Μαρία Δαλαμήτρου: Ἡ Ἀνοστάλγητη

 

Dalamitrou,Maria-IAnostalgiti-Eikona-01

 

Μαρία Δαλαμήτρου

 

Ἡ Ἀνοστάλγητη

 

10-Taph-Chronica_Polonorum_T

ΤΗΝ ΠΡΩΤΗ ΦΟΡΑ ποὺ ἡ Μι­λού­να πέ­θα­νε, τὰ πράγ­μα­τα ἦ­ταν δυ­σά­ρε­στα. Κα­νεὶς δὲν εἶ­χε προ­ε­τοι­μα­στεῖ γι’ αὐ­τό. Κά­ποι­οι, δυ­ὸ τρεῖς, δὲν ἤ­ξε­ραν κὰν ὅ­τι ὑ­πῆρ­χε καὶ αὐ­τὸ τὸ ἐν­δε­χό­με­νο. Ἦ­ταν παι­διά, δὲν τὸ εἶ­χαν ξα­να­δεῖ. Καὶ ἡ Μι­λού­να ἦ­ταν παι­δί. Στὰ βου­νὰ εἶ­χε χι­ό­νια. Ἐ­κτὸς ἀ­πὸ δυ­σά­ρε­στος, ὁ θά­να­τος τοὺς φά­νη­κε καὶ πε­ρί­ερ­γος, κι ἔ­λε­γαν πὼς ἔ­χει χρῶ­μα κε­ρα­σί, για­τί τὰ χεί­λη τῆς Μι­λού­να τὴν τε­λευ­ταί­α μέ­ρα ἦ­ταν κα­τα­κόκ­κι­να. Κά­ποι­οι, δυ­ὸ τρεῖς, ζω­γρά­φι­σαν κε­ρά­σια πά­νω στὸ βρά­χο γιὰ νὰ τὸ ἐ­ξη­γή­σουν καὶ στοὺς ἄλ­λους. Τὰ παι­διὰ πῆ­ραν βό­τσα­λα καὶ ζω­γρά­φι­σαν κε­ρά­σια κι αὐ­τά. Ἀ­πο­χαι­ρέ­τι­σαν τὴ Μι­λού­να κι ἐ­κεῖ­νο τὸ βρά­δι κοι­μή­θη­καν νω­ρίς.

       Ὁ βρά­χος ἦ­ταν ἕ­νας δύ­σμορ­φος με­γά­λος ὄγ­κος ἀ­πὸ ἀ­σβέ­στη δί­πλα στὴ θά­λασ­σα.

       Τὴ δεύ­τε­ρη φο­ρὰ ποὺ ἡ Μι­λού­να πέ­θα­νε, τὰ πράγ­μα­τα ἦ­ταν ἀ­κό­μη πιὸ δυ­σά­ρε­στα. Κα­νεὶς δὲν εἶ­χε προ­ε­τοι­μα­στεῖ γι’ αὐ­τό. Στὰ βου­νὰ φά­νη­καν κέ­δροι. Τὴν ἀρ­χι­κὴ ἔκ­πλη­ξη τὴ δι­α­δέ­χτη­κε μιὰ με­γα­λύ­τε­ρη. Πῶς ζεῖ; Καὶ ἔ­πει­τα, πῶς ξα­να­πέ­θα­νε; Ὅ­ταν ἐ­πέ­στρε­ψε, ἡ μά­να της δὲ στα­μά­τη­σε νὰ φω­νά­ζει ἀ­πὸ χα­ρά. Οἱ ὑ­πό­λοι­ποι χά­ρη­καν, ἀλ­λὰ καὶ φο­βή­θη­καν. Ἡ Μι­λού­να δὲ μι­λοῦ­σε κα­θό­λου γι’ αὐ­τό, σάμ­πως γιὰ νὰ ξε­χά­σει, καὶ μό­νο ἔ­τρε­χε ἐ­δῶ κι ἐ­κεῖ. H ἐ­πι­στρο­φή της τοὺς εἶ­χε φα­νεῖ πε­ρί­ερ­γη κι ἔ­λε­γαν πὼς ὄ­χι μό­νο ὁ θά­να­τος, ἀλ­λὰ καὶ ἡ ζω­ὴ ἔ­χει χρῶ­μα κε­ρα­σί, για­τί τὴν πρώ­τη μέ­ρα ποὺ γύ­ρι­σε ἡ Μι­λού­να, τὰ χεί­λη της ἦ­ταν κα­τα­κόκ­κι­να. Κά­ποι­οι, δυ­ὸ τρεῖς, πῆ­γαν στὸν βρά­χο γιὰ νὰ τοὺς ἐ­ξη­γή­σει, ἀλ­λὰ κι αὐ­τὸς εἶ­χε ἀρ­χί­σει νὰ φα­γώ­νε­ται ἀ­πὸ τὸ χρό­νο. Ὅ­ταν πέ­θα­νε, ὅ­λα ἔ­γι­ναν γρή­γο­ρα, σάμ­πως γιὰ νὰ ξε­χα­στοῦν. Ἀ­πο­χαι­ρέ­τι­σαν τὴ Μι­λού­να, κι αὐ­τὴ τὴ φο­ρὰ ἔ­κλα­ψαν πο­λύ. Γιὰ πρώ­τη φο­ρά, κά­ποι­ος εἶ­πε πὼς δὲν ἦ­ταν δί­και­ο, καὶ κα­λύ­τε­ρα νὰ μὴν εἶ­χε ξα­να­γεν­νη­θεῖ. Ὅ­λοι κού­νη­σαν τὸ κε­φά­λι. Ἡ μά­να ἔ­φυ­γε, δὲν τὴν ξα­να­εῖ­δαν. Ἐ­κεῖ­νο τὸ βρά­δι δὲν κοι­μή­θη­κε κα­νείς.

       Τὰ ἑ­πό­με­να χρό­νια, οἱ κέ­δροι ἄλ­λα­ζαν φύλ­λα πιὸ ἀρ­γά.

       Τὴν τρί­τη φο­ρά, ζοῦ­σαν λί­γοι ἀ­πὸ αὐ­τούς. Ὅ­ταν γύ­ρι­σε ἡ Μι­λού­να, αὐ­τοὶ ἦ­ταν γε­ρα­σμέ­νοι, καὶ νό­μι­ζαν πὼς ἔ­βλε­παν φάν­τα­σμα. Με­τὰ εἶ­δαν τὰ χεί­λη τὰ κε­ρα­σί. Τὴν πῆ­ραν πά­λι μα­ζί τους καὶ δὲν τὴν ἄ­φη­σαν κα­θό­λου. Ἀ­πὸ τοὺς ἄλ­λους ποὺ εἶ­χαν πε­θά­νει, κα­νεὶς δὲν εἶ­χε ξα­να­γυ­ρί­σει. Κι αὐ­τοὺς τοὺς εἶ­χαν πο­νέ­σει. Σκέ­φτη­καν ὅ­μως ἀ­πὸ μέ­σα τους, ἀλ­λὰ δὲν τὸ πα­ρα­δέ­χτη­καν φω­να­χτά, πὼς ἔ­τσι ἦ­ταν κα­λύ­τε­ρα γιὰ ὅ­λους, ἀν­τὶ νὰ πε­θαί­νει κά­ποι­ος πολ­λὲς φο­ρές. Δὲν τὸ εἶ­παν στὴ Μι­λού­να, για­τί αὐ­τὴ τώ­ρα ἦ­ταν ζων­τα­νή. Στὰ βου­νὰ τὰ χι­ό­νια ἔ­λι­ω­σαν, ἔ­γι­ναν κα­ταρ­ρά­χτες, οἱ ἐ­πο­χὲς πέ­ρα­σαν, κι ἦρ­θε ἕ­να πρω­ὶ ποὺ ἡ Μι­λού­να πέ­θα­νε. Κά­ποι­οι ἄρ­χι­σαν νὰ ἀ­πο­ροῦν, σή­κω­σαν τὸ κε­φά­λι στὸν οὐ­ρα­νό, κά­ποι­οι νὰ λυ­ποῦν­ται, ἔ­σκυ­ψαν τὰ μά­τια στὴ γῆ, μό­νο ἕ­νας τὴν κοι­τοῦ­σε ὅ­ταν τὴν ἀ­πο­χαι­ρε­τοῦ­σαν, καὶ σκε­φτό­ταν ἀ­πὸ μέ­σα του πὼς θὰ ξα­ναρ­θεῖ. Γιὰ πρώ­τη φο­ρά, κά­ποι­ος θύ­μω­σε, εἶ­πε πὼς δὲν ἦ­ταν δί­και­ο, κα­λύ­τε­ρα νὰ μὴν ξα­ναρ­θεῖ. Κα­λύ­τε­ρα νὰ φεύ­γει κα­νείς, νὰ μὴν ξα­να­ζεῖ. Οἱ λί­γοι ποὺ ἔ­μει­ναν κού­νη­σαν τὸ κε­φά­λι. Τώ­ρα ὅ­λη ἡ ζω­ὴ τοὺς φά­νη­κε δυ­σά­ρε­στη. Ἐ­κεῖ­νο τὸ βρά­δι, πέ­θα­ναν κι αὐ­τοί. Ἔ­μει­νε ἕ­να παι­δί.

       Τὸ ρέ­μα ἀ­πὸ τὰ βου­νὰ μὲ τὰ χι­ό­νια ποὺ ἔ­λι­ω­σαν ἔ­φε­ρε τὰ φύλ­λα τῶν κέ­δρων στὸ βρά­χο, στὴ θά­λασ­σα.

       Τέ­ταρ­τη φο­ρὰ δὲν ὑ­πῆρ­ξε. Μά­ται­α πε­ρί­με­νε ὁ ἕ­νας ὁ μι­κρό­τε­ρος, ποὺ τώ­ρα ἦ­ταν γέ­ρος κι αὐ­τός, νὰ ξα­να­γεν­νη­θεῖ ἡ Μι­λού­να. Μά­ται­α πε­ρί­με­νε νὰ ξα­να­γεν­νη­θεῖ κα­νεὶς ἄλ­λος ἀ­πὸ τὴ φυ­λή. Ὅ­σο ζοῦ­σε αὐ­τὸς του­λά­χι­στο, ὁ τε­λευ­ταῖ­ος ποὺ θυ­μό­ταν, δὲν ξα­να­γεν­νή­θη­κε κα­νείς. Στὸ τέ­λος βα­ρέ­θη­κε νὰ πε­ρι­μέ­νει, ἔ­φυ­γε κι αὐ­τός. Τα­ξί­δε­ψε στὴ θά­λασ­σα καὶ τοῦ ἄ­ρε­σε πο­λύ. Φο­βή­θη­κε λί­γο, ἀλ­λὰ πε­ρισ­σό­τε­ρο τοῦ ἄ­ρε­σε. Κα­νεὶς δὲν εἶ­χε τα­ξι­δέ­ψει στὴ θά­λασ­σα πρὶν ἀ­πὸ αὐ­τόν. Δὲν εἶ­χε κα­νέ­ναν γιὰ πα­ρέ­α στὸ τα­ξί­δι, δὲν εἶ­χε κα­νέ­ναν γιὰ πα­ρέ­α ὣς τὸ τέ­λος, πέ­θα­νε μό­νος αὐ­τός. Ὅ­ταν πέ­θα­νε, κά­τω ἀ­πὸ τὸν ἥ­λιο, ἀ­πό­γευ­μα, κά­τω ἀ­πὸ τὸ κα­τάρ­τι, θυ­μή­θη­κε τὴ Μι­λού­να. Δὲν τῆς ἄ­ρε­σε, τοῦ εἶ­χε πεῖ, αὐ­τὸ ποὺ ἔ­ζη­σε. Κά­θε φο­ρὰ ποὺ γυρ­νοῦ­σε, τὰ θυ­μό­ταν ὅ­λα, θυ­μό­ταν τὸ θά­να­το, θυ­μό­ταν καὶ τὴ ζω­ή, θυ­μό­ταν ξα­νὰ τὸ θά­να­το, θυ­μό­ταν ξα­νὰ τὴ ζω­ή, θυ­μό­ταν καὶ τὴ μά­να νὰ φω­νά­ζει, καὶ δὲν ἤ­θε­λε νὰ θυ­μᾶ­ται, οὔ­τε νὰ κα­τα­λα­βαί­νει. Ἦ­ταν δυ­σά­ρε­στη ἀ­νά­μνη­ση ἡ ἐ­πι­στρο­φή.

       Ὁ ἥ­λιος κα­τέ­βη­κε στὴ θά­λασ­σα, ὁ ἥ­λιος ἔ­δυ­σε, ὁ οὐ­ρα­νὸς κοκ­κί­νι­σε καὶ ἡ θά­λασ­σα βά­φτη­κε κε­ρα­σί. Ὅ­ταν ὁ ἕ­νας ὁ μι­κρό­τε­ρος πέ­θα­νε, θυ­μή­θη­κε τὴ Μι­λού­να ζων­τα­νή, πρὶν αὐ­τὴ πε­θά­νει γιὰ τε­λευ­ταί­α φο­ρὰ καὶ γεν­νη­θεῖ ὁ­ρι­στι­κὰ στοὺς ἀν­θρώ­πους ἡ ὁ­ρι­στι­κό­τη­τα τοῦ τέ­λους καὶ ἡ νο­σταλ­γί­α γιὰ μιὰ ἄλ­λη ζω­ή.

 

Bonsai-03c-GiaIstologio-04 

Πηγή: Πρώτη δημοσίευση.

 

Μαρία Δαλαμήτρου (Κοζάνη, 1978). Ἔ­χει δη­μο­σι­εύ­σει τὴ συλ­λο­γὴ Ἄντρες παρὰ τέταρτο (ΑΩ, διηγήματα, 2012).

 

Advertisements