Ἀρ­χον­τού­λα Δι­α­βά­τη: Τὸ Συνδικάτο τοῦ Ἐγκλήματος


diabatiarchontoula-tosyndikatotouegklimatos-eikona-01


Ἀρ­χον­τού­λα Δι­α­βά­τη


Τὸ Συνδικάτο τοῦ Ἐγκλήματος


06-sΤΟ ΠΑΤΑΡΙ σκα­λί­ζον­τας πα­λιὰ τε­φτέ­ρια εἶ­χε βρεῖ ἐ­κεῖ­νο τὸ κεί­με­νο. Τὸ συν­δι­κά­το τῶν τρι­ῶν, ὑ­πὸ —ἄ­νω κά­τω τε­λεί­α— Λου­κί­α Στέλ­λα Ρο­δού­λα —στὴν ὀ­νο­μα­στι­κή— ἕ­να ὅ­πλο καὶ μιὰ μά­σκα ζω­γρα­φι­σμέ­να μὲ σι­νι­κή, κι ἀ­πὸ κά­τω —πρά­κτο­ρες θα­νά­του —ἄ­νω κά­τω τε­λεί­α— πρά­κτωρ Υ-17 Νί­να, πρά­κτωρ Χ-10 Σο­φί­α, πρά­κτωρ Κ+6 Μα­ρι­έ­τα. Ἔ­τσι τι­μω­ρεῖ τὸ συν­δι­κά­το τοὺς πα­ρα­βά­τες – ὄ­χι ὅ­μως καὶ τὴν Κό­ζα νό­στρα.Ὑ­πο­γρα­φὲς δυ­σα­νά­γνω­στες καὶ πά­λι ζω­γρα­φι­σμέ­να ὅ­πλα μὲ σι­νι­κὴ καὶ ἡ ὑ­πό­λοι­πη σε­λί­δα κομ­μέ­νη ἐ­κεῖ ποὺ ἐ­πι­δί­κα­ζαν μιὰ τι­μω­ρί­α σ’ αὐ­τήν, ἕ­ναν ἀ­πὸ τοὺς τε­λευ­ταί­ους πρά­κτο­ρες. Θυ­μᾶ­ται ἀ­κό­μα τὸ σφί­ξι­μο στὸ στο­μά­χι ἐ­κεί­νης τῆς ἡ­μέ­ρας. Τὰ κρυ­φὰ γέ­λια, τὰ ὑ­πο­νο­ού­με­να καὶ τὶς σι­ω­πὲς τῆς πα­ρέ­ας στὸ ἰ­δι­αί­τε­ρο μά­θη­μα τῶν Μα­θη­μα­τι­κῶν, ὅ­που βρί­σκον­ταν —τὸ Συν­δι­κά­το— τὰ ἀ­πο­γεύ­μα­τα. Ἦ­ταν μα­ζὶ καὶ δὲν ἦ­ταν. Ἦ­ταν φί­λες καὶ δὲν ἦ­ταν. Δὲν τὴν ἔ­παιρ­ναν στὶς συ­νε­δριά­σεις τοῦ Συν­δι­κά­του καὶ τὴν εἶ­χαν παι­δὶ γιὰ τὰ θε­λή­μα­τα, ἀλ­λὰ μέ­χρι τοῦ ση­μεί­ου νὰ τῆς ἔ­χουν κη­ρύ­ξει ἐμ­πάρ­γκο, νὰ τὴν ἔ­χουν στὸ πε­ρι­θώ­ριο καὶ νὰ λέ­νε μυ­στι­κὰ ἡ μιὰ στὴν ἄλ­λη κοι­τών­τας μὲ νό­η­μα πρὸς τὸ μέ­ρος της, πή­γαι­νε πο­λύ. Ἕ­νας κόμ­πος στὸ λαι­μό, φό­βος, πα­ρά­πο­νο, ντρο­πὴ σὲ ἡ­με­ρή­σια δι­ά­τα­ξη καὶ ποῦ νὰ τὰ ξο­μο­λο­γη­θεῖ ὅ­λα αὐ­τά, οἱ φί­λες της ἦ­ταν, δὲν ἦ­ταν τί­πο­τα ξέ­νες, ὥ­σπου ὁ κα­θη­γη­τής τους τὴν εἶ­χε πά­ρει ὑ­πὸ τὴν προ­στα­σί­α του, δὲν ἔ­βλε­πε πό­σο λί­γο τὴν ἀ­γα­ποῦ­σαν οἱ φί­λες της ἄλ­λο ἀ­ξι­ο­δά­κρυ­το γε­γο­νὸς κι αὐ­τό, ποὺ τὴν ὑ­πο­βάθ­μι­ζε ἀ­κό­μα πε­ρισ­σό­τε­ρο, αὐ­τὴ ἤ­θε­λε νὰ μεί­νει στὸ συν­δι­κά­το, ἤ­θε­λε νὰ εἶ­ναι ὅ­πως αὐ­τές, δὲν ἤ­θε­λε νὰ τὴν ἔ­χουν στὴν ἄ­κρη, νά ὅ­μως ποὺ δὲν τὴν ἤ­θε­λαν, ἀ­ταί­ρια­στη ἀ­νά­με­σά τους κι ἤ­θε­λαν λέ­ει νὰ τὴν κη­ρύ­ξουν ἀ­νε­πι­θύ­μη­τη καὶ νὰ τὸ δι­α­δώ­σουν σὲ ὅ­λη τὴν τά­ξη πὼς τά­χα εἶ­χε ἐ­ρω­τευ­τεῖ τὸν κα­θη­γη­τὴ τῶν Μα­θη­μα­τι­κῶν!


       Κα­λε­σμέ­νη σή­με­ρα σὲ μιὰ μι­κρὴ σύ­να­ξη πα­λι­ῶν συμ­μα­θη­τρι­ῶν τὶς εἶ­δε ὅ­λες ἐ­κεῖ. Ὥ­ρι­μες γυ­ναῖ­κες, ἀλ­λαγ­μέ­νες ὅ­λες τους, λί­γο πιὸ βα­ριὰ ἢ ἰ­σχνὴ σι­λου­έ­τα, μο­να­χι­κὲς ἢ ὄ­χι, δι­α­ζευγ­μέ­νες ἢ παν­τρε­μέ­νες μὲ παι­διὰ —με­ρι­κὲς καὶ μὲ ἐγ­γό­νια— κά­ποι­ες ἀ­γνώ­ρι­στες καὶ ἀ­ποῦ­σες, ἀ­πο­συρ­μέ­νες στὸν ἑ­αυ­τό τους, ἄ­ερ­γες, ἄ­νερ­γες, ἐ­παγ­γελ­μα­τί­ες ἢ νοι­κο­κυ­ρὲς κι ἄλ­λες ζων­τα­νές, μὲ ἐν­δι­α­φέ­ρον­τα καὶ κοι­νω­νι­κοὺς προ­βλη­μα­τι­σμούς, κα­λη­ώ­ρα ἡ Ρο­δού­λα, ποὺ θέ­λη­σε νὰ ὀρ­γα­νώ­σουν —λέ­ει— ἡ πα­λιὰ πα­ρέ­α, τί συγ­κι­νη­τι­κό, μιὰ δι­ά­λε­ξη γιὰ τὸ bullying στὸ σχο­λεῖ­ο τοῦ ἐγ­γο­νοῦ της, μή­πως ἤ­θε­λε νὰ τὸ ἀ­να­λά­βει;


bonsai-03c-giaistologio-04


Πη­γή: Ἀπὸ τὴν συλλογή: Σκου­λα­ρί­κι στὴ μύ­τη (Δι­η­γή­μα­τα, ἐκδ. Νη­σί­δες, 2015). Πρώ­τη δη­μο­σί­ευ­ση: περ. Μαν­δρα­γό­ρας, ἀρ. 51, Δε­κέμ­βρι­ος 2014.

Ἀρ­χον­τού­λα Δι­α­βά­τη (Θεσ­σα­λο­νί­κη). Σπού­δα­σε Νο­μι­κὰ καὶ Νε­ο­ελ­λη­νι­κὴ Φι­λο­λο­γί­α στὸ Ἀ­ρι­στο­τέ­λει­ο Πα­νε­πι­στή­μιο καὶ ἐρ­γά­στη­κε ὡς κα­θη­γή­τρια νο­μι­κὸς στὴ Δευ­τε­ρο­βάθ­μια ἐκ­παί­δευ­ση. Ἔ­χει ἐκ­δώ­σει τὰ βι­βλία Στὴ μά­να τοῦ νε­ροῦ (Χρο­ν­ι­­κό, ἐκδ. Ρο­δα­κιό), Τὸ ἀ­λο­γά­κι τῆς Πα­να­γί­ας (Μυ­θι­στο­ρί­ες, Νη­σί­δες, 2012) κ.ἄ.


		
Advertisements

Ἀρχοντούλα Διαβάτη: Σκουλαρίκι στὴ μύτη

.

DiabatiArchontoula-Skoulariki-Eikona-05

.

Ἀρ­χον­τού­λα Δι­α­βά­τη

 

Σκου­λα­ρί­κι στὴ μύ­τη

.

01-TaphΑ ΠΟΥΛΙΑ ΟΛΑ ΜΑΖΙ καὶ ἕ­να-ἕ­να ἔ­λε­γαν κά­τι ποὺ τῆς δι­έ­φευ­γε. Ἕ­να χε­λι­δό­νι πέ­ρα­σε ξυ­στὰ ἀ­πὸ τὴν κουρ­τί­να ποὺ ἀ­νέ­μι­σε τρο­μαγ­μέ­νη. Τί ὦ­ρα ἦ­ταν; Ρο­λό­ι που­θε­νά. Ἀ­να­ζή­τη­σε μη­χα­νι­κὰ τὸ κι­νη­τό της, σι­ω­πη­λό, ξε­χα­σμέ­νο στὸ σα­κί­διο χω­ρὶς φόρ­τι­ση. Ἡ­συ­χί­α στὸ ξε­νο­δο­χεῖ­ο. Πα­ρα­ῆ­ταν πρω­ὶ γιὰ τὰ δε­δο­μέ­να τους. Κά­τι τζιτ­ζί­κια μο­νά­χα ἔ­πια­ναν εὐ­συ­νεί­δη­τα δου­λειά. Τσά­κι­σε ἐ­κεί­νη τὴ σε­λί­δα στὸ βι­βλί­ο ποὺ δι­ά­βα­ζε —ὅ­λη τὴ νύ­χτα ἄυ­πνη κα­τὰ τὴ συ­νή­θειά της, πρώ­τη βρα­διὰ σὲ ἀλ­λι­ώ­τι­κο χῶ­ρο ἀ­π’ τὸν γνω­στό της, εἶ­χε φτά­σει στὴ σε­λί­δα 280 Στὸ τέλος τῆς γῆς— κι ἐ­κεῖ­νος γύ­ρι­σε ἀ­πὸ τὴν τρα­πε­ζα­ρί­α φορ­τω­μέ­νος μὲ τὸ δί­σκο: κα­φές, γά­λα, κρουα­σὰν κι ὅ­λα τὰ κα­λὰ τοῦ θε­οῦ σὲ πυ­ρα­μί­δα. Μέ­σα στὴν ἡ­συ­χί­α τοῦ πρω­ι­νοῦ ἀ­κού­στη­κε δο­ξα­στι­κὰ τὸ ρο­λό­ι ἀ­πὸ τὴν πλα­τεί­α τοῦ χω­ριοῦ. Μιά, δυ­ό, τρεῖς, ἄρ­χι­σαν νὰ με­τρᾶν μα­ζὶ τοὺς χτύ­πους γε­λών­τας δυ­να­τά· πρὶν πε­ρά­σουν στὴ βε­ράν­τα, ρι­γών­τας στὴν πρω­ι­νὴ ψύ­χρα σταλ­μέ­νη ἀ­πὸ τὴ θά­λασ­σα ποὺ ἔ­λαμ­πε κά­τω καὶ πέ­ρα ἀ­πὸ πρά­σι­νους καὶ γα­λά­ζιους μπα­ξέ­δες. Ἐ­λι­ές, συ­κι­ές, κλή­μα­τα καὶ δυ­ὸ τρί­α σπί­τια μὲ κόκ­κι­νη στέ­γη καὶ αὐ­λή. Πάν­το­τε στὶς δι­α­κο­πὲς συ­σχε­τί­ζα­νε καὶ συγ­κρί­να­νε τοὺς τό­πους κι ἀ­να­κε­φα­λαι­ώ­να­νε: πῶς μοιά­ζουν με­τὰ τό­σα χρό­νια ποὺ ἔ­χου­νε νὰ ἔρ­θου­νε, ποὺ εἴ­χα­νε τὰ παι­διὰ μι­κρά, καὶ νά, ἀ­κρι­βῶς τὸ ἴ­διο δω­μά­τιο τοὺς εἶ­χαν δώ­σει, φαν­τά­σου σύμ­πτω­ση! Καὶ πό­τε ἤ­τα­νε ἀ­κρι­βῶς, ὁ Ἀ­λέ­ξης πή­γαι­νε νη­πι­α­γω­γεῖ­ο ἢ δη­μο­τι­κὸ, κι ἡ Γε­ωρ­γί­α εἶ­χε γεν­νη­θεῖ;

       Θυ­μᾶ­σαι; Ἤ­θε­λε νὰ τοῦ δι­η­γη­θεῖ ἐ­κεί­νη τὴν πα­λιὰ ἱ­στο­ρί­α – θο­λὰ ξέ­φτια ἀ­νέ­βαι­νε ἀρ­γὰ-ἀρ­γὰ μέ­σα της. Σκου­λα­ρί­κι στὴ μύ­τη, μὲ τὸν κω­δι­κὸ αὐ­τὸ τὴν εἶ­χε κα­τα­χω­ρί­σει στὸ μυα­λό της καὶ τώ­ρα τὴν ἀ­νέ­συ­ρε χα­μο­γε­λών­τας μὲ τρυ­φε­ρό­τη­τα. Καὶ τὴν δι­η­γι­ό­ταν στὸν ἑ­αυ­τὸ της πρῶ­τα, ἀλ­λά­ζον­τας, ἐ­πι­νο­ών­τας ξα­νὰ τὸ πα­ρελ­θόν, αὐ­θαι­ρε­τών­τας ὅ­σο ἤ­θε­λε. Για­τί ὄ­χι;

      Στὸ νη­σί, στὰ ἐ­νοι­κι­α­ζό­με­να ἀ­ρα­χτοὶ —πό­σα χρό­νια πρίν;— κι ἀ­πὸ τὸ δι­πλα­νὸ δω­μά­τιο εἶ­χαν ἀ­κού­σει γιὰ πρώ­τη φο­ρὰ ἐ­κεῖ­νο τὸ γέ­λιο νὰ πιά­νει ὅ­λο τὸ χῶ­ρο, νὰ ἐ­ξα­πλώ­νε­ται —κα­λο­και­ρά­κι ἀ­πό­γευ­μα καὶ τὰ πα­ρά­θυ­ρα ἀ­νοι­χτά— πα­ρα­δει­σέ­νιο. Ἐρ­χό­ταν ἀ­π’ ἀλ­λοῦ, αἰ­σθη­σια­κό, ναρ­κισ­σευ­ό­με­νο καὶ κυ­κλο­γύ­ρι­ζε καὶ ξε­σποῦ­σε ἀ­συγ­κρά­τη­το ὅ­λο ἐ­κρή­ξεις κι ὅ­λο δυ­νά­μω­νε σὰ νὰ δι­η­γι­ό­ταν μιὰ ἱ­στο­ρί­α ποὺ κά­πο­τε ὅ­λοι γνω­ρί­ζα­νε καὶ μὲ τὸν και­ρὸ τὴν εἴ­χα­νε ξε­χά­σει, κι ἦ­ταν γι’ αὐ­τὸ ἔ­τσι βου­τηγ­μέ­νοι στὴν κα­τή­φεια. Γέ­λιο νέ­ας γυ­ναί­κας ποὺ ἀγ­κά­λια­ζε ὅ­λο τὸ ἀ­πό­γευ­μα, τὸ τε­τρά­γω­νο, τὴν πό­λη. Ποι­ά ἦ­ταν; Ἦ­ταν εὐ­τυ­χι­σμέ­νη μὲ τό­σα λί­γα ἢ μή­πως μὲ πολ­λά; Τῆς ἔ­δι­ναν πολ­λὰ αὐ­τη­νῆς, ἕ­ναν ἀ­πό­λυ­το ἔ­ρω­τα ἴ­σως, μιὰ τέ­τοι­α τε­λει­ό­τη­τα ποὺ αὐ­τοὶ ἀ­πὸ και­ρὸ εἶ­χαν πά­ψει νὰ ὀ­νει­ρεύ­ον­ται. Ἦ­ταν μή­πως μιὰ ξέ­νη γυ­ναί­κα, μιὰ με­τα­νά­στρια, μα­θη­μέ­νη μὲ δυ­σκο­λί­α νὰ κερ­δί­ζει τὴ ζω­ὴ καὶ γι’ αὐ­τὸ ἕ­τοι­μη νὰ ἀ­να­γνω­ρί­σει τὴ χα­ρὰ καὶ νὰ τὴν ὑ­πο­δε­χτεῖ κα­θὼς τῆς πρέ­πει; Ἦ­ταν ἕ­να νε­α­ρὸ σα­χλὸ κο­ρί­τσι ποὺ εἶ­χε δε­χτεῖ τὸ πρῶ­το ἐ­ρω­τι­κὸ φι­λὶ καὶ χαί­ρε­ται φι­λά­ρε­σκη μὲ τὸν νε­α­ρὸ ἐ­ρα­στὴ πρω­τό­γνω­ρα ἀγ­κα­λι­ά­σμα­τα καὶ χά­δια, θέ­λει νὰ τοῦ ἀ­ρέ­σει, δὲν τὸν χορ­ταί­νει, κά­τι τέ­τοι­ο; Ἢ μή­πως πά­λι εἶ­χαν βρε­θεῖ ξα­νά —χα­μέ­νοι γιὰ χρό­νια— κλει­σμέ­νοι σ’ ἕ­να δω­μά­τιο οἱ πα­λιοὶ ἐ­ρα­στὲς νὰ δι­η­γοῦν­ται ὁ ἕ­νας στὸν ἄλ­λο τὴ ζω­ὴ ποὺ ἔ­ζη­σε ὁ κα­θέ­νας χω­ρὶς τὸν ἄλ­λο, τί ἄ­δι­κες, χα­μέ­νες, μά­ται­ες ὧ­ρες προ­σπα­θών­τας νὰ ται­ριά­ξουν μὲ τὸ λά­θος ταί­ρι, χω­ρὶς κα­τα­νό­η­ση ἢ δι­ο­ρα­τι­κό­τη­τα, χω­ρὶς δι­αί­σθη­ση ἢ πά­θος, χω­ρὶς νὰ μπο­ροῦν ἢ νὰ θέ­λουν νὰ δώ­σουν καὶ νὰ πά­ρουν ἱ­κα­νο­ποί­η­ση ὅ­πως αὐ­τοὶ ἤ­ξε­ραν κά­πο­τε. Δὲν εἶ­χαν βγεῖ μπρο­στὰ στὸ μπαλ­κο­νά­κι γιὰ κα­φὲ οὔ­τε ἐ­κεῖ­νο τὸ ἀ­πό­γευ­μα, οὔ­τε τὸ ἑ­πό­με­νο καὶ τὸ γέ­λιο δὲν εἶ­χε ξα­να­κου­στεῖ. Τὸ ἄλ­λο πρω­ὶ ὅ­μως στὸ δι­ά­δρο­μο εἶ­χαν πέ­σει πά­νω στὸ νε­α­ρὸ ποὺ ἔ­σπρω­χνε τὸ ἀ­να­πη­ρι­κὸ κα­ρο­τσά­κι τῆς φί­λης του. Ἕ­να κα­τά­ξαν­θο κο­ρί­τσι μὲς στὴν κα­λὴ χα­ρὰ μὲ σκου­λα­ρί­κι στὴ μύ­τη κι ἀ­λο­γο­ου­ρά.

      Τὸ θυ­μό­ταν ἐ­κεῖ­νος; Ὄ­χι ἔ­τσι ἀ­κρι­βῶς, κά­τι ὅ­μως θυ­μό­ταν – ἢ ὄ­χι; Κι ἡ χτε­σι­νή τους μέ­ρα, μὲ κεῖ­νο τὸν ἀ­έ­ρα τὸν τρε­λὸ ποὺ εἶ­χε ση­κώ­σει ἄ­σπρα με­γά­λα κύ­μα­τα – πή­γαι­ναν κι ἔρ­χον­ταν βογ­κών­τας στὴν πα­ρα­λί­α, ἕ­να παι­χνί­δι γιὰ τὰ παι­διά, νὰ τσι­ρί­ζουν πη­δών­τας ξα­νὰ καὶ ξα­νά, μιὰ χα­ρού­με­νη ἀ­φρι­σμέ­νη ἀγ­κα­λιά, ἀλ­λὰ κο­λύμ­πι μη­δέν, πό­σῳ μᾶλ­λον ποὺ συν­νέ­φια­σε στὸ λε­πτό, μαύ­ρι­σε γύ­ρω-γύ­ρω τὸ σκη­νι­κὸ τῆς αἰ­θρί­ας κι ἀ­κο­λού­θη­σε ἐ­κεί­νη ἡ κα­λο­και­ρι­νὴ μπό­ρα. Ὁ ἀ­έ­ρας βέ­βαι­α τὴ νύ­χτα εἶ­χε πέ­σει —μή­πως θὰ ἤ­θε­λε νὰ βγοῦν γιὰ ἕ­ναν πε­ρί­πα­το στὸ χω­ριό— ἔ­χουν και­ρό, ἡ θά­λασ­σα μπο­ρεῖ νὰ τοὺς πε­ρι­μέ­νει. Βλέ­πει τὰ τρι­αν­τά­φυλ­λα –μι­κρὰ ἄ­γρια τρι­αν­τά­φυλ­λα στὸ φρά­χτη – ἐ­ξη­γοῦν μὲ τὸ ἄ­ρω­μά τους κά­τι ποὺ εἶ­ναι δύ­σκο­λο νὰ τὸ πεῖς μὲ λό­για, καὶ τὸ χῶ­μα κά­τω καὶ ἡ ἄμ­μος, ἔ­χον­τας σκου­ρύ­νει, λαμ­πυ­ρί­ζει κά­που κά­που χα­ϊ­δε­μέ­νη ἀ­πὸ τὸν νέ­ο ἥ­λιο. Νὰ τὰ κλεί­σει τῆς ἔρ­χε­ται ὅ­λ’ αὐ­τὰ στὸ κου­τὶ τῆς ἀ­νά­μνη­σης, ὀρ­θο­γώ­νιο κου­τί, φτι­αγ­μέ­νο μὲ πα­λιὰ κο­χύ­λια, νὰ τὰ πά­ρει μα­ζί της.

 Bonsai-03c-GiaIstologio-04

Πη­γή: Πρώ­τη δη­μο­σί­ευ­ση.

Ἀρ­χον­τού­λα Δι­α­βά­τη (Θεσ­σα­λο­νί­κη) Σπού­δα­σε Νο­μι­κὰ καὶ Νε­ο­ελ­λη­νι­κὴ Φι­λο­λο­γί­α στὸ Ἀ­ρι­στο­τέ­λει­ο Πα­νε­πι­στή­μιο καὶ ἐρ­γά­στη­κε ὡς κα­θη­γή­τρια νο­μι­κὸς στὴ Δευ­τε­ρο­βάθ­μια ἐκ­παί­δευ­ση. Ἔ­χει ἐκ­δώ­σει ἕ­να λο­γο­τε­χνι­κὸ χρο­νι­κό Στὴ μά­να τοῦ νε­ροῦ (Ρο­δα­κιὸ). Τε­λευ­ταῖ­ο της βι­βλί­ο Τὸ ἀ­λο­γά­κι τῆς Πα­να­γί­ας (Νη­σί­δες, 2012).

.

Άρχοντούλα Διαβάτη: Βραδιάζει

 

 

 

Ἀρ­χον­τού­λα Δι­α­βά­τη

 

 

Βρα­διά­ζει

 

ΗΜΟΤΙΚΟ ΑΝΑΨΥΚΤΗΡΙΟ, βρα­δά­κι στὴν Ἀ­ρε­τσοῡ. Τρα­πε­ζά­κια ἔ­ξω κά­τω ἀ­πὸ κα­λα­μέ­νι­ες ὀμ­πρέ­λες μπηγ­μέ­νες στὴν ἄμ­μο. Μπρο­στὰ ἡ θά­λασ­σα νὰ πη­γαι­νο­έρ­χε­ται κι ἀ­πὸ μα­κριὰ ὁ ἀ­πό­η­χος τοῦ λου­να­πάρκ, φω­νές, κλά­μα­τα, γέ­λια, παι­δι­κὰ στριγ­γλί­σμα­τα, φω­νές. Ρὸζ μὼβ ὁ ὁ­ρί­ζον­τας ἴ­σια μπρο­στά, μὲ τὸ φά­ρο ποὺ ἀ­να­βο­σβή­νει κά­θε τό­σο —μιὰ εὔ­θυ­μη πρά­σι­νη ἀ­να­λαμ­πὴ στὸν πέ­τρι­νο λι­με­νο­βρα­χί­ο­να— κι ἀ­πὸ τὴν ἄλ­λη ὁ ἄλ­λος τσι­μεν­τέ­νιος βρα­χί­ο­νας, μπηγ­μέ­νος στὰ πλευ­ρὰ τῆς ἀ­κρο­για­λιᾶς. Ἀ­πὸ στιγ­μὴ σὲ στιγ­μὴ σκο­τει­νιά­ζει, ὁ ὁ­ρί­ζον­τας βά­φε­ται μπλὲ καὶ βυ­σι­νής. Ἕ­να μι­κρὸ πλοῖ­ο μὲ σβη­σμέ­να φῶ­τα περ­νά­ει καὶ φεύ­γει μα­κριὰ. Ἡ θά­λασ­σα πη­γαι­νο­έρ­χε­ται πάν­το­τε μπρο­στὰ σὲ ζευ­γά­ρια ἡ­λι­κι­ω­μέ­να, παι­διά, μο­να­χι­κὲς γυ­ναῖ­κες ποὺ κα­πνί­ζουν καὶ πα­ρέ­ες συν­τα­ξι­ού­χων ποὺ πί­νουν μπί­ρες ἢ τρῶ­νε χοτ­ντὸγκ. Νι­γη­ρια­νοὶ περ­νᾶν ἀ­πὸ τρα­πέ­ζι σὲ τρα­πέ­ζι προ­τεί­νον­τας πει­ρα­τι­κὰ σιν­τὶ τε­λευ­ταί­ας ἐ­σο­δεί­ας καὶ νε­α­ρὲς κι­νέ­ζες μὲ ἑ­τε­ρό­κλη­τα ἀν­τι­κεί­με­να σοῦ ἐκ­θέ­τουν χα­μο­γε­λών­τας φτη­νὰ ξυ­πνη­τή­ρια, βεν­τά­λι­ες, φα­κοὺς καὶ φω­το­γρα­φι­κὲς μη­χα­νὲς μιᾶς χρή­σε­ως. Ἕ­να ἀ­ε­ρο­πλά­νο κά­θε τό­σο κα­τε­βαί­νει μὲ θό­ρυ­βο πά­νω ἀ­π’ τὰ κε­φά­λια μας παίρ­νον­τας τὴ στρο­φὴ γιὰ νὰ προ­σγει­ω­θεῖ στὴ Μί­κρα. Θα­λασ­σι­νὴ αὔ­ρα, δρο­σιὰ σὰν ἁ­πα­λὸ φι­λὶ στοὺς ὤ­μους. Κα­λὰ κά­να­με καὶ ἤρ­θα­με. Ἀ­πὸ τὴ μιὰ στιγ­μὴ στὴν ἄλ­λη τὰ φῶ­τα ἀ­νά­βουν καὶ τὸ το­πί­ο γί­νε­ται ἀ­γνώ­ρι­στο μπλέ, κόκ­κι­νο, πορ­το­κα­λί – φὼβ ἠ­λε­κτρι­κὲς μο­νο­κον­τυ­λι­ές. Ἕ­νας νε­α­ρὸς ἄν­τρας ἀ­να­δύ­ε­ται ἀ­νέλ­πι­στα ἀ­πὸ τὴ θά­λασ­σα καὶ κα­τευ­θύ­νε­ται κα­τὰ τὰ ντοὺς. Κα­ται­ο­νι­σμὸς τὸ νε­ρὸ ἀ­πὸ ψη­λά, μο­νο­πω­λεῖ ὅ­λα τὰ μά­τια γιὰ λί­γο πά­νω του. Μπαμ­πά­δες μπρὸς-πί­σω μὲ τὸ μι­κρό τους γιὸ ποὺ τοῦ μα­θαί­νουν τὰ πράγ­μα­τα τῆς ζω­ῆς. Ἕ­νας ἀ­μί­λη­τος ἄν­θρω­πος κά­τι ἀ­φή­νει στὸ τρα­πέ­ζι μας. Δι­α­βά­ζω στὸ δα­κτυ­λο­γρα­φη­μέ­νο ση­μεί­ω­μα. «Τὸ ὄ­νο­μά μου εἶ­ναι Ριζ­βὰν Λούτ­βιντ. Νο­ση­λεύ­τη­κα… δὲν μπο­ρῶ νὰ δου­λέ­ψω… τρί­α παι­διά… Σᾶς πα­ρα­κα­λῶ… Σᾶς εὐ­χα­ρι­στῶ.»

 

 

 

Πηγή: Πρώτη δημοσίευση.

 

Ἀρ­χον­τού­λα Δι­α­βά­τη (Θεσσαλονίκη) Σπούδασε Νομικὰ καὶ Νεοελληνικὴ Φιλολογία στὸ Ἀριστοτέλειο Πανεπιστήμιο καὶ ἐργάστηκε ὡς καθηγήτρια νο­μικὸς στὴ Δευτεροβάθμια ἐκπαίδευση. Ἔχει ἐκδώσει ἕνα λογοτεχνικὸ χρονικό Στὴ μάνα τοῦ νεροῦ (Ροδακιὸ). Τελευταῖο της βιβλίο Τὸ ἀλογάκι τῆς Παναγίας (Νησίδες, 2012).