Μιχάλης Γρηγορίου: Τὸ παιδί

 

 

Μιχάλης Γρηγορίου

 

Τὸ παιδί

 

­ΤΑΝ ΞΕ­ΚΙ­ΝΗ­ΣΑ­ΜΕ ἦ­ταν ἀ­κό­μ’ ἀ­χά­ρα­γα. Τώ­ρα, πε­ρα­σμέ­νο με­ση­μέ­ρι,, νι­ώ­θω ψό­φιος στὴν κού­ρα­ση. Τὸ με­γά­λο κα­μι­ό­νι τσι­ρί­ζει πά­νω στὴν ἀ­χνι­στὴ ἄ­σφαλ­το, ὁ ἀ­έ­ρας καί­ει, τὸ τι­μό­νι, ἡ μη­χα­νή, τὰ μά­τια μου. Ὁ ἄλ­λος ὁ­δη­γὸς κοι­μᾶ­ται δί­πλα μου κα­θι­στός, μὲ τὸ κε­φά­λι ἀ­κουμ­πι­σμέ­νο πί­σω. Τὸ κα­ρύ­δι του ἔ­χει κα­τέ­βει κά­τω στὴ ρί­ζα τοῦ λαι­μοῦ του.

       Ἦ­ταν μέ­σα στὴ συμ­φω­νί­α μας νὰ ὁ­δη­γή­σω κι ἐ­γὼ με­ρι­κὲς ὧ­ρες μέ­χρι ἕ­να ση­μεῖ­ο. Πᾶ­με στὴν ἐ­ξο­χή, ἐκ­δρο­μὴ μὲ μιὰ πα­ρέα. Δὲν τοὺς ξέ­ρω καὶ πο­λὺ κα­λά, αὐ­τὴ τὴν ὥ­ρα θὰ εἶ­ναι πί­σω, ξα­πλω­μέ­νοι ποι­ὸς ξέ­ρει.

       Ἀλ­λά­ζου­με μὲ τὸν ὁ­δη­γό. Παίρ­νει τὸ τι­μό­νι του κι ἐ­γὼ περ­νά­ω πί­σω. Εἶ­ναι με­γά­λο καὶ σκε­πα­στὸ σὰ βα­γό­νι τραί­νου. Βρί­σκω ἕ­ναν ἄλ­λον ἐ­κεῖ, γνω­στὸν μὲ δυ­ὸ κο­πέ­λες. Ἡ μιὰ κά­θε­ται πα­ρά­με­ρα μό­νη της. Εἶ­ναι ξύ­πνια. Πλη­σιά­ζω, χα­ϊ­δεύ­ω τὴ ρά­χη τῆς πα­λά­μης της, κά­θο­μαι δί­πλα. Μι­λᾶ­με χα­μη­λό­φω­να.

       Τὰ γό­να­τά της ἔ­τσι γλυ­κὰ εἶ­ναι μέ­χρι δά­κρυ­α.

       Τὸ χέ­ρι μου γλι­στρά­ει στοὺς μη­ρούς της ἀ­νά­με­σα, ἡ ζε­στα­σιὰ τοῦ κόλ­που της μοῦ καί­ει τὰ δά­χτυ­λα. Ζευ­γα­ρώ­νου­με πά­νω στὸ σκλη­ρὸ σι­δε­ρέ­νιο πά­τω­μα τοῦ φορ­τη­γοῦ. Κι’ ὅ­μως, γιὰ πρώ­τη φο­ρὰ νι­ώ­θω τέ­τοι­ο τρε­μού­λια­σμα, τέ­τοι­ο ταί­ρια­σμα. Μέ­σα της, μέ­σα μου, ξα­να­βρί­σκω τὸν κό­σμο.

       Εἶ­μαι βέ­βαι­ος ὅ­τι θὰ κρα­τή­σει ὅ­λη μου τὴ ζω­ή.

       Στὸ χω­ριό, στὴν πλα­τεί­α ἔ­χει πα­νη­γύ­ρι. Τρι­γυρ­νᾶ­με δῶ καὶ κεῖ, χα­ζεύ­ου­με. Εἴ­μα­στε χα­ρού­με­νοι, ὅ­λος ὁ κό­σμος εἶ­ναι χα­ρού­με­νος. Φω­νές, χρώ­μα­τα, ὀ­σμές, ἦ­χοι κι ἐ­μεῖς οἱ ἴ­διοι γι­νό­μα­στ’ ἕ­να. Τρα­γου­δᾶ­με καὶ χο­ρεύ­ου­με.

       Μοῦ δεί­χνουν ἕ­να δρό­μο. Ἐ­γὼ δὲν ἔ­χω ρω­τή­σει, δὲν ξέ­ρω γιὰ τί πρό­κει­ται. Ἀλ­λὰ τὸν ἀ­κο­λου­θᾶ­με μ’ ἐμ­πι­στο­σύ­νη. Ἡ κο­πέ­λα εἶ­ναι δί­πλα μου πάν­τα.

       Ὁ δρό­μος σκλη­ραί­νει, πέ­φτου­με σὲ μιὰ χα­ρά­δρα. Ὧ­ρες. Βγαί­νου­με πά­νω σ’ ἕ­να πλα­τὺ στή­θω­μα. Μπρο­στά μας ξά­γναν­το, ἀ­νοι­χτά. Τὰ μαλ­λιά της πῆ­ραν φω­τιὰ στὸ λι­ό­γερ­μα. Δυ­ὸ πο­τά­μια δι­α­σταυ­ρώ­νον­ται καὶ με­τὰ συ­νε­χί­ζουν τὸ δρό­μο τους. Τὸ κα­θέ­να τὴν κοί­τη του.

       Μα­λα­κὴ πλα­γιὰ μὲ πυ­κνὰ ψη­λό­λι­γνα πευ­κά­κια. Ἀ­ε­ρά­κι.

       Πι­ά­νου­με τὸ δρο­σε­ρὸ μο­νο­πά­τι μέ­χρι τὴ θά­λασ­σα κά­τω ποὺ λαμ­πο­κο­πά­ει.

       Ὁ ἥ­λιος γυ­ρί­ζει πί­σω· πά­λι, ἀ­π’ τὴν ἀρ­χή.

       Τὸ ψα­ρά­δι­κο χω­ριό, δέ­κα σπί­τια κά­τα­σπρα. Ἐ­ρη­μιά. Ξε­ρὰ χτα­πό­δια κρε­μα­σμέ­να στὸ σύ­νο­ρο τῆς σκιᾶς. Κρα­σὶ κόκ­κι­νο μπροῦ­σκο. Μιὰ γορ­γό­να πο­λύ­χρω­μη πά­νω ἀ­π’ τὴν πόρ­τα.

       Πεν­τα­κά­θα­ρο μι­κρὸ δω­μά­τιο. Σι­δε­ρέ­νιο κρε­βά­τι, μπάν­τα ὑ­φαν­τή· στὸν τοῖ­χο, ἕ­να τρα­πε­ζά­κι, δυ­ὸ κα­ρέ­κλες.

       Ἀ­γά­πη.

       Πό­σο κρά­τη­σε;

       Μιὰν ἀ­νά­σα.

       Σκο­τει­νιά­ζει ἀ­πό­το­μα. Στὸ βά­θος ση­κώ­νε­ται σί­φου­νας, στὴν ἄ­κρη τῆς θά­λασ­σας. Φαί­νε­ται νὰ ρου­φά­ει τὰ μαῦ­ρα σύν­νε­φα καὶ νὰ τὴν φου­σκώ­νει. Σὰν ἀ­π’ τὸ βά­ρος τους χα­μη­λώ­νει, πλα­ταί­νει, πλα­κώ­νει τὴν τα­ραγ­μέ­νη ἐ­πι­φά­νεια τοῦ νε­ροῦ. Ἀ­πέ­ραν­το μα­νι­τά­ρι μαῦ­ρο σκέ­πα­σε τὸν τό­πο.

       Φεύ­γου­με, πρέ­πει νὰ γυ­ρί­σου­με στὴν πό­λη. Εἴ­μα­στε πολ­λοί.

       Μι­λᾶ­νε γιὰ σπί­τια στέ­ρε­α, γιὰ κοι­νὴ τύ­χη.

       Στὸ δρό­μο γυ­ρί­ζω δυ­ὸ τρεῖς φο­ρὲς νὰ βε­βαι­ω­θῶ γιὰ τὴν πα­ρου­σί­α της. Σπρώ­χνου­με ὁ ἕ­νας τὸν ἄλ­λον, εἴ­μα­στε πολ­λοί. Πο­δο­πα­τι­ό­μα­στε, χά­νω τὸ χέ­ρι της. Στὴν ἀρ­χὴ βλέ­πω πί­σω μου μιὰ σκιά, σὲ λί­γο τὴ χά­νω κι αὐ­τή.

      Σκο­τά­δι. Ἀ­κού­γον­ται πο­δο­βο­λη­τά, κρό­τοι ἀ­πὸ βα­ρει­ὲς μη­χα­νές, ἑρ­πύ­στρι­ες, ἁ­λυ­σί­δες.

      Χτύ­πη­σαν στὴ σταυ­ρο­πο­τα­μιά.

      Ἀ­δερ­φέ μου δὲν ἀν­τέ­χω σὲ ἄλ­λο ξαφ­νι­κό.

       Ὅ­ταν φτά­νω ἐ­κεῖ ὅ­λα ἔ­χουν τε­λει­ώ­σει. Ἔ­γι­ναν στὸ σκο­τά­δι, στὸν ὕ­πνο μας.

       Ἡ με­γά­λη πλα­τεί­α, ἡ καρ­διά της, εἶ­ναι σπαρ­μέ­νη μὲ γυα­λιὰ κομ­μά­τια θρύ­ψα­λα, χαρ­τιά, πέ­τρες, φω­νές.

       Τὰ πα­ρά­θυ­ρα τῶν σπι­τι­ῶν χά­σκουν μαῦρ’ ἀ­π’ τὴν κα­πνιά. Οἱ τοῖ­χοι ξε­κοι­λι­α­σμέ­νοι.

       Κό­σμος μπαι­νο­βγαί­νει στὰ χα­λά­σμα­τα βι­α­στι­κός. Κα­θέ­νας κρα­τά­ει καὶ κά­τι. Ἐ­γὼ βα­δί­ζω ἀρ­γά, ἀ­ταί­ρια­στα.

       Κά­ποι­ο χέ­ρι μὲ πιά­νει ἀ­π’ τὸ ροῦ­χο. Γυ­ρί­ζω.

       Μέ­σ’ ἀ­πό­να σκο­τει­νὸ ἰ­σό­γει­ο πορ­τά­κι, βλέ­πω τὴ γυ­ναί­κα. Ἐ­κεί­νη τὴν ἴ­δια, τὴ δι­κή μου. Κρα­τά­ει, ἕ­να παι­δὶ στὰ γό­να­τα. Δί­πλα της, λί­γο πιὸ πί­σω στὴν στε­νό­χω­ρη τρύ­πα, στέ­κε­ται ὁ ἄν­τρας της. Φο­ρά­ει ἕ­να που­κά­μι­σο σκοῦ­ρο λα­δί, μὲ ραμ­μέ­να πά­νω του κά­τι δι­α­κρι­τι­κὰ στὰ μα­νί­κια.

       «Εἶ­ναι ἡ μό­δα ἔ­τσι τώ­ρα», σκέ­φτο­μαι. Τὸ μοῦ­τρο του ζα­ρω­μέ­νο καὶ κα­κὸ γε­μά­το νί­κη. Ἔ­χει ἕ­να φτο­νε­ρὸ χα­μό­γε­λο. Ἡ γυ­ναί­κα μὲ κυ­τά­ει ἄ­φω­νη. Κα­τα­λα­βαί­νω πὼς δὲ μπο­ρεῖ νὰ μι­λή­σει, τὸν φο­βᾶ­ται.

       Τὸ παι­δί.

       Τὸ βλέ­πω.

       Θὰ μπο­ροῦ­σε νὰ ἦ­ταν τὸ δι­κό μου.

       Πρέ­πει νὰ εἶ­ναι τὸ δι­κό μου. Αὐ­τὸ ποὺ δὲν ἔ­κα­να τί­πο­τα γιὰ νὰ τὸ κρα­τή­σω ἐ­γώ.

       Τώ­ρα πιὰ εἶ­ν’ ἀρ­γά.

       Ἐ­κεῖ­νος θὰ τὸ φτιά­ξει ὅ­πως θέ­λει.

 

  

Πη­γή: Ἀ­πὸ τὴ συλ­λο­γὴ δι­η­γη­μά­των Ἀ­να­δί­πλω­ση (ἐκδ. Κάλ­βος, Ἀ­θή­να, 1972).

 

Μι­χά­λης Γρη­γο­ρί­ου (1947). Δη­μο­σί­ευ­σε τὰ βι­βλί­α: Ἀ­να­δί­πλω­ση (Δι­η­γή­μα­τα, ἐκδ. Κάλ­βος, 1972), Οἱ ρί­ζες τῆς σι­ω­πῆς (Δι­η­γή­μα­τα, ἐκδ. Κέ­δρος, 1973), Ὁ ἱπ­πό­της τοῦ φύ­λου συ­κῆς (ἐκδ. Πλειάς, 1975), προ­σαρ­μο­γή: Ἐν­δό­μυ­χος (ἐκδ. Κα­στα­νι­ώ­της, 1978). Ἔ­γρα­ψε ἐ­πί­σης τὰ σε­νά­ρια γιὰ τὶς ται­νί­ες: Ξε­ρι­ζω­μέ­νη Γε­νιά (1968, σκη­νο­θε­σί­α Ἀ­πό­στο­λος Τε­γό­που­λος, μὲ τὸν Νί­κο Ξαν­θό­που­λο), Ὄ­χι… κύ­ρι­ε Τζόν­σον (1965, σκη­νο­θε­σί­α Γρη­γό­ρης Γρη­γο­ρί­ου).

 

Advertisements