Ἀλεξάνδρα Δεληγιώργη: Ὁ μικρὸς Ὀρέστης ἤ Φυγὴ ποὺ σκοτώνει

 

 

 

 

Ἀ­λε­ξάν­δρα Δε­λη­γι­ώρ­γη

 

Ὁ μι­κρὸς Ὀ­ρέ­στης

Φυ­γὴ ποὺ σκο­τώ­νει

 

ΤΑΝ, ΚΑΠΟΤΕ, μιὰ μη­τέ­ρα ποὺ ἀ­γα­ποῦ­σε τὸν γιό της. Τοῦ ἦ­ταν ἀ­πό­λυ­τα ἀ­φο­σι­ω­μέ­νη καὶ τὸν προ­στά­τευ­ε, για­τὶ ἤ­ξε­ρε πό­σο θλι­βε­ρὸς καὶ ἄ­θλιος εἶ­ναι ὁ κό­σμος. Ὁ γιὸς της ἦ­ταν ἥ­συ­χος χα­ρα­κτή­ρας καὶ μᾶλ­λον εὐ­φυ­ής, ἀλ­λὰ δὲν τὸν ἐν­δι­έ­φε­ρε νὰ τὸν ἀ­γα­ποῦν ἢ νὰ τὸν προ­στα­τεύ­ουν. Ἄλ­λα τὸν ἐν­δι­έ­φε­ραν. Γι’ αὐ­τὸ καὶ σὲ νε­α­ρὴ ἡ­λι­κί­α τῆς βρόν­τη­ξε τὴν πόρ­τα καὶ πο­τέ του δὲν ξα­να­γύ­ρι­σε. Ἀρ­γό­τε­ρα, ἡ μά­να του πέ­θα­νε , ἀλ­λὰ δὲν πῆ­ρε εἴ­δη­ση.»

       Αὐ­τὰ γρά­φει ἡ γλύ­πτρια Λου­ί­ζα Μπουρ­ζου­ά*, γιὰ νὰ ἐκ­φρά­σει τὴν ὀ­δυ­νη­ρὴ ἐμ­πει­ρί­α ὅ­σων δὲν κα­τά­φε­ραν νὰ προ­φυ­λά­ξουν τὰ παι­διά τους ἀ­π’ αὐ­τὸν τὸν θλι­βε­ρὸ καὶ ἄ­θλιο κό­σμο.

       Ἡ ἴ­δια δὲν εἶ­χε τὴν πα­ρα­μι­κρὴ ἀμ­φι­βο­λί­α ὅ­τι ἡ μη­τέ­ρα προ­στά­τευ­ε τὸν γιό της. Φο­βᾶ­μαι πὼς νό­μι­ζε, ἀλ­λὰ δὲν τὸν προ­στά­τευ­ε. Ἐ­πί­σης δὲν δι­στά­ζει νὰ πεῖ ὅ­τι τοῦ ἦ­ταν δο­σμέ­νη ψυ­χή τε καὶ σώ­μα­τι. Ξε­χνᾶ, ὅ­μως, κά­τι ὧ­ρες ποὺ ἐ­νῶ ἦ­ταν μα­ζί του στὸ σπί­τι, ὁ νοῦς της ἦ­ταν στὰ ὑ­λι­κὰ ποὺ δού­λευ­ε στὸ ἐρ­γα­στή­ρι της, για­τὶ ἐ­πει­γό­ταν νὰ τοὺς δώ­σει μορ­φή. Ἔ­κα­νε μά­λι­στα τὸ λά­θος, πα­ρα­βλέ­πον­τας τὴν εὐ­φυΐ­α καὶ τὴν ἥ­συ­χη φύ­ση του, νὰ νο­μί­σει πὼς τὸ παι­δά­κι εἶ­χε ἤ­δη τὴν μορ­φὴ ποὺ τοῦ ἔ­δω­σε μὲ τὸ νοῦ της· μιὰ πα­ραλ­λα­γὴ τῆς δι­κῆς της, ποὺ τῆς πῆ­ρε ἐ­λά­χι­στο χρό­νο νὰ τὴν συλ­λά­βει.

       Τώ­ρα τὰ ἔρ­γα της στοι­βά­ζον­ται στὶς γκα­λε­ρύ, στὰ μου­σεῖ­α, πη­γαι­νο­έρ­χον­ται σὲ ἐκ­θέ­σεις, ἀλ­λὰ ὁ γιός της ποὺ μι­σεῖ τὴν τέ­χνη, δὲν θὰ δεῖ οὔ­τε ἕ­να ἀ­πὸ αὐ­τά. Ἔ­γι­νε σὰν πέ­τρα σκλη­ρός. Τῆς ἀρ­νή­θη­κε τὴν κα­τα­νό­η­ση ποὺ ζη­τοῦ­σε, σβή­νον­τας ἕ­να-ἕ­να τα ἐ­λα­φρυν­τι­κά, μὲ μιὰ μα­γι­κὴ μο­νο­κον­τυ­λιά. Σὰ νά ‘τα­νε καλ­λι­τέ­χνης.

 

* Tὸ κεί­με­νο τῆς L­o­u­i­se B­o­u­r­g­e­o­is (P­l­a­te 9) ἐ­κτί­θε­το μὲ γλυ­πτὰ καὶ κα­τα­σκευ­ές της, στὴν ἔκ­θε­ση «Εl r­e­t­o­r­no de lo r­e­p­r­i­m­i­do», ποὺ φι­λο­ξέ­νη­σε τὸ Ἵ­δρυ­μα P­r­oa, στὸ Μπου­έ­νος Αἱ­ρες, τὴν φε­τι­νὴ Ἄ­νοι­ξη.

 

 

 

Πη­γή: περ. Πλανόδιον, ἀρ. 51, Δεκέμβριος 2011.

 

Ἀ­λε­ξάν­δρα Δε­λη­γι­ώρ­γη (Θεσ­σα­λο­νί­κη, 1947). Κρι­τι­κή, δο­κί­μιο, με­λέ­τη, μυ­θι­στό­ρη­μα, δι­ή­γη­μα. Πα­νε­πι­στη­μια­κός. Σπού­δα­σε Φι­λο­σο­φί­α στὸ Α.Π.Θ., ἔ­κα­νε με­τα­πτυ­χια­κὲς σπου­δὲς στὴ Σορ­βόν­νη καὶ ἔ­λα­βε τὸ δι­δα­κτο­ρι­κό της δί­πλω­μα τὸ 1980 ἀ­πὸ τὸ Ἀ­ρι­στο­τέ­λει­ο Πα­νε­πι­στή­μιο Θεσ­σα­λο­νί­κης, ὅ­που σή­με­ρα δι­δά­σκει Φι­λο­σο­φί­α. Πρῶ­το της βι­βλί­ο: Οἱ φω­νές (Πε­ζο­γρα­φί­α, Θεσ­σα­λο­νί­κη, 1975). Τε­λευ­ταῖ­ο της: Τρυ­φε­ρὸς σύν­τρο­φος (Μυ­θι­στο­ρί­α, ἔκδ. Ἄ­γρα, Ἀ­θή­να, 2011).

 

Εἰκό­να: Maman [Μα­μά] (1999). Ἔργο τῆς Λουῒζ Μπουρ­ζουά, ἔξω ἀπὸ τὸ Μου­σεῖο Μο­ντέ­νας Τέ­χνης στὸ Λον­δί­νο.

 

Advertisements