Ἀρ­χον­τού­λα Δι­α­βά­τη: Σέλφι



Ἀρ­χον­τού­λα Δι­α­βά­τη


Σέλφι


«…I FEEL GOOD…», ἕ­να δυ­να­τὸ οὐρ­λια­χτὸ ποὺ ἔ­κο­ψε τὸν χρό­νο στὰ δυ­ό, κι ὅ­λοι πε­τα­χτή­κα­με ὄρ­θιοι, τὸ χέ­ρι στὸ στῆ­θος πρὸς τὸ μέ­ρος τῆς καρ­διᾶς. Ὁ Τζαί­ημς Μπρά­ουν ἤ­τα­νε. Ἀ­πὸ ζευ­γά­ρια καὶ πα­ρέ­ες καὶ με­μο­νω­μέ­νοι ἄν­θρω­ποι γί­να­με ἕ­να ‘ἐ­μεῖς’. Ἐ­μεῖς οἱ ἐκ­δρο­μεῖς, ἐ­μεῖς ἡ κρου­α­ζι­έ­ρα γιὰ τὴ Γραμ­βού­σα καὶ τὸν Μπά­λο ποὺ ψι­λο­κου­βεν­τι­ά­ζα­με χα­λα­ρω­μέ­νοι πε­ρι­μέ­νον­τας νὰ ξε­κι­νή­σου­με μέ­χρι πού. Οὔφ, χα­μο­γε­λά­σα­με κα­θη­συ­χα­σμέ­νοι ‘ἐ­μεῖς’, ρί­χνον­τας μιὰ μα­τιὰ ἕ­να γύ­ρω, στοὺς ἄλ­λους πα­θόν­τες. Κο­ρί­τσια κι ἀ­γό­ρια, ζευ­γά­ρια, πα­ρέ­ες, μο­να­χι­κοὶ λι­γό­τε­ρο, μό­λις εἴ­χα­με κο­λυμ­πή­σει ὣς τὸ κα­ρά­βι μας με­τὰ τὶς βόλ­τες στοὺς δυ­ὸ μο­να­δι­κοὺς προ­ο­ρι­σμούς, φω­το­γε­νεῖς σί­γου­ρα, ρη­χὲς λι­μνο­θά­λασ­σες μὲ με­γά­λες κρυμ­μέ­νες κο­τρό­νες βα­θύ­τε­ρα, καὶ λά­βα­με θέ­σεις ὕ­στε­ρα γιὰ τὴν ἐ­πι­στρο­φή. Ὅ­λο κι ἀ­νέ­βαι­ναν ἀ­πὸ τὴν πλα­ϊ­νὴ σκά­λα ἀ­στρα­φτε­ρὰ μπι­κί­νι , κο­ρι­τσο­μά­νι καὶ ζευ­γά­ρια κά­νον­τας ἀ­κό­μα μιὰ βου­τιὰ καὶ φω­το­γρα­φί­ες καὶ σέλ­φι καὶ πά­λι στὸν βα­τή­ρα, φω­το­γρα­φί­ες καὶ βου­τι­ὲς καὶ σέλ­φι – ἐ­ξαρ­γυ­ρώ­νον­τας τὴν ὀ­λι­γό­λε­πτη δι­α­ση­μό­τη­τα ποὺ εἶ­χε δι­εκ­δι­κή­σει γιὰ τοὺς ἄ­ση­μους ὁ Ἄν­τυ Γου­ῶρ­χολ.

       Αὔ­γου­στος. Δι­α­κο­πές. Εἴ­χα­νε σχε­διά­σει ἐ­πὶ χάρ­του δι­α­δρο­μὲς καὶ τα­ξί­δια μὲς στὸ τα­ξί­δι, καὶ τὶς πραγ­μα­το­ποι­οῦ­σαν κα­τὰ λέ­ξη με­τά. Ξε­νο­δο­χεῖ­ο στὸ πα­λιὸ λι­μά­νι στὰ Χα­νιὰ κι ἀ­πὸ κεῖ δι­α­δρο­μὲς δι­ά­φο­ρες στὴ Χα­λέ­πα, στὸ Ἀ­κρω­τή­ρι γιὰ τοὺς τά­φους τῶν Βε­νι­ζέ­λων ὅ­σο ρό­δι­ζε τὸ ἡ­λι­ο­βα­σί­λε­μα, στὸν Βά­μο, στὴ Φα­λά­σαρ­να, στὸν Ὁ­μα­λό, στὴν Κάν­τα­νο καὶ τώ­ρα νά ποὺ ἡ κρου­α­ζι­έ­ρα τους εἶ­χε λά­βει τέ­λος. Ἡ λι­μνο­θά­λασ­σα τοῦ Μπά­λου μὲ τὰ σμα­ρα­γδέ­νια νε­ρὰ καὶ τὴ λευ­κὴ ἄμ­μο τῆς εἶ­χε κο­στί­σει μιὰ ἄ­γαρ­μπη γλί­στρα στὴ σκά­λα τοῦ πλοί­ου καὶ ἕ­να χτύ­πη­μα στὸ μι­κρὸ δα­χτυ­λά­κι τοῦ πο­διοῦ ποὺ τὴν πο­νοῦ­σε καὶ τὴν ἔ­σφα­ζε ὅ­σο περ­νοῦ­σε ἡ ὥ­ρα. Αὔ­ριο θὰ πή­γαι­ναν στὸ Ἐ­λα­φο­νή­σι, ἄλ­λη πε­ρι­πέ­τεια τοὺς πε­ρί­με­νε κι ἐ­κεῖ, μὲ τὶς ρό­δι­νες λι­μνο­θά­λασ­σες ποὺ σύ­στη­ναν μὲ πά­θος οἱ του­ρι­στι­κοὶ ὁ­δη­γοί. Καὶ τα­βερ­νά­κια, βόλ­τες, ἐκ­δρο­μές, θά­λασ­σες κι ἱ­στο­ρί­ε­ς στὴν πό­λη μέ­χρι τὸ τέ­λος, ποὺ θὰ ἔ­παιρ­ναν τὸ πλοῖ­ο τοῦ γυ­ρι­σμοῦ γιὰ τὸν Πει­ραι­ά. Χρό­νια τα­ξι­δεύ­ουν μα­ζὶ πα­ρέ­α τὰ τρί­α ζευ­γά­ρια. Ἔ­χουν μά­θει νὰ ὑ­πο­χω­ροῦν, νὰ χα­μο­γε­λοῦν, νὰ ἀν­τέ­χουν στρα­βο­μου­τσου­νι­ά­ζον­τας ἀ­στεῖ­α τὶς ἰ­δι­ο­τρο­πί­ες —ὁ ἕ­νας τοῦ ἀλ­λου­νοῦ—ποὺ μὲ τὰ χρό­νια γι­γαν­τώ­νον­ται. Ἡ Λυ­δί­α, ποὺ ἐν­νο­εῖ πάν­το­τε νὰ ἀλ­λά­ζουν θέ­ση δυ­ὸ καὶ τρεῖς φο­ρὲς στὸ τα­βερ­νά­κι, στὴν πα­ρα­λί­α, στὸ κα­φε­νεῖ­ο, μέ­χρι νὰ πε­τύ­χουν τὴν πιὸ κα­λὴ θέ­α, τὸ πιὸ δρο­σε­ρὸ τρα­πέ­ζι. Ἡ Ἰ­φι­γέ­νεια, ποὺ ἐ­πι­μέ­νει φορ­τι­κὰ νὰ γί­νον­ται δε­κτὲς οἱ προ­τά­σεις της, δὲν θὰ πή­γαι­ναν καὶ στὸ και­νούρ­γιο μου­σεῖ­ο τῆς Ἐ­λεύ­θερ­νας; Δὲν θὰ ἐ­πι­σκέ­πτον­ταν ἴ­σως καὶ τὴ Μη­λιά; Τῆς εἶ­χαν πεῖ ὅ­τι θὰ ἔ­βρι­σκαν ἐ­κεῖ ἕ­να μο­να­δι­κὸ ὀ­ρει­νὸ χω­ριὸ μὲ οἰ­κο­λο­γι­κὴ συ­νεί­δη­ση – νὰ φαν­τα­στεῖς ὅ­τι δὲν εἶ­χαν οὔ­τε φῶς οὔ­τε νε­ρό. Ἔ, καὶ εἶ­χαν φτά­σει ἀ­σθμαί­νον­τες, κα­τα­σκο­νι­σμέ­νοι ἀ­π’ τὸν χω­μα­τό­δρο­μο καὶ βρῆ­καν ἁ­πλῶς ἕ­ναν πλή­ρως ἐ­ξο­πλι­σμέ­νο του­ρι­στι­κὸ οἰ­κι­σμό. Ὁ Λευ­τέ­ρης πά­λι, τῆς Ἰ­φι­γέ­νειας, ἐν­νο­εῖ νὰ κο­λυμ­πή­σει, ἀ­νε­ξαρ­τή­τως προ­γράμ­μα­τος, σὲ κά­θε πα­ρα­λί­α ποὺ συ­ναν­τοῦν, ἐ­νῶ ὁ Πα­να­γι­ώ­της, ὁ δι­κός της, ἔ­χει ἀλ­λά­ξει κα­νὰ δυ­ὸ φο­ρὲς —μὲ συ­νο­πτι­κὲς δι­α­δι­κα­σί­ες— τὸ σχέ­διο πλεύ­σης, προ­κει­μέ­νου νὰ ἀ­πο­λαύ­σουν ἕ­να οὐ­ζά­κι στὴν πρά­σι­νη αὐ­λὴ τοῦ βα­θύ­σκι­ω­του κα­φε­νέ, στὸ Γα­βα­λο­χώ­ρι γιὰ πα­ρά­δειγ­μα, ἄ­κυ­ρο τὸ μπά­νιο ποὺ ἦ­ταν στὸ πρό­γραμ­μα. Ἀ­δι­έ­ξο­δο. Ἀλ­λά, πε­ρι­έρ­γως, οἱ ἄν­τρες χαί­ρουν μᾶλ­λον ἀ­συ­λί­ας, καὶ οἱ δι­κές τους πα­ρα­ξε­νι­ὲς δὲν κα­τα­με­τροῦν­ται ὡς τέ­τοι­ες, κι ὅ­λο καὶ βγαί­νουν ἀ­λώ­βη­τοι ἀ­πὸ πρω­το­βου­λί­ες ἀ­νή­κου­στες γιὰ κεῖ­νες. Θὰ μπο­ροῦ­σαν, βέ­βαι­α, νὰ συμ­μα­χή­σουν συμ­με­τρι­κά, οἱ γυ­ναῖ­κες με­τα­ξύ τους, χρό­νια φί­λες ἐξ ἄλ­λου καὶ συμ­φοι­τή­τρι­ες πα­λι­ό­τε­ρα, ἀ­πὸ κεῖ­νες ἔ­χει δέ­σει καὶ ἡ φι­λί­α τῶν ἀν­τρῶν τους καὶ κρα­τά­ει γε­ρά, ἀλ­λὰ νὰ ποὺ συ­χνὰ προ­τι­μοῦν συμ­βα­τι­κὰ τὴν ἀ­νί­ε­ρη συμ­μα­χί­α τοῦ ζευ­γα­ριοῦ. Ἀ­πα­ρά­δε­κτο. Καὶ πά­λι ἀ­να­πο­λοῦν τὶς περ­σι­νὲς δι­α­κο­πὲς —σὲ ποιό νη­σί;— καὶ τὶς προ­πέρ­σι­νες, προ­σπα­θοῦν νὰ θυ­μη­θοῦν συ­νε­ται­ρι­κὰ —προ­ϊ­ού­σης τῆς ἡ­λι­κί­ας ἡ μνή­μη τους ὀ­πι­σθο­χω­ρεῖ— χρο­νι­ὲς καὶ το­πω­νύ­μια, πα­λιά τους κα­τορ­θώ­μα­τα, καὶ ἀ­νέκ­δο­τα καὶ τρα­γού­δια καὶ ἡ­με­ρο­μη­νί­ες, καὶ δί­νουν τό­πο στὴν ὀρ­γὴ καὶ ἀ­νέ­χον­ται τὸν ἄλ­λο, ποὺ ποιός εἶ­ναι στὸ κά­τω-κά­τω, ὁ στε­νός τους φί­λος εἶ­ναι, ἡ κα­λή τους φί­λη ποὺ δο­κι­μά­ζει βέ­βαι­α τὰ ὅ­ριά τους. Ἂν ἦ­ταν οἱ δυ­ό τους μὲ τὸ θε­σμι­κό τους ταί­ρι, θὰ εἶ­χαν σκυ­λο­κα­βγα­δί­σει τοῦ κα­λοῦ και­ροῦ. Τώ­ρα, μό­νο κα­νέ­νας ἀ­να­στε­ναγ­μὸς καὶ συ­νω­μο­τι­κὰ βλέμ­μα­τα αὐ­το­λύ­πη­σης. Τί νὰ γί­νει, θὰ πε­ρά­σουν οἱ μέ­ρες, θὰ ὁ­λο­κλη­ρω­θοῦν τὰ προ­γράμ­μα­τά τους, θὰ μποῦν στὸ πλοῖ­ο —στὸν Κύ­δω­να ἢ στὸ Μά­τζικ Λάιφ— καὶ θὰ γυ­ρί­σουν στρι­μωγ­μέ­νοι στὴν κοι­νή τους με­γά­λη σα­κα­ρά­κα μὲ ὑ­περ­δι­πλά­σια τὰ μπαγ­κά­ζια στὸν γυ­ρι­σμό, ἀ­πὸ δῶ­ρα καὶ ἀ­γο­ρές, θὰ πε­ρά­σουν τὶς φω­το­γρα­φί­ες στὸ κομ­πι­οῦ­τερ, μαυ­ρι­σμέ­νοι, δυ­ὸ κι­λὰ βα­ρύ­τε­ροι, ἕ­τοι­μοι νὰ ἀ­παν­τή­σουν χα­μο­γε­λών­τας στὴν ἐ­πί­μα­χη ἐ­ρώ­τη­ση, ναί, ὀ­νει­ρε­μέ­να πέ­ρα­σαν καὶ φέ­τος. Καὶ τοῦ χρό­νου.



Πη­γή: Πρώτη δημοσίευση.

Ἀρ­χον­τού­λα Δι­α­βά­τη (Θεσ­σα­λο­νί­κη). Σπού­δα­σε Νο­μι­κὰ καὶ Νε­ο­ελ­λη­νι­κὴ Φι­λο­λο­γί­α στὸ Ἀ­ρι­στο­τέ­λει­ο Πα­νε­πι­στή­μιο καὶ ἐρ­γά­στη­κε ὡς κα­θη­γή­τρια νο­μι­κὸς στὴ Δευ­τε­ρο­βάθ­μια ἐκ­παί­δευ­ση. Ἔ­χει ἐκ­δώ­σει τὰ βι­βλία Στὴ μά­να τοῦ νε­ροῦ (Χρο­ν­ι­­κό, ἐκδ. Ρο­δα­κιό), Τὸ ἀ­λο­γά­κι τῆς Πα­να­γί­ας (Μυ­θι­στο­ρί­ες, Νη­σί­δες, 2012) κ.ἄ.


		
Advertisements

Ἀρ­χον­τού­λα Δι­α­βά­τη: Ὀνομάτων ἐπίσκεψις



Ἀρ­χον­τού­λα Δι­α­βά­τη

Ὀνομάτων ἐπίσκεψις


ΤΕΣ ἀ­κό­μα οἱ σύλ­λο­γοι ἔ­κο­βαν βα­σι­λό­πι­τες καὶ με­τὰ ὁ Ἅ­γιος Βα­λεν­τί­νος, ἡ Τσι­κνο­πέμ­πτη καὶ τὸ ἐ­πο­χια­κὸ μα­γα­ζὶ μὲ τὶς μπά­λες γιὰ τὸ χρι­στου­γεν­νι­ά­τι­κο δέν­τρο, μὲ τὰ δέν­τρα τὰ πρά­σι­να καὶ τὰ ἀ­ση­μιὰ καὶ τὰ φω­τά­κια, ἄλ­λα­ξε ἤ­δη πρό­σω­πο. Στο­λὲς καὶ μά­σκες τώ­ρα καὶ γιρ­λάν­τες καὶ μου­σι­κὲς λά­τιν. Τοῦ Τε­λώ­νου, τοῦ Ἀ­σώ­του, πρῶ­το Ψυ­χο­σάβ­βα­το, Ἀ­πο­κριά, Τυ­ρι­νή, δεύ­τε­ρο Ψυ­χο­σάβ­βα­το, Κα­θα­ρὰ Δευ­τέ­ρα, τρί­το Ψυ­χο­σάβ­βα­το, Χαι­ρε­τι­σμοί, Πά­σχα.

       Εἶ­χε κά­νει κόλ­λυ­βα γιὰ τὶς ψυ­χὲς καὶ τὰ πῆ­γε ἀρ­γο­πο­ρών­τας – τέ­λει­ω­νε ἀρ­γὰ σή­με­ρα ἡ ἐκ­κλη­σί­α. Ἔ­φτα­σε κα­τὰ τὸ τέ­λος ποὺ κοι­νω­νοῦ­σαν με­ρι­κοὶ καὶ με­τὰ ὁ πα­πὰς πῆ­ρε θέ­ση μπρὸς στὴν ὡ­ραί­α Πύ­λη μὲ τὰ χαρ­τιὰ στὸ χέ­ρι κι ἄρ­χι­σε νὰ ἀ­παγ­γέλ­λει τὰ ὀ­νό­μα­τα γιὰ τὸ μνη­μό­συ­νο, χαρ­τά­κι-χαρ­τά­κι, μα­σών­τας τὶς συλ­λα­βές, παίρ­νον­τας σβάρ­να τὶς κα­τα­λή­ξεις, τὰ κα­τε­βα­τὰ τῶν ὀ­νο­μά­των, ἕ­να κα­ται­γι­στι­κὸ ντό­μι­νο χω­ρὶς τέ­λος. Μιὰ Ἀρ­γυ­ρή, μιὰ Θελ­ξι­ό­πη —βάλ­θη­κε νὰ προ­σέ­χει τὴ μου­σι­κό­τη­τα τῶν πιὸ σπά­νι­ων ὀ­νο­μά­των— δυ­ὸ τρεῖς Κω­σταν­τι­νι­ές, μιὰ Πα­ρέ­σα, πέ­ρα­σαν τρέ­χον­τας κα­κο­πα­θη­μέ­νες ἀ­πὸ τὸ στό­μα τοῦ πά­πα-Γρη­γό­ρη. Τὸ πρῶ­το ὄ­νο­μα σὲ κά­θε χαρ­τὶ με­τροῦ­σε, ἡ δε­σπό­ζου­σα, καὶ τὰ ὑ­πό­λοι­πα ἔ­τρε­χαν ἀ­πὸ πί­σω λί­γο-πο­λὺ σι­γα­νὰ καὶ στρα­βο­πα­τη­μέ­να. Κά­πο­τε στα­μα­τοῦ­σε ἐ­κεῖ­νος, σώ­παι­νε προ­σπα­θών­τας νὰ ἀ­πο­κω­δι­κο­ποι­ή­σει συλ­λα­βι­στὰ ἕ­να κα­κο­γραμ­μέ­νο ὄ­νο­μα, καὶ πά­λι με­τὰ νε­ρά­κι, κα­ταρ­ρά­κτης οἱ Δο­μνί­κες, οἱ Ἰ­φι­γέ­νει­ες, κά­ποι­ες μο­να­χὲς ποὺ συγ­χω­ρέ­θη­καν καὶ κά­ποι­ες Μελ­πο­μέ­νες, κα­τά­λο­γοι πο­λε­μι­στῶν στὸ ἰ­λι­α­δια­κὸ ἔ­πος.

       Ὁ κό­σμος —οἱ γυ­ναῖ­κες κυ­ρί­ως— κά­θον­ταν συγ­κεν­τρω­μέ­νες , στή­νον­τας τὸ ἀ­φτὶ ν’ ἀ­κού­σουν τὰ ὀ­νό­μα­τα τῶν νε­κρῶν τους, μέ­χρι ποὺ ξε­χνι­οῦν­ταν, ἀ­φαι­ροῦν­ταν νὰ κοι­τά­ζουν τὶς φω­τί­τσες τῶν κε­ρι­ῶν στὶς γυ­ά­λι­νες πι­α­τέ­λες μὲ τὰ κόλ­λυ­βα ποὺ εἶ­χαν ἀ­πο­θέ­σει ἐ­κεῖ, στο­λι­σμέ­να μὲ σπυ­ριὰ ἀ­πὸ ρό­δι οἱ πιὸ μα­στό­ρισ­σες, ἀ­λεύ­ρι σω­τα­ρι­σμέ­νο καὶ σου­σά­μι, χώ­ρια οἱ στα­φί­δες καὶ τὰ κα­ρύ­δια γιὰ νὰ χα­ρα­χτεῖ ὁ σταυ­ρὸς πά­νω στὴν ἄ­χνη, ἐ­κεῖ, σὲ τρί­α τέσ­σε­ρα τρα­πέ­ζια πά­νω, φί­σκα οἱ πι­α­τέ­λες – ἡ ἐ­νο­ρί­α ἦ­ταν με­γά­λη κι οἱ καν­τη­λα­νά­φτες πη­γαι­νο­έρ­χον­ταν πέ­ρα-δῶ­θε μὲ πρό­σφο­ρα καὶ κόλ­λυ­βα νέ­α ποὺ κα­τέ­φθα­ναν καὶ τὰ ἐ­να­πό­θε­ταν κι ἄλ­λες γυ­ναῖ­κες, ξα­νὰ καὶ ξα­νά, χω­ρὶς τε­λει­ω­μό. Ὁ ἕ­νας πα­πὰς βρα­χνι­α­σμέ­νος κι­ό­λας ἀ­πὸ τὴν πλημ­μυ­ρί­δα τῆς ἀ­παγ­γε­λί­ας εἶ­χε δώ­σει ἤ­δη τὴ σκυ­τά­λη σὲ ἕ­ναν νε­ό­τε­ρο ψη­λὸ γε­μά­το δύ­να­μη ἀ­κό­μα. Χα­μο­γε­λά­ει στὴ σκέ­ψη τῆς μά­νας της: δὲν ἤ­θε­λε νὰ ξέ­ρουν οἱ κό­ρες της ἀ­πὸ κόλ­λυ­βα καὶ τὰ πα­ρό­μοι­α ἔ­θι­μα.

       Τώ­ρα ὅ­λες οἱ γυ­ναῖ­κες συγ­χρό­νως πλη­σιά­ζουν νὰ πά­ρουν τὴν ἁ­γι­α­σμέ­νη τους πι­α­τέ­λα. Φι­λὶ κι ἀν­τί­δω­ρο, ἔ­ξο­δος καὶ στὸ σπί­τι γιὰ τὸν κα­φὲ τῆς συγ­χώ­ρε­σης.



Πη­γή: Ἀπὸ τὴν συλλογή: Σκου­λα­ρί­κι στὴ μύ­τη (Δι­η­γή­μα­τα, ἐκδ. Νη­σί­δες, 2015). Πρώ­τη δη­μο­σί­ευ­ση: περ. Μαν­δρα­γό­ρας, ἀρ. 51, Δε­κέμ­βρι­ος 2014.

Ἀρ­χον­τού­λα Δι­α­βά­τη (Θεσ­σα­λο­νί­κη). Σπού­δα­σε Νο­μι­κὰ καὶ Νε­ο­ελ­λη­νι­κὴ Φι­λο­λο­γί­α στὸ Ἀ­ρι­στο­τέ­λει­ο Πα­νε­πι­στή­μιο καὶ ἐρ­γά­στη­κε ὡς κα­θη­γή­τρια νο­μι­κὸς στὴ Δευ­τε­ρο­βάθ­μια ἐκ­παί­δευ­ση. Ἔ­χει ἐκ­δώ­σει τὰ βι­βλία Στὴ μά­να τοῦ νε­ροῦ (Χρο­ν­ι­­κό, ἐκδ. Ρο­δα­κιό), Τὸ ἀ­λο­γά­κι τῆς Πα­να­γί­ας (Μυ­θι­στο­ρί­ες, Νη­σί­δες, 2012) κ.ἄ.

 

Ἀρ­χον­τού­λα Δι­α­βά­τη: Τὸ Συνδικάτο τοῦ Ἐγκλήματος


diabatiarchontoula-tosyndikatotouegklimatos-eikona-01


Ἀρ­χον­τού­λα Δι­α­βά­τη


Τὸ Συνδικάτο τοῦ Ἐγκλήματος


06-sΤΟ ΠΑΤΑΡΙ σκα­λί­ζον­τας πα­λιὰ τε­φτέ­ρια εἶ­χε βρεῖ ἐ­κεῖ­νο τὸ κεί­με­νο. Τὸ συν­δι­κά­το τῶν τρι­ῶν, ὑ­πὸ —ἄ­νω κά­τω τε­λεί­α— Λου­κί­α Στέλ­λα Ρο­δού­λα —στὴν ὀ­νο­μα­στι­κή— ἕ­να ὅ­πλο καὶ μιὰ μά­σκα ζω­γρα­φι­σμέ­να μὲ σι­νι­κή, κι ἀ­πὸ κά­τω —πρά­κτο­ρες θα­νά­του —ἄ­νω κά­τω τε­λεί­α— πρά­κτωρ Υ-17 Νί­να, πρά­κτωρ Χ-10 Σο­φί­α, πρά­κτωρ Κ+6 Μα­ρι­έ­τα. Ἔ­τσι τι­μω­ρεῖ τὸ συν­δι­κά­το τοὺς πα­ρα­βά­τες – ὄ­χι ὅ­μως καὶ τὴν Κό­ζα νό­στρα.Ὑ­πο­γρα­φὲς δυ­σα­νά­γνω­στες καὶ πά­λι ζω­γρα­φι­σμέ­να ὅ­πλα μὲ σι­νι­κὴ καὶ ἡ ὑ­πό­λοι­πη σε­λί­δα κομ­μέ­νη ἐ­κεῖ ποὺ ἐ­πι­δί­κα­ζαν μιὰ τι­μω­ρί­α σ’ αὐ­τήν, ἕ­ναν ἀ­πὸ τοὺς τε­λευ­ταί­ους πρά­κτο­ρες. Θυ­μᾶ­ται ἀ­κό­μα τὸ σφί­ξι­μο στὸ στο­μά­χι ἐ­κεί­νης τῆς ἡ­μέ­ρας. Τὰ κρυ­φὰ γέ­λια, τὰ ὑ­πο­νο­ού­με­να καὶ τὶς σι­ω­πὲς τῆς πα­ρέ­ας στὸ ἰ­δι­αί­τε­ρο μά­θη­μα τῶν Μα­θη­μα­τι­κῶν, ὅ­που βρί­σκον­ταν —τὸ Συν­δι­κά­το— τὰ ἀ­πο­γεύ­μα­τα. Ἦ­ταν μα­ζὶ καὶ δὲν ἦ­ταν. Ἦ­ταν φί­λες καὶ δὲν ἦ­ταν. Δὲν τὴν ἔ­παιρ­ναν στὶς συ­νε­δριά­σεις τοῦ Συν­δι­κά­του καὶ τὴν εἶ­χαν παι­δὶ γιὰ τὰ θε­λή­μα­τα, ἀλ­λὰ μέ­χρι τοῦ ση­μεί­ου νὰ τῆς ἔ­χουν κη­ρύ­ξει ἐμ­πάρ­γκο, νὰ τὴν ἔ­χουν στὸ πε­ρι­θώ­ριο καὶ νὰ λέ­νε μυ­στι­κὰ ἡ μιὰ στὴν ἄλ­λη κοι­τών­τας μὲ νό­η­μα πρὸς τὸ μέ­ρος της, πή­γαι­νε πο­λύ. Ἕ­νας κόμ­πος στὸ λαι­μό, φό­βος, πα­ρά­πο­νο, ντρο­πὴ σὲ ἡ­με­ρή­σια δι­ά­τα­ξη καὶ ποῦ νὰ τὰ ξο­μο­λο­γη­θεῖ ὅ­λα αὐ­τά, οἱ φί­λες της ἦ­ταν, δὲν ἦ­ταν τί­πο­τα ξέ­νες, ὥ­σπου ὁ κα­θη­γη­τής τους τὴν εἶ­χε πά­ρει ὑ­πὸ τὴν προ­στα­σί­α του, δὲν ἔ­βλε­πε πό­σο λί­γο τὴν ἀ­γα­ποῦ­σαν οἱ φί­λες της ἄλ­λο ἀ­ξι­ο­δά­κρυ­το γε­γο­νὸς κι αὐ­τό, ποὺ τὴν ὑ­πο­βάθ­μι­ζε ἀ­κό­μα πε­ρισ­σό­τε­ρο, αὐ­τὴ ἤ­θε­λε νὰ μεί­νει στὸ συν­δι­κά­το, ἤ­θε­λε νὰ εἶ­ναι ὅ­πως αὐ­τές, δὲν ἤ­θε­λε νὰ τὴν ἔ­χουν στὴν ἄ­κρη, νά ὅ­μως ποὺ δὲν τὴν ἤ­θε­λαν, ἀ­ταί­ρια­στη ἀ­νά­με­σά τους κι ἤ­θε­λαν λέ­ει νὰ τὴν κη­ρύ­ξουν ἀ­νε­πι­θύ­μη­τη καὶ νὰ τὸ δι­α­δώ­σουν σὲ ὅ­λη τὴν τά­ξη πὼς τά­χα εἶ­χε ἐ­ρω­τευ­τεῖ τὸν κα­θη­γη­τὴ τῶν Μα­θη­μα­τι­κῶν!


       Κα­λε­σμέ­νη σή­με­ρα σὲ μιὰ μι­κρὴ σύ­να­ξη πα­λι­ῶν συμ­μα­θη­τρι­ῶν τὶς εἶ­δε ὅ­λες ἐ­κεῖ. Ὥ­ρι­μες γυ­ναῖ­κες, ἀλ­λαγ­μέ­νες ὅ­λες τους, λί­γο πιὸ βα­ριὰ ἢ ἰ­σχνὴ σι­λου­έ­τα, μο­να­χι­κὲς ἢ ὄ­χι, δι­α­ζευγ­μέ­νες ἢ παν­τρε­μέ­νες μὲ παι­διὰ —με­ρι­κὲς καὶ μὲ ἐγ­γό­νια— κά­ποι­ες ἀ­γνώ­ρι­στες καὶ ἀ­ποῦ­σες, ἀ­πο­συρ­μέ­νες στὸν ἑ­αυ­τό τους, ἄ­ερ­γες, ἄ­νερ­γες, ἐ­παγ­γελ­μα­τί­ες ἢ νοι­κο­κυ­ρὲς κι ἄλ­λες ζων­τα­νές, μὲ ἐν­δι­α­φέ­ρον­τα καὶ κοι­νω­νι­κοὺς προ­βλη­μα­τι­σμούς, κα­λη­ώ­ρα ἡ Ρο­δού­λα, ποὺ θέ­λη­σε νὰ ὀρ­γα­νώ­σουν —λέ­ει— ἡ πα­λιὰ πα­ρέ­α, τί συγ­κι­νη­τι­κό, μιὰ δι­ά­λε­ξη γιὰ τὸ bullying στὸ σχο­λεῖ­ο τοῦ ἐγ­γο­νοῦ της, μή­πως ἤ­θε­λε νὰ τὸ ἀ­να­λά­βει;


bonsai-03c-giaistologio-04


Πη­γή: Ἀπὸ τὴν συλλογή: Σκου­λα­ρί­κι στὴ μύ­τη (Δι­η­γή­μα­τα, ἐκδ. Νη­σί­δες, 2015). Πρώ­τη δη­μο­σί­ευ­ση: περ. Μαν­δρα­γό­ρας, ἀρ. 51, Δε­κέμ­βρι­ος 2014.

Ἀρ­χον­τού­λα Δι­α­βά­τη (Θεσ­σα­λο­νί­κη). Σπού­δα­σε Νο­μι­κὰ καὶ Νε­ο­ελ­λη­νι­κὴ Φι­λο­λο­γί­α στὸ Ἀ­ρι­στο­τέ­λει­ο Πα­νε­πι­στή­μιο καὶ ἐρ­γά­στη­κε ὡς κα­θη­γή­τρια νο­μι­κὸς στὴ Δευ­τε­ρο­βάθ­μια ἐκ­παί­δευ­ση. Ἔ­χει ἐκ­δώ­σει τὰ βι­βλία Στὴ μά­να τοῦ νε­ροῦ (Χρο­ν­ι­­κό, ἐκδ. Ρο­δα­κιό), Τὸ ἀ­λο­γά­κι τῆς Πα­να­γί­ας (Μυ­θι­στο­ρί­ες, Νη­σί­δες, 2012) κ.ἄ.



		

	

Ἀρχοντούλα Διαβάτη: Σκουλαρίκι στὴ μύτη

.

DiabatiArchontoula-Skoulariki-Eikona-05

.

Ἀρ­χον­τού­λα Δι­α­βά­τη

 

Σκου­λα­ρί­κι στὴ μύ­τη

.

01-TaphΑ ΠΟΥΛΙΑ ΟΛΑ ΜΑΖΙ καὶ ἕ­να-ἕ­να ἔ­λε­γαν κά­τι ποὺ τῆς δι­έ­φευ­γε. Ἕ­να χε­λι­δό­νι πέ­ρα­σε ξυ­στὰ ἀ­πὸ τὴν κουρ­τί­να ποὺ ἀ­νέ­μι­σε τρο­μαγ­μέ­νη. Τί ὦ­ρα ἦ­ταν; Ρο­λό­ι που­θε­νά. Ἀ­να­ζή­τη­σε μη­χα­νι­κὰ τὸ κι­νη­τό της, σι­ω­πη­λό, ξε­χα­σμέ­νο στὸ σα­κί­διο χω­ρὶς φόρ­τι­ση. Ἡ­συ­χί­α στὸ ξε­νο­δο­χεῖ­ο. Πα­ρα­ῆ­ταν πρω­ὶ γιὰ τὰ δε­δο­μέ­να τους. Κά­τι τζιτ­ζί­κια μο­νά­χα ἔ­πια­ναν εὐ­συ­νεί­δη­τα δου­λειά. Τσά­κι­σε ἐ­κεί­νη τὴ σε­λί­δα στὸ βι­βλί­ο ποὺ δι­ά­βα­ζε —ὅ­λη τὴ νύ­χτα ἄυ­πνη κα­τὰ τὴ συ­νή­θειά της, πρώ­τη βρα­διὰ σὲ ἀλ­λι­ώ­τι­κο χῶ­ρο ἀ­π’ τὸν γνω­στό της, εἶ­χε φτά­σει στὴ σε­λί­δα 280 Στὸ τέλος τῆς γῆς— κι ἐ­κεῖ­νος γύ­ρι­σε ἀ­πὸ τὴν τρα­πε­ζα­ρί­α φορ­τω­μέ­νος μὲ τὸ δί­σκο: κα­φές, γά­λα, κρουα­σὰν κι ὅ­λα τὰ κα­λὰ τοῦ θε­οῦ σὲ πυ­ρα­μί­δα. Μέ­σα στὴν ἡ­συ­χί­α τοῦ πρω­ι­νοῦ ἀ­κού­στη­κε δο­ξα­στι­κὰ τὸ ρο­λό­ι ἀ­πὸ τὴν πλα­τεί­α τοῦ χω­ριοῦ. Μιά, δυ­ό, τρεῖς, ἄρ­χι­σαν νὰ με­τρᾶν μα­ζὶ τοὺς χτύ­πους γε­λών­τας δυ­να­τά· πρὶν πε­ρά­σουν στὴ βε­ράν­τα, ρι­γών­τας στὴν πρω­ι­νὴ ψύ­χρα σταλ­μέ­νη ἀ­πὸ τὴ θά­λασ­σα ποὺ ἔ­λαμ­πε κά­τω καὶ πέ­ρα ἀ­πὸ πρά­σι­νους καὶ γα­λά­ζιους μπα­ξέ­δες. Ἐ­λι­ές, συ­κι­ές, κλή­μα­τα καὶ δυ­ὸ τρί­α σπί­τια μὲ κόκ­κι­νη στέ­γη καὶ αὐ­λή. Πάν­το­τε στὶς δι­α­κο­πὲς συ­σχε­τί­ζα­νε καὶ συγ­κρί­να­νε τοὺς τό­πους κι ἀ­να­κε­φα­λαι­ώ­να­νε: πῶς μοιά­ζουν με­τὰ τό­σα χρό­νια ποὺ ἔ­χου­νε νὰ ἔρ­θου­νε, ποὺ εἴ­χα­νε τὰ παι­διὰ μι­κρά, καὶ νά, ἀ­κρι­βῶς τὸ ἴ­διο δω­μά­τιο τοὺς εἶ­χαν δώ­σει, φαν­τά­σου σύμ­πτω­ση! Καὶ πό­τε ἤ­τα­νε ἀ­κρι­βῶς, ὁ Ἀ­λέ­ξης πή­γαι­νε νη­πι­α­γω­γεῖ­ο ἢ δη­μο­τι­κὸ, κι ἡ Γε­ωρ­γί­α εἶ­χε γεν­νη­θεῖ;

       Θυ­μᾶ­σαι; Ἤ­θε­λε νὰ τοῦ δι­η­γη­θεῖ ἐ­κεί­νη τὴν πα­λιὰ ἱ­στο­ρί­α – θο­λὰ ξέ­φτια ἀ­νέ­βαι­νε ἀρ­γὰ-ἀρ­γὰ μέ­σα της. Σκου­λα­ρί­κι στὴ μύ­τη, μὲ τὸν κω­δι­κὸ αὐ­τὸ τὴν εἶ­χε κα­τα­χω­ρί­σει στὸ μυα­λό της καὶ τώ­ρα τὴν ἀ­νέ­συ­ρε χα­μο­γε­λών­τας μὲ τρυ­φε­ρό­τη­τα. Καὶ τὴν δι­η­γι­ό­ταν στὸν ἑ­αυ­τὸ της πρῶ­τα, ἀλ­λά­ζον­τας, ἐ­πι­νο­ών­τας ξα­νὰ τὸ πα­ρελ­θόν, αὐ­θαι­ρε­τών­τας ὅ­σο ἤ­θε­λε. Για­τί ὄ­χι;

      Στὸ νη­σί, στὰ ἐ­νοι­κι­α­ζό­με­να ἀ­ρα­χτοὶ —πό­σα χρό­νια πρίν;— κι ἀ­πὸ τὸ δι­πλα­νὸ δω­μά­τιο εἶ­χαν ἀ­κού­σει γιὰ πρώ­τη φο­ρὰ ἐ­κεῖ­νο τὸ γέ­λιο νὰ πιά­νει ὅ­λο τὸ χῶ­ρο, νὰ ἐ­ξα­πλώ­νε­ται —κα­λο­και­ρά­κι ἀ­πό­γευ­μα καὶ τὰ πα­ρά­θυ­ρα ἀ­νοι­χτά— πα­ρα­δει­σέ­νιο. Ἐρ­χό­ταν ἀ­π’ ἀλ­λοῦ, αἰ­σθη­σια­κό, ναρ­κισ­σευ­ό­με­νο καὶ κυ­κλο­γύ­ρι­ζε καὶ ξε­σποῦ­σε ἀ­συγ­κρά­τη­το ὅ­λο ἐ­κρή­ξεις κι ὅ­λο δυ­νά­μω­νε σὰ νὰ δι­η­γι­ό­ταν μιὰ ἱ­στο­ρί­α ποὺ κά­πο­τε ὅ­λοι γνω­ρί­ζα­νε καὶ μὲ τὸν και­ρὸ τὴν εἴ­χα­νε ξε­χά­σει, κι ἦ­ταν γι’ αὐ­τὸ ἔ­τσι βου­τηγ­μέ­νοι στὴν κα­τή­φεια. Γέ­λιο νέ­ας γυ­ναί­κας ποὺ ἀγ­κά­λια­ζε ὅ­λο τὸ ἀ­πό­γευ­μα, τὸ τε­τρά­γω­νο, τὴν πό­λη. Ποι­ά ἦ­ταν; Ἦ­ταν εὐ­τυ­χι­σμέ­νη μὲ τό­σα λί­γα ἢ μή­πως μὲ πολ­λά; Τῆς ἔ­δι­ναν πολ­λὰ αὐ­τη­νῆς, ἕ­ναν ἀ­πό­λυ­το ἔ­ρω­τα ἴ­σως, μιὰ τέ­τοι­α τε­λει­ό­τη­τα ποὺ αὐ­τοὶ ἀ­πὸ και­ρὸ εἶ­χαν πά­ψει νὰ ὀ­νει­ρεύ­ον­ται. Ἦ­ταν μή­πως μιὰ ξέ­νη γυ­ναί­κα, μιὰ με­τα­νά­στρια, μα­θη­μέ­νη μὲ δυ­σκο­λί­α νὰ κερ­δί­ζει τὴ ζω­ὴ καὶ γι’ αὐ­τὸ ἕ­τοι­μη νὰ ἀ­να­γνω­ρί­σει τὴ χα­ρὰ καὶ νὰ τὴν ὑ­πο­δε­χτεῖ κα­θὼς τῆς πρέ­πει; Ἦ­ταν ἕ­να νε­α­ρὸ σα­χλὸ κο­ρί­τσι ποὺ εἶ­χε δε­χτεῖ τὸ πρῶ­το ἐ­ρω­τι­κὸ φι­λὶ καὶ χαί­ρε­ται φι­λά­ρε­σκη μὲ τὸν νε­α­ρὸ ἐ­ρα­στὴ πρω­τό­γνω­ρα ἀγ­κα­λι­ά­σμα­τα καὶ χά­δια, θέ­λει νὰ τοῦ ἀ­ρέ­σει, δὲν τὸν χορ­ταί­νει, κά­τι τέ­τοι­ο; Ἢ μή­πως πά­λι εἶ­χαν βρε­θεῖ ξα­νά —χα­μέ­νοι γιὰ χρό­νια— κλει­σμέ­νοι σ’ ἕ­να δω­μά­τιο οἱ πα­λιοὶ ἐ­ρα­στὲς νὰ δι­η­γοῦν­ται ὁ ἕ­νας στὸν ἄλ­λο τὴ ζω­ὴ ποὺ ἔ­ζη­σε ὁ κα­θέ­νας χω­ρὶς τὸν ἄλ­λο, τί ἄ­δι­κες, χα­μέ­νες, μά­ται­ες ὧ­ρες προ­σπα­θών­τας νὰ ται­ριά­ξουν μὲ τὸ λά­θος ταί­ρι, χω­ρὶς κα­τα­νό­η­ση ἢ δι­ο­ρα­τι­κό­τη­τα, χω­ρὶς δι­αί­σθη­ση ἢ πά­θος, χω­ρὶς νὰ μπο­ροῦν ἢ νὰ θέ­λουν νὰ δώ­σουν καὶ νὰ πά­ρουν ἱ­κα­νο­ποί­η­ση ὅ­πως αὐ­τοὶ ἤ­ξε­ραν κά­πο­τε. Δὲν εἶ­χαν βγεῖ μπρο­στὰ στὸ μπαλ­κο­νά­κι γιὰ κα­φὲ οὔ­τε ἐ­κεῖ­νο τὸ ἀ­πό­γευ­μα, οὔ­τε τὸ ἑ­πό­με­νο καὶ τὸ γέ­λιο δὲν εἶ­χε ξα­να­κου­στεῖ. Τὸ ἄλ­λο πρω­ὶ ὅ­μως στὸ δι­ά­δρο­μο εἶ­χαν πέ­σει πά­νω στὸ νε­α­ρὸ ποὺ ἔ­σπρω­χνε τὸ ἀ­να­πη­ρι­κὸ κα­ρο­τσά­κι τῆς φί­λης του. Ἕ­να κα­τά­ξαν­θο κο­ρί­τσι μὲς στὴν κα­λὴ χα­ρὰ μὲ σκου­λα­ρί­κι στὴ μύ­τη κι ἀ­λο­γο­ου­ρά.

      Τὸ θυ­μό­ταν ἐ­κεῖ­νος; Ὄ­χι ἔ­τσι ἀ­κρι­βῶς, κά­τι ὅ­μως θυ­μό­ταν – ἢ ὄ­χι; Κι ἡ χτε­σι­νή τους μέ­ρα, μὲ κεῖ­νο τὸν ἀ­έ­ρα τὸν τρε­λὸ ποὺ εἶ­χε ση­κώ­σει ἄ­σπρα με­γά­λα κύ­μα­τα – πή­γαι­ναν κι ἔρ­χον­ταν βογ­κών­τας στὴν πα­ρα­λί­α, ἕ­να παι­χνί­δι γιὰ τὰ παι­διά, νὰ τσι­ρί­ζουν πη­δών­τας ξα­νὰ καὶ ξα­νά, μιὰ χα­ρού­με­νη ἀ­φρι­σμέ­νη ἀγ­κα­λιά, ἀλ­λὰ κο­λύμ­πι μη­δέν, πό­σῳ μᾶλ­λον ποὺ συν­νέ­φια­σε στὸ λε­πτό, μαύ­ρι­σε γύ­ρω-γύ­ρω τὸ σκη­νι­κὸ τῆς αἰ­θρί­ας κι ἀ­κο­λού­θη­σε ἐ­κεί­νη ἡ κα­λο­και­ρι­νὴ μπό­ρα. Ὁ ἀ­έ­ρας βέ­βαι­α τὴ νύ­χτα εἶ­χε πέ­σει —μή­πως θὰ ἤ­θε­λε νὰ βγοῦν γιὰ ἕ­ναν πε­ρί­πα­το στὸ χω­ριό— ἔ­χουν και­ρό, ἡ θά­λασ­σα μπο­ρεῖ νὰ τοὺς πε­ρι­μέ­νει. Βλέ­πει τὰ τρι­αν­τά­φυλ­λα –μι­κρὰ ἄ­γρια τρι­αν­τά­φυλ­λα στὸ φρά­χτη – ἐ­ξη­γοῦν μὲ τὸ ἄ­ρω­μά τους κά­τι ποὺ εἶ­ναι δύ­σκο­λο νὰ τὸ πεῖς μὲ λό­για, καὶ τὸ χῶ­μα κά­τω καὶ ἡ ἄμ­μος, ἔ­χον­τας σκου­ρύ­νει, λαμ­πυ­ρί­ζει κά­που κά­που χα­ϊ­δε­μέ­νη ἀ­πὸ τὸν νέ­ο ἥ­λιο. Νὰ τὰ κλεί­σει τῆς ἔρ­χε­ται ὅ­λ’ αὐ­τὰ στὸ κου­τὶ τῆς ἀ­νά­μνη­σης, ὀρ­θο­γώ­νιο κου­τί, φτι­αγ­μέ­νο μὲ πα­λιὰ κο­χύ­λια, νὰ τὰ πά­ρει μα­ζί της.

 Bonsai-03c-GiaIstologio-04

Πη­γή: Πρώ­τη δη­μο­σί­ευ­ση.

Ἀρ­χον­τού­λα Δι­α­βά­τη (Θεσ­σα­λο­νί­κη) Σπού­δα­σε Νο­μι­κὰ καὶ Νε­ο­ελ­λη­νι­κὴ Φι­λο­λο­γί­α στὸ Ἀ­ρι­στο­τέ­λει­ο Πα­νε­πι­στή­μιο καὶ ἐρ­γά­στη­κε ὡς κα­θη­γή­τρια νο­μι­κὸς στὴ Δευ­τε­ρο­βάθ­μια ἐκ­παί­δευ­ση. Ἔ­χει ἐκ­δώ­σει ἕ­να λο­γο­τε­χνι­κὸ χρο­νι­κό Στὴ μά­να τοῦ νε­ροῦ (Ρο­δα­κιὸ). Τε­λευ­ταῖ­ο της βι­βλί­ο Τὸ ἀ­λο­γά­κι τῆς Πα­να­γί­ας (Νη­σί­δες, 2012).

.

Άρχοντούλα Διαβάτη: Βραδιάζει

 

 

 

Ἀρ­χον­τού­λα Δι­α­βά­τη

 

 

Βρα­διά­ζει

 

ΗΜΟΤΙΚΟ ΑΝΑΨΥΚΤΗΡΙΟ, βρα­δά­κι στὴν Ἀ­ρε­τσοῡ. Τρα­πε­ζά­κια ἔ­ξω κά­τω ἀ­πὸ κα­λα­μέ­νι­ες ὀμ­πρέ­λες μπηγ­μέ­νες στὴν ἄμ­μο. Μπρο­στὰ ἡ θά­λασ­σα νὰ πη­γαι­νο­έρ­χε­ται κι ἀ­πὸ μα­κριὰ ὁ ἀ­πό­η­χος τοῦ λου­να­πάρκ, φω­νές, κλά­μα­τα, γέ­λια, παι­δι­κὰ στριγ­γλί­σμα­τα, φω­νές. Ρὸζ μὼβ ὁ ὁ­ρί­ζον­τας ἴ­σια μπρο­στά, μὲ τὸ φά­ρο ποὺ ἀ­να­βο­σβή­νει κά­θε τό­σο —μιὰ εὔ­θυ­μη πρά­σι­νη ἀ­να­λαμ­πὴ στὸν πέ­τρι­νο λι­με­νο­βρα­χί­ο­να— κι ἀ­πὸ τὴν ἄλ­λη ὁ ἄλ­λος τσι­μεν­τέ­νιος βρα­χί­ο­νας, μπηγ­μέ­νος στὰ πλευ­ρὰ τῆς ἀ­κρο­για­λιᾶς. Ἀ­πὸ στιγ­μὴ σὲ στιγ­μὴ σκο­τει­νιά­ζει, ὁ ὁ­ρί­ζον­τας βά­φε­ται μπλὲ καὶ βυ­σι­νής. Ἕ­να μι­κρὸ πλοῖ­ο μὲ σβη­σμέ­να φῶ­τα περ­νά­ει καὶ φεύ­γει μα­κριὰ. Ἡ θά­λασ­σα πη­γαι­νο­έρ­χε­ται πάν­το­τε μπρο­στὰ σὲ ζευ­γά­ρια ἡ­λι­κι­ω­μέ­να, παι­διά, μο­να­χι­κὲς γυ­ναῖ­κες ποὺ κα­πνί­ζουν καὶ πα­ρέ­ες συν­τα­ξι­ού­χων ποὺ πί­νουν μπί­ρες ἢ τρῶ­νε χοτ­ντὸγκ. Νι­γη­ρια­νοὶ περ­νᾶν ἀ­πὸ τρα­πέ­ζι σὲ τρα­πέ­ζι προ­τεί­νον­τας πει­ρα­τι­κὰ σιν­τὶ τε­λευ­ταί­ας ἐ­σο­δεί­ας καὶ νε­α­ρὲς κι­νέ­ζες μὲ ἑ­τε­ρό­κλη­τα ἀν­τι­κεί­με­να σοῦ ἐκ­θέ­τουν χα­μο­γε­λών­τας φτη­νὰ ξυ­πνη­τή­ρια, βεν­τά­λι­ες, φα­κοὺς καὶ φω­το­γρα­φι­κὲς μη­χα­νὲς μιᾶς χρή­σε­ως. Ἕ­να ἀ­ε­ρο­πλά­νο κά­θε τό­σο κα­τε­βαί­νει μὲ θό­ρυ­βο πά­νω ἀ­π’ τὰ κε­φά­λια μας παίρ­νον­τας τὴ στρο­φὴ γιὰ νὰ προ­σγει­ω­θεῖ στὴ Μί­κρα. Θα­λασ­σι­νὴ αὔ­ρα, δρο­σιὰ σὰν ἁ­πα­λὸ φι­λὶ στοὺς ὤ­μους. Κα­λὰ κά­να­με καὶ ἤρ­θα­με. Ἀ­πὸ τὴ μιὰ στιγ­μὴ στὴν ἄλ­λη τὰ φῶ­τα ἀ­νά­βουν καὶ τὸ το­πί­ο γί­νε­ται ἀ­γνώ­ρι­στο μπλέ, κόκ­κι­νο, πορ­το­κα­λί – φὼβ ἠ­λε­κτρι­κὲς μο­νο­κον­τυ­λι­ές. Ἕ­νας νε­α­ρὸς ἄν­τρας ἀ­να­δύ­ε­ται ἀ­νέλ­πι­στα ἀ­πὸ τὴ θά­λασ­σα καὶ κα­τευ­θύ­νε­ται κα­τὰ τὰ ντοὺς. Κα­ται­ο­νι­σμὸς τὸ νε­ρὸ ἀ­πὸ ψη­λά, μο­νο­πω­λεῖ ὅ­λα τὰ μά­τια γιὰ λί­γο πά­νω του. Μπαμ­πά­δες μπρὸς-πί­σω μὲ τὸ μι­κρό τους γιὸ ποὺ τοῦ μα­θαί­νουν τὰ πράγ­μα­τα τῆς ζω­ῆς. Ἕ­νας ἀ­μί­λη­τος ἄν­θρω­πος κά­τι ἀ­φή­νει στὸ τρα­πέ­ζι μας. Δι­α­βά­ζω στὸ δα­κτυ­λο­γρα­φη­μέ­νο ση­μεί­ω­μα. «Τὸ ὄ­νο­μά μου εἶ­ναι Ριζ­βὰν Λούτ­βιντ. Νο­ση­λεύ­τη­κα… δὲν μπο­ρῶ νὰ δου­λέ­ψω… τρί­α παι­διά… Σᾶς πα­ρα­κα­λῶ… Σᾶς εὐ­χα­ρι­στῶ.»

 

 

 

Πηγή: Πρώτη δημοσίευση.

 

Ἀρ­χον­τού­λα Δι­α­βά­τη (Θεσσαλονίκη) Σπούδασε Νομικὰ καὶ Νεοελληνικὴ Φιλολογία στὸ Ἀριστοτέλειο Πανεπιστήμιο καὶ ἐργάστηκε ὡς καθηγήτρια νο­μικὸς στὴ Δευτεροβάθμια ἐκπαίδευση. Ἔχει ἐκδώσει ἕνα λογοτεχνικὸ χρονικό Στὴ μάνα τοῦ νεροῦ (Ροδακιὸ). Τελευταῖο της βιβλίο Τὸ ἀλογάκι τῆς Παναγίας (Νησίδες, 2012).