Tasos Goudelis: La propuesta



Tasos Goudelis


La propuesta

(plano general)


STABAN sentados en la mesa de al lado. Los ocultaban cada dos por tres el camarero y los clientes que iban y venían entre nosotros. Sus frases, en el bullicio del restaurante de comida rápida, llegaban a medias. «…Es una buena oportunidad», decía el hombre del chaquetón de plástico a la escotada rubia del norte, quien lo escuchaba con atención sin tocar su comida. «…puede que fuera idea de ella… Quieren en fin que sea de él, si no buscarían…». Algunos pasaron riendo y taparon las palabras del hombre. «Yo me encargo del transporte…», oí por primera vez a la mujer hablar con un tono de irónica sumisión. Algo dijo el hombre en pleno alboroto de un grupo de menores con gorras de colegio americano que había entrado en el restaurante en ese momento. Mi hijo había acabado su plato y tenía prisa. Pasamos delante de la pareja, que ahora fumaba sin hablar.


(primer plano)


El hombre movió con cierto nerviosismo su taza y la miró a los ojos antes de hablar. Esperó hasta que el camarero limpiara la mesa de al lado, de donde acababan de levantarse dos jóvenes ruidosos. El restaurante de comida rápida estaba lleno, y la música se oía a todo volumen. «Creo que no hay que darle más vueltas. Es una buena oportunidad…», le dijo al tiempo que observaba sus dedos, de uñas llamativamente pintadas. No había tocado su comida. La voz de él fue tapada por las risas de un grupo cercano, «…su mujer no puso objeción, si eso tuviera alguna importancia. Lo contrario, por lo que entendí, puede que fuera idea de ella. Nos da igual…». Giró su cabeza hacia una chica que pasó a su lado dejando un fuerte perfume. Ella siguió sin hablar, mientras apretaba el vaso de cerveza. «Quieren en fin que sea de él; si no, buscarían una adopción…». «Yo me encargo del transporte, por así llamarlo…», dijo la otra rompiendo su silencio. «Llámalo como quieras…». Le encendió el cigarrillo con su ostentoso mechero. «Menos mal que aquí se permite fumar. Hasta en tu país lo han prohibido en lugares públicos. Y eso que sois también de los Balcanes, pero…». Era como si anhelara una pausa, aunque le era difícil ocultar su impaciencia. «Nueve meses no son pocos…». La voz de ella se había vuelto ahora más ronca por el humo. «Te cuidarán como si fueras de la familia. Además, ¿cuánto sacarías en el mismo plazo de tiempo con lo que haces?». Más allá, un joven con una gorra, haciendo graciosas muecas, lanzaba al de enfrente una servilleta de papel con la que había hecho una bola. La mujer seguía la escena distraída.



Fuente: Η παρουσία (cuentos), ed. Kedros 2010.

Tasos Gudelis (Atenas, 1949). Cuentista, crítico, ensayista. Estudió Derecho en la Universidad de Atenas. Co-editor desde 1982 de la revista literaria Το Δέν­τρο. Enseña Historia del Cine en la Escuela Nacional de Teatro.

 

Tra­duc­ción: Equipo Proyecto Grequerías: I­lek­tra A­na­gno­stou, So­fía Fer­taki, The­oni Kabra, María Karalí, Eduardo Lucena, María Malakata, Alicia Manolá, Kon­­sta­nti­nos Pa­le­o­lo­gos, Jaralambos Theodosis, Anto­nia Vla­chou. La tra­duc­ción y revisión colectivas de los minir­rela­tos es producto del taller que orga­ni­zaron y co­ordina­ron, en la a­ca­de­mia de i­dio­mas A­ba­ni­co desde octu­bre de 2018 hasta abril de 2019, Konstanti­nos Pa­le­o­lo­gos y E­du­a­rdo Lu­ce­na.


			
Διαφημίσεις

Τάσος Γουδέλης: Τὸ διήγημα καὶ ἡ μικροῦ μήκους ταινία: συγγένειες καὶ αποκλίσεις

 

Καταγραφή

Τά­σος Γου­δέ­λης


Τὸ δι­ή­γη­μα καὶ ἡ μι­κροῦ μή­κους ται­νί­α:

συγ­γέ­νει­ες καὶ ἀ­πο­κλί­σεις


01-EpsilonΧΩ ΠΟΛΛΕΣ ΦΟΡΕΣ, μὲ δι­ά­φο­ρες ἀ­φορ­μές, ἀ­να­φερ­θεῖ στὴν ἔν­νοι­α καὶ στὴ μορ­φὴ τῆς μι­κρῆς φόρ­μας στὴ λο­γο­τε­χνί­α, δη­λα­δὴ στὸ δι­ή­γη­μα, ἐκ­φρά­ζον­τας τὴν προ­τί­μη­σή μου στὴ συγ­κε­κρι­μέ­νη αὐ­τὴ ἔκ­φρα­ση.

           Θὰ προ­σπα­θή­σω καὶ γιὰ δι­κούς μου λό­γους νὰ μὴν ἐ­πα­να­λά­βω, κα­τὰ τὸ δυ­να­τό, ὅ­σα ἔ­χω ση­μει­ώ­σει πα­λαι­ό­τε­ρα γιὰ τὴ γρα­φὴ αὐ­τή.

           Ἡ εὐ­και­ρί­α ποὺ μοῦ δί­νε­ται μὲ τὸ ἀ­φι­έ­ρω­μα τοῦ Πλανόδιον, νὰ ἀ­να­φερ­θῶ δη­λα­δὴ στὴ σχέ­ση της μὲ τὴν ται­νί­α μι­κροῦ μή­κους, ἐ­ξυ­πη­ρε­τεῖ δι­ά­φο­ρες σκέ­ψεις ποὺ ἔ­χω κά­νει στὸ με­σο­δι­ά­στη­μα, δη­λα­δὴ με­τα­ξύ τῆς προ­η­γού­με­νης ἀ­να­φο­ρᾶς μου στὸ δι­ή­γη­μα καὶ στὴ ση­με­ρι­νὴ ἀ­φορ­μή.

           Στὸ ση­μεῖ­ο αὐ­τὸ θέ­λω νὰ ὑ­πο­γραμ­μί­σω τὴν προ­σφο­ρὰ τοῦ Πλανόδιου καὶ εἰ­δι­κὰ τὴ συμ­βο­λὴ τοῦ Γιά­ννη Πα­τί­λη καὶ τῆς Ἡ­ρῶς Νι­κο­πού­λου στὴν ἀ­να­νέ­ω­ση ἀλ­λὰ καὶ στὸν ἐμ­πλου­τι­σμὸ τῆς πε­ρι­ο­χῆς ποὺ ἀ­φο­ρᾶ τὸ χῶ­ρο τῆς μι­κρῆς φόρ­μας καὶ τὸν ἐ­πι­το­νι­σμὸ ἐκ μέ­ρους τους τῆς ἀ­ξί­ας τῆς τε­λευ­ταί­ας. Οἱ χει­ρο­νο­μί­ες καὶ τῶν δύ­ο βο­η­θοῦν τὸ θε­τι­κὸ κλί­μα ἀ­πέ­ναν­τι στὸ δι­ή­γη­μα ποὺ ἀρ­χί­ζει νὰ δη­μι­ουρ­γεῖ­ται, ἀ­φή­νον­τας κα­τὰ μέ­ρος πά­γι­ες κα­χυ­πο­ψί­ες καὶ ἀμ­φι­βο­λί­ες ἀ­πέ­ναν­τι στὴ μι­κρὴ φόρ­μα.

           Πρίν, ὅ­μως, ἐ­πι­κεν­τρω­θῶ στὸ θέ­μα «μι­κρὴ λο­γο­τε­χνι­κὴ φόρ­μα καὶ ται­νί­α μι­κροῦ μή­κους» θε­ω­ρῶ σκό­πι­μο καὶ «ἐκ τῶν ὧν οὐκ ἄ­νευ» νὰ ἀ­να­φερ­θῶ συν­θη­μα­τι­κὰ γε­νι­κὰ στὴ σχέ­ση λο­γο­τε­χνί­ας καὶ κι­νη­μα­το­γρά­φου. Ἐ­πα­να­λαμ­βά­νω: μὲ ἕ­να τρό­πο κα­θα­ρὰ τη­λε­γρα­φι­κό, ὁ ὁ­ποῖ­ος, ὅ­μως, ἂν καὶ δὲν φι­λο­δο­ξεῖ νὰ κω­δι­κο­ποι­ή­σει ὁ­ρι­στι­κὰ τὸ ζή­τη­μα, θέ­τει μέ­σα ἀ­πὸ ἐ­ρω­τή­μα­τα τὴ βα­σι­κὴ προ­βλη­μα­τι­κὴ ποὺ τὸ ὁ­ρί­ζει:

           Λοι­πόν:

1. Ὁ κι­νη­μα­το­γρά­φος θὰ ὑ­πῆρ­χε μὲ τὴ ση­με­ρι­νή του μορ­φὴ ἐ­ὰν δὲν βα­σι­ζό­ταν στὴ λο­γο­τε­χνία;

           2. Ποι­ά στοι­χεῖ­α δα­νεί­σθη­κε ἡ 7η Τέ­χνη ἀ­πὸ τὴ λο­γο­τε­χνί­α;

           3. Εἶ­ναι δι­α­φο­ρε­τι­κοὶ οἱ γλωσ­σι­κοὶ κώ­δι­κες τῶν δύ­ο αὐ­τῶν τε­χνῶν;

           4. Ποι­ές λο­γο­τε­χνι­κὲς ἐκ­φρά­σεις ἐ­πη­ρέ­α­σαν τὸν κι­νη­μα­το­γρά­φο; Ἡ ποί­η­ση, ἡ πε­ζο­γρα­φί­α, τὸ δο­κί­μιο;

           5. «Ὁ κι­νη­μα­το­γρά­φος εἶ­ναι ἡ λο­γο­τε­χνί­α τοῦ 20οῦ αἰ­ώ­να» πρό­τει­νε στὴ δε­κα­ε­τί­α τοῦ ’60 δι­α­φή­μι­ση γρα­φεί­ου δι­α­νο­μῆς. Αὐ­τὸ τὸ ἐκ πρώ­της ὄ­ψε­ως πα­ρά­δο­ξο σλόγ­καν πό­ση σχέ­ση ἔ­χει μὲ τὴν πραγ­μα­τι­κό­τη­τα;

           6. Ἡ κι­νού­με­νη εἰ­κό­να ἔ­χει ἀ­φαι­ρέ­σει «ὕ­λη» ἀ­πὸ τὴ λο­γο­τε­χνί­α; Μὲ ἄλ­λα λό­για: οἱ συγ­γρα­φεῖς ἔ­χουν ἐ­πη­ρε­α­σθεῖ ἀ­πὸ τοὺς κώ­δι­κες τῆς κι­νη­μα­το­γρα­φι­κῆς ἀ­φή­γη­σης;

           7. Ἕ­να σε­νά­ριο μπο­ρεῖ νὰ θε­ω­ρη­θεῖ λο­γο­τε­χνι­κὸ κεί­με­νο;

           8. Τί ση­μαί­νει «πι­στὴ» ἢ «μὴ πι­στὴ» με­τα­φο­ρὰ ἑ­νὸς λο­γο­τε­χνι­κοῦ ἔρ­γου στὴν ὀ­θό­νη; Πολ­λοὶ πε­ρι­μέ­νουν νὰ δοῦν τὶς δι­α­τυ­πώ­σεις τῶν λο­γο­τε­χνι­κῶν κει­μέ­νων νὰ ἐγ­γρά­φον­ται μὲ ἀ­κρί­βεια στὶς κι­νού­με­νες εἰ­κό­νες. Ἄλ­λοι, γνω­ρί­ζον­τας τὶς δι­α­φο­ρὲς τῶν κω­δί­κων τῶν δύ­ο ἐκ­φρά­σε­ων, πε­ρι­μέ­νουν νὰ δοῦν μιὰ ἰ­δι­αί­τε­ρη ἀ­να­πα­ρά­στα­ση, δη­λα­δὴ μιὰ ἄλ­λη ὑ­πο­δο­χὴ τοῦ ἔρ­γου, ὅ­πως συμ­βαί­νει ἀ­πὸ τὴν πλευ­ρὰ κά­θε ξε­χω­ρι­στοῦ ἀ­να­γνώ­στη ἑ­νὸς λο­γο­τε­χνι­κοῦ ἔρ­γου.

           Φυ­σι­κὰ δὲν πρό­κει­ται νὰ ἀ­παν­τή­σω ἀ­να­λυ­τι­κὰ στὰ προ­η­γού­με­να ἐ­ρω­τή­μα­τα, δι­ό­τι θὰ χρει­ά­ζον­ταν ἐ­κτε­νεῖς ἀ­να­λύ­σεις γιὰ νὰ δι­ευ­κρι­νι­σθοῦν αὐ­τά.

           Ὅ­μως θέ­τον­τας τὰ προ­η­γού­με­να ἐ­ρω­τή­μα­τα, προ­σπά­θη­σα νὰ σκι­α­γρα­φή­σω ἕ­να γε­νι­κὸ πλαί­σιο ἐν­τός τοῦ ὁ­ποί­ου εἴ­μα­στε ὑ­πο­χρε­ω­μέ­νοι νὰ κι­νη­θοῦ­με ὅ­ταν μι­λᾶ­με γιὰ τὴ με­τα­φο­ρὰ ἑ­νὸς ὁ­ποι­ου­δή­πο­τε, ἀ­νε­ξαρ­τή­τως ἐ­κτά­σε­ως, λο­γο­τε­χνι­κοῦ ἔρ­γου στὶς κι­νού­με­νες εἰ­κό­νες.

           Αὐ­τὸ ση­μαί­νει ὅ­τι καὶ γιὰ τὸ δι­ή­γη­μα ἰ­σχύ­ουν οἱ προ­η­γού­με­νοι κα­νό­νες, ἂς τὶς πῶ συμ­βά­σεις.

           Γι’ αὐ­τὸ θὰ ἐ­πα­νέλ­θω λί­γο πιὸ κά­τω στὸ τρί­το ἐ­ρώ­τη­μα ποὺ ἀ­φο­ρᾶ στοὺς κώ­δι­κες τῶν δύ­ο ἐκ­φρά­σε­ων.

           Προ­η­γου­μέ­νως ἂς μοῦ ἐ­πι­τρα­πεῖ κά­ποι­ος προ­σω­πι­κὸς τό­νος στὶς ἀ­να­φο­ρές μου στὸ δι­ή­γη­μα, για­τὶ αὐ­τὴ τὴ δι­ά­στα­ση εἶ­χα ἐ­πι­λέ­ξει ἐ­δῶ καὶ χρό­νια, ὅ­ταν ἔ­πρε­πε σὲ δι­ά­φο­ρα γρα­πτὰ ἢ ὁ­μι­λί­ες μου νὰ ὑ­πο­στη­ρί­ξω, θὰ ἔ­λε­γα δυ­να­μι­κά, τὴ μι­κρὴ φόρ­μα, σὲ ἐ­πο­χὲς κα­τὰ τὶς ὁ­ποῖ­ες ἡ τε­λευ­ταί­α ἀν­τι­με­τω­πι­ζό­ταν σχε­δὸν συγ­κα­τα­βα­τι­κὰ ἀ­κό­μα καὶ ἐκ μέ­ρους τῶν ἁρ­μο­δί­ων ἀ­πὸ ὅ,τι στὶς ἡ­μέ­ρες μας, ὅ­που εὐ­τυ­χῶς ἡ ἔκ­φρα­ση αὐ­τή, ἐ­πα­να­λαμ­βά­νω, ἔ­χει ἀρ­κε­τὰ ἀ­να­βαθ­μι­στεῖ καὶ κερ­δί­σει τὴν ἀ­ξί­α ποὺ τῆς ὀ­φει­λό­ταν.

           Λοι­πόν, ἐξ ἀρ­χῆς μὲ εἶ­χε κερ­δί­σει τὸ δι­ή­γη­μα, για­τί μὲ εἶ­χε γο­η­τεύ­σει πρω­το­γε­νῶς μιὰ ἔν­νοι­α ποὺ τὴν εἶ­χα προ­σεγ­γί­σει ἀ­ό­ρι­στα, ἀλ­λὰ ἀρ­γό­τε­ρα τὴν εἶ­δα δι­α­τυ­πω­μέ­νη σὲ ὅ­τι ὅ­ρι­ζε ὁ Βό­ριν­τζερ ὡς ἐ ν σ υ ν α ί σ θ η σ η, μι­λών­τας, μὲ ἄλ­λα λό­για, γιὰ τὴν ἔν­νοι­α τῆς ἀ­κρι­βοῦς ἀ­να­πα­ρά­στα­σης τῆς πραγ­μα­τι­κό­τη­τας. Ἡ σκέ­ψη τοῦ θε­ω­ρη­τι­κοῦ αὐ­τοῦ ἀ­να­φέ­ρε­ται στὴν ἀν­θρώ­πι­νη πα­ρόρ­μη­ση τῆς βού­λη­σης γιὰ τὸ ὡ­ραῖ­ο, ποὺ ὁ­δη­γεῖ στὴν προ­σέγ­γι­ση τῆς ἀ­πό­λυ­της ἀ­ξί­ας ἑ­νὸς πράγ­μα­τος μὲ τὴ μέ­θο­δο τῆς ἀ φ α ί ρ ε σ η ς.

           Τὸ συγ­κε­κρι­μέ­νο στοι­χεῖ­ο, αὐ­τὸ τῆς ἐλ­λει­πτι­κῆς γρα­φῆς, τὸ εὐ­σύ­νο­πτο τῆς δι­α­τύ­πω­σης, κα­τά­λα­βα ὅ­τι μὲ ἔ­βγα­ζε ἀ­πὸ τὸ ἀ­δι­έ­ξο­δό τῆς λο­γόρ­ροι­ας τῶν πε­ρισ­σο­τέ­ρων ἐ­κτε­νῶν δι­α­τυ­πώ­σε­ων, ποὺ πάν­τα μοῦ ἔ­δι­ναν τὴν ἐν­τύ­πω­ση ὅ­τι ἦ­σαν δη­μι­ούρ­γη­μα μιᾶς συγ­κε­κρι­μέ­νης ἐ­πο­χῆς προ­γραμ­μα­τι­κῶν συ­νη­θει­ῶν λο­γο­τε­χνι­κῆς ψυ­χα­γω­γί­ας, μα­κριὰ ἀ­πὸ τὰ δε­δο­μέ­να τῆς σύγ­χρο­νης ζω­ῆς καὶ ἔκ­φρα­σης.

           Ἐ­πὶ πλέ­ον, γιὰ νὰ μεί­νω στὸ θε­ω­ρη­τι­κὸ πε­δί­ο ὅ­σων προ­σπα­θῶ νὰ δι­α­τυ­πώ­σω, ἐ­πέ­λε­ξα σὲ με­γά­λο βαθ­μὸ ἕ­ναν λό­γο συ­χνὰ ἀν­τι­ρε­α­λι­στι­κό, υἱ­ο­θε­τών­τας τὴν ἄ­πο­ψη, ἡ ὁ­ποί­α μοῦ ταί­ρια­ζε ὅ­σον ἀ­φο­ρᾶ τὸν τρό­πο μὲ τὸν ὁ­ποῖ­ο ἀν­τι­με­τώ­πι­ζα τὰ πράγ­μα­τα, για­τὶ ἡ συγ­κε­κρι­μέ­νη γρα­φὴ ποὺ υἱ­ο­θέ­τη­σα κι­νεῖ­ται, ὅ­πως ὑ­πο­στή­ρι­ζαν οἱ μον­τερ­νι­στές, δι­α­λε­κτι­κὰ ἀ­νά­με­σά σὲ δύ­ο πό­λους μιᾶς σει­ρᾶς ἀν­τι­φά­σε­ων, μὲ κυ­ρι­ό­τε­ρη ἐ­κεί­νη ποὺ ἀν­τι­πα­ρα­θέ­τει τὴν ἀ­με­σό­τη­τα τῆς ἐμ­πει­ρί­ας μὲ τὴν ἀ­ναγ­και­ό­τη­τα τῆς ἀ­φαί­ρε­σης.

           Ἡ φόρ­μα τοῦ δι­η­γή­μα­τος, λοι­πόν, ἐ­ξυ­πη­ρέ­τη­σε τὴν ἄ­πο­ψή μου ἐ­ξαρ­χῆς γιὰ μιὰ γρα­φὴ λα­κω­νι­κή, βα­σι­σμέ­νη πολ­λὲς φο­ρὲς σὲ βι­ω­μα­τι­κὰ μο­τί­βα, κα­τὰ τὸ δυ­να­τὸν ἀ­πο­τε­λε­σμα­τι­κή, ποὺ θὰ ἐ­πι­θυ­μοῦ­σε νὰ πα­ρα­πέμ­πει στὸ καί­ριο τῆς ποι­ή­σε­ως, τοῦ ἐ­πι­γράμ­μα­τος καὶ τῆς μι­νι­μα­λι­στι­κῆς

           “Μπον­ζά­ι» εἶ­ναι ἕ­νας εὔ­στο­χος ὅ­ρος ποὺ υἱ­ο­θέ­τη­σε τὸ Πλανόδιον συγ­γε­νι­κὸς τοῦ χαϊκοῦ, τῆς λε­πτουρ­γί­ας, τῆς μι­νι­α­τού­ρας, ἀ­κό­μα καὶ τῆς βι­νι­έ­τας.

           Ἔ­χω πάν­τα στὸ μυα­λό μου τὴν ἀ­πο­στρο­φὴ τοῦ Πα­σκὰλ ποὺ ση­μεί­ω­σε κά­πο­τε σὲ ἐ­πι­στο­λὴ σὲ φί­λο του ὅ­τι βι­ά­ζε­ται γι’ αὐ­τὸ τοῦ γρά­φει πολ­λά. Ἢ τὴν ἄ­πο­ψη τοῦ Χε­μιν­γου­έ­η ὅ­τι ἡ σύν­τα­ξη ἑ­νὸς τη­λε­γρα­φή­μα­τος εἶναι ἕ­να πο­λὺ δύ­σκο­λο εἶ­δος γρα­φῆς.

           Ἡ οἰ­κο­νο­μη­μέ­νη ἔκ­φρα­ση ἦ­ταν πάν­τα ὁ κύ­ριος στό­χος τῶν γρα­πτῶν μου, ἡ φι­λο­δο­ξί­α τους. Τὸ μο­να­δι­κὸ μυ­θι­στό­ρη­μα ποὺ ἔ­γρα­ψα εἶ­ναι καὶ αὐ­τὸ πε­ρι­ο­ρι­σμέ­νης ἔ­κτα­σης σὲ σχέ­ση μὲ ἄλ­λα πο­λυ­σέ­λι­δα μυ­θι­στο­ρή­μα­τα. Οἱ Οἰ­κο­γε­νεια­κὲς ἱ­στο­ρί­ες, ἔ­τσι λε­γό­ταν, θυ­μί­ζει ἐ­κτε­νὴ πε­ρί­λη­ψη δι­α­φό­ρων πε­ρι­στα­τι­κῶν ἀ­πὸ τὴ δι­α­δρο­μὴ μιᾶς ἑλ­λη­νι­κῆς οἰ­κο­γέ­νειας στὴν πρό­σφα­τη ἱ­στο­ρί­α τοῦ τό­που.

           Σὲ ἕ­να πρό­σφα­το ἀ­νέκ­δο­το δι­ή­γη­μά μου προ­τεί­νω, μὲ ἕ­να μι­κρὸ πρό­λο­γο, ὡς δι­ή­γη­μα τὶς ση­μει­ώ­σεις ποὺ κρα­τοῦ­σε κά­ποι­ος ἄ­γνω­στος συγ­γρα­φέ­ας ὑ­πὸ μορ­φὴν κε­φα­λαί­ων καὶ ὑ­πο­κε­φα­λαί­ων, θέ­λον­τας ὁ τε­λευ­ταῖ­ος κά­πο­τε νὰ γρά­ψει ἕ­να αὐ­το­βι­ο­γρα­φι­κὸ μυ­θι­στό­ρη­μα πρὶν πε­θά­νει. Ἔ­κρι­να ὅ­τι αὐ­τὸ τὸ ὑ­λι­κὸ ἦ­ταν ἀρ­κε­τὸ γιὰ νὰ ὑ­πο­κα­τα­στή­σει πε­ριτ­τὲς πε­ρι­γρα­φὲς γε­γο­νό­των τὰ ὁ­ποῖ­α προ­οι­κο­νο­μοῦ­σαν οἱ τί­τλοι καὶ οἱ ὑ­πό­τι­τλοι τῶν κε­φα­λαί­ων, ὅ­πως γι­νό­ταν στὰ πα­λιὰ ξέ­να καὶ ἑλ­λη­νι­κὰ μυ­θι­στο­ρή­μα­τα.

           Θὰ μπο­ροῦ­σα νὰ ση­μει­ώ­σω ἀρ­κε­τὰ ἀ­κό­μα γύ­ρω ἀ­πὸ τὴ φύ­ση, ὅ­πως ἐ­γὼ τὴν ἀν­τι­λαμ­βά­νο­μαι, τοῦ δι­η­γή­μα­τος ἀλ­λὰ θὰ μα­κρη­γο­ροῦ­σα, ὁ­πό­τε στα­μα­τῶ γιὰ νὰ πε­ρά­σω πιὸ ἐ­ξει­δι­κευ­μέ­να σὲ αὐ­τὸ ποὺ ἔ­χω ἀ­να­λά­βει νὰ θί­ξω, δη­λα­δὴ τὴ σχέ­ση καὶ τὴν ἀν­τα­πό­κρι­ση μι­κρῆς φόρ­μας καὶ ται­νί­ας μι­κροῦ μή­κους.

           Ἀ­ναγ­καί­α πα­ρέν­θε­ση: τί ἐν­νο­οῦ­με ὅ­ταν μι­λᾶ­με γε­νι­κὰ καὶ τυ­πι­κὰ γιὰ μιὰ «ται­νί­α μι­κροῦ μή­κους»;

           Πρό­κει­ται γιὰ μιὰ ται­νί­α (ἀ­νε­ξαρ­τή­τως πε­ρι­ε­χο­μέ­νου) τῆς ὁ­ποί­ας ἡ διά­ρκεια δὲν ξε­περ­νᾶ τὰ 35 λε­πτὰ πε­ρί­που. Ἀ­πὸ ἐ­κεῖ καὶ μέ­χρι τὰ 59 λε­πτὰ κά­θε ται­νί­α αὐ­τῆς τῆς διά­ρκειας ὀ­νο­μά­ζε­ται «ται­νί­α με­σαί­ου μή­κους». Εἶ­ναι προ­φα­νὲς ὅ­τι οἱ ται­νί­ες ποὺ ξε­περ­νοῦν τὴ μί­α ὥ­ρα θε­ω­ροῦν­ται «ται­νί­ες με­γά­λου μή­κους».

           Θὰ ἐ­πα­να­λά­βω ὅ­τι σὲ γε­νι­κὲς γραμ­μές, καὶ ἄς μὴν φα­νεῖ αὐ­τὸ πα­ρά­ξε­νο, ἡ με­τα­φο­ρὰ τοῦ δι­η­γή­μα­τος στὴ φόρ­μα τῆς ται­νί­ας μι­κροῦ μή­κους πα­ρου­σιά­ζει τὰ προ­βλή­μα­τα ποὺ ἔ­χει ἕ­να ὁ­ποι­ο­δή­πο­τε λο­γο­τέ­χνη­μα ὅ­ταν θέ­λου­με νὰ τὸ με­τα­τρέ­ψου­με σὲ κι­νού­με­νες εἰ­κό­νες.

           Στὸ ση­μεῖ­ο αὐ­τὸ ἐ­πα­νέρ­χο­μαι στὴν ἀ­πάν­τη­ση τοῦ τρί­του ἐ­ρω­τή­μα­τος ποὺ ἔ­θε­σα προ­η­γου­μέ­νως σχε­τι­κὰ μὲ τὴ δι­α­φο­ρὰ ἢ μὴ τῶν ἐκ­φρα­στι­κῶν κω­δί­κων κι­νη­μα­το­γρά­φου καὶ λο­γο­τε­χνί­ας.

           Ναί, ἔ­χου­με νὰ κά­νου­με μὲ δύ­ο δι­α­φο­ρε­τι­κοὺς κώ­δι­κες, ἂς τοὺς θε­ω­ροῦ­με πλέ­ον, σὲ κά­ποι­ο βαθ­μὸ ταυ­τό­ση­μους.

           Μπο­ρεῖ, ὅ­πως ἔ­χει λε­χθεῖ, ἡ ὄ­σμω­ση τῶν δύ­ο μέ­σων νὰ ἔ­χει δη­μι­ουρ­γή­σει ἀλ­λη­λε­πι­δρά­σεις (οἱ συγ­γρα­φεῖς δὲν γρά­φουν πλέ­ον ὅ­πως ἔ­γρα­φαν πρὶν ἀ­πὸ τὴν ἔ­λευ­ση τοῦ κι­νη­μα­το­γρά­φου, ὅ­πως καὶ οἱ σκη­νο­θέ­τες με­τὰ τὴ συ­νει­δη­το­ποί­η­ση ὅ­τι ἡ γρα­φὴ παί­ζει κα­θο­ρι­στι­κὸ ρό­λο στὴν πα­ρα­γω­γὴ κι­νου­μέ­νων εἰ­κό­νων, δὲν κι­νη­μα­το­γρα­φοῦν ὅ­πως πα­λιὰ), ἀλ­λὰ οἱ δι­α­φο­ρὲς τῶν δύ­ο μέ­σων εἶ­ναι σα­φεῖς.

           Θὰ συμ­φω­νή­σου­με στὸ ἑ­ξῆς γνω­στὸ καὶ πο­λυ­ει­πω­μέ­νο: ὅ­τι τὴ λο­γο­τε­χνι­κὴ πε­ρι­γρα­φὴ τοῦ ἀ­νοίγ­μα­τος μιᾶς πόρ­τας μπο­ροῦ­με νὰ τὴ φαν­τα­στοῦ­με μὲ ἄ­πει­ρους τρό­πους, ἐ­νῶ στὸν κι­νη­μα­το­γρά­φο τὸ ἄ­νοιγ­μα μιᾶς πόρ­τας τὸ βλέ­που­με νὰ συμ­βαί­νει ἅ­παξ.

           Αὐ­τὸ πά­λι δὲν ση­μαί­νει ὅ­τι ἡ κι­νη­μα­το­γρα­φι­κὴ ἀ­πο­τύ­πω­ση ἑ­νὸς πράγ­μα­τος δὲν κι­νη­το­ποι­εῖ τὴ φαν­τα­σί­α μας, κά­θε ἄλ­λο.

           Τὸ πα­ρά­δειγ­μα ποὺ μό­λις ἀ­νέ­φε­ρα ὑ­παι­νίσ­σε­ται πε­ρι­ο­ρι­σμούς: τοὺς πε­ρι­ο­ρι­σμοὺς τῆς μη­χα­νι­κῆς εἰ­κό­νας, ποὺ ξε­κί­νη­σε ἀ­πὸ τὴν πα­γω­μέ­νη ἀ­πο­τύ­πω­ση τῆς πραγ­μα­τι­κό­τη­τας ἐκ μέ­ρους τῆς φω­το­γρα­φί­ας γιὰ νὰ ἐ­ξε­λι­χθεῖ σὲ μιὰ ὑ­πέρ­βα­σή της ἐκ μέ­ρους τῆς κι­νού­με­νης εἰ­κό­νας.

           Ἐ­ρω­τῶ, ὅ­μως: δὲν ἔ­χει συμ­βεῖ στὸν κα­θέ­να μας νὰ γει­ω­νό­μα­στε δια­βά­ζον­τας μιὰ μο­νο­σή­μαν­τη λο­γο­τε­χνι­κὴ πε­ρι­γρα­φή, ἐ­νῶ ἀν­τί­θε­τα βλέ­πον­τας κι­νού­με­νες εἰ­κό­νες πά­νω στὸ ἴ­διο θέ­μα, αὐ­τὲς νὰ μᾶς ὠ­θοῦν σὲ ὑ­περ­βά­σεις;

           Νο­μί­ζω ὅ­τι οἱ προ­η­γού­με­νες σύν­το­μες σκέ­ψεις προ­σπα­θοῦν νὰ δεί­ξουν συγ­γέ­νει­ες καὶ ἀ­πο­στά­σεις τῶν δύ­ο κω­δί­κων, τῆς λο­γο­τε­χνί­ας καὶ τοῦ κι­νη­μα­το­γρά­φου.

           Τώ­ρα ἄς πε­ρά­σου­με πιὸ ἐ­ξει­δι­κευ­μέ­να στὴ σχέ­ση δι­η­γή­μα­τος καὶ ται­νί­ας μι­κροῦ μή­κους χω­ρὶς νὰ ξε­χνᾶ­με ὅ­σα προ­α­να­φέρ­θη­καν γε­νι­κὰ γιὰ τὴ σχέ­ση λο­γο­τε­χνί­ας καὶ ὀ­θό­νης.

           Οἱ δύ­ο αὐ­τὲς ἐκ­φρά­σεις δεί­χνουν νὰ μοιά­ζουν με­τα­ξύ τους ὅ­σον ἀ­φο­ρᾶ τὴν ἔ­κτα­ση, ἂς τὴν ποῦ­με τῆς ἀ­φή­γη­σης (ἂν καὶ ἐ­δῶ πα­ρεν­θε­τι­κὰ νὰ πῶ ὅ­τι χρη­σι­μο­ποι­ῶ συμ­βα­τι­κὰ τὸν ὄ­ρο ἀ­φή­γη­ση, για­τί μπο­ρεῖ νὰ θέ­λω νὰ εἰ­κο­νο­ποι­ή­σω ἕ­να ἀν­τι­α­φη­γη­μα­τι­κό, μὴ ἀ­να­πα­ρα­στα­τι­κὸ δι­ή­γη­μα…). Τέ­λος πάν­των.

           Μπο­ρεῖ, λοι­πόν, νὰ δεί­χνουν ἐ­ξω­τε­ρι­κὰ ὅ­τι μοιά­ζουν οἱ δύ­ο ἐκ­φρά­σεις, ἀλ­λὰ βα­θύ­τε­ρα ἔ­χουν νὰ ἀν­τι­με­τω­πί­σουν στὴ σχέ­ση τους τὰ προ­βλή­μα­τα ποὺ ἀν­τι­με­τω­πί­ζει, ὅ­πως προ­α­νέ­φε­ρα, ἕ­να ὁ­ποι­ο­δή­πο­τε λο­γο­τέ­χνη­μα ποὺ πρό­κει­ται νὰ γί­νει κι­νού­με­νη εἰ­κό­να. Ἐ­ξη­γοῦ­μαι: ἐ­πει­δὴ ἔ­χου­με νὰ κά­νου­με μὲ δύ­ο δι­α­φο­ρε­τι­κοὺς κώ­δι­κες (αὐ­τὸν τῆς γρα­φῆς καὶ αὐ­τὸν τῆς εἰ­κό­νας, ἄ­σχε­τα μὲ τὸ ἂν κά­πο­τε ἡ ση­μει­ο­λο­γι­κὴ θε­ω­ρί­α ἀν­τι­με­τώ­πι­σε τὴν εἰ­κό­να ὡς κεί­με­νο), θὰ πρέ­πει νὰ σκε­φθοῦ­με μὲ βά­ση αὐ­τὸ ποὺ ὀ­νο­μά­σθη­κε «με­τα­στοι­χεί­ω­ση».

           Ἔ­γι­νε ἀ­πὸ τὰ προ­η­γού­με­να κα­τα­νο­η­τὸ ὅ­τι μέ­σα στὰ κοι­νὰ γο­νί­δια τῶν δύ­ο ἐκ­φρά­σε­ων κυ­κλο­φο­ροῦν καὶ ἄλ­λα ξέ­να, ποὺ θέ­λουν προ­σο­χὴ για­τὶ αὐ­τὰ εἶ­ναι ποὺ συν­θέ­τουν τὴ δι­α­φο­ρε­τι­κό­τη­τα.

           Θέ­λω νὰ πῶ ὅ­τι αὐ­τὰ τὰ τε­λευ­ταῖ­α εἶ­ναι σὲ θέ­ση νὰ ὑ­πο­νο­μεύ­σουν ἕ­να ἐγ­χεί­ρη­μα ποὺ σὲ πρώ­τη μα­τιὰ μοιά­ζει εὔ­κο­λο.

           Για­τὶ βλέ­πον­τας ἕ­να δι­ή­γη­μα, κρί­νου­με ὅ­τι ἀ­πο­τε­λεῖ προ­σφο­ρό­τε­ρο ὑ­λι­κὸ γιὰ με­τα­φο­ρὰ τὴν ὀ­θό­νη ἀ­πὸ μιὰ ἐ­κτε­νῆ ἀ­φή­γη­ση, χω­ρὶς νὰ ὑ­πο­λο­γί­ζου­με τὶς δυ­σκο­λί­ες του.

           Τὸ το­νί­ζω αὐ­τὸ ἐ­πει­δὴ ἀ­γα­πῶ καὶ τὶς δύ­ο ἐκ­φρά­σεις, δι­ή­γη­μα καὶ ται­νί­α μι­κροῦ μή­κους, καὶ θε­ω­ρῶ ἀ­στο­χί­α τὴν προ­ε­ξό­φλη­ση τοῦ ἀ­πο­τε­λέ­σμα­τος μὲ βά­ση ἕ­να σχῆ­μα ποὺ τὸ ὁ­μο­ει­δές του θὰ σταθ­μι­σθεῖ μὲ ἕ­ναν τρό­πο προ­γραμ­μα­τι­κό.

           Θὰ φέ­ρω ὡς πα­ρά­δειγ­μα τὶς ἀ­να­πό­φευ­κτες δυ­σχέ­ρει­ες ποὺ ἀν­τι­με­τω­πί­ζει τὸ ἐγ­χεί­ρη­μα κά­ποι­ου σκη­νο­θέ­τη ὁ ὁ­ποῖ­ος θέ­λει νὰ με­τα­φέ­ρει στὴν ὀ­θό­νη ἕ­να δι­ή­γη­μα τοῦ Μπόρ­χες, για­τὶ ὁ με­γά­λος αὐ­τὸς συγ­γρα­φέ­ας χρη­σι­μο­ποι­εῖ προ­σχη­μα­τι­κὰ στὰ πε­ρισ­σό­τε­ρα δι­η­γή­μα­τά του τὴν πε­ρι­γρα­φι­κό­τη­τα. Ὁ­πό­τε ὁ σκη­νο­θέ­της πρέ­πει νὰ ἐ­πι­λέ­ξει ἕ­ναν ἐ­σω­τε­ρι­κὸ τρό­πο ἀ­φή­γη­σης, ὁ ὁ­ποῖ­ος βέ­βαι­α ἐ­πι­βάλ­λε­ται νὰ συ­νά­δει μὲ ὅ­λο τὸ σύ­στη­μα κω­δί­κων τῆς τέ­χνης στὴν ὁ­ποί­α με­τα­φέ­ρε­ται τὸ δι­ή­γη­μα: ὅ­σον ἀ­φο­ρᾶ τὸ μον­τάζ, τὸν ἐ­σω­τε­ρι­κὸ ρυθ­μό, τὶς δι­ά­φο­ρες ἀν­τι­στί­ξεις εἰ­κό­νας-ἤ­χου κ.λπ.

           Ἀλ­λὰ καὶ λι­γό­τε­ρο δι­α­νο­η­τι­κὰ δι­η­γή­μα­τα πα­ρου­σιά­ζουν δυ­σκο­λί­ες, ἐ­ὰν ὁ σκη­νο­θέ­της μη­χα­νι­στι­κὰ με­τα­φέ­ρει τὶς εἰ­κό­νες τῶν συγ­κε­κρι­μέ­νων ἀ­φη­γή­σε­ων (ὅ­πως αὐ­τὸς τὶς φαν­τά­ζε­ται φυ­σι­κὰ) στὸ ὀ­πτι­κο­α­κου­στι­κὸ σύ­στη­μα μιᾶς ται­νί­ας μι­κροῦ μή­κους.

           Ἐ­δῶ ἄλ­λη μιὰ ἀ­ναγ­καί­α πα­ρέν­θε­ση ποὺ ἀ­φο­ρᾶ στὴ «με­τα­στοι­χεί­ω­ση» τοῦ λο­γο­τε­χνι­κοῦ κει­μέ­νου σὲ σε­νά­ριο:

           Τὸ σε­νά­ριο κα­τὰ τὴ γνώ­μη μου, εἶ­ναι ἐ­πί­σης ἕ­να λο­γο­τε­χνι­κὸ κεί­με­νο πα­ρὰ τὶς ἀν­τί­θε­τες ἀ­πό­ψεις, ἂν καὶ ἔ­χει τοὺς κα­νό­νες καὶ τοὺς πε­ρι­ο­ρι­σμούς του, μὲ τὴν ἔν­νοι­α ὅ­τι αὐ­τὸ δη­μι­ουρ­γεῖ­ται γιὰ νὰ ἐ­ξυ­πη­ρε­τή­σει τὴ λο­γι­κή τῶν κι­νού­με­νων εἰ­κό­νων. Μό­νο ποὺ συ­χνὰ ἡ γρα­φὴ ἑ­νὸς σε­να­ρί­ου συ­νο­μι­λεῖ ἐ­πὶ ἴ­σοις ὄ­ροις μὲ ἕ­να λο­γο­τε­χνι­κὸ κεί­με­νο. Ἕ­να πα­ρά­δειγ­μα: ἡ γρα­φὴ τῆς Κα­θό­δου τῶν ἐν­νιά τοῦ Θα­νά­ση Βαλ­τι­νοῦ ἔ­χει πε­ρά­σει ἀρ­χι­κὰ μέ­σα ἀ­πὸ τὸ στά­διο τῆς σε­να­ρι­ο­ποί­η­σης τῆς νου­βέ­λας. Γι’ αὐ­τὸ ἡ εἰ­κο­νο­ποι­ί­α τοῦ συγ­κε­κρι­μέ­νου ἔρ­γου πα­ρα­πέμ­πει στὸ κι­νη­μα­το­γρα­φι­κὸ ἀ­πεί­κα­σμα, κά­νον­τας τὶς δύ­ο ἐκ­φρά­σεις νὰ δι­α­σταυ­ρώ­νον­ται δη­μι­ουρ­γι­κά.

           Ὑ­πάρ­χουν, βέ­βαι­α, καὶ ἐ­ξαι­ρέ­σεις: νου­βέ­λες ἢ δι­η­γή­μα­τα ποὺ ἀ­πο­τυ­πώ­θη­καν στὸ σε­νά­ριο λέ­ξη πρὸς λέ­ξη καὶ κι­νη­μα­το­γρα­φή­θη­καν π.χ. Τὸ γε­ρά­κι τῆς Μάλ­τας τοῦ Τζὸν Χι­οῦ­στον τὸ σε­νά­ριο τοῦ ὁ­ποί­ου βα­σί­σθη­κε «πι­στὰ» στὴν ὁ­μώ­νυ­μη νου­βέ­λα τοῦ Ντά­σι­ελ Χά­μετ. Ἐ­πί­σης, ἡ ἀ­φή­γη­ση μιᾶς σε­λί­δας τοῦ Χού­λιο Κορ­τά­σαρ Ἀλ­λη­λου­χί­α τῶν κή­πων εἰ­κο­νο­γρα­φή­θη­κε σὰν σε­νά­ριο ἀ­πὸ τὸν Ἀ­χιλ­λέ­α Κυ­ρι­α­κί­δη στὴν ὁ­μώ­νυ­μη μι­κροῦ μή­κους ται­νί­α του. Ὅ­ταν λέ­ω «πι­στά», βέ­βαι­α, δὲν ἐν­νο­ῶ μιὰ μη­χα­νι­στι­κὴ ἀ­να­πα­ρά­στα­ση πρώ­του ἐ­πι­πέ­δου, ἀλ­λὰ μιὰ με­του­σί­ω­ση, ἂς τὸ ὁ­ρί­σω ἔ­τσι, εἰ­κό­νων σὲ ἕ­ναν ἄλ­λον κώ­δι­κα.

           Πολ­λοὶ θε­ω­ρη­τι­κοὶ ἔ­χουν πα­ρο­μοιά­σει τὴ με­τα­φο­ρὰ ἑ­νὸς λο­γο­τε­χνι­κοῦ ἔρ­γου στὴν ὀ­θό­νη μὲ τὴ με­τά­φρα­ση. Δὲν ἔ­χουν ἄ­δι­κο γε­νι­κὰ μι­λών­τας στὸ ἐ­πί­πε­δο τῆς λε­γό­με­νης «με­τα­γλώτ­τι­σης», ἀλ­λὰ πρέ­πει νὰ τη­ρη­θοῦν οἱ ἀ­να­λο­γί­ες. Ἡ ἀ­πό­δο­ση τῆς γλώσ­σας-πη­γῆς στὴ γλώσ­σα-ὑ­πο­δο­χῆς σὲ ἕ­να λο­γο­τε­χνι­κὸ ἔρ­γο νο­μί­ζω ὅ­τι χρει­ά­ζε­ται νὰ τὸ ἀν­τι­με­τω­πί­σει κα­νεὶς μὲ τοὺς ὅ­ρους ποὺ προ­σπα­θῶ νὰ ἀ­να­λύ­σω.

           Μί­α βι­α­στι­κὴ μα­τιὰ στὸ ζή­τη­μα τῆς με­τα­φο­ρᾶς στὴν ὀ­θό­νη τῆς μι­κρῆς ἢ τῆς με­γά­λης φόρ­μας, ὅ­πως ἤ­δη ἀ­νέ­φε­ρα, ὁ­δη­γεῖ στὸ ἁ­πλο­ποι­η­μέ­νο συμ­πέ­ρα­σμα ὅ­τι ὁ σε­να­ρι­ο­γρά­φος δὲν ἔ­χει πα­ρὰ ἐ­λά­χι­στες λι­γό­τε­ρες ὑ­πο­χρε­ώ­σεις κα­τὰ τὴ με­τα­φο­ρά.

           Σὲ ἕ­να πρῶ­το ἐ­πί­πε­δο, φυ­σι­κά, δὲν ἀ­στο­χοῦν ὅ­σοι τὸ ὑ­πο­στη­ρί­ζουν αὐ­τό. Ἀλ­λὰ ἂν σκε­φτοῦ­με ὅ­τι ἕ­να δι­ή­γη­μα μπο­ρεῖ νὰ ἐ­κτα­θεῖ καὶ νὰ κα­λύ­ψει τὶς ἀ­νάγ­κες μιᾶς με­γά­λου μή­κους ται­νί­ας, ἐ­πι­βάλ­λε­ται νὰ ξα­να­σκε­φθοῦ­με τὸ θέ­μα.

           Ἀ­πὸ τὴν ἄλ­λη δὲν ἰ­σχυ­ρί­ζο­μαι ὅ­τι ἕ­να μυ­θι­στό­ρη­μα μπο­ρεῖ νὰ συρ­ρι­κνω­θεῖ γιὰ νὰ με­τα­φερ­θεῖ στὴν ὀ­θό­νη μὲ τὴ μορ­φὴ μι­κροῦ ἢ με­σαί­ου μή­κους ται­νί­ας, ἀλ­λὰ καὶ τί­πο­τα δὲν ἀ­πο­κλεί­ε­ται.

           Ἄς θυ­μη­θοῦ­με τὴν πε­ρί­πτω­ση τοῦ Μα­γι­κοῦ βου­νοῦ τοῦ Τό­μας Μάν, ποὺ πολ­λοὶ ἐ­πώ­νυ­μοι σκη­νο­θέ­τες τοῦ παγ­κό­σμιου κι­νη­μα­το­γρά­φου, κα­τὰ και­ρούς, φλέρ­τα­ραν μὲ τὴν ἰ­δέ­α τῆς με­τα­φο­ρᾶς του σὲ ται­νί­α με­γά­λου μή­κους, ἀλ­λὰ δὲν προ­χώ­ρη­σαν, μὲ ἀ­πο­τέ­λε­σμα τὸ πλη­θω­ρι­κὸ αὐ­τὸ μυ­θι­στό­ρη­μα νὰ με­τα­φερ­θεῖ, τε­λι­κά, ἐ­ξαι­ρε­τι­κὰ ὑ­πὸ μορ­φὴν τη­λε­ται­νί­ας, μέ­σω μιᾶς ἐμ­πνευ­σμέ­νης δι­α­σκευ­ῆς του.

           Ἐ­δῶ χρει­ά­ζε­ται νὰ εἰ­σά­γω στὴ συ­ζή­τη­ση δι­ά­φο­ρους ὅ­ρους ποὺ λαν­θά­νουν μέ­χρι τώ­ρα στὸ κεί­με­νό μου καὶ ἀ­φο­ροῦν γνω­στοὺς καὶ τυ­πι­κοὺς τρό­πους/τε­χνι­κὲς μὲ τὶς ὁ­ποῖ­ες ἕ­να λο­γο­τε­χνι­κὸ κεί­με­νο (καὶ ὄ­χι μό­νο) σε­να­ρι­ο­ποι­εῖ­ται:

           Ὅ­λοι ἔ­χε­τε δεῖ στοὺς τί­τλους μιᾶς ται­νί­ας φρά­σεις ὅ­πως: τὸ σε­νά­ριο εἶ­ναι  β α σ ι σ μ έ ν ο  στὸ τά­δε κεί­με­νο, ἐ μ π ν ε υ σ μ έ ν ο  ἀ­πό τό…, τὸ σε­νά­ριο ἀ­πο­τε­λεῖ  δ ι α σ κ ε υ ὴ  τοῦ τά­δε κει­μέ­νου ἢ  π ρ ο σ α ρ μ ο γ ὴ  τοῦ τε­λευ­ταί­ου ἢ βα­σι­σμέ­νο σὲ μιὰ  ἰ δ έ α  ἑ­νὸς κει­μέ­νου…

           Ἔ­γι­νε φα­νε­ρὸ ἀ­πὸ τὰ προ­η­γού­με­να, πάν­τως, ὅ­τι σὲ κά­θε πε­ρί­πτω­ση τὸ τε­λι­κὸ κι­νη­μα­το­γρα­φι­κὸ προ­ϊ­ὸν προ­κύ­πτει μέ­σα ἀ­πὸ μιὰ πε­ρί­που με­τάλ­λα­ξη τῶν στοι­χεί­ων ἑ­νὸς δι­η­γή­μα­τος.

           Προ­σο­χή, ὅ­μως: αὐ­τὸ δὲν ση­μαί­νει ὅ­τι γε­νι­κὰ ἡ μι­κρὴ λο­γο­τε­χνι­κὴ φόρ­μα δὲν εἶ­ναι προ­σφο­ρό­τε­ρη στὰ χέ­ρια ἑ­νὸς ὑ­πο­ψι­α­σμέ­νου σε­να­ρι­ο­γρά­φου γιὰ τὴν με­τα­τρο­πή της σὲ εἰ­κό­νες ἐν σχέ­σει μὲ τὴ με­γά­λη λο­γο­τε­χνι­κὴ φόρ­μα.

           Προ­σπα­θῶ ἁ­πλῶς νὰ ἐ­πι­το­νί­σω τὰ ἐξ ὁ­ρι­σμοῦ ἐμ­πό­δια ποὺ ὑ­πάρ­χουν γιὰ τὸ ἐγ­χεί­ρη­μα τῆς με­τα­στοι­χεί­ω­σης, ἐ­ὰν κα­νεὶς θε­λή­σει νὰ με­τα­γρά­ψει χω­ρὶς προ­βλη­μα­τι­σμὸ μιὰ «μι­κρὴ ἱ­στο­ρί­α» σὲ κι­νού­με­νες εἰ­κό­νες.

           Για­τί αὐ­τὸ ποὺ ὁ­ρι­σμέ­νοι θε­ω­ροῦν ὡς ἀ­πό­σταγ­μα ἑ­νὸς δι­η­γή­μα­τος, δη­λα­δὴ μιὰ  ἰ δ έ α  ἢ ὡς ἀ­φη­γη­μα­τι­κὴ πρό­τα­ση ἕ­να  τ α χ ύ δ ρ α μ α, μπο­ρεῖ νὰ τοὺς δώ­σει τὴν ψευ­δαί­σθη­ση ὅ­τι ἡ κι­νη­μα­το­γρά­φη­σή του εἶ­ναι μιὰ ὑ­πό­θε­ση ἁ­πλή.

           Ἄς ἀ­να­φερ­θῶ στὴν με­τα­φο­ρὰ τοῦ δι­η­γή­μα­τος τοῦ Κων­σταν­τί­νου Θε­ο­τό­κη «Πί­στο­μα» στὴν ὀ­θό­νη. Νὰ θυ­μί­σω ότι ἔ­χουν γί­νει πολ­λὰ σε­νά­ρια καὶ ἀρ­κε­τὲς με­τα­φο­ρὲς τοῦ κει­μέ­νου αὐ­τοῦ σέ ται­νί­ες μι­κροῦ μή­κους καὶ ὅ­τι κά­θε φο­ρὰ ἡ κι­νη­μα­το­γρά­φη­ση τῆς «ἁ­πλῆς» αὐ­τῆς ἱ­στο­ρί­ας ἔ­δι­νε ἄλ­λη αἴ­σθη­ση.

           Ἡ ἀ­πάν­τη­ση στὸ τε­λευ­ταῖ­ο ἐ­ρώ­τη­μα εἶ­ναι αὐ­το­νό­η­τη, πι­στεύ­ω καὶ σχε­τί­ζε­ται μὲ ὅ­σα προ­εῖ­πα.

           Νὰ συ­νο­ψί­σω:

           Τὸ μπον­ζά­ι, ἡ μι­κρὴ φόρ­μα, εἶ­ναι μιὰ μορ­φὴ λο­γο­τε­χνι­κῆς ἔκ­φρα­σης ἡ ὁ­ποί­α ἀ­μέ­σως πα­ρα­πέμ­πει στὴν ται­νί­α μι­κροῦ μή­κους, για­τί σὲ ἕ­να πρῶ­το ἐ­πί­πε­δο οἱ κώ­δι­κες τῶν δύ­ο δι­α­τυ­πώ­σε­ων μοιά­ζουν.

           Αὐ­τό, ὅ­μως, δὲν ση­μαί­νει ὅ­τι δὲν χρει­ά­ζε­ται με­τα­ξύ τους νὰ πα­ρεμ­βλη­θεῖ ἡ ὑ­πο­ψι­α­σμέ­νη σε­να­ρια­κὴ ἐ­πε­ξερ­γα­σί­α οὕ­τως ὥ­στε νὰ ἐ­πι­τευ­χθεῖ ἡ σύ­ζευ­ξη ὅ­λων ἐ­κεί­νων τῶν ἀ­νό­μοι­ων στοι­χεί­ων συν­τα­κτι­κῶν καὶ νο­η­μα­τι­κῶν ποὺ δι­α­φο­ρο­ποι­οῦν τοὺς δύ­ο αὐ­τοὺς κώ­δι­κες.

           Εἶ­ναι αὐ­το­νό­η­το ὅ­τι ἡ σκη­νο­θε­τι­κὴ ὑ­λο­ποί­η­ση, στὴ συ­νέ­χεια, τοῦ σε­να­ρί­ου, εἶ­ναι μιὰ ἀ­κό­μα βα­σι­κὴ προ­ϋ­πό­θε­ση γιὰ νὰ ἐ­πι­τευ­χθεῖ ἕ­να αἰ­σθη­τι­κὸ ἀ­πο­τέ­λε­σμα.

           Ἐ­πί­σης, ἐ­ὰν θὰ πε­ρί­με­νε κα­νεὶς νὰ δεῖ ἀ­πο­τυ­πω­μέ­νη στὴν ὀ­θό­νη μὲ «πι­στό­τη­τα» τὴ μι­κρὴ ἱ­στο­ρί­α, μᾶλ­λον δὲν ἔ­χει προ­βλη­μα­τι­σθεῖ πά­νω στὰ ζη­τή­μα­τα τῆς «με­τα­γλώ­τισ­σης», τῆς «ἀ­πό­δο­σης», τῆς «με­τα­φο­ρᾶς» ἑ­νὸς κει­μέ­νου σὲ μιὰ ἄλ­λη μορ­φι­κὴ πε­ρι­ο­χὴ μὲ τὶς δι­κές της ἀ­παι­τή­σεις καὶ τοὺς δι­κούς της κα­νό­νες. Για­τί τὸ ὀ­πτι­κο­α­κου­στι­κὸ σύ­στη­μα μιᾶς ται­νί­ας εἶ­ναι ἰ­δι­αί­τε­ρο. Ὀ­λι­σθη­ρὸ ἐ­ὰν δὲν προ­σε­χθεῖ ἀ­πὸ αὐ­τὸν ποὺ εἰ­σέρ­χε­ται στὰ ἐν­δό­τε­ρά του: δι­ό­τι ἀ­παι­τεῖ εἰ­δι­κὲς συν­θέ­σεις στοι­χεί­ων τὰ ὁ­ποῖ­α μὲ μιὰ ἐ­πι­πό­λαι­η μα­τιὰ δεί­χνουν νὰ μοιά­ζουν με­τα­ξύ τους ἐ­νῶ τὰ χω­ρί­ζουν ἀ­πο­στά­σεις.


Bonsai-03c-GiaIstologio-04


Πη­γή: Πρώ­τη δη­μο­σί­ευ­ση. Τὸ κεί­με­νο ἀ­να­γνώ­στη­κε στὸ Α’ μέ­ρος τῆς «λο­γο­τε­χνι­κῆς νυ­χτε­ρί­δας» Νύ­χτα μπον­ζά­ι κα­τὰ τὴν ὁ­ποί­α πα­ρου­σι­ά­στη­κε ἡ ἀν­θο­λο­γί­α τοῦ ἱ­στο­λο­γί­ου μας Ἱ­στο­ρί­ες Μπον­ζά­ι ’15. Τὴν ἐκδήλωση στὸ σύνολό της οἱ φίλοι τοῦ ἱστολογίου μποροῦν νὰ τὴν παρακολουθήσουν ἐδῶ:

Τά­σος Γου­δέ­λης (Ἀ­θή­να, 1949). Δι­η­γη­μα­το­γρά­φος, κρι­τι­κός, δο­κι­μι­ο­γρά­φος. Σπού­δα­σε Νο­μι­κὰ στὸ Πα­νε­πι­στή­μιο τῆς Ἀ­θή­νας. Συ­νεκ­δό­της ἀ­πὸ τὸ 1982 τοῦ πε­ρι­ο­δι­κοῦ Τὸ Δέν­τρο. Δι­δά­σκει Ἱ­στο­ρί­α τοῦ Κι­νη­μα­το­γρά­φου στὴν Ἀ­νω­τέ­ρα Δρα­μα­τι­κὴ Σχο­λὴ τοῦ Ἐ­θνι­κοῦ Θε­ά­τρου. Πρῶ­το του βι­βλίο Ἁρ­πα­κτι­κά (Πε­ζο­γρα­φί­α, ἐκδ. Τὸ Δέν­τρο, Ἀ­θή­να, 1990).


Τάσος Γουδέλης: Ἡ πρόταση


Goudelis,Tasos-IProtasi-Eikona-01


Τά­σος Γου­δέ­λης


Ἡ πρό­τα­ση


(μα­κρι­νό)


05-Kappa-351px-K_oiseaux_svgΑΘΟΝΤΑΝ στὸ δι­πλα­νὸ τρα­πέ­ζι. Τοὺς ἔ­κρυ­βε κά­θε τό­σο ὁ σερ­βι­τό­ρος καὶ οἱ πε­λά­τες ποὺ πη­γαι­νο­έρ­χον­ταν ἀ­νά­με­σά μας. Οἱ φρά­σεις τους, μέ­σα στὸ θό­ρυ­βο τοῦ φα­στ φούντ, ἔ­φθα­ναν μι­σές. «…Εἶ­ναι μιὰ κα­λὴ εὐ­και­ρί­α», ἔ­λε­γε ὁ ἄν­τρας μὲ τὸ πλα­στι­κὸ μπου­φὰν στὴν ξαν­θιά, βό­ρεια γυ­ναί­κα μὲ τὸ ντε­κολ­τέ, ποὺ τὸν ἄ­κου­γε μὲ προ­σο­χὴ χω­ρὶς ν’ ἀγ­γί­ζει τὸ φα­γη­τό της. «…μπο­ρεῖ νὰ ἦ­ταν καὶ δι­κή της ἰ­δέ­α… Θέ­λουν τέ­λος πάν­των νὰ εἶ­ναι ἀ­π’ αὐ­τόν, ἀλ­λι­ῶς θὰ ἔ­ψα­χναν…» Κά­ποι­οι πέ­ρα­σαν γε­λών­τας καὶ κά­λυ­ψαν τὰ λό­για τοῦ ἄν­τρα. «Ἐ­γὼ θὰ κά­νω τὴ με­τα­φο­ρά…» ἄ­κου­σα γιὰ πρώ­τη φο­ρὰ τὴ γυ­ναί­κα νὰ μι­λά­ει μὲ ἕ­να ὕ­φος εἰ­ρω­νι­κῆς ὑ­πο­τα­γῆς. Κά­τι εἶ­πε ὁ ἄν­τρας μέ­σα στὸ παν­δαι­μό­νιο μιᾶς πα­ρέ­ας ἀ­νη­λί­κων μὲ τζό­κε­η κολ­λε­γί­ου, ποὺ εἶ­χε μπεῖ στὸ ρε­στο­ρὰν ἐ­κεί­νη τὴ στιγ­μή. Ὁ γιὸς μου εἶ­χε ἀ­δειά­σει τὸ πιά­το του καὶ βι­α­ζό­ταν. Πε­ρά­σα­με μπρο­στὰ ἀ­πὸ τὸ ζευ­γά­ρι ποὺ τώ­ρα κά­πνι­ζε ἀ­μί­λη­το.


(κον­τι­νὸ)


Ὁ ἄν­τρας με­τα­κί­νη­σε κά­πως νευ­ρι­κά το φλι­τζά­νι του καὶ τὴν κοί­τα­ξε στὰ μά­τια πρὶν μι­λή­σει. Πε­ρί­με­νε μέ­χρι ὁ σερ­βι­τό­ρος νὰ σκου­πί­σει τὸ δι­πλα­νὸ τρα­πέ­ζι, ἀ­π’ ὅ­που εἶ­χαν μό­λις ση­κω­θεῖ δύ­ο θο­ρυ­βώ­δεις νε­α­ροί. Τὸ φὰ­στ φοὺντ ἦ­ταν γε­μά­το, καὶ ἡ μου­σι­κὴ ἀ­κου­γό­ταν στὴ δι­α­πα­σῶν. «Νο­μί­ζω ὅ­τι δὲν χρει­ά­ζε­ται νὰ τὸ βα­σα­νί­ζου­με. Εἶ­ναι μιὰ κα­λὴ εὐ­και­ρί­α…» τῆς εἶ­πε κα­θὼς πα­ρα­τη­ροῦ­σε τὰ δά­χτυ­λά της μὲ τὰ ἔν­το­να βαμ­μέ­να νύ­χια. Δὲν εἶ­χε ἀγ­γί­ξει τὸ φα­γη­τό της. Ἡ φω­νή του σκε­πά­σθη­κε ἀ­πὸ τὰ γέ­λια μιᾶς κον­τι­νῆς πα­ρέ­ας, «…ἡ γυ­ναί­κα του δὲν εἶ­χε ἀν­τίρ­ρη­ση, ἐ­ὰν αὐ­τὸ ἔ­χει ση­μα­σί­α. Τὸ ἀν­τί­θε­το, ἀ­π’ ὅ,τι κα­τά­λα­βα, μπο­ρεῖ νὰ ἦ­ταν καὶ δι­κή της ἰ­δέ­α. Δὲν μᾶς νοιά­ζει…» Γύ­ρι­σε τὸ κε­φά­λι του πρὸς τὴν κα­τεύ­θυν­ση μιᾶς κο­πέ­λας ποὺ πέ­ρα­σε δί­πλα τους ἀ­φή­νον­τας ἕ­να δυ­να­τὸ ἄ­ρω­μα. Ἐ­κεί­νη συ­νέ­χι­σε νὰ μὴ μι­λᾶ, ἐ­νῶ ἕ­σφιγ­γε τὸ πο­τή­ρι μὲ τὴν μπύ­ρα. «Θέ­λουν, τέ­λος πάν­των, νὰ εἶ­ναι ἀ­π’ αὐ­τόν, ἀλ­λι­ῶς θὰ ἔ­ψα­χναν γιὰ υἱ­ο­θε­σί­α…» «Ἐ­γὼ θὰ κά­νω τὴ… με­τα­φο­ρά, σὰν νὰ λέ­με», εἶ­πε ἡ ἄλ­λη σπά­ζον­τας τὴ σι­ω­πή της. «Πὲς τὸ ὅ­πως θές…» Τῆς ἄ­να­ψε τὸ τσι­γά­ρο μὲ τὸ φαν­τα­χτε­ρὸ ἀ­να­πτή­ρα του. «Πά­λι κα­λὰ ποὺ ἐ­δῶ ἐ­πι­τρέ­πε­ται τὸ κά­πνι­σμα. Ἀ­κό­μα καὶ στὴ χώ­ρα σου τὸ ἔ­χουν ἀ­πα­γο­ρεύ­σει σὲ δη­μό­σιους χώ­ρους. Ἂν καὶ σεῖς Βαλ­κά­νια εἶ­σθε, ὅ­μως…» Σὰν νὰ ἐ­πι­ζη­τοῦ­σε ἕ­να δι­ά­λειμ­μα, καί­τοι ἦ­ταν δύ­σκο­λο νὰ κρύ­ψει τὴν ἀ­νυ­πο­μο­νη­σί­α του. «Ἐν­νιὰ μῆ­νες δὲν εἶ­ναι λί­γοι…» Ἡ φω­νή της εἶ­χε βρα­χνιά­σει τώ­ρα πε­ρισ­σό­τε­ρο ἀ­πὸ τὸν κα­πνό. «Θὰ σὲ προ­σέ­ξουν σὰν νὰ εἶ­σαι τῆς οἰ­κο­γέ­νειας. Ἐ­ξάλ­λου, πό­σα θὰ ἔ­βγα­ζες στὸ ἴ­διο δι­ά­στη­μα ἀ­πὸ αὐ­τὸ ποῦ κά­νεις;» Πιὸ μα­κριά τους, ἕ­νας νε­α­ρὸς μὲ κα­πέ­λο τζό­κε­η, κά­νον­τας ἀ­στεί­ους μορ­φα­σμούς, πέ­τα­ξε στὸν ἀ­πέ­ναν­τί του μιὰ χαρ­το­πε­τσέ­τα ποὺ εἶ­χε σχη­μα­τί­σει σὲ μπά­λα. Ἡ γυ­ναί­κα πα­ρα­κο­λού­θη­σε τὴ σκη­νὴ ἀ­φη­ρη­μέ­νη.


 Bonsai-03c-GiaIstologio-04


Πηγή: Ἡ παρουσία (διηγήματα), ἐκδ. Κέδρος 2010.

Τά­σος Γου­δέ­λης (Ἀ­θή­να, 1949). Δι­η­γη­μα­το­γρά­φος, κρι­τι­κός, δο­κι­μι­ο­γρά­φος. Σπού­δα­σε Νο­μι­κὰ στὸ Πα­νε­πι­στή­μιο τῆς Ἀ­θή­νας. Συ­νεκ­δό­της ἀ­πὸ τὸ 1982 τοῦ πε­ρι­ο­δι­κοῦ Τὸ Δέν­τρο. Δι­δά­σκει Ἱ­στο­ρί­α τοῦ Κι­νη­μα­το­γρά­φου στὴν Ἀ­νω­τέ­ρα Δρα­μα­τι­κὴ Σχο­λὴ τοῦ Ἐ­θνι­κοῦ Θε­ά­τρου. Πρῶ­το του βι­βλί­ο Ἁρ­πα­κτι­κά (Πε­ζο­γρα­φί­α, ἔκδ. Τὸ Δέν­τρο,α Ἀ­θή­να, 1990).




		

	

Τάσος Γουδέλης: Ἡ παγίδα

 

 

 

Τάσος Γουδέλης

 

πα­γί­δα

 

1947.  O EΜΦΥΛΙΟΣ σὲ ἐ­ξέ­λι­ξη. Ὁ Ε. φεύ­γει ἀ­πὸ τὴν ἰ­δι­αί­τε­ρη πα­τρί­δα του γιὰ νὰ γλι­τώ­σει τὴν ἀ­νέ­χεια. Κα­τα­τάσ­σε­ται ἔ­φε­δρος στὸ Πο­λε­μι­κὸ Ναυ­τι­κό. Τὸ πλοῖ­ο Ἕ­σπε­ρος, ὅ­που ὑ­πη­ρε­τεῖ ὡς ναύ­της, κά­νει πε­ρι­πο­λί­ες στὸν Πα­γα­ση­τι­κὸ καὶ ἐλ­λι­με­νί­ζε­ται στὸ Βό­λο. Τὶς νύ­χτες οἱ ἀν­τάρ­τες γρά­φουν συν­θή­μα­τα μὲ φω­τι­ὲς στὶς πλα­γι­ὲς τοῦ Πη­λί­ου. Ὁ Ε., σὲ μί­α ἀ­πὸ τὶς ἐ­ξό­δους του στὴν πό­λη, γνω­ρί­ζε­ται μὲ τὴν Π., μιὰ νέ­α γυ­ναί­κα. Ἐ­κεί­νη συ­στή­νει στὸ συ­νά­δελ­φο τοῦ Ε., τὸν Δ., τὴ φί­λη της Τ., καὶ βγαί­νουν ὅ­λοι μα­ζί. Κά­ποι­ο ἀ­πό­γευ­μα οἱ κο­πέ­λες προ­τεί­νουν στοὺς νέ­ους μιὰ βόλ­τα ἔ­ξω ἀ­πὸ τὴν πό­λη, στὸ δά­σος. Ἐ­κεῖ, ὅ­μως, τοὺς πε­ρι­μέ­νουν ἔ­νο­πλοι ἀν­τάρ­τες. Οἱ ναῦ­τες κα­τα­λα­βαί­νουν ὅ­τι οἱ κο­πέ­λες τοὺς ἔ­χουν πα­ρα­δώ­σει. Οἱ ἀν­τάρ­τες εἶ­ναι ἕ­τοι­μοι νὰ τοὺς ἐ­κτε­λέ­σουν. Ὁ ἐ­πι­κε­φα­λῆς βγά­ζει ἕ­να σύν­το­μο λο­γύ­δριο, κά­τι σὰν ἐ­τυ­μη­γο­ρί­α. Οἱ κο­πέ­λες πα­ρα­κο­λου­θοῦν τὴ σκη­νὴ ἀ­πὸ μι­κρὴ ἀ­πό­στα­ση. Ὁ Δ. γο­να­τί­ζει κλαί­γον­τας καὶ κά­νει ἐ­με­τό. Ὁ Ε., κα­τά­χλο­μος, ψελ­λί­ζει στὸ βαθ­μο­φό­ρο γιὰ τὴ σχέ­ση του μὲ τὴν ΕΠΟΝ τῆς πε­ρι­ο­χῆς του λί­γα χρό­νια πρίν. Ὁ ἄλ­λος, μὲ τὸ δά­χτυ­λο στὴ σκαν­δά­λη, τὸν ρω­τά­ει γιὰ τὸν ἐ­πι­κε­φα­λῆς τῶν ἀν­ταρ­τῶν, καὶ ὁ Ε. τὸν πε­ρι­γρά­φει: τοῦ ἀ­να­φέ­ρει λε­πτο­μέ­ρει­ες γιὰ τοὺς ἀν­τάρ­τες καὶ τὶς μά­χες, τώ­ρα ἀ­σθμαί­νον­τας ἐ­πει­δὴ βλέ­πει ὅ­τι ὁ ἀ­πέ­ναν­τί του ἀρ­χί­ζει νὰ ἀλ­λά­ζει δι­ά­θε­ση. Ὁ Δ. συ­νε­χί­ζει νὰ κλαί­ει μὲ τὸ κε­φά­λι στὸ χῶ­μα ἐ­νῶ τὰ ὄ­πλα ση­μα­δεύ­ουν καὶ τοὺς δύο νέ­ους. Ὁ Ε. πα­ρα­λη­ρεῖ. Ὁ βαθ­μο­φό­ρος τὸν ἀ­να­κρί­νει ἐ­πί­μο­να. Εἶ­ναι φα­νε­ρὸ ὅ­τι φο­βᾶ­ται μή­πως κά­νει λά­θος καὶ ἐ­κτε­λέ­σει κά­ποι­ον ὁ­μο­ϊ­δε­ά­τη του. Τε­λι­κὰ πεί­θε­ται καὶ ἀ­φή­νει τὴ σκαν­δά­λη. Δι­στά­ζει γιὰ λί­γο. Τὴν ξαφ­νι­κὴ σι­ω­πὴ ρα­γί­ζουν οἱ λυγ­μοὶ τοῦ Δ. καὶ κά­ποιοι ἦ­χοι τοῦ δά­σους. Ὁ ἐ­πι­κε­φα­λῆς προ­σφέ­ρει τσι­γά­ρο στὸν Ε., ποὺ τὸ παίρ­νει τρέ­μον­τας. Δὲν μι­λά­ει κα­νείς. Ὁ ἀν­τάρ­της ἀ­κουμ­πά­ει ἐ­λα­φρὰ στὸν ὦ­μο τὸν γο­να­τι­σμέ­νο ποὺ δὲν μπο­ρεῖ νὰ ση­κω­θεῖ ἀ­πὸ τὸν τρό­μο. Ὁ Ε. τὸν βο­η­θά­ει. Οἱ ἀν­τάρ­τες, ἔ­πει­τα ἀ­πὸ νεῦ­μα τοῦ βαθ­μο­φό­ρου, κα­τε­βά­ζουν τὰ ὅ­πλα. Ὁ τε­λευ­ταῖ­ος πα­ρα­κι­νεῖ τοὺς ναῦ­τες νὰ βο­η­θή­σουν τὴν «ἔ­νο­πλη λα­ϊ­κὴ πά­λη» μὲ κά­θε τρό­πο. Ὁ Ε., πιὸ ψύ­χραι­μος τώ­ρα, λέ­ει πε­ρισ­σό­τε­ρα ἀ­πὸ ὅ­σα πι­στεύ­ει γιὰ νὰ ἐ­ξευ­με­νί­σει τε­λεί­ως τὸν ἄλ­λον. Τε­λι­κά, ἡ ὁ­μά­δα τῶν ἐ­νό­πλων ἀ­πο­χω­ρεῖ μὲ τὶς κο­πέ­λες. Οἱ δύο νέ­οι μέ­νουν πί­σω ἐ­ξου­θε­νω­μέ­νοι. Ὁ Ε. ὑ­πο­βα­στά­ζει τὸν Δ. μέ­χρι νὰ φθά­σουν στὴν πό­λη. Τώ­ρα κλαί­ει βου­βὰ καὶ αὐ­τός. Τὶς ἑ­πό­με­νες ἡ­μέ­ρες οἱ δύο ναῦ­τες ξα­να­βρί­σκουν τὸν πα­λιό τους ρυθ­μό. Ἐν τῷ με­τα­ξὺ ὁ Ἐμ­φύ­λιος μαί­νε­ται. Ὁ­μά­δες ἐ­πί­λε­κτου στρα­τοῦ κά­νουν ἐ­πι­χει­ρή­σεις στὸ Πή­λιο. Ὁ Ε. μὲ τὸν Δ. βλέ­πουν ἀ­πὸ τὸ πλοῖ­ο τὶς λάμ­ψεις καὶ τοὺς κα­πνούς. Ἕ­να πρω­ὶ κα­τα­φθά­νουν στὸ λι­μά­νι φορ­τη­γά τοῦ στρα­τοῦ μὲ αἰχ­μά­λω­τους ἀν­τάρ­τες γιὰ νὰ τοὺς ἐ­πι­βι­βά­σουν σὲ με­τα­γω­γι­κό. Τοὺς πη­γαί­νουν γιὰ ἐ­ξο­ρί­α ἢ ἐ­κτέ­λε­ση. Οἱ δύο νέ­οι ἔ­χουν βάρ­δια στὴν προ­κυ­μαί­α. Περ­νοῦν μπρο­στὰ τους σὲ φά­λαγ­γα οἱ αἰχ­μά­λω­τοι. Ἀ­νά­με­σά τους ἡ Π. καὶ ἡ Τ. ποὺ τοὺς κοι­τοῦν ἀ­νέκ­φρα­στες. Οἱ δύο ἄλ­λοι νι­ώ­θουν τὸ ἴ­διο κε­νὸ ὅ­πως τό­τε ἀ­μέ­σως με­τὰ τὸ ἐ­πει­σό­διο στὸ βου­νό.

 

 

Πηγή: Ἡ παρουσία (διηγήματα), ἐκδ. Κέδρος 2010.

 

Τά­σος Γου­δέ­λης (Ἀ­θή­να, 1949). Δι­η­γη­μα­το­γρά­φος, κρι­τι­κός, δο­κι­μι­ο­γρά­φος. Σπού­δα­σε Νο­μι­κὰ στὸ Πα­νε­πι­στή­μιο τῆς Ἀ­θή­νας. Συ­νεκ­δό­της ἀ­πὸ τὸ 1982 τοῦ πε­ρι­ο­δι­κοῦ Τὸ Δέν­τρο. Δι­δά­σκει Ἱ­στο­ρί­α τοῦ Κι­νη­μα­το­γρά­φου στὴν Ἀ­νω­τέ­ρα Δρα­μα­τι­κὴ Σχο­λὴ τοῦ Ἐ­θνι­κοῦ Θε­ά­τρου. Πρῶ­το του βι­βλί­ο Ἁρ­πα­κτι­κά (Πε­ζο­γρα­φί­α, ἔκδ. Τὸ Δέν­τρο,α Ἀ­θή­να, 1990).

  

Τάσος Γουδέλης: Γουταπέρκη

 

 

Τά­σος Γου­δέ­λης

Γου­τα­πέρ­κη

 

Στὴν Κοῦ­λα καὶ τὸν Σω­τή­ρη Δε­λη­γιά­ννη

 

ΕΝ ΕΙΧΑ ΞΑΝΑΚΟΥΣΕΙ τὸ ὄ­νο­μά της. Στὴν ἀρ­χή μοῦ θύ­μι­σε τρο­πι­κούς, οὔ­τε συ­ζή­τη­ση γιὰ κά­τι τρο­με­ρό, σὰν τὸ πλά­σμα Μαλ­ντο­ρόρ, γιὰ πα­ρά­δειγ­μα. Ἂν καὶ εἶ­χα πάν­τα τὴν προ­δι­ά­θε­ση νὰ με­γε­θύ­νω ὁ­τι­δή­πο­τε, νὰ τοῦ δί­νω τὴ χει­ρό­τε­ρη δι­ά­στα­ση: ἦ­ταν ἔ­νο­χο ἀ­κό­μα καὶ αὐ­τὸ ποὺ εἶ­χε βρε­θεῖ συμ­πτω­μα­τι­κὰ στὸν τό­πο τοῦ ἐγ­κλή­μα­τος. Ὁ­πό­τε μιὰ γοτ­θι­κὴ φαν­τα­σί­ω­ση, ἂς ποῦ­με, γιὰ τὸ πιὸ ἀ­νώ­δυ­νο δὲν ἀρ­κοῦ­σε νὰ τὸ πε­ρι­γρά­ψει. Ἡ γου­τα­πέρ­κη, αὐ­τὸ τὸ ἰ­α­μα­τι­κὸ ὑ­λι­κό, ξέ­φυ­γε ἀ­πὸ τὸν κα­νό­να τῶν συ­νη­θι­σμέ­νων ὑ­περ­βο­λῶν μου. Ὡ­στό­σο ἀ­πὸ τὴν ἀρ­χὴ τῆς γνω­ρι­μί­ας μας κρά­τη­σε ἀ­πὸ μέ­να πα­ρά­ξε­νες ἀ­πο­στά­σεις.

         Βέ­βαι­α, τό­τε σ’ ἐ­κεί­νη τὴν εὐ­κρί­νεια τοῦ ‘­64 μὲ τὸν ἀ­φό­ρη­το πό­νο —ποὺ οὔ­τε ἡ, συ­νή­θως σπά­νια, πα­τρι­κὴ θω­πεί­α κα­τόρ­θω­νε νὰ ἁ­πα­λύ­νει— τὴν ἔ­νοι­ω­σα ἀ­πει­λη­τι­κή. Καὶ ἐ­πὶ πλέ­ον δὲν τὴ φαν­τα­ζό­μουν τό­σο πα­ροῦ­σα μέ­σα στὸ χρό­νο. Για­τί, ὅ­πως συμ­βαί­νει συ­νή­θως μὲ ὅ,τι θὰ δι­αρ­κέ­σει, τί­πο­τα δὲν εἶ­χε προ­ει­δο­ποι­ή­σει γιὰ τὴν ἐμ­φά­νι­σή της. Ἔ­φται­γε μιὰ σκλη­ρὴ μα­στί­χα ποὺ εἶ­χα σχε­δὸν ξε­χά­σει στὸ στό­μα δι­α­βά­ζον­τας ἕ­να φτη­νὸ μυ­θι­στό­ρη­μα. Ἐ­φη­βι­κὸ με­ση­μέ­ρι μὲ τὸν ἀ­με­ρι­κά­νι­κο χα­μη­λὸ στὸ τραν­ζί­στορ, ποὺ πρό­σθε­τε κι αὐ­τὸς κλί­μα στὸ λο­γο­τε­χνι­κὸ γου­ὲ­στ τῶν σε­λί­δων. Οἱ ρί­ζες τοῦ τρα­πε­ζί­τη δη­μι­ούρ­γη­σαν τὸ αἱ­μά­τω­μα στὴ γνά­θο. Τὸ ξαφ­νι­κὸ ἄλ­γος γέν­νη­σε εἰ­κό­νες πλά­γι­ες καὶ ἐ­σω­τε­ρι­κὲς ποὺ ἀ­πορ­ρο­φή­θη­καν λί­γο με­τὰ στὸν πνι­γη­ρὸ θό­λο τῆς ὀ­δον­τιά­τρου. Τὰ χεί­λη ἀ­πὸ πά­νω μου σχη­μά­τι­σαν τὴ λέ­ξη καὶ νό­μι­σα μέ­σα στὴν ὁ­μί­χλη ὅ­τι ἄ­κου­γα ἐ­ξορ­κι­σμό. Ἡ γου­τα­πέρ­κη ἔ­κλει­νε τὴν ἐ­πί­πο­νη θε­ρα­πεί­α: μ’ αὐ­τὴν θὰ γι­νό­ταν τὸ σφρά­γι­σμα. Ὅ­ταν ση­κώ­θη­κα, ἐ­πι­τέ­λους, ἀ­πὸ τὴν ἰ­α­τρι­κὴ πο­λυ­θρό­να μὲ τὴ γεύ­ση της ἔν­το­νη, δὲν ἤ­ξε­ρα ὅ­τι ἔ­πρε­πε νὰ τὴν ὑ­πο­λο­γί­ζω σο­βα­ρά. Ἡ ἠ­χὼ τοῦ ὀ­νό­μα­τός της, πάν­τως, ἔ­μει­νε ἕ­νας μό­νι­μος, κρυ­φὸς ἀν­τί­λα­λος, ποὺ ἔ­φερ­νε στὴν ἐ­πι­φά­νεια μα­ζί του κά­θε λε­πτο­μέ­ρεια τοῦ πα­λιοῦ το­πί­ου: τὸ νω­θρὸ με­ση­μέ­ρι, τὴν πλά­για στά­ση μου στὸ κρεβ­βά­τι, τὴ μου­σι­κή, τὸν ὑ­στε­ρι­κὸ ἐ­ρω­τι­σμὸ τοῦ βι­βλί­ου, τὸν ξαφ­νι­κὸ πό­νο, τὶς σκι­ὲς τῶν δι­κῶν μου, καὶ τὴ ναρ­κω­τι­κὴ ὀ­σμὴ τῆς οὐ­σί­ας.

        Μπο­ρεῖ νὰ ἔ­φται­γε καὶ ἡ δει­λί­α μου ἀλ­λὰ δὲν ἔ­πα­ψα νὰ τὴ σκέ­πτο­μαι συ­χνά. Τὸ πε­ρί­ερ­γο ἦ­ταν ὅ­τι δὲν τὴν ὑ­πο­λό­γι­ζα ξέ­νη στὸ σῶ­μα μου ἀλ­λὰ οὔ­τε καὶ δι­κή μου. Πάν­τως ἐ­κεί­νη μὲ ἀ­κο­λού­θη­σε πι­στὰ καὶ ἀ­νά­λα­φρα, σὰν τὰ ἐγ­γὺς ὀ­δυ­νη­ρὰ ποὺ νο­μί­ζου­με ὅ­τι δὲν μᾶς ἀ­κτι­νο­βο­λοῦν. Γι’ αὐ­τὸ σχε­δὸν δι­α­σκέ­δα­ζα μὲ ὅ­σα εἶ­χε προ­στα­τέ­ψει καὶ ἔ­πρε­πε νὰ τὰ θυ­μᾶ­μαι μὲ εὐ­χα­ρί­στη­ση σχε­δόν.

        Μὲ ἀ­φορ­μή, ὅ­μως, μιὰ ἄλ­λη ἐ­νό­χλη­ση τὸ ‘­78, στὸ ἴ­διο ση­μεῖ­ο τῆς γνά­θου, μὲ ἀ­νάγ­κα­σε νὰ δῶ κα­θα­ρό­τε­ρα τὶς προ­θέ­σεις ἢ μᾶλ­λον τὰ ὅ­ριά της. Ἦ­ταν κι αὐ­τή, λοι­πόν, φθαρ­τὴ καὶ ἀ­νε­ξέ­λεγ­κτη. Μὲ ἐγ­κα­τέ­λει­πε, τέ­λος πάν­των, ἀ­νυ­πε­ρά­σπι­στο καὶ ἄ­το­νο. Ἀλ­λὰ δὲν εἶ­χε πε­ρά­σει τό­τε πο­λὺς και­ρὸς ἀ­πὸ τὴν ἐμ­φά­νι­σή της καὶ τὸ σκη­νι­κὸ πα­ρέ­με­νε μᾶλ­λον ἀ­πα­ράλ­λα­κτο. Θὰ μπο­ροῦ­σα νὰ ζη­τή­σω, ἂς ποῦ­με, ἀ­πὸ τὸν πα­τέ­ρα μου πα­ρή­γο­ρες λε­πτο­μέ­ρει­ες γιὰ τὴν ἐ­φι­δρω­μέ­νη συ­νάν­τη­σή μου μα­ζί της ἐ­κεῖ­νο τὸ με­ση­μέ­ρι, ποὺ τό­τε δὲν φαι­νό­ταν καὶ πο­λὺ μα­κρι­νό: νὰ ἐ­πι­στρέ­ψω ἀ­κο­λου­θών­τας, μὲ λί­γα λό­για, τὰ ἴ­δια μου τὰ ἴ­χνη.

        Ὅ­ταν χρει­ά­σθη­κε, ὅ­μως, τε­λευ­ταῖ­α νὰ ἀν­τι­με­τω­πί­σω μιὰ νέ­α της ἀ­δι­α­φο­ρί­α, σὲ ἄλ­λη κρί­ση τῆς γνά­θου, ἔ­νι­ω­σα ἐν­τε­λῶς ἔκ­θε­τος, σκυμ­μέ­νος σὲ ἐ­πι­φά­νει­ες ποὺ γυ­ά­λι­ζαν ἐ­χθρι­κά, κρα­τών­τας τὸ βά­θος κλει­στό. Δὲν ὑ­πάρ­χουν πιὰ μάρ­τυ­ρες νὰ μὲ συν­τρέ­ξουν, οὔ­τε, ἡ μνή­μη τῆς ὑ­πε­ρή­λι­κης για­τροῦ, ἦ­ταν σὲ θέ­ση νὰ βο­η­θή­σει.

        Τό­τε κα­τά­λα­βα για­τὶ τὸ ὄ­νο­μα τῆς οὐ­σί­ας μὲ εἶ­χε ἀ­πὸ τὴν ἀρ­χὴ φο­βί­σει. Σὰν νὰ προ­μάν­τευ­α μό­νο ἀ­πὸ τὴ λέ­ξη «γου­τα­πέρ­κη» τὴ δύ­να­μή της νὰ κλεί­νει ἀ­θό­ρυ­βα καὶ ἑρ­μη­τι­κὰ τὶς πόρ­τες πί­σω μου. Ἤ­θε­λα πάν­τα νὰ πεί­σω τὸν ἑ­αυ­τό μου, πα­ρ’ ὅ­λ’ αὐ­τά, ὅ­τι ἐ­κτε­λοῦ­σε μιὰ φι­λι­κὴ ἀ­πο­στο­λή, ὅ­τι ἐ­γὼ ἤ­μουν ἐ­κεῖ­νος ποὺ τὴν προ­στά­τευ­ε ἀ­πὸ τὸν ἀ­πρό­βλε­πτο ἑ­αυ­τό της. Για­τὶ μὲ ἔ­κα­νε νὰ πι­στεύ­ω ὅ­τι τῆς εἶ­χαν ἀ­να­θέ­σει τὸ ρό­λο τοῦ φύ­λα­κα σὲ κά­ποι­ον ποὺ τὸν εἶ­χε ἡ ἴ­δια στὴν πραγ­μα­τι­κό­τη­τα ἀ­νάγ­κη. Καὶ ἦ­ταν ἀ­λή­θεια. Ἐ­γὼ τῆς ἔ­δι­να ὑ­πό­στα­ση, τὴν ἔ­κα­να νὰ νι­ώ­θει χρή­σι­μη στὴν ἰ­δέ­α ὅ­τι κρα­τά­ει κά­τω ἀ­πὸ τὴν ἐ­πι­φά­νειά της κει­μή­λιά μου.

        Ἀ­πὸ τὴν ἄλ­λη, ἐ­πει­δὴ οὔ­τε ἐ­γὼ ὁ ἴ­διος ξέ­ρω τί ἀ­κρι­βῶς μοῦ δι­α­σώ­ζει, σκέ­πτο­μαι κά­ποι­α στιγ­μὴ νὰ δῶ ἐ­πι­τέ­λους τὰ πράγ­μα­τα κα­θα­ρά, χω­ρὶς συ­ναί­σθη­μα καὶ δρά­μα: νὰ ὁ­μο­λο­γή­σω ὅ­τι αὐ­τὸ τὸ σφρά­γι­σμα δὲν κα­λύ­πτει πα­ρὰ ἕ­να κε­νό.­..

 

 

 Πη­γή: Πρώ­τη δη­μο­σί­ευ­ση.

 

Τά­σος Γου­δέ­λης (Ἀ­θή­να, 1949). Δι­η­γη­μα­το­γρά­φος, κρι­τι­κός, δο­κι­μι­ο­γρά­φος. Σπού­δα­σε Νο­μι­κὰ στὸ Πα­νε­πι­στή­μιο τῆς Ἀ­θή­νας. Συ­νεκ­δό­της ἀ­πὸ τὸ 1982 τοῦ πε­ρι­ο­δι­κοῦ Τὸ Δέν­τρο. Πρῶ­το του βι­βλί­ο Ἁρ­πα­κτι­κά (Πε­ζο­γρα­φί­α, ἔκδ. Τὸ Δέν­τρο, Ἀ­θή­να, 1990).