε ἡ ποι­ό­τη­τα τῆς φο­ρά­δας τους. Ἀ­πε­ναν­τί­ας, τὰ δι­κά μου ἄ­λο­γα ἦ­ταν ἔ­ξο­χα καὶ ἀ­νε­δεί­κνυ­αν τὶς ἱ­κα­νό­τη­τές τους, ὁ­σά­κις τὰ ἵπ­πευ­ε ὁ Φερ­δι­νάν­δος. Τὸν ἐ­λά­τρευ­αν, κυ­ρι­ο­λε­κτι­κῶς, σὲ πεῖ­σμα τῆς γε­νι­κό­τε­ρης ἀ­μη­χα­νί­ας του πρὸς ὁτι­δή­πο­τε ξε­περ­νοῦ­σε τὸν φρά­κτη τοῦ ἱπ­πο­δρο­μί­ου. Θὰ ἔ­κα­ναν ὅ­μως ὅ,τι τοὺς ζη­τοῦ­σε. Ὁ Φερ­δι­νάν­δος ὁ­ρι­σμέ­νως εἶ­χε ζη­τή­σει ἀρ­κε­τά. Πε­ρισ­σό­τε­ρα δὲν ξέ­ρω.

        Μὲ χαι­ρε­τοῦ­σαν πάν­τα καὶ οἱ δυ­ό τους, ἡ Αὐ­γὴ μά­λι­στα μὲ τὸν σε­βα­σμὸ ποὺ ἁρ­μό­ζει στοὺς ἡ­λι­κι­ω­μέ­νους. Μὰ καὶ οἱ τρεῖς τυ­πι­κά· ἀ­πὸ μιὰ ἀ­πό­στα­ση, ἂν ὄ­χι μὲ τὴν ψυ­χρό­τη­τα ποὺ προ­κα­λεῖ σι­γὰ σι­γὰ ἡ τα­κτι­κὴ ἐ­πα­φή, ἅ­μα δὲν κα­τα­λή­ξει σὲ οἰ­κει­ό­τη­τα. Οἱ ἄν­θρω­ποι ποὺ συ­ναν­τι­ῶν­ται κα­θη­με­ρι­νῶς χω­ρὶς νὰ συγ­χρω­τί­ζον­ται, εἶ­ναι μοι­ραῖ­ο νὰ γί­νουν σι­ω­πη­λοὶ ἐ­χθροί. Καὶ τί με­γα­λύ­τε­ρη τέρ­ψη ἀ­πὸ τὸ κα­κὸ ποὺ βρί­σκει ἕ­ναν ἐ­χθρό μας! Μάρ­τυ­ρας, ὁ ἴ­διος ὁ θεῖ­ος Πλά­των.

        Ἕ­να αἴ­σθη­μα χα­ρᾶς ἀ­να­πάν­τε­χης μὲ συ­νε­πῆ­ρε τὴ στιγ­μὴ ποὺ εἶ­δα τὴν Αὐ­γὴ νὰ ἐ­ξα­κον­τί­ζε­ται ἀ­πὸ τὸ ἄ­λο­γό της καὶ νὰ βου­τά­ει κα­τα­κέ­φα­λα στὸ λι­α­νι­σμέ­νο χῶ­μα. Μιὰ χα­ρὰ πρω­τό­γνω­ρη, αὐ­θεν­τι­κή. Ἀλ­λὰ καὶ ἀ­νε­ξή­γη­τη, ὅ­ταν ἀ­να­λο­γί­ζο­μαι τὰ αἰ­σθή­μα­τα ποὺ προ­σπα­θοῦ­σα ἕ­ως τό­τε νὰ καλ­λι­ερ­γῶ ἔ­ναν­τι τῶν ἀν­θρώ­πων, κυ­ρί­ως ἔ­ναν­τί του ἑ­αυ­τοῦ μου, γιὰ νὰ συν­τη­ρῶ στὴ θε­ο­λο­γι­κή μου συ­νεί­δη­ση τὴ συν­ταγ­μα­τι­κὴ ἰ­δέ­α τῶν χρη­στῶν ἠ­θῶν. «Ὥ­στε εἶ­μαι κα­κός;» ἀ­να­ρω­τή­θη­κα μ’ ἕ­να στιγ­μια­ῖο ρί­γος. «Εἶ­μαι κα­κὸς καὶ δὲν ἤ­θε­λα νὰ τὸ ξέ­ρω;» Ἰ­δοὺ μιὰ σο­βα­ρὴ ἀ­να­κά­λυ­ψη. Αὐ­το­μά­τως ἡ χα­ρά μου δι­πλα­σι­ά­σθη­κε. Τό­σο ποὺ ἄρ­χι­σα νὰ ρω­τά­ω γύ­ρω μου, ἂν εἶ­ναι σο­βα­ρὰ ἡ Αὐ­γού­λα, ἂν ἔ­χα­σε τὶς αἰ­σθή­σεις κ.λπ., χω­ρὶς νὰ κου­νά­ω ἀ­πὸ τὴ θέ­ση μου. Ἐ­πα­να­λαμ­βά­νον­τας τὶς ἐ­ρω­τή­σεις κα­τὰ τὴ σει­ρὰ τοῦ ἐν­δι­α­φέ­ρον­τος καὶ τῆς συν­τρο­φι­κῆς ἀλ­λη­λε­γύ­ης καὶ νοι­ώ­θον­τας πό­σο προ­σποι­η­τὰ ἦ­ταν ὅ­λα αὐ­τά, αἰ­σθα­νό­μουν τὴ χα­ρά μου νὰ τρι­πλα­σιά­ζε­ται. Μιὰ ἐ­λευ­θε­ρί­α, μιὰ ἐ­λα­φρά­δα, ἕ­να εἶ­δος χα­ρι­σμέ­νης ἀ­τι­μω­ρη­σί­ας, σὰν νὰ εἶ­χαν κο­πεῖ ἀ­πὸ μέ­σα μου τὰ δε­σμὰ τῶν ψευ­δαι­σθή­σε­ων.

        Τὴν φαν­τα­ζό­μουν νε­κρὴ κι­ό­λας, τὴ μάν­να της, μο­να­χὴ καὶ χω­ρι­σμέ­νη, νὰ δέρ­νε­ται, νὰ χτυ­πι­έ­ται, νὰ βρί­ζει, νὰ μα­στι­γώ­νει τὴ φο­ρά­δα, ἔ­τσι ποὺ στὴν κα­θι­σμέ­νη μου σι­ω­πή, ζοῦ­σα μί­αν ἀ­νε­πα­νά­λη­πτη εὐ­δαι­μο­νί­α. Λὲς καὶ τὴν εἶ­χε φέ­ρει ἡ ἴ­δια ἡ μάν­να της στὸ δι­α­μέ­ρι­σμά μας νὰ τὴ χα­ϊ­δέ­ψω καὶ νὰ τὴν κά­νω ὅ,τι μοῦ ἀ­ρέ­σει. Ὥ­στε τὴν ἔ­γδυ­να καὶ τὴν ἄγ­γι­ζα· κα­θό­ταν δα­σκα­λε­μέ­νη ἀ­πὸ τὴ μάν­να της. Ὥ­στε τὴν φι­λοῦ­σα· ὑ­πά­κου­ε κά­πως φο­βι­σμέ­νη. Ἀν­τα­πο­κρι­νό­ταν, κά­πως γο­η­τευ­μέ­νη. Πρῶ­τα ἐ­λα­φρὰ πά­νω στὰ χεί­λη, ἔ­πει­τα πιὸ δυ­να­στι­κά, ψά­χνον­τας μὲ τὴ γλώσ­σα μου τὴ δι­κή της, ποὺ ξε­μυ­τοῦ­σε, κρυ­βό­ταν, ξα­να­φαι­νό­ταν δι­στα­κτι­κή, ὑ­πο­χω­ροῦ­σε, ὅ­πως ὅ­λα τὰ ὄν­τα τῆς γῆς ἀ­σκοῦν­ται γιὰ νὰ μά­θουν αὐ­τὸ ποὺ ξέ­ρουν ἐ­ξαρ­χῆς. Συν­δυ­α­σμέ­νη μὲ τὴν ἰ­δέ­α τοῦ πράγ­μα­τος, ἡ δι­κή της ἀ­πει­ρί­α τὴν ἔ­κα­νε κά­πως σκλη­ρὴ καὶ ἄ­γαρ­μπη. Πλὴν ὅ­μως τὸ μι­κρό της στό­μα μα­λά­κω­νε λί­γο λί­γο ἀ­πὸ τὸ σά­λιο μου. Τὴν πί­ε­σα νὰ γο­να­τί­σει. Γο­νά­τι­σε. Εἶ­χα πυ­ρώ­σει ὅ­λος, ὥ­σπου ὁ ἀ­ναμ­μέ­νος δαυ­λὸς τσί­ρι­σε στὸ ἀ­νοι­κτὸ πη­γα­δά­κι της, τσου­ρου­φλί­ζον­τας γύ­ρω γύ­ρω τα τοι­χώ­μα­τα. Μούγ­κρι­ζε στ’ ἀ­λή­θεια, δί­χως προ­σπά­θεια, λὲς καὶ ἡ ἀ­νά­σα της ἔ­βγαι­νε ἀ­πὸ τὰ μά­τια. Ἡ γυ­ναί­κα μου ἦ­ταν σκυμ­μέ­νη πί­σω της, χω­ρὶς νὰ φαί­νε­ται. Ἔ­νοι­ω­θα ὅ­μως τὰ μά­τια της ση­κω­μέ­να νὰ μὲ θε­ω­ροῦν μὲ μιὰ ὑ­περ­κό­σμια γλύ­κα. Ἔ­νοι­ω­θα τὰ χεί­λη της ἐ­ξί­σου ἀ­φρι­σμέ­να. Ξαφ­νι­κὰ τὴν ἄ­φη­σε, ὑ­ψώ­θη­κε σὰν ἴ­σκιος, ἦρ­θε ἀ­πὸ πί­σω μου ἔ­θε­σε τὰ χέ­ρια γύ­ρω ἀ­πὸ τὴ μέ­ση μου, ἄρ­χι­σε νὰ ξε­κουμ­πώ­νει τὴ ζώ­νη μου. Τὴν τρά­βη­ξε μὲ τὸ δε­ξί της, ἔ­τσι ποὺ τὸ σούρ­σι­μο μὲς ἀ­π’ τὶς θη­λι­ὲς ἀν­τή­χη­σε σὰν τὸ ἄ­να­μα τῆς μπα­ρού­της, καὶ ξα­να­γυρ­νών­τας ἐ­κεῖ ποὺ εἶ­χε ψη­λώ­σει ὁ ἴ­σκιος της, στά­θη­κε ὀρ­θὴ πά­νω ἀ­πὸ τὴν πλά­τη τῆς Αὐ­γού­λας, τρα­νὴ θε­ὰ μὲς στὸν ἀ­ρα­χνώ­δη χι­τώ­να καὶ τὰ λυ­τὰ μαλ­λιά, ξεν­τρο­πι­α­σμέ­νη. Πο­τὲ δὲν τὴ εἶ­χα δεῖ ὀ­μορ­φό­τε­ρη. Στάθ­μευ­σε τὸ βλέμ­μα ξα­νὰ πά­νω στὸ πρό­σω­πό μου, χω­ρὶς νὰ θι­γεῖ τὸ ὑ­περ­κό­σμιο χα­μό­γε­λο, κι ἔ­κα­νε τὴ ζώ­νη μου νὰ πλα­τα­γί­σει στὰ ψα­χνὰ τῆς Αὐ­γού­λας. Τὸ κο­ρί­τσι ξαφ­νι­ά­στη­κε λὲς καὶ εἶ­χε σκουν­του­φλή­σει, ἐ­νῶ κα­τέ­βαι­νε ἀ­πὸ τὸ πά­νω πά­τω­μα. Στρά­βω­σε τὸ στό­μα, ποὺ μὲ πό­νε­σε, κοί­τα­ξε ἔν­τρο­μο, καὶ σκύ­βον­τας πά­λι ὑ­πὸ τὴν πί­ε­ση τῶν δι­κῶν μου χε­ρι­ῶν, ἔ­βα­λε τὰ κλάμ­μα­τα κόν­τρα στὴν κοι­λιά μου. Ἡ μει­δι­ώ­σα θε­ὰ δυ­νά­μω­σε τὰ χτυ­πή­μα­τα. Ἡ ζώ­νη κρο­τοῦ­σε πά­νω στὶς τρυ­φε­ρές, δί­δυ­μες καμ­πύ­λες καὶ τὶς μω­λώ­πι­ζε. Τὸ κο­ρί­τσι στρίγ­κλι­ζε. Ἡ γυ­ναί­κα συ­νέ­χι­ζε ὅ­λο καὶ πιὸ δυ­να­τά, πιὸ ρυθ­μι­κά, πιὸ μα­νι­α­σμέ­να, λὲς κι ἐ­κτε­λοῦ­σε τὰ κε­λεύ­σμα­τα μιᾶς μυ­στι­κῆς βρο­χο­φο­ρί­ας. Ὁρ­μη­τι­κές, οἱ στά­λες ἀ­πὸ τὸ χι­ο­νό­νε­ρο στιγ­μά­τι­σαν τὰ μαλ­λιὰ καὶ τὴν πλά­τη τοῦ κο­ρι­τσιοῦ. Τρα­βή­χτη­κα· ἡ Αὐ­γὴ κύ­λη­σε ἀ­νά­σκε­λα μπρὸς ἀ­πὸ τὸν ψη­λὸ ἴ­σκιο ποὺ ἄ­χνι­ζε ἱ­δρω­μέ­νος. Μὲ κοι­τοῦ­σε ὄρ­θιος μὲ τὴν ἴ­δια ὑ­περ­κό­σμια γλύ­κα καὶ τὴ γλώσ­σα ἔ­ξω σὰν φί­δι.

        — «Μὴν εἶ­σαι τό­σο με­γα­λο­μα­νής! εἶ­πε μ’ ἕ­να μει­δί­α­μα, ξα­να­παίρ­νον­τας τὴ θέ­ση της δί­πλα μου, στὴν κερ­κί­δα. Δὲν ἦ­ταν τί­πο­τα σο­βα­ρό. Μιὰ ἐ­λα­φρὰ δι­ά­σει­ση. Πιὸ πο­λὺ ἡ τρο­μά­ρα της ἦ­ταν. Σὲ μιὰ βδο­μά­δα, θὰ ξα­να­κα­βαλ­λή­σει.»


Bonsai-03c-GiaIstologio-04


Πηγή: Ἀν­τώ­νη Ζέρ­βα, Με­γά­λες καὶ μι­κρὲς δι­άρ­κει­ες (ἐκδ. Ἴν­δι­κτος, 2001).


Ἀν­τώ­νης Ζέρ­βας (Πει­ραι­ᾶς, 1953). Ποι­η­τής, δο­κι­μι­ο­γρά­φος, με­τα­φρα­στής. Σπού­­­δα­σε Κοι­νω­νι­ο­λο­γί­α τῆς Λο­γο­τε­χνί­ας στὸ Πα­ρί­σι καὶ Ἀγ­γλι­κὴ Φι­λο­λο­γί­α στὸ Λον­δί­νο. Ἐμ­φα­νί­στη­κε στὰ γράμ­μα­τα μὲ τὰ ποι­η­τι­κὰ βι­βλί­α Τε­τρά­διο καὶ Τελ­­χῖ­νες (1972). Τε­λευ­ταῖ­α του βι­βλί­α: Με­ρι­κὰ Με­ρι­κά, Ἴν­δι­κτος, 2010), Με­ρη­σα­ήρ, Εἱρ­μοὶ Νε­κρώ­σι­μοι (Με­λά­νι, 2013), Καυ­σο­κα­λύ­βης(Νε­φέ­λη, 2014). Συγ­κεν­τρω­τι­κὴ ἔκδο­ση τῶν ποι­η­μά­των του Οἱ Συλ­­λο­γές, 1983-2006 (Ἴν­δι­κτος, Ἀ­θή­να, 2008

 

Ἀντώνης Ζέρβας: Μιὰ σελίδα μὲ τὰ ἀραιὰ δόντια τῆς μνήμης

.
Zerbas,Antonis-MiaSelidaMeTaAraiaDontiaTisMnimis-Eikona-01


Ἀν­τώ­νης Ζέρ­βας


Μιὰ σε­λί­δα μὲ τὰ ἀ­ραι­ὰ δόν­τια τῆς μνή­μης


«Ο ΛΕΝΙΝ ἐ­πε­δί­ω­ξε τὴν ἐκ­κα­θά­ρι­ση ὅ­λου το ἀ­στι­κοῦ εἴ­δους ἀ­πὸ τὴν οἰ­κου­μέ­νη. Ὡς ἀ­πό­κρυ­φος μα­θη­τής του, ὁ Χί­τλερ πε­ρι­ο­ρί­σθη­κε στὴν ἐκ­κα­θά­ρι­ση τῶν Ἑ­βραί­ων. Χω­ρὶς Λέ­νιν καὶ Χί­τλερ, ἀλ­λὰ μὲ κα­τὰ πο­λὺ με­γα­λύ­τε­ρη ἀ­πο­τε­λε­σμα­τι­κό­τη­τα, οἱ ἀ­πρό­σω­πες δυ­νά­μεις τοῦ τε­χνο­λο­γι­κοῦ μας κα­πι­τα­λι­σμοῦ  ἐκ­κα­θα­ρί­ζουν σι­γὰ σι­γὰ τὶς ἄ­θλι­ες με­σαῖ­ες τά­ξεις.

       »Καὶ πράγ­μα­τι, ἂν τὶς τε­λευ­ταῖ­ες δε­κα­ε­τί­ες, οἱ τά­ξεις τῶν με­σαί­ων στά­θη­καν ὁ κα­λὸς ἀ­γω­γὸς τῆς προ­ό­δου, τῆς ἀ­σφά­λειας καὶ τῆς εἰ­ρή­νης, ἡ οἰ­κο­νο­μι­κὴ κρί­ση θὰ γί­νει ἀ­φορ­μὴ νὰ ξα­να­βγοῦν στὴν ἐ­πι­φά­νεια κά­τι προ­αι­ώ­νι­ες πλὴν ἀ­πο­ξεχασμέ­νες ἀ­λή­θει­ες. Ἡ ἀ­λή­θεια ἄλ­λωστε εἶ­ναι πάν­τα δυ­σά­ρε­στη.

       »Κα­θὼς θὰ φρά­ζει ὁ­λο­έ­να καὶ πε­ρισ­σό­τε­ρο ἡ συν­ταγ­μα­τι­κὴ ρο­ὴ τῆς κα­τα­νά­λω­σης καὶ θὰ συρ­ρι­κνώ­νε­ται ἡ αἰ­ώ­νια ὑ­πό­σχε­ση τῆς δί­και­ης κα­τα­νο­μῆς, θὰ δοῦ­με νὰ ξε­χω­ρί­ζει μέ­σα μας ὁ κα­τερ­γά­ρης ποὺ ξέ­ρει τί κά­νει ἀ­πὸ τὸν κα­τερ­γά­ρη ποὺ δὲν ἤ­θε­λε νὰ ξέ­ρει τί κά­νει. Ἔ­τσι θὰ δι­α­μορ­φώ­σου­με νέ­ες μῆ­τρες κα­χύ­πο­πτου ἐκ­κοι­νω­νι­σμοῦ, νέ­ες μό­δες πο­τα­πῶν ὀ­νεί­ρων, θ’ ἀ­κού­σου­με νέ­ους ἀ­μα­νέ­δες λα­ϊ­κό­τη­τας. Μπο­ρεῖ μά­λι­στα νὰ δοῦ­με ὁ­λό­φω­το καὶ νέ­ο Θε­ό»,

       Αὐ­τά μου ἔ­γρα­φε ἕ­νας φί­λος ποὺ δὲν πίστεψε πο­τὲ πὼς ὑ­πάρ­χει θλι­βε­ρὸ πα­ρελ­θὸν καὶ ἄ­ρα πὼς θὰ ὑ­πάρ­χει πάν­τα ἕ­να γε­λα­στὸ μέλ­λον.


*


Ποῦ εἶ­ναι οἱ ἐν­τα­τι­κὲς συγ­κι­νή­σεις τῶν συ­νευ­ρέ­σε­ων ποὺ μ’ ἔ­κα­ναν ὅ­λον ἔκ­φρα­ση !

       Ὁ ἴ­διος τοῖ­χος, οἱ ἴ­διοι στεναγ­μοὶ τῆς γα­μι­κῆς ὁρ­μῆς, ἡ ἴ­δια, ὄρ­θια ἢ ξα­πλω­τή, πα­ρα­φρο­σύ­νη. Κι ἀ­μέ­σως τί­πο­τε! Οὔ­τε κὰν ἡ ἀ­νά­μνη­ση τῆς πα­λιᾶς με­του­σί­ω­σης τῶν θα­να­τι­κῶν σπα­σμῶν σὲ λίγο πνεῦ­μα.

       Ὅ­λα πιὰ ἔ­γι­ναν μιὰ μι­κρὴ μι­κρὴ ὀρ­γα­νι­κὴ ἀ­νάγ­κη, σὰν ἕ­να πιά­το μα­κα­ρό­νια ὀρ­φα­νά.


*


Ὅ­πο­τε χά­νω τὴν αὐ­το­πε­ποί­θη­σή μου, κι αὐ­τὸ μοῦ συμ­βαί­νει πο­λὺ συ­χνά, ἐ­πι­δί­δο­μαι σὲ μα­ρα­θώ­νι­ες ἀ­να­γνώ­σεις. Χι­λι­ό­με­τρα καὶ χι­λι­ό­με­τρα δύ­σκο­λων σε­λί­δων. Τό­σο μά­λι­στα ποὺ θὰ μπο­ροῦ­σα κάλ­λι­στα νὰ συ­να­γω­νι­σθῶ τοὺς πρώ­τους στὸν ἐ­τή­σιο μα­ρα­θώ­νιό της Νέ­ας Ὑ­όρ­κης.

       Γιὰ νὰ ξε­κου­ρα­σθῶ, κά­θο­μαι καὶ ἐ­λέγ­χω τοὺς τρα­πε­ζι­κοὺς λο­γα­ρια­σμούς μου. Κι ἔ­τσι, τρέ­χον­τας καὶ ξα­πο­σταί­νον­τας, ὅ­πως ὅ­λοι μας, ξα­να­βρί­σκω γιὰ κάμ­πο­σο και­ρὸ τὴν αὐ­το­πε­ποί­θη­σή μου.

Bonsai-03c-GiaIstologio-04

Πη­γή: Πρώ­τη δη­μο­σί­ευ­ση.

Ἀν­τώ­νης Ζέρ­βας (Πει­ραι­ᾶς, 1953). Ποι­η­τής, δο­κι­μι­ο­γρά­φος, με­τα­φρα­στής. Σπού­­­δα­σε Κοι­νω­νι­ο­λο­γί­α τῆς Λο­γο­τε­χνί­ας στὸ Πα­ρί­σι καὶ Ἀγ­γλι­κὴ Φι­λο­λο­γί­α στὸ Λον­δί­νο. Ἐμ­φα­νί­στη­κε στὰ γράμ­μα­τα μὲ τὰ ποι­η­τι­κὰ βι­βλί­α Τε­τρά­διο καὶ Τελ­­χῖ­νες (1972). Τε­λευ­ταῖ­α του βι­βλί­α: Με­ρι­κὰ Με­ρι­κά, Ἴν­δι­κτος, 2010), Με­ρη­σα­ήρ, Εἱρ­μοὶ Νε­κρώ­σι­μοι (Με­λά­νι, 2013), Καυ­σο­κα­λύ­βης (Νε­φέ­λη, 2014). Συγ­κεν­τρω­τι­κὴ ἔκδο­ση τῶν ποι­η­μά­των του Οἱ Συλ­­λο­γές, 1983-2006 (Ἴν­δι­κτος, Ἀ­θή­να, 2008).



		

	

Ἀντώνης Ζέρβας: Ἀπαρακολουθήτως


Zerbas,Antonis-Aparakolouthitos-Eikona-03a


Ἀν­τώ­νης Ζέρ­βας


Ἀπα­ρα­κο­λου­θή­τως

 

01-TaphΟ ΠΡΟΒΛΗΜΑ εἶναι τί μπο­ρεῖ νὰ πε­ρι­μέ­νει κα­νεὶς ὡς ἀν­τάλ­λαγ­μα», δή­λω­νε ὁ νέ­ος λό­γιος σ’ ­ἕ­ναν πιὸ ἡ­λι­κι­ω­μέ­νο ποὺ τοῦ πα­ρα­πο­νι­ό­ταν ὅ­τι πα­ρὰ τὶς ἐν­θου­σι­α­στι­κὲς ὑ­πο­σχέ­σεις του, εἶ­χε κρα­τή­σει ἀ­νέν­δο­τη σι­ω­πὴ σὰν κυ­κλο­φό­ρη­σε τὸ βι­βλί­ο του.

       «Δη­λα­δὴ γιὰ σέ­να τὸ βι­βλί­ο δὲν εἶ­ναι πνευ­μα­τι­κὸ γε­γο­νός!­», ἀ­πο­ροῦ­σε ὁ ἡ­λι­κι­ω­μέ­νος συγ­γρα­φέ­ας.

       «Μὰ κο­ρο­ϊ­δευ­ό­μα­στε. Ὅ­λα γε­γο­νό­τα εἶ­ναι.»

       Θέ­λα­με ν’­ ἀν­δρώ­νον­ται οἱ γε­νι­ὲς γύ­ρω ἀ­πὸ τὶς πνευ­μα­τι­κὲς αὐ­θεν­τί­ες. Θέ­λα­με νὰ πι­στεύ­ου­με ὅ­τι ὅ­σο πιὸ στε­νὸς ἦ­ταν ὁ τό­πος, τό­σο βα­θύ­τε­ρες οἱ ρί­ζες του. Ὅ­πως ἕ­να θε­ό­ρα­το πλα­τά­νι στὴ μέ­ση μιᾶς μι­κρῆς αὐ­λῆς. Ἀλ­λὰ αὐ­λὲς καὶ πλα­τά­νια δὲν ὑ­πάρ­χουν πλέ­ον.

       Πέ­ρυ­σι τὸ κα­λο­καί­ρι, πῆ­γα νὰ ξε­να­γή­σω λί­γους φί­λους στὸν βυ­ζαν­τι­νὸ πλα­τα­νώ­να τοῦ Ἁι-Γιά­ννη, ἔ­ξω ἀ­π’ ­τὸ χω­ριό μας, ὅ­που μοῦ ἀ­να­λο­γοῦν λί­γα προ­πα­το­ρι­κὰ στρέμ­μα­τα μὲ συ­κι­ές καὶ λι­ό­δεν­τρα. Ἡ θαυ­μά­σια θέ­ση εἶ­χε τε­λεί­ως ἀ­πο­ξε­ρα­θεῖ. Τὰ γι­γάν­τια πλα­τά­νια ἑ­τοι­μόρ­ρο­πα, που­θε­νὰ νε­ρό.

Α­ll c­h­a­n­g­ed, c­h­a­n­g­ed u­t­t­e­r­ly:

A t­e­r­r­i­b­le b­e­a­u­ty is b­o­rn.


       Εἴ­χα­με ἀ­κού­σει πὼς θὰ ὑ­πῆρ­χε πάν­τα μί­α τρο­με­ρὴ ὀ­μορ­φιὰ καὶ τὴν κα­ρα­δο­κού­σα­με γιὰ νὰ γί­νου­με ποι­η­τές. Οἱ ἀλ­λα­γὲς δὲν μᾶς ἔ­καμ­πταν, πι­στεύ­α­με στὴν ἀ­ναλ­λοί­ω­τη ἀ­λή­θεια.

       Ἡ ὑ­πό­κω­φη με­τα­βο­λὴ τῶν πό­λε­ων μπο­ρεῖ μὲ τὰ πολ­λὰ νὰ συ­νη­θί­ζε­ται, ὅ­πως ἡ αὐ­ξο­μεί­ω­ση τοῦ βή­μα­τος ἀ­να­λό­γως τοῦ ὕ­ψους τῶν σκα­λο­πα­τι­ῶν. Τὸ φυ­σι­κὸ ἐ­ξό­χω­ρο ὅ­μως, ποὺ ἔ­μοια­ζε μὲ τὴν ὑ­πο­γρα­φὴ τοῦ αἰ­ώ­νιου, σὲ φέρ­νει κα­τα­πρό­σω­πο μὲ τὸ νό­η­μα τῶν λέ­ξε­ων, ποὺ δὲν ἔ­χουν πιὰ κα­νέ­να νό­η­μα : U­t­t­e­r­ly= ὁ­λο­σχε­ρῶς, ἐξ ὁ­λο­κλή­ρου.


Ὅ­λα ἄλ­λα­ξαν, ἄλ­λα­ξαν ὁ­λο­σχε­ρῶς:

Μιὰ τρο­με­ρὴ ὀ­μορ­φιὰ ἦρ­θε στὸν κό­σμο.

 

Πο­τὲ δὲν εἶ­χα φαν­τα­σθεῖ πὼς οἱ λέ­ξεις θὰ κα­τέ­λη­γαν νὰ μὴν ἔ­χουν κα­νέ­να νό­η­μα γιὰ μᾶς, πα­ρ’ ­ὅ­λον ὅ­τι νο­μί­ζου­με πὼς τὶς χρη­σι­μο­ποι­οῦ­με μὲ νό­η­μα.

       Ὁ ἄν­θρω­πος σή­με­ρα εἶ­ναι σὰν νὰ ψά­χνει κά­τι πέ­ρα ἀ­πὸ τὴ γλώσ­σα, δη­λα­δὴ κά­τι πέ­ρα ἀ­πὸ τὸν ἑ­αυ­τό του, μι­λών­τας ἀ­στα­μά­τη­τα. Σὰν νὰ ξέ­ρει ὅ­τι δὲν ἀρ­κοῦν πιὰ οἱ λέ­ξεις. Μι­λή­θη­καν. Ὅ,τι εἶ­χαν νὰ δώ­σουν, τὸ ἔ­δω­σαν. Κα­νεὶς πλέ­ον δὲν νοι­ά­ζε­ται γιὰ τὶς λέ­ξεις. Κι ὅ­σοι ἐ­πι­μέ­νουν, δὲν ξέ­ρουν γιὰ τί πράγ­μα νοι­ά­ζον­ται.


       Ἡ τρο­με­ρὴ ὀ­μορ­φιὰ τοῦ κό­σμου.


 Bonsai-03c-GiaIstologio-04

Πη­γή: Πρώ­τη δη­μο­σί­ευ­ση.

Ἀν­τώ­νης Ζέρ­βας (Πει­ραι­ᾶς, 1953). Ποι­η­τής, δο­κι­μι­ο­γρά­φος, με­τα­φρα­στής. Σπού­­­δα­σε Κοι­νω­νι­ο­λο­γί­α τῆς Λο­γο­τε­χνί­ας στὸ Πα­ρί­σι καὶ Ἀγ­γλι­κὴ Φι­λο­λο­γί­α στὸ Λον­δί­νο. Ἐμ­φα­νί­στη­κε στὰ γράμ­μα­τα μὲ τὰ ποι­η­τι­κὰ βι­βλί­α Τε­τρά­διο καὶ Τελ­­χῖ­νες (1972). Τε­λευ­ταῖ­α του βι­βλί­α: Με­ρι­κὰ Με­ρι­κά, Ἴν­δι­κτος, 2010), Με­ρη­σα­ήρ, Εἱρ­μοὶ Νε­κρώ­σι­μοι (Με­λά­νι, 2013), Καυ­σο­κα­λύ­βης (Νε­φέ­λη, 2014). Συγ­κεν­τρω­τι­κὴ ἔκδο­ση τῶν ποι­η­μά­των του Οἱ Συλ­­λο­γές, 1983-2006 (Ἴν­δι­κτος, Ἀ­θή­να, 2008).



		

	

Ἀντώνης Ζέρβας: Τὸ ἀσπράγκαθο

.

Zerbas,Antonis-ToAspragkatho-Eikona-01

.

Ἀντώνης Ζέρβας

 

Tὸ ἀσπράγκαθο

                                   .

S-[Sigma]-SomataΚΟΛΥΜΠΟΣ ἦ­ταν τὸ πα­ρα­τσού­κλι του. Τό­ση ἐν­τύ­πω­ση μοῦ ἔ­κα­νε ἡ λέ­ξη κά­θε φο­ρὰ ποὺ τὴν ἄ­κου­γα, ὅ­σο ποὺ συ­νή­θι­σα νὰ τὴν ἐ­κλαμ­βά­νω ὡς πα­ρα­φθο­ρὰ τοῦ «σώ­γαμ­προ­ς». Δὲν ἤ­ξε­ρα τό­τε ὅ­τι πρό­κει­ται γιὰ τὸ πο­ῶ­δες φυ­τὸ τῆς οἰ­κογενείας τῶν προ­σω­παν­θῶν, κοι­νῶς ἀ­σπράγ­κα­θο. Πο­λὺ ἀρ­γό­τε­ρα ἔ­μελ­λε ν΄ ἀ­παν­τή­σω σὲ ἕ­να ποί­η­μα τοῦ Ψελ­λοῦ τὴ λέ­ξη «κω­λάν­τε­ρο­ς» ποὺ ἀ­κου­γό­ταν συ­χνό­τα­τα στὰ παι­δι­κά μου χρό­νια καὶ προσ­δι­ό­ρι­ζε ἕ­να συγ­κε­κρι­μέ­νο ψι­λό­λι­γνο, κι­τρι­νι­ά­ρι­κο, θρη­σκευ­τι­κὸ παι­δί, τὸ ὁ­ποῖ­ο κα­τα­λαμ­βα­νό­ταν ἀ­πὸ μα­νί­α, σὰν ἄ­κου­γε νὰ τὸ ἀ­πο­κα­λοῦν ἔ­τσι. Ὅ­ταν ἦ­ταν ἤ­ρε­μος, ὁ Κω­λάν­τε­ρος ἔ­ψελ­νε ὡ­ραῖ­α καὶ ἤ­ξε­ρε πολ­λὲς ἱ­στο­ρί­ες ἀ­πὸ τὸν Συ­να­ξα­ρι­στή. Αὐ­τὸν εἶ­χε πλη­σιά­σει ὁ και­νούρ­γιος θε­ο­λό­γος μας γιὰ νὰ τοῦ ὑ­πο­δεί­ξει τοὺς «κόκ­κι­νου­ς» τῆς τά­ξης ποὺ κα­τὰ κα­νό­να προ­έρ­χον­ταν ἀ­πὸ τὶς γει­το­νι­ὲς ἕ­να γύ­ρω στὰ Ντα­μά­ρια. Ἦ­ταν πε­πει­σμέ­νος, ὅ­πως κι ἐ­μεῖς ἄλ­λω­στε, πὼς ἡ ἰδέα ζοῦ­σε μὲ ἀν­θρω­πο­θυ­σί­ες.

       Σκό­λυμ­πος καὶ Σκό­λια­νδρος, τὸ ἄλ­λο πα­ρα­τσού­κλι του, ποὺ τὸ χρη­σι­μο­ποι­οῦ­σε ἀ­πο­κλει­στι­κὰ ἡ Να­νώ. Ὁ Νι­κό­λας δὲν ἦ­ταν ἄ­πι­στος ἐ­ρα­στής, πα­ρὰ τὸ δα­κτυ­λο­δει­κτού­με­νο πα­ρελ­θόν του, ἰ­δί­ως στὰ ντα­μά­ρια ὅ­που φύ­τρω­ναν τὰ ἀ­σπράγ­κα­θα καὶ ὅ­που ἕ­να φθι­νο­πω­ρι­νὸ βρά­δι θὰ μά­θαι­να μὲ ἀ­γα­νά­κτη­ση ἀ­πὸ ἕ­να συ­νο­μή­λι­κο κο­ρί­τσι ποὺ τά ΄θέ­λε ὅ­τι καὶ ἡ μά­να μου ἦ­ταν γυ­ναί­κα. Ὁ Νι­κό­λας ἦ­ταν πι­στὸς στὴ Να­νὼ μέ­χρι δου­λεί­ας. Μό­νος του δὲν θὰ τολ­μοῦ­σε ν’­ ἁ­πλώ­σει κὰν τὸ χέ­ρι σὲ μιὰ γυ­ναί­κα, ἀ­κό­μη κι ὅ­ταν ὅ­λα ἔ­χα­ναν τὶς ἀ­πο­στά­σεις τους μέ­σα στὸ σα­λό­νι μας μὲ τὶς τρεῖς φαρ­δι­ὲς πο­λυ­θρό­νες ἀ­πέ­ναν­τι στὸν ἐ­ρυ­θρό­σαρ­κο κα­να­πὲ ποὺ ἔ­κα­νε τοὺς μη­ροὺς νὰ γλι­στροῦν ἔ­ξω ἀ­πὸ τὰ ἐ­λα­φρὰ κα­λο­και­ρι­νὰ φο­ρέ­μα­τα καὶ ν’ ἀν­τη­χοῦν τὰ λι­γω­τι­κὰ ξε­καρ­δί­σμα­τα πά­νω ἀ­πὸ τὰ γό­να­τα τῶν ἐ­πι­σκε­πτρι­ῶν, οἱ ὁ­ποῖ­ες ἀν­τι­δροῦ­σαν αὐ­το­μά­τως, τρα­βών­τας τὸ φου­στά­νι τους καὶ πε­τύ­χαι­ναν τὸ ἀν­τί­θε­το.

       — Δὲς ἐ­πι­δερ­μί­δα, ἔ­λε­γε ἡ Να­νὼ κι ἔ­θε­τε τὸ χέ­ρι της πά­νω στὸ γό­να­το τῆς μιᾶς. Ἔ­λα νὰ δεῖς ντέ. Πιά­σε ἐ­δῶ – , καὶ μὲ μιὰ ἁ­πα­λή, θω­πευ­τι­κὴ κί­νη­ση τὸ προ­χω­ροῦ­σε ἀ­πὸ τὸ γό­να­το πιὸ μέ­σα, στὴν ἄ­κρη τοῦ μη­ροῦ. Ἡ ἐ­πι­σκέ­πτρια, ἀ­να­ψοκ­κο­νι­σμέ­νη, τὴν ἄ­φη­νε πρὸς στιγ­μὴν καὶ ἀ­μέ­σως ἄλ­λα­ζε στά­ση.

       Τέ­τοι­α ἦ­ταν ἡ ἐ­ξάρ­τη­σή του ἀ­πὸ τὴ Να­νὼ ποὺ χω­ρὶς αὐ­τὴν δὲν θὰ μπο­ροῦ­σε νὰ εἶ­ναι ἄν­δρας, καὶ μά­λι­στα δα­κτυ­λο­δει­κτού­με­νος. Γι΄αὐ­τὸ καὶ θύ­μω­νε μα­ζί της, ὅ­ταν τὸν ἀ­πο­κα­λοῦ­σε Σκό­λια­νδρο. Καὶ τὸν ἀ­πο­κα­λοῦ­σε συ­στη­μα­τι­κά, μό­λις ἔ­με­ναν μό­νοι. Τὸν ἔ­πια­νε ἡ μα­νί­α τοῦ Κω­λάν­τε­ρου. Ἐ­κεί­νη χω­νό­ταν μὲ τὴν πλά­τη στὸν κα­να­πὲ ἔ­τσι ποὺ τὸ φου­στά­νι της ἀ­νέ­βαι­νε ὣς ἐ­κεῖ ποὺ ἔ­σκα­γε μύ­τη τὸ βρα­κί της.

       — Σκό­λυμπος γιὰ τοὺς ἄλ­λους, σκό­λια­νδρος μα­ζί μου, τοῦ κα­τα­μαρ­τυ­ροῦ­σε ὅ­λο σαρ­κα­σμό. —Σ΄ ἄ­ρε­σε ποὺ τῆς χά­ι­δευ­α τὸ μπού­τι ἀλ­λὰ δὲν κό­τα­γες. Εἶ­δες τί στή­θια ποὺ τά ΄χει… ἡ σκρό­φα. Καὶ τὸ που­κά­μι­σο ξε­κούμ­πω­το. Νά ‘σου­να μω­ρὲ μό­νος … ἔ, πα­λι­ο­σκό­λια­νδρε, σκορ­δό­πι­στε. Καὶ ἡ Να­νώ ἄρ­χι­ζε νὰ μι­μεῖ­ται μὲ τὰ χέ­ρια της πά­νω στὸ κορ­μί της τὴν φαν­τα­στι­κή του πε­ρι­πέ­τεια μὲ τὴ φί­λη της, τὴ σκρό­φα.

       Θυ­μᾶ­μαι ἀ­κό­μη τὴν ὡ­ραί­α λι­γνὴ μὰ σαρ­κω­μέ­νη Να­νώ νὰ μᾶς ἑ­τοι­μά­ζει εὐ­δι­ά­θε­τη τὶς ἀ­πο­γευ­μα­τι­νὲς σου­μά­δες καὶ  τὶς βυσ­σι­νά­δες, νὰ ἐ­πι­θέ­τει τὰ ψη­λὰ πο­τή­ρια στὸν ἀ­στρα­φτε­ρὸ δί­σκο μὲ τὰ πο­λύ­πλεγ­κτα αὐ­τιὰ καὶ δὲν μπο­ροῦ­σα νὰ κα­τα­λά­βω πῶς κα­τά­φερ­νε νὰ τὰ ἐ­ξι­σορ­ρο­πεῖ, λί­γη ὥ­ρα μό­νο με­τὰ τὰ ἰ­δι­ω­τι­κά τους μέ­σα στὸ ἀ­μί­λη­το με­ση­μέ­ρι ποὺ μοῦ εἶ­χε πα­γώ­σει τὸ αἷ­μα, κα­θὼς κρυ­φο­κοί­τα­ζα τὸν μα­νι­α­σμέ­νο Νι­κό­λα νὰ τὴ δέρ­νει μὲ τὴ ζώ­νη του, χτυ­πών­τας ἀ­δι­α­κρί­τως κα­τὰ μῆ­κος καὶ πλά­τος, ὅ­λο τὸ κορ­μί της. Δὲν ἔ­κλαι­γε, ἀ­να­στέ­να­ζε, ἀ­να­στέ­να­ζε, ὥ­σπου πή­δη­σε πά­νω του καὶ σφι­χταγ­κα­λι­ά­ζον­τάς τον, τοῦ ἔ­λε­γε: — Σκό­λια­νδρε, δό­λι­ε μου, Σκό­λια­νδρε, ἀ­γά­πη μου, ἀ­γά­πη μου.

       Καὶ θυ­μᾶ­μαι ἀ­κό­μη τὴν ὡ­ραί­α Να­νὼ νὰ κα­τε­βαί­νει τὶς σκά­λες τοῦ σπι­τιοῦ ἀ­μί­λη­τη μὲ τὶς δυ­ὸ δε­τὲς βα­λί­τσες. Τὰ εἶ­χα μαρ­τυ­ρή­σει ὅ­λα. Πὼς ἔ­φερ­νε σπί­τι τὸν Σκό­λυμ­προ, ὅ­ταν ἔ­λει­παν οἱ γο­νεῖς μας. Πὼς χρη­σι­μο­ποι­οῦ­σαν τὸ σα­λό­νι μὲ τὶς φί­λες της. Πὼς μά­λω­ναν ξε­βρά­κω­τοι κι ἐ­κεῖ­νος τὴν ἔ­δερ­νε μὲ τὴ ζώ­νη του. Πὼς δὲν μᾶς πρό­σε­χε οὔ­τε μᾶς πε­ρι­ποι­ό­ταν. Πὼς μ΄ ἔ­παιρ­νε στὸ δω­μά­τιο τῆς μα­μᾶς, μπρο­στὰ στὸν κα­θρέ­φτη κι ἤ­θε­λε νὰ τῆς κά­νω τὴν ὑ­πη­ρέ­τρια, ἐ­νῶ ντυ­νό­ταν καὶ γδυ­νό­τα­νε. Καὶ τὸ χει­ρό­τε­ρο, πὼς μὲ φώ­να­ζε Κω­λάν­τε­ρο.

  Bonsai-03c-GiaIstologio-04.

 Πρώ­τη δη­μο­σί­ευ­ση: περ. Πλα­νό­διον, ἀρ. 39, Δε­κέμ­βριος 2005.

Ἀντώνης Ζέρβας (Πει­ραι­ᾶς, 1953). Ποι­η­τής, δο­κι­μι­ο­γρά­φος, με­τα­φρα­στής. Σπού­­­δα­σε Κοι­νω­νι­ο­λο­γί­α τῆς Λο­γο­τε­χνί­ας στὸ Πα­ρί­σι καὶ Ἀγ­γλι­κὴ Φι­λο­λο­γί­α στὸ Λον­δί­νο. Ἐμ­φα­νί­στη­κε στὰ γράμ­μα­τα μὲ τὰ ποι­η­τι­κὰ βι­βλί­α Τε­τρά­διο καὶ Τελ­­χῖ­νες (1972). Συγ­κεν­τρω­τι­κὴ ἔκδο­ση τῶν ποι­η­μά­των του Οἱ Συλ­­λο­γές, 1983-2006 (Ἴν­δι­κτος, Ἀ­θή­να, 2008). Τα­κτι­κὸς συ­νερ­γά­της τοῦ Πλα­νό­διου.

 

Ἀντώνης Ζέρβας: Ὁ φιλόσοφος και ὁ ἄνδρας

 

.

Zerbas,Antonis-OFilosofosKiOAndras-Eikona-01

.

Ἀντώνης Ζέρβας

 

Ὁ φιλόσοφος καὶ ὁ ἄνδρας

 

02-DeltaΕΝ ΕΙΜΑΙ ὁ πρῶ­τος τυ­χών· ἔ­χω ὄ­νο­μα κι ὁ λό­γος μου βά­ρος», τό­νι­ζε μιὰ μέ­ρα ἕ­νας γνω­στὸς φι­λό­σο­φος τῆς πό­λης μας, κα­θὼς βα­δί­ζα­με, λο­γο­μα­χών­τας γιὰ τὴ δι­α­γω­γὴ κά­ποιου κοι­νοῦ μας φί­λου. Τὸν εἶ­χε ἐκ­θέ­σει, ἐ­πει­δὴ ἀ­θέ­τη­σε ὁ­ρι­σμέ­νες δε­σμεύ­σεις οἰ­κο­νο­μι­κῆς φύ­σε­ως. Ὁ φι­λό­σο­φος εἶ­χε ἐκ­μα­νεῖ, καὶ ὡς φι­λό­σο­φος, ἤ­ξε­ρε πῶς νὰ δι­ο­χε­τεύ­ει τὸ φαρ­μά­κι καὶ νὰ θέ­τει σὲ κί­νη­ση τὴν κα­τα­λα­λιά. Ἤ­ξε­ρε ἐ­πι­πλέ­ον ὅ­τι ὁ μι­κρός μας τό­πος ἦ­ταν πο­λὺ εὐ­ε­πί­φο­ρος στὶς ξι­νὲς γλύ­κες τῶν ἐν­τυ­πώ­σε­ων καὶ ὅ­τι ὁ λό­γος, προ­σαρ­μο­σμέ­νος κα­τάλλη­λα, μπο­ρεῖ νὰ γκρε­μί­σει ὁ­λό­κλη­ρο σπί­τι.

       Αὐ­τοῦ ἀ­πέ­βλε­πε ὁ φι­λό­σο­φος, δι­ό­τι ὁ φί­λος ἦ­ταν ἰ­δι­ο­κτή­της χρη­μα­τι­στη­ρια­κοῦ γρα­φεί­ου ποὺ ἕ­να δι­ά­στη­μα ἔ­κα­νε χρυ­σὲς δου­λει­ές, μὰ τώ­ρα ἔ­πρε­πε νὰ κλεί­σει, ἀ­φοῦ στρε­φό­ταν ἐ­ναν­τί­ον τῆς ἀ­ξι­ο­πι­στί­ας τοῦ φι­λο­σό­φου.

      Εἶ­ναι ἀ­λή­θεια ὅ­τι ὁ φι­λό­σο­φος τῆς πό­λης μας δὲν ἀ­πέ­βλε­πε ἀ­πευ­θεί­ας στὸν πλου­τι­σμό. Ἐ­κεῖ­νο ποὺ τὸν ἔ­νοια­ζε ἦ­ταν ἡ ἀ­πή­χη­ση τῆς σκέ­ψης του ποὺ κιν­δύ­νευ­ε νὰ μει­ω­θεῖ αἰ­σθη­τά, ἂν ἔ­παυ­αν νὰ ἐμ­πι­στεύ­ον­ται τὴν εὐ­φυί­α του, ὁ­ρι­σμέ­νοι ἀ­πὸ ὅ­σους ἔ­χουν τοὺς τρό­πους νὰ ἐ­πη­ρε­ά­ζουν τὴν κοι­νὴ γνώ­μη. Κα­τὰ τὸ πα­ρά­δειγ­μα τοῦ Θα­λῆ λοι­πόν, μπο­ροῦ­σε νὰ τοὺς ἀ­πο­δει­κνύ­ει ὅ­τι ἕ­νας φι­λό­σο­φος δι­α­θέ­τει ὅ­σα προ­σόν­τα χρει­ά­ζε­ται κα­νεὶς γιὰ νὰ πλου­τί­σει καὶ μά­λι­στα γρή­γο­ρα, ἀρ­κεῖ νὰ χρη­σι­μο­ποι­ή­σει τὴν εὐ­φυί­α του γι’ αὐ­τὸ τὸν σκο­πό. Ἔ­τσι, κα­νεὶς δὲν μπο­ροῦ­σε νὰ τὸν πε­ρι­φρο­νή­σει γιὰ τὴν ἐ­πι­δει­κτι­κὴ λι­τό­τη­τα τῆς ζω­ῆς του, οὔ­τε νὰ τοῦ προ­σά­ψει δι­πλὲς προ­θέ­σεις. Ὁ λό­γος ἦ­ταν τὸ μέ­λη­μά του. Τὴν εὐ­φυΐα του τὴ δά­νει­ζε πρὸς ὄ­φε­λος τῶν ἄλ­λων.

      — Μὰ δὲν φταῖς κι ἐ­σύ, τοῦ εἶ­πα, ὅ­ταν ξέ­ρεις ὅ­τι τὰ ἠ­θι­κὰ δι­δά­σκον­ται μὲ τὸ προ­σω­πι­κὸ πα­ρά­δειγ­μα; Τό­τε ποὺ τὸ χρη­μα­τι­στή­ριο μοί­ρα­ζε λε­φτά, ὁ ἴ­διος δὲν καυ­χι­ό­σουν πὼς ἦ­ταν μα­θη­τής σου καὶ κέρ­δι­ζε, για­τί ἀ­κο­λου­θοῦ­σε τὶς συμ­βου­λές σου;

      Ὁ φι­λό­σο­φος ὀρ­γί­στη­κε, τό­σο ποὺ φο­βή­θη­κα. Ὄ­χι τό­σο μή­πως μὲ ἐ­πι­τι­μή­σει, ἐ­πει­δὴ δὲν ἔ­κα­να τὶς ὀρ­θὲς λο­γι­κὲς δι­α­κρί­σεις ποὺ ἀ­παι­τοῦ­σε τὸ ζή­τη­μά μας. Στὸ κά­τω κά­τω δὲν ἤ­μουν φι­λό­σο­φος. Φο­βή­θη­κα για­τί ἤ­ξε­ρα πὼς ἡ ὀρ­γὴ τοῦ ὀρ­θοῦ λό­γου εἶ­ναι ἐ­ξί­σου πα­ρά­λο­γη καὶ ἀ­φα­νι­στι­κή. Ὁ Σο­πεγ­χά­ου­ερ στά­θη­κε ὁ πρῶ­τος νε­ώ­τε­ρος φι­λό­σο­φος ποὺ φρόν­τι­σε μὲ με­γά­λη ἐ­πι­μέ­λεια τὰ οἰ­κο­νο­μι­κά του. Καὶ εἶ­μαι βέ­βαι­ος πώς, ἂν δὲν εἶ­χε τὴν τύ­χη νὰ ἀ­να­γνω­ρι­σθεῖ στὸν και­ρό του, θὰ ξό­δευ­ε ὅ,τι εἶ­χε καὶ δὲν εἶ­χε γιὰ νὰ συν­τρί­ψει τὸν ἀν­τα­γω­νι­στή του. Ἀρ­κεῖ νὰ δι­α­βά­σει κα­νεὶς τὶς πε­ρι­φρο­νη­τι­κὲς σε­λί­δες του γιὰ τὸν Ἕ­γε­λο.

      Κρα­τοῦ­σε ἕ­να με­γά­λο φά­κελ­λο καὶ τὰ μά­τια του ἄ­στρα­φταν. Κά­τι προ­φα­σί­στη­κα, ἔ­τρε­ξα πρὸς τὸ πε­ρί­πτε­ρο κι ἐ­ξα­φα­νί­στη­κα κα­κὴν κα­κῶς. Ἔ­κτο­τε δὲν τὸν ξα­να­εῖ­δα, οὔ­τε θέ­λη­σα νὰ ἐ­πα­νορ­θώ­σω τὸ ἁ­μάρ­τη­μα τῆς παρ­ρη­σί­ας.

      Ἡ εἰ­λι­κρί­νεια εἶ­ναι πράγ­μα­τι μέ­γα ἁ­μάρ­τη­μα καὶ κα­νεὶς ἁ­μαρ­τω­λός τοῦ εἴ­δους δὲν προ­κό­βει. Δὲν ἔ­μελ­λα νὰ προ­κό­ψω στὴ ζω­ή μου, για­τὶ μοῦ ἄ­ρε­σαν πο­λὺ τὰ πα­ρα­μύ­θια. Καὶ ὅ­ποιος τέρ­πε­ται ἀ­πὸ τὰ πα­ρα­μύ­θια. δὲν εἶ­ναι πο­λὺ σο­βα­ρὸς ἄν­θρω­πος. Δὲν μπο­ρεῖς νὰ τοῦ ἔ­χεις ἐμ­πι­στο­σύ­νη. Μπο­ρεῖ νὰ σὲ ἐκ­θέ­σει στὰ κα­λὰ τῶν κα­θου­μέ­νων, συγ­χέ­ον­τας τὶς ὀρ­θὲς δι­α­κρί­σεις. Μπο­ρεῖ ν’ ­ἀρ­χί­σει νὰ σοῦ μι­λά­ει φε­ρ’ εἰ­πεῖν γιὰ τὶς ἠ­θι­κὲς τέρ­ψεις τῆς αἰ­σθη­τι­κῆς ἢ τὶς αἰ­σθη­τι­κὲς τέρ­ψεις τῆς ἠ­θι­κῆς. Γιὰ τὴν ἀ­προ­σω­πο­λη­ψί­α, γιὰ τὴ μα­ται­ό­τη­τα τῆς τα­κτι­κῆς, γιὰ τὸ κε­νὸ τῆς ἰ­σχύ­ος καὶ τῆς δύ­να­μης, γιὰ τὸν ὀρ­θὸ λό­γο ποὺ δὲν ἔ­χει καμ­μί­α σχέ­ση μὲ τὴν κα­τόρ­θω­ση τοῦ λό­γου.

      Ἦ­ταν κα­λο­καί­ρι· ἡ ἄ­σφαλ­τος κολ­λοῦ­σε καὶ ξε­κολ­λοῦ­σε μπρο­στά σου, ἀ­να­δί­δον­τας μιὰ μπό­χα καμ­μέ­νου λά­στι­χου. Εἶ­χα κουρ­νιά­σει κά­τω ἀ­πὸ τὴν τέν­τα ἑνὸς πε­ρί­πτε­ρου, στὴν ἀ­φε­τη­ρί­α τῆς γραμ­μῆς Κυ­ψέ­λη – Παγ­κρά­τι, καὶ πε­ρί­με­να πό­τε θὰ πά­ρει τὴ θέ­ση του ὁ ὁ­δη­γὸς ποὺ δρο­σι­ζό­ταν στὸ δι­πλα­νὸ κα­φε­νεῖ­ο. Ἕ­να λε­ω­φο­ρεῖ­ο κά­θε τέ­ταρ­το. Σὲ ἄλ­λη πε­ρί­στα­ση, θὰ κα­τη­φό­ρι­ζα ὣς τὴν ἑ­πό­με­νη ἢ με­θε­πό­με­νη στά­ση. Ἀλ­λὰ μὲ τέ­τοι­α ζέ­στη, δὲν σά­λευ­α.

      Ἡ πό­λη κά­θι­δρη ἔ­δει­χνε παν­τοῦ τὰ βρώ­μι­κα βρα­κιά της. Κα­νεὶς δὲν ἐν­τυ­πω­σι­α­ζό­ταν, για­τὶ κα­νεὶς δὲν σι­χαί­νε­ται τὴ δι­κή του βρώ­μα. Ἀλ­λὰ ἐ­γὼ δὲν ζοῦ­σα πιὰ σ΄αὐ­τὴ τὴν πό­λη· τὴν ἀ­γα­ποῦ­σα, δὲν μ’­ἄ­ρε­σε ὅ­μως τὸ χτι­κιό της. Καὶ πε­ρι­μέ­νον­τας, ὅ­λη ἡ πό­λη γι­νό­ταν αὐ­τὸ τὸ λε­ω­φο­ρεῖ­ο ποὺ δὲν ἔ­λε­γε νὰ ξε­κι­νή­σει. Τί βλα­στή­μι­ες, θ’ ­ἀ­κού­σου­με, σκε­πτό­μουν. Τί ἐ­κνευ­ρι­σμοί, ὅ­σο νὰ φτά­σου­με στὸ Στά­διο. Νὰ δι­α­σχί­σου­με τὴν Πα­τη­σί­ων, ἔ­πει­τα ν’ ­ἀ­νέ­βου­με ἕ­ως τὸ Σύν­ταγ­μα, νὰ κά­νου­με τὴ στρο­φὴ γιὰ τὸ Στά­διο. Ἂν περ­νοῦ­σε κα­νέ­να τα­ξί, του­λά­χι­στον.

      Ἕ­νας ξε­ρα­κια­νός, ψη­λό­λι­γνος ἄν­δρας στὰ γκρί­ζα μὲ πέ­δι­λα μπῆ­κε καὶ κά­θη­σε στὴ θέ­ση τοῦ ὁ­δη­γοῦ. «Πε­ρά­στε», μοῦ εἶ­πε εὐ­γε­νι­κά. Φω­νὴ λα­ϊ­κὴ καὶ ἀν­τρί­κια, με­γα­λω­μέ­νη μὲ δη­μο­τι­κὰ καὶ λα­ϊ­κὰ τρα­γού­δια. Ἔ­βα­λε μπρός. Κα­τη­φο­ρί­σα­με. Οἱ δρό­μοι πή­χτρα. Κά­θε τό­σο, τὰ φρέ­να τσί­ρι­ζαν. Στα­μά­τη­σε στὸ πρῶ­το φα­νά­ρι. Σφούγ­γι­σε τὸν λαι­μὸ του μ’ ­ἕ­να μαν­τή­λι ποὺ τὸ εἶ­χε πε­ρα­σμέ­νο μέ­σα ἀ­πὸ τὸ που­κά­μι­σο. Ξα­να­ξε­κί­νη­σε. Πρώ­τη, δεύ­τε­ρη στά­ση. Οἱ ἴ­δι­ες κι­νή­σεις, τὸ ἐ­πο­πτι­κὸ μά­τι στὸν κα­θρέ­φτη, πρὶν κλεί­σει ἡ πόρ­τα. «Περ­νά­ει, κα­λέ, ἀ­πὸ τὴν Κλαυθ­μῶ­νος;» «Βε­βαί­ως, κυ­ρί­α μου. Ποῦ θέ­λε­τε νὰ κα­τέ­βε­τε; Ἐν­τά­ξει. Πε­ρά­στε.»

      Κα­τέ­βη­κα ἔ­ξω ἀ­πὸ τὸ Στά­διο. Μι­σὴ ὥ­ρα καὶ κά­τι. Στά­θη­κα καὶ τὸν κοί­τα­ξα νὰ ξα­να­φεύ­γει. Αὐ­τὸς εἶ­ναι σο­βα­ρὸς καὶ ὑ­πεύ­θυ­νος ἄν­τρας, εἶ­πα μέ­σα μου. Ὁ ἀ­νώ­νυ­μος ὁ­δη­γὸς μὲ τὰ πέ­δι­λα καὶ τὸ μου­σκε­μέ­νο που­κά­μι­σο τοῦ δρο­μο­λο­γί­ου. Ποι­ά φι­λο­σο­φι­κὴ πα­ρά­δο­ση τὸν τρέ­φει;

 

 Bonsai-03c-GiaIstologio-04

 

Πηγή: Πρώτη δημοσίευση.

 

Ἀν­τώ­νης Ζέρ­βας (Πει­ραι­ᾶς, 1953). Ποι­η­τής, δο­κι­μι­ο­γρά­φος, με­τα­φρα­στής. Σπού­δα­σε Κοι­νω­νι­ο­λο­γί­α τῆς Λο­γο­τε­χνί­ας στὸ Πα­ρί­σι καὶ Ἀγ­γλι­κὴ Φι­λο­λο­γί­α στὸ Λον­δί­νο. Ἐμ­φα­νί­στη­κε στὰ γράμ­μα­τα μὲ τὰ ποι­η­τι­κὰ βι­βλί­α Τε­τρά­διο καὶ Τελ­χῖ­νες (1972). Συγ­κεν­τρω­τι­κὴ ἔκδο­ση τῶν ποι­η­μά­των του Οἱ Συλ­­λο­γές, 1983-2006 (Ἴν­δι­κτος, Ἀ­θή­να, 2008). Τα­κτι­κὸς συ­νερ­γά­της τοῦ Πλα­νό­διου.