Νικηφόρος Βρεττάκος: Ἕνας-ἕνας στὴν ἄβυσσο

 

 

Νι­κη­φό­ρος Βρετ­τά­κος

 

Ἕ­νας-ἕ­νας στὴν ἄ­βυσ­σο

 

ΤΣΙ ΜΟΥ ΔΙΗΓΗΘΗΚΕ τὴν πα­ρα­κά­τω ἱ­στο­ρί­α ἕ­νας κα­λὸς φί­λος μου, ἔ­τσι τὴ γρά­φω κι ἐ­γώ.

         «­.­..Κι ἤ­τα­νε μιὰ νύ­χτα βρο­χῆς. Πα­ρα­μο­νή Χρι­στου­γέν­νων. Τὰ με­σά­νυ­χτα χτυ­πᾶ­νε τὴν πόρ­τα μου. Τα­ρά­χτη­κα. Ἡ ὥ­ρα τῆς κυ­κλο­φο­ρί­ας ἤ­τα­νε πε­ρα­σμέ­νη. Δὲ θὰ μπο­ροῦ­σε νἄ­τα­νε τί­πο­τε ἄλ­λο. Κα­νείς μας δὲν ἤ­ξαι­ρε τό­τε τὶ τὸν πε­ρί­με­νε ἀ­πὸ τὴ μιὰ μέ­ρα στὴν ἄλ­λη. Καὶ πραγ­μα­τι­κά. Ἕ­νας Γερ­μα­νὸς ψη­λὸς ὥς ἀ­πά­νω μπῆ­κε στὸ σπί­τι μας. Ἡ γυ­ναῖ­κα μου ἔ­τρε­με πί­σω μου σὰν τὸ κα­λά­μι. Ὁ Γερ­μα­νὸς κά­νει ἕ­να βῆ­μα ἀ­κό­μα.

        “Ποῦ ἔ­χε­τε, μὲ ρω­τά­ει, τὸ χρι­στου­γεν­νι­ά­τι­κο δέν­δρο σας;” Καὶ βγά­ζει ἀ­πὸ τὴν τσέ­πη του δυ­ὸ μι­κρὰ παι­χνι­δά­κια.

        “Τὸ χρι­στου­γεν­νι­ά­τι­κο δέν­τρο μας; Δὲν ἔ­χου­με, τοῦ ἀ­παν­τῶ. Εἴ­μα­στε φτω­χοί. Δὲν ἔ­χου­με χρι­στου­γεν­νι­ά­τι­κο δέν­τρο.­.­.”

        Ὁ στρα­τι­ώ­της, ση­κώ­νον­τας τὸ κε­φά­λι του, κοι­τά­ζει ἀ­πὸ τὴ μι­σά­νοι­χτη πόρ­τα τὸ κρεβ­βά­τι τοῦ ἀ­πο­κοι­μι­σμέ­νου παι­διοῦ μας καὶ προ­χω­ρεῖ κα­τὰ κεῖ μὲ τὸ βρεγ­μέ­νο του πη­λί­κιο στὰ χέ­ρια του. Στέ­κε­ται ὄρ­θιος, τὸ κοι­τά­ζει γιὰ λί­γο καὶ ξα­πλώ­νε­ται πλά­ϊ του χα­ϊ­δεύ­ον­τάς του ἀ­λα­φρὰ ἀ­λα­φρὰ τὰ μαλ­λιά. Περ­νᾶ­νε πέν­τε λε­φτά. Ἐ­γὼ κι ἡ γυ­ναῖ­κα μου πε­ρι­μέ­νου­με ὄρ­θιοι στὴν πόρ­τα. Περ­νᾶ­νε δέ­κα λε­φτά. Ἀ­κοῦ­με τὸ στρα­τι­ώ­τη νὰ ρο­χα­λί­ζει. Ἡ γυ­ναί­κα μου, ξε­στρώ­νει μιὰ κου­βέρ­τα ἀ­πὸ τὸ κρεβ­βά­τι μας καὶ περ­πα­τῶν­τας στὰ δά­χτυ­λα, πη­γαί­νει καὶ τὸν σκε­πά­ζει. Κα­θό­μα­στε ἔ­πει­τα σι­ω­πη­λοί.

        “Ὅ­λοι εἴ­μα­στε ἄν­θρω­ποι, μοῦ λέ­ει ἐ­κεί­νη. Γιὰ σκέ­ψου κα­λά. Ξαί­ρεις τὶ λέ­ω; Ἂν μπο­ρού­σα­με, γιὰ χά­ρη αὐ­του­νοῦ τοῦ στρα­τι­ώ­τη, ποὖ­ναι κι αὐ­τὸς ἕ­νας ἄν­θρω­πος, ν’ ἀ­γο­ρά­ζα­με ἕ­να χρι­στου­γεν­νι­ά­τι­κο δέν­τρο.­.­. ” Τὴν κοι­τά­ζω κι ἐ­γὼ σκε­φτι­κός.

        “Ὄ­χι, τῆς λέ­ω. Ἔ­χου­με τό­σους φυ­λα­κι­σμέ­νους καὶ τό­σους ποὺ ἀ­γω­νί­ζον­ται ὄ­ξω δί­χως ψω­μί. Ἀλ­λοι­ῶς.­.. Δὲ λέ­ω. Ὅ­λοι εἴ­μα­στε ἄν­θρω­ποι. Τὸ ξαί­ρω κι ἐ­γώ.­.­. ”

        Τὴν ἄλ­λη μέ­ρα, ἐ­νῶ ἔ­παιρ­νε σι­γὰ-σι­γὰ νὰ βρα­δυά­ζει, μὲ πε­ρί­με­νε στὴν ἄ­κρη μιᾶς λε­ω­φό­ρου, ὁ Κά­ρο­λος, ὁ Γερ­μα­νὸς στρα­τι­ώ­της ποὺ ἦρ­θε στὸ σπί­τι μου. Βα­δί­ζου­με πλά­ϊ-πλά­ϊ κά­τω ἀ­πὸ τὴν ἀλ­λέ­α μὲ τὶς πι­πε­ρι­ὲς καὶ πη­γαί­νου­με νὰ πι­οῦ­με κρα­σί. Κα­θό­μα­στε σ’ ἕ­να τρα­πέ­ζι, μό­νοι μας στὴν ἀρ­χὴ κι ὕ­στε­ρα μα­ζὺ μὲ δυ­ὸ ἄλ­λους φί­λου μου. Ὁ Κά­ρο­λος τρα­γου­δά­ει σι­γὰ ἕ­να λα­ϊ­κὸ γερ­μα­νι­κὸ τρα­γού­δι καὶ τὰ μά­τια του λάμ­που­νε σὰν δυ­ὸ κρί­νοι βρεγ­μέ­νοι ἀ­πὸ τὴ δρο­σιά. Ἕ­νας φί­λος μου, ὅ­ταν τε­λει­ώ­νει ἐ­κεῖ­νος, πιά­νει καὶ τρα­γου­δά­ει τὴ φλα­μου­ριά. Τὸν ἀ­κού­ει ὁ Κά­ρο­λος καὶ πί­νει τὸ ἕ­να πο­τή­ρι ἀ­πά­νω στὸ ἄλ­λο.

        “Ἔ! Κά­ρο­λε. Τοῦ λέ­ει ὁ ἕ­νας ἀ­πὸ τοὺς φί­λους μου. Ὅ­ταν καμ­μιὰ φο­ρά, θαρ­θοῦ­με καὶ μεῖς ἐ­κεῖ πά­νω στὸ Ρῆ­νο, θὰ μᾶς προ­σφέ­ρεις κρα­σί, πο­λὺ καλ­λί­τε­ρο ἀ­πὸ τοῦ­το.­.­. ”

        Ἔ­χω μιὰ στιγ­μὴ ζα­λι­στεῖ καὶ δὲν κα­τα­λα­βαί­νω τὶ γί­νε­ται, ὅ­ταν βλέ­πω τὸν Κά­ρο­λο νὰ ση­κώ­νε­ται όρ­θιος καὶ νὰ δί­νει ἕ­να μπά­τσο στὸ φί­λο μου. “Ἐ­σεῖς, δὲ θὰ ρθεῖ­τε πο­τὲ στὸ Ρῆ­νο!” τοῦ λέ­ει φτύ­νον­τας στὸ τρα­πέ­ζι. Τι­νά­ζο­μαι ὄρ­θιος καὶ κά­νω νὰ ἡ­συ­χά­σω τὸν Κά­ρο­λο, πι­ά­νον­τάς τον ἀ­πὸ τὰ μπρά­τσα. Ἐ­κεῖ­νος, κά­νον­τας μιὰν ἀ­πό­το­μη κί­νη­ση, τρα­βά­ει τὸ πι­στό­λι ἀ­πὸ τὴ μέ­ση του καὶ μοῦ τὸ καρ­φώ­νει στὸ στῆ­θος. Κι ἀ­μέ­σως, κά­νον­τας μιὰ δεύ­τε­ρη κί­νη­ση, βά­ζει τὸ πι­στό­λι στή θή­κη του. Δί­νει μιὰ κλω­τσιὰ στὴν κα­ρέ­κλα ποὺ εἶ­ναι μπρο­στά του, τρέ­χει, ἀ­νοί­γει τὴν πόρ­τα καὶ χά­νε­ται. Κα­θὼς τρέ­χει, μοῦ φαί­νε­ται πὼς σκορ­πί­ζον­ται ἀ­πὸ τὰ θυ­μω­μέ­να του μά­τια μιὰ χου­φτιὰ σπί­θες μὲς στὴν τα­βέρ­να. Ἐ­μεῖς, ξυ­λι­α­σμέ­νοι στὶς θέ­σεις μας, κοι­τα­ζό­μα­στε, σὰ νὰ χά­σα­με τὴ φω­νή μας. Τὰ χέ­ρια μας ἔ­χουν πα­ρα­λύ­σει. Ἀ­φή­νου­με τὰ πο­τή­ρια μας γι­ο­μά­τα κρα­σί κι ὁ ἕ­νας μας πί­σω ἀ­π’ τὸν ἄλ­λο, ση­κώ­νου­με τοὺς μαύ­ρους γι­α­κά­δες μας, ἀ­νοί­γου­με τὴν πόρ­τα καὶ χα­νό­μα­στε μὲς στὸ σκο­τά­δι, σὰ νὰ πη­δᾶ­με, ἕ­νας-ἕ­νας στὴν ἄβυσσο…»

 

 

 

Πηγή: Γιὰ τὴν Χι­λι­ά­κρι­βη τὴ Λευ­τε­ριά, Δι­η­γή­μα­τα τῆς Ἀν­τί­στα­σης, Πο­λι­τι­στι­κές καὶ λο­γο­τε­χνι­κὲς ἐκ­δό­σεις, Ἀθήνα, 1961.

 

Νικηφόρος Βρεττάκος (Κροκεὲς Λακωνίας, 1912-Ἀθήνα, 1991). Πο­ιη­τής. Δού­λεψε ὡς ἰδιωτικὸς ὑπάλληλος (1930-1938) καὶ δημόσιος ὑπάλληλος (1938-1947) καὶ ὡς φιλολογικὸς συντάκτης περιοδικῶν καὶ ἐφημερίδων. Πῆ­ρε μἐρος στὸν ἑλληνοϊταλικὸ πόλεμο τοῦ 1940—41 καὶ κατόπιν στὴν Ἐθνικὴ Ἀ­ντίσταση. Σπούδασε Φιλολογία στὴν Ἀθήνα. Πρώτη του ποιητικὴ συλλογή: Κά­τω ἀπὸ σκιὲς καὶ φῶτα (1929).

 

Advertisements