Ἑλένη Γούλα: Προσωπικὴ γνώμη


Ἑ­λέ­νη Γού­λα


Προ­σω­πι­κὴ γνώ­μη


ΡΟΣΩΠΙΚΗ ΓΝΩΜΗ γιὰ τὴν Καλ­λι­ό­πη δὲν εἶ­χα μέ­χρι χτὲς τὸ πρω­ῒ ποὺ δὲ μὲ χω­ροῦ­σε τὸ σπί­τι καὶ πῆ­ρα τοὺς δρό­μους, νὰ ξε­λαμ­πι­κά­ρει τὸ μυα­λό μου, νὰ ἀ­να­πνεύ­σω τὴ δρο­σιὰ τοῦ βου­νοῦ, νὰ μυ­ρί­σω τὸ χῶ­μα καὶ τὶς πέ­τρες.

Τὸ σπί­τι της εἶ­ναι σὲ ψη­λὸ ση­μεῖ­ο μὲ τε­τρά­γω­νη αὐ­λή, ὡ­ραῖα λου­λού­δια, κα­θα­ροὺς τοί­χους ἄ­σπρους. Δὲν ἔ­χει ἀ­να­και­νι­στεῖ, εἶ­ναι ὅ­πως τὰ φτι­ά­χνα­νε πα­λιὰ τὰ σπί­τια μὲ σκε­πα­στὸ χα­γιά­τι καὶ μιὰ πέ­τρι­νη σκά­λα ἐ­ξω­τε­ρι­κή. Ἐ­κεῖ ἔ­χει πλέ­ξει ἡ κλη­μα­τα­ριὰ μὲ τὰ κί­τρι­να τώ­ρα φύλ­λα της ἕ­τοι­μα νὰ πέ­σουν.

        Κά­τω ἀ­πὸ αὐ­τὰ τὰ κι­τρι­νι­σμέ­να φύλ­λα εἶ­χαν βγεῖ θεί­α κι ἀ­νι­ψιὰ καὶ τὶς εἶ­δα. Κα­θι­σμέ­νη στὴν ἀ­να­πη­ρι­κὴ κα­ρέ­κλα ἡ θεί­α, ὄρ­θια μὲ τὸ κου­τά­λι καὶ τὸ βα­θὺ πιά­το ἡ ἀ­νι­ψιά.

        Γειά σας! Ἂν δὲ χαι­ρε­τή­σεις ἐ­δῶ σὲ θε­ω­ροῦν ἀ­κα­τά­δε­χτο, τί ψυ­χὴ ἔ­χει μιὰ κα­λη­μέ­ρα; Τί κά­νε­τε; Κα­λη­μέ­ρα! Ἡ κυ­ρί­α Τάδε, ἔ­σκυ­ψε ἡ νε­ό­τε­ρη στὴν ἄλ­λη ποὺ κα­θό­τα­νε στὸ κα­ρό­τσι καὶ δὲν κου­νοῦ­σε οὔ­τε χέ­ρια οὔ­τε πό­δια οὔ­τε κε­φά­λι μό­νο τὰ μά­τια της!

        Στα­μά­τη­σα. Ἐ­κεῖ­νο τὸ βλέμ­μα μὲ κάρ­φω­σε ἐ­πὶ τό­που, μπρο­στὰ ἀ­πὸ τὰ κι­τρι­νι­σμέ­να φύλ­λα, κι ἄρ­χι­σα ἐ­γώ, ποὺ ἤ­μουν δι­στα­κτι­κὴ στὶς κου­βέν­τες (τὸ ἀν­τί­θε­το μοῦ συμ­βαί­νει μὲ τὶς λέ­ξεις στὸ χαρ­τί), νὰ μι­λά­ω γιὰ τὸν ἄρ­ρω­στο πα­τέ­ρα, γιὰ τὸν κῆ­πο, γιὰ τὶς κο­λο­κυ­θι­ές, τὴν κο­λο­κυ­θό­πι­τα, τὸ τυ­ρί, τὸν του­ρι­σμὸ καὶ οὔ­τε θυ­μᾶ­μαι πιὰ γιὰ τί ἄλ­λο. Μὲ ὁ­δη­γοῦ­σαν αὐ­τὰ τὰ μά­τια, ρου­φοῦ­σαν ὅ­λες τὶς κου­βέν­τες, ὅ­λες τὶς κι­νή­σεις, καὶ τὶς μυ­ρω­δι­ὲς τὶς ὁ­ποῖ­ες πε­ρι­έ­γρα­φα, τοὺς ἀ­νε­παί­σθη­τους ἀ­κό­μη ἤ­χους ποὺ κά­να­με ἡ ἀ­νι­ψιά της κι ἐ­γώ. Ἀγ­γί­ζα­νε τὰ μά­τια τὶς ἐ­πι­φά­νει­ες ἀ­πὸ τὰ σώ­μα­τά μας, ὅ,τι φαι­νό­τα­νε ἀ­πέ­ξω ἀ­πὸ τὰ ροῦ­χα καὶ ἐ­κεῖ­να ποὺ τὰ εἴ­χα­με κλεί­σει προ­σε­κτι­κὰ στὰ μα­νί­κια, στὰ φερ­μου­άρ, στὰ κουμ­πιά, στὶς πα­ρα­μά­νες, στὶς φό­δρες, στὶς κό­πι­τσες.

        Δὲν πρό­κει­ται νὰ πε­θά­νει πο­τέ! τρό­μα­ξα ὅ­ταν ἐ­πι­τέ­λους κα­τά­φε­ρα νὰ ξε­γαν­τζω­θῶ. Περ­πα­τοῦ­σα πα­ρα­πα­τών­τας στὸν δρό­μο τὸν ἀ­νη­φο­ρι­κό, ἔ­στρι­βα νὰ ἀ­γναν­τέ­ψω τὴ θά­λασ­σα, τὸ βου­νό, ἀ­κουμ­ποῦ­σα τὰ μι­κρὰ φυ­τὰ ποὺ πρα­σι­νί­ζα­νε στὶς ἄ­κρες, ἀλ­λὰ μέ­σα μου, πά­νω μου καὶ κά­τω ἀ­πὸ τὰ ροῦ­χα μου ἀ­κό­μη, εἶ­χε τρυ­πώ­σει ἐ­κεῖ­νο τὸ ἀ­χόρ­τα­γο, ἄ­πλη­στο βλέμ­μα. Δὲν ἦ­ταν τό­σο ἡ λα­χτά­ρα γιὰ ζω­ὴ καὶ ὁ φό­βος τῆς ἀ­νυ­παρ­ξί­ας, ἀλ­λὰ μιὰ ἄλ­λη αἴ­σθη­ση ποὺ μὲ τά­ρα­ζε πα­ρό­λο ποὺ ἤ­μου­να πιὰ μα­κριὰ ἀ­π’ ὅ­λους. Ὁ ἀ­έ­ρας, τὰ δέν­τρα, οἱ ἦ­χοι τῶν που­λι­ῶν, ἡ ἐκ­πλη­κτι­κὴ φυ­σι­κὴ ὀ­μορ­φιὰ τοῦ τό­που δὲν μπο­ροῦ­σε νὰ δι­ώ­ξει ἀ­πὸ πά­νω μου —εἶ­χε κολ­λή­σει σὰν στάμ­πα καὶ ἁ­πλω­νό­τα­νε παν­τοῦ— τὸ μί­σος ποὺ ἔ­κρυ­βε τὸ ἡ­λι­κι­ω­μέ­νο βλέμ­μα: Κα­νεὶς νὰ μὴ χα­ρεῖ τί­πο­τα, ἀ­φοῦ δὲ μπο­ρῶ ἐ­γώ, νὰ χα­ρῶ.



Πη­γή: Πρώ­τη δη­μο­σί­ευ­ση.

Ἑ­λέ­νη Γού­λα (Βα­σι­λί­τσι Μεσ­ση­νί­ας, 1960). Ἐρ­γά­ζε­ται στὴ Μέ­ση Ἐκ­παί­δευση. Δι­η­γή­μα­τά της ἔ­χουν δη­μο­σιευ­τεῖ σὲ πε­ριο­δι­κά, στὴν ἀν­θο­λο­γία Τρεῖς μα­τιές τ’ ἀλ­λά­ζουν ὅ­λα, Μία Ἀν­θο­λο­γί­α Δι­η­γη­μά­των ἀ­πό τὴν Ἀ­θη­να­ϊ­κή Λέσχη Ἐπι­στη­μο­νι­κῆς Φα­ντα­σί­ας, (Ἐκ­δό­σεις Φα­ντα­στι­κὸς Κό­σμος, 2007), ἐνῶ ἀπὸ τὶς ἐκ­δό­σεις «Μαν­δρα­γό­ρας» κυ­κλο­φο­ρεῖ ἡ συλ­λο­γὴ δι­η­γη­μά­των της Σο­κο­λάτα καὶ ἄλ­λες ἁ­μαρ­τί­ες (2011).


Διαφημίσεις

Ἑλένη Γούλα: Ἡ τσάντα μου


Ἑ­λέ­νη Γού­λα


Ἡ τσάν­τα μου


ΓΟΡΑΣΑ μιὰ μι­κρή, γκρί­ζα ἰ­τα­λι­κὴ τσάν­τα.

 Ἔ­χει πολ­λὰ τσε­πά­κια, φερ­μου­άρ, θῆ­κες μέ­σα κι ἔ­ξω. Ἀ­κό­μη καὶ χε­ρού­λια ἔ­χει πολ­λά. Δυ­ὸ μι­κρὰ κομ­ψὰ χε­ρά­κια καὶ ἕ­να μα­κρὺ λου­ρὶ μὲ αὐ­ξο­μει­ού­με­νο μῆ­κος, ποὺ μπαί­νει χια­στὶ στὸ στῆ­θος, ὅ­πως τὰ φυ­σε­κλί­κια.

        Χω­ρά­ει τὰ ἀ­πο­λύ­τως ἀ­πα­ραί­τη­τα, ὅ­πως πορ­το­φό­λι, κι­νη­τὸ τη­λέ­φω­νο, ἕ­να στυ­λὸ καὶ τὰ γυα­λιά μου. Τὰ κλει­διὰ στρι­μώ­χνον­ται στὴν ἐ­ξω­τε­ρι­κὴ θή­κη ποὺ κλεί­νει μὲ φερ­μου­άρ.

        Ὡ­στό­σο δὲν εἶ­μαι εὐ­χα­ρι­στη­μέ­νη ἀ­πὸ τὴν ἀ­γο­ρά μου. Μὲ ἐ­νο­χλεῖ τὸ μι­κρό της μέ­γε­θος καὶ τὰ πολ­λὰ φερ­μου­ὰρ ποὺ δυ­σκο­λεύ­ο­μαι νὰ ἀ­νοί­γω καὶ νὰ κλεί­νω. Μπερ­δεύ­ο­μαι ἐ­πί­σης μὲ τὰ πολ­λὰ λου­ρά­κια καὶ τὶς θῆ­κες. Δὲν εἶ­ναι ἕ­να σα­κού­λι νὰ τὰ πε­τά­ξεις ὅ­λα μέ­σα. Κλει­διά, γυα­λιά, μο­λύ­βια, πορ­το­φό­λι, μπου­­κα­λά­κια, ση­μει­ώ­σεις καὶ βι­βλί­α δι­ά­φο­ρα.

        Πα­ρό­λα αὐ­τά, μοῦ ἀ­ρέ­σει νὰ τὴν κοι­τά­ζω, νὰ τὴν πιά­νω, νὰ τὴν κρε­μά­ω στὸν ὦ­μο, νὰ τὴν ἀ­κουμ­πά­ω στὸ τρα­πέ­ζι. Καὶ ἀ­πο­ρῶ μά­λι­στα ποὺ κα­νεὶς ὣς τώ­ρα δὲν τὴν πρό­σε­ξε. Κα­νεὶς δὲν εἶ­πε, ὤ! τί ὡ­ραί­α τσάν­τα!

        Μπο­ρεῖ νὰ φταί­ει, σκέ­φτο­μαι, τὸ γκρί­ζο της χρῶ­μα, ἕ­να γκρί­ζο βα­θὺ σὰν μο­λυ­βί, ἂν καὶ ἡ καρ­τού­λα ποὺ εἶ­χε μα­ζί της, ὅ­ταν τὴν ἀ­γό­ρα­σα, ἔ­γρα­φε μπλάκ. Πα­ρά­ξε­νο βέ­βαι­α, ἀ­φοῦ μπλὰκ θὰ πεῖ μαῦ­ρο, ἐ­νῶ τὸ χρῶ­μα τῆς τσάν­τας μου εἶ­ναι γκρί. Γκρὶ ὅ­πως ὁ χει­μω­νι­ά­τι­κος οὐ­ρα­νός, ὅ­πως τὰ μέ­ταλ­λα στὶς με­γά­λες κα­τα­σκευ­ὲς τῆς πό­λης ποὺ στη­ρί­ζουν ψη­λὰ ὀρ­θο­γώ­νια κτί­ρια. Ἕ­να χρῶ­μα ψυ­χρό, σκοῦ­ρο γκρί­ζο, ὄ­χι μαῦ­ρο.

        Ἡ και­νού­ρια μου τσάν­τα ἔ­χει τὴν ὑ­πο­γρα­φὴ μιᾶς φη­μι­σμέ­νης ἰ­τα­λι­κῆς ἑ­ται­ρί­ας. Δὲν θέ­λω νὰ τὴν ἀ­πο­κα­λύ­ψω για­τὶ δὲν μὲ τι­μᾶ ποὺ ἐ­πέ­λε­ξα μιὰ τό­σο γνω­στή, σχε­δὸν κλι­σὲ καὶ πα­σὲ ἰ­τα­λι­κὴ μάρ­κα γιὰ τσάν­τα. Ἀ­πο­ρῶ κι ἐ­γὼ μὲ τὸν ἑ­αυ­τό μου γι’ αὐ­τὴ τὴν ἐ­πι­λο­γή, ἀλ­λὰ τὸ ἴ­διο ὅ­μως ἀ­πο­ρῶ καὶ γιὰ τὴν ἀ­δυ­να­μί­α ποὺ τῆς δεί­χνω.

        Μό­νο τώ­ρα τε­λευ­ταί­α ἄρ­χι­σα νὰ σκέ­φτο­μαι τὶς πα­ρά­ξε­νες ἀ­να­λο­γί­ες με­τα­ξύ μας. Καὶ ἀ­λή­θεια φο­βᾶ­μαι ὅ­τι τὰ ἀν­τι­φα­τι­κὰ αἰ­σθή­μα­τά μου ἀ­πέ­ναν­τί της ἔ­χουν τὴ βα­θιὰ αἰ­τι­ο­λο­γία τους σ’ αὐ­τὲς τὶς ἀ­να­λο­γί­ες. Για­τὶ κι ἐ­γώ, ὅ­πως οἱ περ­γα­μη­νὲς τῆς τσάν­τας μου, νο­μί­ζω πὼς δι­α­θέ­τω δι­α­πι­στευ­τή­ρια ποι­ό­τη­τας, καλ­λι­ερ­γών­τας μέ­σα μου με­γά­λη ἰ­δέ­α γιὰ τὸν ἑ­αυ­τό μου. Στὴν πραγ­μα­τι­κό­τη­τα ὅ­μως, φο­βᾶ­μαι πὼς δὲν εἶ­μαι πα­ρὰ μιὰ μπα­νάλ, πα­σέ, βα­ρε­τὴ καὶ χω­ρὶς ξε­κά­θα­ρο χρῶ­μα προ­σω­πι­κό­τη­τα.

        Γι’ αὐ­τὸν ἀ­κρι­βῶς τὸν λό­γο, λοι­πόν, πι­θα­νὸν μοῦ ἀ­ρέ­σει τό­σο αὐ­τὴ ἡ και­νού­ρια ἄ­βο­λη τσάν­τα μου, ποὺ δυ­σκο­λεύ­ο­μαι νὰ ἀ­πο­χω­ρι­στῶ.



Πη­γή: Πρώ­τη δη­μο­σί­ευ­ση.

Ἑ­λέ­νη Γού­λα (Βα­σι­λί­τσι Μεσ­ση­νί­ας, 1960), ἐρ­γά­ζε­ται στὴ Μέ­ση Ἐκ­παί­δευση. Δι­η­γή­μα­τά της ἔ­χουν δη­μο­σιευ­τεῖ σὲ πε­ριο­δι­κά, στὴν ἀν­θο­λο­γί­α Τρεῖς μα­τιές τ’ ἀλ­λά­ζουν ὅ­λα, Μία Ἀν­θο­λο­γί­α Δι­η­γη­μά­των ἀ­πό τὴν Ἀ­θη­να­ϊ­κή Λέσχη Ἐπι­στη­μο­νι­κῆς Φα­ντα­σί­ας, Ἐκ­δό­σεις Φα­ντα­στι­κὸς Κό­σμος, 2007, ἐνώ ἀπὸ τὶς ἐκ­δό­σεις «Μαν­δρα­γό­ρας» κυ­κλο­φο­ρεῖ ἡ συλ­λο­γὴ δι­η­γη­μά­των της Σο­κο­λάτα καὶ ἄλ­λες ἁ­μαρ­τί­ες (2011).


Ἑλένη Γούλα: Ὀμορφιά…

.

 11

.

Ἑ­λέ­νη Γού­λα

 

Ὀ­μορ­φιά…

 

03-Epsilon­χει τὰ φου­στά­νια της ση­κω­μέ­να στὴ μέ­ση. Ἀ­να­σκουμ­πω­μέ­να. Τὰ πό­δια ἀ­νοι­χτά. Κά­τι στρα­βὰ κα­κο­χυ­μέ­να πό­δια. Φαί­νον­ται τὰ γό­να­τα καὶ ἡ ἄ­σπρη, πο­λὺ ἄ­σπρη ἐ­πι­δερ­μί­δα. Δὲν τὰ βλέ­πει ὁ ἥ­λιος – σκε­πα­σμέ­να μὲ τὴ μα­κριὰ φού­στα – o­ύ­τε χά­δι ἀ­πὸ ἄν­τρα κα­νέ­να.

            Στέ­κε­ται ἔ­τσι στὴ μέ­ση τοῦ πο­τα­μιοῦ.

            Τὸ νε­ρὸ ὁρ­μη­τι­κὸ τρέ­χει μὲ δύ­να­μη. Κά­νει κύ­κλους τρι­γύ­ρω της. Σπρώ­χνει τὸ δέρ­μα, φου­σκώ­νει τὶς κόκ­κι­νες φλέ­βες, γλύ­φει τὶς πλη­γὲς καὶ τοὺς μώ­λω­πες, πα­γώ­νει τὰ δά­χτυ­λα τὰ ξυ­πό­λυ­τα. Τὰ κό­κα­λα ὅ­μως, τὰ στρα­βο­κολ­λη­μέ­να κό­κα­λα, τὰ πλα­κου­τσά… τὰ κρυμ­μέ­να στὸ κρέ­ας,… αὐ­τὰ δὲν τὰ κλο­νί­ζει. Ἔ­χουν μιὰ δι­κιὰ τους ὁρ­μὴ αὐ­τά, ποὺ τὰ στή­νει μὲ τρό­πο θαυ­μα­στό, ἀ­κού­νη­τα… κόν­τρα στὴ δύ­να­μη τοῦ νε­ροῦ.

            Στὰ χέ­ρια της, δυ­να­τά, κρα­τά­ει τὰ σπάρ­τα. Τὰ ση­κώ­νει ψη­λὰ καὶ τὰ βου­τά­ει πά­λι στὸ νε­ρὸ νὰ μου­λιά­σουν. Ἔ­χει μ’ αὐ­τὰ νὰ ὑ­φά­νει πα­νί, πρέ­πει νὰ ντύ­σει τὰ ὀρ­φα­νά.

            Τό­σα ὀρ­φα­νά, θε­έ μου…

            Τὰ πό­δια της, τὰ ἄ­σχη­μα, τὰ στρα­βά, τὰ κον­τό­χον­τρα μὲ τὶς φου­σκω­μέ­νες φλέ­βες καὶ τοὺς μώ­λω­πες, ἔ­τσι ὅ­πως τὴ στη­ρί­ζου­νε ὄρ­θια στὸ πο­τά­μι, ὅ­πως τὴν κρα­τᾶ­νε ἀ­κλό­νη­τη στὴν ὁρ­μὴ τοῦ νε­ροῦ… με­τα­μορ­φώ­νον­ται τώ­ρα καὶ λάμ­που­νε. Ὄ­μορ­φα…

            Τί εἶ­ναι ἡ ὀ­μορ­φιὰ ἂν δὲν εἶ­ναι ἡ δύ­να­μη ποὺ μά­χε­ται τὴν ἀ­δυ­να­μί­α;

            Ἂν δὲν εἶ­ναι τὸ πεῖ­σμα νὰ στα­θεῖ κα­νεὶς ὄρ­θιος στὴ μέ­ση του νε­ροῦ, ποὺ αἰ­ώ­νια μά­χε­ται τὴ δύ­να­μη τοῦ βρά­χου…

            Ἕ­νας βρά­χος κι αὐ­τὴ ὀ­μορ­φιᾶς γιὰ τοὺς και­ροὺς τοὺς ἀ­μεί­λι­κτους, ποὺ ὁρ­μᾶ­νε τώ­ρα κα­τὰ πά­νω μας, ἀ­δυ­σώ­πη­τοι.

  Bonsai-03c-GiaIstologio-04

 

Πη­γή: Πρώ­τη δη­μο­σί­ευ­ση.

 

Ἑ­λέ­νη Γού­λα (Βα­σι­λί­τσι Μεσ­ση­νί­ας, 1960), ἐρ­γά­ζε­ται στὴ Μέ­ση Ἐκ­παί­δευση. Δι­η­γή­μα­τά της ἔ­χουν δη­μο­σιευ­τεῖ σὲ πε­ριο­δι­κά, στὴν ἀν­θο­λο­γί­α Τρεῖς μα­τιές τ’ ἀλ­λά­ζουν ὅ­λα, Μία Ἀν­θο­λο­γί­α Δι­η­γη­μά­των ἀ­πό τὴν Ἀ­θη­να­ϊ­κή Λέσχη Ἐπι­στη­μο­νι­κῆς Φα­ντα­σί­ας, Ἐκ­δό­σεις Φα­ντα­στι­κὸς Κό­σμος, 2007, ἐνώ ἀπὸ τὶς ἐκ­δό­σεις «Μαν­δρα­γό­ρας» κυ­κλο­φο­ρεῖ ἡ συλ­λο­γὴ δι­η­γη­μά­των της Σο­κο­λάτα καὶ ἄλ­λες ἁ­μαρ­τί­ες (2011).

 

 

Ἑλένη Γούλα: Πάθη

.

Untitled-1

.

Ἑ­λέ­νη Γού­λα

 

Πά­θη

 

01-Epsilonἶ­χα κα­θυ­στε­ρή­σει πο­λύ. Τὸ ραν­τε­βοὺ ἦ­ταν γιὰ τὶς ἕ­ξι καὶ τώ­ρα κόν­τευ­ε ὀ­κτώ. Βρῆ­κα ὅ­μως τὴν ἐ­ξώ­πορ­τα ξε­κλεί­δω­τη καὶ τὴν αἴ­θου­σα ἀ­να­μο­νῆς ἔ­ρη­μη. Προ­χώ­ρη­σα δι­στα­κτι­κὰ καὶ ἔ­σπρω­ξα τὸ πορ­τά­κι ποὺ ὑ­πο­χώ­ρη­σε χω­ρὶς τὸν πα­ρα­μι­κρὸ θό­ρυ­βο. Βρέ­θη­κα στὸ μέ­σα δω­μά­τιο κι ἐ­κεῖ ξαφ­νι­κὰ στα­μά­τη­σα. Ἡ γυ­ναί­κα ποὺ ἔ­ψα­χνα κα­θό­τα­νε στὸ κέν­τρο ἑνὸς με­γά­λου τρα­πε­ζιοῦ μπρο­στὰ ἀ­πὸ ἕ­να τε­ρά­στιο δί­σκο. Τὰ φαρ­διά της ὀ­πί­σθια, ἡ καμ­που­ρι­α­σμέ­νη της πλά­τη καὶ τὸ κε­φά­λι, ὅ­λα τε­ρά­στια, ἔ­κρυ­βαν λί­γο ἀλ­λὰ δὲν κα­τα­φέρ­να­νε νὰ σκε­πά­σουν ὅ­σα ἑ­τοι­μα­ζό­τα­νε νὰ κα­τα­βρο­χθί­σει.

            Πρό­λα­βα νὰ δι­α­κρί­νω κομ­μά­τια κρέ­ας βου­τηγ­μέ­να στὴν κόκ­κι­νη σάλ­τσα τους, ψη­μέ­νες ρο­δο­κόκ­κι­νες πα­τά­τες, μιὰ ρο­ζου­λὶ σος πά­νω σὲ ψι­λο­κομ­μέ­να λα­χα­νι­κά, ἄ­σπρο ψω­μὶ καί, τὸ κα­φὲ χρῶ­μα μιᾶς σο­κο­λα­τέ­νιας τούρ­τας. Ὑ­πῆρ­χαν κι ἄλ­λα ἐ­δέ­σμα­τα, ποὺ δὲν κα­τά­λα­βα ἀ­κρι­βῶς τί ἦ­ταν. Πο­λύ­χρω­μα, ποι­κί­λα, σω­ροὶ μέ­σα στὰ πιά­τα.

 

Εἶ­χα μπεῖ ἀ­θό­ρυ­βα στὸ δω­μά­τιο – μιὰ στα­λιὰ ἄν­θρω­πος, οὔ­τε πε­νήν­τα κι­λὰ – ἡ σύ­στα­ση τοῦ ἀ­έ­ρα ὅ­μως εἶ­χε βέ­βαι­α ἀλ­λά­ξει, κι ἔ­τσι ἡ γυ­ναί­κα γύ­ρι­σε τὸ κε­φά­λι γιὰ νὰ κοι­τά­ξει.  Σὰ νὰ εἶ­χα δι­α­πρά­ξει κά­ποι­α τρο­με­ρὴ ἀ­δι­α­κρι­σί­α, σὰ νὰ εἶ­χα εἰ­σβά­λει βάρ­βα­ρα φο­ρών­τας βρώ­μι­κα κου­ρέ­λια σὲ μιὰ σπου­δαί­α δε­ξί­ω­ση…

            —Με συγχω­ρεῖ­τε…

            Τὸ βλέμ­μα της ἦ­ταν θο­λὸ καὶ τρο­μαγ­μέ­νο. Μιὰ ἀ­γω­νί­α πα­τι­κω­μέ­νη στὰ λί­πη, στὰ τυ­ριά, στὰ αὐ­γά, στὶς μαρ­με­λά­δες. Πα­σα­λειμ­μέ­νη μὲ βού­τυ­ρα, σο­κο­λά­τες καὶ μέ­λια…

            Ἂν εἶ­χε νὰ φά­ει μέ­ρες, ἂν βρι­σκό­τα­νε γιὰ και­ρὸ κλει­σμέ­νη στὴ φυ­λα­κή, ἂν εἶ­χε μεί­νει θαμ­μέ­νη κά­τω ἀ­πὸ τὰ βα­ριὰ ντου­βά­ρια τοῦ σει­σμοῦ…

            Βγῆ­κα πι­σω­πα­τών­τας καὶ ἄ­φη­σα τὴν πόρ­τα νὰ κλεί­σει ἀ­πὸ μό­νη της. Πέ­ρα­σα πά­λι τὴν ἔ­ρη­μη αἴ­θου­σα ἀ­να­μο­νῆς καὶ ἄ­νοι­ξα τὴν ξε­κλεί­δω­τη ἐ­ξώ­πορ­τα νὰ βγῶ στὸν ἀ­έ­ρα. Δὲν ἤ­θε­λα νὰ πε­ρι­μέ­νω πό­τε θὰ τε­λει­ώ­σει τὸ τε­ρά­στιο γεῦ­μα της. Ἴ­σως μιὰ ἄλ­λη φο­ρά, σὲ ἄλ­λη εὐ­και­ρί­α…

            Περ­πά­τη­σα στὸ πε­ζο­δρό­μιο βι­α­στι­κὰ καὶ κα­τευ­θύν­θη­κα πρὸς τὸ ἁ­μά­ξι μου. Οἱ πλη­ρο­φο­ρί­ες ποὺ εἶ­χα συγ­κεν­τρώ­σει μι­λού­σα­νε μό­νο γιὰ μιὰ νο­ση­λεύ­τρια. Δὲν εἶ­χα πε­ρι­γρα­φή, δὲν ἤ­ξε­ρα ὅ­τι ἦ­ταν ὑ­πέρ­βα­ρη καὶ τό­σο μὰ τό­σο πο­λὺ πει­να­σμέ­νη…

            Ἔ­βα­λα μπρο­στὰ τὴ μη­χα­νὴ καὶ ἀ­πο­μα­κρύν­θη­κα. Ἔ­πρε­πε νὰ σκε­φτῶ τὴν και­νού­ρια εἰ­κό­να καὶ νὰ τὴ «δέ­σω» μα­ζὶ μὲ τὶς ἄλ­λες. Νὰ κουμ­πώ­σω τὸν ὄγ­κο μὲ τὴν ἀ­δυ­να­μί­α. Καὶ νὰ προ­σπα­θή­σω ὕ­στε­ρα, ἂν τὰ κα­τα­φέ­ρω, νὰ ἀ­πο­δε­χτῶ ὅ­τι αὐ­τὴ ἡ ὑ­πέρ­βα­ρη βου­λι­μι­κὴ γυ­ναί­κα ἦ­ταν, ὅ­πως ἰ­σχυ­ρι­ζό­τα­νε ὁ ντέν­τε­κτιβ Μάρ­κα­ρης, ἡ φυ­σι­κή μου μη­τέ­ρα.

 

 Bonsai-03c-GiaIstologio-04

 

Πηγή: Πρώτη δημοσίευση.

 

Ἑ­λέ­νη Γού­λα (Βα­σι­λί­τσι Μεσ­ση­νί­ας, 1960), ἐρ­γά­ζε­ται στὴ Μέ­ση Ἐκ­παί­δευση. Δι­η­γή­μα­τά της ἔ­χουν δη­μο­σιευ­τεῖ σὲ πε­ριο­δι­κά, στὴν ἀν­θο­λο­γί­α Τρεῖς μα­τιές τ’ ἀλ­λά­ζουν ὅ­λα, Μία Ἀν­θο­λο­γί­α Δι­η­γη­μά­των ἀ­πό τὴν Ἀ­θη­να­ϊ­κή Λέσχη Ἐπι­στη­μο­νι­κῆς Φα­ντα­σί­ας, Ἐκ­δό­σεις Φα­ντα­στι­κὸς Κό­σμος, 2007, ἐνώ ἀπὸ τὶς ἐκ­δό­σεις «Μαν­δρα­γό­ρας» κυ­κλο­φο­ρεῖ ἡ συλ­λο­γὴ δι­η­γη­μά­των της Σο­κο­λάτα καὶ ἄλ­λες ἁ­μαρ­τί­ες (2011).