Αλκιβιάδης Γιαννόπουλος: Ἡ ανωμαλία

Giannopoulos,Alkibiadis-IAnomalia-Eikona-02

Ἀλ­κι­βιά­δης Γι­αν­νό­που­λος


 

Ἡ ἀ­νω­μα­λί­α

 


01-KappaΑΠΟΙΟ πε­ρα­σμέ­νο κα­λο­καί­ρι, ἐ­κεῖ­νο ἀ­κρι­βῶς τὸ βρά­δυ ποὺ δό­θη­κε στὸ ὑ­παί­θριο θέ­α­τρο τοῦ Λευ­κοῦ Πύρ­γου ἕ­να γαλ­λο­ελ­λη­νι­κὸ πα­ρα­μύ­θι μὲ μου­σι­κὴ τοῦ Αἰ­μί­λιου Ριά­δη, ἕ­νας Γε­ωρ­γῆς, ἕ­νας —δη­λα­δὴ— ὁ­ποι­οσ­δή­πο­τε Γι­ωρ­γῆς ποὺ ἀ­π’ τὸ πρω­ὶ εἶ­χεν ἀ­νέλ­πι­στα ἐ­ξα­σφα­λί­σει πρό­σκλη­ση, φό­ρε­σε μὲ αὐ­τὴν τὴν εὐ­και­ρί­α τὸ ὁ­λο­καί­νουρ­γο μαῦ­ρο του κο­στού­μι. Ἦ­ταν ἡ πρώ­τη φο­ρὰ ποὺ ἔ­κα­νε τέ­τοι­α ἐμ­φά­νι­ση στὸν κό­σμο. Τοῦ εἴ­χα­νε κο­στί­σει, τοῦ­τα τὰ ροῦ­χα, κά­που τρεῖς χι­λιά­δες, πο­σὸ ὑ­περ­βο­λι­κὸ γιὰ τὴν ἀν­το­χὴ ἑ­νὸς μι­κρο­ϋ­παλ­λή­λου ἰ­δι­ω­τι­κοῦ γρα­φεί­ου. Ὁ ἄν­θρω­πος ζοῦσε δύ­σκο­λα, οἰ­κο­νο­μών­τας ἀ­π’ τὴν τρο­φὴ ὅ­σα χρει­α­ζό­τα­νε γιὰ νοί­κι, κα­πνό, ἐ­φη­με­ρί­δες, κα­φε­νεῖ­ο κι ὅ­λα τ’ ἄλ­λα τὰ γνω­στὰ καὶ μή, δί­χως νὰ ὑ­πο­λο­γί­ζε­ται ἡ συν­τή­ρη­ση τῶν δύ­ο συ­νη­θι­σμέ­νων φο­ρε­σι­ῶν του. Εἶ­χε μιὰ κα­λο­και­ρι­νὴ ἐ­λα­φρού­τσι­κη, γκρί­ζα, καὶ μιὰ σκού­ρα γιὰ τὸ χει­μώ­να, λὲς φτι­αγ­μέ­νη ὅ­μως ἀ­πὸ ἀ­τλά­ζι, τό­σο πο­λὺ γυ­ά­λι­ζε κι ἄ­στρα­φτε τώ­ρα τε­λευ­ταῖ­α.

       Μο­λα­ταῦ­τα εἶ­χε κα­τορ­θώ­σει, ἀ­φή­νον­τας μὲ ἀ­να­κού­φι­ση, σὲ κά­θε ἀλ­λα­γὴ ἐ­πο­χῆς, τὴ μιὰ φο­ρε­σιὰ γιὰ τὴν ἄλ­λη, νὰ πι­στέ­ψει πὼς κά­τι δι­α­τη­ροῦ­σε, ἐ­κεί­νη ποὺ ἔμ­παι­νε σὲ χρή­ση, ἀ­π’ τὴν ἀρ­χι­κή της αἴ­γλη. Ὅ­ταν κά­πο­τε ἀ­πο­φά­σι­σε νὰ συμ­πλη­ρώ­σει τὸ ἱ­μα­τι­ο­φυ­λά­κιό του —(σεν­τού­κι θω­ρα­κι­σμέ­νο μὲ κι­τρι­νο­πρά­σι­να τε­νε­κε­δά­κια καὶ καρ­φιὰ νι­κε­λω­μέ­να)— βρῆ­κε πὼς ὁ κοι­νω­νι­κὸς ἄν­θρω­πος ἀρ­χί­ζει μὲ τὴ μαύ­ρη ἐν­δυ­μα­σί­α, ἀ­πα­ραί­τη­το ἐ­φό­διο γιὰ τὶς πι­θα­νὲς προ­σκλή­σεις σὲ σπί­τια κα­θὼς πρέ­πει καὶ γιὰ τὶς ἐ­πι­σκέ­ψεις ποὺ ἤ­τα­νε ὑ­πο­χρε­ω­μέ­νος, τὴν πρω­το­χρο­νιὰ του­λά­χι­στον καὶ στὶς γι­ορ­τές τους, νὰ κά­νει στοὺς δυ­ὸ προ­ϊ­στα­μέ­νους: τὸν κύ­ριο Χ”Λάζο, ἄν­θρω­πο τυ­πι­κὸ ποὺ εἶ­χε ζή­σει στὴν Εὐ­ρώ­πη, καὶ τὸν κύ­ριο Κα­ρὸ Α.Β., πρό­σω­πο δί­χως δρά­ση σὲ τού­τη τὴν ἱ­στο­ρί­α.

       Ὁ κύ­ριος Χ”Λάζος ἤ­τα­νε ψη­λός, λι­γνός, ἀ­κα­τά­δε­κτος καὶ πάν­το­τε αὐ­στη­ρός. Λι­γο­μί­λη­τος, ἐκ­φρα­ζό­ταν μο­νά­χα μὲ τὸ βλέμ­μα· καὶ τὴ σκλη­ρό­τη­τα τῆς μα­τιᾶς του εἶ­χε αἰ­σθαν­θεῖ, μύ­ρι­ες φο­ρὲς πι­ό­τε­ρο ἀ­πὸ κά­θε ἄλ­λον, ὁ Γι­ωρ­γῆς, ὁ ὁ­ποι­οσ­δή­πο­τε Γι­ωρ­γῆς μὲ τὰ χι­λι­ο­βα­σα­νι­σμέ­να ἀ­πὸ σι­δε­ρώ­μα­τα κο­στού­μια του.

       Ὄ­χι πὼς δὲν ἐρ­γα­ζό­ταν ὁ ἄν­θρω­πος σύμ­φω­να μὲ τοὺς κα­νό­νες, τὶς ἰ­δι­ο­τρο­πί­ες καὶ τὴν ἀ­πε­ρί­γρα­πτη σχο­λα­στι­κό­τη­τα τοῦ κυ­ρί­ου συν­δι­ευ­θυν­τῆ· μὰ ἦ­ταν ὁ­λο­φά­νε­ρο πὼς κά­ποι­ος λό­γος ὑ­πῆρ­χε γιὰ νὰ μὴν εἶ­ναι ἀ­πό­λυ­τα ἱ­κα­νο­ποι­η­μέ­νος ἀ­π’ τὸν ὑ­πάλ­λη­λό του ὁ βλο­συ­ρὸς ἄν­θρω­πος ποὺ εἶ­χε ζή­σει στὴν Εὐ­ρώ­πη. Ἕ­νας ἀ­νε­παί­σθη­τος μορ­φα­σμός, ἕ­να ἀ­κό­μη πιὸ ἀ­νε­παί­σθη­το ἀ­να­σή­κω­μα τῶν ὤ­μων, ἦ­σαν ση­μά­δια ἀρ­κε­τὰ γιὰ νὰ ἑρ­μη­νεύ­σουν τὶς κα­κές του δι­α­θέ­σεις, κι ἴ­σως σὲ τό­σον ἐ­κλε­πτυ­σμέ­νον κύ­ριο νὰ ἦ­ταν ὀ­χλη­ρὴ ἡ πα­ρου­σία ἑ­νὸς ὑ­παλ­λή­λου ἀ­κα­λαί­σθη­τα καὶ κα­κο­μοί­ρι­κα βαλ­μέ­νου. Τὸ και­νούρ­γιο κο­στού­μι ἐν­τού­τοις δὲν εἶ­χε φτια­χτεῖ γιὰ νὰ φο­ρι­έ­ται κά­θε μέ­ρα. Θὰ χρη­σί­μευ­ε στὶς κα­τάλ­λη­λες, κα­θὼς λέ­χθη­κε, πε­ρι­στά­σεις, ὅ­πως στοὺς μα­χη­τὲς τοῦ πα­λιοῦ και­ροῦ χρη­σί­μευ­αν τὰ λο­γῆς σι­δη­ρι­κὰ καὶ οἱ φο­βε­ρές τους κά­σκες…

       Τὸ πε­ρί­φη­μο ἐ­κεῖ­νο βρά­δυ ἤ­τα­νε ἥ­συ­χο κι ἡ θά­λασ­σα γα­λή­νια. Ἔ­ξω ἀπ’ τὸ λι­μά­νι, πέ­ρα, φαί­νον­ταν σὰν μαῦ­ροι ὄγ­κοι τὰ λί­γα ξε­χα­σμέ­να φορ­τη­γὰ καὶ πλη­σι­έ­στε­ρα, ἀ­ρα­δι­α­σμέ­να κον­τὰ στὴν προ­κυ­μαί­α, τὰ κα­θη­με­ρι­νὰ κα­ΐ­κια. Ἡ μο­να­δι­κὴ τα­ρα­χὴ στὴν ἔ­κτα­ση, ὅ­που ἀ­μυ­δρὰ λαμ­πύ­ρι­ζαν τὰ φῶ­τα ἀ­π’ τὶς μα­κρι­νὲς πα­ρα­λί­ες, ἦ­ταν τὸ πή­γαι­νε-ἔ­λα τρι­ῶν-τεσ­σά­ρων βεν­ζι­νο­πλοί­ων, ποὺ γλί­στρα­γαν μὲ κρό­τους γιὰ τὴν «του­ρι­στι­κὴν ἀ­κτή», ὅ­πως ὀ­νο­μά­στη­καν τὰ πα­ρα­θα­λάσ­σια χω­ρι­ου­δά­κια νο­τι­ο­α­να­το­λι­κὰ πρὸς τὸ Κα­ρὰ-Μπουρ­νού.

       Στὸν κῆ­πο τοῦ Λευ­κοῦ Πύρ­γου τὰ κα­χε­κτι­κὰ γέ­ρι­κα πεῦ­κα, κου­ρα­σμέ­να τό­σον και­ρὸ νὰ παί­ζουν τὸ ρό­λο τοῦ πάρ­κου τῆς Θεσ­σα­λο­νί­κης, κοι­μόν­του­σαν ἤ­ρε­μα καὶ κά­τω ἀ­π’ αὐ­τὰ ὅ­που βρί­σκον­ταν τρα­πε­ζά­κια, πα­ρα­κο­λου­θοῦ­σαν οἱ πε­ρί­ερ­γοι τὴν κί­νη­ση τοῦ κό­σμου, ποὺ ἀρ­κε­τὴν ὥ­ρα προ­τοῦ ἀρ­χί­σει ἡ πα­ρά­στα­ση, γι­νό­ταν φα­νε­ρὸ πὼς θὰ ἦ­ταν ση­μαν­τι­κὴ ἀ­πό­ψε. Σὲ ἕ­να ἄ­πο τὰ τρα­πε­ζά­κια αὐ­τὰ βρέ­θη­κε λοι­πὸν μὲ δυ­ὸ φί­λους τῆς πε­ρί­στα­σης κι ὁ ὁ­ποι­οσ­δή­πο­τε Γι­ωρ­γῆς μας. Ἀ­πὸ μιᾶς ἀρ­χῆς ἡ συ­ζή­τη­ση πε­ρι­στρά­φη­κε στὸ μαῦ­ρο κο­στού­μι, ποὺ τὸν ἄλ­λα­ζε κα­τα­πλη­κτι­κά. Ὅ­λα πή­γαι­ναν θαυ­μά­σια: τ’ ἄ­σπρο σκλη­ρὸ κολ­λά­ρο, ὁ πε­ρί­φη­μος λαι­μο­δέ­της καὶ τὰ ὄ­μορ­φα ἐ­πί­χρυ­σα κουμ­πιά, ποὺ γυ­ά­λι­ζαν στὰ μα­νι­κέ­τια. Τὸ ὕ­φα­σμα τῆς φο­ρε­σιᾶς ἐγ­γλέ­ζι­κο, ἦ­ταν λί­γο βα­ρὺ γιὰ τὴν ἐ­πο­χή, μά, μὲ τὴν εὐ­και­ρί­α τέ­τοι­ας καλ­λι­τε­χνι­κῆς βρα­διᾶς καὶ τῆς δι­α­κε­κρι­μέ­νης μά­λι­στα θέ­σης τῆς πρό­σκλη­σης, ἔ­πρε­πε νὰ κρα­τη­θοῦν οἱ τύ­ποι. Ἀ­π’ τὸ τρα­πε­ζά­κι τῶν τρι­ῶν φί­λων πα­ρα­κο­λου­θοῦ­σες τώ­ρα μὲ με­γά­λην ἄ­νε­ση τοὺς ἀν­θρώ­πους ποὺ ἔρ­χον­ταν. Ἔ­βλε­πες καὶ σὲ βλέ­πα­νε. Κι αὐ­τὸ κυ­ρί­ως συ­νέ­βαι­νε τοῦ Γι­ωρ­γῆ: αἰ­σθα­νό­ταν πὼς τὸν βλέ­πα­νε.

       Κά­θε ἄν­θρω­πος πα­ρα­τη­ρεῖ, μὲ ἐν­το­νώ­τε­ρη προ­σο­χή, ἐ­κεῖ­νο ποὺ τοῦ κά­νει ἐν­τύ­πω­ση. Τὸ πράγ­μα στὴν πε­ρί­πτω­σή του, ἦ­ταν ἀ­πό­λυ­τα δι­και­ο­λο­γη­μέ­νο· ὁ ἴ­διος συμ­με­ρι­ζό­ταν τὴ συγ­κί­νη­ση, ποὺ τὸ ἄ­το­μό του, ἔ­τσι συ­γυ­ρι­σμέ­νο, προ­κα­λοῦ­σε στοὺς ἄλ­λους. Ἔ­νι­ω­θε πὼς πρό­σφε­ρε κά­τι τὸ ἀ­ξι­ο­ση­μεί­ω­το, πὼς εἶ­χε ἀ­πο­κτή­σει μιὰν ὑ­πό­στα­ση καὶ θε­ω­ροῦ­σε πιὰ ὑ­πο­χρέ­ω­σή του, μιὰ ποὺ εἶ­χεν ἀ­να­λά­βει νὰ πα­ρου­σιά­σει στὸν κό­σμο ἕ­ναν και­νούρ­γιο ἑ­αυ­τόν του, νὰ προ­σέ­χει μὴ δώ­σει τὴν πα­ρα­μι­κρὴ ὑ­πο­ψί­α πὼς δὲν ἦ­ταν συ­νη­θι­σμέ­νος σὲ πα­ρό­μοι­ες ἐ­πι­δεί­ξεις.

       Ὡ­στό­σο ὅ­σοι κα­τα­φθά­να­νε φαί­νον­ταν πὼς εἶ­χαν πα­ρε­ξη­γή­σει τὴ ση­μα­σί­α τῆς «πρε­μι­έ­ρας». Ἔρ­χον­ταν μὲ τὰ κα­θη­με­ρι­νά τους, ἁ­πλὲς θε­ρι­νὲς ἐν­δυ­μα­σί­ες, ξε­σκού­φω­τοι πολ­λοί, μὲ ἕ­να ὁ­λό­τε­λα ἐ­παρ­χι­ώ­τι­κο «σὰν -φα­σὸν» ποὺ μαρ­τυ­ροῦ­σε στὸ βά­θος πό­σο ἦ­ταν κα­θυ­στε­ρη­μέ­νη τού­τη ἡ με­γά­λη πό­λη τοῦ Θερ­μα­ϊ­κοῦ…

       Ὅ­ταν κτύ­πη­σε ἡ ὥ­ρα, χω­ρί­στη­κε καὶ ὁ Γι­ωρ­γῆς ἀ­πὸ τοὺς φί­λους ποὺ εἶ­χαν ἄλ­λες θέ­σεις —μὴ ἀ­ριθ­μη­μέ­νες— κι ἄ­φη­σε νὰ ὁ­δη­γη­θεῖ στὴ δι­κιά του ἀ­πὸ τὸν τα­ξι­θέ­τη.

       Τὸ κά­θι­σμα βρι­σκό­τα­νε σ­τὴν ὄ­γδο­η σει­ρά, ἀ­ριθ­μὸς ἑ­πτά, πρὸς τὸ κέν­τρο. Δυ­ὸ θέ­σεις ἀ­ρι­στε­ρὰ ἦ­σαν ἀ­κό­μη ἄ­δει­ες καὶ στὰ δε­ξιὰ κα­θό­ταν ἕ­νας χον­τρὸς μὲ ἄ­σπρα μαλ­λιά, ποὺ φυ­σοῦ­σε κι ἀ­να­στέ­να­ζε ἀ­π’ τὴ ζέ­στη καὶ περ­νών­τας ἀ­δι­ά­κο­πα στὸ μέ­τω­πο, ποὺ ἔ­στα­ζε ἀ­πὸ ἱ­δρώ­τα, τὸ μαν­τή­λι. Ὁ Γι­ωρ­γῆς ὄρ­θιος φρόν­τι­σε νὰ τοῦ ρί­ξει μιὰ μα­τιά. Ὕ­στε­ρα, ἀ­νά­βον­τας σι­γὰ ἕ­να τσι­γά­ρο, ἀ­φι­ε­ρώ­θη­κε ἀ­πο­κλει­στι­κὰ στὸ πλῆ­θος. Σχη­μα­τι­ζό­ταν ἐν­τός του μιὰ εἰ­κό­να· ἦ­ταν ὣς τὸ πρω­ὶ ξε­χα­σμέ­νος, ἀ­πα­σχο­λη­μέ­νος σὲ μα­κρι­νὴ χώ­ρα μὲ ἀ­νια­ρὴ ἐρ­γα­σί­α σὰν τοὺς τυ­χάρ­πα­στους ποὺ τρέ­χουν γιὰ χρυ­σά­φι στὶς ἄ­κρες τῆς γῆς. Τώ­ρα μὲ τὴν ἐ­πι­στρο­φή του, βρι­σκό­τα­νε ἀ­νά­με­σα στὸν ἀ­λη­θι­νὸ κό­σμο, ὅ­μοι­ος με­τα­ξὺ ὁ­μοί­ων. Συγ­χω­ροῦ­σε σὲ ὅ­λους τὴν ἐμ­φά­νι­σή τους: μιὰ πα­ρα­τυ­πί­α, μιὰ ἁ­πλὴ πα­ρα­τυ­πί­α, ποὺ τὴ δι­και­ο­λο­γοῦ­σε καὶ ἡ ἐ­ξαι­ρε­τι­κὴ θερ­μο­κρα­σί­α τῆς βρα­διᾶς…

       Μὲ τέ­τοι­ες κι ἄλ­λες φαν­τα­σί­ες, πε­ρί­με­νε λοι­πόν, νὰ σβή­σου­νε τὰ φῶ­τα…

       … Ἡ ἀρ­χὴ φά­νη­κε μα­γευ­τι­κή. Ἔμ­παι­νες ἀ­πὸ τοὺς πρώ­τους ἤ­χους τῆς ὀρ­χή­στρας, (τῆς ἅρ­πας καὶ τῶν βι­ο­λι­ῶν), στὸ πα­ρα­μύ­θι. Κα­νέ­νας πιὰ ψί­θυ­ρος· τὰ πάν­τα ἀ­κι­νη­τοῦ­σαν ὣς καὶ ὁ χον­τρὸς ποὺ ἵ­δρω­νε καὶ ποὺ εἶ­χε ἐγ­κα­τα­λεί­ψει τὸ μαν­τή­λι στὰ γό­να­τά του…

       Ὅ­λοι οἱ ἄν­θρω­ποι φτιά­χνουν, στιγ­μὴ μὲ τὴ στιγ­μή, δι­κές τους πε­ρι­ο­χές, δί­νον­τας στὸ κά­θε ἀν­τι­κεί­με­νο, στὶς κι­νή­σεις καὶ στὰ πρό­σω­πα ποὺ τοὺς τρι­γυ­ρί­ζουν, ἔν­νοι­ες καὶ μορ­φὲς ἀ­πὸ τὴν ἴ­δια τους τὴ φαν­τα­σί­α πλα­σμέ­νες. Για­τὶ ἡ φαν­τα­σί­α δὲν πλά­θει μό­νον ὄ­νει­ρα καὶ μύ­θους. Φτιά­χνει καὶ τὴν πραγ­μα­τι­κό­τη­τα, λι­γό­τε­ρο ἢ πε­ρισ­σό­τε­ρο ἀ­λη­θι­νή, σύμ­φω­να μὲ τὴν ἰ­δι­ο­συγ­κρα­σί­α τοῦ κα­θέ­να. Αὐ­τό, φυ­σι­κά, εἶ­ναι ζή­τη­μα ποὺ θέ­λει ξε­χω­ρι­στὴν ἐ­ξέ­τα­ση· ἀλ­λ’ ὁ­πωσ­δή­πο­τε ἐ­ξη­γι­έ­ται. Ὑ­πάρ­χουν ὅ­μως ἄλ­λα πε­ρι­στα­τι­κὰ ποὺ δὲν ἐ­ξη­γοῦν­ται μὲ κα­μιὰ λο­γι­κή. Ἀ­να­πη­δᾶ­νε ἀ­προσ­δό­κη­τα, ἀ­πρό­σκλη­τα ἐν­τε­λῶς. Πι­θα­νὸ στὴ μο­νο­το­νί­α μιᾶς ἥ­συ­χης ζω­ῆς νὰ φέρ­νουν ποι­κι­λί­α, νὰ εἶ­ναι σὰν κυ­μα­τά­κια σὲ θά­λασ­σα ἀ­πελ­πι­στι­κὰ ἀ­τά­ρα­χη. Πι­θα­νὸν ἀ­κό­μη νὰ εἶ­ναι ἀ­πα­ραί­τη­τα στὴ λύ­ση μιᾶς μπερ­δε­μέ­νης θε­α­τρι­κῆς ὑ­πό­θε­σης ἢ στὸ τόρ­νευ-μα μιᾶς ἀ­φή­γη­σης, ὅ­πως ὁ ἀ­πὸ μη­χα­νῆς θε­ὸς στὶς ἀρ­χαῖ­ες τρα­γω­δί­ες καὶ ἡ «σύμ­πτω­ση» στὰ μυ­θι­στο­ρή­μα­τα μὲ θέ­ση.

       Κα­νεὶς ὅ­μως δὲν μπο­ρεῖ νὰ ἀρ­νη­θεῖ πὼς τέ­τοι­α ἀ­προσ­δό­κη­τα εἶ­ναι συ­χνὰ ἀ­νε­πι­θύ­μη­τα τό­σο στὴν ψεύ­τι­κη ὅ­σο καὶ στὴν ἀ­λη­θι­νὴ ζω­ή.

       Ἁ­πλὴ ἀ­πό­δει­ξη ἢ πε­ρί­πτω­ση τοῦ Γι­ωρ­γῆ. Σὲ ἕ­να ἀ­πὸ τὰ δυ­ὸ ἄ­δεια κα­θί­σμα­τα, ποὺ βρί­σκον­ταν στὰ πλά­για του, εἶ­χε το­πο­θε­τή­σει ὁ ἄν­θρω­πος τὸ και­νούρ­γιο του κα­πέ­λο, μὲ τὴν ἀ­πί­θα­νη ἐλ­πί­δα πὼς θὰ ἔ­με­νε ἐ­κεῖ ἥ­συ­χο κι ἀ­θῶ­ο, ὣς τὸ τέ­λος τῆς πα­ρά­στα­σης.

       Πο­τὲ βέ­βαι­α δὲν θὰ ἦ­ταν δυ­να­τὸ νὰ ὑ­πο­ψια­στεῖ πώς, ἐ­κεῖ­νο ἀ­κρι­βῶς τὸ κά­θι­σμα, προ­ο­ρι­ζό­ταν ἀ­π’ τὸ πρω­ί, ἀ­πὸ χθές, ἀ­πὸ πάν­τα, γιὰ τὸν κύ­ριο Χ”Λάζο, τὸν πο­λὺ γνω­στό μας κύ­ριο Χ”Λάζο.

       Ἔ­φτα­σε αὐ­τός, στὸ θέ­α­τρο ἀρ­γά, μὲ θό­ρυ­βο, γε­λών­τας καὶ συ­νε­χί­ζον­τας τὴν ὁ­μι­λί­α μὲ ἕ­ναν ἄλ­λον ποὺ τὸν συν­τρό­φευ­ε. Μπρὸς στὸ κά­θι­σμά του στά­θη­κε καὶ πρὶν προ­φτά­σει ὁ Γι­ωρ­γῆς, ποὺ εἶ­χε στὸ με­τα­ξὺ ση­κω­θεῖ, πῆ­ρε τὸ κα­πέ­λο καὶ μό­λις τώ­ρα ἀ­να­γνω­ρί­ζον­τας τὸν ὑ­πάλ­λη­λό του, τοῦ τὸ ἔ­τει­νε ρω­τών­τας:

       — Δι­κό σας εἶ­ναι αὐ­τό;

       Ἡ διά­ρκεια τῆς στιγ­μῆς εἶ­ναι ὑ­πό­θε­ση ποῦ ἐν­δι­α­φέ­ρει ἰ­δι­αί­τε­ρα ὅ­σους ἀ­σχο­λοῦν­ται μὲ τὴ σχε­τι­κό­τη­τα. Ὅ­μως ξέ­ρου­με πὼς ἀρ­κεῖ ν’ ἀ­νοι­γο­κλεί­σου­με τὰ βλέ­φα­ρα καὶ σὲ τοῦ­το τὸ δι­ά­στη­μα νὰ ζή­σου­με ἀ­πε­ρι­ό­ρι­στο χρό­νο. Ναί, ἦ­ταν δι­κό του. Μὰ δὲν βρῆ­κε τί­πο­τε ν’ ἀ­παν­τή­σει.

       — Κα­θῆ­στε – πρό­σθε­σε ὁ ἄλ­λος.

       Τό­τε ὅ­λα γύ­ρω, ὅ­λοι οἱ ἄν­θρω­ποι, ἡ μου­σι­κὴ ὑ­πό­κρου­ση, τὸ θαυ­μά­σιο ἔρ­γο, ἄλ­λα­ξαν. Σὰν ν’ ἀ­πο­μα­κρύν­θη­καν, νὰ ξε­χω­ρί­στη­καν σὲ δι­α­φο­ρε­τι­κὸ ἐ­πί­πε­δο. Κι αὐ­τὸς ὁ ἴ­διος, μὲ πα­ρά­λο­γη πε­ρι­βο­λή, ξα­να­γι­νό­ταν ὁ Γι­ωρ­γῆς, ὁ κα­θη­με­ρι­νὸς καὶ ὁ­ποι­οσ­δή­πο­τε Γι­ωρ­γῆς…

       Ἡ πα­ρά­στα­ση συ­νε­χι­ζό­ταν. Οἱ στί­χοι τῶν ἠ­θο­ποι­ῶν ἠ­χοῦ­σαν ὅ­πως πρῶ­τα. Ὁ χον­τρός, ἀ­π’ τὴν ἄλ­λη πλευ­ρά, εἶ­χε ξα­ναρ­χί­σει τ’ ἀγ­κο­μα­χη­τό. Καὶ πέ­ρα ὣς πέ­ρα, οἱ θε­α­τές, ἦ­σαν στὶς θέ­σεις τους.

       Ἐν­τού­τοις κά­ποι­ο χά­ος εἶ­χε πραγ­μα­τι­κὰ δη­μι­ουρ­γη­θεῖ καὶ ὅ­λα αὐ­τὰ δὲν ἦ­σαν πα­ρὰ ση­μεῖ­α ἀ­κα­θό­ρι­στα, ἀ­στέ­ρια μα­κρι­νά, σὲ ζο­φε­ρὸ οὐ­ρα­νό.

       Γιὰ νὰ μὴν ἐ­νο­χλεῖ τὸν κύ­ριο Χ”Λάζο… εἶ­χεν ἀ­πο­τρα­βη­χτεῖ, ἀ­κουμ­πών­τας ἔ­τσι στὸ χον­τρὸν ἄν­θρω­πο ποὺ ἵ­δρω­νε. Καὶ τοῦ­τος πά­λι χω­ρὶς νὰ μπο­ρεῖ νὰ ἐ­ξη­γή­σει τὴν και­νούρ­για ἐ­νό­χλη­ση, κι­νοῦ­σε τὸ σῶ­μα του δε­ξιὰ-ζερ­βά, ἀ­πελ­πι­σμέ­νος. Πέ­ρα­σαν με­ρι­κὰ λε­πτὰ προ­τοῦ προ­σέ­ξει ὁ χον­τρὸς ποι­ά ἦ­ταν ἡ ἀ­φορ­μὴ τῆς τό­σης του στε­νο­χώ­ριας, κι ἀ­κρι­βῶς, ὅ­ταν γυ­ρί­ζον­τας πρὸς τὰ ἐ­δῶ γιὰ νὰ τα­κτο­ποι­η­θεῖ εἶ­δε —πρώ­τη φο­ρὰ ἴ­σως— τὸ μαυ­ρο­φο­ρε­μέ­νο νέ­ο μὲ τὸ κα­πέ­λο στὰ χέ­ρια ἀ­κί­νη­το, μαρ­μα­ρω­μέ­νο, μὲ τὴν πε­ρί­ερ­γη πρὸς τὸ μέ­ρος του κλί­ση, ἀ­κού­στη­κε, ὁ­λό­τε­λα πα­ρά­και­ρα, ἀ­δι­και­ο­λό­γη­τα, μο­να­δι­κὸ μέ­σα στὴ σι­γὴ τοῦ πλή­θους, τὸ ἠ­χη­ρό­τα­το γέ­λιο του…

       Τὴν ἄλ­λη μέ­ρα, μὲ τὴ συ­νη­θι­σμέ­νη θε­ρι­νὴ φο­ρε­σιά, πα­ρου­σι­ά­στη­κε στὸ γρα­φεῖ­ο του χλω­μός, ὁ πε­νι­χρὸς ἥ­ρω­ας τού­της τῆς ἱ­στο­ρί­ας. Εἶ­χε πε­ρά­σει μιὰν ἀ­παί­σια νύ­χτα χω­ρὶς ὕ­πνο, δί­χως στιγ­μὴ ἡ­συ­χί­ας.

       Στὸ κε­φά­λι του βου­ΐ­ζα­νε ἀ­συ­νάρ­τη­τες λέ­ξεις. Ἐ­φιά­λτες τὸν γκρε­μί­ζα­νε ἀ­πὸ δυ­σθε­ώ­ρη­τα ὕ­ψη, ἀ­ό­ρα­τα χέ­ρια τὸν ἔ­πνι­γαν. Κι ἀ­νά­με­σα σ’ αὐ­τὰ ὁ κύ­ριος Χ”Λά­ζος μόρ­φα­ζε μὲ τὸν πιὸ τε­ρα­τώ­δη κι ἀ­νε­ξή­γη­το τρό­πο. Ξυ­πνών­τας, μιὰ ἀ­πε­ρί­γρα­πτη στε­νο­χώ­ρια τὸν βα­σά­νι­σε σκλη­ρό­τε­ρα. Ἦ­ταν ἡ αἴ­σθη­ση πὼς ἡ ὄ­μορ­φη, μαύ­ρη φο­ρε­σιὰ κά­τι εἶ­χε πά­θει, κά­τι εἶ­χε χά­σει. Τὴν εἶ­δε, ἀ­νοί­γον­τας τὰ μά­τια, ριγ­μέ­νη σὲ ἕ­να κά­θι­σμα: μέ­σα σ’ αὐ­τὴν εἶ­χε ζή­σει γιὰ λί­γες στιγ­μὲς μιὰ φαν­τα­στι­κὴ ζω­ή… Λί­γες στιγ­μὲς μο­νά­χα. Κι ὄ­χι ὁ ἴ­διος. Ἕ­νας ἄλ­λος. Ἕ­να πρό­σω­πο, ἕ­να δη­μι­ούρ­γη­μα ἐν­τε­λῶς ἀ­πί­θα­νο, κα­τα­σκευ­α­σμέ­νο ἀ­πο­κλει­στι­κὰ γιὰ νὰ στο­λι­στεῖ μὲ τὸ μαῦ­ρο κο­στού­μι. Μὰ ἔ­τσι ὅ­πως βρι­σκό­ταν τώ­ρα τοῦ­το τὸ ροῦ­χο —ἕ­να κοι­νό, τέ­λος πάν­των, μαῦ­ρο ροῦ­χο,— ἔ­βλε­πε ὁ Γι­ωρ­γῆς νὰ ξε­γλι­στρά­ει, νὰ χά­νε­ται σι­γὰ-σι­γὰ καὶ τὸ στερ­νὸ ἀ­κό­μα ἴ­χνος ποὺ εἶ­χεν ἀ­φή­σει στὴν αἴ­σθη­σή του ἡ ἐ­ξαί­σια τοῦ κά­ποι­ου ἐ­κεί­νου ὀ­πτα­σί­α…

       Κά­θε ἱ­στο­ρί­α πρέ­πει νὰ τε­λει­ώ­νει μὲ τὸ δι­κό της τρό­πο. Σὰν ἀν­τί­κρυ­σε λοι­πὸν ὁ κύ­ριος Χ”Λά­ζος τὸν ὑ­πάλ­λη­λό του, τὸ ἴ­διο πρω­ι­νό, στὸ γρα­φεῖ­ο, ἀ­να­σή­κω­σε ἀ­νε­παί­σθη­τα ὅ­πως πάν­τα τοὺς ὤ­μους, τὸν κοί­τα­ξε κα­λά, ὡ­σὰν ζη­τών­τας, πα­ρ’ ὅ­λην τὴν κα­θη­με­ρι­νή, συ­νη­θι­σμέ­νη ἐμ­φά­νι­ση ἐ­κεί­νου, νὰ τὸν ἀ­να­γνω­ρί­σει, καὶ μὲ τὴν πιὸ ἥ­συ­χη φω­νή, τὴν πιὸ πα­ρά­δο­ξα ἥ­συ­χη φω­νή, τοῦ εἶ­πε:

       — Κύ­ρι­ε Γι­ωρ­γῆ… Φο­βᾶ­μαι πὼς βρέ­θη­κε στὰ χαρ­τιά σας, κά­ποι­α ἀ­νω­μα­λί­α…


 

Bonsai-03c-GiaIstologio-04

 


Πη­γή: Ἀλ­κι­βιά­δης Γι­αν­νό­που­λος, Κε­φά­λια στὴ σει­ρά, Ἕν­τε­κα δι­η­γή­μα­τα, Ἐκ­δό­σεις Γα­λα­ξί­α, Ἀ­θή­να, 1971 (Α’ ἔκ­δο­ση: Θεσ­σα­λο­νί­κη, 1934).

Ἀλ­κι­βιά­δης Γι­αν­νό­που­λος (Ἀ­θή­να, 1896-1981). Δι­ή­γη­μα, μυ­θι­στό­ρη­μα, θέ­α­τρο, ποί­η­ση, με­τά­φρα­ση. Ση­μαν­τι­κὴ μορ­φὴ στὴν πε­ζο­γρα­φί­α τῆς γε­νιᾶς τοῦ ’­30. Στὰ νε­α­νι­κά του χρό­νια ἔ­ζη­σε στὴ Μασ­σα­λί­α καὶ τὸ Μι­λά­νο. Πρω­το­εμ­φα­νί­στη­κε τὸ 1915 μὲ φου­του­ρι­στι­κὰ κεί­με­να στὰ ἰ­τα­λι­κὰ πε­ρι­ο­δι­κά. Τὸ 1917 δι­έ­κο­ψε τὶς σπου­δές του στὴν Ἰ­τα­λί­α καὶ κα­τε­τά­γη στὸν ἑλ­λη­νι­κὸ στρα­τό. Δού­λε­ψε ὡς τρα­πε­ζι­κός. Στὰ γράμ­μα­τα ἐμ­φα­νί­στη­κε τὸ 1931 ἀ­πὸ τὸ πε­ρι­ο­δι­κὸ Μα­κε­δο­νι­κὲς Ἡ­μέ­ρες. Δη­μο­σί­ευ­σε τὶς συλ­λο­γὲς δι­η­γη­μά­των: Ἡ ἡ­ρω­ι­κὴ πε­ρι­πέ­τεια (Θεσ­σα­λο­νί­κη, 1938), Ἡ τυ­φλό­μυ­γα (Ἀ­θή­να, 1962), Ἡ συ­νέ­λευ­ση (Ἀ­θή­να, 1981) κ.ἄ. Ἐ­πί­σης τὸ μυ­θι­στό­ρη­μα Ἡ σα­λα­μάν­τρα (Ἀ­θή­να, 1957).

Advertisements

Ἀλκιβιάδης Γιαννόπουλος: Ὁ κλέφτης

 

 

Ἀλ­κι­βιά­δης Γι­αν­νό­που­λος

 

Ὁ κλέ­φτης

 

ΣΥΧΙΑ: ἡ συ­νη­θι­σμέ­νη νυ­χτε­ρι­νὴ ἡ­συ­χί­α. Α­κού­γε­ται μο­νά­χα, ἀ­π’ τὸ δι­πλα­νὸ δω­μά­τιο, ὁ ἄλ­λος συγ­κά­τοι­κος ποὺ στε­νά­ζει καὶ ξε­φυ­σά­ει στὸν ὕ­πνο του. Εἶ­ναι σὲ ὅ­λα του ἀ­νυ­πό­φο­ρος, τοῦ­τος ὁ ἄν­θρω­πος. Ἀ­κα­λαί­σθη­τα χον­τρὸς καὶ κα­κο­βαλ­μέ­νος προ­κα­λεῖ τὴν ἐν­τύ­πω­ση πὼς ζεῖ ἔ­τσι, τυ­χαῖα, δί­χως σκο­πό, ἀ­πο­κλει­στι­κὰ γιὰ νὰ κοι­μᾶ­ται τὴ νύ­χτα. Εἶ­ναι ὑ­πάλ­λη­λος, ἕ­νας τι­πο­τέ­νιος ὑ­παλ­λη­λί­σκος, σὲ δη­μό­σιο γρα­φεῖο· κα­θό­λου δυ­σα­ρε­στη­μέ­νος γι’ αὐ­τό. Φυ­σι­κὰ ἔ­χει πε­ρι­ο­ρί­σει, πε­ρι­μαν­τρώ­σει τὴν ὕ­παρ­ξή του σ’ ἕ­να στε­νό, πο­λὺ στε­νὸ κύ­κλο, κι ὄ­χι μό­νο δὲν τολ­μά­ει νὰ ξε­πε­ρά­σει τὴν πε­ρι­φέ­ρεια, μὰ προ­σπα­θεῖ ὁ­λο­έ­να πε­ρισ­σό­τε­ρο νὰ στρι­φο­γυ­ρί­ζει σι­μώ­τε­ρα στὸ κέν­τρο. Ἂν ἤ­ξε­ρε πὼς κά­θε νύ­χτα, στὴν ἀ­πό­λυ­τη γύ­ρω ἡ­συ­χία, αὐ­τὸς μο­νά­χα ἀ­κού­γε­ται, θὰ τρό­μα­ζε ξαφ­νι­α­σμέ­νος, ἀ­πο­κτών­τας —ἴ­σως γιὰ πρώ­τη φο­ρὰ— τὴ συ­ναί­σθη­ση πὼς ὑ­πάρ­χει.­..

         Ὅ­ταν βρί­σκε­σαι μα­ζὶ μὲ ἄλ­λους ζεῖς μιὰ ξέ­νη ζω­ή. Τὶς νυ­χτε­ρι­νὲς ὅ­μως τοῦ­τες ὧ­ρες ὁ κα­θέ­νας κλεί­νε­ται στὸν ἑ­αυ­τόν του.­.. Στὸ κά­τω-κά­τω κι ἡ τό­ση μο­να­ξιὰ κα­ταν­τά­ει ἐ­νο­χλη­τι­κή· πολ­λὲς φο­ρὲς ἀ­νυ­πό­φο­ρη. Κοι­τᾶς νὰ βρεῖς μιὰ δι­έ­ξο­δο, κά­που νὰ προ­ση­λώ­σεις τὴ σκέ­ψη. Αἴφ­νης, κου­ρα­σμέ­νος νὰ πλη­ρεῖς, μό­νος ὁ ἴ­διος, τὸ κε­νό, σοῦ ἔρ­χε­ται ἡ ἐ­πι­θυ­μί­α νὰ με­τρή­σεις πό­σες φο­ρὲς σ’ ἕ­να λε­πτὸ θὰ στε­νά­ξει ἐ­κεῖ­νος: νὰ ἀ­σχο­λη­θεῖς μὲ τὸν δι­πλα­νό σου.

        Ὀ­νει­ρο­πο­λών­τας, ὅ­λα μπο­ρεῖς νὰ τὰ βά­λεις στὸ νοῦ. Ἔ­τσι εἶ­ναι πι­θα­νό, ἐν­τε­λῶς πι­θα­νό, αὔ­ριο τὸ πρω­ὶ νὰ στεί­λεις μή­νυ­μα στὸ γεί­το­να, πὼς γιὰ ἐ­πεί­γου­σα ὑ­πό­θε­ση τὸν ζη­τᾶς ἐ­δῶ.

        Θὰ ἔρ­θει ἀ­πο­ρών­τας, μ’ ὀρ­θά­νοι­χτα τὰ μι­κρὰ βαθου­λά του μά­τια.

        —Κύ­ρι­ε Στέ­φα­νε Βε­ρι­ώ­τη – θὰ τοῦ πεῖς. —Ἀ­πο­φά­σι­σα νὰ ἀ­σχο­λη­θῶ ἀ­πο­κλει­στι­κὰ μὲ σᾶς.

        Στὴν ἀρ­χὴ θὰ τρο­μά­ξει. Ὕ­στε­ρα ἴ­σως γε­λά­σει εἰ­ρω­νι­κά, θυ­μω­μέ­νος τά­χα.

        —Καὶ δὲν μοῦ ἐ­πι­στρέ­φε­τε κα­λύ­τε­ρα —θὰ ἀ­παν­τή­σει— καὶ δὲν μοῦ ἐ­πι­στρέ­φε­τε τὰ χρή­μα­τα ποὺ σᾶς δά­νει­σα, πᾶ­νε δυ­ὸ μῆ­νες;

        —Μά­λι­στα κύ­ρι­ε. Βε­ρι­ώ­τη· ἀ­πο­φά­σι­σα ν’ ἀ­σχο­λη­θῶ μὲ σᾶς. Μὲ ἐν­δι­α­φέ­ρε­τε.

        Ὁ ἄν­θρω­πος θὰ μεί­νει ἄ­φω­νος, τσα­κι­σμέ­νος ἀ­πὸ τὴν ἔκ­πλη­ξη.

        —Πῶς εἴ­πα­τε;

        —Κι ὁ­ρί­στε τὰ χρή­μα­τά σας.­..

        Αὐ­τὸ τὸ ση­μεῖ­ο εἶ­ναι βέ­βαι­α τὸ πιὸ δύ­σκο­λο. Για­τὶ τὰ χρή­μα­τα μπο­ρεῖ νὰ τὰ φαν­τά­ζε­ται κα­νείς, μὰ δὲν τὰ βρί­σκει μὲ τὴν ἴ­δια εὐ­κο­λί­α. Εἶ­ναι ἀ­πελ­πι­στι­κὰ δύ­σκο­λο τοῦ­το τὸ ση­μεῖ­ο.­..

        Ὡ­στό­σο ὁ Στέ­φα­νος Βε­ρι­ώ­της θὰ ἔρ­θει αὔ­ριο ἐ­δῶ, ἀ­πρό­σκλη­τος. Θὰ χτυ­πή­σει δυ­να­τὰ καὶ θὰ μπεῖ χω­ρὶς νὰ πε­ρι­μέ­νει ἀ­πάν­τη­ση. Στὶς ὀ­κτὼ ἀ­κρι­βῶς τὸ πρω­ί: εἶ­ναι ἡ τε­λευ­ταί­α προ­θε­σμί­α.

        Ὅ­ταν ἕ­νας ἄν­θρω­πος ἔ­χει τέ­τοι­ο βά­ρος πά­νω του, μή­τε νὰ ὀ­νει­ρο­πο­λή­σει μπο­ρεῖ, μή­τε τοῦ εἶ­ναι ὑ­πο­φερ­τὸ νὰ ἀ­κού­ει τὸν ἄλ­λον, ποὺ φυ­σά­ει καὶ ξε­φυ­σά­ει, με­τρών­τας σὰν ρο­λό­ι, τὸ χρό­νο ποὺ περ­νά­ει. Ἂν τὸ κα­λο­σκε­φτεῖς, κό­σμος καὶ κο­σμά­κης χρω­στά­ει, κι ἕ­νας θε­ὸς ξέ­ρει πό­σοι ὀ­φεί­λουν αὔ­ριο, νω­ρὶς-νω­ρίς, νὰ πλη­ρώ­σουν. Δὲν εἶ­ναι πρω­τά­κου­στο πα­ρό­μοιο πε­ρι­στα­τι­κό. Τὸ ἀ­στεῖ­ο σὲ τού­τη τὴν πε­ρί­πτω­ση εἶ­ναι πὼς βρί­σκον­ται τώ­ρα οἱ δυ­ό τους, τό­σο κον­τά: ἕ­νας με­σότοι­χος μο­νά­χα τοὺς χω­ρί­ζει. Θὰ μπο­ροῦ­σε —αὐ­τὸς ποὺ εἶ­ναι ἀ­π’ ἐ­δῶ— νὰ χτυ­πή­σει καὶ νὰ ξυ­πνή­σει τὸν ἄλ­λο. Νὰ ἀ­νοί­ξει τὴ θύ­ρα, νὰ πε­ρά­σει στὸ δι­πλα­νὸ δω­μά­τιο· ὅ­λοι ξέ­ρουν πὼς ὁ Στέ­φα­νος Βε­ρι­ώ­της δὲν κλει­δώ­νε­ται. Θὰ τὸν ση­κώ­σει λοι­πὸν καὶ θὰ τοῦ πεῖ ξά­στε­ρα:

        —Δὲν τὰ ἔ­χω τὰ χρή­μα­τα· ὄ­χι, δὲν τὰ ἔ­χω.

        Καὶ δὲ θὰ ξε­κι­νή­σει ἀ­π’ ἐ­κεῖ ἕ­ως ὅ­του λά­βει μιὰ νέ­α πα­ρά­τα­ση. Θὰ τὸν ἀ­πει­λή­σει στὸ τέ­λος. Θὰ ζη­τή­σει νὰ τοῦ πά­ρει τὸ χαρ­τὶ ποὺ ὑ­πό­γρα­ψε· τὸ ἔ­χει, βέ­βαι­α κά­που κρυμ­μέ­νο.­..

        Εἶ­ναι νὰ τρο­μά­ζεις μὲ τέ­τοι­ες σκέ­ψεις.

        Κι ὅ­μως ἐ­ξα­νί­στα­μαι ὅ­ταν ἕ­νας Στέ­φα­νος Βερι­ώ­της, ἕ­νας γε­λοῖ­ος, χον­τρο­φτι­αγ­μέ­νος ἄν­θρω­πος, εἶ­ναι σὲ θέ­ση νὰ ἀ­πει­λεῖ μὲ κα­ταγ­γε­λί­ες γιὰ ἀ­πά­τη καὶ πα­ρό­μοι­α.­.. Κι αὐ­τὸ τὸ ἄ­το­μο κοι­μᾶ­ται τώ­ρα σὰν κτῆ­νος, ὅ­πως πάν­τα.

        Ἐ­κεῖ­νος ποὺ δὲν κοι­μᾶ­ται, βρί­σκε­ται ἐ­δῶ. Κοι­τά­ζει ἀ­π’ τὸ κρε­βά­τι τὸ μαῦ­ρο πα­ρα­πέ­τα­σμα ποὺ ἁ­πλώ­νε­ται ἔ­ξω ἀ­π’ τὸ πα­ρά­θυ­ρο. Ξέ­ρει πὼς ἀν­τί­κρυ εἶ­ναι ἕ­να πε­ρι­βό­λι· πὼς τὸ ὕ­ψος ἀ­π’ τὸ δρό­μο σὲ τοῦ­το τὸ μο­νό­ρο­φο σπί­τι δὲν περ­νά­ει τὸ ἑ­νά­μι­σι μέ­τρο. Πὼς σ’ ὁ­ποι­ον­δή­πο­τε εἶ­ναι εὔ­κο­λο νὰ μπεῖ καὶ νὰ βγεῖ ἀ­π’ τὸ πα­ρά­θυ­ρο. Ἕ­νας κοι­νὸς κλέ­φτης, ἕ­νας κα­κο­η­θέ­στα­τος λω­πο­δύ­της δὲν τὸ ἔ­χει τί­πο­τε νὰ πη­δή­σει σὲ τοῦ­το, ὅ­πως καὶ στὸ δι­πλα­νὸ δω­μά­τιο.­..

        Ὁ ἄν­θρω­πος ποὺ δὲν κοι­μᾶ­ται, ση­κώ­νε­ται λοι­πόν, νὰ δεῖ τί γί­νε­ται ἔ­ξω. Ὁ δρό­μος εἶ­ναι ἔ­ρη­μος· τὰ φα­νά­ρια ὣς πέ­ρα ἀ­ρι­στε­ρά, ὅ­που ἀρ­χί­ζουν τὰ χω­ρά­φια, κι ἀ­π’ τὴν ἄλ­λη πλευ­ρὰ ὣς ποὺ χά­νον­ται, εἶ­ναι σὰν φρου­ροὶ βαλ­μέ­νοι νὰ μαρ­τυ­ροῦν τὴν ἀ­κι­νη­σί­α τῶν σπι­τι­ῶν. Στὸ πε­ρι­βό­λι, ἀ­πέ­ναν­τι, μαν­τεύ­εις τὰ δέν­τρα. Ἡ νύ­χτα εἶ­ναι πο­λὺ σκο­τει­νή· μή­τε φεγ­γά­ρι μή­τε ἀ­στρο­φεγ­γιά. Θὰ ἦ­ταν εὐ­χά­ρι­στο, σὲ αὐ­τὴ τὴν κό­χη νὰ ρεμ­βά­ζεις· ἀ­κό­μα κα­λύ­τε­ρα ἂν μπο­ροῦ­σες νὰ σι­γο­τρα­γου­δή­σεις ἕ­να σκο­πό.­.. Ὅ­μως εἶ­σαι βέ­βαι­ος πὼς μό­λις ἀ­κού­σεις τὸν ψί­θυ­ρο τῆς φω­νῆς σου, ὁ ἴ­διος θὰ χλευά­σεις.

        Μο­νά­χα τὸ φύ­ση­μα καὶ τὸ ξε­φύ­ση­μα τοῦ γεί­το­να βρί­σκον­ται στὴ θέ­ση τους. Ἔ­χουν ἕ­να ρυθ­μό, ἕ­ναν τό­νο ποὺ συμ­φω­νεῖ ἐ­ξαί­σια μὲ τὴν ὥ­ρα, τὸ πε­ρι­βάλ­λον, τὴν ἁ­πλω­μέ­νη παν­τοῦ νάρ­κη. Ἂν στὸ πε­ρι­βό­λι ἀν­τί­κρυ ἀ­κου­γό­ταν του­λά­χι­στον ἕ­νας γρύ­λος.­.. Ναί: ὅ­λα θὰ ἄλ­λα­ζαν. Φαί­νε­ται ὅ­μως πὼς ἀ­πό­ψε πρέ­πει ν’ ἀ­κού­γε­ται ἀ­πο­κλει­στι­κὰ ὁ Στέ­φα­νος Βε­ρι­ώ­της.

        Ἀ­λή­θεια, πε­ρί­ερ­γη τού­τη ἡ στιγ­μή. Ὁ ἕ­νας ξύ­πνιος ἐ­δῶ. Κι ὁ ἄλ­λος, ὁ δα­νει­στής, μα­κά­ριος τό­σο κον­τά, τό­σο κον­τά, σ’ ἕ­να δρό­μο τῆς με­γά­λης πό­λης. Καὶ ἡ με­γά­λη πό­λη εἶ­ναι ἕ­νας κόκ­κος τό­σος δά, ἀ­φάν­τα­στα τό­ση δὰ στὴ γῆ.­.. Καὶ ἡ γῆ ἄλ­λος κόκ­κος στὸ στε­ρέ­ω­μα καὶ τὰ λοι­πὰ καὶ τὰ λοι­πά.­..

        Ἐν­τού­τοις ὅ­λα αὐ­τὰ ἀ­πο­κτοῦν μιὰν ἀ­πε­ρι­ό­ρι­στα τρα­γι­κὴ σύ­στα­ση ἂν τὰ σκε­φτεῖς σφι­χτο­δε­μέ­να μὲ τὴ σκη­νή, ποὺ πρό­κει­ται ν’ ἀ­κο­λου­θή­σει αὔ­ριο.­..

        Ὡ­ραῖ­α! Καὶ ποι­ός σὲ ἐμ­πο­δί­ζει λοι­πόν; Ποι­ός σὲ κρα­τά­ει; Βλέ­πεις μέ­σα σου μιὰ τελ­μα­τω­μέ­νη ζω­ή, μιὰ ἀ­κα­τά­παυ­στη κι ἀ­νώ­φε­λη πά­λη. Τὰ πάν­τα δί­χως σκο­πό. Μιὰ ἀ­στεῖ­α μα­ται­ο­πο­νί­α. Θὰ μπο­ροῦ­σες νὰ τὰ ἀ­φή­σεις, νὰ τὰ ξε­γρά­ψεις. Ὁ κό­σμος εἶ­ναι πέ­ρα ἀ­π’ τὶς δυ­ὸ πλευ­ρὲς τοῦ δρό­μου.

        Εἶ­ναι κεῖ­θε ἀ­π’ τὰ χω­ρά­φια, ἀ­π’ τὸ βου­νό. Ἔ­πει­τα ἀ­πὸ τὸ βου­νὸ ἀ­νοί­γον­ται ἄλ­λοι δρό­μοι. Ἔρ­χον­ται τὰ λι­μά­νια, τὰ πλοῖα.­.. Για­τί νὰ μα­ραί­νε­σαι ἐ­δῶ, νὰ πα­λεύ­εις κα­θη­με­ρι­νὰ γιὰ χρή­μα­τα ποὺ δα­νεί­στη­κες, σπα-τα­λι­ών­τας ἀ­συ­νεί­δη­τα τὴ ζω­ή, τὴ μιά, τὴ μο­να­δι­κὴ ζω­ή, στὸ χα­τή­ρι τοῦ κά­θε Στέ­φα­νου Βε­ρι­ώ­τη;

        Νὰ φύ­γεις. Θὰ σώ­σεις ἔ­τσι καὶ τὸν ἑ­αυ­τόν σου, ποὺ ἴ­σα­με τώ­ρα μοί­ρα­σες, κομ­μα­τά­κια, στὰ χέ­ρια τοῦ ἑ­νὸς καὶ τοῦ ἄλ­λου, κα­ταν­τών­τας νὰ μὴν ἔ­χεις δι­κό σου, πα­ρὰ τὸν κα­η­μὸ πὼς δὲν ἀ­πέ­μει­νε μή­τε ἕ­να ψί­χου­λο ἀ­δι­ά­θε­το, γιὰ νὰ τὸ σε­βα­στεῖ ἕ­νας τυ­χαῖ­ος παλι­αν­θρω­πά­κος.

        Πρέ­πει νὰ σπεύ­σεις. Πρὶν ξη­με­ρώ­σει.­..

        .­.. Αὐ­τὰ εἶ­ναι μο­νό­λο­γος —φυ­σι­κά— ἐ­κεί­νου, ποὺ χρω­στά­ει τοῦ Στέ­φα­νου Βε­ρι­ώ­τη.

        Γυ­ρί­ζει λοι­πὸν νὰ δεῖ στὸ σκο­τά­δι τί εἶ­ναι ἐ­δῶ μέ­σα δι­κό του. Στὸ βά­θος, κά­τω ἀ­π’ τὸ κρε­βά­τι, ἔ­χει κρύ­ψει τὴ μο­να­δι­κὴ βα­λίτ­ζα ἀ­πὸ χαρ­τό­νι. Χω­ροῦν ἐ­κεῖ τὰ ροῦ­χα του. Τὰ ἄλ­λα μι­κρο­πράγ­μα­τα θὰ δε­θοῦν χω­ρι­στὰ σὲ ἕ­να δέ­μα. Τί­πο­τε πε­ρισ­σό­τε­ρο. Ἀ­νάγ­κη μά­λι­στα νὰ ἀ­φή­σει με­ρι­κὰ ἀ­σή­μαν­τα. Νὰ ἀ­παλ­λα­γεῖ ἀ­π’ τὶς «ἀ­να­μνή­σεις», ἀ­πὸ τὶς με­λαγ­χο­λί­ες ποὺ ὁ­ρι­σμέ­να μπι­χλιμ­πί­δια σέρ­νουν μα­ζί τους. Προ­χω­ρεῖ λί­γα βή­μα­τα. Ἀ­νά­βει ἕ­να σπίρ­το. Στὸ τρε­μού­λια­σμα τῆς φλό­γας, νο­μί­ζει πὼς εἶ­δε ἔ­ξαφ­να, σὲ ἀλ­λό­κο­τη στά­ση, κα­τα­με­σῆς τοῦ δω­μα­τί­ου, τὸν ἴ­διον τὸν ἑ­αυ­τόν του, σὰν κλέ­φτη. Προ­χω­ρεῖ ἀ­κό­μη. Σκυ­φτός, ψη­λα­φών­τας, βρί­σκει τὴ βα­λίτ­ζα.­.. Κά­τι ἀ­κού­ει: ἀ­φουγ­κρά­ζε­ται. Ὁ Στέ­φα­νος Βε­ρι­ώ­της φυ­σά­ει, ξε­φυ­σά­ει πάν­το­τε ρυθ­μι­κά. Κι ὅ­μως κά­τι ἀ­κού­στη­κε. Ἐ­πι­στρέ­φει γορ­γά, δί­χως θό­ρυ­βο, στὸ πα­ρά­θυ­ρο. Τώ­ρα προ­σέ­χει στὸ δρό­μο, νι­ώ­θει πὼς πρέ­πει νὰ προ­σέ­ξει στὸ βά­θος, πρὸς τὰ χω­ρά­φια. Πε­ρι­μέ­νει ἀ­νή­συ­χος.­..

        Εἶ­ναι πο­λὺ φυ­σι­κό. Κά­ποι­ος ἔ­πρε­πε νὰ ἔρ­θει. Δι­α­βά­της ἢ νυ­κτο­φύ­λα­κας, πλη­σιά­ζει.­.. Ὁ ἄν­θρω­πος ποὺ στέ­κε­ται στὸ πα­ρά­θυ­ρο ἀ­πο­τρα­βι­έ­ται λοι­πὸν σι­γὰ-σι­γὰ μὲ τὸ φό­βο μὴ γί­νει ἀν­τι­λη­πτός. Ξα­να­πέ­φτει στὸ κρε­βά­τι. Με­τρά­ει τά­χα τὰ δευ­τε­ρό­λε­πτα: ἕ­να, δύο, τρί­α.­.. ἕ­ως τὰ ἑ­ξήν­τα. Ἀ­κού­γε­ται κα­θα­ρά, κα­θα­ρὰ ὁ βη­μα­τι­σμός.­.. Στα­μά­τη­σε. Ἀ­κρι­βῶς κά­τω ἀπ’ τὸ πα­ρά­θυ­ρο, στα­μά­τη­σε.

        Ποι­ὸς ξέ­ρει πῶς, ποι­ὸς ξέ­ρει για­τί. Ὡ­σὰν νὰ τὸν ἔ­βα­λαν ἐ­πί­τη­δες. Μὰ βέ­βαι­α, μὰ βέ­βαι­α!­.­..

        Ὅ­μοι­α μὲ τοῦ­τον, ἀ­μέ­τρη­τοι, σὲ κά­θε γω­νιά, σὲ κά­θε στρο­φὴ δρό­μου, καὶ πέ­ρα ἀ­π’ τὰ χω­ρά­φια, καὶ πέ­ρα ἀ­π’ τὸ βου­νό, κεῖ­θε ἀ­π’ τὰ λι­μά­νια, σὲ ἄλ­λες πο­λι­τεῖ­ες, σ’ ὅ­λες τὶς πο­λι­τεῖ­ες, κά­τι τέ­τοι­ες στιγ­μές, ἀ­πρό­σκλη­τοι, θὰ ἔρ­χον­ται με­ρι­κοὶ ἄν­θρω­ποι, νὰ θυ­μί­σουν στοὺς ἄλ­λους, πὼς τὰ δε­σμὰ δὲ σπᾶ­νε, πὼς ἀ­πο­δρά­σεις δὲ γί­νον­ται, πὼς στὸν κα­θέ­να δὲν εἶ­ναι βολε­τὸ νὰ κλέ­ψει τὸν ἑ­αυ­τόν του.­..

        Ἀλ­λὰ τί εἶ­δε, τοῦ­τος πά­λι γιὰ νὰ στα­μα­τή­σει ἐ­δῶ;

        Ὅ­λοι κοι­μοῦν­ται. Ὅ­λα εἶ­ναι ἥ­συ­χα. Φα­νε­ρὸ πὼς δὲν ὑ­πάρ­χει κα­μιὰ δι­και­ο­λο­γί­α γιὰ νὰ πα­ρι­στά­νει ἔ­ξω, τὸ φύλακα.

        Ὁ ἄνθρωπος στὸ κρεβάτι τυλίγεται καλὰ μὲ τὰ σκεπάσματα· κρύβει καὶ τὸ κεφάλι. Ἔ! πρέπει νὰ τὸ φωνάξει, νὰ εἰδοποιήσει τὸν αὐτοδιόριστο φρουρό, πὼς τώρα κοιμᾶται, πὼς τώρα κοιμᾶται κι αὐτός…

        Ἡσυχία. Ἡ συνηθισμένη νυκτερινὴ ἡσυχία…

  

 

Πη­γή: Ἀλ­κι­βιά­δης Γι­αν­νό­που­λος, Κε­φά­λια στὴ σει­ρά, Ἕν­τε­κα δι­η­γή­μα­τα, Ἐκ­δό­σεις Γα­λα­ξί­α, Ἀ­θή­να, 1971 (Α’ ἔκ­δο­ση: Θεσ­σα­λο­νί­κη, 1934).

 

Ἀλ­κι­βιά­δης Γι­αν­νό­που­λος (Ἀ­θή­να, 1896-1981). Δι­ή­γη­μα, μυ­θι­στό­ρη­μα, θέ­α­τρο, ποί­η­ση, με­τά­φρα­ση. Ση­μαν­τι­κὴ μορ­φὴ στὴν πε­ζο­γρα­φί­α τῆς γε­νιᾶς τοῦ ’­30. Στὰ νε­α­νι­κά του χρό­νια ἔ­ζη­σε στὴ Μασ­σα­λί­α καὶ τὸ Μι­λά­νο. Πρω­το­εμ­φα­νί­στη­κε τὸ 1915 μὲ φου­του­ρι­στι­κὰ κεί­με­να στὰ ἰ­τα­λι­κὰ πε­ρι­ο­δι­κά. Τὸ 1917 δι­έ­κο­ψε τὶς σπου­δές του στὴν Ἰ­τα­λί­α καὶ κα­τε­τά­γη στὸν ἑλ­λη­νι­κὸ στρα­τό. Δού­λε­ψε ὡς τρα­πε­ζι­κός. Στὰ γράμ­μα­τα ἐμ­φα­νί­στη­κε τὸ 1931 ἀ­πὸ τὸ πε­ρι­ο­δι­κὸ Μα­κε­δο­νι­κὲς Ἡ­μέ­ρες. Δη­μο­σί­ευ­σε τὶς συλ­λο­γὲς δι­η­γη­μά­των: Ἡ ἡ­ρω­ι­κὴ πε­ρι­πέ­τεια (Θεσ­σα­λο­νί­κη, 1938), Ἡ τυ­φλό­μυ­γα (Ἀ­θή­να, 1962), Ἡ συ­νέ­λευ­ση (Ἀ­θή­να, 1981) κ.ἄ. Ἐ­πί­σης τὸ μυ­θι­στό­ρη­μα Ἡ σα­λα­μάν­τρα (Ἀ­θή­να, 1957).