Θεόδωρος Γρηγοριάδης: Μικροῦ μήκους

Untitled-1

Θεόδωρος Γρηγοριάδης


Μικροῦ μήκους


02-Htta ΠΥΛΗ ἄνοιξε ἀργά. Μπο­ρεῖ κι αὐ­του­νοῦ νὰ τοῦ φά­νη­κε ὅ­τι ὅ­λα γί­νον­ταν σὲ ἀρ­γὴ κί­νη­ση. Εἶ­χε συ­νη­θί­σει νὰ βλέ­πει τὸν κό­σμο μὲ κι­νη­μα­το­γρα­φι­κὴ μα­τιά, τὸ εἶ­χε σπου­δά­σει, μό­νο ποὺ δὲν εἶ­χε κα­τα­φέ­ρει ἀ­κό­μη νὰ γυ­ρί­σει τὴν πρώ­τη του ται­νί­α. Μιὰ ται­νι­ού­λα μι­κροῦ μή­κους εἶ­χε κα­τορ­θώ­σει νὰ φτιά­ξει, κι ἐ­κεί­νη δὲν ἔ­φτα­σε οὔ­τε στὸ φε­στι­βὰλ νέ­ων δη­μι­ουρ­γῶν τῆς Δρά­μας. Μπά, δὲν ἦ­ταν γκαν­τε­μιὰ τω­ρι­νή, αὐ­τὴ τὴν κου­βά­λα­γε χρό­νια, ἀ­πὸ τό­τε. Ἀ­πὸ κεῖ­νον ποὺ θὰ ἔ­βγαι­νε σὲ λί­γο ἀ­πὸ τὴν πύ­λη τῶν φυ­λα­κῶν.

       Οἱ Ἀ­γρο­τι­κὲς Φυ­λα­κές. Ἐ­πί­τη­δες, λές, φτι­αγ­μέ­νες ἔ­ξω ἀ­πὸ τὴν πό­λη, σὲ μιὰ στε­πώ­δη ἀ­νοι­χτω­σιά. Γκρί­ζο χῶ­μα, ἀ­καλ­λι­έρ­γη­το, κά­τι πα­λιὰ ἐρ­γο­στά­σια ἐ­πε­ξερ­γα­σί­ας με­τάλ­λων εἶ­χαν ἀ­φή­σει πί­σω τους ἐ­ρεί­πια καὶ μο­λυ­σμέ­να ὑ­πε­δά­φη. Οἱ κτι­ρια­κὲς ἐγ­κα­τα­στά­σεις μο­να­χι­κές, στὸ που­θε­νά, σὰν νὰ τε­λεί­ω­νε κά­που ἐ­κεῖ ἡ ζω­ὴ καὶ ἀ­μέ­σως πα­ρα­πέ­ρα ν’ ἄρ­χι­ζε τὸ τί­πο­τε.

       Πῶς νά ‘­ταν ἄ­ρα­γε αὐ­τὸς ποὺ εἶ­χε ἀρ­νη­θεῖ νὰ τὸν δεῖ εἴ­κο­σι ὁ­λό­κλη­ρα χρό­νια; Καὶ για­τί ἔ­πρε­πε νὰ τὸν δεῖ; Νὰ τὸν φορ­τω­θεῖ; Νὰ φορ­τω­θεῖ τὶς δι­κές του τύ­ψεις; Πιὸ λο­γι­κὸ ἀ­κου­γό­ταν νὰ μὴν τὸν συ­ναν­τή­σει ποτέ. Τὰ γράμ­μα­τά του λί­γα. Ἐ­πί­σκε­ψη κα­μιά, καὶ ἄς ἐ­πέ­με­νε ἡ για­γιὰ Ντρού­σκα, λί­γο πρὶν πε­θά­νει, ὅ­τι ἔ­πρε­πε νὰ τὸν συγ­χω­ρέ­σει καὶ νὰ τὸν δεῖ ἀ­πὸ κον­τά. Δι­κός της γιὸς ἦ­ταν ὁ δο­λο­φό­νος, ἂν ἦ­ταν μά­να τῆς νύ­φης, ποι­ὸς ξέ­ρει ἂν θὰ ἀν­τι­δροῦ­σε ἔ­τσι γιὰ τὸν φο­νιά.

       Ἡ δο­κι­μα­σί­α, μέ­χρι νὰ ἀ­πο­φα­σί­σει νὰ συ­ναν­τή­σει τὸν ἀ­πο­φυ­λα­κι­σμέ­νο πα­τέ­ρα του, κρά­τη­σε μῆ­νες. Τε­λι­κά το ἀ­πο­δέ­χτη­κε καὶ ἦρ­θε. Του­λά­χι­στον ἂς τὸν κα­τέ­βα­ζε μέ­χρι τὴν πό­λη κι ἂς τὸν ἄ­φη­νε στὴν και­νού­ρια του ζω­ή, ὅ­ση τοῦ ἀ­πέ­με­νε.

       Ἡ πύ­λη ἄ­νοι­γε. Ἡ κά­με­ρα στὰ χέ­ρια του. Ὁ ἄν­θρω­πος ποὺ ἔ­βγαι­νε κρα­τοῦ­σε ἕ­να σὰκ βου­α­γι­άζ. Τὸ συννε­φό­κα­μα τοῦ ἔ­φερ­νε πρό­σκαι­ρη τύ­φλω­ση στὰ μά­τια – ἐ­κεῖ μέ­σα δὲν χρει­ά­ζον­ταν γυα­λιά.

       «Κα­λη­μέ­ρα» τοῦ εἶ­πε.

       «Κα­λη­μέ­ρα, πα­λι­κά­ρι μου» εἶ­πε ὁ ἀ­πο­φυ­λα­κι­σμέ­νος, ζα­ρω­μέ­νος, εὐ­νου­χι­σμέ­νος. Τε­λει­ω­μέ­νος. «Τί κρα­τᾶς στὰ χέ­ρια σου, γι­έ μου;»

       «Μιὰ κά­με­ρα. Θέ­λω νὰ γρά­ψω τὴ ζω­ή σου, ἀρ­χί­ζον­τας ἀ­πὸ τὴ μέ­ρα ποὺ βγῆ­κες.»

       «Τί τὴ θέ­λεις τὴ ζω­ή μου» ἀ­να­ρω­τή­θη­κε χω­ρὶς νὰ πε­ρι­μέ­νει ἀ­πάν­τη­ση. «Τὴν ἔ­φα­γα. Μα­ζὶ μ’ ἐ­κεί­νη.»

       Ὁ γιὸς τρα­βοῦ­σε συ­νε­χῶς ὑ­λι­κό.

       «Γι’ αὐ­τὸ ἦρ­θες νὰ μὲ ὑ­πο­δε­χτεῖς, Τά­σο; Γιὰ νὰ μὲ κά­νεις ται­νί­α;»

       «Αὐ­τὸ σπού­δα­σα, πα­τέ­ρα.»

       «Σπού­δα­σες πῶς νὰ προ­δί­νεις τὴ ζω­ὴ τῶν ἄλ­λων;»

       Ὁ ἀ­πο­φυ­λα­κι­σμέ­νος προ­χω­ροῦ­σε πρὸς τὴ στά­ση τῶν λε­ω­φο­ρεί­ων. Κά­θε μί­α ὥ­ρα περ­νοῦ­σε ἕ­να λε­ω­φο­ρεῖ­ο τοῦ ΚΤΕΛ. Δὲν ἔ­βλε­πε στὰ μά­τια τὸν γιό του, για­τί δὲν μπο­ροῦ­σε, ὁ ἄλ­λος εἶ­χε φρον­τί­σει νὰ φο­ρέ­σει τὰ μά­τια τοῦ φα­κοῦ.

       «Για­τί τὴ σκό­τω­σες;»

       «Αὐ­τὸ ἦρ­θες νὰ μά­θεις ἀ­πὸ μέ­να; Εἴ­κο­σι χρό­νια ἔ­μει­να ἐ­κεῖ μέ­σα στοὺς γα­μη­μέ­νους τοί­χους γιὰ νὰ τὸ ξε­χά­σω…»

       «Ἔ­χεις δί­κιο. Ἡ μά­να δὲν ξε­χνι­έ­ται.»

       «Σω­στά. Στα­μά­τα νὰ μὲ φω­το­γρα­φί­ζεις!»

       «Σὲ κι­νη­μα­το­γρα­φῶ».

       «Θὲς νὰ μά­θεις για­τί τὴ σκό­τω­σα; Δὲν σοῦ εἶ­πε ἡ για­γιά σου, ἡ κοι­νω­νί­α ἡ σω­στὴ δὲν σοῦ τὸ πρό­λα­βε τὸ μυ­στι­κό;»

       «Τί νὰ προ­λά­βει;»

       «Για­τί τὴ σκό­τω­σα…»

       «Για­τί εἶ­σαι πα­ρα­νο­ϊ­κὸς καὶ τὴ ζή­λευ­ες.»

       Ὁ ἀ­πο­φυ­λα­κι­σμέ­νος ἄν­τρας στα­μά­τη­σε ξαφ­νι­κὰ καὶ στά­θη­κε μπρο­στὰ στὸν ἄν­θρω­πο-κά­με­ρα.

       «Δὲν θὰ σοῦ τὴ σπά­σω τὴ μη­χα­νή, μπά­σταρ­δε. Ἐ­ξαι­τί­ας σου τὴ σκό­τω­σα. Γρά­ψ’ το αὐ­τό. Γιὰ τὴν τι­μή μου. Καί, ἂν τολ­μᾶς, δεῖ­ξε τὴν ται­νία σου καὶ στὴν τη­λε­ό­ρα­ση. Καὶ ὕ­στε­ρα ψά­ξε νὰ βρεῖς ποια­νοῦ παι­δὶ εἶ­σαι…»

       Τὸ πλά­νο ἄ­δεια­ζε κα­θὼς ὁ ἄν­τρας ἔ­φευ­γε ἀ­πὸ τὴ μέ­ση καὶ στὴ θέ­ση του φα­νε­ρω­νό­ταν τὸ κε­νό, πί­σω ἀ­πὸ τὰ ἐ­ρεί­πια, πί­σω ἀ­πὸ τὰ φυ­λαγ­μέ­να κτί­ρια, τὸ πιὸ ἀ­κα­τοί­κη­το κε­νό.


Bonsai-03c-GiaIstologio-04


Πη­γή: Ἀπὸ τὴν συλλογὴ πεζῶν Χάρ­τες. Ἑ­βδο­μή­ντα ἱ­στο­ρί­ες (ἐκδ. Πα­τά­κης, 2007).

Θε­ό­δω­ρος Γρη­γο­ριά­δης (Καβάλα, 1956). Σπούδασε ἀγγλική φιλολογία στὸ Ἀριστοτέλειο Πανεπιστήμιο. Ἔχει ἐκδόσει ἑπτὰ μυθιστορήματα καὶ μία συλλογὴ διηγημάτων. Συνεργάζεται γιὰ τὴν διοργάνωση σεμιναρίων μὲ τὴν Δημόσια Κεντρικὴ Βιβλιοθήκη Σερρῶν.


		
Advertisements

Θεόδωρος Γρηγοριάδης: Τοσωματηςτοσωματου


Grigoriadis,Thodoros-Tosomatistosomatou-Eikona-03


Θε­ό­δω­ρος Γρη­γο­ριά­δης

 

Το­σω­μα­της­το­σω­μα­του


02-KappaΛΑΙΕΙ ΚΑΙ ΟΥΡΛΙΑΖΕΙ τὸ κο­ρι­τσά­κι καὶ ση­κώ­νε­ται ἡ δό­λια νὰ τὸ δεῖ, για­τὶ κα­νεὶς δὲν εἶ­ναι στὸ σπί­τι· τὸ παίρ­νει στὸ πλά­ι της, «Μα­μά, δὲν μὲ πι­στεύ­εις, ἦρ­θε πά­λι, ξα­νάρ­θε, κά­νε κά­τι, μα­νού­λα μου».

        Τὰ μά­τια τῆς μι­κρῆς ἀ­νοί­γουν δι­ά­πλα­τα, δὲν θὰ κοι­μη­θεῖ, καὶ πά­λι θὰ τὴν κρα­τά­ει στὴν ἀγ­κα­λιά της ὣς τὸ πρω­ὶ καὶ ὕ­στε­ρα δὲν θὰ τολ­μή­σει νὰ μι­λή­σει σὲ κα­νέ­ναν, σὲ ποι­όν νὰ μο­λο­γή­σει τὴν ἀ­τυ­χί­α της;

        Τῆς ἐ­ξη­γεῖ μὲ ἁ­πλὰ λό­για, «Μα­μά, εἶ­ναι ἕ­νας ἄν­τρας, ἔρ­χε­ται καὶ κά­θε­ται μέ­σα στὸ δω­μά­τιο, μὲ κοι­τά­ζει συ­νέ­χεια, καὶ ὕ­στε­ρα μοῦ λέ­ει, ἄ­νοι­ξε τὸ κορ­μί σου, κο­ρι­τσά­κι μου, νὰ ξα­ναμ­πῶ μέ­σα».

        «Εἶ­ναι τρε­λό το κο­ρί­τσι, Πα­να­γιά μου» ἔ­λε­γε κρυ­φὰ στὸ τά­μα τῆς Ἁ­γί­ας Βαρ­βά­ρας καὶ κρε­μοῦ­σε μί­α κλω­στί­τσα καὶ με­τὰ ἔ­παιρ­νε λί­γο ἅ­για­σμα καὶ κα­τέ­βαι­νε ντρο­πι­α­σμέ­νη τὸν δρό­μο.

        Ἡ μι­κρὴ ἔ­παι­ζε μὲ τὴ φι­λε­νά­δα της καί, κα­θὼς εἶ­δε τὴ μά­να της νὰ κα­τε­βαί­νει, ξα­νάτρε­ξε, «Μα­μά», τῆς ἔ­λε­γε «ἀ­πό­ψε εἶ­πα στὴ Μα­ρί­λη νὰ ἔρ­θει στὸ σπί­τι, ἄ­σε με νὰ κοι­μη­θῶ μα­ζί της».

        Ἡ μά­να τῆς Μα­ρί­λης πλη­σί­α­σε καὶ ἅρ­πα­ξε τὴν κό­ρη της λέ­γον­τας «Νὰ πᾶ­τε μά­να καὶ κό­ρη νὰ δι­α­βα­στεῖ­τε πρῶ­τα, ἕ­να χω­ριὸ βου­ί­ζει γιὰ τὰ κα­μώ­μα­τά σου καὶ σὺ μυα­λὸ δὲν ἔ­βα­λες, ἄ­πι­στη!».

        Ἡ μά­να πῆ­ρε ξα­νὰ τὴ μι­κρὴ καὶ γύ­ρι­σε στὸ σπί­τι, κλεί­δω­σε τὰ δω­μά­τια καὶ εἶ­πε νὰ ξε­νυ­χτή­σει ἀ­πό­ψε, νὰ δεῖ ποῦ ἄρ­χι­ζε τὸ ὄ­νει­ρο καὶ ποῦ τέ­λει­ω­νε ἡ ἀ­λή­θεια, κι ἄς μὴν ἔ­κλει­νε μά­τι.

        Κά­θι­σε ἀ­πέ­ναν­τι ἀ­πὸ τὸ κρε­βα­τά­κι της καὶ ἤ­πι­ε ἕ­ναν κα­φὲ τῆς πα­ρη­γο­ριᾶς καὶ ὕ­στε­ρα ἔ­σβη­σε τὸ φῶς καὶ σταυ­ρο­κο­πή­θη­κε. «Πα­να­γιά μου» ἔ­λε­γε «μὲ ρί­ξα­νε σὲ λά­θος τό­πο καὶ λά­θος χρό­νια, τί πλη­ρώ­νω;

        »Τί πλη­ρώ­νω ἄ­ρα­γε, ὅ­ταν τὴ γέν­νη­σα, ἄν­τρα δὲν εἶ­χα γνω­ρί­σει καὶ κα­νεὶς δὲν μὲ πί­στευ­ε, καὶ τώ­ρα ἄν­τρας ἔρ­χε­ται νὰ πά­ρει τὸ παι­δί μου. Τί τρέ­λα εἶ­ναι αὐ­τὴ ποὺ δὲν ἔ­χει λο­γι­κό, τί πρά­ξη;».

        Καί, ὅ­πως στε­κό­ταν, μὲ μι­σό­κλει­στά τα μά­τια, στὸ σκο­τά­δι, εἶ­δε τὸ παι­δὶ νὰ κι­νεῖ­ται ἀ­νή­συ­χο καὶ εἶ­δε τὸ πρό­σω­πό του νὰ φου­σκώ­νει καὶ τὸ σῶ­μα του νὰ με­γα­λώ­νει, καὶ νά σου ἕ­νας τε­ρά­στιος.

        Πε­λώ­ριος ἄν­τρας, νὰ ξυ­πνά­ει. Νὰ τῆς χα­μο­γε­λά­ει λέ­γον­τας «Δὲν πι­στεύ­εις τὴν κό­ρη μου τό­σα χρό­νια, στε­ρεῖς τὸ παι­δὶ ἀ­πὸ τὴν πα­ρου­σί­α μου, τὸ τυ­ραν­νᾶς καὶ τυ­ραν­νι­έ­σαι καὶ ἡ ἴ­δια, τα­λαί­πω­ρη».

        Καὶ ἦ­ταν ψη­λὸς ὁ ἄν­τρας ποὺ τῆς μί­λα­γε, ζω­η­ρὸς κι ἐ­ρω­τι­κός, κι ἄς μὴν εἶ­χε δεῖ ἄν­τρα σω­στὸ στὴ ζω­ή της· πλη­σί­α­ζε στὸ μέ­ρος της ἁ­πλώ­νον­τας πα­ρα­πο­νε­μέ­νος τὸ χέ­ρι του.

        «Ἄν μοῦ δώ­σεις πί­σω τὸ ὄ­νο­μα, ἂν μ’ ἀ­φή­σεις νὰ σὲ ἀ­γα­πή­σω ἄλ­λη μιὰ φο­ρά, δὲν θὰ ἔ­χω λό­γο στὸ σῶμα ­τοῦ παι­διοῦ μας νὰ κα­τοι­κῶ καὶ νὰ τὸ τυ­ραν­νά­ω, ἄλ­λη θέ­ση στὸν κό­σμο δὲν ἔ­χω.»

        Πῶς στέ­κε­ται μὲ θρά­σος ἀ­πέ­ναν­τί της, ποὺ προ­δο­μέ­νη τὴν ἄ­φη­σε, ποὺ χω­ρὶς ἔ­ρω­τα καρ­πὸ τὴ γέ­μι­σε, ποὺ φευ­γά­τος δὲν ἄ­δεια­σε τὸ σπί­τι τό­σα χρό­νια; «Τί θέ­λεις νὰ κά­νω, ἥ­συ­χο ν’ ἀ­φή­σεις τὸ παι­δί.»

        Κι ἐ­κεῖ­νος τὴν πα­ρα­κα­λά­ει νὰ τὸν ἀγ­γί­ξει, νὰ τὸν δε­χτεῖ, νὰ τὸν πά­ρει κον­τά της, «Εἶ­μαι ὁ ἄν­τρας σου, για­τί δὲν τὸ πα­ρα­δέ­χε­σαι, σὲ ποι­όν ὅρ­κο ἔ­δω­σες νὰ μὴ μὲ ξα­να­δεῖς, σὲ ποι­ὸν τρα­νὸ ὑ­πέ­κυ­ψες;».

        «Δει­λὴ δὲν εἶ­μαι, σάρ­κα δὲν δί­νω οὔ­τε ψυ­χή, τὸ παι­δὶ ποὺ μὲ φόρ­τω­σες ἁ­μαρ­τί­α πλη­ρώ­νει δι­κή σου, για­τί χω­ρὶς τὸ ἔ­κα­νες, χω­ρὶς γυ­ναί­κα νὰ θέ­λεις, τὸ φόρ­τω­σες στὴν κοι­λιά μου, ἔ­σκα­ψες μέ­σα μου.»

        Ὁ ἄν­τρας γο­να­τί­ζει μπρο­στά της, «Ἀ­φοῦ μὲ ἔ­ρω­τα δὲν μπο­ρεῖς νὰ μὲ σώ­σεις, πά­ρε πί­σω ξα­νὰ τὴ ζω­ή μου, νὰ φύ­γω νὰ γι­α­τρευ­τῶ ἀ­πὸ τοῦ κό­σμου τὰ ἀ­νο­μή­ματα, τὰ λό­για καὶ τὶς λύ­πες».

        Σκύ­βει τὸ κε­φά­λι, κι ἐ­κεί­νη ἁρ­πά­ζει τὸ κα­λὸ μα­χαί­ρι, ποὺ ἡ μά­να της τὸν κό­κο­ρα ἔ­σφα­ζε, καὶ μιὰ καὶ δυ­ό τὸ κα­τε­βά­ζει στὸν σβέρ­κο του καὶ τὸ αἷ­μα τι­νά­ζε­ται καὶ γε­μί­ζει τὸ δω­μά­τιο.

        «Τώ­ρα θὰ ἡ­συ­χά­σεις, κο­ρι­τσά­κι μου» σκύ­βει καὶ τῆς λέ­ει «δὲν θὰ σὲ ἐ­νο­χλή­σει ξα­νά, στὸ κορ­μά­κι σου οὔ­τε μέ­σα οὔ­τε ἔ­ξω θὰ βρε­θεῖ, για­τί δὲν μοῦ μι­λᾶς, ψυ­χού­λα μου, ἔ­λα, σή­κω, σω­θή­κα­με».

        Για­τί δὲν μοῦ μι­λᾶς.


Bonsai-03c-GiaIstologio-04


Πη­γή: Συλλογή διηγημάτων Χάρ­τες (ἐκδ. Πατάκης, 2007).

Θε­ό­δω­ρος Γρη­γο­ριά­δης (Καβάλα, 1956) Σπούδασε ἀγγλική φιλολογία στὸ Ἀριστοτέλειο Πανεπιστήμιο. Ἔχει ἐκδόσει ἑπτὰ μυθιστορήματα καὶ μία συλλογὴ διηγημάτων. Συνεργάζεται γιὰ τὴν διοργάνωση σεμιναρίων μὲ τὴν Δημόσια Κεντρικὴ Βιβλιοθήκη Σερρῶν.

Θεόδωρος Γρηγοριάδης: Τὸ χαμομήλι τῶν Ἀβδήρων

.

OLYMPUS DIGITAL CAMERA

.

Θεόδωρος Γρηγοριάδης

 .

Τὸ χαμομήλι τῶν Ἀβδήρων

 .

16-Mi-Magnus_Berrfoetts_saga-Initial-G_MuntheΗΝ ΜΠΕΙ­ΤΕ στὸ θέ­α­τρο, ἔ­χει ὀ­χι­ές», εἶ­πε ὁ βο­σκός. Σή­κω­σε τὴν γκλί­τσα ἀ­πει­λη­τι­κά.

«“Σέρ­νουν”* αὐ­τὴ τὴν ἐ­πο­χή. Ἅ­μα σὲ τυ­λί­ξουν δὲν ξε­φεύ­γεις.»

       Οἱ δύ­ο ἄν­τρες μὲ τοὺς ὁ­ποί­ους συ­νο­μι­λοῦ­σε, χα­μο­γέ­λα­σαν. Εἶ­χαν πε­ρά­σει τὰ τριά­ντα, ἀλ­λὰ δὲν τοὺς ἔ­λει­πε τὸ κέ­φι. Τὸ αὐ­το­κί­νη­το ἀγ­κο­μα­χοῦ­σε στὸν ἀ­νή­φο­ρο τῆς ἀρ­χαί­ας πό­λης. Τὰ χα­λά­σμα­τα ἦ­ταν σκε­πα­σμέ­να ἀ­πὸ κά­θε λο­γῆς χορ­τά­ρια καὶ ἡ εἴ­σο­δος ποὺ ὁ­δη­γοῦ­σε στὸ ἀρ­χαῖ­ο θέ­α­τρο ἦ­ταν πε­σμέ­νη. Μο­σχο­μύ­ρι­ζε ρί­γα­νη καὶ θυ­μά­ρι. Οἱ δυ­ὸ φί­λοι κα­τέ­βη­καν ἀ­πὸ τὸ αὐ­το­κί­νη­το ἀ­να­σαί­νον­τας βα­θιά. Εἶ­χαν και­ρὸ νὰ βρε­θοῦν καὶ ὁ γά­μος τοῦ Ἀ­νέ­στη, κοι­νοῦ τους φί­λου ἀ­πὸ τὸ πα­νε­πι­στή­μιο τοὺς ἔ­σμι­ξε ἀ­νοι­ξι­ά­τι­κα. Κα­τα­πι­έ­στη­καν ἀρ­κε­τὰ στὴν ἐκ­κλη­σί­α ἀ­κού­γον­τας εὐ­χὲς γιὰ τὴν δι­κή τους τύ­χη. Ἀ­πο­χαι­ρέ­τη­σαν τοὺς νι­ό­παν­τρους κι ἔ­τρε­ξαν στὸ ξε­νο­δο­χεὶ­ο νὰ ἀλ­λά­ξουν.

       Ἡ πραγ­μα­τι­κὴ ἐκ­δρο­μὴ ἄρ­χι­ζε με­τὰ τὰ στε­φα­νώ­μα­τα καὶ τὰ κου­φέ­τα. Ἐ­κεῖ πέ­ρα στὴν πα­ρα­λί­α, μὲ τὰ πεῦ­κα καὶ τὰ κυ­πα­ρίσ­σια.

      «Ὄ­μορ­φα ποὺ εἶ­ναι ἐ­δῶ», εἶ­πε ὁ Τά­κης. «Λέ­ω νὰ μα­ζέ­ψω χα­μο­μή­λι γιὰ τὴ μά­να μου. Θὰ χα­ρεῖ πο­λύ».

       Ὁ Θω­μᾶς προ­χώ­ρη­σε ἀ­νά­με­σα στὶς ξε­ρο­λι­θι­ές.

       «Ἐ­γὼ θὰ ξα­πλώ­σω. Μὲ κού­ρα­σε ἡ τε­λε­τή.»

       «Δὲν φο­βᾶ­σαι τὰ φί­δια; Ἄ­κου­σες τὸ βο­σκό;» εἶ­πε ὁ Τά­κης.

       Ὁ Θω­μᾶς γέ­λα­σε καὶ σχο­λί­α­σε:

       «Κα­λὰ ποὺ εἶ­ναι κι αὐ­τὸς νὰ φο­βί­ζει τοὺς ἀρ­χαι­ο­κά­πη­λους.»

      Ἔ­βα­λε τὰ χέ­ρια του πί­σω ἀ­πὸ τὸ σβέρ­κο ἀ­γναν­τεύ­ον­τας στὴν κα­τη­φο­ριὰ τὸ μό­λο. Ὕ­στε­ρα το ἥ­συ­χα θρα­κι­κὸ πέ­λα­γος. Γα­λή­νη. Ὁ Τά­κης εἶ­χε ἁ­πλώ­σει τὸ μπου­φάν κι ἔ­ρι­χνε πά­νω ἀγ­κα­λι­ὲς χα­μο­μή­λι. Κι­τρί­νι­σε ὁ τό­πος καὶ μο­σχο­βό­λη­σε.

       Μιὰ ὥ­ρα ἀρ­γό­τε­ρα ση­κώ­θη­καν νὰ φύ­γουν. Ὁ Τά­κης κρα­τοῦ­σε τὸν μπό­γο μὲ τὸ χα­μο­μή­λι στὴν ἀγ­κα­λιά του σὰν μω­ρό. Τὸ αὐ­το­κί­νη­το ἔ­και­γε. Ἔ­ρι­ξαν στὸ πί­σω κά­θι­σμα τὸ μπου­φὰν καὶ ξε­κί­νη­σαν. Μιὰ τε­λευ­ταί­α μα­τιὰ στὰ ἐ­ρεί­πια καὶ πά­λι ὁ χω­μά­τι­νος δρό­μος. Ἄν­θρω­πος που­θε­νά.

       Μό­νο ποὺ κά­τι ἄρ­χι­σε νὰ κι­νεῖ­ται ἐ­κεῖ πί­σω ἀ­νά­με­σα στὰ χα­μό­μη­λα. Ἕ­να φί­δι δρα­πέ­τευ­ε ἀ­πὸ τὸ μα­νί­κι τοῦ μπου­φὰν ἀ­να­ζη­τών­τας τὸ δρό­μο τῆς ἐ­πι­στρο­φῆς στὸν ἀρ­χαῖ­ο τό­πο του.

* Σέρ­νουν· βο­ρει­ο­ελ­λα­δύ­τι­κη ἔκ­φρα­ση γιὰ τὸ “ζευ­γα­ρώ­νουν”.

 .

Bonsai-03c-GiaIstologio-04

.

Πρώ­τη δη­μο­σί­ευ­ση: ἐφ. Τὰ Νέ­α, Σάβ­βα­το 20 Αὐ­γού­στου 1994, «Δι­η­γή­μα­τα μὲ 300 λέ­ξεις», ἐ­πι­μέ­λεια: Μι­κέ­λα Χαρ­του­λά­ρη. Γιὰ τὸ πα­ρὸν ἀ­φι­έ­ρω­μα «1994: Δι­η­γή­μα­τα μὲ 300 λέ­ξεις!» βλ. ἐ­δῶ τὴν εἰ­σα­γω­γή: Γιάν­νης Πα­τί­λης: «1994: Δι­η­γή­μα­τα μὲ 300 λέ­ξεις! Ἕ­να πρό­δρο­μο ἐγ­χεί­ρη­μα στὸν χῶ­ρο τοῦ μι­κροῦ δι­η­γή­μα­τος».

Θεό­δω­ρος Γρη­γο­ριά­δης (Πα­λαι­ο­χώ­ρι Παγ­γαί­ου, 1956). Πε­ζο­γρά­φος. Ἐμ­φα­νί­στη­κε μὲ τὸ μυ­θι­στό­ρη­μα Κρυμ­μέ­νοι ἄν­θρω­ποι (1990). Ἄλ­λα ἔρ­γα: Ὁ ναύ­της (μυ­θι­στό­ρη­μα, 1993), Τὰ νε­ρὰ τῆς Χερ­σο­νή­σου (μυ­θι­στό­ρη­μα, 1998), Τὸ παρ­τά­λι (μυ­θι­στό­ρη­μα, 2001), Χάρ­τες (δι­η­γή­μα­τα, 2007) κ.ἄ.

.