Ἰ­ω­άν­να Γα­λα­νά­κη: Πέ­τρα μνή­μης



Ἰ­ω­άν­να Γα­λα­νά­κη


Πέ­τρα μνή­μης


ΜΠΟΖΤΖΙΝ, ὁ μο­νό­φθαλ­μος μαῦ­ρος γά­τος, μπαι­νο­βγαί­νει στὴ συ­να­γω­γὴ λὲς καὶ ὁ τό­πος ὅ­λος τοῦ ἀ­νή­κει. Ἐ­πο­πτεύ­ει σὰ δει­νὸς κύ­κλω­πας ὁ τρυ­φε­ρὸς γα­τού­λης ποὺ ὅ­λοι λα­τρεύ­ουν καὶ τοῦ συγ­χω­ροῦν πὼς γε­μί­ζει μὲ τρί­χες τὰ ροῦ­χα τους ὅ­ταν τὴν ὥ­ρα τῆς προ­σευ­χῆς σκαρ­φα­λώ­νει καὶ τρί­βε­ται στὶς πο­δι­ές τους. Μιὰ μέ­ρα ὁ Μποζ­τζὶν μὲ στρι­φο­γύ­ρι­ζε καὶ ἀ­πὸ δῶ μ’ εἶ­χε ἀ­πὸ κεῖ μ’ εἶ­χε μέ ’­κα­νε νὰ τὸν ἀ­κο­λου­θή­σω στὴν πί­σω αὐ­λὴ μὲ τοὺς τά­φους τῶν ραβ­βί­νων. Ὕ­στε­ρα ἀ­νέ­βη­κε τὴν στρι­φο­γυ­ρι­στὴ με­ταλ­λι­κὴ σκά­λα, θρο­νι­ά­στη­κε σ’ ἕ­να σκα­λὶ καὶ κοί­τα­ζε ἀ­φ’ ὑ­ψη­λοῦ. Μό­λις ἔ­κα­να νὰ φύ­γω κα­τέ­βαι­νε καὶ πά­λι μὲ τρι­γύ­ρι­ζε σὰ νὰ μὲ τρα­βοῦ­σε μὲ τὸν τρό­πο του πρὸς τὰ πί­σω. Κι ἔ­πει­τα ἀ­νέ­βαι­νε πά­λι τὴ σκά­λα καὶ θρο­νι­α­ζό­ταν καὶ μοῦ γούρ­λω­νε τὸ μά­τι του. Παίρ­νω ὅρ­κο πὼς τὸ βλέμ­μα του ἔ­πε­φτε πό­τε σὲ μέ­να πό­τε σ’ ἕ­ναν ἀπ΄ τοὺς τά­φους λὲς κι ἤ­θε­λε νὰ τοῦ δι­α­βά­σω τὴν χα­ραγ­μέ­νη ἐ­πι­γρα­φή του. Ἔ­τσι ἄρ­χι­σα νὰ κα­θα­ρί­ζω τὴν πλά­κα κεί­νου τοῦ τά­φου ἀ­π’ τὰ πε­σμέ­να ξε­ρὰ φύλ­λα ποὺ τὴν εἶ­χαν σκε­πά­σει.

       Προ­σπά­θη­σα νὰ δι­α­βά­σω τὸ ὄ­νο­μα τοῦ νε­κροῦ μὰ δὲν τὰ κα­τά­φερ­να. Θύ­μω­σα μὲ τὸν ἑ­αυ­τό μου, τό­σο ἀ­δι­όρ­θω­τα ἀ­πει­θάρ­χη­τος, ποὺ σχε­δὸν δυ­ὸ χρό­νια ἀ­φό­του εἶ­χα ξε­κι­νή­σει νὰ μα­θαί­νω ἑ­βρα­ϊ­κὰ ἀ­κό­μη δυ­σκο­λευ­ό­μουν στὴν ἀ­νά­γνω­ση.

       Κοί­τα­ξα πά­λι τὸν Μποζ­τζίν, «Τί θέ­λεις πιά; Ἔ­χου­με καὶ δου­λει­ές!» Κι ἔ­φυ­γα πρὶν προ­λά­βει νὰ ξα­να­κα­τε­βεῖ ἀ­πὸ τὴ σκά­λα.

       Τὸ ἴ­διο βρά­δυ εἶ­δα ἕ­να ὄ­νει­ρο:

       Ἤ­μουν λέ­ει μέ­σα σ’ ἕ­να βα­θὺ πη­γά­δι. Ὅ­μως τὸ πη­γά­δι ἐ­κεῖ­νο δὲν εἶ­χε κα­θό­λου νε­ρό. Μό­νο στὶς πο­λὺ σκο­τει­νὲς με­ρι­ές του ἔ­βλε­πα κά­τι σὰ σκι­ὲς ποὺ σέρ­νον­ταν ἐ­πά­νω στὰ χτι­στὰ τοι­χώ­μα­τα. Φο­βό­μουν καὶ φώ­να­ζα μὰ δὲν μ’ ἄ­κου­γε κα­νέ­νας. Γο­νά­τι­σα κι ἄρ­χι­σα νὰ προ­σεύ­χο­μαι. Ἔ­νι­ω­σα τό­τε τὶς σκι­ὲς νὰ πλη­σιά­ζουν, νὰ ἕρ­πουν σχε­δὸν δί­πλα μου. Ἔ­πει­τα ὁ νοῦς μου πλημ­μύ­ρι­σε ἀ­π’ τὶς γεύ­σεις ὅ­λων ἐ­κεί­νων τῶν πραγ­μά­των ποὺ λα­χτά­ρη­σα μὰ ποὺ δὲν εἶ­χα τολ­μή­σει πο­τὲ νὰ ξε­κι­νή­σω στὴ ζω­ή μου, ἀ­π’ τὶς γεύ­σεις ὅ­λων ἐ­κεί­νων ποὺ ἄρ­χι­σα μὰ δὲν κα­τά­φε­ρα πο­τέ μου νὰ τε­λει­ώ­σω. Γεύ­σεις ποὺ δάγ­κω­ναν μὲ τὴν πί­κρα τους καὶ ἄρ­χι­σα νὰ κλαί­ω. Ὥ­σπου μιὰ βρο­χὴ ἀ­πὸ ξε­ρὰ φύλ­λα μὲ σκέ­πα­σαν. Κο­λύμ­πη­σα ἀ­νά­με­σα στὰ φύλ­λα λὲς καὶ βρι­σκό­μου­να σὲ θά­λασ­σα ὥ­σπου ἔ­φτα­σα στὸ χεῖ­λος καὶ ἔ­τσι ἐ­πι­τέ­λους βγῆ­κα ἀ­π’ τὸ πη­γά­δι.

       Πέ­ρα­σε και­ρὸς μὰ δὲ μπο­ροῦ­σα ν’ ἀ­παλ­λα­γῶ ἀ­πὸ τὴν αἴ­σθη­ση ποὺ μοῦ ’­χε ἀ­φή­σει τὸ ὄ­νει­ρο. Πῆ­γα πά­λι στὴ συ­να­γω­γὴ καὶ ξα­να­περ­πά­τη­σα στὴν πί­σω αὐ­λὴ μὲ τοὺς τά­φους τῶν ραβ­βί­νων. Ὁ Μποζ­τζὶν ἦ­ταν ξα­πλω­μέ­νος στὴν ἄ­κρη ἐ­κεί­νου τοῦ τά­φου ποὺ εἶ­χα κα­θα­ρί­σει ἀ­π’ τὰ φύλ­λα καὶ γουρ­γού­ρι­ζε εὐ­χα­ρι­στη­μέ­νος. Ὁ τά­φος ἦ­ταν ἀ­κό­μη κα­θα­ρός. Ἔ­σκυ­ψα καὶ πῆ­ρα μὲ τὸ ἀ­ρι­στε­ρό μου χέ­ρι μιὰ μι­κρὴ πέ­τρα ἀ­πὸ τὸ χῶ­μα. Τὴν ἀ­κούμ­πη­σα ἐ­πά­νω στὸν τά­φο. Δὲν εἶ­χε ση­μα­σί­α πιὰ ποὺ δὲν μπο­ροῦ­σα νὰ δι­α­βά­σω τὸ ὄ­νο­μα τοῦ νε­κροῦ. Αὐ­τὴ ἡ μι­κρὴ πέ­τρα ἦ­ταν στ’ ὄ­νο­μά του.



Πη­γή: Πρώ­τη δη­μο­σί­ευ­ση.

Ἰ­ω­άν­να Γα­λα­νά­κη (Χα­νιά). Σπού­δα­σε Ἱ­στο­ρί­α καὶ Ἀρ­χαι­ο­λο­γί­α στὸ Πα­νε­πι­στή­μιο Ἀ­θη­νῶν καὶ μὲ ὑ­πο­τρο­φί­ες στὸ Πα­νε­πι­στή­μιο τοῦ Durham (Ἀγ­γλί­α). Εἶ­ναι ὑ­πο­ψή­φια δι­δά­κτωρ στὸ Πα­νε­πι­στή­μιο τοῦ Leiden (Ὀλ­λαν­δί­α). Ποι­ή­μα­τά της ἔ­χουν δη­μο­σι­ευ­τεῖ στὴ Νέ­α Εὐ­θύ­νη, ἐπίσης κεί­με­νά της ἔ­χουν δη­μο­σι­ευ­τεῖ στὸ πε­ρι­ο­δι­κό Monumenta, στὸ μπλὸγκ Σταυ­ρο­δρό­μι καὶ ἀλ­λοῦ. Πρῶτο της βιβλίο Ἀ­ρα­δὴ­ν (ποίηση, Publibook 2010).

Διαφημίσεις

Ἰωάννα Γαλανάκη: Οἱ τυφλοὶ

.

149401

 

Ἰ­ω­άν­να Γα­λα­νά­κη

Οἱ τυ­φλοὶ

 .

03-Piρὶν ἀ­πὸ πολ­λοὺς αἰ­ῶ­νες οἱ Με­γα­ρεῖς πῆ­γαν στοὺς Δελ­φοὺς καὶ ζή­τη­σαν τὴ γνώ­μη τοῦ Μαν­τεί­ου σχε­τι­κὰ μὲ τὸν τό­πο ποὺ θὰ ἔ­πρε­πε νὰ ἱ­δρύ­σουν τὴν νέ­α τους ἀ­ποι­κί­α. Τὸ Μαν­τεῖ­ο τοὺς ἀ­πάν­τη­σε: «ἀ­πέ­ναν­τι ἀ­πὸ τὴν πό­λη τῶν τυ­φλῶν». «Τυ­φλοί» ὑ­πο­τί­θε­ται πὼς ἦ­ταν οἱ Χαλ­κη­δό­νιοι, Με­γα­ρεῖς ἄ­ποι­κοι καὶ οἱ ἴ­διοι, ἐ­πει­δὴ εἶ­χαν ἐ­πι­λέ­ξει νὰ ἱ­δρύ­σουν τὴν πό­λη τους ἀ­πέ­ναν­τι (καὶ ὄ­χι πά­νω) στὴν ἑ­πτά­λο­φη χερ­σό­νη­σο. Ὅ­μως οἱ Χαλ­κη­δό­νιοι δὲν ἦ­ταν βέ­βαι­α τυ­φλοί…

            Νὰ τί ἀ­κρι­βῶς συ­νέ­βη: ὅ­ταν ἕ­να πρω­ι­νὸ χω­ρὶς κα­θό­λου ὁ­μί­χλη τὸ κα­ρά­βι τῶν Με­γα­ρέ­ων ἔ­φτα­σε στὸ κομ­μά­τι ἐ­κεῖ­νο τῆς θά­λασ­σας ἀ­νά­με­σα στὴν ἑ­πτά­λο­φο καὶ τὸ ἀ­πέ­ναν­τι μέ­ρος τῆς ἀ­σι­α­τι­κῆς ἀ­κτῆς ὅ­που ἀρ­γό­τε­ρα χτί­στη­κε ἡ Χρυ­σό­πο­λη, ὁ οἰ­κι­στὴς μα­ζὶ μὲ τοὺς ἀ­ποί­κους μα­ζεύ­τη­καν στὴν πλώ­ρη. Κα­νέ­νας τους δὲν μι­λοῦ­σε. Κοι­τοῦ­σαν ὅ­λοι σι­ω­πη­λοὶ σὰ νὰ γνώ­ρι­ζαν πὼς μιὰ ἱ­ε­ρὴ τε­λε­τουρ­γί­α συν­τε­λοῦν­ταν μυ­στι­κὰ ἐ­κεί­νη ἀ­κρι­βῶς τὴν ὥ­ρα μό­νο ποὺ δὲν μπο­ροῦ­σαν νὰ τὴν δοῦν μὲ τὰ μά­τια ἀλ­λὰ ἔ­νοι­ω­θαν τὸ δέ­ος της. Ἔ­βλε­παν ἐν­τυ­πω­σι­α­σμέ­νοι ἀ­πέ­ναν­τί τους στὸ ἀ­κρω­τή­ριο τῶν Συ­κε­ῶν νὰ ὑ­ψώ­νε­ται κα­τά­φυ­τος λό­φος. Μό­λις προ­σπέ­ρα­σαν τὴν ἄ­κρη τῆς με­γά­λης χερ­σο­νή­σου στ’ ἀ­ρι­στε­ρά τους, ἐ­κεῖ ποὺ με­ρι­κὰ χρό­νια ἀρ­γό­τε­ρα ὁ Βύ­ζας ἵ­δρυ­σε τὸ Βυ­ζάν­τιο, δὲν κρα­τή­θη­καν καὶ φώ­να­ξαν βλέ­πον­τας τὴν ἴ­δια τὴ θά­λασ­σα νὰ με­τα­βάλ­λε­ται ξαφ­νι­κὰ σὲ μα­κρὺ πο­τά­μι καὶ κα­τα­πρά­σι­νοι λό­φοι νὰ ὑ­ψώ­νον­ται στὶς δυ­ὸ πλευ­ρές της. Δὲν τὸ σκέ­φτη­καν πο­λὺ οἱ ἄ­ποι­κοι, ἀ­μέ­σως ἄ­ρα­ξαν τὸ κα­ρά­βι τους σ’ ἕ­ναν ἀ­πὸ τοὺς ὅρ­μους τοῦ μα­κριοῦ αὐ­τοῦ θα­λάσ­σιου πο­τα­μοῦ καὶ κα­τέ­βη­καν γιὰ νὰ δοῦν τὸ μέ­ρος ἀ­πὸ κον­τά. Λό­φοι, κοι­λά­δες, δέν­τρα, πο­τά­μια μὲ πεν­τα­κά­θα­ρα νε­ρὰ καὶ χεί­μαρ­ροι, δά­ση τό­σο πυ­κνὰ ποὺ περ­πα­τοῦ­σες μέ­σα τους μὲ δυ­σκο­λί­α μὰ ξαφ­νι­κὰ καὶ πά­λι ἔ­βλε­πες μπρο­στά σου τὴ θά­λασ­σα νὰ σοῦ χα­μο­γε­λᾶ μέ­σα ἀ­πὸ κά­ποι­α χα­ρα­μά­δα τῶν κλα­δι­ῶν. Ξα­να­μα­ζεύ­τη­καν στὸ κα­ρά­βι τους σα­στι­σμέ­νοι. Πῶς γί­νε­ται νὰ ὑ­πάρ­χει ἕ­νας τέ­τοι­ος τό­πος καὶ κα­νεὶς νὰ μὴν τὸν κα­τοι­κεῖ ἀ­να­ρω­τή­θη­καν κά­ποι­οι, ἐ­νῶ οἱ πε­ρισ­σό­τε­ροι ἦ­ταν λὲς κι ἔ­βλε­παν ὄ­νει­ρο καὶ εἶ­χαν στὰ μά­τια τους τὴ λάμ­ψη μιᾶς γλυ­κιᾶς μέ­θης. Ἀ­κό­μη κι οἱ πιὸ κυ­νι­κοὶ ποὺ ἐν­δι­α­φέ­ρον­ταν μό­νο γιὰ τὸ κέρ­δος εἶ­χαν ξε­χα­στεῖ ἐ­κεῖ­νες τὶς ὧ­ρες. «Ἔ­χου­με τὴν τύ­χη μὲ τὸ μέ­ρος μας, οἱ θε­οί μᾶς ἄ­κου­σαν», φώ­να­ξε κά­ποι­ος. «Ἐ­δῶ τὰ πάν­τα θὰ εἶ­ναι εὔ­κο­λα γιὰ μᾶς, ἀ­κό­μη καὶ ὁ κό­πος!» Μα­ζί τους εἶ­χαν ὅ­μως κι ἕ­να γέ­ρο ναυ­τι­κό. Εἶ­χε χά­σει τὸ ἕ­να του χέ­ρι κά­πο­τε, σὲ κά­ποι­ο μα­κρι­νὸ τα­ξί­δι στὴν ἄ­κρη τῆς γῆς ὅ­ταν, κα­θὼς ἔ­λε­γε, ἕ­να τε­ρά­στιο ψά­ρι πε­τά­χτη­κε ξαφ­νι­κὰ μέ­σα ἀ­π’ τὴ θά­λασ­σα καὶ τοῦ τὸ ἔ­κο­ψε μὲ τό­ση εὐ­κο­λί­α σὰν νὰ ἦ­ταν ὥ­ρι­μος καρ­πὸς κρε­μα­σμέ­νος ἀ­πὸ δέν­τρο. Αὐ­τός, λοι­πόν, ὁ ναυ­τι­κὸς ἄρ­χι­σε νὰ τοὺς λέ­ει: «ἀ­κοῦ­στε με κα­λὰ Με­γα­ρί­τες τὰ μά­τια μου ἔ­χουν δεῖ πολ­λά, ἔ­χω φτά­σει ὡς τὶς Στῆ­λες τοῦ Ἡ­ρα­κλῆ, ὡς τὰ πέ­ρα­τα αὐ­τοῦ τοῦ κό­σμου. Πο­τέ μου ὅ­μως δὲν ξα­νά­δα τέ­τοι­α ὀ­μορ­φιά! Αὐ­τὴ ἡ ὀ­μορ­φιὰ ἀ­νή­κει στοὺς Θε­ούς, μό­νο ἐ­κεῖ­νοι πρέ­πει νὰ τὴν γεύ­ον­ται, ἀλ­λι­ῶς, ἂν ἐ­μεῖς τολ­μή­σου­με νὰ κυ­ρι­εύ­σου­με αὐ­τὸ ποὺ τοὺς ἀ­νή­κει τό­τε νὰ πε­ρι­μέ­νου­με με­γά­λες συμ­φο­ρές.» Οἱ Με­γα­ρί­τες ποὺ σέ­βον­ταν βα­θειὰ αὐ­τὸ τὸ γέ­ρο μὲ τὸ κομ­μέ­νο χέ­ρι καὶ τὸν θε­ω­ροῦ­σαν ὄ­χι μο­νά­χα τυ­χε­ρὸ ἀ­φοῦ ἔ­φτα­σε μέ­χρι τὸ τέ­λος τοῦ κό­σμου καὶ γύ­ρι­σε πί­σω ζων­τα­νὸς μὰ ποὺ πί­στευ­αν κι­ό­λας πὼς οἱ θε­οὶ γιὰ κά­ποι­ο εἰ­δι­κὸ λό­γο τὸν εἶ­χαν γλυ­τώ­σει καὶ τὸν εἶ­χαν στεί­λει ἐ­κεῖ μα­ζί τους ἀ­κο­λού­θη­σαν —πα­ρὰ τὶς ἀν­τιρ­ρή­σεις με­ρι­κῶν εἶ­ναι ἡ ἀ­λή­θεια— τὴ συμ­βου­λή του. Ἵ­δρυ­σαν ἔ­τσι τὴν και­νούρ­για τους πό­λη, τὴν Χαλ­κη­δό­να, στὴν ἀ­πέ­ναν­τι ἀ­κτή. Καὶ κα­θό­λου δὲν τοὺς ἔ­νοια­ζε ποὺ τοὺς κόλ­λη­σαν τὸ πα­ρα­τσού­κλι «οἱ τυ­φλοί» καὶ ποὺ τοὺς κο­ρό­ι­δευ­αν με­ρι­κὰ χρό­νια ἀρ­γό­τε­ρα ἀ­κό­μη κι οἱ συμ­πα­τρι­ῶ­τες τους ποὺ ἦρ­θαν με­τὰ ἀ­π’ αὐ­τοὺς καὶ ἵ­δρυ­σαν τὸ Βυ­ζάν­τιο σὲ κεί­νη ἀ­κρι­βῶς τὴν πα­ρα­δει­σέ­νια χερ­σό­νη­σο τῆς ἄλ­λης ὄ­χθης. Ὁ πα­λιὸς ναυ­τι­κὸς μὲ τὸ κομ­μέ­νο χέ­ρι εἶ­χε ἐν­τω­με­τα­ξὺ πε­θά­νει καὶ τὸν εἶ­χαν θά­ψει ἔ­τσι ποὺ ὁ τά­φος του νὰ βλέ­πει πρὸς τὴν πό­λη τοῦ Βύ­ζαν­τα. «Δὲν πει­ρά­ζει», ἔ­λε­γαν τώ­ρα ἄλ­λοι γέ­ροι ποὺ εἶ­χαν πά­ρει τὴ θέ­ση ποὺ εἶ­χε ἐ­κεῖ­νος ὁ γέ­ρο ναυ­τι­κὸς κά­πο­τε ἀ­νά­με­σα στοὺς Χαλ­κη­δό­νιους, «ὅ­σο ζεῖ κα­νεὶς εἶ­ναι κα­λύ­τε­ρο νὰ βρί­σκε­ται ἀ­πέ­ναν­τι ἀ­π’ τὸν πα­ρά­δει­σο…»

 .

 Bonsai-03c-GiaIstologio-04

 Πηγή: Πρώτη δημοσίευση.

Ἰ­ω­άν­να Γα­λα­νά­κη  (Χανιά). Σπούδασε Ἱστορία καὶ Ἀρχαιολογία στὸ Πα­νε­­πι­στήμιο Ἀθηνῶν μὲ υποτροφίες στὸ Πανεπιστήμιο του Durham (Ἀγ­γλία). Εἶναι ὑποψήφια διδάκτωρ στὸ Πανεπιστήμιο τοῦ Leiden (Ὁλ­λα­ν­δία). Πρῶτο της βιβλίο ἡ ποιητική συλλογή με τον τίτλο Αραδήν (Publibook 2010).

 .