Μαρία Γκέκη: Προορισμένη


Μα­ρί­α Γκέ­κη


Προ­ο­ρι­σμέ­νη


ΗΔΕΙΑ. Οἱ σει­ρὲς τῶν μαρ­γα­ρι­τα­ριῶν, ἐ­πι­στρέ­φουν σ’ ἐ­κεί­νη, εἶ­ναι δικά της, σὰν βα­ριὰ κουρ­τί­να σκε­πά­ζουν τὸ λε­πτό της σῶ­μα. Ἀ­νά­σκε­λη στὸ κρε­βά­τι, βυ­θί­ζει τὸ βλέμ­μα της στὸ ἔν­το­νο φῶς ποὺ βγαί­νει ἀ­πὸ τὸ χει­ρουρ­γεῖ­ο. Τὸ «Pacific» εἶ­ναι δι­κό της. Εἶ­ναι δι­κοί της δύ­ο πρω­θυ­πουρ­γοὶ τῆς χώ­ρας, ἕ­να ὁ­λό­κλη­ρο ὑ­πουρ­γι­κὸ συμ­βού­λιο, τέσ­σε­ρις πρέ­σβεις καὶ τρεῖς πρυ­τά­νεις. Δι­κα­στές, δη­μο­σι­ο­γρά­φοι καὶ ἀ­στυ­νό­μοι. Για­τροί, πο­δο­σφαι­ρι­στὲς καὶ καλ­λι­τέ­χνες. Ναῦ­τες κι ἐρ­γά­τες κα­θα­ρι­ό­τη­τας. Ἀ­στρο­λό­γοι, κη­που­ροί, φύ­λα­κες καὶ φορ­τη­γα­τζῆ­δες. Δι­κός της ὁ ἱ­δρώ­τας, τὸ σπέρ­μα, τὸ αἷ­μα τους. Δε­μέ­να στὰ μαρ­γα­ρι­τά­ρια της, τὰ συν­τρίμ­μια τῶν ἀν­τρῶν ἐκ­κρί­νουν τὴ δε­λε­α­στι­κὴ μυ­ρου­διὰ τῆς σή­ψης. Ἡ μι­κρὴ πόρ­νη ἔ­χει ἐκ­πλη­ρώ­σει τὸν προ­ο­ρι­σμό της. Τὸ ἴ­διο κι ὁ καρ­κί­νος. Ἀ­νοί­γει τὸ στό­μα κι ἀ­φή­νει τὴν τε­λευ­ταί­α της πνο­ή. Ὁ για­τρός, μὲ τὸ νυ­στέ­ρι στὸ χέ­ρι, ὁρ­κί­ζε­ται ὅ­τι τὴ στιγ­μὴ τοῦ θα­νά­του της ὁ δαί­μο­νας συ­νου­σι­ά­στη­κε σὲ πτή­ση μὲ τὴν ἀγ­γε­λι­κή της ὄ­ψη. Ἀ­φαι­ρεῖ τὰ μαρ­γα­ρι­τά­ρια ἀ­πὸ τὸ πτῶ­μα της μὲ φα­νε­ρὴ εὐ­χα­ρί­στη­ση.

        Χω­ρὶς μαρ­γα­ρι­τά­ρια. Ἡ μι­κρὴ πόρ­νη τε­λει­ο­ποι­εῖ τὶς κραυ­γές της κι ἀ­ξι­ο­ποι­εῖ κά­θε εἰ­σβο­λὴ ἀ­γο­ρά­ζον­τας μαρ­γα­ρι­τά­ρια. Ὁ μα­στρο­πός της, ἰ­δι­ο­κτή­της τοῦ «Pacific», δέ­νει σὲ κορ­δό­νια καὶ προ­στα­τεύ­ει τὸν θη­σαυ­ρὸ στὴν ἀ­πο­μο­νω­μέ­νη ἔ­παυ­λή του. Αὐ­τὴ ἡ ἔ­παυ­λη, ἰ­δα­νι­κὴ κρύ­πτη, ἦ­ταν τὸ ὄ­νει­ρό του. Στὴν πραγ­μα­τι­κό­τη­τα, ἡ μο­να­ξιὰ της τὸν τρε­λαί­νει. Θε­ω­ρεῖ τὸν συν­τη­ρη­τὴ τῶν λί­θων εἰ­σβο­λέ­α. Σκο­τώ­νουν ὁ ἕ­νας τὸν ἄλ­λον μὲ φα­νε­ρὴ εὐ­χα­ρί­στη­ση.

        Θά­να­τοι. Οἱ ἐ­νε­νήν­τα ἑ­πτὰ με­σί­τες ἀ­κι­νή­των πε­θαί­νουν φαρ­μα­κω­μέ­νοι ἀ­πὸ ἄ­γνω­στη το­ξι­κὴ οὐ­σί­α. Μει­ο­ψή­φη­σαν στὸν πλει­στη­ρια­σμὸ γιὰ τὴν παρ­θε­νιὰ τῆς μι­κρῆς πόρ­νης, ὑ­πῆρ­ξαν ὅ­μως ἐ­ξαι­ρε­τι­κοὶ προ­μη­θευ­τὲς μαρ­γα­ρι­τα­ρι­ῶν. Συ­χνὰ τοὺς ἔ­βρι­σκες στὸ «Pacific». Τὰ βογ­γη­τά τους ἀν­τη­χοῦ­σαν στὸν κῆ­πο του ὅ­πως κι οἱ κραυ­γές της. Ἡ μι­κρὴ πόρ­νη, ἀ­νοι­χτὴ κι ἀ­πε­λευ­θε­ρω­μέ­νη, τοὺς προ­σέ­φε­ρε, στὸ τέ­λος, τὰ πε­ρι­ποι­η­μέ­να χέ­ρια της. Δρο­σε­ρά, ἁ­πα­λὰ σὰν ἄν­θη. Ὅ­λοι τὰ φι­λοῦ­σαν μὲ φα­νε­ρὴ εὐ­χα­ρί­στη­ση.

        «Drosera». Ἐ­νε­νήν­τα ἑ­πτὰ νὲ­ες ποι­κι­λί­ες τοῦ σαρ­κο­βό­ρου αὐ­τοῦ φυ­τοῦ, τρέ­φον­ται μὲ τὸ σπέρ­μα τους, στὸ φυ­τώ­ριο τοῦ οἴ­κου ἀ­νο­χῆς, ἀ­πο­κλει­στι­κὰ ἀ­πὸ τὴ μι­κρὴ πόρ­νη. Ἀ­κτι­νω­τά, ἀν­θί­ζουν ἀγ­κά­θια. Στὴν ἄ­κρη τους φαρ­μα­κε­ρὰ λευ­κὰ σφαι­ρί­δια ἑλ­κυ­στι­κὰ σὰν μαρ­γα­ρι­τά­ρια. Τὸ δη­λη­τή­ριό τους ἀ­να­κα­τεύ­ε­ται μὲ κρέ­μα πε­ρι­ποί­η­σης, ἁ­πλώ­νε­ται στὰ χέ­ρια τῆς μι­κρῆς πόρ­νης. Ἡ πε­ρι­ποί­η­ση αὐ­τῶν τῶν φυ­τῶν τῆς δί­νει φα­νε­ρὴ εὐ­χα­ρί­στη­ση.

        Πλει­στη­ρια­σμός. Ἡ μι­κρὴ πόρ­νη παί­ζει κου­τσὸ στὸν κῆ­πο, τὴν ὥ­ρα ποὺ ὁ ἰ­δι­ο­κτή­της τοῦ «Pacific» προ­σφέ­ρει οὖ­ζο σ’ ἕ­ναν ἀ­κό­μη με­σί­τη ἀ­κι­νή­των στὴ λι­α­κά­δα. Ἡ φού­στα της ἀ­να­πη­δᾶ μα­ζί της, ἐ­λα­φριὰ σὰν πού­που­λο, ἀ­πο­κα­λύ­πτει καὶ κρύ­βει θέ­α ἑλ­κυ­στι­κό­τε­ρη ἀ­πὸ αὐ­τὴ τοῦ το­πί­ου. Ὁ με­σί­της τὴν κοι­τά­ζει ἐκ­στα­τι­κός, «εἶ­ναι ἕ­νας ἄγ­γε­λος», ὁ­μο­λο­γεῖ καὶ τοῦ τρέ­χουν τὰ σά­λια. Τὴν πο­θεῖ δι­α­κα­ῶς, προ­σθέ­τει στὸ πο­σὸ τῆς προ­σφο­ρᾶς του, τὴν νε­ό­κτι­στη ἔ­παυ­λη καὶ πλει­ο­δο­τεῖ ἔ­ναν­τι τῶν ἄλ­λων με­σι­τῶν. Οἱ καρ­ποὶ καὶ οἱ ἀ­στρά­γα­λοι τῆς μι­κρῆς πόρ­νης δέ­νον­ται μὲ λου­ριὰ στὸ κρε­βά­τι τοῦ δω­μα­τί­ου ποὺ δι­α­θέ­τει θέ­α στὸν κῆ­πο. Ὁ με­σί­της ἀ­πο­λαμ­βά­νει τὶς κραυ­γές της καὶ χύ­νει τὸ πρῶ­το σπέρ­μα στὸ στό­μα της. Ἡ μι­κρὴ πόρ­νη φτύ­νει τὸ σπέρ­μα μα­ζὶ μὲ τὰ μαρ­γα­ρι­τά­ρια τῶν παι­δι­κῶν δον­τι­ῶν της στὸ φυ­τώ­ριο. Τὸ χῶ­μα τὰ κα­τα­πί­νει μὲ φα­νε­ρὴ εὐ­χα­ρί­στη­ση.

        Τούρ­τα. Ἡ μι­κρὴ πόρ­νη ζε­σταί­νε­ται. Στὴν κου­ζί­να ση­κώ­νει τὸ φό­ρε­μά της καὶ βου­λιά­ζει τὸ κω­λα­ρά­κι της σὲ λε­κά­νες γε­μά­τες νε­ρὸ γιὰ νὰ δρο­σι­στεῖ. Ἡ μα­γεί­ρισ­σα τὴ δι­ώ­χνει χα­χα­νί­ζον­τας. Στὰ γε­νέ­θλια τοῦ ἰ­δι­ο­κτή­τη τοῦ «Pacific», ἡ μι­κρὴ πόρ­νη ἀ­νε­βαί­νει στὸ τρα­πέ­ζι, βυ­θί­ζει τὰ γυ­μνά της ὀ­πί­σθια στὴν κα­μέ­νη μὲ φλό­γι­στρο, πα­γω­μέ­νη μα­ρέγ­κα τῆς τούρ­τας ποὺ εἶ­ναι στο­λι­σμέ­νη μὲ μαρ­γα­ρι­τά­ρια. Ὁ ἰ­δι­ο­κτή­της ἀ­πα­θα­να­τί­ζει τὴ σκη­νὴ καὶ που­λᾶ τὶς φω­το­γρα­φί­ες στοὺς ἐ­ξαι­ρε­τι­κοὺς κα­λε­σμέ­νους. Μὲ τὰ κέρ­δη σκέ­φτε­ται ν’ ἀ­γο­ρά­σει ἔ­παυ­λη στὰ προ­ά­στια. Ἡ μα­γεί­ρισ­σα, ἐ­νο­χλη­μέ­νη ἀ­πὸ τὴν κα­τα­στρο­φὴ τῆς δη­μι­ουρ­γί­ας της, δί­νει στὴ μι­κρὴ πόρ­νη μιὰ ξυ­λιὰ στὰ πι­σι­νά. Ἡ πα­λά­μη της καί­γε­ται. Οἱ ἐ­ξαι­ρε­τι­κοὶ κα­λε­σμέ­νοι, οἱ πε­ρισ­σό­τε­ροι με­σί­τες, ἀ­πο­λαμ­βά­νουν τὸ ὑ­πό­λοι­πο τῆς τούρ­τας μὲ φα­νε­ρὴ εὐ­χα­ρί­στη­ση.

        Αὐ­τό­νο­μη. Ἡ μι­κρὴ πόρ­νη κά­νει τὰ πρῶ­τα της βή­μα­τα ἀ­νά­με­σα σὲ λε­κά­νες κι ἀ­πο­φά­για. Οἱ ἄλ­λες πόρ­νες τῆς δί­νουν τὸ μπου­κά­λι μὲ τὸ γά­λα της, μαυ­ρι­σμέ­νη ἡ θη­λή του ἀ­πὸ μύ­γες. Ἡ μι­κρὴ πόρ­νη τὸ ρου­φά­ει, στὸ ἀ­γα­πη­μέ­νο της μέ­ρος, στὸ φυ­τώ­ριο. Τὰ φυ­τὰ τὴν ὑ­πο­δέ­χον­ται. Ἐκ­κρί­νουν τὴ δε­λε­α­στι­κὴ μυ­ρω­διὰ τῆς σή­ψης. Οἱ μύ­γες πε­τα­ρί­ζουν γύ­ρω, εὐ­τυ­χι­σμέ­νες κολ­λοῦν στὰ σαρ­κο­βό­ρα ἄν­θη. Οἱ μύ­γες σύν­το­μα στρογ­γυ­λεύ­ουν, ἀ­σπρί­ζουν σὰν στα­γό­νες γά­λα, σὰν μαρ­γα­ρι­τά­ρια. Ὅ­λοι μα­ζὶ ἀ­πο­λαμ­βά­νουν τὸ φα­γη­τὸ μὲ φα­νε­ρὴ εὐ­χα­ρί­στη­ση.

        Ἀ­γνώ­στου πα­τρός. Στὸν δρό­μο ἡ μι­κρὴ πόρ­νη βυ­ζαί­νει τὸ δά­χτυ­λο τοῦ για­τροῦ λαί­μαρ­γα. Ἐ­κεῖ­νος τὴν πα­ρα­δί­δει στὸν ἰ­δι­ο­κτή­τη τοῦ φη­μι­σμέ­νου οἴ­κου ἀ­νο­χῆς «Pacific», ἔ­ναν­τι ἁ­δρῆς ἀ­μοι­βῆς, βέ­βαι­ος ὅ­τι με­γα­λώ­νον­τας θὰ ἀ­ξι­ο­ποι­ή­σει στὸ ἔ­πα­κρο τὸ τα­λέν­το της. Τὸ μπορ­ντέ­λο στε­γά­ζε­ται σὲ βί­λα μὲ πι­σί­να. Στὸν τε­ρά­στιο κῆ­πο ὑ­πάρ­χει φυ­τώ­ριο σπά­νι­ων σαρ­κο­βό­ρων φυ­τῶν. Ὁ για­τρὸς ἐ­πι­θε­ω­ρεῖ τὸ ἐκ­παι­δευ­τή­ριο μὲ φα­νε­ρὴ εὐ­χα­ρί­στη­ση.

        Προ­ο­ρι­σμέ­νη. «Ἀγ­γε­λι­κὴ στὴν ὄ­ψη καὶ δαί­μο­νας, για­τρέ, γεν­νή­θη­κε μὲ τὰ πό­δια μπρο­στά, τὰ σή­κω­σε, σφι­κτὰ κρα­τοῦ­σε ἀ­νά­με­σά τους, τοῦ δί­δυ­μου ἀ­δελ­φοῦ της τὰ συν­τρίμ­μια. Τὸν εἶ­χε τυ­λί­ξει μὲ τὸν λῶ­ρο της σὰν τὸν κισ­σό, τὸν ρου­φοῦ­σε κι οὔ­τε τὴν πεί­ρα­ζε ἡ σα­πί­λα, γεν­νή­θη­κε προ­ο­ρι­σμέ­νη πόρ­νη. Δὲς τὰ λακ­κά­κια στὶς λα­γό­νες, δὲς τὶς φτέρ­νες της. Ὄ­χι, μὴν τὴν κοι­τᾶς, ἄν­τρας κι ἐ­σύ, δὲν θὰ δεῖς πα­ρὰ τὴν ὀ­μορ­φιά της. Μο­νά­χα ἐ­γώ, ἡ μά­να της ξέ­ρω τί θη­ρί­ο γέν­νη­σα. Ἡ μι­κρὴ πόρ­νη ἅρ­πα­ξε ἀ­μέ­σως τὴ θη­λή μου, κάρ­φω­σε τὰ ρο­δα­λά της οὖ­λα, νὰ τὴν κό­ψει. Καὶ τὰ μά­τια της μαῦ­ρα, τὰ κάρ­φω­σε στὰ μά­τια μου ποὺ θρη­νοῦ­σαν τὸν γι­ό­κα μου. Θή­λα­σε γά­λα, δά­κρυ­α, αἷ­μα κι ἀ­πό­το­μα ἄ­φη­σε τὴ ζου­λιγ­μέ­νη θη­λὴ νὰ πι­τσι­λά­ει μι­κρὲς λευ­κὲς στα­γό­νες. Ἡ μι­κρὴ πόρ­νη ἔ­κλε­ψε τὰ μαρ­γα­ρι­τά­ρια μου», λέ­ει ἡ μά­να της, τὴν πε­τά­ει ἀ­νά­σκε­λη στὸ κρε­βά­τι, τῆς δί­νει τὶς κα­τά­ρες της. Ἡ μι­κρὴ πόρ­νη να­νου­ρί­ζε­ται καὶ κοι­μᾶ­ται. Ἡ γα­λά­ζια κού­νια λι­κνί­ζε­ται. Ἡ μη­τέ­ρα ξα­πλώ­νει μέ­σα της καὶ πε­θαί­νει. Ὁ νε­κρὸς ποὺ δὲν γεν­νή­θη­κε, τυ­λί­γε­ται γύ­ρω ἀ­πὸ τὴ μι­κρὴ πόρ­νη.

        Ἡ αἰ­ω­νι­ό­τη­τα στέ­κε­ται στ’ ἄ­δεια πα­πού­τσια της μὲ φα­νε­ρὴ εὐ­χα­ρί­στη­ση.



Πη­γή: Ἀ­σύν­δε­τα νε­ρά (δι­η­γή­μα­τα, ἐκδ. Γρα­φο­μη­χα­νή, 2016).

Μα­ρί­α Γκέ­κη (Πει­ραι­άς, 1961). Σπού­­δα­σε παι­δα­γω­γι­κὰ καὶ ἐρ­γά­ζε­ται ὡς νη­πι­α­γω­γός. Ἀ­σκή­θη­κε στὴν δη­μι­ουρ­γι­κὴ γρα­φὴ μὲ δά­σκα­λο τὸν Γι­ῶρ­γο Πα­να­γι­ω­τί­δη. Δι­η­γή­μα­τά της ἔ­χουν δη­μο­σι­ευ­τεῖ σὲ συλ­λο­γι­κοὺς τό­μους και σὲ ἱ­στό­το­πους.


Μαρία Γκέκη: Δωρικὲς Κυκλάδες

.

Gkeki,Maria-DorikesKyklades-Eikona-01

.

Μα­ρί­α Γκέ­κη

 .

Δω­ρι­κὲς Κυ­κλά­δες

.

01-TaphΟ ΣΩΜΑ ΤΗΣ, μαυ­ρο­τσού­κα­λο. Φο­ροῦ­σε ρι­χτὰ μαῦ­ρα ροῦ­χα, ἴ­σα νὰ τὸ κα­λύ­ψει μὲ τὸ πέν­θος τῆς κοι­νό­τη­τας, τῆς θε­μω­νιᾶς ὅ­πως τὴν ἔ­λε­γαν στὰ μέ­ρη τους. Τὸ σῶ­μα της, ξε­ρὸ ὀ­ρει­νὸ το­πί­ο τῆς Φο­λε­γάν­δρου. Μιὰ κο­ρυ­φο­γραμ­μὴ ξυ­ρα­φι­σμέ­νη ἀ­π’ τὸ Βο­ριά, πα­λαι­ό τους συμ­παί­χτη στὶς μου­σι­κές, ὄ­χι σὰν τὸν ἄλ­λο τὸν θε­ομ­παί­χτη τὸν Γαρ­μπή. Αὐ­τὸν τὸν τρέ­μαν στὸ Κα­ρα­βο­στά­σι.

       Τὸ πέν­θος βα­ρύ, γιὰ ἕ­να παι­δὶ ἐ­τῶν δε­κα­τεσ­σά­ρων ποὺ στού­κα­ρε μὲ τὸ μη­χα­νά­κι, βού­τη­ξε ἀ­π’ τὰ ψη­λά, στὴ Χρυ­σο­σπη­λιὰ νὰ γρά­ψει τὸ ὄ­νο­μά του κα­τὰ τὸ ἔ­θι­μο τ’ ἀρ­χαῖ­ο. Χά­ρης – Χά­ρος, αἰ­ώ­νιοι ἀ­γα­πη­μέ­νοι. Τὸ κα­κὸ σα­ράν­τα μέ­ρες ἔ­κλει­νε, τὸ δε­κα­πεν­ταύ­γου­στο. Νέ­κρω­σε τὰ πα­νη­γύ­ρια τοῦ Ἰ­ου­λί­ου, ὅ­πως πέ­θα­ναν τὰ κα­λο­καί­ρια στὰ νη­σιά, ἀ­π’ ὅ­ταν ἔ­κα­ναν τὸν του­ρι­σμό, βα­ριὰ βι­ο­μη­χα­νί­α. Οἱ ξέ­νοι ἀ­π’ τὴν Ἀ­θή­να ἤρ­θα­νε νὰ τοὺς συμ­βου­λέ­ψουν τί εἴ­δους «φου­γά­ρα» νὰ στή­σουν στὸ νη­σί. «Ἀ­να­τυ­πω­μέ­να λευ­κὰ ἐ­νοι­κι­α­ζό­με­να δω­μά­τια μὲ λου­λα­κὶ πα­ρά­θυ­ρα ἀ­λου­μι­νί­ου. Ἴ­σι­ες τα­ρά­τσες.»

       Ἔ­πρε­πε νὰ τοὺς φι­λέ­ψουν, ἔ­σφα­ξε τὸ πρω­ὶ τὸν κό­κο­ρα, ξά­να­ψε τὸ αἷ­μα της, τό ’σβῆ­σε μὲ κρα­σί. Ξε­ρό, δι­κό της. Τὸ βρά­δυ πῆ­ρε θέ­ση πλά­ι στὸν ἄν­τρα της ποὺ ἔ­παι­ζε τὴ τσαμ­πού­να. Ἦ­ταν καὶ τ’ ἄλ­λα ὄρ­γα­να ἐ­κεῖ πα­ρόν­τα, κι οἱ μαῦ­ρες ται­νί­ες στὰ που­κά­μι­σά τους. Ἀλ­λὰ εἴ­χα­νε κλεί­σει οἱ ξέ­νοι το τρα­πέ­ζι ἕ­να μή­να καὶ βά­λε πρὶν γί­νει τὸ κα­κό. Ὑ­πο­χρέ­ω­ση κι ἡ μιά, κι ἄλ­λη με­γα­λύ­τε­ρη. Συμ­φώ­νη­σαν νὰ μὴ χο­ρέ­ψουν οἱ ντό­πιοι γιὰ νὰ συμ­βι­βά­σουν τ’ ἀ­συμ­βί­βα­στα.

       Οἱ ξέ­νοι γλέν­τα­γαν, στρι­φο­γύ­ρι­ζαν ἄλ­λος βή­μα­τα κα­λα­μα­τια­νοῦ ἄλ­λος πα­ρα­πα­τή­μα­τα ζε­ϊμ­πέ­κι­κου στὸν ἴ­διο κύ­κλο. Κά­τι κυ­ρά­δες, πέ­τα­ξαν τὰ λι­γο­στά τους ροῦ­χα, εἶ­δε τὰ κάλ­λη τους τὸ φεγ­γά­ρι, πῆ­γαν μα­ζὶ νὰ πέ­σουν στὰ νε­ρά, στὴν Ἀγ­κά­λη. Γδυ­τοί, Θε­έ μου ’σχώ­ρα με καὶ στὸ δεῖ­πνο, εἶ­πε μιὰ γριὰ κι ἔ­φτυ­σε στὸν κόρ­φο της. Τὸ σῶ­μα της, σα­ράν­τα χρο­νῶν, δὲ βού­τη­ξε στὴ θά­λασ­σα. Πό­τε κρύ­ω­νε πό­τε κά­ψω­νε. Τὸ ὕ­φα­νε σὰν ἀρ­γα­λει­ὸς ἡ ἁρ­μύ­ρα ποὺ χω­νό­ταν μέ­σα στὸ κρεβ­βά­τι της. Τὸ ἔ­ψη­νε ὁ ἥ­λιος, μὲ τὶς ἀ­φά­νες στὸν πυ­ρο­φοῦρ­νο. Ἄ­να­βε λαμ­πά­δα, στὸ χο­ρό.

       Κρα­σὶ δὲν ἤ­πι­ε, μπου­κιὰ δὲν ἔ­φα­γε, ἡ μου­σι­κὴ ἀ­γρί­ε­ψε τὰ πό­δια της. Ὄρ­θια τὴν σή­κω­σαν. Φεύ­γω εἶ­πε, δὲν ἀν­τέ­χω ἄλ­λο. Σι­γα­νά, θυ­μω­μέ­να, γε­μά­τη ντρο­πή, «ἔ­χου­με πέν­θος, δὲν ἀ­κοῦ­τε;» συμ­πλή­ρω­σε. Κα­τέ­βη­κε μιὰ σκά­λα στὴ δη­μο­σιὰ κι ἔ­στρι­ψε ἀ­πό­το­μα στὸ πρῶ­το στε­νο­σό­κα­κο. Τὴν ἀ­κο­λού­θη­σα. Μέ­σα στὴ νύ­χτα δὲ μ’ εἶ­δε. Ἀ­νέ­μι­σε τὸ μαν­τή­λι. Δυ­νά­μω­σαν σὰ ταμ­ποῦρ­λα τὰ τρι­ζό­νια. Στρίγ­γλι­ζε τὸ βι­ο­λὶ καὶ τσούγ­γρι­ζε τὰ ξάρ­τια τῶν ἱ­στι­ο­φό­ρων ἡ τσαμ­πού­να.

       Τὸ σῶ­μα της ἀ­γρι­ο­κά­τσι­κο. Ἄ­στρα­ψαν τὰ ροῦ­χα της στὸ φῶς τῆς σε­λή­νης. Ἀ­πο­γει­ώ­θη­κε. Τὸ μαν­τή­λι της πι­ά­στη­κε στὸ καμ­πα­να­ριό. Ὁ χο­ρός της πά­τη­σε τὸ θά­να­το. Ὁ χο­ρός της ἀ­νέ­στη­σε τὸν Χά­ρη. Χα­μο­γέ­λα­σε. Εἶ­χε ἕ­να δόν­τι, δα­νει­κὸ ἀ­π’ τὴν Ἐ­νυ­ώ, γριὰ ἀ­πὸ γεν­νη­σι­μιοῦ της.

.

Bonsai-03c-GiaIstologio-04

.

Πηγή: Πρώτη δημοσίευση.

Μα­ρί­α Γκέ­κη (Νί­και­α, 1961). Σπού­δα­σε Παι­δα­γω­γι­κὰ στὴν Ἀ­θή­να. Ἐρ­γά­ζε­ται σὲ δη­μό­σιο Νη­πι­α­γω­γεῖ­ο. Πα­ρα­κο­λού­θη­σε σε­μι­νά­ρια δη­μι­ουρ­γι­κῆς γρα­φῆς. Δι­η­γή­μα­τά της ἐκ­δό­θη­καν στὸ συλ­λο­γι­κὸ ἔρ­γο Ὁ­δὸς Δη­μι­ουρ­γι­κῆς Γρα­φῆς, Ἀρ. 3 κα­θὼς καὶ στὴν Ἀν­θο­λο­γί­α σύν­το­μου δι­η­γή­μα­τος, δι­α­δρο­μὴ 2014.

Εἰ­κό­να: Φω­το­γρα­φί­α ἀ­πὸ τὴν Χρυ­σο­σπη­λιὰ Φο­λε­γάν­δρου. Δι­α­κρί­νον­ται ἀρ­χαί­α χα­ράγ­μα­τα ὀνομάτων.

.