Τάσος Γουδέλης: Τὸ διήγημα καὶ ἡ μικροῦ μήκους ταινία: συγγένειες καὶ αποκλίσεις

 

Καταγραφή

Τά­σος Γου­δέ­λης


Τὸ δι­ή­γη­μα καὶ ἡ μι­κροῦ μή­κους ται­νί­α:

συγ­γέ­νει­ες καὶ ἀ­πο­κλί­σεις


01-EpsilonΧΩ ΠΟΛΛΕΣ ΦΟΡΕΣ, μὲ δι­ά­φο­ρες ἀ­φορ­μές, ἀ­να­φερ­θεῖ στὴν ἔν­νοι­α καὶ στὴ μορ­φὴ τῆς μι­κρῆς φόρ­μας στὴ λο­γο­τε­χνί­α, δη­λα­δὴ στὸ δι­ή­γη­μα, ἐκ­φρά­ζον­τας τὴν προ­τί­μη­σή μου στὴ συγ­κε­κρι­μέ­νη αὐ­τὴ ἔκ­φρα­ση.

           Θὰ προ­σπα­θή­σω καὶ γιὰ δι­κούς μου λό­γους νὰ μὴν ἐ­πα­να­λά­βω, κα­τὰ τὸ δυ­να­τό, ὅ­σα ἔ­χω ση­μει­ώ­σει πα­λαι­ό­τε­ρα γιὰ τὴ γρα­φὴ αὐ­τή.

           Ἡ εὐ­και­ρί­α ποὺ μοῦ δί­νε­ται μὲ τὸ ἀ­φι­έ­ρω­μα τοῦ Πλανόδιον, νὰ ἀ­να­φερ­θῶ δη­λα­δὴ στὴ σχέ­ση της μὲ τὴν ται­νί­α μι­κροῦ μή­κους, ἐ­ξυ­πη­ρε­τεῖ δι­ά­φο­ρες σκέ­ψεις ποὺ ἔ­χω κά­νει στὸ με­σο­δι­ά­στη­μα, δη­λα­δὴ με­τα­ξύ τῆς προ­η­γού­με­νης ἀ­να­φο­ρᾶς μου στὸ δι­ή­γη­μα καὶ στὴ ση­με­ρι­νὴ ἀ­φορ­μή.

           Στὸ ση­μεῖ­ο αὐ­τὸ θέ­λω νὰ ὑ­πο­γραμ­μί­σω τὴν προ­σφο­ρὰ τοῦ Πλανόδιου καὶ εἰ­δι­κὰ τὴ συμ­βο­λὴ τοῦ Γιά­ννη Πα­τί­λη καὶ τῆς Ἡ­ρῶς Νι­κο­πού­λου στὴν ἀ­να­νέ­ω­ση ἀλ­λὰ καὶ στὸν ἐμ­πλου­τι­σμὸ τῆς πε­ρι­ο­χῆς ποὺ ἀ­φο­ρᾶ τὸ χῶ­ρο τῆς μι­κρῆς φόρ­μας καὶ τὸν ἐ­πι­το­νι­σμὸ ἐκ μέ­ρους τους τῆς ἀ­ξί­ας τῆς τε­λευ­ταί­ας. Οἱ χει­ρο­νο­μί­ες καὶ τῶν δύ­ο βο­η­θοῦν τὸ θε­τι­κὸ κλί­μα ἀ­πέ­ναν­τι στὸ δι­ή­γη­μα ποὺ ἀρ­χί­ζει νὰ δη­μι­ουρ­γεῖ­ται, ἀ­φή­νον­τας κα­τὰ μέ­ρος πά­γι­ες κα­χυ­πο­ψί­ες καὶ ἀμ­φι­βο­λί­ες ἀ­πέ­ναν­τι στὴ μι­κρὴ φόρ­μα.

           Πρίν, ὅ­μως, ἐ­πι­κεν­τρω­θῶ στὸ θέ­μα «μι­κρὴ λο­γο­τε­χνι­κὴ φόρ­μα καὶ ται­νί­α μι­κροῦ μή­κους» θε­ω­ρῶ σκό­πι­μο καὶ «ἐκ τῶν ὧν οὐκ ἄ­νευ» νὰ ἀ­να­φερ­θῶ συν­θη­μα­τι­κὰ γε­νι­κὰ στὴ σχέ­ση λο­γο­τε­χνί­ας καὶ κι­νη­μα­το­γρά­φου. Ἐ­πα­να­λαμ­βά­νω: μὲ ἕ­να τρό­πο κα­θα­ρὰ τη­λε­γρα­φι­κό, ὁ ὁ­ποῖ­ος, ὅ­μως, ἂν καὶ δὲν φι­λο­δο­ξεῖ νὰ κω­δι­κο­ποι­ή­σει ὁ­ρι­στι­κὰ τὸ ζή­τη­μα, θέ­τει μέ­σα ἀ­πὸ ἐ­ρω­τή­μα­τα τὴ βα­σι­κὴ προ­βλη­μα­τι­κὴ ποὺ τὸ ὁ­ρί­ζει:

           Λοι­πόν:

1. Ὁ κι­νη­μα­το­γρά­φος θὰ ὑ­πῆρ­χε μὲ τὴ ση­με­ρι­νή του μορ­φὴ ἐ­ὰν δὲν βα­σι­ζό­ταν στὴ λο­γο­τε­χνία;

           2. Ποι­ά στοι­χεῖ­α δα­νεί­σθη­κε ἡ 7η Τέ­χνη ἀ­πὸ τὴ λο­γο­τε­χνί­α;

           3. Εἶ­ναι δι­α­φο­ρε­τι­κοὶ οἱ γλωσ­σι­κοὶ κώ­δι­κες τῶν δύ­ο αὐ­τῶν τε­χνῶν;

           4. Ποι­ές λο­γο­τε­χνι­κὲς ἐκ­φρά­σεις ἐ­πη­ρέ­α­σαν τὸν κι­νη­μα­το­γρά­φο; Ἡ ποί­η­ση, ἡ πε­ζο­γρα­φί­α, τὸ δο­κί­μιο;

           5. «Ὁ κι­νη­μα­το­γρά­φος εἶ­ναι ἡ λο­γο­τε­χνί­α τοῦ 20οῦ αἰ­ώ­να» πρό­τει­νε στὴ δε­κα­ε­τί­α τοῦ ’60 δι­α­φή­μι­ση γρα­φεί­ου δι­α­νο­μῆς. Αὐ­τὸ τὸ ἐκ πρώ­της ὄ­ψε­ως πα­ρά­δο­ξο σλόγ­καν πό­ση σχέ­ση ἔ­χει μὲ τὴν πραγ­μα­τι­κό­τη­τα;

           6. Ἡ κι­νού­με­νη εἰ­κό­να ἔ­χει ἀ­φαι­ρέ­σει «ὕ­λη» ἀ­πὸ τὴ λο­γο­τε­χνί­α; Μὲ ἄλ­λα λό­για: οἱ συγ­γρα­φεῖς ἔ­χουν ἐ­πη­ρε­α­σθεῖ ἀ­πὸ τοὺς κώ­δι­κες τῆς κι­νη­μα­το­γρα­φι­κῆς ἀ­φή­γη­σης;

           7. Ἕ­να σε­νά­ριο μπο­ρεῖ νὰ θε­ω­ρη­θεῖ λο­γο­τε­χνι­κὸ κεί­με­νο;

           8. Τί ση­μαί­νει «πι­στὴ» ἢ «μὴ πι­στὴ» με­τα­φο­ρὰ ἑ­νὸς λο­γο­τε­χνι­κοῦ ἔρ­γου στὴν ὀ­θό­νη; Πολ­λοὶ πε­ρι­μέ­νουν νὰ δοῦν τὶς δι­α­τυ­πώ­σεις τῶν λο­γο­τε­χνι­κῶν κει­μέ­νων νὰ ἐγ­γρά­φον­ται μὲ ἀ­κρί­βεια στὶς κι­νού­με­νες εἰ­κό­νες. Ἄλ­λοι, γνω­ρί­ζον­τας τὶς δι­α­φο­ρὲς τῶν κω­δί­κων τῶν δύ­ο ἐκ­φρά­σε­ων, πε­ρι­μέ­νουν νὰ δοῦν μιὰ ἰ­δι­αί­τε­ρη ἀ­να­πα­ρά­στα­ση, δη­λα­δὴ μιὰ ἄλ­λη ὑ­πο­δο­χὴ τοῦ ἔρ­γου, ὅ­πως συμ­βαί­νει ἀ­πὸ τὴν πλευ­ρὰ κά­θε ξε­χω­ρι­στοῦ ἀ­να­γνώ­στη ἑ­νὸς λο­γο­τε­χνι­κοῦ ἔρ­γου.

           Φυ­σι­κὰ δὲν πρό­κει­ται νὰ ἀ­παν­τή­σω ἀ­να­λυ­τι­κὰ στὰ προ­η­γού­με­να ἐ­ρω­τή­μα­τα, δι­ό­τι θὰ χρει­ά­ζον­ταν ἐ­κτε­νεῖς ἀ­να­λύ­σεις γιὰ νὰ δι­ευ­κρι­νι­σθοῦν αὐ­τά.

           Ὅ­μως θέ­τον­τας τὰ προ­η­γού­με­να ἐ­ρω­τή­μα­τα, προ­σπά­θη­σα νὰ σκι­α­γρα­φή­σω ἕ­να γε­νι­κὸ πλαί­σιο ἐν­τός τοῦ ὁ­ποί­ου εἴ­μα­στε ὑ­πο­χρε­ω­μέ­νοι νὰ κι­νη­θοῦ­με ὅ­ταν μι­λᾶ­με γιὰ τὴ με­τα­φο­ρὰ ἑ­νὸς ὁ­ποι­ου­δή­πο­τε, ἀ­νε­ξαρ­τή­τως ἐ­κτά­σε­ως, λο­γο­τε­χνι­κοῦ ἔρ­γου στὶς κι­νού­με­νες εἰ­κό­νες.

           Αὐ­τὸ ση­μαί­νει ὅ­τι καὶ γιὰ τὸ δι­ή­γη­μα ἰ­σχύ­ουν οἱ προ­η­γού­με­νοι κα­νό­νες, ἂς τὶς πῶ συμ­βά­σεις.

           Γι’ αὐ­τὸ θὰ ἐ­πα­νέλ­θω λί­γο πιὸ κά­τω στὸ τρί­το ἐ­ρώ­τη­μα ποὺ ἀ­φο­ρᾶ στοὺς κώ­δι­κες τῶν δύ­ο ἐκ­φρά­σε­ων.

           Προ­η­γου­μέ­νως ἂς μοῦ ἐ­πι­τρα­πεῖ κά­ποι­ος προ­σω­πι­κὸς τό­νος στὶς ἀ­να­φο­ρές μου στὸ δι­ή­γη­μα, για­τὶ αὐ­τὴ τὴ δι­ά­στα­ση εἶ­χα ἐ­πι­λέ­ξει ἐ­δῶ καὶ χρό­νια, ὅ­ταν ἔ­πρε­πε σὲ δι­ά­φο­ρα γρα­πτὰ ἢ ὁ­μι­λί­ες μου νὰ ὑ­πο­στη­ρί­ξω, θὰ ἔ­λε­γα δυ­να­μι­κά, τὴ μι­κρὴ φόρ­μα, σὲ ἐ­πο­χὲς κα­τὰ τὶς ὁ­ποῖ­ες ἡ τε­λευ­ταί­α ἀν­τι­με­τω­πι­ζό­ταν σχε­δὸν συγ­κα­τα­βα­τι­κὰ ἀ­κό­μα καὶ ἐκ μέ­ρους τῶν ἁρ­μο­δί­ων ἀ­πὸ ὅ,τι στὶς ἡ­μέ­ρες μας, ὅ­που εὐ­τυ­χῶς ἡ ἔκ­φρα­ση αὐ­τή, ἐ­πα­να­λαμ­βά­νω, ἔ­χει ἀρ­κε­τὰ ἀ­να­βαθ­μι­στεῖ καὶ κερ­δί­σει τὴν ἀ­ξί­α ποὺ τῆς ὀ­φει­λό­ταν.

           Λοι­πόν, ἐξ ἀρ­χῆς μὲ εἶ­χε κερ­δί­σει τὸ δι­ή­γη­μα, για­τί μὲ εἶ­χε γο­η­τεύ­σει πρω­το­γε­νῶς μιὰ ἔν­νοι­α ποὺ τὴν εἶ­χα προ­σεγ­γί­σει ἀ­ό­ρι­στα, ἀλ­λὰ ἀρ­γό­τε­ρα τὴν εἶ­δα δι­α­τυ­πω­μέ­νη σὲ ὅ­τι ὅ­ρι­ζε ὁ Βό­ριν­τζερ ὡς ἐ ν σ υ ν α ί σ θ η σ η, μι­λών­τας, μὲ ἄλ­λα λό­για, γιὰ τὴν ἔν­νοι­α τῆς ἀ­κρι­βοῦς ἀ­να­πα­ρά­στα­σης τῆς πραγ­μα­τι­κό­τη­τας. Ἡ σκέ­ψη τοῦ θε­ω­ρη­τι­κοῦ αὐ­τοῦ ἀ­να­φέ­ρε­ται στὴν ἀν­θρώ­πι­νη πα­ρόρ­μη­ση τῆς βού­λη­σης γιὰ τὸ ὡ­ραῖ­ο, ποὺ ὁ­δη­γεῖ στὴν προ­σέγ­γι­ση τῆς ἀ­πό­λυ­της ἀ­ξί­ας ἑ­νὸς πράγ­μα­τος μὲ τὴ μέ­θο­δο τῆς ἀ φ α ί ρ ε σ η ς.

           Τὸ συγ­κε­κρι­μέ­νο στοι­χεῖ­ο, αὐ­τὸ τῆς ἐλ­λει­πτι­κῆς γρα­φῆς, τὸ εὐ­σύ­νο­πτο τῆς δι­α­τύ­πω­σης, κα­τά­λα­βα ὅ­τι μὲ ἔ­βγα­ζε ἀ­πὸ τὸ ἀ­δι­έ­ξο­δό τῆς λο­γόρ­ροι­ας τῶν πε­ρισ­σο­τέ­ρων ἐ­κτε­νῶν δι­α­τυ­πώ­σε­ων, ποὺ πάν­τα μοῦ ἔ­δι­ναν τὴν ἐν­τύ­πω­ση ὅ­τι ἦ­σαν δη­μι­ούρ­γη­μα μιᾶς συγ­κε­κρι­μέ­νης ἐ­πο­χῆς προ­γραμ­μα­τι­κῶν συ­νη­θει­ῶν λο­γο­τε­χνι­κῆς ψυ­χα­γω­γί­ας, μα­κριὰ ἀ­πὸ τὰ δε­δο­μέ­να τῆς σύγ­χρο­νης ζω­ῆς καὶ ἔκ­φρα­σης.

           Ἐ­πὶ πλέ­ον, γιὰ νὰ μεί­νω στὸ θε­ω­ρη­τι­κὸ πε­δί­ο ὅ­σων προ­σπα­θῶ νὰ δι­α­τυ­πώ­σω, ἐ­πέ­λε­ξα σὲ με­γά­λο βαθ­μὸ ἕ­ναν λό­γο συ­χνὰ ἀν­τι­ρε­α­λι­στι­κό, υἱ­ο­θε­τών­τας τὴν ἄ­πο­ψη, ἡ ὁ­ποί­α μοῦ ταί­ρια­ζε ὅ­σον ἀ­φο­ρᾶ τὸν τρό­πο μὲ τὸν ὁ­ποῖ­ο ἀν­τι­με­τώ­πι­ζα τὰ πράγ­μα­τα, για­τὶ ἡ συγ­κε­κρι­μέ­νη γρα­φὴ ποὺ υἱ­ο­θέ­τη­σα κι­νεῖ­ται, ὅ­πως ὑ­πο­στή­ρι­ζαν οἱ μον­τερ­νι­στές, δι­α­λε­κτι­κὰ ἀ­νά­με­σά σὲ δύ­ο πό­λους μιᾶς σει­ρᾶς ἀν­τι­φά­σε­ων, μὲ κυ­ρι­ό­τε­ρη ἐ­κεί­νη ποὺ ἀν­τι­πα­ρα­θέ­τει τὴν ἀ­με­σό­τη­τα τῆς ἐμ­πει­ρί­ας μὲ τὴν ἀ­ναγ­και­ό­τη­τα τῆς ἀ­φαί­ρε­σης.

           Ἡ φόρ­μα τοῦ δι­η­γή­μα­τος, λοι­πόν, ἐ­ξυ­πη­ρέ­τη­σε τὴν ἄ­πο­ψή μου ἐ­ξαρ­χῆς γιὰ μιὰ γρα­φὴ λα­κω­νι­κή, βα­σι­σμέ­νη πολ­λὲς φο­ρὲς σὲ βι­ω­μα­τι­κὰ μο­τί­βα, κα­τὰ τὸ δυ­να­τὸν ἀ­πο­τε­λε­σμα­τι­κή, ποὺ θὰ ἐ­πι­θυ­μοῦ­σε νὰ πα­ρα­πέμ­πει στὸ καί­ριο τῆς ποι­ή­σε­ως, τοῦ ἐ­πι­γράμ­μα­τος καὶ τῆς μι­νι­μα­λι­στι­κῆς

           “Μπον­ζά­ι» εἶ­ναι ἕ­νας εὔ­στο­χος ὅ­ρος ποὺ υἱ­ο­θέ­τη­σε τὸ Πλανόδιον συγ­γε­νι­κὸς τοῦ χαϊκοῦ, τῆς λε­πτουρ­γί­ας, τῆς μι­νι­α­τού­ρας, ἀ­κό­μα καὶ τῆς βι­νι­έ­τας.

           Ἔ­χω πάν­τα στὸ μυα­λό μου τὴν ἀ­πο­στρο­φὴ τοῦ Πα­σκὰλ ποὺ ση­μεί­ω­σε κά­πο­τε σὲ ἐ­πι­στο­λὴ σὲ φί­λο του ὅ­τι βι­ά­ζε­ται γι’ αὐ­τὸ τοῦ γρά­φει πολ­λά. Ἢ τὴν ἄ­πο­ψη τοῦ Χε­μιν­γου­έ­η ὅ­τι ἡ σύν­τα­ξη ἑ­νὸς τη­λε­γρα­φή­μα­τος εἶναι ἕ­να πο­λὺ δύ­σκο­λο εἶ­δος γρα­φῆς.

           Ἡ οἰ­κο­νο­μη­μέ­νη ἔκ­φρα­ση ἦ­ταν πάν­τα ὁ κύ­ριος στό­χος τῶν γρα­πτῶν μου, ἡ φι­λο­δο­ξί­α τους. Τὸ μο­να­δι­κὸ μυ­θι­στό­ρη­μα ποὺ ἔ­γρα­ψα εἶ­ναι καὶ αὐ­τὸ πε­ρι­ο­ρι­σμέ­νης ἔ­κτα­σης σὲ σχέ­ση μὲ ἄλ­λα πο­λυ­σέ­λι­δα μυ­θι­στο­ρή­μα­τα. Οἱ Οἰ­κο­γε­νεια­κὲς ἱ­στο­ρί­ες, ἔ­τσι λε­γό­ταν, θυ­μί­ζει ἐ­κτε­νὴ πε­ρί­λη­ψη δι­α­φό­ρων πε­ρι­στα­τι­κῶν ἀ­πὸ τὴ δι­α­δρο­μὴ μιᾶς ἑλ­λη­νι­κῆς οἰ­κο­γέ­νειας στὴν πρό­σφα­τη ἱ­στο­ρί­α τοῦ τό­που.

           Σὲ ἕ­να πρό­σφα­το ἀ­νέκ­δο­το δι­ή­γη­μά μου προ­τεί­νω, μὲ ἕ­να μι­κρὸ πρό­λο­γο, ὡς δι­ή­γη­μα τὶς ση­μει­ώ­σεις ποὺ κρα­τοῦ­σε κά­ποι­ος ἄ­γνω­στος συγ­γρα­φέ­ας ὑ­πὸ μορ­φὴν κε­φα­λαί­ων καὶ ὑ­πο­κε­φα­λαί­ων, θέ­λον­τας ὁ τε­λευ­ταῖ­ος κά­πο­τε νὰ γρά­ψει ἕ­να αὐ­το­βι­ο­γρα­φι­κὸ μυ­θι­στό­ρη­μα πρὶν πε­θά­νει. Ἔ­κρι­να ὅ­τι αὐ­τὸ τὸ ὑ­λι­κὸ ἦ­ταν ἀρ­κε­τὸ γιὰ νὰ ὑ­πο­κα­τα­στή­σει πε­ριτ­τὲς πε­ρι­γρα­φὲς γε­γο­νό­των τὰ ὁ­ποῖ­α προ­οι­κο­νο­μοῦ­σαν οἱ τί­τλοι καὶ οἱ ὑ­πό­τι­τλοι τῶν κε­φα­λαί­ων, ὅ­πως γι­νό­ταν στὰ πα­λιὰ ξέ­να καὶ ἑλ­λη­νι­κὰ μυ­θι­στο­ρή­μα­τα.

           Θὰ μπο­ροῦ­σα νὰ ση­μει­ώ­σω ἀρ­κε­τὰ ἀ­κό­μα γύ­ρω ἀ­πὸ τὴ φύ­ση, ὅ­πως ἐ­γὼ τὴν ἀν­τι­λαμ­βά­νο­μαι, τοῦ δι­η­γή­μα­τος ἀλ­λὰ θὰ μα­κρη­γο­ροῦ­σα, ὁ­πό­τε στα­μα­τῶ γιὰ νὰ πε­ρά­σω πιὸ ἐ­ξει­δι­κευ­μέ­να σὲ αὐ­τὸ ποὺ ἔ­χω ἀ­να­λά­βει νὰ θί­ξω, δη­λα­δὴ τὴ σχέ­ση καὶ τὴν ἀν­τα­πό­κρι­ση μι­κρῆς φόρ­μας καὶ ται­νί­ας μι­κροῦ μή­κους.

           Ἀ­ναγ­καί­α πα­ρέν­θε­ση: τί ἐν­νο­οῦ­με ὅ­ταν μι­λᾶ­με γε­νι­κὰ καὶ τυ­πι­κὰ γιὰ μιὰ «ται­νί­α μι­κροῦ μή­κους»;

           Πρό­κει­ται γιὰ μιὰ ται­νί­α (ἀ­νε­ξαρ­τή­τως πε­ρι­ε­χο­μέ­νου) τῆς ὁ­ποί­ας ἡ διά­ρκεια δὲν ξε­περ­νᾶ τὰ 35 λε­πτὰ πε­ρί­που. Ἀ­πὸ ἐ­κεῖ καὶ μέ­χρι τὰ 59 λε­πτὰ κά­θε ται­νί­α αὐ­τῆς τῆς διά­ρκειας ὀ­νο­μά­ζε­ται «ται­νί­α με­σαί­ου μή­κους». Εἶ­ναι προ­φα­νὲς ὅ­τι οἱ ται­νί­ες ποὺ ξε­περ­νοῦν τὴ μί­α ὥ­ρα θε­ω­ροῦν­ται «ται­νί­ες με­γά­λου μή­κους».

           Θὰ ἐ­πα­να­λά­βω ὅ­τι σὲ γε­νι­κὲς γραμ­μές, καὶ ἄς μὴν φα­νεῖ αὐ­τὸ πα­ρά­ξε­νο, ἡ με­τα­φο­ρὰ τοῦ δι­η­γή­μα­τος στὴ φόρ­μα τῆς ται­νί­ας μι­κροῦ μή­κους πα­ρου­σιά­ζει τὰ προ­βλή­μα­τα ποὺ ἔ­χει ἕ­να ὁ­ποι­ο­δή­πο­τε λο­γο­τέ­χνη­μα ὅ­ταν θέ­λου­με νὰ τὸ με­τα­τρέ­ψου­με σὲ κι­νού­με­νες εἰ­κό­νες.

           Στὸ ση­μεῖ­ο αὐ­τὸ ἐ­πα­νέρ­χο­μαι στὴν ἀ­πάν­τη­ση τοῦ τρί­του ἐ­ρω­τή­μα­τος ποὺ ἔ­θε­σα προ­η­γου­μέ­νως σχε­τι­κὰ μὲ τὴ δι­α­φο­ρὰ ἢ μὴ τῶν ἐκ­φρα­στι­κῶν κω­δί­κων κι­νη­μα­το­γρά­φου καὶ λο­γο­τε­χνί­ας.

           Ναί, ἔ­χου­με νὰ κά­νου­με μὲ δύ­ο δι­α­φο­ρε­τι­κοὺς κώ­δι­κες, ἂς τοὺς θε­ω­ροῦ­με πλέ­ον, σὲ κά­ποι­ο βαθ­μὸ ταυ­τό­ση­μους.

           Μπο­ρεῖ, ὅ­πως ἔ­χει λε­χθεῖ, ἡ ὄ­σμω­ση τῶν δύ­ο μέ­σων νὰ ἔ­χει δη­μι­ουρ­γή­σει ἀλ­λη­λε­πι­δρά­σεις (οἱ συγ­γρα­φεῖς δὲν γρά­φουν πλέ­ον ὅ­πως ἔ­γρα­φαν πρὶν ἀ­πὸ τὴν ἔ­λευ­ση τοῦ κι­νη­μα­το­γρά­φου, ὅ­πως καὶ οἱ σκη­νο­θέ­τες με­τὰ τὴ συ­νει­δη­το­ποί­η­ση ὅ­τι ἡ γρα­φὴ παί­ζει κα­θο­ρι­στι­κὸ ρό­λο στὴν πα­ρα­γω­γὴ κι­νου­μέ­νων εἰ­κό­νων, δὲν κι­νη­μα­το­γρα­φοῦν ὅ­πως πα­λιὰ), ἀλ­λὰ οἱ δι­α­φο­ρὲς τῶν δύ­ο μέ­σων εἶ­ναι σα­φεῖς.

           Θὰ συμ­φω­νή­σου­με στὸ ἑ­ξῆς γνω­στὸ καὶ πο­λυ­ει­πω­μέ­νο: ὅ­τι τὴ λο­γο­τε­χνι­κὴ πε­ρι­γρα­φὴ τοῦ ἀ­νοίγ­μα­τος μιᾶς πόρ­τας μπο­ροῦ­με νὰ τὴ φαν­τα­στοῦ­με μὲ ἄ­πει­ρους τρό­πους, ἐ­νῶ στὸν κι­νη­μα­το­γρά­φο τὸ ἄ­νοιγ­μα μιᾶς πόρ­τας τὸ βλέ­που­με νὰ συμ­βαί­νει ἅ­παξ.

           Αὐ­τὸ πά­λι δὲν ση­μαί­νει ὅ­τι ἡ κι­νη­μα­το­γρα­φι­κὴ ἀ­πο­τύ­πω­ση ἑ­νὸς πράγ­μα­τος δὲν κι­νη­το­ποι­εῖ τὴ φαν­τα­σί­α μας, κά­θε ἄλ­λο.

           Τὸ πα­ρά­δειγ­μα ποὺ μό­λις ἀ­νέ­φε­ρα ὑ­παι­νίσ­σε­ται πε­ρι­ο­ρι­σμούς: τοὺς πε­ρι­ο­ρι­σμοὺς τῆς μη­χα­νι­κῆς εἰ­κό­νας, ποὺ ξε­κί­νη­σε ἀ­πὸ τὴν πα­γω­μέ­νη ἀ­πο­τύ­πω­ση τῆς πραγ­μα­τι­κό­τη­τας ἐκ μέ­ρους τῆς φω­το­γρα­φί­ας γιὰ νὰ ἐ­ξε­λι­χθεῖ σὲ μιὰ ὑ­πέρ­βα­σή της ἐκ μέ­ρους τῆς κι­νού­με­νης εἰ­κό­νας.

           Ἐ­ρω­τῶ, ὅ­μως: δὲν ἔ­χει συμ­βεῖ στὸν κα­θέ­να μας νὰ γει­ω­νό­μα­στε δια­βά­ζον­τας μιὰ μο­νο­σή­μαν­τη λο­γο­τε­χνι­κὴ πε­ρι­γρα­φή, ἐ­νῶ ἀν­τί­θε­τα βλέ­πον­τας κι­νού­με­νες εἰ­κό­νες πά­νω στὸ ἴ­διο θέ­μα, αὐ­τὲς νὰ μᾶς ὠ­θοῦν σὲ ὑ­περ­βά­σεις;

           Νο­μί­ζω ὅ­τι οἱ προ­η­γού­με­νες σύν­το­μες σκέ­ψεις προ­σπα­θοῦν νὰ δεί­ξουν συγ­γέ­νει­ες καὶ ἀ­πο­στά­σεις τῶν δύ­ο κω­δί­κων, τῆς λο­γο­τε­χνί­ας καὶ τοῦ κι­νη­μα­το­γρά­φου.

           Τώ­ρα ἄς πε­ρά­σου­με πιὸ ἐ­ξει­δι­κευ­μέ­να στὴ σχέ­ση δι­η­γή­μα­τος καὶ ται­νί­ας μι­κροῦ μή­κους χω­ρὶς νὰ ξε­χνᾶ­με ὅ­σα προ­α­να­φέρ­θη­καν γε­νι­κὰ γιὰ τὴ σχέ­ση λο­γο­τε­χνί­ας καὶ ὀ­θό­νης.

           Οἱ δύ­ο αὐ­τὲς ἐκ­φρά­σεις δεί­χνουν νὰ μοιά­ζουν με­τα­ξύ τους ὅ­σον ἀ­φο­ρᾶ τὴν ἔ­κτα­ση, ἂς τὴν ποῦ­με τῆς ἀ­φή­γη­σης (ἂν καὶ ἐ­δῶ πα­ρεν­θε­τι­κὰ νὰ πῶ ὅ­τι χρη­σι­μο­ποι­ῶ συμ­βα­τι­κὰ τὸν ὄ­ρο ἀ­φή­γη­ση, για­τί μπο­ρεῖ νὰ θέ­λω νὰ εἰ­κο­νο­ποι­ή­σω ἕ­να ἀν­τι­α­φη­γη­μα­τι­κό, μὴ ἀ­να­πα­ρα­στα­τι­κὸ δι­ή­γη­μα…). Τέ­λος πάν­των.

           Μπο­ρεῖ, λοι­πόν, νὰ δεί­χνουν ἐ­ξω­τε­ρι­κὰ ὅ­τι μοιά­ζουν οἱ δύ­ο ἐκ­φρά­σεις, ἀλ­λὰ βα­θύ­τε­ρα ἔ­χουν νὰ ἀν­τι­με­τω­πί­σουν στὴ σχέ­ση τους τὰ προ­βλή­μα­τα ποὺ ἀν­τι­με­τω­πί­ζει, ὅ­πως προ­α­νέ­φε­ρα, ἕ­να ὁ­ποι­ο­δή­πο­τε λο­γο­τέ­χνη­μα ποὺ πρό­κει­ται νὰ γί­νει κι­νού­με­νη εἰ­κό­να. Ἐ­ξη­γοῦ­μαι: ἐ­πει­δὴ ἔ­χου­με νὰ κά­νου­με μὲ δύ­ο δι­α­φο­ρε­τι­κοὺς κώ­δι­κες (αὐ­τὸν τῆς γρα­φῆς καὶ αὐ­τὸν τῆς εἰ­κό­νας, ἄ­σχε­τα μὲ τὸ ἂν κά­πο­τε ἡ ση­μει­ο­λο­γι­κὴ θε­ω­ρί­α ἀν­τι­με­τώ­πι­σε τὴν εἰ­κό­να ὡς κεί­με­νο), θὰ πρέ­πει νὰ σκε­φθοῦ­με μὲ βά­ση αὐ­τὸ ποὺ ὀ­νο­μά­σθη­κε «με­τα­στοι­χεί­ω­ση».

           Ἔ­γι­νε ἀ­πὸ τὰ προ­η­γού­με­να κα­τα­νο­η­τὸ ὅ­τι μέ­σα στὰ κοι­νὰ γο­νί­δια τῶν δύ­ο ἐκ­φρά­σε­ων κυ­κλο­φο­ροῦν καὶ ἄλ­λα ξέ­να, ποὺ θέ­λουν προ­σο­χὴ για­τὶ αὐ­τὰ εἶ­ναι ποὺ συν­θέ­τουν τὴ δι­α­φο­ρε­τι­κό­τη­τα.

           Θέ­λω νὰ πῶ ὅ­τι αὐ­τὰ τὰ τε­λευ­ταῖ­α εἶ­ναι σὲ θέ­ση νὰ ὑ­πο­νο­μεύ­σουν ἕ­να ἐγ­χεί­ρη­μα ποὺ σὲ πρώ­τη μα­τιὰ μοιά­ζει εὔ­κο­λο.

           Για­τὶ βλέ­πον­τας ἕ­να δι­ή­γη­μα, κρί­νου­με ὅ­τι ἀ­πο­τε­λεῖ προ­σφο­ρό­τε­ρο ὑ­λι­κὸ γιὰ με­τα­φο­ρὰ τὴν ὀ­θό­νη ἀ­πὸ μιὰ ἐ­κτε­νῆ ἀ­φή­γη­ση, χω­ρὶς νὰ ὑ­πο­λο­γί­ζου­με τὶς δυ­σκο­λί­ες του.

           Τὸ το­νί­ζω αὐ­τὸ ἐ­πει­δὴ ἀ­γα­πῶ καὶ τὶς δύ­ο ἐκ­φρά­σεις, δι­ή­γη­μα καὶ ται­νί­α μι­κροῦ μή­κους, καὶ θε­ω­ρῶ ἀ­στο­χί­α τὴν προ­ε­ξό­φλη­ση τοῦ ἀ­πο­τε­λέ­σμα­τος μὲ βά­ση ἕ­να σχῆ­μα ποὺ τὸ ὁ­μο­ει­δές του θὰ σταθ­μι­σθεῖ μὲ ἕ­ναν τρό­πο προ­γραμ­μα­τι­κό.

           Θὰ φέ­ρω ὡς πα­ρά­δειγ­μα τὶς ἀ­να­πό­φευ­κτες δυ­σχέ­ρει­ες ποὺ ἀν­τι­με­τω­πί­ζει τὸ ἐγ­χεί­ρη­μα κά­ποι­ου σκη­νο­θέ­τη ὁ ὁ­ποῖ­ος θέ­λει νὰ με­τα­φέ­ρει στὴν ὀ­θό­νη ἕ­να δι­ή­γη­μα τοῦ Μπόρ­χες, για­τὶ ὁ με­γά­λος αὐ­τὸς συγ­γρα­φέ­ας χρη­σι­μο­ποι­εῖ προ­σχη­μα­τι­κὰ στὰ πε­ρισ­σό­τε­ρα δι­η­γή­μα­τά του τὴν πε­ρι­γρα­φι­κό­τη­τα. Ὁ­πό­τε ὁ σκη­νο­θέ­της πρέ­πει νὰ ἐ­πι­λέ­ξει ἕ­ναν ἐ­σω­τε­ρι­κὸ τρό­πο ἀ­φή­γη­σης, ὁ ὁ­ποῖ­ος βέ­βαι­α ἐ­πι­βάλ­λε­ται νὰ συ­νά­δει μὲ ὅ­λο τὸ σύ­στη­μα κω­δί­κων τῆς τέ­χνης στὴν ὁ­ποί­α με­τα­φέ­ρε­ται τὸ δι­ή­γη­μα: ὅ­σον ἀ­φο­ρᾶ τὸ μον­τάζ, τὸν ἐ­σω­τε­ρι­κὸ ρυθ­μό, τὶς δι­ά­φο­ρες ἀν­τι­στί­ξεις εἰ­κό­νας-ἤ­χου κ.λπ.

           Ἀλ­λὰ καὶ λι­γό­τε­ρο δι­α­νο­η­τι­κὰ δι­η­γή­μα­τα πα­ρου­σιά­ζουν δυ­σκο­λί­ες, ἐ­ὰν ὁ σκη­νο­θέ­της μη­χα­νι­στι­κὰ με­τα­φέ­ρει τὶς εἰ­κό­νες τῶν συγ­κε­κρι­μέ­νων ἀ­φη­γή­σε­ων (ὅ­πως αὐ­τὸς τὶς φαν­τά­ζε­ται φυ­σι­κὰ) στὸ ὀ­πτι­κο­α­κου­στι­κὸ σύ­στη­μα μιᾶς ται­νί­ας μι­κροῦ μή­κους.

           Ἐ­δῶ ἄλ­λη μιὰ ἀ­ναγ­καί­α πα­ρέν­θε­ση ποὺ ἀ­φο­ρᾶ στὴ «με­τα­στοι­χεί­ω­ση» τοῦ λο­γο­τε­χνι­κοῦ κει­μέ­νου σὲ σε­νά­ριο:

           Τὸ σε­νά­ριο κα­τὰ τὴ γνώ­μη μου, εἶ­ναι ἐ­πί­σης ἕ­να λο­γο­τε­χνι­κὸ κεί­με­νο πα­ρὰ τὶς ἀν­τί­θε­τες ἀ­πό­ψεις, ἂν καὶ ἔ­χει τοὺς κα­νό­νες καὶ τοὺς πε­ρι­ο­ρι­σμούς του, μὲ τὴν ἔν­νοι­α ὅ­τι αὐ­τὸ δη­μι­ουρ­γεῖ­ται γιὰ νὰ ἐ­ξυ­πη­ρε­τή­σει τὴ λο­γι­κή τῶν κι­νού­με­νων εἰ­κό­νων. Μό­νο ποὺ συ­χνὰ ἡ γρα­φὴ ἑ­νὸς σε­να­ρί­ου συ­νο­μι­λεῖ ἐ­πὶ ἴ­σοις ὄ­ροις μὲ ἕ­να λο­γο­τε­χνι­κὸ κεί­με­νο. Ἕ­να πα­ρά­δειγ­μα: ἡ γρα­φὴ τῆς Κα­θό­δου τῶν ἐν­νιά τοῦ Θα­νά­ση Βαλ­τι­νοῦ ἔ­χει πε­ρά­σει ἀρ­χι­κὰ μέ­σα ἀ­πὸ τὸ στά­διο τῆς σε­να­ρι­ο­ποί­η­σης τῆς νου­βέ­λας. Γι’ αὐ­τὸ ἡ εἰ­κο­νο­ποι­ί­α τοῦ συγ­κε­κρι­μέ­νου ἔρ­γου πα­ρα­πέμ­πει στὸ κι­νη­μα­το­γρα­φι­κὸ ἀ­πεί­κα­σμα, κά­νον­τας τὶς δύ­ο ἐκ­φρά­σεις νὰ δι­α­σταυ­ρώ­νον­ται δη­μι­ουρ­γι­κά.

           Ὑ­πάρ­χουν, βέ­βαι­α, καὶ ἐ­ξαι­ρέ­σεις: νου­βέ­λες ἢ δι­η­γή­μα­τα ποὺ ἀ­πο­τυ­πώ­θη­καν στὸ σε­νά­ριο λέ­ξη πρὸς λέ­ξη καὶ κι­νη­μα­το­γρα­φή­θη­καν π.χ. Τὸ γε­ρά­κι τῆς Μάλ­τας τοῦ Τζὸν Χι­οῦ­στον τὸ σε­νά­ριο τοῦ ὁ­ποί­ου βα­σί­σθη­κε «πι­στὰ» στὴν ὁ­μώ­νυ­μη νου­βέ­λα τοῦ Ντά­σι­ελ Χά­μετ. Ἐ­πί­σης, ἡ ἀ­φή­γη­ση μιᾶς σε­λί­δας τοῦ Χού­λιο Κορ­τά­σαρ Ἀλ­λη­λου­χί­α τῶν κή­πων εἰ­κο­νο­γρα­φή­θη­κε σὰν σε­νά­ριο ἀ­πὸ τὸν Ἀ­χιλ­λέ­α Κυ­ρι­α­κί­δη στὴν ὁ­μώ­νυ­μη μι­κροῦ μή­κους ται­νί­α του. Ὅ­ταν λέ­ω «πι­στά», βέ­βαι­α, δὲν ἐν­νο­ῶ μιὰ μη­χα­νι­στι­κὴ ἀ­να­πα­ρά­στα­ση πρώ­του ἐ­πι­πέ­δου, ἀλ­λὰ μιὰ με­του­σί­ω­ση, ἂς τὸ ὁ­ρί­σω ἔ­τσι, εἰ­κό­νων σὲ ἕ­ναν ἄλ­λον κώ­δι­κα.

           Πολ­λοὶ θε­ω­ρη­τι­κοὶ ἔ­χουν πα­ρο­μοιά­σει τὴ με­τα­φο­ρὰ ἑ­νὸς λο­γο­τε­χνι­κοῦ ἔρ­γου στὴν ὀ­θό­νη μὲ τὴ με­τά­φρα­ση. Δὲν ἔ­χουν ἄ­δι­κο γε­νι­κὰ μι­λών­τας στὸ ἐ­πί­πε­δο τῆς λε­γό­με­νης «με­τα­γλώτ­τι­σης», ἀλ­λὰ πρέ­πει νὰ τη­ρη­θοῦν οἱ ἀ­να­λο­γί­ες. Ἡ ἀ­πό­δο­ση τῆς γλώσ­σας-πη­γῆς στὴ γλώσ­σα-ὑ­πο­δο­χῆς σὲ ἕ­να λο­γο­τε­χνι­κὸ ἔρ­γο νο­μί­ζω ὅ­τι χρει­ά­ζε­ται νὰ τὸ ἀν­τι­με­τω­πί­σει κα­νεὶς μὲ τοὺς ὅ­ρους ποὺ προ­σπα­θῶ νὰ ἀ­να­λύ­σω.

           Μί­α βι­α­στι­κὴ μα­τιὰ στὸ ζή­τη­μα τῆς με­τα­φο­ρᾶς στὴν ὀ­θό­νη τῆς μι­κρῆς ἢ τῆς με­γά­λης φόρ­μας, ὅ­πως ἤ­δη ἀ­νέ­φε­ρα, ὁ­δη­γεῖ στὸ ἁ­πλο­ποι­η­μέ­νο συμ­πέ­ρα­σμα ὅ­τι ὁ σε­να­ρι­ο­γρά­φος δὲν ἔ­χει πα­ρὰ ἐ­λά­χι­στες λι­γό­τε­ρες ὑ­πο­χρε­ώ­σεις κα­τὰ τὴ με­τα­φο­ρά.

           Σὲ ἕ­να πρῶ­το ἐ­πί­πε­δο, φυ­σι­κά, δὲν ἀ­στο­χοῦν ὅ­σοι τὸ ὑ­πο­στη­ρί­ζουν αὐ­τό. Ἀλ­λὰ ἂν σκε­φτοῦ­με ὅ­τι ἕ­να δι­ή­γη­μα μπο­ρεῖ νὰ ἐ­κτα­θεῖ καὶ νὰ κα­λύ­ψει τὶς ἀ­νάγ­κες μιᾶς με­γά­λου μή­κους ται­νί­ας, ἐ­πι­βάλ­λε­ται νὰ ξα­να­σκε­φθοῦ­με τὸ θέ­μα.

           Ἀ­πὸ τὴν ἄλ­λη δὲν ἰ­σχυ­ρί­ζο­μαι ὅ­τι ἕ­να μυ­θι­στό­ρη­μα μπο­ρεῖ νὰ συρ­ρι­κνω­θεῖ γιὰ νὰ με­τα­φερ­θεῖ στὴν ὀ­θό­νη μὲ τὴ μορ­φὴ μι­κροῦ ἢ με­σαί­ου μή­κους ται­νί­ας, ἀλ­λὰ καὶ τί­πο­τα δὲν ἀ­πο­κλεί­ε­ται.

           Ἄς θυ­μη­θοῦ­με τὴν πε­ρί­πτω­ση τοῦ Μα­γι­κοῦ βου­νοῦ τοῦ Τό­μας Μάν, ποὺ πολ­λοὶ ἐ­πώ­νυ­μοι σκη­νο­θέ­τες τοῦ παγ­κό­σμιου κι­νη­μα­το­γρά­φου, κα­τὰ και­ρούς, φλέρ­τα­ραν μὲ τὴν ἰ­δέ­α τῆς με­τα­φο­ρᾶς του σὲ ται­νί­α με­γά­λου μή­κους, ἀλ­λὰ δὲν προ­χώ­ρη­σαν, μὲ ἀ­πο­τέ­λε­σμα τὸ πλη­θω­ρι­κὸ αὐ­τὸ μυ­θι­στό­ρη­μα νὰ με­τα­φερ­θεῖ, τε­λι­κά, ἐ­ξαι­ρε­τι­κὰ ὑ­πὸ μορ­φὴν τη­λε­ται­νί­ας, μέ­σω μιᾶς ἐμ­πνευ­σμέ­νης δι­α­σκευ­ῆς του.

           Ἐ­δῶ χρει­ά­ζε­ται νὰ εἰ­σά­γω στὴ συ­ζή­τη­ση δι­ά­φο­ρους ὅ­ρους ποὺ λαν­θά­νουν μέ­χρι τώ­ρα στὸ κεί­με­νό μου καὶ ἀ­φο­ροῦν γνω­στοὺς καὶ τυ­πι­κοὺς τρό­πους/τε­χνι­κὲς μὲ τὶς ὁ­ποῖ­ες ἕ­να λο­γο­τε­χνι­κὸ κεί­με­νο (καὶ ὄ­χι μό­νο) σε­να­ρι­ο­ποι­εῖ­ται:

           Ὅ­λοι ἔ­χε­τε δεῖ στοὺς τί­τλους μιᾶς ται­νί­ας φρά­σεις ὅ­πως: τὸ σε­νά­ριο εἶ­ναι  β α σ ι σ μ έ ν ο  στὸ τά­δε κεί­με­νο, ἐ μ π ν ε υ σ μ έ ν ο  ἀ­πό τό…, τὸ σε­νά­ριο ἀ­πο­τε­λεῖ  δ ι α σ κ ε υ ὴ  τοῦ τά­δε κει­μέ­νου ἢ  π ρ ο σ α ρ μ ο γ ὴ  τοῦ τε­λευ­ταί­ου ἢ βα­σι­σμέ­νο σὲ μιὰ  ἰ δ έ α  ἑ­νὸς κει­μέ­νου…

           Ἔ­γι­νε φα­νε­ρὸ ἀ­πὸ τὰ προ­η­γού­με­να, πάν­τως, ὅ­τι σὲ κά­θε πε­ρί­πτω­ση τὸ τε­λι­κὸ κι­νη­μα­το­γρα­φι­κὸ προ­ϊ­ὸν προ­κύ­πτει μέ­σα ἀ­πὸ μιὰ πε­ρί­που με­τάλ­λα­ξη τῶν στοι­χεί­ων ἑ­νὸς δι­η­γή­μα­τος.

           Προ­σο­χή, ὅ­μως: αὐ­τὸ δὲν ση­μαί­νει ὅ­τι γε­νι­κὰ ἡ μι­κρὴ λο­γο­τε­χνι­κὴ φόρ­μα δὲν εἶ­ναι προ­σφο­ρό­τε­ρη στὰ χέ­ρια ἑ­νὸς ὑ­πο­ψι­α­σμέ­νου σε­να­ρι­ο­γρά­φου γιὰ τὴν με­τα­τρο­πή της σὲ εἰ­κό­νες ἐν σχέ­σει μὲ τὴ με­γά­λη λο­γο­τε­χνι­κὴ φόρ­μα.

           Προ­σπα­θῶ ἁ­πλῶς νὰ ἐ­πι­το­νί­σω τὰ ἐξ ὁ­ρι­σμοῦ ἐμ­πό­δια ποὺ ὑ­πάρ­χουν γιὰ τὸ ἐγ­χεί­ρη­μα τῆς με­τα­στοι­χεί­ω­σης, ἐ­ὰν κα­νεὶς θε­λή­σει νὰ με­τα­γρά­ψει χω­ρὶς προ­βλη­μα­τι­σμὸ μιὰ «μι­κρὴ ἱ­στο­ρί­α» σὲ κι­νού­με­νες εἰ­κό­νες.

           Για­τί αὐ­τὸ ποὺ ὁ­ρι­σμέ­νοι θε­ω­ροῦν ὡς ἀ­πό­σταγ­μα ἑ­νὸς δι­η­γή­μα­τος, δη­λα­δὴ μιὰ  ἰ δ έ α  ἢ ὡς ἀ­φη­γη­μα­τι­κὴ πρό­τα­ση ἕ­να  τ α χ ύ δ ρ α μ α, μπο­ρεῖ νὰ τοὺς δώ­σει τὴν ψευ­δαί­σθη­ση ὅ­τι ἡ κι­νη­μα­το­γρά­φη­σή του εἶ­ναι μιὰ ὑ­πό­θε­ση ἁ­πλή.

           Ἄς ἀ­να­φερ­θῶ στὴν με­τα­φο­ρὰ τοῦ δι­η­γή­μα­τος τοῦ Κων­σταν­τί­νου Θε­ο­τό­κη «Πί­στο­μα» στὴν ὀ­θό­νη. Νὰ θυ­μί­σω ότι ἔ­χουν γί­νει πολ­λὰ σε­νά­ρια καὶ ἀρ­κε­τὲς με­τα­φο­ρὲς τοῦ κει­μέ­νου αὐ­τοῦ σέ ται­νί­ες μι­κροῦ μή­κους καὶ ὅ­τι κά­θε φο­ρὰ ἡ κι­νη­μα­το­γρά­φη­ση τῆς «ἁ­πλῆς» αὐ­τῆς ἱ­στο­ρί­ας ἔ­δι­νε ἄλ­λη αἴ­σθη­ση.

           Ἡ ἀ­πάν­τη­ση στὸ τε­λευ­ταῖ­ο ἐ­ρώ­τη­μα εἶ­ναι αὐ­το­νό­η­τη, πι­στεύ­ω καὶ σχε­τί­ζε­ται μὲ ὅ­σα προ­εῖ­πα.

           Νὰ συ­νο­ψί­σω:

           Τὸ μπον­ζά­ι, ἡ μι­κρὴ φόρ­μα, εἶ­ναι μιὰ μορ­φὴ λο­γο­τε­χνι­κῆς ἔκ­φρα­σης ἡ ὁ­ποί­α ἀ­μέ­σως πα­ρα­πέμ­πει στὴν ται­νί­α μι­κροῦ μή­κους, για­τί σὲ ἕ­να πρῶ­το ἐ­πί­πε­δο οἱ κώ­δι­κες τῶν δύ­ο δι­α­τυ­πώ­σε­ων μοιά­ζουν.

           Αὐ­τό, ὅ­μως, δὲν ση­μαί­νει ὅ­τι δὲν χρει­ά­ζε­ται με­τα­ξύ τους νὰ πα­ρεμ­βλη­θεῖ ἡ ὑ­πο­ψι­α­σμέ­νη σε­να­ρια­κὴ ἐ­πε­ξερ­γα­σί­α οὕ­τως ὥ­στε νὰ ἐ­πι­τευ­χθεῖ ἡ σύ­ζευ­ξη ὅ­λων ἐ­κεί­νων τῶν ἀ­νό­μοι­ων στοι­χεί­ων συν­τα­κτι­κῶν καὶ νο­η­μα­τι­κῶν ποὺ δι­α­φο­ρο­ποι­οῦν τοὺς δύ­ο αὐ­τοὺς κώ­δι­κες.

           Εἶ­ναι αὐ­το­νό­η­το ὅ­τι ἡ σκη­νο­θε­τι­κὴ ὑ­λο­ποί­η­ση, στὴ συ­νέ­χεια, τοῦ σε­να­ρί­ου, εἶ­ναι μιὰ ἀ­κό­μα βα­σι­κὴ προ­ϋ­πό­θε­ση γιὰ νὰ ἐ­πι­τευ­χθεῖ ἕ­να αἰ­σθη­τι­κὸ ἀ­πο­τέ­λε­σμα.

           Ἐ­πί­σης, ἐ­ὰν θὰ πε­ρί­με­νε κα­νεὶς νὰ δεῖ ἀ­πο­τυ­πω­μέ­νη στὴν ὀ­θό­νη μὲ «πι­στό­τη­τα» τὴ μι­κρὴ ἱ­στο­ρί­α, μᾶλ­λον δὲν ἔ­χει προ­βλη­μα­τι­σθεῖ πά­νω στὰ ζη­τή­μα­τα τῆς «με­τα­γλώ­τισ­σης», τῆς «ἀ­πό­δο­σης», τῆς «με­τα­φο­ρᾶς» ἑ­νὸς κει­μέ­νου σὲ μιὰ ἄλ­λη μορ­φι­κὴ πε­ρι­ο­χὴ μὲ τὶς δι­κές της ἀ­παι­τή­σεις καὶ τοὺς δι­κούς της κα­νό­νες. Για­τί τὸ ὀ­πτι­κο­α­κου­στι­κὸ σύ­στη­μα μιᾶς ται­νί­ας εἶ­ναι ἰ­δι­αί­τε­ρο. Ὀ­λι­σθη­ρὸ ἐ­ὰν δὲν προ­σε­χθεῖ ἀ­πὸ αὐ­τὸν ποὺ εἰ­σέρ­χε­ται στὰ ἐν­δό­τε­ρά του: δι­ό­τι ἀ­παι­τεῖ εἰ­δι­κὲς συν­θέ­σεις στοι­χεί­ων τὰ ὁ­ποῖ­α μὲ μιὰ ἐ­πι­πό­λαι­η μα­τιὰ δεί­χνουν νὰ μοιά­ζουν με­τα­ξύ τους ἐ­νῶ τὰ χω­ρί­ζουν ἀ­πο­στά­σεις.


Bonsai-03c-GiaIstologio-04


Πη­γή: Πρώ­τη δη­μο­σί­ευ­ση. Τὸ κεί­με­νο ἀ­να­γνώ­στη­κε στὸ Α’ μέ­ρος τῆς «λο­γο­τε­χνι­κῆς νυ­χτε­ρί­δας» Νύ­χτα μπον­ζά­ι κα­τὰ τὴν ὁ­ποί­α πα­ρου­σι­ά­στη­κε ἡ ἀν­θο­λο­γί­α τοῦ ἱ­στο­λο­γί­ου μας Ἱ­στο­ρί­ες Μπον­ζά­ι ’15. Τὴν ἐκδήλωση στὸ σύνολό της οἱ φίλοι τοῦ ἱστολογίου μποροῦν νὰ τὴν παρακολουθήσουν ἐδῶ:

Τά­σος Γου­δέ­λης (Ἀ­θή­να, 1949). Δι­η­γη­μα­το­γρά­φος, κρι­τι­κός, δο­κι­μι­ο­γρά­φος. Σπού­δα­σε Νο­μι­κὰ στὸ Πα­νε­πι­στή­μιο τῆς Ἀ­θή­νας. Συ­νεκ­δό­της ἀ­πὸ τὸ 1982 τοῦ πε­ρι­ο­δι­κοῦ Τὸ Δέν­τρο. Δι­δά­σκει Ἱ­στο­ρί­α τοῦ Κι­νη­μα­το­γρά­φου στὴν Ἀ­νω­τέ­ρα Δρα­μα­τι­κὴ Σχο­λὴ τοῦ Ἐ­θνι­κοῦ Θε­ά­τρου. Πρῶ­το του βι­βλίο Ἁρ­πα­κτι­κά (Πε­ζο­γρα­φί­α, ἐκδ. Τὸ Δέν­τρο, Ἀ­θή­να, 1990).


Τάσος Γουδέλης: Ἡ πρόταση


Goudelis,Tasos-IProtasi-Eikona-01


Τά­σος Γου­δέ­λης


Ἡ πρό­τα­ση


(μα­κρι­νό)


05-Kappa-351px-K_oiseaux_svgΑΘΟΝΤΑΝ στὸ δι­πλα­νὸ τρα­πέ­ζι. Τοὺς ἔ­κρυ­βε κά­θε τό­σο ὁ σερ­βι­τό­ρος καὶ οἱ πε­λά­τες ποὺ πη­γαι­νο­έρ­χον­ταν ἀ­νά­με­σά μας. Οἱ φρά­σεις τους, μέ­σα στὸ θό­ρυ­βο τοῦ φα­στ φούντ, ἔ­φθα­ναν μι­σές. «…Εἶ­ναι μιὰ κα­λὴ εὐ­και­ρί­α», ἔ­λε­γε ὁ ἄν­τρας μὲ τὸ πλα­στι­κὸ μπου­φὰν στὴν ξαν­θιά, βό­ρεια γυ­ναί­κα μὲ τὸ ντε­κολ­τέ, ποὺ τὸν ἄ­κου­γε μὲ προ­σο­χὴ χω­ρὶς ν’ ἀγ­γί­ζει τὸ φα­γη­τό της. «…μπο­ρεῖ νὰ ἦ­ταν καὶ δι­κή της ἰ­δέ­α… Θέ­λουν τέ­λος πάν­των νὰ εἶ­ναι ἀ­π’ αὐ­τόν, ἀλ­λι­ῶς θὰ ἔ­ψα­χναν…» Κά­ποι­οι πέ­ρα­σαν γε­λών­τας καὶ κά­λυ­ψαν τὰ λό­για τοῦ ἄν­τρα. «Ἐ­γὼ θὰ κά­νω τὴ με­τα­φο­ρά…» ἄ­κου­σα γιὰ πρώ­τη φο­ρὰ τὴ γυ­ναί­κα νὰ μι­λά­ει μὲ ἕ­να ὕ­φος εἰ­ρω­νι­κῆς ὑ­πο­τα­γῆς. Κά­τι εἶ­πε ὁ ἄν­τρας μέ­σα στὸ παν­δαι­μό­νιο μιᾶς πα­ρέ­ας ἀ­νη­λί­κων μὲ τζό­κε­η κολ­λε­γί­ου, ποὺ εἶ­χε μπεῖ στὸ ρε­στο­ρὰν ἐ­κεί­νη τὴ στιγ­μή. Ὁ γιὸς μου εἶ­χε ἀ­δειά­σει τὸ πιά­το του καὶ βι­α­ζό­ταν. Πε­ρά­σα­με μπρο­στὰ ἀ­πὸ τὸ ζευ­γά­ρι ποὺ τώ­ρα κά­πνι­ζε ἀ­μί­λη­το.


(κον­τι­νὸ)


Ὁ ἄν­τρας με­τα­κί­νη­σε κά­πως νευ­ρι­κά το φλι­τζά­νι του καὶ τὴν κοί­τα­ξε στὰ μά­τια πρὶν μι­λή­σει. Πε­ρί­με­νε μέ­χρι ὁ σερ­βι­τό­ρος νὰ σκου­πί­σει τὸ δι­πλα­νὸ τρα­πέ­ζι, ἀ­π’ ὅ­που εἶ­χαν μό­λις ση­κω­θεῖ δύ­ο θο­ρυ­βώ­δεις νε­α­ροί. Τὸ φὰ­στ φοὺντ ἦ­ταν γε­μά­το, καὶ ἡ μου­σι­κὴ ἀ­κου­γό­ταν στὴ δι­α­πα­σῶν. «Νο­μί­ζω ὅ­τι δὲν χρει­ά­ζε­ται νὰ τὸ βα­σα­νί­ζου­με. Εἶ­ναι μιὰ κα­λὴ εὐ­και­ρί­α…» τῆς εἶ­πε κα­θὼς πα­ρα­τη­ροῦ­σε τὰ δά­χτυ­λά της μὲ τὰ ἔν­το­να βαμ­μέ­να νύ­χια. Δὲν εἶ­χε ἀγ­γί­ξει τὸ φα­γη­τό της. Ἡ φω­νή του σκε­πά­σθη­κε ἀ­πὸ τὰ γέ­λια μιᾶς κον­τι­νῆς πα­ρέ­ας, «…ἡ γυ­ναί­κα του δὲν εἶ­χε ἀν­τίρ­ρη­ση, ἐ­ὰν αὐ­τὸ ἔ­χει ση­μα­σί­α. Τὸ ἀν­τί­θε­το, ἀ­π’ ὅ,τι κα­τά­λα­βα, μπο­ρεῖ νὰ ἦ­ταν καὶ δι­κή της ἰ­δέ­α. Δὲν μᾶς νοιά­ζει…» Γύ­ρι­σε τὸ κε­φά­λι του πρὸς τὴν κα­τεύ­θυν­ση μιᾶς κο­πέ­λας ποὺ πέ­ρα­σε δί­πλα τους ἀ­φή­νον­τας ἕ­να δυ­να­τὸ ἄ­ρω­μα. Ἐ­κεί­νη συ­νέ­χι­σε νὰ μὴ μι­λᾶ, ἐ­νῶ ἕ­σφιγ­γε τὸ πο­τή­ρι μὲ τὴν μπύ­ρα. «Θέ­λουν, τέ­λος πάν­των, νὰ εἶ­ναι ἀ­π’ αὐ­τόν, ἀλ­λι­ῶς θὰ ἔ­ψα­χναν γιὰ υἱ­ο­θε­σί­α…» «Ἐ­γὼ θὰ κά­νω τὴ… με­τα­φο­ρά, σὰν νὰ λέ­με», εἶ­πε ἡ ἄλ­λη σπά­ζον­τας τὴ σι­ω­πή της. «Πὲς τὸ ὅ­πως θές…» Τῆς ἄ­να­ψε τὸ τσι­γά­ρο μὲ τὸ φαν­τα­χτε­ρὸ ἀ­να­πτή­ρα του. «Πά­λι κα­λὰ ποὺ ἐ­δῶ ἐ­πι­τρέ­πε­ται τὸ κά­πνι­σμα. Ἀ­κό­μα καὶ στὴ χώ­ρα σου τὸ ἔ­χουν ἀ­πα­γο­ρεύ­σει σὲ δη­μό­σιους χώ­ρους. Ἂν καὶ σεῖς Βαλ­κά­νια εἶ­σθε, ὅ­μως…» Σὰν νὰ ἐ­πι­ζη­τοῦ­σε ἕ­να δι­ά­λειμ­μα, καί­τοι ἦ­ταν δύ­σκο­λο νὰ κρύ­ψει τὴν ἀ­νυ­πο­μο­νη­σί­α του. «Ἐν­νιὰ μῆ­νες δὲν εἶ­ναι λί­γοι…» Ἡ φω­νή της εἶ­χε βρα­χνιά­σει τώ­ρα πε­ρισ­σό­τε­ρο ἀ­πὸ τὸν κα­πνό. «Θὰ σὲ προ­σέ­ξουν σὰν νὰ εἶ­σαι τῆς οἰ­κο­γέ­νειας. Ἐ­ξάλ­λου, πό­σα θὰ ἔ­βγα­ζες στὸ ἴ­διο δι­ά­στη­μα ἀ­πὸ αὐ­τὸ ποῦ κά­νεις;» Πιὸ μα­κριά τους, ἕ­νας νε­α­ρὸς μὲ κα­πέ­λο τζό­κε­η, κά­νον­τας ἀ­στεί­ους μορ­φα­σμούς, πέ­τα­ξε στὸν ἀ­πέ­ναν­τί του μιὰ χαρ­το­πε­τσέ­τα ποὺ εἶ­χε σχη­μα­τί­σει σὲ μπά­λα. Ἡ γυ­ναί­κα πα­ρα­κο­λού­θη­σε τὴ σκη­νὴ ἀ­φη­ρη­μέ­νη.


 Bonsai-03c-GiaIstologio-04


Πηγή: Ἡ παρουσία (διηγήματα), ἐκδ. Κέδρος 2010.

Τά­σος Γου­δέ­λης (Ἀ­θή­να, 1949). Δι­η­γη­μα­το­γρά­φος, κρι­τι­κός, δο­κι­μι­ο­γρά­φος. Σπού­δα­σε Νο­μι­κὰ στὸ Πα­νε­πι­στή­μιο τῆς Ἀ­θή­νας. Συ­νεκ­δό­της ἀ­πὸ τὸ 1982 τοῦ πε­ρι­ο­δι­κοῦ Τὸ Δέν­τρο. Δι­δά­σκει Ἱ­στο­ρί­α τοῦ Κι­νη­μα­το­γρά­φου στὴν Ἀ­νω­τέ­ρα Δρα­μα­τι­κὴ Σχο­λὴ τοῦ Ἐ­θνι­κοῦ Θε­ά­τρου. Πρῶ­το του βι­βλί­ο Ἁρ­πα­κτι­κά (Πε­ζο­γρα­φί­α, ἔκδ. Τὸ Δέν­τρο,α Ἀ­θή­να, 1990).




		

	

Τάσος Γουδέλης: Ἡ παγίδα

 

 

 

Τάσος Γουδέλης

 

πα­γί­δα

 

1947.  O EΜΦΥΛΙΟΣ σὲ ἐ­ξέ­λι­ξη. Ὁ Ε. φεύ­γει ἀ­πὸ τὴν ἰ­δι­αί­τε­ρη πα­τρί­δα του γιὰ νὰ γλι­τώ­σει τὴν ἀ­νέ­χεια. Κα­τα­τάσ­σε­ται ἔ­φε­δρος στὸ Πο­λε­μι­κὸ Ναυ­τι­κό. Τὸ πλοῖ­ο Ἕ­σπε­ρος, ὅ­που ὑ­πη­ρε­τεῖ ὡς ναύ­της, κά­νει πε­ρι­πο­λί­ες στὸν Πα­γα­ση­τι­κὸ καὶ ἐλ­λι­με­νί­ζε­ται στὸ Βό­λο. Τὶς νύ­χτες οἱ ἀν­τάρ­τες γρά­φουν συν­θή­μα­τα μὲ φω­τι­ὲς στὶς πλα­γι­ὲς τοῦ Πη­λί­ου. Ὁ Ε., σὲ μί­α ἀ­πὸ τὶς ἐ­ξό­δους του στὴν πό­λη, γνω­ρί­ζε­ται μὲ τὴν Π., μιὰ νέ­α γυ­ναί­κα. Ἐ­κεί­νη συ­στή­νει στὸ συ­νά­δελ­φο τοῦ Ε., τὸν Δ., τὴ φί­λη της Τ., καὶ βγαί­νουν ὅ­λοι μα­ζί. Κά­ποι­ο ἀ­πό­γευ­μα οἱ κο­πέ­λες προ­τεί­νουν στοὺς νέ­ους μιὰ βόλ­τα ἔ­ξω ἀ­πὸ τὴν πό­λη, στὸ δά­σος. Ἐ­κεῖ, ὅ­μως, τοὺς πε­ρι­μέ­νουν ἔ­νο­πλοι ἀν­τάρ­τες. Οἱ ναῦ­τες κα­τα­λα­βαί­νουν ὅ­τι οἱ κο­πέ­λες τοὺς ἔ­χουν πα­ρα­δώ­σει. Οἱ ἀν­τάρ­τες εἶ­ναι ἕ­τοι­μοι νὰ τοὺς ἐ­κτε­λέ­σουν. Ὁ ἐ­πι­κε­φα­λῆς βγά­ζει ἕ­να σύν­το­μο λο­γύ­δριο, κά­τι σὰν ἐ­τυ­μη­γο­ρί­α. Οἱ κο­πέ­λες πα­ρα­κο­λου­θοῦν τὴ σκη­νὴ ἀ­πὸ μι­κρὴ ἀ­πό­στα­ση. Ὁ Δ. γο­να­τί­ζει κλαί­γον­τας καὶ κά­νει ἐ­με­τό. Ὁ Ε., κα­τά­χλο­μος, ψελ­λί­ζει στὸ βαθ­μο­φό­ρο γιὰ τὴ σχέ­ση του μὲ τὴν ΕΠΟΝ τῆς πε­ρι­ο­χῆς του λί­γα χρό­νια πρίν. Ὁ ἄλ­λος, μὲ τὸ δά­χτυ­λο στὴ σκαν­δά­λη, τὸν ρω­τά­ει γιὰ τὸν ἐ­πι­κε­φα­λῆς τῶν ἀν­ταρ­τῶν, καὶ ὁ Ε. τὸν πε­ρι­γρά­φει: τοῦ ἀ­να­φέ­ρει λε­πτο­μέ­ρει­ες γιὰ τοὺς ἀν­τάρ­τες καὶ τὶς μά­χες, τώ­ρα ἀ­σθμαί­νον­τας ἐ­πει­δὴ βλέ­πει ὅ­τι ὁ ἀ­πέ­ναν­τί του ἀρ­χί­ζει νὰ ἀλ­λά­ζει δι­ά­θε­ση. Ὁ Δ. συ­νε­χί­ζει νὰ κλαί­ει μὲ τὸ κε­φά­λι στὸ χῶ­μα ἐ­νῶ τὰ ὄ­πλα ση­μα­δεύ­ουν καὶ τοὺς δύο νέ­ους. Ὁ Ε. πα­ρα­λη­ρεῖ. Ὁ βαθ­μο­φό­ρος τὸν ἀ­να­κρί­νει ἐ­πί­μο­να. Εἶ­ναι φα­νε­ρὸ ὅ­τι φο­βᾶ­ται μή­πως κά­νει λά­θος καὶ ἐ­κτε­λέ­σει κά­ποι­ον ὁ­μο­ϊ­δε­ά­τη του. Τε­λι­κὰ πεί­θε­ται καὶ ἀ­φή­νει τὴ σκαν­δά­λη. Δι­στά­ζει γιὰ λί­γο. Τὴν ξαφ­νι­κὴ σι­ω­πὴ ρα­γί­ζουν οἱ λυγ­μοὶ τοῦ Δ. καὶ κά­ποιοι ἦ­χοι τοῦ δά­σους. Ὁ ἐ­πι­κε­φα­λῆς προ­σφέ­ρει τσι­γά­ρο στὸν Ε., ποὺ τὸ παίρ­νει τρέ­μον­τας. Δὲν μι­λά­ει κα­νείς. Ὁ ἀν­τάρ­της ἀ­κουμ­πά­ει ἐ­λα­φρὰ στὸν ὦ­μο τὸν γο­να­τι­σμέ­νο ποὺ δὲν μπο­ρεῖ νὰ ση­κω­θεῖ ἀ­πὸ τὸν τρό­μο. Ὁ Ε. τὸν βο­η­θά­ει. Οἱ ἀν­τάρ­τες, ἔ­πει­τα ἀ­πὸ νεῦ­μα τοῦ βαθ­μο­φό­ρου, κα­τε­βά­ζουν τὰ ὅ­πλα. Ὁ τε­λευ­ταῖ­ος πα­ρα­κι­νεῖ τοὺς ναῦ­τες νὰ βο­η­θή­σουν τὴν «ἔ­νο­πλη λα­ϊ­κὴ πά­λη» μὲ κά­θε τρό­πο. Ὁ Ε., πιὸ ψύ­χραι­μος τώ­ρα, λέ­ει πε­ρισ­σό­τε­ρα ἀ­πὸ ὅ­σα πι­στεύ­ει γιὰ νὰ ἐ­ξευ­με­νί­σει τε­λεί­ως τὸν ἄλ­λον. Τε­λι­κά, ἡ ὁ­μά­δα τῶν ἐ­νό­πλων ἀ­πο­χω­ρεῖ μὲ τὶς κο­πέ­λες. Οἱ δύο νέ­οι μέ­νουν πί­σω ἐ­ξου­θε­νω­μέ­νοι. Ὁ Ε. ὑ­πο­βα­στά­ζει τὸν Δ. μέ­χρι νὰ φθά­σουν στὴν πό­λη. Τώ­ρα κλαί­ει βου­βὰ καὶ αὐ­τός. Τὶς ἑ­πό­με­νες ἡ­μέ­ρες οἱ δύο ναῦ­τες ξα­να­βρί­σκουν τὸν πα­λιό τους ρυθ­μό. Ἐν τῷ με­τα­ξὺ ὁ Ἐμ­φύ­λιος μαί­νε­ται. Ὁ­μά­δες ἐ­πί­λε­κτου στρα­τοῦ κά­νουν ἐ­πι­χει­ρή­σεις στὸ Πή­λιο. Ὁ Ε. μὲ τὸν Δ. βλέ­πουν ἀ­πὸ τὸ πλοῖ­ο τὶς λάμ­ψεις καὶ τοὺς κα­πνούς. Ἕ­να πρω­ὶ κα­τα­φθά­νουν στὸ λι­μά­νι φορ­τη­γά τοῦ στρα­τοῦ μὲ αἰχ­μά­λω­τους ἀν­τάρ­τες γιὰ νὰ τοὺς ἐ­πι­βι­βά­σουν σὲ με­τα­γω­γι­κό. Τοὺς πη­γαί­νουν γιὰ ἐ­ξο­ρί­α ἢ ἐ­κτέ­λε­ση. Οἱ δύο νέ­οι ἔ­χουν βάρ­δια στὴν προ­κυ­μαί­α. Περ­νοῦν μπρο­στὰ τους σὲ φά­λαγ­γα οἱ αἰχ­μά­λω­τοι. Ἀ­νά­με­σά τους ἡ Π. καὶ ἡ Τ. ποὺ τοὺς κοι­τοῦν ἀ­νέκ­φρα­στες. Οἱ δύο ἄλ­λοι νι­ώ­θουν τὸ ἴ­διο κε­νὸ ὅ­πως τό­τε ἀ­μέ­σως με­τὰ τὸ ἐ­πει­σό­διο στὸ βου­νό.

 

 

Πηγή: Ἡ παρουσία (διηγήματα), ἐκδ. Κέδρος 2010.

 

Τά­σος Γου­δέ­λης (Ἀ­θή­να, 1949). Δι­η­γη­μα­το­γρά­φος, κρι­τι­κός, δο­κι­μι­ο­γρά­φος. Σπού­δα­σε Νο­μι­κὰ στὸ Πα­νε­πι­στή­μιο τῆς Ἀ­θή­νας. Συ­νεκ­δό­της ἀ­πὸ τὸ 1982 τοῦ πε­ρι­ο­δι­κοῦ Τὸ Δέν­τρο. Δι­δά­σκει Ἱ­στο­ρί­α τοῦ Κι­νη­μα­το­γρά­φου στὴν Ἀ­νω­τέ­ρα Δρα­μα­τι­κὴ Σχο­λὴ τοῦ Ἐ­θνι­κοῦ Θε­ά­τρου. Πρῶ­το του βι­βλί­ο Ἁρ­πα­κτι­κά (Πε­ζο­γρα­φί­α, ἔκδ. Τὸ Δέν­τρο,α Ἀ­θή­να, 1990).

  

Τάσος Γουδέλης: Γουταπέρκη

 

 

Τά­σος Γου­δέ­λης

Γου­τα­πέρ­κη

 

Στὴν Κοῦ­λα καὶ τὸν Σω­τή­ρη Δε­λη­γιά­ννη

 

ΕΝ ΕΙΧΑ ΞΑΝΑΚΟΥΣΕΙ τὸ ὄ­νο­μά της. Στὴν ἀρ­χή μοῦ θύ­μι­σε τρο­πι­κούς, οὔ­τε συ­ζή­τη­ση γιὰ κά­τι τρο­με­ρό, σὰν τὸ πλά­σμα Μαλ­ντο­ρόρ, γιὰ πα­ρά­δειγ­μα. Ἂν καὶ εἶ­χα πάν­τα τὴν προ­δι­ά­θε­ση νὰ με­γε­θύ­νω ὁ­τι­δή­πο­τε, νὰ τοῦ δί­νω τὴ χει­ρό­τε­ρη δι­ά­στα­ση: ἦ­ταν ἔ­νο­χο ἀ­κό­μα καὶ αὐ­τὸ ποὺ εἶ­χε βρε­θεῖ συμ­πτω­μα­τι­κὰ στὸν τό­πο τοῦ ἐγ­κλή­μα­τος. Ὁ­πό­τε μιὰ γοτ­θι­κὴ φαν­τα­σί­ω­ση, ἂς ποῦ­με, γιὰ τὸ πιὸ ἀ­νώ­δυ­νο δὲν ἀρ­κοῦ­σε νὰ τὸ πε­ρι­γρά­ψει. Ἡ γου­τα­πέρ­κη, αὐ­τὸ τὸ ἰ­α­μα­τι­κὸ ὑ­λι­κό, ξέ­φυ­γε ἀ­πὸ τὸν κα­νό­να τῶν συ­νη­θι­σμέ­νων ὑ­περ­βο­λῶν μου. Ὡ­στό­σο ἀ­πὸ τὴν ἀρ­χὴ τῆς γνω­ρι­μί­ας μας κρά­τη­σε ἀ­πὸ μέ­να πα­ρά­ξε­νες ἀ­πο­στά­σεις.

         Βέ­βαι­α, τό­τε σ’ ἐ­κεί­νη τὴν εὐ­κρί­νεια τοῦ ‘­64 μὲ τὸν ἀ­φό­ρη­το πό­νο —ποὺ οὔ­τε ἡ, συ­νή­θως σπά­νια, πα­τρι­κὴ θω­πεί­α κα­τόρ­θω­νε νὰ ἁ­πα­λύ­νει— τὴν ἔ­νοι­ω­σα ἀ­πει­λη­τι­κή. Καὶ ἐ­πὶ πλέ­ον δὲν τὴ φαν­τα­ζό­μουν τό­σο πα­ροῦ­σα μέ­σα στὸ χρό­νο. Για­τί, ὅ­πως συμ­βαί­νει συ­νή­θως μὲ ὅ,τι θὰ δι­αρ­κέ­σει, τί­πο­τα δὲν εἶ­χε προ­ει­δο­ποι­ή­σει γιὰ τὴν ἐμ­φά­νι­σή της. Ἔ­φται­γε μιὰ σκλη­ρὴ μα­στί­χα ποὺ εἶ­χα σχε­δὸν ξε­χά­σει στὸ στό­μα δι­α­βά­ζον­τας ἕ­να φτη­νὸ μυ­θι­στό­ρη­μα. Ἐ­φη­βι­κὸ με­ση­μέ­ρι μὲ τὸν ἀ­με­ρι­κά­νι­κο χα­μη­λὸ στὸ τραν­ζί­στορ, ποὺ πρό­σθε­τε κι αὐ­τὸς κλί­μα στὸ λο­γο­τε­χνι­κὸ γου­ὲ­στ τῶν σε­λί­δων. Οἱ ρί­ζες τοῦ τρα­πε­ζί­τη δη­μι­ούρ­γη­σαν τὸ αἱ­μά­τω­μα στὴ γνά­θο. Τὸ ξαφ­νι­κὸ ἄλ­γος γέν­νη­σε εἰ­κό­νες πλά­γι­ες καὶ ἐ­σω­τε­ρι­κὲς ποὺ ἀ­πορ­ρο­φή­θη­καν λί­γο με­τὰ στὸν πνι­γη­ρὸ θό­λο τῆς ὀ­δον­τιά­τρου. Τὰ χεί­λη ἀ­πὸ πά­νω μου σχη­μά­τι­σαν τὴ λέ­ξη καὶ νό­μι­σα μέ­σα στὴν ὁ­μί­χλη ὅ­τι ἄ­κου­γα ἐ­ξορ­κι­σμό. Ἡ γου­τα­πέρ­κη ἔ­κλει­νε τὴν ἐ­πί­πο­νη θε­ρα­πεί­α: μ’ αὐ­τὴν θὰ γι­νό­ταν τὸ σφρά­γι­σμα. Ὅ­ταν ση­κώ­θη­κα, ἐ­πι­τέ­λους, ἀ­πὸ τὴν ἰ­α­τρι­κὴ πο­λυ­θρό­να μὲ τὴ γεύ­ση της ἔν­το­νη, δὲν ἤ­ξε­ρα ὅ­τι ἔ­πρε­πε νὰ τὴν ὑ­πο­λο­γί­ζω σο­βα­ρά. Ἡ ἠ­χὼ τοῦ ὀ­νό­μα­τός της, πάν­τως, ἔ­μει­νε ἕ­νας μό­νι­μος, κρυ­φὸς ἀν­τί­λα­λος, ποὺ ἔ­φερ­νε στὴν ἐ­πι­φά­νεια μα­ζί του κά­θε λε­πτο­μέ­ρεια τοῦ πα­λιοῦ το­πί­ου: τὸ νω­θρὸ με­ση­μέ­ρι, τὴν πλά­για στά­ση μου στὸ κρεβ­βά­τι, τὴ μου­σι­κή, τὸν ὑ­στε­ρι­κὸ ἐ­ρω­τι­σμὸ τοῦ βι­βλί­ου, τὸν ξαφ­νι­κὸ πό­νο, τὶς σκι­ὲς τῶν δι­κῶν μου, καὶ τὴ ναρ­κω­τι­κὴ ὀ­σμὴ τῆς οὐ­σί­ας.

        Μπο­ρεῖ νὰ ἔ­φται­γε καὶ ἡ δει­λί­α μου ἀλ­λὰ δὲν ἔ­πα­ψα νὰ τὴ σκέ­πτο­μαι συ­χνά. Τὸ πε­ρί­ερ­γο ἦ­ταν ὅ­τι δὲν τὴν ὑ­πο­λό­γι­ζα ξέ­νη στὸ σῶ­μα μου ἀλ­λὰ οὔ­τε καὶ δι­κή μου. Πάν­τως ἐ­κεί­νη μὲ ἀ­κο­λού­θη­σε πι­στὰ καὶ ἀ­νά­λα­φρα, σὰν τὰ ἐγ­γὺς ὀ­δυ­νη­ρὰ ποὺ νο­μί­ζου­με ὅ­τι δὲν μᾶς ἀ­κτι­νο­βο­λοῦν. Γι’ αὐ­τὸ σχε­δὸν δι­α­σκέ­δα­ζα μὲ ὅ­σα εἶ­χε προ­στα­τέ­ψει καὶ ἔ­πρε­πε νὰ τὰ θυ­μᾶ­μαι μὲ εὐ­χα­ρί­στη­ση σχε­δόν.

        Μὲ ἀ­φορ­μή, ὅ­μως, μιὰ ἄλ­λη ἐ­νό­χλη­ση τὸ ‘­78, στὸ ἴ­διο ση­μεῖ­ο τῆς γνά­θου, μὲ ἀ­νάγ­κα­σε νὰ δῶ κα­θα­ρό­τε­ρα τὶς προ­θέ­σεις ἢ μᾶλ­λον τὰ ὅ­ριά της. Ἦ­ταν κι αὐ­τή, λοι­πόν, φθαρ­τὴ καὶ ἀ­νε­ξέ­λεγ­κτη. Μὲ ἐγ­κα­τέ­λει­πε, τέ­λος πάν­των, ἀ­νυ­πε­ρά­σπι­στο καὶ ἄ­το­νο. Ἀλ­λὰ δὲν εἶ­χε πε­ρά­σει τό­τε πο­λὺς και­ρὸς ἀ­πὸ τὴν ἐμ­φά­νι­σή της καὶ τὸ σκη­νι­κὸ πα­ρέ­με­νε μᾶλ­λον ἀ­πα­ράλ­λα­κτο. Θὰ μπο­ροῦ­σα νὰ ζη­τή­σω, ἂς ποῦ­με, ἀ­πὸ τὸν πα­τέ­ρα μου πα­ρή­γο­ρες λε­πτο­μέ­ρει­ες γιὰ τὴν ἐ­φι­δρω­μέ­νη συ­νάν­τη­σή μου μα­ζί της ἐ­κεῖ­νο τὸ με­ση­μέ­ρι, ποὺ τό­τε δὲν φαι­νό­ταν καὶ πο­λὺ μα­κρι­νό: νὰ ἐ­πι­στρέ­ψω ἀ­κο­λου­θών­τας, μὲ λί­γα λό­για, τὰ ἴ­δια μου τὰ ἴ­χνη.

        Ὅ­ταν χρει­ά­σθη­κε, ὅ­μως, τε­λευ­ταῖ­α νὰ ἀν­τι­με­τω­πί­σω μιὰ νέ­α της ἀ­δι­α­φο­ρί­α, σὲ ἄλ­λη κρί­ση τῆς γνά­θου, ἔ­νι­ω­σα ἐν­τε­λῶς ἔκ­θε­τος, σκυμ­μέ­νος σὲ ἐ­πι­φά­νει­ες ποὺ γυ­ά­λι­ζαν ἐ­χθρι­κά, κρα­τών­τας τὸ βά­θος κλει­στό. Δὲν ὑ­πάρ­χουν πιὰ μάρ­τυ­ρες νὰ μὲ συν­τρέ­ξουν, οὔ­τε, ἡ μνή­μη τῆς ὑ­πε­ρή­λι­κης για­τροῦ, ἦ­ταν σὲ θέ­ση νὰ βο­η­θή­σει.

        Τό­τε κα­τά­λα­βα για­τὶ τὸ ὄ­νο­μα τῆς οὐ­σί­ας μὲ εἶ­χε ἀ­πὸ τὴν ἀρ­χὴ φο­βί­σει. Σὰν νὰ προ­μάν­τευ­α μό­νο ἀ­πὸ τὴ λέ­ξη «γου­τα­πέρ­κη» τὴ δύ­να­μή της νὰ κλεί­νει ἀ­θό­ρυ­βα καὶ ἑρ­μη­τι­κὰ τὶς πόρ­τες πί­σω μου. Ἤ­θε­λα πάν­τα νὰ πεί­σω τὸν ἑ­αυ­τό μου, πα­ρ’ ὅ­λ’ αὐ­τά, ὅ­τι ἐ­κτε­λοῦ­σε μιὰ φι­λι­κὴ ἀ­πο­στο­λή, ὅ­τι ἐ­γὼ ἤ­μουν ἐ­κεῖ­νος ποὺ τὴν προ­στά­τευ­ε ἀ­πὸ τὸν ἀ­πρό­βλε­πτο ἑ­αυ­τό της. Για­τὶ μὲ ἔ­κα­νε νὰ πι­στεύ­ω ὅ­τι τῆς εἶ­χαν ἀ­να­θέ­σει τὸ ρό­λο τοῦ φύ­λα­κα σὲ κά­ποι­ον ποὺ τὸν εἶ­χε ἡ ἴ­δια στὴν πραγ­μα­τι­κό­τη­τα ἀ­νάγ­κη. Καὶ ἦ­ταν ἀ­λή­θεια. Ἐ­γὼ τῆς ἔ­δι­να ὑ­πό­στα­ση, τὴν ἔ­κα­να νὰ νι­ώ­θει χρή­σι­μη στὴν ἰ­δέ­α ὅ­τι κρα­τά­ει κά­τω ἀ­πὸ τὴν ἐ­πι­φά­νειά της κει­μή­λιά μου.

        Ἀ­πὸ τὴν ἄλ­λη, ἐ­πει­δὴ οὔ­τε ἐ­γὼ ὁ ἴ­διος ξέ­ρω τί ἀ­κρι­βῶς μοῦ δι­α­σώ­ζει, σκέ­πτο­μαι κά­ποι­α στιγ­μὴ νὰ δῶ ἐ­πι­τέ­λους τὰ πράγ­μα­τα κα­θα­ρά, χω­ρὶς συ­ναί­σθη­μα καὶ δρά­μα: νὰ ὁ­μο­λο­γή­σω ὅ­τι αὐ­τὸ τὸ σφρά­γι­σμα δὲν κα­λύ­πτει πα­ρὰ ἕ­να κε­νό.­..

 

 

 Πη­γή: Πρώ­τη δη­μο­σί­ευ­ση.

 

Τά­σος Γου­δέ­λης (Ἀ­θή­να, 1949). Δι­η­γη­μα­το­γρά­φος, κρι­τι­κός, δο­κι­μι­ο­γρά­φος. Σπού­δα­σε Νο­μι­κὰ στὸ Πα­νε­πι­στή­μιο τῆς Ἀ­θή­νας. Συ­νεκ­δό­της ἀ­πὸ τὸ 1982 τοῦ πε­ρι­ο­δι­κοῦ Τὸ Δέν­τρο. Πρῶ­το του βι­βλί­ο Ἁρ­πα­κτι­κά (Πε­ζο­γρα­φί­α, ἔκδ. Τὸ Δέν­τρο, Ἀ­θή­να, 1990).