Γεράσιμος Βῶκος: Μοναξιά

.

OLYMPUS DIGITAL CAMERA

.

Γε­ρά­σι­μος Βῶ­κος

.

Μο­να­ξιά

 

02-SigmaΤΟ ΣΠΙΤΙ ΑΥΤΟ ἀ­κού­ε­ται πάν­τα ὁ δυ­να­τὸς κτύ­πος ἑ­νὸς ρω­λο­γιοῦ, ποὺ ἄ­γνω­στον ποῦ εἶ­νε το­πο­θε­τη­μέ­νον, καὶ ποὺ με­τρά­ει, στὴ μι­κρὴ ὑ­πο­δι­αί­ρε­ση ἑ­νὸς δευ­τε­ρο­λέ­πτου, τὸν ἀ­τέρ­μο­να χρό­νον. Οἱ δι­ά­δρο­μοι εἶ­νε ἔ­ρη­μοι. Στὸ ἕ­να δω­μά­τιον κά­θε­ται ἕ­νας κύ­ριος, ποὺ εἰς τὰς ὥ­ρας τῆς ζω­ῆς του εἶ­νε ἀ­κρι­βής, ὅ­πως τὸ ρω­λό­γι. Εἰς τὸ ἄλ­λο ἀν­τι­θέ­τως κά­θε­ται ἕ­νας ἄλ­λος, ποὺ δὲν ἔ­χει πο­τὲ ὡρι­σμένες ὧ­ρες. Πό­τε φεύ­γει γιὰ νὰ φά­ῃ εἰς τὰς δύο τὸ με­ση­μέ­ρι, ἄλ­λο­τε στὰς τρεῖς καὶ ἄλ­λο­τε κα­θό­λου, ἕ­ως ὅ­του ἔλ­θῃ τὸ βρά­δυ.

            Εἰς τὰ πα­ρα­πέ­ρα δω­μά­τια κά­θουν­ται δύο δη­μό­σιοι ὑ­πάλ­λη­λοι. Δὲν φαί­νον­ται πο­τέ, οὔ­τε ἀ­κού­ον­ται. Ἀρ­γὰ νύ­χτα ἔρ­χον­ται καὶ φεύ­γουν πρω­ΐ. Ἀ­πέ­ναν­τι, κα­θὼς στρέ­φει ὁ δι­ά­δρο­μος, εἰς τὸ βά­θος, κα­τοι­κεῖ ἕ­νας γέ­ρος. Κα­νεὶς δὲν γνω­ρί­ζει πε­ρὶ αὐ­τοῦ τί ἦ­το εἰς τὴν ζω­ήν του, δι­ό­τι δὲν ὁ­μι­λεῖ πο­τὲ εἰς κα­νέ­να, ἐ­νῶ εἶ­νε ὁ μό­νος ἐκ τῶν ἐ­νοί­κων, ποὺ φαί­νε­ται εἰς τὸ σπί­τι αὐ­τό, καὶ γυ­ρί­ζει τοὺς δι­α­δρό­μους καὶ ἀ­νε­βο­κα­τε­βαί­νει τὴ σκά­λα.

            Ξυ­πνά­ει πάν­τα πρω­ΐ, σὰν νὰ τὸν ἐ­τρό­μα­ζαν πο­λὺ τὰ σκο­τά­δια τῆς νύ­χτας καὶ τρέ­χει νὰ βγῇ στὸ δρό­μο γιὰ νὰ ἀπο­δι­ώ­ξῃ τὴν ἐν­τύ­πω­ση τῆς μο­να­ξιᾶς, ἡ ὁ­ποί­α θὰ τὸν ἐ­νο­χλῇ. Κά­νει λί­γα βή­μα­τα στὴ συ­νοι­κί­α, ἀλ­λὰ γυ­ρί­ζει γλή­γο­ρα σπί­τι, για­τί βρί­σκει ὅ­τι ἡ γα­λή­νη τοῦ σπι­τιοῦ του εἶ­νε προ­τι­μώ­τε­ρη ἀ­πὸ τὸ θό­ρυ­βο τῶν δρό­μων. Πά­ει στὸ δω­μά­τιό του, στέ­κει ὄρ­θιος χω­ρὶς νὰ βγά­λῃ τὸ κα­πέλ­λο του, κοι­τά­ζει τρι­γύ­ρω του, ἀλ­λ’ ἡ μο­να­ξιὰ καὶ πά­λιν τὸν ἐ­νο­χλεῖ καὶ βγαί­νει στὸ δρό­μο.

            Ὅ­ταν χτυ­ποῦν οἱ καμ­πά­νες τοῦ με­ση­με­ριοῦ γυ­ρί­ζει πά­λιν καὶ προ­γευ­μα­τί­ζει στὸ δω­μά­τιό του ὁ­λο­μό­να­χος. Καὶ δὲν λέ­γει πο­τὲ λέ­ξιν, δί­νει τὶς πα­ραγ­γε­λί­ες του σὲ μιὰ γριὰ ὑ­πη­ρέ­τρια μὲ νεύ­μα­τα καὶ κα­τε­βαί­νει πά­λι στὴ σκά­λα. Τώ­ρα τὸ κα­λο­καί­ρι τρα­βά­ει —ἀ­πὸ τὴ σκιὰ— στὴ δυ­τι­κὴ πλευ­ρὰ τοῦ με­γά­λου δρό­μου, τὸ ἀ­πό­γευ­μα, καὶ φτά­νει σ’ ἕ­να μι­κρὸ συ­νοι­κια­κὸ κα­φε­νεῖ­ο, ὅ­που κά­θε­ται σι­ω­πη­λὸς πε­ρι­μέ­νων νὰ ἔλ­θῃ τὸ γκαρ­σό­νι νὰ τοῦ δώ­σῃ πα­ραγ­γε­λί­αν πάν­το­τε μὲ κι­νή­μα­τα τῆς χει­ρός. Κοι­τά­ζει ἀ­ο­ρί­στως μὲ τὰ κου­ρα­σμέ­να βλέ­φα­ρα του πρὸς ἕ­να ση­μεῖ­ον τοῦ δρό­μου ἐ­πὶ ὥρας. Εἶ­νε ὡ­ραῖα ντυ­μέ­νος.

            Ὅ­ταν ἀρ­χί­ζῃ νὰ βρα­διά­ζῃ ἐ­πι­στρέ­φει στὸ σπί­τι του, ἀλ­λά, ὡς νὰ φο­βῆ­ται νὰ τὸ πλη­σιά­σῃ, τὸ τρι­γυ­ρί­ζει πρῶ­τα. Σκέ­πτε­ται τὴ μο­να­ξιὰ τῆς νύ­χτας. Ἄλ­λα, ὡς νὰ τὸν ἐ­τρό­μα­ξαν πρό­ω­ρα τὰ σκο­τά­δια τοῦ δρό­μου καὶ ὁ ἑ­σπε­ρι­νὸς θό­ρυ­βος, προ­τι­μᾷ νὰ ἀ­νέ­βῃ στὸ δω­μά­τιό του καὶ τό­τε γυ­ρί­ζει ἐ­κεῖ μέ­σα σὰν σκιά, ἀν­τα­πο­κρι­νό­με­νος στὶς σκέ­ψεις του, τίς οἶ­δε ποί­ας, πρὸς τὸν μο­νό­το­νον, ρυθ­μι­κὸν κτύ­πον τοῦ ρω­λο­γι­ο­ῦ, ποὺ ἀ­κού­ε­ται εἰς ὅ­λο τὸ σπί­τι, πέν­θι­μος τώ­ρα, ὡ­σὰν νὰ προ­ει­δο­ποι­ῇ πάν­τα κά­τι κα­κὸν εἰς τὴν ἐ­περ­χο­μέ­νην νυ­κτε­ρι­νὴν ἀ­γω­νί­αν…

.

Bonsai-03c-GiaIstologio-04

.

Πηγή: Ἀλκ. Ἀρ­γυ­ρό­που­λος, Νε­ο­ελ­λη­νι­κή μοῦ­σα: Συλ­λο­γή ἐ­κλε­κτῶν ἔρ­γων ὅ­λων τῶν ἑλ­λή­νων λο­γο­τε­χνῶν ἀ­πό τήν ἐ­πο­χή τοῦ Ρή­γα ἕ­ως σή­με­ρα (Ἀ­θή­να, 1928).

Γε­ρά­σι­μος Βῶ­κος (Ὕ­δρα, 1868 – Πα­ρί­σι, 1927). Ἀρθρογράφησε στὶς σπου­δαι­ό­τε­ρες ἀ­θη­να­ϊ­κὲς ἐ­φη­με­ρί­δες τῆς ἐ­πο­χῆς του.  Ἔγραψε με­λέ­τες, δο­κί­μια καὶ λογοτεχικὰ ἔργα. Ἀ­ξι­ο­λο­γό­τε­ρα ἐκ τῶν ὁ­ποί­ων ἦ­ταν Ὁ Κύ­ριος Πρό­ε­δρος (1893, μυ­θι­στό­ρη­μα), Τὸ 21 (1901, θε­α­τρι­κὸ ἔρ­γο), Ἡ Με­γά­λη ἰ­δέα (1901, θε­α­τρι­κὸ ἔρ­γο), Ἡ κα­το­χή (ἱ­στο­ρι­κὸ, 1905, ποὺ δι­α­σκευ­ά­στη­κε σὲ θε­α­τρι­κὸ ἔρ­γο καὶ ση­μεί­ω­σε με­γά­λη ἐ­πι­τυ­χί­α), Ἑλ­λη­νι­καὶ Συμ­φω­νί­αι (1916), Δι­η­γή­μα­τα (1923), Ἐ­κτο­πι­σμέ­νος (1923) κ.ἄ. Ἐπί­σης ἵ­δρυ­σε καὶ δι­εύ­θυ­νε δύο ση­μαν­τι­κὰ φι­λο­λο­γι­κὰ πε­ρι­ο­δι­κὰ: Τὸ πε­ρι­ο­δι­κόν μας (δε­κα­πεν­θή­με­ρη ἐ­πι­θε­ώ­ρη­ση τοῦ Πει­ραι­ᾶ, 1900-1901) καὶ Ὁ Καλ­λι­τέ­χνης (Ἀ­θή­να 1910-1912, 1914). Στὴ τε­λευ­ταί­α πε­ρί­ο­δο τῆς ζωῆς του ἐγ­κα­τα­στά­θη­κε στὸ Πα­ρί­σι καὶ ἐ­πι­δό­θη­κε στὴ ζω­γρα­φι­κὴ μὲ ἀρ­κε­τὴ ἐ­πι­τυ­χί­α μο­λο­νό­τι αὐ­το­δί­δα­κτος. Τὰ θέ­μα­τα τῶν πι­νά­κων του ἦ­ταν ἐμ­πνευ­σμέ­να ἀ­πὸ τὴν ἑλ­λη­νι­κὴ φύ­ση (ἰ­δί­ως το­πί­α τοῦ Πη­λί­ου), καὶ ἀ­πὸ τὴ πα­ρι­σι­νὴ ζω­ή, ἀ­ξι­ο­λο­γό­τε­ρα τῶν ὁ­ποί­ων ὑ­πῆρ­ξαν «Τὰ κο­ρί­τσια στὸ δά­σος τῆς Βου­λώ­νης» καὶ «Μιὰ χή­ρα πο­λέ­μου σὲ πάρ­κο».

Φωτογραφία: Ὁ Γεράσιμος Βῶκος στὴ Νέα Ὑόρκη τὸ 1916. Εὐχαριστοῦμε θερμὰ τὸν φίλο Γιῶργο Ζεβελάκη γιὰ τὴν ἐπισήμανσή της.

.