P. Anyway: Canasta de dos puntos



P. Anyway


Canasta de dos puntos


E DESPERTÉ de un salto por el alboroto. Me puse mis zapatillas y fui al salón. ¡El uno le lanzaba libros al otro! ¡La mitad de mis libros arrojados al suelo!

       «¿Qué está pasando? ¿Otra vez lo mismo?»

       «¡Él empezó primero!»

     «¡No le aguanto más!. Por una parte, me hace batirme en duelo con cueros llenos de vino; por otra, arremeter con mi lanza contra molinos de viento; y la tercera, cazar ballenas blancas en los confines de la tierra… ¡Es insufrible! ¿De mí se quiere mofar?»

     ¡Y siguieron liándose a libros!

     Los agarré a los dos y los arrojé desde por la ventana directo al contenedor de reciclaje que estaba abierto.

     Los tomos.


Primera publicación: The Book’s Journal, número 63, febrero de 2016.

P. Anyway (pseudónimo literario de Paolo Vas Lobo César de Andrade e Souza Rodrigues de Matos) es prosista, de origen greco-brasileño (su abuela era del Epiro). Nació en Río de Janeiro y trabaja en una empresa naval en Asunción, Paraguay. Dejó de fumar hace dos meses y medio.

Traducción: Marisol Fuentes. Revisión: Konstantinos Paleologos.


		
Advertisements

Π. Ἔνιγουεϊ: Δίποντο


05-Enigouei,P.-Diponto-Eikona-02


Π. Ἔ­νι­γου­ε­ϊ


Δί­πον­το


02-PiΕΤΑΧΤΗΚΑ στὸν ὕ­πνο μου ἀ­π’ τὴ φα­σα­ρί­α. Φό­ρε­σα τὶς παν­τό­φλες καὶ πῆ­γα στὸ σα­λό­νι. Ὁ ἕ­νας πε­τοῦ­σε βι­βλί­α στὸν ἄλ­λο! Τὰ μι­σὰ βι­βλί­α μου πε­τα­μέ­να στὸ πά­τω­μα!

       «Τί συμ­βαί­νει; Πά­λι τὰ ἴ­δια;»

       «Αὐ­τὸς ἄρ­χι­σε πρῶ­τος!»

       «Δὲν τὸν ἀν­τέ­χω ἄλ­λο! Τὴ μιὰ μὲ βά­ζει νὰ ξι­φο­μα­χῶ μὲ του­λού­μια γε­μά­τα κρα­σί, τὴν ἄλ­λη νὰ ὁρ­μῶ μὲ τὸ δό­ρυ μου σὲ ἀ­νε­μό­μυ­λους, τὴν τρί­τη νὰ κυ­νη­γά­ω λευ­κὲς φά­λαι­νες στὰ πέ­ρα­τα τῆς γῆς… Δὲν ὑ­πο­φέ­ρε­ται πιά! Ἐ­μέ­να βρῆ­κε νὰ κο­ρο­ϊ­δέ­ψει;»

       Καὶ συ­νέ­χι­σαν τὸ βι­βλι­ο­χα­μό!

       Τοὺς πῆ­ρα καὶ τοὺς δύ­ο καὶ τοὺς πέ­τα­ξα ἀ­π’ τὸ πα­ρά­θυ­ρο κα­τευ­θεί­αν ἀ­πέ­ναν­τι στὸν ἀ­νοι­χτὸ κά­δο ἀ­να­κύ­κλω­σης.

       Τοὺς τό­μους.


Don-Quixote-WindTurbine


Πηγή: ἐπιθεώρηση The Books’ Journal, ἀρ. 63, Φεβουάριος 2016.

Εἰκόνα: «Ὁ Δὸν Κι­χώ­της τρελ­λαί­νε­ται ἀ­πὸ τὴν ἀ­νά­γνω­ση ἱπ­πο­τι­κῶν βι­βλί­ων». Χαρακτικὸ τοῦ Gustave Doré (1888).

Π. ­νι­γου­ε­ϊ (1976, φι­λο­λο­γι­κὸ ψευ­δώ­νυ­μο τοῦ Ἀ­λέ­ξη Πα­πα­δι­α­μάν­τη). Πε­ζο­γρά­φος. Πρω­το­εμ­φα­νί­στη­κε στὸ πε­ρι­ο­δι­κὸ Ἕ­νε­κεν μὲ τὸ δι­ή­γη­μα «Για­τὶ νὰ μὴ δι­α­βά­ζου­με τοὺς κλα­σι­κούς» (Φε­βρ. ’14). Δι­η­γή­μα­τά του ἔ­χουν δη­μο­σι­ευ­θεῖ σὲ δι­ά­φο­ρα πε­ρι­ο­δι­κὰ καὶ στὸ δι­α­δί­κτυ­ο. Τὸ πρῶ­το του βι­βλί­ο μὲ τί­τλο Δὲν θὰ ξα­να­γρά­ψω πο­τὲ πιὰ ἄλ­λα δι­η­γή­μα­τα καὶ ἄλ­λα δι­η­γή­μα­τα εἶ­ναι ὑ­πὸ ἔκ­δο­ση ἀ­πὸ τὶς ἐκ­δό­σεις Θράκα.

Εἰκόνα: «Ὁ Δὸν Κι­χώ­της τρελ­λαί­νε­ται ἀ­πὸ τὴν ἀ­νά­γνω­ση τῶν ἱπ­πο­τι­κῶν βι­βλί­ων». Χαρακτικὸ τοῦ Gustave Doré (1888).


Π. Ἔνιγουεϊ: Σὲ τοπικὴ ἐφημερίδα


PanagiotisTheodorakis-SeTopikiEfimerida-Eikona-01a(JanMassys-OLotKaiOiKoresTou-1565)


Π. Ἔ­νι­γου­ε­ϊ

 

Σὲ το­πι­κὴ ἐ­φη­με­ρί­δα


Βό­λος 3/4/20..


ΑΠΟΤΡΟΠΑΙΟ ἔγ­κλη­μα ἔ­λα­βε χώ­ρα στὴν πό­λη μας χθὲς τὰ ξη­με­ρώ­μα­τα ἐ­πὶ τῆς ὁ­δοῦ Κλει­σθέ­νους. Νε­α­ρὴ μα­θή­τρια τῆς πρώ­της λυ­κεί­ου, ἀ­φοῦ εἰ­σῆλ­θε βια­ίως στὸ ὀ­ρο­φο­δι­α­μέ­ρι­σμα ἡ­λι­κι­ω­μέ­νου πά­σχον­τα ἀ­πὸ νε­φρι­κὴ ἀ­νε­πάρ­κεια, καὶ ἀ­φοῦ τὸν σο­δό­μι­σε ἐ­πὶ ἀρ­κε­τὴ ὥ­ρα μὲ μπα­στού­νι τοῦ baseball, ξυ­λο­κό­πη­σε στὴ συ­νέ­χεια τὸν ἄ­μοι­ρο με­σή­λι­κα μέ­χρι θα­νά­του. Ἔ­πει­τα ἔ­πε­σε ἀ­πὸ τὸν 5ο ὄ­ρο­φο τοῦ δι­α­με­ρί­σμα­τος, ὅ­που καὶ βρῆ­κε ἀ­κα­ρια­ῖο θά­να­το με­τὰ ἀ­πὸ πρό­σκρου­ση σὲ κα­ρό­τσα ἀ­γρο­τι­κοῦ. Ἡ ἀ­στυ­νο­μί­α δι­ε­ξά­γει ἔ­ρευ­νες.


Ἐ­φη­με­ρί­δα Θεσ­σα­λι­κὴ Φω­νή


Κη­δεί­α


Τὴν λα­τρευ­τή μου κό­ρη καὶ ἀ­δερ­φὴ

Αἰ­κα­τε­ρί­νη Πα­πα­δο­πού­λου

Ἐ­τῶν 15

Ποῦ πέ­θα­νε, ἀ­φοῦ ἐκ­πλή­ρω­σε προ­η­γου­μέ­νως τὸ κα­θῆ­κον της, κη­δεύ­ω σή­με­ρα στὸν Ἱ­ε­ρὸ Να­ὸ Ἁ­γί­ου Σπυ­ρί­δω­να καὶ ὥ­ρα 4 μ.μ. Πα­ρα­κα­λῶ τοὺς συγ­γε­νεῖς καὶ φί­λους νὰ συ­νο­δεύ­σουν τὴν ἐκ­φο­ρά της.

4/4/20..

Ἡ μά­να καὶ ἀ­δελ­φή: Ἰ­ου­λί­α Πα­πα­δο­πού­λου

Ὁ κα­φὲς θὰ δο­θεῖ στὸ κέν­τρο Ἀρ­γώ.


Ἐ­φη­με­ρί­δα Θεσ­σα­λι­κὴ Φω­νὴ

(στὰ «Κοι­νω­νι­κά»)


(Βα­σί­ζε­ται στὸ Ἐξ αἵ­μα­τος τοῦ Γι­ώρ­γου Χα­ρα­λαμ­πό­που­λου,

πρώ­τη δη­μο­σί­ευ­ση στὸ ἱ­στο­λό­γιο Ἱ­στο­ρί­ες Μπον­ζά­ι)


Bonsai-03c-GiaIstologio-04


Πηγή: Πρώτη δημοσίευση.

Π. Ἔνιγουεϊ ἔ­χει γρά­ψει μί­α ἀνέκδοτη συλ­λο­γὴ δι­η­γη­μά­των μὲ τί­τλο «Δὲν θὰ ξα­να­γρά­ψω πο­τὲ πιὰ ἄλ­λα δι­η­γή­μα­τα καὶ ἄλ­λα δι­η­γή­μα­τα».

Εἰκόνα: Jan Massys (1509-1575): «Ὁ Λὼτ καὶ οἱ κόρες του» (1565).



		

	

Π. Ἔνιγουεϊ: Τρί­α­θλο


PanagiotisTheodorakis-Enigouei-Triathlo-Eikona-01


Π. Ἔνιγουεϊ


Τρί­α­θλο


M-Mi-SomataΠΕΜΠΙΝΑ… Γύ­ρι­σα. Ἀ­κό­μα στὸ κρε­βά­τι εἶ­σαι; Σὲ πῆ­ρε πά­λι ὁ ὕ­πνος; Ἔ­μει­να ἀ­πὸ μπα­τα­ρί­α! Δὲν παίρ­νει μπρο­στὰ μὲ τί­πο­τα, ποὺ νὰ πά­ρει ἡ εὐ­χή! Οὔ­τε στὴν κα­τη­φό­ρα δὲν πῆ­ρε. Τὴν ἄ­φη­σα κά­τω στὸ πε­ρί­πτε­ρο. Θὰ δῶ τί θὰ κά­νω. Κά­τσε νὰ πά­ω στὸ κο­λυμ­βη­τή­ριο καὶ με­τά. Σή­με­ρα Σάβ­βα­το, τὸ συ­νερ­γεῖ­ο εἶ­ναι κλει­στό. Ἀ­πὸ Δευ­τέ­ρα. Τί νὰ κά­νω. Θὰ πά­ω μὲ τὸ πο­δή­λα­το. Ἀ­κό­μα στὸ κρε­βά­τι εἶ­σαι; Σή­κω! Δεύ­τε­ρο γύ­ρο; Ἄ­στα τώ­ρα αὐ­τά. Ἀρ­γό­τε­ρα. Τὸ ἀ­πό­γευ­μα. Θὰ χά­σου­με τὴ μέ­ρα. Σή­κω! Ἔ­χει βγά­λει ἥ­λιο. Νὰ κά­νου­με κά­τι. Μὴ κλει­στοῦ­με μέ­σα. Νὰ πᾶ­με γιὰ κα­φὲ στὴ Λό­λα. Ποῦ ἔ­χω τὸ βα­λι­τσά­κι τοῦ πο­δη­λά­του. Μὴν ἔ­χω στὴν πλά­τη τὰ κο­λυμ­βη­τι­κὰ καὶ ἱ­δρώ­σω. Κά­τσε νὰ βγά­λω τὸ μπου­φὰν τῆς μη­χα­νῆς, ἔ­χω σκά­σει. Μὴ μοῦ πεῖς πὼς ἔ­πλυ­νες τὸ ἀν­τι­α­νε­μι­κό; Δὲν εἶ­ναι στὴν κρε­μά­στρα. Ἄ, ἐν­τά­ξει, τὸ βρῆ­κα. Φεύ­γω. Ἔ­λα, σή­κω! Ἕ­να φι­λά­κι καὶ θὰ ση­κω­θεῖς, ἔ­τσι; Πι­ὲς ἕ­να κα­φε­δά­κι νὰ ξυ­πνή­σεις καὶ νὰ βρε­θοῦ­με ἔ­ξω. Θὰ σοῦ τη­λε­φω­νή­σω ὅ­ταν φεύ­γω ἀ­π’ τὸ κο­λυμ­βη­τή­ριο. Μὴ κλει­στοῦ­με μέ­σα καὶ χά­σου­με τὴ μέ­ρα. Νὰ κά­νου­με κά­τι. Τὰ γάν­τια ξέ­χα­σα. Ποῦ τὰ ἔ­βα­λα; Πά­νω στὴ βι­βλι­ο­θή­κη τὰ εἶ­χα. Τὰ βρῆ­κα. Φεύ­γω, ἔ­λα, σμάτς! Ὄ­χι, ἐν­τά­ξει, δὲ θὰ κου­ρα­στῶ. Ἀ­π’ τὴν Τρί­τη ἔ­χω νὰ πά­ω. Μὴ χά­σω τὸ μπά­νιο. Λοι­πόν, φεύ­γω. Ὑ­πο­λό­γι­σε, σὲ κά­να δί­ω­ρο στὴ Λό­λα. Φι­λά­κια!»


Bonsai-03c-GiaIstologio-04


Πη­γή: Πρώ­τη δη­μο­σί­ευ­ση.

Π. Ἔνιγουεϊ ἔ­χει γρά­ψει μί­α ἀνέκδοτη συλ­λο­γὴ δι­η­γη­μά­των μὲ τί­τλο «Δὲν θὰ ξα­να­γρά­ψω πο­τὲ πιὰ ἄλ­λα δι­η­γή­μα­τα καὶ ἄλ­λα δι­η­γή­μα­τα».



		

	

Π. Ἔνιγουεϊ: Ἐγὼ καὶ… ὁ ἑαυτός μου


Anyway,P.(Theodorakis,Panagiotis)-EgoKai...OEaytosMou-Eikona-01


Π. Ἔ­νι­γου­ε­ϊ


Ἐ­γὼ καί… ὁ ἑ­αυ­τός μου

 

10-Taph-Chronica_Polonorum_TΟΝ ΣΥΝΑΝΤΗΣΑ ΓΙΑ ΠΡΩΤΗ (καὶ ἐλ­πί­ζω γιὰ τε­λευ­ταῖ­α) φο­ρὰ ἀ­πό­γευ­μα γυρ­νών­τας ἀ­πὸ τὴ δου­λειά, τὸν πε­ρα­σμέ­νο μή­να. Κα­θό­ταν στὸ γρα­φεῖ­ο κι ἔ­γρα­φε κά­τι στὸν ὑ­πο­λο­γι­στή μου (ἀ­παν­τοῦ­σε στὰ ἠ­λε­κτρο­νι­κὰ μη­νύ­μα­τα τῶν φί­λων μου). Ἔ­κλει­σα τὴν πόρ­τα καὶ κον­το­στά­θη­κα. Μὲ χαι­ρέ­τη­σε καὶ ξα­να­γύ­ρι­σε πρὸς τὴν ὀ­θό­νη.

       «Τί θέ­λεις;» τὸν ρώ­τη­σα καὶ ἄ­να­ψα τὸ θερ­μο­σί­φω­να.

       «Ἔ­χει ζε­στὸ νε­ρό. Πρὶν λί­γο πλύ­θη­κα» ἀ­πάν­τη­σε καὶ ἄ­να­ψε τσι­γά­ρο.

       Πῆ­γα γε­μά­τος νεῦ­ρα στὴν κου­ζί­να. Ἄ­νοι­ξα μη­χα­νι­κά τὸ ψυ­γεῖ­ο.

       «Στὸ φοῦρ­νο ἔ­χει μπρι­ζό­λες. Πρέ­πει νὰ εἶ­ναι ἀ­κό­μη ζε­στὲς» τὸν ἄ­κου­σα ἀ­πὸ μέ­σα.

       Ἔ­φτια­ξα μιὰ σα­λά­τα καὶ δο­κί­μα­σα μί­α ἀ­πὸ τὶς μπρι­ζό­λες του ἀρ­γὰ ἀρ­γὰ καὶ προ­σε­χτι­κά. Φο­βό­μουν μὴ μὲ δη­λη­τη­ριά­σει. Σκε­φτό­μουν πό­σο και­ρὸ θὰ μεί­νει μα­ζί μας. Καὶ βέ­βαι­α τί ἀν­τί­δρα­ση θὰ ἔ­χει ἡ Στέλ­λα, ἡ γυ­ναί­κα μου, μό­λις τὸν δεῖ.

       Ἔ­κα­να μπά­νιο, ξυ­ρί­στη­κα καὶ πῆ­γα στὸ σα­λό­νι.

       «Σὲ πα­ρα­κα­λῶ ἄλ­λη φο­ρὰ νὰ μα­ζεύ­εις τὶς τρί­χες ἀ­πὸ τὴν μπα­νι­έ­ρα, ὅ­ταν τε­λει­ώ­νεις», τὸν ἐ­πέ­πλη­ξα, ἀλ­λὰ αὐ­τὸς ἔ­κα­νε πὼς δὲν ἄ­κου­σε. «Καὶ ἐ­πί­σης θέ­λω νὰ δῶ τὰ email μου…»

       «Δὲν μπο­ρεῖς. Ἄλ­λα­ξα τοὺς κω­δι­κούς. Στὸ ἑ­ξῆς θὰ τὰ βλέ­πω μό­νο ἐ­γώ.»

       Ἤ­μουν ἕ­τοι­μος νὰ τοῦ πε­τά­ξω τὸ βά­ζο μὲ τὰ μπαμ­ποὺ ποὺ ἦ­ταν στὸ τρα­πε­ζά­κι δί­πλα στὴ βι­βλι­ο­θή­κη, ὅ­ταν ἄ­νοι­ξε ἡ πόρ­τα. Ἦ­ταν ἡ Στέλ­λα.

       «Κα­λη­σπέ­ρα. Τί κά­νουν τὰ ἀ­γό­ρια; Πῶς ἦ­ταν ἡ μέ­ρα σας;», καὶ ἄ­να­ψε τὸ θερ­μο­σί­φω­να.

       «Ἔ­χει ζε­στὸ νε­ρό. Πρὶν λί­γο πλύ­θη­κα», ἀ­πάν­τη­σα, καὶ ἄ­να­ψα τσι­γά­ρο.

       Ὅ­λη τὴν ὑ­πό­λοι­πη μέ­ρα ἡ Στέλ­λα ἦ­ταν φι­λι­κὴ μα­ζί του, σὰν νὰ τὸν ἤ­ξε­ρε χρό­νια. Ἐ­γὼ εἶ­χα ἀ­πο­μο­νω­θεῖ στὸ ἄλ­λο δω­μά­τιο, ἀλ­λὰ τὸ μυα­λό μου ἦ­ταν στὸ σα­λό­νι. Βλέ­πα­νε κά­ποι­α ται­νί­α πί­νον­τας μπί­ρες καὶ τσιμ­πο­λο­γών­τας πα­τα­τά­κια.

       «Μω­ρό μου, δὲ θὲς νὰ δεῖς τὴν ται­νί­α; Πε­ρι­πέ­τεια εἶ­ναι, θὰ σ’ ἀ­ρέ­σει… Ἔ­λα, κά­τσε μα­ζί μας, ἔ­στω γιὰ τὴν πα­ρέ­α…»

       Τοὺς κα­λη­νύ­χτι­σα, βούρ­τσι­σα τὰ δόν­τια καὶ ξά­πλω­σα στὸ κρε­βά­τι. Ἤ­μουν τό­σο­  ἐ­κνευ­ρι­σμέ­νος ποὺ ἄρ­γη­σα νὰ ἀ­πο­κοι­μη­θῶ. Στρι­φο­γύ­ρι­ζα στὸ κρε­βά­τι πολ­λὴ ὥ­ρα.

       Ξύ­πνη­σα λί­γο ἀρ­γό­τε­ρα ἀ­πὸ κά­τι φω­νές. Πη­δοῦ­σε τὴ γυ­ναί­κα μου, ὁ ἀ­λή­της, καὶ μά­λι­στα ἀ­κρι­βῶς δί­πλα μου! Γύ­ρι­σα πλευ­ρὸ νὰ μὴν τοὺς βλέ­πω. Λέ­γα­νε καὶ βρο­μό­λο­γα ὁ ἕ­νας στὸν ἄλ­λο! Σκέ­τη ἀ­η­δί­α! Ἡ Στέλ­λα πρώ­τη φο­ρὰ φώ­να­ζε τό­σο δυ­να­τά! Μοῦ πή­ρα­νε τ’ αὐ­τιά, ὅ­ταν τε­λει­ώ­σα­νε…

       Με­τὰ ἀ­πὸ λί­γο ση­κώ­θη­κα. Πῆ­γα στὴν κου­ζί­να νὰ πι­ῶ νε­ρό. Ἔ­κα­νε τρο­με­ρὴ ζέ­στη. Ἦ­ταν κι ὁ ἐ­κνευ­ρι­σμὸς μὲ ὅ­σα γι­νόν­του­σαν μέ­σα στὸ ἴ­διο μου τὸ σπί­τι ποὺ μὲ εἶ­χε ἀ­φυ­δα­τώ­σει. Τὰ «πι­τσου­νά­κια» κοι­μόν­του­σαν στὸ κρε­βά­τι μου ἀγ­κα­λι­α­σμέ­να. Ἔ­πρε­πε νὰ βά­λω ἕ­να τέ­λος. Δὲν πή­γαι­νε ἄλ­λο. Ἦ­ταν ἡ χει­ρό­τε­ρη μέ­ρα τῆς ζω­ῆς μου.

       Ἀ­πὸ τὸ συρ­τά­ρι μὲ τὰ μα­χαι­ρο­πί­ρου­να ἅρ­πα­ξα τὸ πιὸ κο­φτε­ρὸ μα­χαί­ρι, αὐ­τὸ γιὰ τὰ κρέ­α­τα, καὶ ἐ­πέ­στρε­ψα στὸ ὑ­πνο­δω­μά­τιο ἀ­πο­φα­σι­σμέ­νος νὰ ξεμ­περ­δέ­ψω μὲ αὐ­τὴ τὴν ἱ­στο­ρί­α τὸ τα­χύ­τε­ρο. Ἡ Στέλ­λα εἶ­χε ση­κω­θεῖ γιὰ νὰ κά­νει ἕ­να ντούς.

       «Μή! Τί πᾶς νὰ κά­νεις;» φώ­να­ξε.

       «Φύ­γε Στέλ­λα! Κρα­τά­ω μα­χαί­ρι…!», τὴν προ­ει­δο­ποί­η­σα καὶ ὅρ­μη­σα κα­τὰ πά­νω του. Κοι­μό­ταν σὲ «ἐμ­βρυα­κὴ θέ­ση». Τοῦ τὸ κάρ­φω­σα στὸ πλευ­ρό. Ἡ Στέλ­λα ἄρ­χι­σε νὰ οὐρ­λιά­ζει. Με­τὰ λι­πο­θύ­μη­σε.

       Ὅ­ταν ἄ­νοι­ξα τὰ μά­τια, ὅ­λα ἦ­ταν θο­λὰ καὶ σκο­τει­νά. Μὲ εἶ­χαν κα­λω­δι­ω­μέ­νο στὴν ἐν­τα­τι­κὴ κά­ποι­ου νο­σο­κο­μεί­ου. Δυ­σκο­λευ­ό­μουν ν’ ἀ­να­πνεύ­σω. Ἡ Στέλ­λα κα­θό­ταν δί­πλα μου καὶ μοῦ ἔ­τρι­βε τὸ χέ­ρι.

       Με­τὰ ἀ­πὸ λί­γο ἄ­κου­σα γορ­γὰ βή­μα­τα νὰ μὲ πλη­σιά­ζουν.

       «Πῶς νι­ώ­θε­τε;», ρώ­τη­σε ἕ­νας για­τρὸς ὅ­λο ἀ­γω­νί­α στὸ αὐ­τί μου.

       «Για­τρέ… Για­τρέ… Πο­νά­ω στὰ πλευ­ρά… Σὰν κά­ποι­ος νὰ μὲ μα­χαί­ρω­σε…»

       Γύ­ρι­σα ἀρ­γὰ πρὸς τὴ Στέλ­λα. Ἔ­κλαι­γε.


 Bonsai-03c-GiaIstologio-04


Πηγή: Πρώτη δημοσίευση.

Π. Ἔνιγουεϊ ἔ­χει γρά­ψει μί­α ἀνέκδοτη συλ­λο­γὴ δι­η­γη­μά­των μὲ τί­τλο «Δὲν θὰ ξα­να­γρά­ψω πο­τὲ πιὰ ἄλ­λα δι­η­γή­μα­τα καὶ ἄλ­λα δι­η­γή­μα­τα».



		

	

Π. Ἔνιγουεϊ: Έκθεση Τετάρτης Δημοτικού

.

 863AEEC985E00B3340726972C759865E

 .

Π. Ἔνιγουεϊ

Έκθεση Τετάρτης Δημοτικού

  

Θέ­μα: Πε­ρι­γράψ­τε εν συ­ντο­μί­α μία έ­ντο­νη ε­μπει­ρί­α που ζή­σα­τε με τους γο­νείς σας.

 

«Α­α­α! Α­α­α!»

       Ξύ­πνη­σα.

       «Α­α­α! Α­α­α! Α­α­α!», η φω­νή συ­νέ­χι­σε. Ή­ταν η μα­μά. Φώνα­ζε α­πό το δω­μά­τιό της. Κά­τι συ­νέ­βαι­νε. Ζη­τού­σε βο­ή­θεια. Κα­λού­σε τον μπα­μπά – πού βρι­σκό­ταν, α­φού εί­χα­με ξα­πλώ­σει ό­λοι μα­ζί;

       Ε­γώ, έ­να μι­κρό παι­δί πέ­ντε χρο­νών, ξα­πλω­μέ­νος στο κρε­βά­τι μου να α­κού­ω τις φω­νές της μα­μάς και να κοι­τά­ζω την ο­ρο­φή με α­γω­νί­α, με φό­βο, αλ­λά και α­πο­ρία. Τι συ­ναί­βε­νε; Εί­χε μπει στο σπί­τι μας κα­νέ­νας κλέ­φτης; Τι έ­κα­νε στη μα­νού­λα; Τι εί­χε κά­νει στον μπα­μπά; Τον εί­χε χτυ­πή­σει; Θα ερ­χό­ταν και στο δι­κό μου δω­μά­τιο αρ­γό­τε­ρα; Τι θα μου έ­κα­νε;

       «Α­α­α! Α­α­α!» α­κού­στη­κε τό­τε η φω­νή του μπα­μπά, το ί­διο α­γω­νιώ­δης, το ί­διο φοβι­σμέ­νη με αυ­τή της μα­μάς. Ο κλέ­φτης τούς χτυ­πού­σε; Τους α­πει­λού­σε; Κρα­τούσε μα­χαί­ρι; Πι­στό­λι; Αλ­λά για­τί δεν α­κου­γό­ταν; Για­τί δε μι­λού­σε; Φο­ρού­σε μάσκα; Δε μι­λού­σε για να μην τον α­να­γνω­ρή­σουν; Ή­ταν λοι­πόν γνω­στός μας; Συγ­γενής μας; Ή­ταν δει­λός! Το μό­νο βέ­βαιο. Ή­ταν δει­λός και φο­βό­ταν ό­σο κι ε­γώ. Έ­πρεπε ό­μως να κά­νω κά­τι. Να α­ντει­δρά­σω. Να μο­νο­μα­χή­σω με τον τρο­με­ρό λη­στή και να τον νι­κή­σω – δεν εί­χα άλ­λη. Έ­πρε­πε να δρά­σω, και μά­λι­στα γρή­γο­ρα. Να ε­πιτε­θώ. Αλ­λά με τι; Το βρή­κα! Με το νε­ρο­πί­στο­λο! Θα το γε­μί­σω νε­ρο­μπο­γιά και θα του ρί­ξω στα μά­τια! Θα τον τη­φλώ­σω!

       Ση­κώ­θη­κα α­θό­ρυ­βα α­πό το κρε­βά­τι και ό­πλι­σα γρή­γο­ρα το νε­ρο­πί­στο­λο με πράσι­νη νε­ρο­μπο­γιά. Περ­πά­τη­σα στις μύ­τες των πο­διών και έ­φτα­σα έ­ξω α­πό την κρε­βα­το­κά­μα­ρα κρα­τώ­ντας με τα δυο μου χέ­ρια το νε­ρο­πί­στο­λο, έ­τοι­μο να… εκπηρ­σο­κρο­τή­σει! Η πόρ­τα ή­ταν μι­σά­νοι­χτη. Α­κού­μπη­σα την πλά­τη μου στο κούφο­μα και έ­φε­ρα στο στή­θος το νε­ρο­πί­στο­λο με το δά­χτυ­λο στη σκαν­δά­λη. Έ­στριψα αρ­γά το πρό­σω­πό μου και κοί­τα­ξα α­πό τη χα­ρα­μά­δα της πόρ­τας. Αλ­λά τι να δω! Ού­τε κλέ­φτης υ­πήρ­χε, ού­τε κα­νέ­νας δια­ρή­κτης, ού­τε τί­πο­τα! Μό­νο η μα­μά κι ο μπα­μπάς να χο­ρεύ­ουν γυ­μνοί και α­γκα­λια­σμέ­νοι πά­νω στο κρε­βά­τι! Τη μί­α φο­ρά α­νά­σκε­λα, την άλ­λη μπρού­μυ­τα, πλά­ι πλά­ι, όρ­θιοι, γο­να­τι­στοί… Και συ­νέχεια να φω­νά­ζουν, ό­λο να φω­νά­ζουν… «Α­α­α!Α­α­α!» και «Ουου! Ουου!». Τι ή­ταν ό­λα αυτά μες στη νύ­χτα; Γιορ­τά­ζα­με τί­πο­τα; Εί­χα­με κα­μιά ε­πέ­τειο; Αλ­λά α­πο­ρώ, δεν κου­ρά­ζο­νται να χο­ρεύ­ουν τό­ση ώ­ρα α­στα­μά­τη­τα; Δε βα­ριού­νται έ­τσι ά­τσα­λα και μο­νό­το­να ό­πως κου­νιού­νται;

       Τό­τε ο μπα­μπάς έ­κα­νε κά­τι που με ε­ξόρ­γι­σε: Γύ­ρι­σε στο πλά­ι και άρ­χι­σε να θυλά­ζει τη μα­μά! Αυ­τό δεν ή­ταν σω­στό! Δεν ή­ταν δί­καιο! Αυ­τό ά­ρε­σε και σ’ ε­μένα! Για­τί να θυ­λά­ζει ο μπα­μπάς τη μα­μά κι ε­γώ ό­χι; Για ποιο λό­γο η μα­μά το εί­χε α­πα­γο­ρεύ­σει σε ε­μέ­να ε­νώ τον μπα­μπά τον ά­φη­νε α­νε­μπό­δει­στο; «Γιωρ­γά­κη, τα με­γά­λα παι­διά δε θυ­λά­ζουν!», μου εί­χε πει τό­τε, και τώ­ρα μπρο­στά στα μά­τια μου υ­πέ­κυ­πτε α­διαρ­μα­τή­ρη­τα στις ε­πι­θυ­μί­ες του μπα­μπά! Ή­μουν έ­τοι­μος να βά­λω τα κλά­μα­τα! Δεν μπο­ρού­σα ν’ α­να­πνεύ­σω, έ­νας κό­μπος εί­χε κά­τσει στο λαι­μό μου, τα χέ­ρια μου τρέ­μα­νε α­πό το θυ­μό μου!

       «Δεν υ­πάρ­χει πε­ρί­πτω­ση! Σή­με­ρα θα θυ­λά­σω κι ε­γώ!», σκέ­φτη­κα και έ­σπρω­ξα σιγά σι­γά την πόρ­τα. Εί­χαν α­πό ώ­ρα στα­μα­τή­σει το χο­ρό. Εί­χαν κου­ρα­στεί και κοι­μό­ντου­σαν α­γκα­λια­σμέ­νοι. Μπή­κα στο υ­πνο­δω­μά­τιο με το νε­ρο­πί­στο­λο να δεί­χνει τη μα­μά και με το χέ­ρι στη σκαν­δά­λη. Αν τυ­χόν έ­φερ­νε α­ντίρ­ρη­ση, θα της έ­ρι­χνα! Πλη­σί­α­σα στο στή­θος της και άρ­χι­σα να θυ­λά­ζω… Ό­μως τι έκ­πλη­ξη! Δε γεύ­τη­κα το πολ­λυ­πό­θη­το γά­λα! Κα­τα­στρο­φή! Α­τυ­χί­α!

       Τό­τε ξύ­πνη­σε η μα­μά:

       «Γιωρ­γά­κη, τι κά­νεις ε­δώ πέ­ρα;»

       «Μα­μά, ο μπα­μπάς ή­πιε μό­νος του ό­λο το γά­λα! Δε μου ά­φη­σε κα­θό­λου!», και ξέ­σπα­σα σε κλά­μα­τα.

.

Bonsai-03c-GiaIstologio-04

Πηγή: Πρώτη δημοσίευση.

 

Π. ’Ένιγουεϊ, ἔχει γράψει μία ἀνέκδοτη συλλογή διηγημάτων μὲ τίτλο «Δὲν θὰ ξαναγράψω ποτὲ πιὰ ἄλλα διηγήματα καὶ ἄλλα διηγήματα».