Π. Ἔνιγουεϊ: Δίποντο


05-Enigouei,P.-Diponto-Eikona-02


Π. Ἔ­νι­γου­ε­ϊ


Δί­πον­το


02-PiΕΤΑΧΤΗΚΑ στὸν ὕ­πνο μου ἀ­π’ τὴ φα­σα­ρί­α. Φό­ρε­σα τὶς παν­τό­φλες καὶ πῆ­γα στὸ σα­λό­νι. Ὁ ἕ­νας πε­τοῦ­σε βι­βλί­α στὸν ἄλ­λο! Τὰ μι­σὰ βι­βλί­α μου πε­τα­μέ­να στὸ πά­τω­μα!

       «Τί συμ­βαί­νει; Πά­λι τὰ ἴ­δια;»

       «Αὐ­τὸς ἄρ­χι­σε πρῶ­τος!»

       «Δὲν τὸν ἀν­τέ­χω ἄλ­λο! Τὴ μιὰ μὲ βά­ζει νὰ ξι­φο­μα­χῶ μὲ του­λού­μια γε­μά­τα κρα­σί, τὴν ἄλ­λη νὰ ὁρ­μῶ μὲ τὸ δό­ρυ μου σὲ ἀ­νε­μό­μυ­λους, τὴν τρί­τη νὰ κυ­νη­γά­ω λευ­κὲς φά­λαι­νες στὰ πέ­ρα­τα τῆς γῆς… Δὲν ὑ­πο­φέ­ρε­ται πιά! Ἐ­μέ­να βρῆ­κε νὰ κο­ρο­ϊ­δέ­ψει;»

       Καὶ συ­νέ­χι­σαν τὸ βι­βλι­ο­χα­μό!

       Τοὺς πῆ­ρα καὶ τοὺς δύ­ο καὶ τοὺς πέ­τα­ξα ἀ­π’ τὸ πα­ρά­θυ­ρο κα­τευ­θεί­αν ἀ­πέ­ναν­τι στὸν ἀ­νοι­χτὸ κά­δο ἀ­να­κύ­κλω­σης.

       Τοὺς τό­μους.


Don-Quixote-WindTurbine


Πηγή: ἐπιθεώρηση The Books’ Journal, ἀρ. 63, Φεβουάριος 2016.

Εἰκόνα: «Ὁ Δὸν Κι­χώ­της τρελ­λαί­νε­ται ἀ­πὸ τὴν ἀ­νά­γνω­ση ἱπ­πο­τι­κῶν βι­βλί­ων». Χαρακτικὸ τοῦ Gustave Doré (1888).

Π. ­νι­γου­ε­ϊ (1976, φι­λο­λο­γι­κὸ ψευ­δώ­νυ­μο τοῦ Ἀ­λέ­ξη Πα­πα­δι­α­μάν­τη). Πε­ζο­γρά­φος. Πρω­το­εμ­φα­νί­στη­κε στὸ πε­ρι­ο­δι­κὸ Ἕ­νε­κεν μὲ τὸ δι­ή­γη­μα «Για­τὶ νὰ μὴ δι­α­βά­ζου­με τοὺς κλα­σι­κούς» (Φε­βρ. ’14). Δι­η­γή­μα­τά του ἔ­χουν δη­μο­σι­ευ­θεῖ σὲ δι­ά­φο­ρα πε­ρι­ο­δι­κὰ καὶ στὸ δι­α­δί­κτυ­ο. Τὸ πρῶ­το του βι­βλί­ο μὲ τί­τλο Δὲν θὰ ξα­να­γρά­ψω πο­τὲ πιὰ ἄλ­λα δι­η­γή­μα­τα καὶ ἄλ­λα δι­η­γή­μα­τα εἶ­ναι ὑ­πὸ ἔκ­δο­ση ἀ­πὸ τὶς ἐκ­δό­σεις Θράκα.

Εἰκόνα: «Ὁ Δὸν Κι­χώ­της τρελ­λαί­νε­ται ἀ­πὸ τὴν ἀ­νά­γνω­ση τῶν ἱπ­πο­τι­κῶν βι­βλί­ων». Χαρακτικὸ τοῦ Gustave Doré (1888).


Advertisements

Π. Ἔνιγουεϊ: Σὲ τοπικὴ ἐφημερίδα


PanagiotisTheodorakis-SeTopikiEfimerida-Eikona-01a(JanMassys-OLotKaiOiKoresTou-1565)


Π. Ἔ­νι­γου­ε­ϊ

 

Σὲ το­πι­κὴ ἐ­φη­με­ρί­δα


Βό­λος 3/4/20..


ΑΠΟΤΡΟΠΑΙΟ ἔγ­κλη­μα ἔ­λα­βε χώ­ρα στὴν πό­λη μας χθὲς τὰ ξη­με­ρώ­μα­τα ἐ­πὶ τῆς ὁ­δοῦ Κλει­σθέ­νους. Νε­α­ρὴ μα­θή­τρια τῆς πρώ­της λυ­κεί­ου, ἀ­φοῦ εἰ­σῆλ­θε βια­ίως στὸ ὀ­ρο­φο­δι­α­μέ­ρι­σμα ἡ­λι­κι­ω­μέ­νου πά­σχον­τα ἀ­πὸ νε­φρι­κὴ ἀ­νε­πάρ­κεια, καὶ ἀ­φοῦ τὸν σο­δό­μι­σε ἐ­πὶ ἀρ­κε­τὴ ὥ­ρα μὲ μπα­στού­νι τοῦ baseball, ξυ­λο­κό­πη­σε στὴ συ­νέ­χεια τὸν ἄ­μοι­ρο με­σή­λι­κα μέ­χρι θα­νά­του. Ἔ­πει­τα ἔ­πε­σε ἀ­πὸ τὸν 5ο ὄ­ρο­φο τοῦ δι­α­με­ρί­σμα­τος, ὅ­που καὶ βρῆ­κε ἀ­κα­ρια­ῖο θά­να­το με­τὰ ἀ­πὸ πρό­σκρου­ση σὲ κα­ρό­τσα ἀ­γρο­τι­κοῦ. Ἡ ἀ­στυ­νο­μί­α δι­ε­ξά­γει ἔ­ρευ­νες.


Ἐ­φη­με­ρί­δα Θεσ­σα­λι­κὴ Φω­νή


Κη­δεί­α


Τὴν λα­τρευ­τή μου κό­ρη καὶ ἀ­δερ­φὴ

Αἰ­κα­τε­ρί­νη Πα­πα­δο­πού­λου

Ἐ­τῶν 15

Ποῦ πέ­θα­νε, ἀ­φοῦ ἐκ­πλή­ρω­σε προ­η­γου­μέ­νως τὸ κα­θῆ­κον της, κη­δεύ­ω σή­με­ρα στὸν Ἱ­ε­ρὸ Να­ὸ Ἁ­γί­ου Σπυ­ρί­δω­να καὶ ὥ­ρα 4 μ.μ. Πα­ρα­κα­λῶ τοὺς συγ­γε­νεῖς καὶ φί­λους νὰ συ­νο­δεύ­σουν τὴν ἐκ­φο­ρά της.

4/4/20..

Ἡ μά­να καὶ ἀ­δελ­φή: Ἰ­ου­λί­α Πα­πα­δο­πού­λου

Ὁ κα­φὲς θὰ δο­θεῖ στὸ κέν­τρο Ἀρ­γώ.


Ἐ­φη­με­ρί­δα Θεσ­σα­λι­κὴ Φω­νὴ

(στὰ «Κοι­νω­νι­κά»)


(Βα­σί­ζε­ται στὸ Ἐξ αἵ­μα­τος τοῦ Γι­ώρ­γου Χα­ρα­λαμ­πό­που­λου,

πρώ­τη δη­μο­σί­ευ­ση στὸ ἱ­στο­λό­γιο Ἱ­στο­ρί­ες Μπον­ζά­ι)


Bonsai-03c-GiaIstologio-04


Πηγή: Πρώτη δημοσίευση.

Π. Ἔνιγουεϊ ἔ­χει γρά­ψει μί­α ἀνέκδοτη συλ­λο­γὴ δι­η­γη­μά­των μὲ τί­τλο «Δὲν θὰ ξα­να­γρά­ψω πο­τὲ πιὰ ἄλ­λα δι­η­γή­μα­τα καὶ ἄλ­λα δι­η­γή­μα­τα».

Εἰκόνα: Jan Massys (1509-1575): «Ὁ Λὼτ καὶ οἱ κόρες του» (1565).



		

	

Π. Ἔνιγουεϊ: Τρί­α­θλο


PanagiotisTheodorakis-Enigouei-Triathlo-Eikona-01


Π. Ἔνιγουεϊ


Τρί­α­θλο


M-Mi-SomataΠΕΜΠΙΝΑ… Γύ­ρι­σα. Ἀ­κό­μα στὸ κρε­βά­τι εἶ­σαι; Σὲ πῆ­ρε πά­λι ὁ ὕ­πνος; Ἔ­μει­να ἀ­πὸ μπα­τα­ρί­α! Δὲν παίρ­νει μπρο­στὰ μὲ τί­πο­τα, ποὺ νὰ πά­ρει ἡ εὐ­χή! Οὔ­τε στὴν κα­τη­φό­ρα δὲν πῆ­ρε. Τὴν ἄ­φη­σα κά­τω στὸ πε­ρί­πτε­ρο. Θὰ δῶ τί θὰ κά­νω. Κά­τσε νὰ πά­ω στὸ κο­λυμ­βη­τή­ριο καὶ με­τά. Σή­με­ρα Σάβ­βα­το, τὸ συ­νερ­γεῖ­ο εἶ­ναι κλει­στό. Ἀ­πὸ Δευ­τέ­ρα. Τί νὰ κά­νω. Θὰ πά­ω μὲ τὸ πο­δή­λα­το. Ἀ­κό­μα στὸ κρε­βά­τι εἶ­σαι; Σή­κω! Δεύ­τε­ρο γύ­ρο; Ἄ­στα τώ­ρα αὐ­τά. Ἀρ­γό­τε­ρα. Τὸ ἀ­πό­γευ­μα. Θὰ χά­σου­με τὴ μέ­ρα. Σή­κω! Ἔ­χει βγά­λει ἥ­λιο. Νὰ κά­νου­με κά­τι. Μὴ κλει­στοῦ­με μέ­σα. Νὰ πᾶ­με γιὰ κα­φὲ στὴ Λό­λα. Ποῦ ἔ­χω τὸ βα­λι­τσά­κι τοῦ πο­δη­λά­του. Μὴν ἔ­χω στὴν πλά­τη τὰ κο­λυμ­βη­τι­κὰ καὶ ἱ­δρώ­σω. Κά­τσε νὰ βγά­λω τὸ μπου­φὰν τῆς μη­χα­νῆς, ἔ­χω σκά­σει. Μὴ μοῦ πεῖς πὼς ἔ­πλυ­νες τὸ ἀν­τι­α­νε­μι­κό; Δὲν εἶ­ναι στὴν κρε­μά­στρα. Ἄ, ἐν­τά­ξει, τὸ βρῆ­κα. Φεύ­γω. Ἔ­λα, σή­κω! Ἕ­να φι­λά­κι καὶ θὰ ση­κω­θεῖς, ἔ­τσι; Πι­ὲς ἕ­να κα­φε­δά­κι νὰ ξυ­πνή­σεις καὶ νὰ βρε­θοῦ­με ἔ­ξω. Θὰ σοῦ τη­λε­φω­νή­σω ὅ­ταν φεύ­γω ἀ­π’ τὸ κο­λυμ­βη­τή­ριο. Μὴ κλει­στοῦ­με μέ­σα καὶ χά­σου­με τὴ μέ­ρα. Νὰ κά­νου­με κά­τι. Τὰ γάν­τια ξέ­χα­σα. Ποῦ τὰ ἔ­βα­λα; Πά­νω στὴ βι­βλι­ο­θή­κη τὰ εἶ­χα. Τὰ βρῆ­κα. Φεύ­γω, ἔ­λα, σμάτς! Ὄ­χι, ἐν­τά­ξει, δὲ θὰ κου­ρα­στῶ. Ἀ­π’ τὴν Τρί­τη ἔ­χω νὰ πά­ω. Μὴ χά­σω τὸ μπά­νιο. Λοι­πόν, φεύ­γω. Ὑ­πο­λό­γι­σε, σὲ κά­να δί­ω­ρο στὴ Λό­λα. Φι­λά­κια!»


Bonsai-03c-GiaIstologio-04


Πη­γή: Πρώ­τη δη­μο­σί­ευ­ση.

Π. Ἔνιγουεϊ ἔ­χει γρά­ψει μί­α ἀνέκδοτη συλ­λο­γὴ δι­η­γη­μά­των μὲ τί­τλο «Δὲν θὰ ξα­να­γρά­ψω πο­τὲ πιὰ ἄλ­λα δι­η­γή­μα­τα καὶ ἄλ­λα δι­η­γή­μα­τα».



		

	

Π. Ἔνιγουεϊ: Ἐγὼ καὶ… ὁ ἑαυτός μου


Anyway,P.(Theodorakis,Panagiotis)-EgoKai...OEaytosMou-Eikona-01


Π. Ἔ­νι­γου­ε­ϊ


Ἐ­γὼ καί… ὁ ἑ­αυ­τός μου

 

10-Taph-Chronica_Polonorum_TΟΝ ΣΥΝΑΝΤΗΣΑ ΓΙΑ ΠΡΩΤΗ (καὶ ἐλ­πί­ζω γιὰ τε­λευ­ταῖ­α) φο­ρὰ ἀ­πό­γευ­μα γυρ­νών­τας ἀ­πὸ τὴ δου­λειά, τὸν πε­ρα­σμέ­νο μή­να. Κα­θό­ταν στὸ γρα­φεῖ­ο κι ἔ­γρα­φε κά­τι στὸν ὑ­πο­λο­γι­στή μου (ἀ­παν­τοῦ­σε στὰ ἠ­λε­κτρο­νι­κὰ μη­νύ­μα­τα τῶν φί­λων μου). Ἔ­κλει­σα τὴν πόρ­τα καὶ κον­το­στά­θη­κα. Μὲ χαι­ρέ­τη­σε καὶ ξα­να­γύ­ρι­σε πρὸς τὴν ὀ­θό­νη.

       «Τί θέ­λεις;» τὸν ρώ­τη­σα καὶ ἄ­να­ψα τὸ θερ­μο­σί­φω­να.

       «Ἔ­χει ζε­στὸ νε­ρό. Πρὶν λί­γο πλύ­θη­κα» ἀ­πάν­τη­σε καὶ ἄ­να­ψε τσι­γά­ρο.

       Πῆ­γα γε­μά­τος νεῦ­ρα στὴν κου­ζί­να. Ἄ­νοι­ξα μη­χα­νι­κά τὸ ψυ­γεῖ­ο.

       «Στὸ φοῦρ­νο ἔ­χει μπρι­ζό­λες. Πρέ­πει νὰ εἶ­ναι ἀ­κό­μη ζε­στὲς» τὸν ἄ­κου­σα ἀ­πὸ μέ­σα.

       Ἔ­φτια­ξα μιὰ σα­λά­τα καὶ δο­κί­μα­σα μί­α ἀ­πὸ τὶς μπρι­ζό­λες του ἀρ­γὰ ἀρ­γὰ καὶ προ­σε­χτι­κά. Φο­βό­μουν μὴ μὲ δη­λη­τη­ριά­σει. Σκε­φτό­μουν πό­σο και­ρὸ θὰ μεί­νει μα­ζί μας. Καὶ βέ­βαι­α τί ἀν­τί­δρα­ση θὰ ἔ­χει ἡ Στέλ­λα, ἡ γυ­ναί­κα μου, μό­λις τὸν δεῖ.

       Ἔ­κα­να μπά­νιο, ξυ­ρί­στη­κα καὶ πῆ­γα στὸ σα­λό­νι.

       «Σὲ πα­ρα­κα­λῶ ἄλ­λη φο­ρὰ νὰ μα­ζεύ­εις τὶς τρί­χες ἀ­πὸ τὴν μπα­νι­έ­ρα, ὅ­ταν τε­λει­ώ­νεις», τὸν ἐ­πέ­πλη­ξα, ἀλ­λὰ αὐ­τὸς ἔ­κα­νε πὼς δὲν ἄ­κου­σε. «Καὶ ἐ­πί­σης θέ­λω νὰ δῶ τὰ email μου…»

       «Δὲν μπο­ρεῖς. Ἄλ­λα­ξα τοὺς κω­δι­κούς. Στὸ ἑ­ξῆς θὰ τὰ βλέ­πω μό­νο ἐ­γώ.»

       Ἤ­μουν ἕ­τοι­μος νὰ τοῦ πε­τά­ξω τὸ βά­ζο μὲ τὰ μπαμ­ποὺ ποὺ ἦ­ταν στὸ τρα­πε­ζά­κι δί­πλα στὴ βι­βλι­ο­θή­κη, ὅ­ταν ἄ­νοι­ξε ἡ πόρ­τα. Ἦ­ταν ἡ Στέλ­λα.

       «Κα­λη­σπέ­ρα. Τί κά­νουν τὰ ἀ­γό­ρια; Πῶς ἦ­ταν ἡ μέ­ρα σας;», καὶ ἄ­να­ψε τὸ θερ­μο­σί­φω­να.

       «Ἔ­χει ζε­στὸ νε­ρό. Πρὶν λί­γο πλύ­θη­κα», ἀ­πάν­τη­σα, καὶ ἄ­να­ψα τσι­γά­ρο.

       Ὅ­λη τὴν ὑ­πό­λοι­πη μέ­ρα ἡ Στέλ­λα ἦ­ταν φι­λι­κὴ μα­ζί του, σὰν νὰ τὸν ἤ­ξε­ρε χρό­νια. Ἐ­γὼ εἶ­χα ἀ­πο­μο­νω­θεῖ στὸ ἄλ­λο δω­μά­τιο, ἀλ­λὰ τὸ μυα­λό μου ἦ­ταν στὸ σα­λό­νι. Βλέ­πα­νε κά­ποι­α ται­νί­α πί­νον­τας μπί­ρες καὶ τσιμ­πο­λο­γών­τας πα­τα­τά­κια.

       «Μω­ρό μου, δὲ θὲς νὰ δεῖς τὴν ται­νί­α; Πε­ρι­πέ­τεια εἶ­ναι, θὰ σ’ ἀ­ρέ­σει… Ἔ­λα, κά­τσε μα­ζί μας, ἔ­στω γιὰ τὴν πα­ρέ­α…»

       Τοὺς κα­λη­νύ­χτι­σα, βούρ­τσι­σα τὰ δόν­τια καὶ ξά­πλω­σα στὸ κρε­βά­τι. Ἤ­μουν τό­σο­  ἐ­κνευ­ρι­σμέ­νος ποὺ ἄρ­γη­σα νὰ ἀ­πο­κοι­μη­θῶ. Στρι­φο­γύ­ρι­ζα στὸ κρε­βά­τι πολ­λὴ ὥ­ρα.

       Ξύ­πνη­σα λί­γο ἀρ­γό­τε­ρα ἀ­πὸ κά­τι φω­νές. Πη­δοῦ­σε τὴ γυ­ναί­κα μου, ὁ ἀ­λή­της, καὶ μά­λι­στα ἀ­κρι­βῶς δί­πλα μου! Γύ­ρι­σα πλευ­ρὸ νὰ μὴν τοὺς βλέ­πω. Λέ­γα­νε καὶ βρο­μό­λο­γα ὁ ἕ­νας στὸν ἄλ­λο! Σκέ­τη ἀ­η­δί­α! Ἡ Στέλ­λα πρώ­τη φο­ρὰ φώ­να­ζε τό­σο δυ­να­τά! Μοῦ πή­ρα­νε τ’ αὐ­τιά, ὅ­ταν τε­λει­ώ­σα­νε…

       Με­τὰ ἀ­πὸ λί­γο ση­κώ­θη­κα. Πῆ­γα στὴν κου­ζί­να νὰ πι­ῶ νε­ρό. Ἔ­κα­νε τρο­με­ρὴ ζέ­στη. Ἦ­ταν κι ὁ ἐ­κνευ­ρι­σμὸς μὲ ὅ­σα γι­νόν­του­σαν μέ­σα στὸ ἴ­διο μου τὸ σπί­τι ποὺ μὲ εἶ­χε ἀ­φυ­δα­τώ­σει. Τὰ «πι­τσου­νά­κια» κοι­μόν­του­σαν στὸ κρε­βά­τι μου ἀγ­κα­λι­α­σμέ­να. Ἔ­πρε­πε νὰ βά­λω ἕ­να τέ­λος. Δὲν πή­γαι­νε ἄλ­λο. Ἦ­ταν ἡ χει­ρό­τε­ρη μέ­ρα τῆς ζω­ῆς μου.

       Ἀ­πὸ τὸ συρ­τά­ρι μὲ τὰ μα­χαι­ρο­πί­ρου­να ἅρ­πα­ξα τὸ πιὸ κο­φτε­ρὸ μα­χαί­ρι, αὐ­τὸ γιὰ τὰ κρέ­α­τα, καὶ ἐ­πέ­στρε­ψα στὸ ὑ­πνο­δω­μά­τιο ἀ­πο­φα­σι­σμέ­νος νὰ ξεμ­περ­δέ­ψω μὲ αὐ­τὴ τὴν ἱ­στο­ρί­α τὸ τα­χύ­τε­ρο. Ἡ Στέλ­λα εἶ­χε ση­κω­θεῖ γιὰ νὰ κά­νει ἕ­να ντούς.

       «Μή! Τί πᾶς νὰ κά­νεις;» φώ­να­ξε.

       «Φύ­γε Στέλ­λα! Κρα­τά­ω μα­χαί­ρι…!», τὴν προ­ει­δο­ποί­η­σα καὶ ὅρ­μη­σα κα­τὰ πά­νω του. Κοι­μό­ταν σὲ «ἐμ­βρυα­κὴ θέ­ση». Τοῦ τὸ κάρ­φω­σα στὸ πλευ­ρό. Ἡ Στέλ­λα ἄρ­χι­σε νὰ οὐρ­λιά­ζει. Με­τὰ λι­πο­θύ­μη­σε.

       Ὅ­ταν ἄ­νοι­ξα τὰ μά­τια, ὅ­λα ἦ­ταν θο­λὰ καὶ σκο­τει­νά. Μὲ εἶ­χαν κα­λω­δι­ω­μέ­νο στὴν ἐν­τα­τι­κὴ κά­ποι­ου νο­σο­κο­μεί­ου. Δυ­σκο­λευ­ό­μουν ν’ ἀ­να­πνεύ­σω. Ἡ Στέλ­λα κα­θό­ταν δί­πλα μου καὶ μοῦ ἔ­τρι­βε τὸ χέ­ρι.

       Με­τὰ ἀ­πὸ λί­γο ἄ­κου­σα γορ­γὰ βή­μα­τα νὰ μὲ πλη­σιά­ζουν.

       «Πῶς νι­ώ­θε­τε;», ρώ­τη­σε ἕ­νας για­τρὸς ὅ­λο ἀ­γω­νί­α στὸ αὐ­τί μου.

       «Για­τρέ… Για­τρέ… Πο­νά­ω στὰ πλευ­ρά… Σὰν κά­ποι­ος νὰ μὲ μα­χαί­ρω­σε…»

       Γύ­ρι­σα ἀρ­γὰ πρὸς τὴ Στέλ­λα. Ἔ­κλαι­γε.


 Bonsai-03c-GiaIstologio-04


Πηγή: Πρώτη δημοσίευση.

Π. Ἔνιγουεϊ ἔ­χει γρά­ψει μί­α ἀνέκδοτη συλ­λο­γὴ δι­η­γη­μά­των μὲ τί­τλο «Δὲν θὰ ξα­να­γρά­ψω πο­τὲ πιὰ ἄλ­λα δι­η­γή­μα­τα καὶ ἄλ­λα δι­η­γή­μα­τα».



		

	

Π. Ἔνιγουεϊ: Έκθεση Τετάρτης Δημοτικού

.

 863AEEC985E00B3340726972C759865E

 .

Π. Ἔνιγουεϊ

Έκθεση Τετάρτης Δημοτικού

  

Θέ­μα: Πε­ρι­γράψ­τε εν συ­ντο­μί­α μία έ­ντο­νη ε­μπει­ρί­α που ζή­σα­τε με τους γο­νείς σας.

 

«Α­α­α! Α­α­α!»

       Ξύ­πνη­σα.

       «Α­α­α! Α­α­α! Α­α­α!», η φω­νή συ­νέ­χι­σε. Ή­ταν η μα­μά. Φώνα­ζε α­πό το δω­μά­τιό της. Κά­τι συ­νέ­βαι­νε. Ζη­τού­σε βο­ή­θεια. Κα­λού­σε τον μπα­μπά – πού βρι­σκό­ταν, α­φού εί­χα­με ξα­πλώ­σει ό­λοι μα­ζί;

       Ε­γώ, έ­να μι­κρό παι­δί πέ­ντε χρο­νών, ξα­πλω­μέ­νος στο κρε­βά­τι μου να α­κού­ω τις φω­νές της μα­μάς και να κοι­τά­ζω την ο­ρο­φή με α­γω­νί­α, με φό­βο, αλ­λά και α­πο­ρία. Τι συ­ναί­βε­νε; Εί­χε μπει στο σπί­τι μας κα­νέ­νας κλέ­φτης; Τι έ­κα­νε στη μα­νού­λα; Τι εί­χε κά­νει στον μπα­μπά; Τον εί­χε χτυ­πή­σει; Θα ερ­χό­ταν και στο δι­κό μου δω­μά­τιο αρ­γό­τε­ρα; Τι θα μου έ­κα­νε;

       «Α­α­α! Α­α­α!» α­κού­στη­κε τό­τε η φω­νή του μπα­μπά, το ί­διο α­γω­νιώ­δης, το ί­διο φοβι­σμέ­νη με αυ­τή της μα­μάς. Ο κλέ­φτης τούς χτυ­πού­σε; Τους α­πει­λού­σε; Κρα­τούσε μα­χαί­ρι; Πι­στό­λι; Αλ­λά για­τί δεν α­κου­γό­ταν; Για­τί δε μι­λού­σε; Φο­ρού­σε μάσκα; Δε μι­λού­σε για να μην τον α­να­γνω­ρή­σουν; Ή­ταν λοι­πόν γνω­στός μας; Συγ­γενής μας; Ή­ταν δει­λός! Το μό­νο βέ­βαιο. Ή­ταν δει­λός και φο­βό­ταν ό­σο κι ε­γώ. Έ­πρεπε ό­μως να κά­νω κά­τι. Να α­ντει­δρά­σω. Να μο­νο­μα­χή­σω με τον τρο­με­ρό λη­στή και να τον νι­κή­σω – δεν εί­χα άλ­λη. Έ­πρε­πε να δρά­σω, και μά­λι­στα γρή­γο­ρα. Να ε­πιτε­θώ. Αλ­λά με τι; Το βρή­κα! Με το νε­ρο­πί­στο­λο! Θα το γε­μί­σω νε­ρο­μπο­γιά και θα του ρί­ξω στα μά­τια! Θα τον τη­φλώ­σω!

       Ση­κώ­θη­κα α­θό­ρυ­βα α­πό το κρε­βά­τι και ό­πλι­σα γρή­γο­ρα το νε­ρο­πί­στο­λο με πράσι­νη νε­ρο­μπο­γιά. Περ­πά­τη­σα στις μύ­τες των πο­διών και έ­φτα­σα έ­ξω α­πό την κρε­βα­το­κά­μα­ρα κρα­τώ­ντας με τα δυο μου χέ­ρια το νε­ρο­πί­στο­λο, έ­τοι­μο να… εκπηρ­σο­κρο­τή­σει! Η πόρ­τα ή­ταν μι­σά­νοι­χτη. Α­κού­μπη­σα την πλά­τη μου στο κούφο­μα και έ­φε­ρα στο στή­θος το νε­ρο­πί­στο­λο με το δά­χτυ­λο στη σκαν­δά­λη. Έ­στριψα αρ­γά το πρό­σω­πό μου και κοί­τα­ξα α­πό τη χα­ρα­μά­δα της πόρ­τας. Αλ­λά τι να δω! Ού­τε κλέ­φτης υ­πήρ­χε, ού­τε κα­νέ­νας δια­ρή­κτης, ού­τε τί­πο­τα! Μό­νο η μα­μά κι ο μπα­μπάς να χο­ρεύ­ουν γυ­μνοί και α­γκα­λια­σμέ­νοι πά­νω στο κρε­βά­τι! Τη μί­α φο­ρά α­νά­σκε­λα, την άλ­λη μπρού­μυ­τα, πλά­ι πλά­ι, όρ­θιοι, γο­να­τι­στοί… Και συ­νέχεια να φω­νά­ζουν, ό­λο να φω­νά­ζουν… «Α­α­α!Α­α­α!» και «Ουου! Ουου!». Τι ή­ταν ό­λα αυτά μες στη νύ­χτα; Γιορ­τά­ζα­με τί­πο­τα; Εί­χα­με κα­μιά ε­πέ­τειο; Αλ­λά α­πο­ρώ, δεν κου­ρά­ζο­νται να χο­ρεύ­ουν τό­ση ώ­ρα α­στα­μά­τη­τα; Δε βα­ριού­νται έ­τσι ά­τσα­λα και μο­νό­το­να ό­πως κου­νιού­νται;

       Τό­τε ο μπα­μπάς έ­κα­νε κά­τι που με ε­ξόρ­γι­σε: Γύ­ρι­σε στο πλά­ι και άρ­χι­σε να θυλά­ζει τη μα­μά! Αυ­τό δεν ή­ταν σω­στό! Δεν ή­ταν δί­καιο! Αυ­τό ά­ρε­σε και σ’ ε­μένα! Για­τί να θυ­λά­ζει ο μπα­μπάς τη μα­μά κι ε­γώ ό­χι; Για ποιο λό­γο η μα­μά το εί­χε α­πα­γο­ρεύ­σει σε ε­μέ­να ε­νώ τον μπα­μπά τον ά­φη­νε α­νε­μπό­δει­στο; «Γιωρ­γά­κη, τα με­γά­λα παι­διά δε θυ­λά­ζουν!», μου εί­χε πει τό­τε, και τώ­ρα μπρο­στά στα μά­τια μου υ­πέ­κυ­πτε α­διαρ­μα­τή­ρη­τα στις ε­πι­θυ­μί­ες του μπα­μπά! Ή­μουν έ­τοι­μος να βά­λω τα κλά­μα­τα! Δεν μπο­ρού­σα ν’ α­να­πνεύ­σω, έ­νας κό­μπος εί­χε κά­τσει στο λαι­μό μου, τα χέ­ρια μου τρέ­μα­νε α­πό το θυ­μό μου!

       «Δεν υ­πάρ­χει πε­ρί­πτω­ση! Σή­με­ρα θα θυ­λά­σω κι ε­γώ!», σκέ­φτη­κα και έ­σπρω­ξα σιγά σι­γά την πόρ­τα. Εί­χαν α­πό ώ­ρα στα­μα­τή­σει το χο­ρό. Εί­χαν κου­ρα­στεί και κοι­μό­ντου­σαν α­γκα­λια­σμέ­νοι. Μπή­κα στο υ­πνο­δω­μά­τιο με το νε­ρο­πί­στο­λο να δεί­χνει τη μα­μά και με το χέ­ρι στη σκαν­δά­λη. Αν τυ­χόν έ­φερ­νε α­ντίρ­ρη­ση, θα της έ­ρι­χνα! Πλη­σί­α­σα στο στή­θος της και άρ­χι­σα να θυ­λά­ζω… Ό­μως τι έκ­πλη­ξη! Δε γεύ­τη­κα το πολ­λυ­πό­θη­το γά­λα! Κα­τα­στρο­φή! Α­τυ­χί­α!

       Τό­τε ξύ­πνη­σε η μα­μά:

       «Γιωρ­γά­κη, τι κά­νεις ε­δώ πέ­ρα;»

       «Μα­μά, ο μπα­μπάς ή­πιε μό­νος του ό­λο το γά­λα! Δε μου ά­φη­σε κα­θό­λου!», και ξέ­σπα­σα σε κλά­μα­τα.

.

Bonsai-03c-GiaIstologio-04

Πηγή: Πρώτη δημοσίευση.

 

Π. ’Ένιγουεϊ, ἔχει γράψει μία ἀνέκδοτη συλλογή διηγημάτων μὲ τίτλο «Δὲν θὰ ξαναγράψω ποτὲ πιὰ ἄλλα διηγήματα καὶ ἄλλα διηγήματα».