Κώστας Δεσποινιάδης: Ὁ τσαλαπετεινός

Despoiniadis,Kostas-OTsalapeteinos-Eikona-03


Κώ­στας Δε­σποι­νιά­δης

 

Ὁ τσα­λα­πε­τει­νός


02-TaphΟ ΒΡΑΔΥ εἶ­δα στὸν ὕ­πνο μου πὼς ἤ­μουν κυ­νη­γὸς καὶ σκό­τω­σα ἕ­ναν πα­νέ­μορ­φο τσα­λα­πε­τει­νό. Ἐ­γώ, ποὺ πο­τέ μου δὲν ἔ­χω πιά­σει ὅ­πλο κι ἀ­πε­χθά­νο­μαι τὸ κυ­νή­γι, ἔ­νι­ω­σα στὸ ὄ­νει­ρό μου μιὰ σα­δι­στι­κὴ ἱ­κα­νο­ποί­η­ση ποὺ σκό­τω­σα τὸ ἀ­θῶ­ο που­λά­κι.

Bonsai-03c-GiaIstologio-04

Πη­γή: Ἀ­πὸ τὴ συλ­λο­γὴ μι­κρῶν πε­ζῶν Νύ­χτες ποὺ μύ­ρι­ζαν θά­να­το (ἐκδ. Πα­νο­πτι­κόν, Θεσ­σα­λο­νί­κη, 2010.

 

Κώ­στας Δε­σποι­νιά­δης (Κο­ζά­νη, 1978). Ἀ­πὸ τὸ 2001 ἐκ­δί­δει καὶ δι­ευ­θύ­νει τὸ πε­ρι­ο­δι­κὸ καὶ τὶς ἐκ­δό­σεις Πα­νο­πτι­κόν. Ἀ­σχο­λεῖ­ται μὲ με­τα­φρά­σεις καὶ ἐ­πι­μέ­λεια ἐκ­δό­σε­ων. Πε­ζά του ἔ­χουν δη­μο­σι­ευ­τεῖ στὰ πε­ρι­ο­δι­κὰ Ἐν­τευ­κτή­ριο, ­νε­κεν, Πλα­νό­διον. Δη­μο­σί­ευ­σε τὰ βι­βλί­α Φράν­τς Κάφ­κα. ­να­τό­μος τῆς ­ξου­σί­ας (Πα­νο­πτι­κόν, 2007), Πό­λε­μος καὶ ­σφά­λεια (Πα­νο­πτι­κόν, 2008), Νύ­χτες ποὺ μύ­ρι­ζαν θά­να­το (ἐκδ. Πα­νο­πτι­κόν, 2010).

Advertisements

Κώστας Δεσποινιάδης: Οἱ κυνηγοί

Despoiniadis,Kostas-OiKynigoi-Eikona-01


Κώ­στας Δε­σποι­νιά­δης

 

Οἱ κυ­νη­γοί


03-PiΑΡΑΘΕΡΙΖΩ σ’ ἕ­να μι­κρό, ἀ­πο­μο­νω­μέ­νο σπί­τι στὴ νῆ­σο Σκ. Κα­νέ­νας θό­ρυ­βος τοῦ «πο­λι­τι­σμοῦ» δὲν φτά­νει ἐ­δῶ· τὸ πλη­σι­έ­στε­ρο σπί­τι βρί­σκε­ται στὰ τρί­α χι­λι­ό­με­τρα. Ἀ­κού­γον­ται μό­νο τζι­τζί­κια, κο­κό­ρια, τὰ βε­λά­σμα­τα τῶν προ­βά­των ἀ­πὸ κά­ποι­α μα­κρι­νὴ στά­νη καὶ τὸ θρό­ι­σμα τῶν φύ­λ­λων. Φύ­ση καὶ ἡ­συ­χί­α.

       Κά­θε τό­σο, ὅ­μως, ἀ­πὸ τὰ βά­θη τῆς λαγ­κα­διᾶς, ἀ­κού­γον­ται πυ­ρο­βο­λι­σμοί. Ἕ­νας ξε­ρὸς κρό­τος σπά­ει τὴν ἡ­συ­χί­α τοῦ κα­λο­και­ρι­νοῦ το­πί­ου, σέρ­νε­ται γιὰ λί­γο ἡ ἠ­χώ του κι ἔ­πει­τα χά­νε­ται.

       Κυ­νη­γοὶ εἶ­ναι ποὺ πυ­ρο­βο­λοῦν τὰ ἐ­λεύ­θε­ρα κι ἀ­νέ­με­λα που­λιά.

Bonsai-03c-GiaIstologio-04

Πη­γή: Ἀ­πὸ τὴ συλ­λο­γὴ μι­κρῶν πε­ζῶν Νύ­χτες ποὺ μύ­ρι­ζαν θά­να­το (ἐκδ. Πα­νο­πτι­κόν, Θεσ­σα­λο­νί­κη, 2010.

Κώ­στας Δε­σποι­νιά­δης (Κο­ζά­νη, 1978). Ἀ­πὸ τὸ 2001 ἐκ­δί­δει καὶ δι­ευ­θύ­νει τὸ πε­ρι­ο­δι­κὸ καὶ τὶς ἐκ­δό­σεις Πα­νο­πτι­κόν. Ἀ­σχο­λεῖ­ται μὲ με­τα­φρά­σεις καὶ ἐ­πι­μέ­λεια ἐκ­δό­σε­ων. Πε­ζά του ἔ­χουν δη­μο­σι­ευ­τεῖ στὰ πε­ρι­ο­δι­κὰ Ἐν­τευ­κτή­ριο, ­νε­κεν, Πλα­νό­διον. Δη­μο­σί­ευ­σε τὰ βι­βλί­α Φράν­τς Κάφ­κα. ­να­τό­μος τῆς ­ξου­σί­ας (Πα­νο­πτι­κόν, 2007), Πό­λε­μος καὶ ­σφά­λεια (Πα­νο­πτι­κόν, 2008), Νύ­χτες ποὺ μύ­ρι­ζαν θά­να­το (ἐκδ. Πα­νο­πτι­κόν, 2010).

Κώστας Δεσποινιάδης: Τὸ σπουργίτι



Κώ­στας Δε­σποι­νιά­δης


Τὸ σπουρ­γί­τι

 

02-DeltaΙΑΣΧΙΖΩ ΤΗΝ ΠΛΑΤΕΙΑ Ν. πα­ρέ­α μὲ τὸν φί­λο μου τὸν Θ. Βλέ­που­με χτυ­πη­μέ­νο ἕ­να σπουρ­γί­τι ποὺ προ­σπα­θεῖ μά­ται­α νὰ πε­τά­ξει. Αποφασίζουμε νὰ τὸ πᾶ­με σὲ κά­ποι­ον κτη­νί­α­τρο ἢ σὲ κά­ποι­α φι­λο­ζω­ι­κὴ ὀρ­γά­νω­ση. Εἶ­ναι Κυ­ρια­κὴ καὶ ὅ­ποι­ο τη­λέ­φω­νο κα­λοῦ­με δὲν ἀ­παν­τᾶ. Με­τὰ ἀ­πὸ πολ­λὰ τη­λε­φω­νή­μα­τα, μᾶς ἀ­παν­τᾶ ὁ Κ.Κ. καὶ προ­σφέ­ρε­ται νὰ μᾶς βο­η­θή­σει. Ἕ­νας ξαν­θὸς πι­τσι­ρί­κος, μὲ γα­λα­νὰ ἔ­ξυ­πνα μά­τια, ποὺ ἔ­παι­ζε ἐ­κεῖ δί­πλα, μᾶς φέρ­νει ἕ­να κου­τὶ ἀ­πὸ χαρ­τό­νι. Ἀ­νοί­γου­με τρεῖς τέσ­σε­ρις τρύ­πες στὸ χαρ­το­νέ­νιο κου­τί, πι­ά­νου­με ἁ­πα­λὰ τὸ χτυ­πη­μέ­νο που­λὶ καὶ τὸ βά­ζου­με μέ­σα. Κα­λοῦ­με ἕ­να τα­ξὶ καὶ λί­γο πρὶν μποῦ­με μέ­σα ἐ­γὼ κι ὁ Θ., ὁ μι­κρὸς μὲ κοι­τά­ει στὰ μά­τια καὶ μοῦ λέ­ει μὲ κά­ποι­ο πα­ρά­πο­νο: «Θέ­λω νὰ ζή­σει τὸ που­λά­κι, κύ­ρι­ε». «Θὰ ζή­σει», τὸν δι­α­βε­βαι­ώ­νω, χα­ϊ­δεύ­ον­τάς του τὸ κε­φά­λι καὶ κλεί­νω τὴν πόρ­τα. Σὲ λί­γο φτά­νου­με στὴ συ­νοι­κί­α Ντ., βρί­σκου­με τὸν Κ.Κ. καὶ τοῦ δί­νου­με τὸ χτυ­πη­μέ­νο σπουρ­γί­τι. Τὸ ἐ­ξε­τά­ζει προ­σε­κτι­κά. «Εἶ­ναι χτυ­πη­μέ­νο τὸ μά­τι του, ἡ φτε­ρού­γα του, πι­θα­νό­τα­τα καὶ ἡ σπον­δυ­λι­κή του στή­λη», μᾶς λέ­ει καὶ πρό­σθέ­τει: «Ἔ­χει, ἐ­λά­χι­στες πι­θα­νό­τη­τες νὰ ζή­σει, ἀλ­λὰ ἀ­φῆ­στε το ἐ­δῶ νὰ δῶ τί μπο­ρῶ νὰ κά­νω.» Σὲ τρεῖς μέ­ρες ξα­να­παίρ­νω τη­λέ­φω­νο τὸν Κ. Κ. καὶ τὸν ρω­τά­ω γιὰ τὸ σπουρ­γί­τι. «Πέ­θα­νε λί­γες ὧ­ρες ἀ­φό­του τὸ φέ­ρα­τε», μοῦ ἀ­παν­τᾶ.

       Λί­γες μέ­ρες με­τά, περ­νῶ καὶ πά­λι ἀ­πὸ τὴν πλα­τεί­α Ν. Βλέ­πω ἀ­πὸ μα­κριὰ τὸν μι­κρὸ ποὺ μᾶς εἶ­χε βο­η­θή­σει μὲ τὸ που­λά­κι, νὰ μὲ πλη­σιά­ζει τρέ­χον­τας. «Τί ἔ­γι­νε, κύ­ρι­ε, ἔ­ζη­σε τὸ που­λί;», ρω­τᾶ μὲ ἐμ­φα­νῆ ἀ­γω­νί­α. «Ἔ­ζη­σε· ἔ­ζη­σε χά­ρη σὲ ἐ­σέ­να», τοῦ ἀ­παν­τῶ καὶ προ­σπα­θῶ νὰ ἀ­πο­φύ­γω τὸ βλέμ­μα του.



Bonsai-03c-GiaIstologio-04


Πη­γή: Ἀ­πὸ τὴ συλ­λο­γὴ μι­κρῶν πε­ζῶν Νύ­χτες ποὺ μύ­ρι­ζαν θά­να­το (ἐκδ. Πα­νο­πτι­κόν, Θεσ­σα­λο­νί­κη, 2010).



Κώ­στας Δε­σποι­νιά­δης (Κο­ζά­νη, 1978). Ἀ­πὸ τὸ 2001 ἐκ­δί­δει καὶ δι­ευ­θύ­νει τὸ πε­ρι­ο­δι­κὸ καὶ τὶς ἐκ­δό­σεις Πα­νο­πτι­κόν. Ἀ­σχο­λεῖ­ται μὲ με­τα­φρά­σεις καὶ ἐ­πι­μέ­λεια ἐκ­δό­σε­ων. Πε­ζά του ἔ­χουν δη­μο­σι­ευ­τεῖ στὰ πε­ρι­ο­δι­κὰ Ἐν­τευ­κτή­ριο, ­νε­κεν, Πλα­νό­διον. Δη­μο­σί­ευ­σε τὰ βι­βλί­α Φράν­τς Κάφ­κα. ­να­τό­μος τῆς ­ξου­σί­ας (Πα­νο­πτι­κόν, 2007), Πό­λε­μος καὶ ­σφά­λεια (Πα­νο­πτι­κόν, 2008), Νύ­χτες ποὺ μύ­ρι­ζαν θά­να­το (ἐκδ. Πα­νο­πτι­κόν, 2010).



		

	

Κώστας Δεσποινιάδης: Ὁ γάτος

 

 

Κώ­στας Δε­σποι­νιά­δης

 

Ὁ γά­τος

 

Ι­ΝΑΙ ἕ­να ἥ­συ­χο δε­κεμ­βρι­ά­τι­κο βρά­δυ. Ἔ­ξω χι­ο­νί­ζει ἀ­πὸ τὸ πρω­ί. Κά­θο­μαι στὸ γρα­φεῖ­ο μου καὶ δι­α­βά­ζω. Τὸ ρα­δι­ό­φω­νο στὸ βά­θος παί­ζει μιὰ ἀ­νού­σια πο­λι­τι­κὴ κου­βέν­τα. Ξαφ­νι­κὰ ὁ γά­τος μου, ποὺ μέ­χρι τό­τε ξά­πλω­νε ἀ­μέ­ρι­μνος στὸ χα­λά­κι του, ση­κώ­νε­ται ὄρ­θιος, κά­νει ἕ­να σάλ­το, ἀ­νε­βαί­νει στὴ μι­κρὴ βι­βλι­ο­θή­κη ποὺ βρί­σκε­ται κά­τω ἀ­πὸ τὸ πα­ρά­θυ­ρο καὶ καρ­φώ­νει τὸ βλέμ­μα του κά­που, μέ­νον­τας ἀ­κί­νη­τος γιὰ πολ­λὴ ὥ­ρα. Δὲν μπο­ρῶ νὰ κα­τα­λά­βω τί κοι­τά­ει, ἀ­φοῦ ὅ­λα ἔ­ξω εἶ­ναι ἤ­ρε­μα, καὶ ἐ­πι­στρέ­φω στὸ βι­βλί­ο ποὺ δι­ά­βα­ζα, χα­μο­γε­λών­τας γιὰ τὴν «ἀ­νο­η­σί­α» του. Κρυ­φὰ ὅ­μως τὸν ζη­λεύω. Πό­σο θά ’­θε­λα, ἔ­στω καὶ γιὰ δυ­ὸ στιγ­μές, νὰ κοι­τά­ζω ἀ­μέ­ρι­μνος τὸ χι­ό­νι ποὺ πέ­φτει στὸ πυ­κνὸ σκο­τά­δι; Πό­σο θά ’­θε­λα, ἔ­στω καὶ γιὰ δυ­ὸ στιγ­μές, ὅ­λα τα ἀν­θρώ­πι­να νὰ μοῦ ἦ­ταν ξέ­να;

 

  

Πη­γή: Ἀ­πὸ τὴ συλ­λο­γὴ μι­κρῶν πε­ζῶν Νύ­χτες ποὺ μύ­ρι­ζαν θά­να­το (ἐκδ. Πα­νο­πτι­κόν, Θεσ­σα­λο­νί­κη, 2010).

 

Κώ­στας Δε­σποι­νιά­δης (Κο­ζά­νη, 1978). Ἀ­πὸ τὸ 2001 ἐκ­δί­δει καὶ δι­ευ­θύ­νει τὸ πε­ρι­ο­δι­κὸ καὶ τὶς ἐκ­δό­σεις Πα­νο­πτι­κόν. Ἀ­σχο­λεῖ­ται μὲ με­τα­φρά­σεις καὶ ἐ­πι­μέ­λεια ἐκ­δό­σε­ων. Πε­ζά του ἔ­χουν δη­μο­σι­ευ­τεῖ στὰ πε­ρι­ο­δι­κὰ Ἐν­τευ­κτή­ριο, ­νε­κεν, Πλα­νό­διον. Δη­μο­σί­ευ­σε τὰ βι­βλί­α Φράν­τς Κάφ­κα. ­να­τό­μος τῆς ­ξου­σί­ας (Πα­νο­πτι­κόν, 2007), Πό­λε­μος καὶ ­σφά­λεια (Πα­νο­πτι­κόν, 2008), Νύ­χτες ποὺ μύ­ρι­ζαν θά­να­το (ἐκδ. Πα­νο­πτι­κόν, 2010).