Χρῖστος Δάλκος: Ἡ «Κασσιανή» τῆς ψαλτόλυσσας



Χρῖστος Δάλκος


Ἡ «Κασσιανή» τῆς ψαλτόλυσσας


ΗΝ ΛΕΞΗ «ψαλ­τό­λυσ­σα» τήν ἄ­κου­σα ἐ­σχά­τως, ἀλ­λά τό εἶ­δος τό γνω­ρί­ζω ἀ­πό πα­λιά. Δι­ό­τι «ψαλ­τό­λυσ­σα» δέν εἶ­ναι μό­νο ἡ λύσ­σα πού ἔ­χουν ὡ­ρι­σμέ­νοι μο­να­χο­φά­η­δες ψαλ­τᾶ­δες νά τά ψάλ­λῃ ὅ­λα ἡ ἀ­φεν­το­μου­τσου­νά­ρα τους, ἀλ­λά εἶ­ναι καί τό εἶ­δος αὐ­τῶν πού θά μπο­ρού­σα­με νά τούς ποῦ­με «τῆς προ­σκολ­λή­σε­ως». Στήν ἀρ­χή ζυ­γώ­νουν στό ψαλ­τή­ρι σε­μνά καί δι­στα­κτι­κά, καί ἐ­κτε­λοῦν χρέ­η ἰ­σο­κρά­τη. Ἅ­μα ὁ ψάλ­της δι­α­πι­στώ­σῃ ὅ­τι δέν εἶ­ναι πα­ρά­φω­νοι μπο­ρεῖ ἐν­δε­χο­μέ­νως τήν τρί­τη μέ τέ­ταρ­τη φο­ρά νά τούς ρί­ξῃ ἕ­να βλέμ­μα συμ­πα­θεί­ας, νά τούς εὐ­χη­θῇ ἕ­να καί τοῦ χρό­νου ἤ νά τούς εἰ­δο­ποι­ή­σῃ γιά μιά ἔ­κτα­κτη πε­ρί­πτω­ση.

         Ἡ ψαλ­τό­λυσ­σα κά­θε­ται μα­ζε­μέ­νη σάν τό σκυλ­λί —πρός τό ὁ­ποῖ­ο ἡ σχέ­ση τῆς «(ψαλ­το)λύσ­σας» δέν πρέ­πει νά εἶ­ναι τυ­χαί­α— καί πε­ρι­μέ­νει ζη­τι­α­νεύ­ον­τας μέ τό βλέμ­μα ἕ­να ἐ­λά­χι­στο ψί­χου­λο, μπο­ρεῖ καί κόκ­κα­λο, ἀ­πό τήν πλού­σια ψαλ­τι­κή τρά­πε­ζα. Ἕ­να λα­χτα­ρι­στό κόκ­κα­λο εἶ­ναι βε­βαί­ως ὁ Ἀ­πό­στο­λος. Ἀλ­λά ἡ ψαλ­τό­λυσ­σα πρέ­πει νά εἶ­ναι ὑ­πο­μο­νε­τι­κή καί νά πε­ρι­μέ­νῃ πό­τε θά πα­ρου­σια­στῇ ἡ κα­τάλ­λη­λη εὐ­και­ρί­α, ἡ ἀ­που­σί­α π.χ. τοῦ «κα­θι­ε­ρω­μέ­νου» καί «πα­λι­ό­τε­ρου» δι­εκ­δι­κη­τῆ, ἕ­να κρυ­ο­λό­γη­μα τοῦ ἀν­τα­γω­νι­στῆ, κ.λπ. κ.λπ.

         Ἕ­να ἄλ­λο λα­χτα­ρι­στό ἔ­δε­σμα πρός τό ὁ­ποῖ­ο προ­σβλέ­πουν ὅ­λες οἱ ἁ­παν­τα­χοῦ ψαλ­τό­λυσ­σες εἶ­ναι τό «Ἄ­σπι­λε, ἀ­μό­λυν­τε, ἄ­φθο­ρε, ἄ­χραν­τε…» στούς Χαι­ρε­τι­σμούς, εἴ­τε, ἔ­στω, τό «Καὶ δὸς ἡ­μῖν Δέ­σπο­τα…» πού θε­ω­ρεῖ­ται —καί εἶ­ναι— πα­ρα­κα­τια­νό, κα­θό­τι συν­το­μώ­τε­ρο ἀ­πό τό «Ἄ­σπι­λε…», ἀλ­λά, ἐ­δῶ πού τά λέ­με, στήν ἀ­να­βρο­χιά κα­λό εἶν᾿ καί τό χα­λά­ζι πού λέ­ει κι ὁ λα­ός.

         Ἔ­πει­τα ὑ­πάρ­χει καί ἡ ἀ­νά­γνω­ση τῶν ψαλ­μῶν, τό­σο στούς Χαι­ρε­τι­σμούς ὅ­σο καί τήν Με­γά­λη Ἑ­βδο­μά­δα, πού γιά κά­θε ψαλ­τό­λυσ­σα εἶ­ναι ἕ­να λα­χτα­ρι­στού­τσι­κο κομ­μα­τά­κι· θά πῇ βέ­βαι­α κά­ποι­ος πώς ἄλ­λο ἀ­νά­γνω­ση κι ἄλ­λο ψαλ­τι­κή, ὅ­μως ὑ­πάρ­χει κι ἐ­κεῖ ἡ εὐ­και­ρί­α γιά λί­γο ψάλ­σι­μο, φερ᾿ εἰ­πεῖν στό «Ἐν ὀ­νό­μα­τι Κυ­ρί­ου εὐ­λό­γη­σον πά­τερ!», πού ὅ­λες οἱ ψαλ­τό­λυσ­σες τό ταρ­να­ρί­ζουν δε­όν­τως, ἄν καί, ἐ­δῶ πού τά λέ­με, σέ χα­λά­ει νά δι­α­βά­ζῃς μ᾿ ἕ­να κά­ποι­ο μουρ­μου­ρι­στό ψαλ­τά­δι­κο ἦ­θος ἐ­κεῖ­νο τό «Οἱ φί­λοι μου καὶ οἱ πλη­σί­ον μου ἀ­πὸ μα­κρό­θεν ἤγ­γι­σαν καὶ ἔ­στη­σαν καὶ οἱ λα­λοῦν­τές μοι κα­κὰ μα­ται­ό­τη­τας καὶ δο­λι­ό­τη­τας ὅ­λην τὴν ἡ­μέ­ραν ἐ­με­λέ­τη­σαν»; Σέ χα­λά­ει; Δέ σέ χα­λά­ει.

         Ὑ­πάρ­χουν μά­λι­στα καί ψαλ­τό­λυσ­σες τῆς μα­κρο­χρο­νί­ου προ­σκολ­λή­σε­ως πού πραγ­μα­το­ποί­η­σαν τό ὄ­νει­ρό τους καί με­τα­τέ­θη­καν ἀ­πό τήν πε­ρι­φέ­ρεια στό κέν­τρο τοῦ ψαλ­τη­ρί­ου, ἔ­γι­ναν δη­λα­δή ἱ­ε­ρο­ψάλ­τες ἀ­ρι­στε­ροί, ἀ­κό­μα καί δε­ξιοί σέ σπά­νι­ες, πλήν ὑ­παρ­κτές, πε­ρι­πτώ­σεις. Ἄ! τί ἀ­πό­λαυ­ση νά κα­θα­ρί­ζῃς συ­νε­χῶς τή φω­νή σου μ᾿ ἕ­να ὀ­λί­γον ἐ­ξε­ζη­τη­μέ­νο βη­χα­λά­κι, νά φυ­σᾷς τή δι­α­πα­σῶν προ­κει­μέ­νου νά πιά­σῃς τόν τό­νο, νά περ­νᾷς μέ ἄ­νε­ση ἀ­πό τόν πρῶ­το στόν πλά­γιο τοῦ τε­τάρ­του καί τἀ­νά­πα­λιν! Τί ἀ­γαλ­λί­α­ση νά στρα­βο­κυτ­τᾷς ἕ­ναν χαν­τα­κω­μέ­νο ἰ­σο­κρά­τη κά­νον­τάς του νο­ή­μα­τα νά πιά­σῃ τόν κά­τω Δή, ἤ τρί­βον­τας με­τα­ξύ τους τόν δεί­κτη καί τόν ἀν­τί­χει­ρα, πού Κύ­ριος οἶ­δε τί ἀ­κρι­βῶς ση­μαί­νει! Καί τί ἄ­φα­τη ἡ­δο­νή ὅ­ταν βρε­θῇς στήν θέ­ση νά ἐ­πι­λέ­γῃς ἐ­σύ μέ ἕ­να γεν­ναι­ό­δω­ρο νεῦ­μα τήν τυ­χε­ρή, με­τα­ξύ πολ­λῶν κα­ρα­δο­κου­σῶν ψαλ­το­λυσ­σῶν, ψαλ­τό­λυσ­σα πού θά δι­α­βά­σῃ τό «Ἄ­σπι­λε…»!


Μιά τέ­τοι­α ψαλ­τό­λυσ­σα ἦ­ταν καί ὁ Κώ­στας Κ., ὁ ὁ­ποῖ­ος κα­τώρ­θω­σε νά πε­ρά­σῃ, ἀ­πό τήν θέ­ση τοῦ ἁ­πλοῦ ἰ­σο­κρά­τη καί εὐ­και­ρια­κοῦ ἀ­να­γνώ­στη τοῦ Ἀ­πο­στό­λου, στήν θέ­ση τοῦ ἀ­ρι­στε­ροῦ ψάλ­τη τοῦ Ἱ­ε­ροῦ Να­οῦ Ἁ­γί­ου Φα­νου­ρί­ου τῆς συ­νοι­κί­ας μας. Ὁ να­ός ἦ­ταν σχε­τι­κά μι­κρός, οἱ ἀ­πο­λα­βές πε­νι­χρές, μό­λις καί με­τά βί­ας ἀ­νε­βά­ζον­τας σέ ἕ­να στοι­χει­ω­δῶς ἀ­ξι­ο­πρε­πές ἐ­πί­πε­δο τό ἐ­πί­σης πε­νι­χρό εἰ­σό­δη­μα τοῦ τα­πει­νοῦ ἐμ­πο­ρο­ϋ­παλ­λή­λου, ἀλ­λά ἦ­ταν κά­τι, καί τό κυ­ρι­ώ­τε­ρο καί ἀ­νε­κτί­μη­της ἀ­ξί­ας: ἦ­ταν πλέ­ον ψάλ­της, ἀ­πό­λυ­τος κυ­ρί­αρ­χος τοῦ ἀ­να­λο­γί­ου, ἔ­στω καί τοῦ ἀ­ρι­στε­ροῦ.

         Αὐ­τό ὅ­μως τό «ἀ­ρι­στε­ροῦ» ἄρ­χι­σε, μέ τό πέ­ρα­σμα τῶν χρό­νων, νά ἐ­ξε­λίσ­σε­ται σέ ἀγ­κά­θι πού τρι­βέ­λι­ζε τόν Κώ­στα Κ., κα­θώς ἀ­να­κά­λυ­πτε ὅ­τι πα­ρέ­με­νε «στά­σι­μος» ἐ­πί σει­ράν ἐ­τῶν. Κά­θε φο­ρά πού ὑ­πῆρ­χε ἀ­νάγ­κη ἀν­τι­κα­τα­στά­σε­ως δε­ξιοῦ ψάλ­του —καί τό πρᾶγ­μα εἶ­χε συμ­βῆ πά­νω ἀ­πό δύ­ο φο­ρές— ὁ Κώ­στας Κ. πε­ρί­με­νε ἐ­να­γω­νί­ως νά ὑ­πάρ­ξῃ κρού­ση ἀ­πό τόν ἐ­φη­μέ­ριο τοῦ να­οῦ, ἕ­ναν θε­ρι­α­κω­μέ­νο λε­βεν­τό­παπ­πα, τόν παπ­πα-Νι­κή­τα. Πε­ρί­με­νε αὐ­τό τό «νεῦ­μα» εὐ­α­ρε­σκεί­ας, αὐ­τήν τήν πε­ρι­πό­θη­τη χει­ρο­νο­μί­α ἀ­να­γνω­ρί­σε­ως, ὅ­πως ὁ σκύλ­λος τό κόκ­κα­λο, πλήν ἡ χει­ρο­νο­μί­α δέν ἐρ­χό­ταν, ἡ ὑ­πό­θε­ση τῆς «ἀ­να­βάθ­μι­σής» του χρό­νι­ζε ἐ­πι­κίν­δυ­να, κι εἶ­χε ἀρ­χί­σει νά σκέ­πτε­ται σο­βα­ρά τό ἐν­δε­χό­με­νο νά πε­ρα­τώ­σῃ τήν ψαλ­τι­κή του στα­δι­ο­δρο­μί­α ἀ­ρι­στε­ρός. Καί νά πού γιά κα­λή του τύ­χη ὁ τε­λευ­ταῖ­ος δε­ξιός ψάλ­της —-ἕ­νας Γε­ώρ­γιος Μπο­νά­νος ἀ­πό τό που­θε­νά— λο­γό­φε­ρε μέ τόν παπ­πα-Νι­κή­τα τήν Κυ­ρια­κή τῶν Βα­ΐ­ων, γιά τό ὕ­ψος τῆς ἀ­μοι­βῆς του ὑ­πο­θέ­τει, καί νά πού πα­ρου­σι­ά­ζε­ται μο­να­δι­κή εὐ­και­ρί­α νά ἀ­να­βαθ­μι­στῇ ἐ­πί τέ­λους, ἄς εἶ­ναι καί μέ μι­κρό­τε­ρη ἀ­μοι­βή ἀ­πό τοῦ Μπο­νά­νου, αὐ­τόν τό δε­ξιό ἀ­να­λό­γιο τοῦ ᾿χει σκλα­βώ­σει τήν ψυ­χή, καί βέ­βαι­α μέ τήν Με­γά­λη Ἑ­βδο­μά­δα καί τόν Νυμ­φί­ο νά ἔρ­χε­ται —τί νά ἔρ­χε­ται, νά εἶ­ναι ἤ­δη φτα­σμέ­νος καί νά ἀ­νοί­γῃ τήν θύ­ρα τοῦ νυμ­φῶ­νος— ἡ μό­νη ἐν­δε­δειγ­μέ­νη λύ­ση εἶ­ναι ὁ προ­βι­βα­σμός τοῦ ἀ­ρι­στε­ροῦ σέ δε­ξιό!

         Ὅ­λο τό βρά­δυ τῆς Κυ­ρια­κῆς τῶν Βα­ΐ­ων πρός τήν Με­γά­λη Δευ­τέ­ρα δέν κοι­μή­θη­κε· ἄ­κου­γε τό τη­λέ­φω­νο νά χτυ­πᾷ, ἔ­βλε­πε τόν παπ­πα-Νι­κή­τα νά τόν ὑ­πο­δέ­χε­ται στό δω­μα­τιά­κι δί­πλα στό ἱ­ε­ρό, πε­ρισ­σό­τε­ρο γιά νά κα­θο­ρί­σουν τό ὕ­ψος τῆς ἀ­μοι­βῆς του —ἐν­νο­εῖ­ται πώς θά τό πα­λέ­ψῃ γιά λε­λο­γι­σμέ­νο ὕ­ψος, ἀλ­λά δέν πρό­κει­ται νά φθά­σῃ καί στά ἄ­κρα—, ἴ­σως καί νά μή χρει­ά­ζε­ται, ὅ­λοι τό ξέ­ρουν πώς τήν Με­γά­λη Ἑ­βδο­μά­δα ὁ ρό­λος τοῦ ψάλ­του εἶ­ναι ἀ­πό κομ­βι­κός ἕ­ως ἀ­ναν­τι­κα­τά­στα­τος.

         Κι ὅ­μως, δέν ἦ­ταν ἔ­τσι. Ὁ τρα­γό­παπ­πας εἶ­χε συ­νεν­νο­η­θῆ μ᾿ ἕ­ναν ἀ­νη­ψιό του, ἕ­να ἀ­νί­δε­ο, ἀ­μού­στα­κο παι­δά­ριο, καί τώ­ρα πού τό σκέ­φτε­ται ὅ­λη ἡ λο­γο­μα­χί­α μέ τόν ἄλ­λο τόν ἄ­σχε­το, τόν Μπο­νά­νο, μπο­ρεῖ νά ἦ­ταν προ­σχη­μα­τι­κή, τόν ἀ­νη­ψιό του ἤ­θε­λε νά βο­λέ­ψῃ ὁ τα­βλαμ­πᾶς κι ἔ­κα­νε τά­χα­μου πώς δέν βγαί­νει πέ­ρα καί πρέ­πει νά προ­βῇ σέ πε­ρι­κο­πή μι­σθοῦ. Ὥ­ρα εἶ­ναι νά τόν πά­ρῃ κι αὐ­τόν ἡ μπάλ­λα καί ἀ­πό ᾿κεῖ πού ὀ­νει­ρεύ­ε­ται δε­ξιά με­γα­λεῖ­α νά κα­τα­βα­ρα­θρω­θῇ σέ ἀ­κό­μα βα­θύ­τε­ρα ἀ­ρι­στε­ρά τάρ­τα­ρα!

         Καί­τοι, λοι­πόν, φαρ­μα­κώ­θη­κε, δέν ἔ­βγα­λε τσι­μου­διά, στό­μα θε­ό­κλει­στο. Πάν­τως αὐ­τό τό παι­δά­ριο τό μί­ση­σε. Καί ντρέ­πε­ται νά τό πῇ πώς με­γα­λο­βδο­μα­δι­ά­τι­κα —ἄν καί, ἐ­δῶ πού τά λέ­με, καί ὁ­ποι­α­δή­πο­τε ἄλ­λη μέ­ρα τοῦ χρό­νου εἶ­ναι τό ἴ­διο— τόν κα­τα­ρά­στη­κε αὐ­τόν τόν ἀ­νη­ψιό, μα­ζί μέ ὅ­λα τά σπυ­ριά του, νά ἀρ­ρω­στή­σῃ, νά βου­βα­θῇ, νά βγά­λῃ τό κα­κό σπυ­ρί, ναί, τέ­τοι­ες ἀ­κρό­τη­τες, στίς ὁ­ποῖ­ες ἤ­θε­λε ὁ ἀ­θε­ό­φο­βος νά ἀ­να­κα­τέ­ψῃ ὄ­χι τόν σα­τα­νᾶ ἀλ­λά τόν ἴ­διο τόν Θε­ό, σάν νά μήν ἤ­ξε­ρε πώς «βρέ­χει ἐ­πὶ δι­καί­ους καὶ ἀ­δί­κους», σάν νά μήν ἤ­ξε­ρε πώς ὁ Θε­ός «ἀ­γά­πη ἐ­στίν», καί δέν εἶ­χε τί­πο­τα νά κά­νῃ μέ τίς δι­κές του μω­ρο­φι­λο­δο­ξί­ες καί τά μι­κρο­μί­ση, αὐ­τήν τήν κα­τα­ρα­μέ­νη ψαλ­τό­λυσ­σα, αὐ­τό τό παν­το­δύ­να­μο πά­θος, δυ­να­στι­κώ­τε­ρο κι ἀπ᾿ τήν ψω­μό­λυσ­σα!

         Τόν ἄ­κου­σε τόν ἀ­νη­ψιό, ὀ­νό­μα­τι Μι­χά­λη, τό βρά­δυ τῆς Με­γά­λης Δευ­τέ­ρας: ὡ­ραί­α φω­νή, δέ λέ­ει, ἀλ­λά ἄ­πει­ρος βρέ παι­δί μου, καί τόν «Νυμ­φῶ­νά σου» τό ᾿πια­σε λί­γο χα­μη­λά, ὁ Κώ­στας ἔ­κα­νε ἕ­ναν μορ­φα­σμό, «ἄχ, βρέ Μι­χά­λη!», δέν προ­λά­βα­νε νά γνω­ρι­στοῦν καί τόν ἔ­λε­γε «Μι­χά­λη», φι­λι­κά ὑ­πο­τί­θε­ται, ἀλ­λά μέ αὐ­τό τό «ἄχ, βρέ» μπρο­στά πού ση­μαί­νει «κά­τσε βρέ παι­δά­ριο ἑ­φτά-ὀ­χτώ χρό­νια στό ἀ­ρι­στε­ρό ἀ­να­λό­γιο νά λι­ώ­σῃς κἀ­να δυ­ό ρά­σα κι ἔ­πει­τα δι­εκ­δί­κη­σε τή θέ­ση τοῦ δε­ξιοῦ πού κα­νο­νι­κά ἀ­νή­κει σέ πιό πε­πει­ρα­μέ­νους ἀ­πό σέ­να!». Καί μήν νο­μι­σθῇ πώς μέ τό «πε­πει­ρα­μέ­νους» ἐν­νο­εῖ τόν ἑ­αυ­τό του, αὐ­τός, ἔ­τσι κι ἔμ­παι­νε δε­ξιός κά­ποι­ος ἰ­σά­ξιός του πού νά ᾿χε φά­ει τήν ψαλ­τι­κή μέ τό κου­τά­λι, δέν θά ᾿χε ἀν­τίρ­ρη­ση, τόν ἐ­νο­χλεῖ πού δέν ἀ­κο­λου­θεῖ­ται ἡ κα­τά πα­ρά­δο­σιν ἰ­σχύ­ου­σα τά­ξις, ἕ­να εἶ­δος ἀ­τύ­που πλήν ὑ­παρ­κτῆς ἱ­ε­ραρ­χί­ας.

         Ἐ­κεῖ ὅ­μως πού εἶ­χαν φθά­σει τά πράγ­μα­τα, δέν κιν­δύ­νευ­ε πλέ­ον μό­νο ἡ ἄ­τυ­πος ἀλ­λά καί ἡ τυ­πι­κή τά­ξις. Ἐ­ξη­γεῖ­ται τί θέ­λει νά πῇ: Αὔ­ριο εἶ­ναι Με­γά­λη Τρί­τη, κι ὅ­λοι οἱ ψαλ­τᾶ­δες ξέ­ρουν τί ση­μαί­νει αὐ­τό. Τό με­γα­λύ­τε­ρο ψαλ­τά­δι­κο «σου­ξέ», ἄν μπο­ρῇ νά μι­λή­σῃ κα­νείς μέ τέ­τοι­ους ἀ­γο­ραί­ους ὅ­ρους, τό τρο­πά­ριο τῆς Κασ­σια­νῆς, πού δι­και­οῦ­σαι νά τό «ταρ­να­ρί­σῃς» μέ­χρι καί εἰ­κο­σι­πέν­τε λε­πτά καί κα­νείς νά μή σοῦ πῇ τί­πο­τα, ἀ­νή­κει «μέ τόν νό­μο» πού λέ­νε στόν ἀ­ρι­στε­ρό ψάλ­τη. Τίς προ­η­γού­με­νες χρο­νι­ές ὁ Κώ­στας Κ., κα­τά τίς ἐ­πι­τα­γές ἑ­νός πνεύ­μα­τος κα­κῶς ἐν­νο­ου­μέ­νης, τώ­ρα πού τό σκέ­φτε­ται, τα­πει­νο­φρο­σύ­νης, εἶ­χε ἐκ­χω­ρή­σει τό λα­χτα­ρι­στό κομ­μά­τι στόν δε­ξιό, κι εἶ­χε ἀρ­κε­σθῆ στόν ρό­λο τοῦ κομ­πάρ­σου, φθά­νον­τας μά­λι­στα στό ση­μεῖ­ο νά με­τα­κο­μί­σῃ στό ἀ­πέ­ναν­τι ψαλ­τή­ρι, ἐν εἴ­δει θλι­βε­ρῆς καί δι­α­κο­σμη­τι­κῆς δευ­τε­ρο­κλα­σά­της γλά­στρας, πε­ρι­ω­ρι­σμέ­νης σέ βο­η­θη­τι­κό ρό­λο.

         Τώ­ρα ὅ­μως δέν θά τό ἄ­φη­νε νά πε­ρά­σῃ στό ντού­κου, καί, βέ­βαι­α, τέρ­μα ἡ με­τα­κό­μι­ση στό δε­ξί ψαλ­τή­ρι. Δέν τό δι­και­οῦν­ταν; Ὅ­λοι οἱ νό­μοι καί τά δι­α­τάγ­μα­τα ἦ­ταν μα­ζί του. Θά ᾿λε­γε τήν «Κασ­σια­νή» ὁ κό­σμος νά χά­λα­γε. Κι ἅ­μα τοῦ κου­νι­ό­ταν τό ἀ­πέ­ναν­τι τσου­τσέ­κι, θά τοῦ ᾿τρι­βε στή μού­ρη τό ἰ­σχῦ­ον τυ­πι­κό, πού κά­τι ξέ­ρα­νε ὅ­σοι τό ὥ­ρι­σαν ἔ­τσι, τα­πει­νο­φρο­σύ­νη ἤ­θε­λαν νά δι­δά­ξουν, καί νά πού ἡ τα­πει­νο­φρο­σύ­νη πο­δο­πα­τεῖ­ται παν­τοῦ, ἀ­κό­μα καί στό θέ­μα τῆς «Κασ­σια­νῆς» πού εἶ­ναι ὁ­λό­δι­κιά του!

         Δέν θά πῇ ὅ­μως τί­πο­τα· για­τί νά πῇ κά­τι γιά κά­τι πού δι­και­ω­μα­τι­κά τοῦ ἀ­νή­κει; Θά πε­ρι­μέ­νῃ σε­μνά καί τα­πει­νά νά ἔρ­θῃ ἡ ὥ­ρα τοῦ τρο­πα­ρί­ου, καί τό­τε σε­μνά καί τα­πει­νά θά ξε­κι­νή­σῃ μέ τό «Δό­ξα Πα­τρὶ καὶ Υἱ­ῷ καὶ ἁ­γί­ῳ Πνεύ­μα­τι», ὁ ἄλ­λος, ὁ ἀ­πέ­ναν­τι, θά πῇ ἀ­ναγ­κα­στι­κά τό «Καὶ νῦν καὶ ἀ­εὶ καὶ εἰς τοὺς αἰ­ῶ­νας τῶν αἰ­ώ­νων ἀ­μήν», ὁ­πό­τε με­τά τό τρο­πά­ριο εἶ­ναι ὁ­λό­δι­κό του, νά τό ταρ­να­ρί­σῃ ὅ­σο καί ὅ­πως θέ­λει, ἀπ᾿ ἔ­ξω τό ᾿χει μά­θει, ἕ­να σω­ρό χει­μῶ­νες καί ἄ­νοι­ξες τήν προ­βέρ­νει σχε­δόν κα­θη­με­ρι­νῶς τήν ἐν πολ­λαῖς ἁ­μαρ­τί­αις πε­ρι­πε­σοῦ­σα γυ­ναῖ­κα.

Καί νά πού ἡ με­γά­λη ὥ­ρα ἦρ­θε. Χω­ρίς νά δι­στά­σῃ κα­θό­λου, ἔ­βα­λε μπρός τό «Δό­ξα Πα­τρὶ καὶ Υἱ­ῷ…». Ἦ­ταν κά­που ἐ­κεῖ στό «-ῷ­ῷ­ῷ» τοῦ «Υἱ­ῷ» πού ἡ θε­ό­ρα­τη φι­γού­ρα —ἔ­τσι τοῦ φά­νη­κε— τοῦ παπ­πα–Νι­κή­τα ἔ­κα­νε τήν ἐμ­φά­νι­σή της στήν ὡ­ραί­α πύ­λη:

         — Τί κά­νεις ἐ­κεῖ; τοῦ φώ­να­ξε ὀρ­γι­σμέ­να, καί τό χρι­στε­πώ­νυ­μο πλή­ρω­μα πά­γω­σε.

         Δέν μπό­ρε­σε νά πῇ τί­πο­τα, ἔ­νι­ω­σε μό­νο ἕ­ναν κόμ­πο νά τοῦ κά­θε­ται στόν λαι­μό, κι ὁ δε­ξιός ἀ­νέ­λα­βε τό «ἁ­γί­ῳ Πνεύ­μα­τι».

        — Τσα­κί­σου πή­γαι­νε στό δε­ξιό ψαλ­τή­ρι! πα­ράγ­γει­λε ὁ ἄ­τεγ­κτος παπ­πᾶς, ὁ ὁ­ποῖ­ος, ἀ­πο­συ­ρό­με­νος στά ἐν­δό­τε­ρα τοῦ ἱ­ε­ροῦ, σφύ­ρι­ξε μέσ᾿ ἀπ᾿ τά δόν­τια του: «Βρέ ποῦ τόν βρή­κα­με ἐ­τοῦ­τον!»

        Ἡ προ­σβο­λή ἦ­ταν πο­λύ με­γά­λη· οἱ γυ­ναι­κοῦ­λες τῶν πρώ­των στα­σι­δι­ῶν δαγ­κώ­νον­ταν καί πρό­λα­βε μέ τήν ἄ­κρη τοῦ μα­τιοῦ του νά συλ­λά­βῃ σκόρ­πια σαρ­κα­στι­κά χα­μό­γε­λα ἀ­πό τά ἀν­τρι­κά στα­σί­δια. Κα­τά­πι­ε κά­τι χον­τρά δά­κρυ­α πού κα­τέ­βαι­ναν στό λαι­μό του κι ἀ­πό­μει­νε στό ἀ­ρι­στε­ρό ψαλ­τή­ρι σά στή­λη ἅ­λα­τος· καί νά ᾿θε­λε νά κου­νη­θῇ —πού δέν ἤ­θε­λε— εἶ­ναι ἀμ­φί­βο­λο ἄν μπο­ροῦ­σε, τά πό­δια του εἶ­χαν μου­διά­σει, τό κορ­μί του εἶ­χε πα­ρα­λύ­σει, μό­λις καί με­τά βί­ας κα­τώρ­θω­νε σάν σέ ἀ­χλύ, ἀ­πό πο­λύ μα­κριά, νά ἀ­κού­σῃ τήν κραυ­γή τῆς ἄ­κρας γυ­ναι­κεί­ας τα­πεί­νω­σης νά φτά­νῃ θο­λή στ᾿ αὐ­τιά του: «Κύ­ρι­ε ἡ ἐν πολ­λαῖς ἁ­μαρ­τί­αις πε­ρι­πε­σοῦ­σα γυ­νή, τὴν σὴν αἰ­σθο­μέ­νη θε­ό­τη­τα … μῦ­ρά σοι πρὸ τοῦ ἐν­τα­φια­σμοῦ κο­μί­ζει. Οἴ­μοι λέ­γου­σα…». Τό πή­γαι­νε κα­λά ὁ ἄ­τι­μος, θά τό ᾿χε κά­νει κι αὐ­τός μπό­λι­κες πρό­βες. Κι ἔ­τσι ὅ­πως τόν ἔ­βλε­πε, κά­τω ἀ­πό τό ἀ­σπρο­κί­τρι­νο λαμ­πι­ό­νι τῆς σκο­τει­νῆς ἐκ­κλη­σί­ας, μέ τά σπυ­ριά του νά λαμ­πυ­ρί­ζουν λές στό ἠ­λε­κτρι­κό φῶς, ἕ­να ἀ­βυσ­σα­λέ­ο μῖ­σος τόν πλημ­μύ­ρι­σε καί μιά σκο­τει­νή βρα­χνή φω­νή ἀ­να­δύ­θη­κε μέ­σα ἀ­πό τή μαυ­ρί­λα πού ᾿χε κα­τα­κλύ­σει τήν αἱ­μάσ­σου­σα ψυ­χή του: — Κόλ­πος νά σοῦ ᾿ρθῃ σπυ­ριά­ρη!

        Εἶ­χε φτά­σει στό «Δέ­ξαι μου τὰς πη­γὰς τῶν δα­κρύ­ων…». Καί, ξαφ­νι­κά, πά­νω ἐ­κεῖ στό «δέ­ε­ε-» τοῦ «δέ­ξαι μου…», ἕ­να ἀ­πί­στευ­το κοκ­κο­ρά­κι, σάν ἡ χορ­δή νά εἶ­χε σπά­σει, κα­τέ­φθα­σε ἀ­πό τό ὑ­πε­ρυ­ψω­μέ­νο ἀ­να­λό­γιο τοῦ δε­ξιοῦ ψαλ­τη­ρί­ου καί τά συν­τρίμ­μια της σκορ­πί­στη­καν στά μή­κη καί τά πλά­τη τοῦ να­οῦ, ἀ­πό τά χά­η τοῦ ἐ­ρε­βώ­δους τρού­λου μέ­χρι τά μυ­στι­κά σκο­τά­δια τῆς κόγ­χης τοῦ ἱ­ε­ροῦ. Τά μει­δι­ά­μα­τα ἄλ­λα­ξαν κα­τεύ­θυν­ση καί μο­χθη­ρά δόν­τια ἄρ­χι­σαν νά κά­νουν τήν ἐμ­φά­νι­σή τους πί­σω ἀ­πό σαρ­κά­ζον­τα χεί­λη. Τό κοκ­κο­ρά­κι πά­σκι­σε γιά ἕ­να μι­κρό δι­ά­στη­μα νά ἁρ­πα­χτῇ ἀ­πό τάς «πη­γάς», καί τέ­λος, ὅ­ταν ἔ­φτα­σε μέ μύ­ριους κό­πους στό «δα­κρύ­ων», ἀ­να­λύ­θη­κε σέ μιά ἀ­συ­νάρ­τη­τη πα­ρα­χορ­δί­α κρωγ­μῶν πού σκόν­τα­φταν πά­νω στά καν­τή­λια, τά μα­νουά­λια, ἀ­κό­μα ἀ­κό­μα καί πά­νω στήν εἰ­κό­να τοῦ Χρι­στοῦ πού τόν κύτ­τα­ζε λυ­πη­μέ­νος – ἔ­τσι τοῦ φά­νη­κε.

         Καί τό­τε τήν εἶ­δε· ἦ­ταν γο­να­τι­σμέ­νη μπρο­στά στόν Σω­τῆ­ρα, τά μαλ­λιά της λυ­μέ­να μπρός στά πό­δια του, οἱ μου­σκε­μέ­νες της μποῦ­κλες μπλεγ­μέ­νες στά δά­χτυ­λά του, κι ἔ­κλαι­γε, ἔ­κλαι­γε, ἔ­κλαι­γε, κι ἦ­ταν τό­σο γο­ε­ρό αὐ­τό τό κλά­μα τῆς ἄ­κρας τα­πεί­νω­σης, πού ἔ­νι­ω­σε νά με­τα­δί­δε­ται στό δι­κό του λαι­μό, στά ρου­θού­νια του, στό τρέ­μου­λο τῶν χει­λι­ῶν του πού πιά δέν τά ὥ­ρι­ζε.

         Μέ μου­δι­α­σμέ­να πό­δια, σάν αὐ­τό­μα­το, σύρ­θη­κε σκυ­φτός ἀ­πό τό ἀ­ρι­στε­ρό στό δε­ξιό ψαλ­τή­ρι, στά­θη­κε δί­πλα στόν δε­ξιό, φί­λη­σε τά σπυ­ρά­κια του μέ δα­κρυ­σμέ­να μά­τια, κι ἀ­νέ­λα­βε νά συ­νε­χί­σῃ ἀ­πό ᾿κεῖ πού ᾿χε στα­μα­τή­σει τό ξέ­πνο­ο κοκ­κο­ρά­κι.

         Τό ἐκ­κλη­σί­α­σμα τοῦ Ἁ­γί­ου Φα­νου­ρί­ου, γυ­ναῖ­κες καί ἄν­τρες, εἶ­χαν νά τό λέ­νε και­ρό πώς δέν εἶ­χαν ξα­να­κού­σει τέ­τοι­α Κασ­σια­νή στή ζω­ή τους. Τέ­τοι­α Κασ­σια­νή ἀ­πό μιά συν­τε­τριμ­μέ­νη ψαλ­τό­λυσ­σα, τέ­τοι­α ρα­γι­σμέ­νη φω­νή πού, μέ­σα σέ ἀ­συγ­κρά­τη­τους λυγ­μούς με­τα­νοί­ας, εἶ­χε τε­λει­ώ­σει τό τρο­πά­ριο ὅ­πως πο­τέ ἄλ­λο­τε δέν ξα­να­κού­στη­κε σέ ὀρ­θό­δο­ξη ἐκ­κλη­σί­α: «Μή με τὸν σὸν δοῦ­λον πα­ρί­δῃς, ὁ ἀ­μέ­τρη­τον ἔ­χων τὸ ἔ­λε­ος…»


Πηγή: Πρώτη δημοσίευση.

Χρῖ­στος Δάλ­κος (Τρό­παι­α Ἀρ­κα­δί­ας, 1951). Σπού­δα­σε στὴ Φι­λο­σο­φι­κὴ Σχο­λὴ Ἀ­θη­νῶν καὶ ἐρ­γά­στη­κε ὡς φι­λό­λο­γος στὴ Μέ­ση Δη­μό­σια Ἐκ­παί­δευ­ση. Δη­μο­σί­ευ­σε: Μι­κρὲς βι­ο­μη­χα­νι­κὲς ἱ­στο­ρί­ες (Δι­η­γή­μα­τα, Ἀ­θή­να, 1987), Τὰ ἰ­δε­ο­λο­γή­μα­τα τῆς νέ­ας γλωσ­σο­λο­γί­ας (Δί­αυ­λος, 1995), Νευ­ρό­σπα­στο τη­λε­χει­ρι­στη­ρί­ου (Ποι­ή­μα­τα, Πλα­νό­διον, 2007) κ.ἄ. Τε­λευ­ταῖ­ο βι­βλί­ο του τὸ πεζό Με­λαν­θώ (Μελάνι, 2016).


♥ ♥ ♥

Ἐ­δῶ μπο­ρεῖ­τε ν’ ἀ­κού­σε­τε τὸ «τρο­πά­ριο τῆς Κασ­σια­νῆς» ἀ­πὸ χο­ρὸ Βα­το­πε­δι­νῶν πα­τέ­ρων μὲ βά­ση τὸ χει­ρό­γρα­φο τοῦ Σί­μω­νος Κα­ρᾶ:

(1/2)

καὶ (2/2)

καὶ ἐ­δῶ νὰ πλη­ρο­φο­ρη­θεῖ­τε σχε­τι­κὰ μὲ τὸ θρυ­λού­με­νο ἱ­στο­ρι­κὸ πε­ρι­στα­τι­κό:

http://www.saint.gr/5/texts.aspx

♥ ♥ ♥

Τὸ κεί­με­νο τοῦ ὕ­μνου καὶ με­τα­γρα­φή του στὰ νέ­α ἑλ­λη­νι­κὰ ἀ­πὸ τὸν Φώ­τη Κόν­το­γλου:

Κύ­ρι­ε, ἡ ἐν πολ­λαῖς ἁ­μαρ­τί­αις πε­ρι­πε­σοῦ­σα γυ­νή,

τὴν σὴν αἰ­σθο­μέ­νη θε­ό­τη­τα, μυ­ρο­φό­ρου ἀ­να­λα­βοῦ­σα τά­ξιν,

ὀ­δυ­ρο­μέ­νη, μύ­ρα σοι, πρὸ τοῦ ἐν­τα­φια­σμοῦ κο­μί­ζει.

Οἴ­μοι! λέ­γου­σα, ὅ­τι νύξ μοι ὑ­πάρ­χει, οἶ­στρος ἀ­κο­λα­σί­ας,

ζο­φώ­δης τε καὶ ἀ­σέ­λη­νος ἔ­ρως τῆς ἁ­μαρ­τί­ας.

Δέ­ξαι μου τὰς πη­γὰς τῶν δα­κρύ­ων,

ὁ νε­φέ­λαις δι­ε­ξά­γων τῆς θα­λάσ­σης τὸ ὕ­δωρ·

κάμ­φθη­τί μοι πρὸς τοὺς στε­ναγ­μοὺς τῆς καρ­δί­ας,

ὁ κλί­νας τοὺς οὐ­ρα­νοὺς τῇ ἀ­φά­τῳ σου κε­νώ­σει.

Κα­τα­φι­λή­σω τοὺς ἀ­χράν­τους σου πό­δας,

ἀ­πο­σμή­ξω τού­τους δὲ πά­λιν τοῖς τῆς κε­φα­λῆς μου βο­στρύ­χοις·

ὧν ἐν τῷ πα­ρα­δεί­σῳ Εὔ­α τὸ δει­λι­νόν,

κρό­τον τοῖς ὠ­σὶν ἠ­χη­θεῖ­σα, τῷ φό­βῳ ἐ­κρύ­βη.

Ἁ­μαρ­τι­ῶν μου τὰ πλή­θη καὶ κρι­μά­των σου ἀ­βύσ­σους

τίς ἐ­ξι­χνιά­σει, ψυ­χο­σῶ­στα Σω­τήρ μου;

Μή με τὴν σὴν δού­λην πα­ρί­δῃς, ὁ ἀ­μέ­τρη­τον ἔ­χων τὸ ἔ­λε­ος.

 

Με­τα­γρα­φὴ ἀπὸ τὸν Φώ­τη Κόν­το­γλου:

 

Κύριε, ἡ γυναίκα ποὺ ἔπεσε σὲ πολλὲς ἁμαρτίες,

σὰν ἔνοιωσε τὴ θεότητά σου, γίνηκε μυροφόρα

καὶ σὲ ἄλειψε μὲ μυρουδικὰ πρὶν ἀπὸ τὸν ἐνταφιασμό σου

κι ἔλεγε ὀδυρόμενη: Ἀλλοίμονο σὲ μένα, γιατὶ μέσα μου εἶναι νύχτα κατασκότεινη

καὶ δίχως φεγγάρι, ἡ μανία τῆς ἀσωτείας κι ὁ ἔρωτας τῆς ἁμαρτίας.

Δέξου ἀπὸ μένα τὶς πηγὲς τῶν δακρύων,

ἐσὺ ποὺ μεταλλάζεις μὲ τὰ σύννεφα τὸ νερὸ τῆς θάλασσας.

Λύγισε στ’ ἀναστενάγματα τῆς καρδιᾶς μου,

ἐσὺ ποὺ ἔγειρες τὸν οὐρανὸ καὶ κατέβηκες στὴ γῆς.

Θὰ καταφιλήσω τὰ ἄχραντα ποδάρια σου,

καὶ θὰ τὰ σφουγγίσω πάλι μὲ τὰ πλοκάμια τῆς κεφαλῆς μου·

αὐτὰ τὰ ποδάρια, ποὺ σὰν ἡ Εὕα κατὰ τὸ δειλινό,

τ’ ἄκουσε νὰ περπατᾶνε, ἀπὸ τὸ φόβο της κρύφτηκε.

Τῶν ἁμαρτιῶν μου τὰ πλήθη καὶ τῶν κριμάτων σου τὴν ἄβυσσο,

ποιός μπορεῖ νὰ τὰ ἐξιχνιάση, ψυχοσώστη Σωτήρα μου;

Μὴν καταφρονέσης τὴ δούλη σου, ἐσὺ ποὺ ἔχεις τ’ ἀμέτρητο ἔλεος.


		
Advertisements

Χρῖστος Δάλκος: «Τὸν Σαουδάραβαν»

 

 

Χρῖστος Δάλκος

 

«Τὸν Σαουδάραβαν»

 

ΥΝΑΝΤΗΣΑ χτὲς τὸν κύ­ριο Ἀ­ση­μα­κό­που­λο.

— Κύ­ρι­ε Ἀ­ση­μα­κό­που­λε, εἶ­πα, στὸ βι­βλί­ο σας «Ἀ­ριθ­μο­τε­χνι­κὴ ἀ­νά­λυ­σις τῆς Ἑλ­λη­νι­κῆς γλώσ­σης» ποὺ ἔ­χει κά­νει ἤ­δη τρεῖς ἐκ­δό­σεις…

       — Τέσ­σε­ρις, μὲ δι­ώρ­θω­σε, καὶ ἐ­πί­κει­ται καὶ πέμ­πτη, γί­νον­ται ἤ­δη οἱ τε­λευ­ταῖ­ες δι­ορ­θώ­σεις καὶ πά­ει γιὰ τύ­πω­μα…

       — Στὸ βι­βλί­ο σας λοι­πόν, καὶ στὴν σε­λί­δα 1228, συ­νέ­χι­σα, ἀν­τι­κα­θι­στᾶ­τε μὲ ἀ­ριθ­μοὺς τὰ γράμ­μα­τα τῆς φρά­σης «Ἡ δι­α­κο­σι­ο­στὴ πεν­τη­κο­στὴ τε­τάρ­τη ἡ­μέ­ρα τοῦ δύ­ο χι­λιά­δες ἕν» καὶ βρί­σκε­τε τὸ ἴ­διο ἄ­θροι­σμα (5539) μὲ τὰ γράμ­μα­τα τῆς φρά­σης «Τὸ μέ­γα τρο­μο­κρα­τι­κὸν κτύ­πη­μα ποὺ ἀ­πε­δό­θη εἰς τὸν Σα­ου­δά­ρα­βαν Ὀ­σά­μα Μπὶν Λάν­τεν».

       — Δέν εἶ­ναι ἐκ­πλη­κτι­κό; κραύ­γα­σε ὁ Ἀ­ση­μα­κό­που­λος. Ἡ με­γα­λύ­τε­ρη ἀ­πό­δει­ξη ὅ­τι οἱ ἀρ­χαῖ­οι εἶ­χαν προ­βλέ­ψει τὸ χτύ­πη­μα στοὺς δί­δυ­μους πύρ­γους… Ση­μει­ῶ­στε, αὐ­τὰ δὲν τὰ λέ­ω ἐ­γώ, τὰ λέ­νε ὁ Πυ­θα­γό­ρας καὶ ὁ Πλά­των…

       — Ναί, ἀλ­λὰ οἱ ἀρ­χαῖ­οι πο­τὲ δὲν θὰ ἔ­λε­γαν «τὸν Σα­ου­δά­ρα­βαν», θὰ λέ­γα­νε «Ἄ­ρα­βα» ἤ, ἔ­στω, «Σα­ου­δά­ρα­βα»­.­..

       — Τί ἐν­νο­εῖ­τε; μουρ­μού­ρι­σε ἀ­λα­φι­α­σμέ­νος ὁ Ἀ­ση­μα­κό­που­λος.

       — Θέ­λω νὰ πῶ ὅ­τι ἡ Αἰ­τι­α­τι­κὴ τοῦ «Ἄ­ραψ» δὲν παίρ­νει νί…:

       ὁ Ἄ­ραψ

       τοῦ Ἄ­ρα­βος

       τῷ Ἄ­ρα­βι

       τὸν Ἄ­ρα­βα.­..

       — Καὶ ἑ­πο­μέ­νως, καὶ ἑ­πο­μέ­νως;

       — Ἑ­πο­μέ­νως τὸ ἄ­θροι­σμα δὲν εἶ­ναι τὸ ἴ­διο.­..

       — Καὶ ἄ­ρα;

       — Ὅ­τι αὐ­τὸ ποὺ λέ­τε δὲν ἰ­σχύ­ει, γιὰ νὰ τὸ πῶ κά­πως κομ­ψά .­..

       Βλέ­πον­τας ὅ­τι ὁ Ἀ­ση­μα­κό­που­λος δὲν μι­λά­ει, συ­νέ­χι­σα νὰ κα­τε­δα­φί­ζω ἀ­νε­λέ­η­τα τὸ ἀ­ριθ­μο­τε­χνι­κό του οἰ­κο­δό­μη­μα: — Ἐξ ἄλ­λου οὔ­τε «ὁ Σα­ου­δά­ρα­βας» θὰ λέ­γα­νε οἱ ἀρ­χαῖ­οι, ὅ­πως λέ­τε ἐ­κεῖ ποὺ βρί­σκε­τε τὸ ἄ­θροι­σμα 1666 γιὰ τὸ ΟΙ ΔΙ­ΔΥ­ΜΟΙ ΠΥΡ­ΓΟΙ Ε­ΠΛΗ­ΓΗ­ΣΑΝ καὶ τὸ Ο ΣΑ­ΟΥ­ΔΑ­ΡΑ­ΒΑΣ ΜΠΙΝ ΛΑΝ­ΤΕΝ. Θὰ λέ­γα­νε «ὁ Ἄ­ραψ», ἤ, ἔ­στω, «ὁ Σα­ου­δά­ραψ»­.­.. Καὶ τὰ κύ­ρια ὀ­νό­μα­τα θὰ τὰ γρά­φα­νε χω­ρὶς ἄρ­θρο.­.. Ἀλ­λὰ καὶ ἡ «ἐν­τρο­πία», στὴν ὁ­ποί­α ἀ­φι­ε­ρώ­νε­τε ὁ­λό­κλη­ρη τὴ σε­λί­δα 1227, δὲν βγαί­νει ἀ­πὸ τὸ «ἓν» καὶ «τρέ­πω» ὅ­πως λέ­τε, δη­λα­δὴ «με­τα­βάλ­λω (με­τα­τρέ­πω) τὸ ἀρ­χι­κὸν ἕν», ἀλ­λὰ ἀ­πὸ τὴν πρό­θε­ση «ἐν» καὶ «τρέ­πω». Παίρ­νει ψι­λὴ τὸ «ἐν» τοῦ «ἐν­τρο­πί­α», ξέ­ρε­τε.­..

       Ὁ Ἀ­ση­μα­κό­που­λος μὲ κύτ­τα­γε σὰν ἀ­πο­σβο­λω­μέ­νος.

       Χτύ­πη­σε τὸ τη­λέ­φω­νο. Ὁ ἐκ­δό­της, ἀ­π’ ὅ,τι κα­τά­λα­βα, τὸν πλη­ρο­φο­ροῦ­σε ὅ­τι εἶ­χαν γί­νει οἱ τε­λευ­ταῖ­ες δι­ορ­θώ­σεις καὶ ὅ­τι τὸ βι­βλί­ο πή­γαι­νε γιὰ τὸ τυ­πο­γρα­φεῖ­ο.

       — Ναί, κα­νο­νι­κά, εἶ­πε ὁ Ἀ­ση­μα­κό­που­λος. Θὰ ἀ­φαι­ρε­θοῦν μό­νο οἱ σε­λί­δες 1227, 1228. Τὶς θέ­λω γιὰ ἕ­να ξα­να­κύτ­ταγ­μα. Ναί, 33.333 ἀν­τί­τυ­πα… Ἔ­χει μιὰ ση­μα­σί­α… Καὶ γυρ­νῶν­τας σὲ μέ­να: — Ἀ­κού­σα­τε τὸ νού­με­ρο; εἶ­πε μ’ ἕ­να αὐ­τά­ρε­σκο χα­μό­γε­λο. Δὲν φαν­τά­ζε­σθε πό­ση ἀ­πή­χη­ση ἔ­χει ἡ ἀ­ριθ­μο­τε­χνι­κὴ στὸν κό­σμο… εἰ­δι­κὰ στοὺς νέ­ους ἀν­θρώ­πους… αὐ­τό, ἐ­πὶ τέ­λους, κά­τι λέ­ει… Ὅ­σο γιὰ τὸ ἄλ­λο ποὺ εἴ­πα­τε, εἴ­δα­τε, ἔ­λα­βα ὑ­π’ ὄ­ψιν ἐν τῷ ἅ­μα τὶς ρη­ξι­κέ­λευ­θες, ὀ­φεί­λω νὰ ὁ­μο­λο­γή­σω, ἀ­πό­ψεις σας. Ψάξ­τε το, ψάξ­τε το, ἐ­γὼ τὸ ψά­χνω τριά­ντα χρό­νια τώ­ρα, καὶ ἀ­κό­μα ὑ­πάρ­χουν πράγ­μα­τα ποὺ μοῦ δι­α­φεύ­γουν…

       Ἔ­βα­λε τὸ χέ­ρι του στὸ πη­γού­νι καὶ σκέ­φτη­κε βα­θυ­στό­χα­στα γιὰ πέν­τε δευ­τε­ρό­λε­πτα.

       — Ξέ­ρε­τε, κα­τέ­λη­ξε, κι ἂν ὡ­ρι­σμέ­να ση­μεῖ­α χρή­ζουν πε­ραι­τέ­ρω δι­ευ­κρι­νί­σε­ως, αὐ­τὸ δὲν ση­μαί­νει ὅ­τι ἡ γε­νι­κὴ μα­θη­μα­τι­κὴ θε­ω­ρί­α παύ­ει νὰ ἰ­σχύ­ῃ… Ἐξ ἄλ­λου, αὐ­τὰ δὲν τὰ λέω ἐγώ, τὰ λένε ὁ Πυθαγόρας καὶ ὁ Πλάτων — ἢ καὶ «Πλά­τω­νας», γιατί ὄχι; Ὁ δημοτικισμὸς ἔχει προσφέρει πολλά.

       Καὶ μοῦ ἔδωσε ἐγκάρδια τὸ χέρι του.

  

 

Πη­γή: Πρώ­τη δη­μο­σί­ευ­ση.

 

Χρῖ­στος Δάλ­κος (Τρό­παι­α Ἀρ­κα­δί­ας, 1951). Σπού­δα­σε στὴ Φι­λο­σο­φι­κὴ Σχο­λὴ Ἀ­θη­νῶν καὶ ἐρ­γά­στη­κε ὡς φι­λό­λο­γος στὴ Μέ­ση Δη­μό­σια Ἐκ­παί­δευ­ση. Δη­μο­σί­ευ­σε: Μι­κρὲς βι­ο­μη­χα­νι­κὲς ἱ­στο­ρί­ες (Δι­η­γή­μα­τα, Ἀ­θή­να, 1987), Τ ἰ­δε­ο­λο­γή­μα­τα τς νέ­ας γλωσ­σο­λο­γί­ας (Δί­αυ­λος, 1995) κ. ἄ. Τε­λευ­ταῖ­ο βι­βλί­ο του: Νευ­ρό­σπα­στο τη­λε­χει­ρι­στη­ρί­ου (Ποι­ή­μα­τα, Πλα­νό­διον, 2007).