Τί­τσα Δι­α­μαν­το­πού­λου: Και­νούρ­γιο μα­γι­ώ



Τί­τσα Δι­α­μαν­το­πού­λου


Και­νούρ­γιο μα­γι­ώ


ΑΝΩ ΣΤΗ ΜΗΧΑΝΗ τὸ σκέ­φτη­κε, ὅ­πως φυ­σοῦ­σε τὸ ἀ­ε­ρά­κι ἀ­νά­μει­κτο μὲ τὴν αἰ­θά­λη καὶ τὴν κα­πνιὰ τῶν αὐ­το­κι­νή­των. Ἀ­πὸ τὸ πί­σω κά­θι­σμα τὸν ἀγ­κά­λια­ζε σφι­χτά, μέ­χρι ποὺ ἀ­να­κά­λυ­πτε τὰ κό­κα­λά του μὲ τὰ δά­χτυ­λα, δά­χτυ­λα λε­πτὰ ποὺ σφίγ­γαν τὸ λευ­κὸ νά­ι­λον μπλου­ζά­κι. Αὐ­τὸς μύ­ρι­ζε σὰν ἀν­θι­σμέ­νη θά­λασ­σα. Ἡ πα­ρα­λί­α χα­ϊ­δευ­ό­ταν στὰ πό­δια της, κι ἂς ἦ­ταν ἡ ὥ­ρα τῆς ἀ­σφάλ­του. Ἡ μη­χα­νὴ μὲ ἑ­λιγ­μοὺς πέρ­να­γε ἀ­νά­με­σα στὰ αὐ­το­κί­νη­τα. Ὑ­πέ­ρο­χη ὥ­ρα γιὰ μπά­νιο, σκέ­φτη­κε.

       Ἡ πα­ρα­λί­α ἔ­στελ­νε μι­κρὰ κυ­μα­τά­κια. Τὸ φεγ­γά­ρι θω­πευ­τι­κὰ κρε­μά­στη­κε σὲ σπάγ­κους, ἀ­ναρ­ρι­χη­τι­κὸ φυ­τὸ μὲ ὑ­περ­φυ­σι­κὸ κε­φά­λι.

       Ἔμ­μο­νη ἰ­δέ­α τῆς εἶ­χε γί­νει. Τὸ λα­χτά­ρη­σε ὅ­σο τί­πο­τε ἄλ­λο. Ἡ μέ­ρα πα­ρα­δι­νό­ταν στὴ μα­γεί­α τῆς προ­σμο­νῆς. Αὐ­τὸς μπῆ­κε στὴ ζω­ή της σὰν παι­χνι­δι­ά­ρι­κο ἀ­πό­γευ­μα ποὺ μύ­ρι­ζε ἀ­φρό­λου­τρο. Δὲ μι­λοῦ­σε πο­λύ. Ἔ­βγαι­νε συ­χνὰ μὲ ἀν­τρο­πα­ρέ­ες – τρα­νὴ ἀ­πό­δει­ξη τῆς ἀν­τρι­κῆς ὑ­πε­ρο­χῆς του.

Μι­λοῦ­σε κο­φτὰ χω­ρὶς πολ­λὲς ἐ­ξη­γή­σεις. Κά­πο­τε ἀ­πο­φά­σι­σε νὰ ρω­τή­σει: Θὰ πᾶ­με γιὰ μπά­νιο; Τὸ ἤ­θε­λε ὅ­σο τί­πο­τα στὸν κό­σμο. Τὸ σκε­φτό­ταν συ­νέ­χεια πά­νω στὴ μη­χα­νή. Δη­λα­δὴ τό­τε τῆς ἦρ­θε ἡ ἰ­δέ­α. Ἡ θά­λασ­σα πά­φλα­ζε κι­ό­λας στὰ πό­δια της. Ἡ ἄ­σφαλ­τος ἔ­και­γε μὲ κύ­μα­τα πυ­ρε­τοῦ. Ἡ μη­χα­νὴ πέρ­να­γε μὲ ἑ­λιγ­μοὺς ἀ­νά­με­σα στὰ αὐ­το­κί­νη­τα. Στα­μά­τη­σε. Κα­τέ­βα, εἶ­πε αὐ­τός. Εἴ­χα­νε φτά­σει κι­ό­λας. Δὲν τὸ εἶ­χε κα­τα­λά­βει. Κα­τέ­βη­κε στὸν πο­λυ­σύ­χνα­στο δρό­μο. Τὸν ἀ­κο­λού­θη­σε μὲ τὰ μά­τια μέ­χρι ποὺ χά­θη­κε.

       Ὁ Τζώρ­τζης ἦ­ταν τὸ ἀ­γό­ρι ποὺ εἶ­χε γνω­ρί­σει σὲ μιὰ κα­φε­τέ­ρια. Φυ­σι­κὸ ἦ­ταν, μιὰ καὶ ὁ δρό­μος τῆς ἦ­ταν γνω­στὸς μὲ τὸ ὄ­νο­μα «ὁ δρό­μος μὲ τὶς κα­φε­τέ­ρι­ες». Εἶ­χαν κι ἕ­να σιν­τρι­βά­νι μπρο­στά. Δὲ θὰ μπο­ροῦ­σε νὰ ἦ­ταν ἀλ­λι­ῶς. Αὐ­τὴ χά­ζευ­ε τὸ σιν­τρι­βά­νι ὅ­ταν κα­τά­λα­βε ἢ νό­μι­σε πὼς τὴν κοί­τα­ζε. Τὰ νε­ρὰ εἶ­χαν μιὰ μου­σι­κὴ ποὺ θύ­μι­ζε κά­τι πο­λὺ κα­θα­ρὸ καὶ σχε­δὸν δια­ρκές. Τῆς ἄ­ρε­σε αὐ­τὴ ἡ ἰ­δέ­α.

Τὸ εἴ­δω­λό της στὸν κα­θρέ­φτη τῆς ἔ­γνε­φε μὲ ἐμ­πι­στο­σύ­νη. Βι­α­στι­κὰ ἀλ­λὰ μὲ σω­στὴ ἐ­πι­λο­γὴ εἶ­χε ψω­νί­σει τὸ ἴ­διο πρω­ὶ ἕ­να και­νούρ­γιο μα­γιό.

       Ἔ­βλε­πε κι­ό­λας τὸν ἑ­αυ­τό της γορ­γό­να νὰ κο­λυμ­πᾶ σὲ μιὰ πα­ρα­λί­α τῆς Ἀτ­τι­κῆς, στὴ με­θυ­στι­κὴ αὔ­ρα τῆς θά­λασ­σας. Μα­ζὶ μὲ τὸν Τζώρ­τζη βέ­βαι­α —δὲν μπο­ροῦ­σε νὰ φαν­τα­στεῖ τὸν ἑ­αυ­τό της χω­ρὶς αὐ­τόν— τὸ ἀ­γαλ­μα­τέ­νιο σῶ­μα μὲ τὶς ἀ­να­λο­γί­ες ποὺ τοῦ χά­ρι­ζαν τὰ εἴ­κο­σι τέσ­σε­ρα χρό­νια του, ψη­μέ­να στὸν ἥ­λιο τῆς οἰ­κο­δο­μῆς καὶ μὲ κεῖ­νο τὸ ἄ­ρω­μα τῆς ἐ­λευ­θε­ρί­ας ποὺ τὴ συ­νέ­παιρ­νε. Ἔ­ρι­ξε ἄλ­λη μιὰ μα­τιὰ στὸν κα­θρέ­φτη. Τὸ σῶ­μα της δι­α­γρα­φό­ταν ἀ­νε­παί­σθη­τα γυ­ναι­κεῖ­ο μὲ τὶς τρυ­φε­ρὲς καμ­πύ­λες μέ­σα στὸ κο­ράλ­λι μα­γιό.

       Πῆ­ρε τα­ξὶ γιὰ νὰ φτά­σει πιὸ γρή­γο­ρα. Ἦ­ταν πο­λὺ ζε­στὸ ἀ­πό­γευ­μα. Ὅ­λα καί­γον­ταν. Ἀ­πο­χαυ­νω­μέ­νοι ἄν­θρω­ποι κι­νοῦν­ταν στοὺς δρό­μους σὰν ρομ­πότ. Αὐ­τὴ εἶ­χε μιὰ πα­ρά­ξε­νη χα­ρά. Σὰν παι­δά­κι ποὺ τοῦ χά­ρι­ζαν κά­ποι­ο σπά­νιο παι­χνί­δι. Ἀ­νέ­βη­κε τὴ μι­κρὴ σκά­λα. Τῆς ἄ­νοι­ξε ὁ Τζὼρτζης, γυ­μνὸς ἀ­π’ τὴ μέ­ση καὶ πά­νω. Τῆς ἦρ­θε ἔν­το­νη ἡ μυ­ρω­διὰ τῆς μπο­γιᾶς. Πε­ρι­πλα­νή­θη­κε λί­γο μέ­σα στὰ χρώ­μα­τα καὶ στὰ πι­νέ­λα, σα­στι­σμέ­νη ἀ­πὸ τὴ με­λα­χρι­νὴ ὀ­μορ­φιά του. Τὰ χέ­ρια του ἦ­ταν γε­μά­τα μπο­γι­ές. Τὶς πο­λυ­θρό­νες σκέ­πα­ζαν κά­τι τριμ­μέ­να σεν­τό­νια μὲ ἁ­πα­λὰ ἐμ­πρι­μέ, σβη­σμέ­να ἀ­πὸ τὸ χρό­νο.

       — Πε­ρί­με­νε λί­γο. Τε­λει­ώ­νω.

       Ἀ­πὸ τὸ κου­ζι­νά­κι πρό­βα­λε ὁ Ἀν­τρέ­ας. Τὸν εἶ­χε γνω­ρί­σει μιὰ φο­ρὰ στὴν κα­φε­τέ­ρια.

       — Μὲ βο­η­θά­ει στὸ βά­ψι­μο, εἶ­πε ὁ Τζώρ­τζης καὶ πῆ­γε νὰ πλύ­νει τὰ χέ­ρια.

       Ὁ Ἀν­τρέ­ας κά­θι­σε στὸ φθαρ­μέ­νο κα­να­πὲ μὲ τὸ σῶ­μα ἐ­λα­φρὰ λο­γι­σμέ­νο πρὸς τὰ μπρός. Μὲ τὰ μι­κρὰ δι­α­πε­ρα­στι­κά του μά­τια τὴν πε­ρι­ερ­γα­ζό­ταν.

       — Θὰ πᾶ­με γιὰ μπά­νιο; τόλ­μη­σε νὰ ρω­τή­σει συγ­κρα­τη­μέ­να.

       Ἡ ἐ­πι­θυ­μί­α φούν­τω­σε μέ­σα της ἕ­να εἶ­δος πυ­ρε­τοῦ.

       — Ἔ­χω ἁ­μά­ξι, πε­τά­χτη­κε ὁ Ἀν­τρέ­ας καὶ με­τὰ ἀ­πό­το­μα σώ­πα­σε.

       Ὁ Τζώρ­τζης δὲν ἀ­πάν­τη­σε, μό­νο τῆς χα­μο­γέ­λα­σε μὲ κεῖ­νο τὸ ὑ­πέ­ρο­χο χα­μό­γε­λο. Ἅ­πλω­σε τὰ χέ­ρια στὸ κορ­μί της καὶ τὴν ψα­χού­λε­ψε. Τὰ δά­χτυ­λά του ἔ­παι­ξαν μὲ τὸ μι­κρο­σκο­πι­κὸ μπι­κί­νι κά­τω ἀ­πὸ τὸ μα­κό. Τὴν τρά­βη­ξε ἀ­πὸ τὴ μέ­ση, τὴν ἔ­συ­ρε σχε­δόν.

       Δι­α­μαρ­τυ­ρή­θη­κε χα­μη­λό­φω­να.

       — Ἔ­λα, ὁ Ἀν­τρέ­ας εἶ­ναι φί­λος.

       Μπῆ­καν στὸ δω­μά­τιο. Στὴν πόρ­τα πρό­βα­λε ἡ λι­γνὴ φι­γού­ρα τοῦ Ἀν­τρέ­α. Τὰ βλέμ­μα­τά τους δι­α­σταυ­ρώ­θη­καν. Εἶ­δε στὰ μά­τια του μιὰ μι­κρὴ λάμ­ψη. Κά­τι τὴν ἐ­νο­χλοῦ­σε βα­θιὰ μέ­σα της καὶ τὴν ἐ­ρέ­θι­ζε. Σὲ δευ­τε­ρό­λε­πτα τὸ μι­κρὸ κε­φά­λι ἐ­ξα­φα­νί­στη­κε. Ἀ­κού­στη­κε ἡ φω­νή του ὑ­πό­κω­φη ἀ­πὸ τὸ χόλ. Κα­θη­συ­χα­στι­κή. Εἶ­χε ὅ­μως τὴν ἐν­τύ­πω­ση πὼς τοὺς πα­ρα­κο­λου­θοῦ­σε, κι αὐ­τὸ τῆς προ­κά­λε­σε βα­θιὰ ἀ­να­στά­τω­ση.

       Ὁ Τζώρ­τζης τὴν ἔ­ρι­ξε στὸ κρε­βά­τι. Ἀγ­κο­μά­χη­σε μέ­σα της γιὰ λί­γο. Με­τὰ ση­κώ­θη­κε καὶ πῆ­γε στὸ μπά­νιο. Αὐ­τὴ μά­ζε­ψε τὸ μα­γιὸ ἀ­πὸ κά­τω καὶ τὸ τύ­λι­ξε στορ­γι­κὰ σὰν κά­τι ζων­τα­νό.



Πη­γή: Λε­ρω­μέ­νο φου­στά­νι (δι­η­γή­μα­τα, Γα­βρι­η­λί­δης, 2008).

Τί­τσα Δι­α­μαν­το­πού­λου (Κύ­προς). Σπού­δα­σε φι­λο­λο­γί­α, δη­μο­σί­ευ­σε ποι­ή­μα­τα καὶ ποι­η­τι­κὲς πρό­ζες. Τὸ Λε­ρω­μέ­νο φου­στά­νι εἶ­ναι ἡ πρώ­τη της συλ­λο­γὴ δι­η­γη­μά­των.