Ἀλέξανδρος Βαναργιώτης: 11-9-2001

 

 

Ἀ­λέ­ξαν­δρος Βα­ναρ­γι­ώ­της

 

11-9-2001

 

ΑΛΕΨΑ ΠΟΛΥ γι’ αὐ­τὴ τὴ σχέ­ση. Τὰ χρό­νια ποὺ ὑ­πη­ρε­τού­σα­με μα­ζί, ἐ­νῶ στὴν ἀρ­χὴ δὲν ἔ­δει­ξε κα­νέ­να ἐν­δι­α­φέ­ρον γιὰ μέ­να, κα­τά­φε­ρα σι­γὰ-σι­γὰ μὲ σχέ­δια καὶ προ­σε­κτι­κὲς κι­νή­σεις, βῆ­μα-βῆ­μα, νὰ τὴν κά­νω πρῶ­τα νὰ μὲ προ­σέ­ξει καὶ ἀρ­γό­τε­ρα νὰ συ­ζοῦ­με. Ἦ­ταν καλ­λι­τε­χνι­κὴ φύ­ση καὶ γιὰ νὰ τὴν κερ­δί­σω ἔ­βγα­λα ἀ­πὸ μέ­σα μου ὅ­λη τὴν εὐ­αι­σθη­σί­α καὶ μά­λι­στα στοὺς το­μεῖς ποὺ τὴν ἐν­δι­έ­φε­ραν τὴν πολ­λα­πλα­σί­α­σα. Ζω­γρά­φι­ζε κα­λά. Δα­νεί­στη­κα ὅ,τι δι­έ­θε­τε ἡ δη­μο­τι­κὴ βι­βλι­ο­θή­κη καὶ ἔ­μα­θα ὅ­λες τὶς τά­σεις καὶ τὶς τε­χνο­τρο­πί­ες. Δι­ά­βα­σα βι­ο­γρα­φί­ες καὶ εἶ­δα πί­να­κες ἀ­πὸ τὸν Μι­χα­ὴλ Ἄγ­γε­λο ὣς τὸν Οὐ­όρ­χολ καὶ τὸν Μπέ­ι­κον. Μά­λι­στα μπῆ­κα στὸν πει­ρα­σμὸ καὶ ἀ­γό­ρα­σα χαρ­τιά, χρώ­μα­τα καὶ κα­βα­λέ­το καὶ ἄρ­χι­σα νὰ κά­νω κι ἐ­γὼ με­ρι­κὲς ἀ­δέ­ξι­ες πι­νε­λι­ές. Πέ­τρα-πέ­τρα ἔ­χτι­σα αὐ­τὴ τὴ σχέ­ση. Ἡ ὅ­λη προ­σπά­θεια μοῦ ἔ­μα­θε τί δύ­να­μη κρύ­βει ὁ ἔ­ρω­τας. Δὲν εἶ­χα ἐ­ρω­τευ­τεῖ ἀ­λη­θι­νὰ ὣς τό­τε. Δὲν ἔ­κα­να θυ­σί­ες γιὰ τὶς σχέ­σεις μου. Γιὰ τὴ Χρι­στί­να θὰ ἔ­κα­να τὰ πάν­τα. Ἔ­φτα­σα στὸ ση­μεῖ­ο νὰ ἀ­κού­ω τζάζ, ἐ­γὼ ὁ φα­να­τι­κὸς τοῦ Κα­ζαν­τζί­δη. Ἒ ρέ, γέ­λιο ποὺ θὰ ἔ­κα­ναν οἱ φί­λοι στὸ χω­ριό, ἂν μὲ ἔ­βλε­παν ἔ­τσι ἀλ­λαγ­μέ­νο. Θὰ ξε­ραί­νον­ταν στὰ γέ­λια. Μὲ με­τα­μόρ­φω­σε κυ­ρι­ο­λε­κτι­κὰ ὁ ἔ­ρω­τας.

       Τὰ νέ­α ἐν­δι­α­φέ­ρον­τα ποὺ προ­στέ­θη­καν στὴν προ­σω­πι­κό­τη­τά μου ἔ­κα­ναν τὸν Μι­χά­λη, τὸν νέ­ο συ­νά­δελ­φο τῶν καλ­λι­τε­χνι­κῶν, νὰ μὲ συμ­πα­θή­σει. Ἦ­ταν ἄν­θρω­πος χα­μη­λῶν τό­νων, ἤ­ρε­μος καὶ εἶ­χε πά­νω-κά­τω τα ἴ­δια ἐν­δι­α­φέ­ρον­τα μὲ μᾶς, γι’ αὐ­τὸ κέρ­δι­σε καὶ τὴ Χρι­στί­να καὶ γί­να­με μιὰ πο­λὺ κα­λὴ πα­ρέ­α οἱ τρεῖς μας. Ἐ­κεῖ­νος ἔ­κλι­νε βέ­βαι­α μου­σι­κὰ πρὸς τὰ ἔ­θνικ, ἀλ­λὰ καὶ τὸ στὺλ τῆς ζω­γρα­φι­κῆς του εἶ­χε πολ­λὰ στοι­χεῖ­α ἀ­πὸ τὴν Ἀ­να­το­λή. Οἱ προ­σω­πο­γρα­φί­ες του θύ­μι­ζαν Φα­γιοὺμ καὶ οἱ γυ­ναῖ­κες του εἶ­χαν μαῦ­ρα με­γά­λα μά­τια σὰν τὶς Ἰν­δὲς καὶ φο­ροῦ­σαν μα­κριὰ πορ­το­κα­λο­κόκ­κι­να φο­ρέ­μα­τα.

       Τὸ βρά­δυ τῆς Δευ­τέ­ρας εἴ­χα­με πι­εῖ κά­τι πα­λι­ο­πο­τὰ σὲ ἕ­να μπάρ, για­τὶ τὴν ἄλ­λη μέ­ρα εἴ­χα­με ρε­πό. Στὸ σχο­λεῖ­ο πη­γαί­να­με μὲ βάρ­δι­ες. Ἔ­τσι ἐ­κεί­νη τὴν Τρί­τη δὲν ξύ­πνη­σα κα­λά. Ση­κώ­θη­κα ἀ­πὸ τὸ κρε­βά­τι ἀρ­γὰ καὶ τὸ κε­φά­λι μου κόν­τευ­ε νὰ σκι­στεῖ στὰ δύ­ο. Τὸ με­ση­μέ­ρι μὲ τὸ ζό­ρι ἔ­φα­γα κά­τι ἐ­λα­φρύ. Βυ­θί­στη­κα σὲ μιὰ πο­λυ­θρό­να μ’ ἕ­να βι­βλί­ο στὸ χέ­ρι, ἀλ­λὰ δὲν μπο­ροῦ­σα νὰ συγ­κεν­τρω­θῶ. Ἀ­πὸ ἰ­δε­ο­λο­γί­α δὲν συν­δέ­σα­με τὴν κοι­νή μας ζω­ὴ μὲ τη­λε­ό­ρα­ση καὶ ἡ Χρι­στί­να —τυ­χε­ρή, για­τὶ τὸ βρά­δυ ἤ­πι­ε χυ­μό— ἀ­πο­λάμ­βα­νε τὸν κα­φέ της ἀ­κού­γον­τας ἕ­να πρό­γραμ­μα τζὰζ στὰ με­σαῖ­α. Θά ’­ταν πέν­τε τὸ ἀ­πό­γευ­μα, ὅ­ταν ξαφ­νι­κὰ τὸ πρό­γραμ­μα δι­α­κό­πη­κε καὶ ἀ­να­κοι­νώ­θη­κε στὰ ἀγ­γλι­κὰ ὅ­τι ἔ­γι­νε τρο­μο­κρα­τι­κὸ χτύ­πη­μα στὴ Νέα Ὑόρκη ἀ­πὸ τὴν Ἂλ Κά­ιν­τα καὶ κα­τέρ­ρευ­σαν οἱ δί­δυ­μοι πύρ­γοι. «Τί λέ­ει, ρέ; ἄ­κου­σες τί ἔ­γι­νε;» ξε­φώ­νι­σε ἡ Χρι­στί­να, ἡ ὁ­ποί­α εἶ­χε ἐ­πι­σκε­φτεῖ τὴν Ἀ­με­ρι­κὴ καὶ μά­λι­στα εἶ­χε φά­ει σὲ ἕ­να ἑ­στι­α­τό­ριο στοὺς δί­δυ­μους πύρ­γους. Δὲν πί­στευ­ε στ’ αὐ­τιά της. Ἐ­γὼ πά­λι εἶ­χα στ’ αὐ­τιά μου ἕ­να βου­η­τὸ ἀ­πὸ τὸν πο­νο­κέ­φα­λο ποὺ μὲ ἔ­κα­νε νὰ νι­ώ­θω τὴν Ἀ­με­ρι­κὴ καὶ τὸ Μαν­χά­ταν τὴν πιὸ μα­κρι­νὴ καὶ ἀ­δι­ά­φο­ρη χώ­ρα στὸν κό­σμο. Δὲν ἔ­δω­σα προ­σο­χὴ καὶ μπῆ­κα νὰ κά­νω ἕ­να δρο­σε­ρὸ μπά­νιο μπὰς καὶ συ­νέλ­θω. Κα­τὰ τὶς ἕ­ξι μᾶς πῆ­ρε ὁ Μι­χά­λης τη­λέ­φω­νο νὰ βγοῦ­με. Εἴ­χα­με ἤ­δη ἀ­να­στα­τω­θεῖ ὅ­λοι κα­θὼς ἔ­φτα­σαν καὶ οἱ λε­πτο­μέ­ρει­ες γιὰ τοὺς χι­λιά­δες νε­κροὺς τῶν ὁ­ποί­ων ὁ ἀ­ριθ­μὸς δὲν εἶ­χε προσ­δι­ο­ρι­στεῖ ἀ­κρι­βῶς ἀ­κό­μη.

       Εὐ­τυ­χῶς μὲ δυ­ὸ ἀ­σπι­ρί­νες ὁ πο­νο­κέ­φα­λος μοῦ πέ­ρα­σε, ἀλ­λὰ λί­γο ἡ θλί­ψη γιὰ τὰ γε­γο­νό­τα, λί­γο ἡ εὐ­αι­σθη­σί­α στὸ νευ­ρι­κὸ σύ­στη­μα, ποὺ μοῦ ἄ­φη­σε ἡ κε­φα­λαλ­γία, καὶ βρι­σκό­μουν σὲ μιὰ πε­ρί­ερ­γη κα­τά­στα­ση. Ἀ­πο­λύ­τως ἤ­ρε­μος, ἀλ­λὰ μὲ τὶς αἰ­σθή­σεις μου ὅ­λες τε­τα­μέ­νες. Κα­θί­σα­με σὲ μιὰ κα­φε­τε­ρί­α ἔ­ξω. Φυ­σοῦ­σε ἕ­νας ζε­στὸς ἀ­έ­ρας ποὺ ἔ­λε­γες πὼς ἦ­ταν κα­λο­καί­ρι. Κά­τι ὅ­μως στὴ μυ­ρω­διά του, μιὰ ἀ­νε­παί­σθη­τη ὑ­γρα­σί­α, λί­γο το φῶς ποὺ ἄλ­λα­ξε, μιὰ αἰ­ω­ρού­με­νη με­λαγ­χο­λί­α στὴν ἀ­τμό­σφαι­ρα, οἱ ὀ­ξυμ­μέ­νες μου αἰ­σθή­σεις ἔ­πι­α­ναν ἐ­κεῖ­νο τὸ βρά­δυ τὸ πέ­ρα­σμα σὲ ἄλ­λη ἐ­πο­χή. «Μυ­ρί­ζει φθι­νό­πω­ρο», εἶ­πα, ἀλ­λὰ κα­νέ­νας δὲν ἀ­πάν­τη­σε. Ἡ Χρι­στί­να εἶ­χε κυ­ρι­ευ­τεῖ ἀ­πὸ ἀ­κα­τά­σχε­τη φλυ­α­ρί­α, σχο­λί­α­ζε καὶ ἀ­νέ­λυ­ε μὲ πά­θος μὲ τὸν Μι­χά­λη τὰ γε­γο­νό­τα καὶ σχε­δὸν μοῦ εἶ­χε γυ­ρί­σει τὴν πλά­τη. Δὲν ἔ­δω­σα ση­μα­σί­α, κοί­τα­ζα τὰ ὄ­μορ­φα νε­ο­κλα­σι­κὰ σπί­τια γύ­ρω ἀ­πὸ τὴν μι­κρὴ πλα­τεί­α καὶ σκε­φτό­μουν ὅ­τι θὰ μπο­ροῦ­σε κα­νεὶς νὰ ζω­γρα­φί­σει μὲ ἁ­πα­λὸ ὑ­δα­τό­χρω­μα τὸ παι­χνί­δι πά­νω τους ἀπὸ τὸ φῶς ποὺ χα­νό­ταν, τὴ νύ­χτα ποὺ ἔ­φτα­νε ἀ­να­δει­κνύ­ον­τας ἀ­κό­μα πε­ρισ­σό­τε­ρο τὴν ὀ­μορ­φιά τους ἔ­τσι ποὺ στέ­κον­ταν ἐ­κεῖ χρό­νια καὶ και­ρούς.

       Με­τὰ στρά­φη­κα στὴ Χρι­στί­να καὶ στὸ Μι­χά­λη. Προ­σπά­θη­σα νὰ δι­α­κό­ψω τὴ θλι­βε­ρὴ συ­ζή­τη­ση, νὰ τοὺς μι­λή­σω γιὰ τὴν ὀ­μορ­φιά. Δὲν τὰ κα­τά­φε­ρα. Καὶ ὅ­πως τοὺς κοί­τα­ζα σι­ω­πη­λὸς νὰ συ­ζη­τᾶ­νε, στὶς ὀ­χτὼ καὶ σα­ραν­τα­πέν­τε πε­ρί­που ἀν­τι­λή­φθη­κα ἕ­να ἀ­νε­παί­σθη­το χά­δι τῆς Χρι­στί­νας στὸ χέ­ρι του. Στὶς ἐν­νιὰ μὲ τὴν ἄ­κρη τοῦ μα­τιοῦ μου εἶ­δα τὸ γό­να­τό της νὰ ἀγ­γί­ζει κά­τω ἀ­πὸ τὸ τρα­πέ­ζι τὸ δι­κό του. Καὶ κα­τὰ τὶς ἐν­νι­ά­μι­ση ἔ­πι­α­σα ἕ­να βλέμ­μα ὅ­λο φω­τιὰ στὰ μά­τια τους. Ἐ­κεῖ­νοι φλέ­γον­ταν καὶ ἡ σχέ­ση ποὺ τό­σον και­ρὸ ἔ­χτι­ζα γκρε­μί­στη­κε μὲ μιᾶς σὲ χα­λά­σμα­τα.

  

 

Πη­γή: Πρώ­τη δη­μο­σί­ευ­ση.

 

Ἀ­λέ­ξαν­δρος Βα­ναρ­γι­ώ­της (Τρί­κα­λα Θεσ­σα­λί­ας, 1966). Σπού­δα­σε στὸ Κλα­σι­κὸ Τμῆ­μα τῆς Φι­λο­σο­φι­κῆς Σχο­λῆς Ἰ­ω­αν­νί­νων. Ἐρ­γά­ζε­ται ὡς κα­θη­γη­τὴς Φι­λό­λο­γος στὴ δη­μό­σια Μέ­ση Ἐκ­παί­δευ­ση. Δη­μο­σί­ευ­σε τὴ συλ­λο­γὴ δι­η­γη­μά­των Δι­η­γή­μα­τα γιὰ τὸ τέ­λος τῆς μέ­ρας (Ἐκ­δό­σεις Λο­γεῖ­ον, Τρί­κα­λα, 2009).

 

Εἰκόνα: Ἔργο τοῦ Graydon Parrish.

 

Διαφημίσεις

Ἀλέξανδρος Βαναργιώτης: Μικρὴ ἱστορία

 

 

Ἀ­λέ­ξαν­δρος Βα­ναρ­γι­ώ­της

 

Μι­κρὴ ἱ­στο­ρί­α

 

ΕΤΑ ΤΗΝ ΚΟΙΜΗΣΗ τῆς μη­τέ­ρας δι­ά­λε­ξα κά­ποι­α ἀ­πὸ τὰ πράγ­μα­τά της γιὰ ἐν­θύ­μια. Με­τα­ξὺ ἄλ­λων πῆ­ρα καὶ ἕ­ναν πί­να­κα ζω­γρα­φι­κῆς. Ἦ­ταν ἕ­να φτη­νὸ ἀν­τί­γρα­φο, ἀ­πὸ αὐ­τὰ μὲ τὰ ὁ­ποῖ­α ἡ μη­τέ­ρα στό­λι­ζε τοὺς τοί­χους τοῦ σπι­τιοῦ μας, τὸ ὁ­ποῖ­ο ὅ­μως μοῦ θύ­μι­ζε πολ­λά. Ἀ­πει­κό­νι­ζε ἕ­να σπί­τι πί­σω ἀ­πὸ μιὰ συ­στά­δα γυ­μνῶν δέν­τρων, δί­πλα μιὰ ἀ­πο­θή­κη σκε­πα­σμέ­νη μὲ χόρ­τα καὶ στὸ βά­θος δι­α­κρί­νον­ταν οἱ κε­ρα­μο­σκε­πὲς ἑ­νὸς χω­ριοῦ.

         Ζή­τη­σα ἀ­πὸ ἕ­να φί­λο καλ­λι­τέ­χνη, ἔ­χον­τας ὡς βά­ση τὸν πί­να­κα, νὰ κά­νει μιὰ σύν­θε­ση μα­ζὶ μὲ μιὰ φω­το­γρα­φί­α τῆς μη­τέ­ρας, μιὰ φω­το­γρα­φί­α ποὺ εἶ­μαι μὲ τὸν Νί­κο, τὸν ἀ­γα­πη­μέ­νο μου ἐ­ξά­δελ­φο, σὲ κά­ποι­α γε­νέ­θλια, καὶ ἕ­να μι­κρὸ σκα­ρί­φη­μα τοῦ ἴ­διου πί­να­κα μὲ μο­λύ­βι, ζω­γρα­φι­σμέ­νο ἀ­πὸ ἐ­μέ­να στὴν πέμ­πτη τά­ξη τοῦ δη­μο­τι­κοῦ. Τὸ συγ­κε­κρι­μέ­νο σχέ­διο τὸ ἀ­νέ­συ­ρα ἀ­πὸ μιὰ μι­κρὴ κα­σέ­λα στὴν ὁ­ποί­α ἀ­πὸ μι­κρὸς συμ­μά­ζευ­α τὰ πράγ­μα­τά μου.

        Θυ­μᾶ­μαι ἦ­ταν ἡ ἐ­πο­χὴ ποὺ μὲ εἶ­χε συ­νε­πά­ρει ὁ οἶ­στρος τῆς ζω­γρα­φι­κῆς. Λί­γο οἱ ἔ­παι­νοι τοῦ πα­τέ­ρα καὶ τῆς δα­σκά­λας, λί­γο ἡ χα­ρὰ τῆς δη­μι­ουρ­γί­ας, καὶ ἔ­φτα­σα κά­ποι­α στιγ­μὴ στὸ ση­μεῖο νὰ μὴ βγαί­νω νὰ παί­ξω, ἀλ­λὰ κα­θό­μουν τὰ ἀ­πο­γεύ­μα­τα σπί­τι, ἐ­πι­δι­ώ­κον­τας νὰ ἀ­να­πα­ρα­στή­σω ὅ,τι ἔ­βρι­σκα μπρο­στά μου· εἰ­κό­νες βι­βλί­ων, πρό­σω­πα ἀ­πὸ φω­το­γρα­φί­ες, ἀλ­λὰ κυ­ρί­ως τοὺς πί­να­κες ποὺ εἴ­χα­με κρε­μα­σμέ­νους στοὺς τοί­χους τοῦ σα­λο­νιοῦ καὶ τοῦ χόλ.

        Θι­α­σώ­της τῆς ζω­γρα­φι­κῆς μου τρέ­λας ὑ­πῆρ­ξε ὁ Νί­κος, ἕ­να παι­δὶ ὀ­λι­γο­μί­λη­το, ἐ­σω­στρε­φὲς καὶ εὐ­αί­σθη­το, μὲ δύ­ο πε­λώ­ρια μαῦ­ρα μά­τια ποὺ ἔ­δει­χναν πάν­τα θλιμ­μέ­να, ἀ­κό­μα καὶ ὅ­ταν χα­μο­γε­λοῦ­σε. Αὐ­τὰ τὰ μά­τια εἶ­χαν τό­ση δύ­να­μη ποὺ σὲ κέρ­δι­ζαν ἀ­μέ­σως. Ὁ Νί­κος θαύ­μα­ζε τὴν ἱ­κα­νό­τη­τά μου νὰ ἀ­να­πα­ρι­στῶ στὸ χαρ­τὶ πράγ­μα­τα ποὺ ἔ­βλε­πα γύ­ρω μου, κι ἐ­γὼ τὸν θαύ­μα­ζα γιὰ τὴ σο­βα­ρό­τη­τα καὶ γιὰ τὸν ὑ­πέρ­με­τρο γιὰ τὴν ἡ­λι­κί­α του πλοῦ­το γνώ­σε­ων. Ἀ­π’ ὅ­λες μου τὶς ζω­γρα­φι­ὲς τοῦ ἄ­ρε­σε πε­ρισ­σό­τε­ρο αὐ­τὴ μὲ τὸ ἀ­γρο­τό­σπι­το καὶ τὴν ἀ­πο­θή­κη. «Μοῦ ἀ­ρέ­σει», ἔ­λε­γε, «κά­τι ἔ­χει ποὺ μὲ τρα­βά­ει, ἀλ­λὰ δὲν ξέ­ρω τί». «Ἴ­σως νὰ μοῦ θυ­μί­ζει τὸ δι­κό μου σπί­τι», εἶ­πε κά­πο­τε γε­λών­τας.

        Καὶ ἦ­ταν πράγ­μα­τι ἀ­στεῖ­ο αὐ­τὸ ποὺ εἶ­πε. Για­τὶ τὸ σπί­τι τους ἦ­ταν μιὰ ἀ­γροι­κί­α στὴν ἄ­κρη τοῦ χω­ριοῦ μὲ μιὰ ἀ­πο­θή­κη ἀ­πὸ τσι­μεν­τό­λι­θους καὶ ἐ­λε­νὶτ γιὰ σκε­πή. Κα­μί­α ὁ­μοι­ό­τη­τα δὲν ὑ­πῆρ­χε μὲ τὸν πί­να­κα, πέ­ρα ἀ­πὸ μιὰ σει­ρὰ δέν­τρα, φτε­λι­ὲς καὶ λεῦ­κες, ποὺ τὸ κα­λο­καί­ρι ἔ­κρυ­βαν τὴν ἀ­σχή­μια τῆς ἀ­πο­θή­κης, ἀλ­λὰ τὸ χει­μώ­να, μὲ τὴ γύ­μνια τους, προ­σέ­θε­ταν στὴν μο­να­ξιὰ καὶ τὴν τρα­γι­κό­τη­τα τοῦ θεσ­σα­λι­κοῦ κάμ­που, καὶ ἔ­κα­ναν ἐ­κεῖ­νο τὸ χτί­σμα νὰ σοῦ γεν­νᾶ ἕ­να αἴ­σθη­μα ἐ­ρη­μιᾶς καὶ ἐγ­κα­τά­λει­ψης, ὅ­ταν τὸ κοι­τοῦ­σες.

        Ἔ­κα­να κά­ποι­ες προ­σπά­θει­ες νὰ δεί­ξω στὸν Νί­κο ἁ­πλὲς τε­χνι­κὲς ποὺ ἐ­φάρ­μο­ζα στὴ ζω­γρα­φι­κή, ἀλ­λὰ χω­ρὶς ἀ­πο­τέ­λε­σμα. «Δὲν ἔ­χω τα­λέν­το. Μά­ται­ος κό­πος», εἶ­πε ἀ­πο­γο­η­τευ­μέ­νος. Ἐ­γώ, βλέ­πον­τας τὴν θλί­ψη στὰ μά­τια του, ἐ­πέ­με­να νὰ τὸν ἐν­θαρ­ρύ­νω. Ἐ­κεῖ­νος ὅ­μως ἀρ­νι­ό­ταν. «Ἐ­σύ γεν­νή­θη­κες γιὰ μο­λύ­βια κι ἐ­γὼ γιὰ σκοι­νιά», εἶ­πε. Εἶ­χε μιὰ ἰ­δι­αί­τε­ρη ἱ­κα­νό­τη­τα νὰ κα­τα­σκευά­ζει μὲ σχοι­νὶ ὑ­πέ­ρο­χους ναυ­τι­κοὺς κόμ­πους καὶ κα­ουμ­πό­ι­κα λά­σα, ποὺ τὰ ζή­λευ­α πο­λύ, ἀλ­λὰ οὔ­τε κι ἐ­γὼ πο­τὲ κα­τά­φε­ρα νὰ φτιά­ξω κά­τι, πα­ρό­λο ποὺ κι ἐ­κεῖ­νος μοῦ ἔ­δει­ξε.

        Μὲ τὸν και­ρὸ τὸ πά­θός μου μὲ τὴ ζω­γρα­φι­κὴ ξε­θύ­μα­νε καὶ κα­τα­πι­ά­στη­κα μὲ τὴ συλ­λο­γὴ γραμ­μα­το­σή­μων. Ὅ­ταν ἀρ­γό­τε­ρα ἔ­νι­ω­σα τὰ πρῶ­τα ἐ­ρω­τι­κὰ σκιρ­τή­μα­τα, ἄρ­χι­σα μὲ μα­νία νὰ γρά­φω στι­χά­κια γιὰ τὴν ἀ­γά­πη. Ὁ Νί­κος ὅ­μως ἔ­με­νε πάν­τα στα­θε­ρὸς στὴν κα­τα­σκευ­ὴ κόμ­πων. Εἶ­χε μά­λι­στα ἐ­ξε­λί­ξει τὴν τε­χνι­κή του καὶ ἔ­φτια­χνε ἐν­τυ­πω­σια­κὰ ἐρ­γό­χει­ρα.

        Στὰ χρό­νια ποὺ πέ­ρα­σαν πολ­λὲς ἀ­πὸ τὶς παι­δι­κές μου δη­μι­ουρ­γί­ες τὶς ἔ­χα­σα. Ἄλ­λες πά­λι κρί­νον­τάς τες ἀ­νά­ξι­ες λό­γου τὶς πέ­τα­ξα. Ἐ­κεί­νη ὅ­μως ἡ ἀ­γροι­κί­α δι­α­σώ­θη­κε, για­τὶ τὴν κόλ­λη­σα στὸ ἐ­σω­τε­ρι­κὸ τοῦ σκέ­πα­στρου τοῦ μι­κροῦ μου μπα­ού­λου, κα­θό­τι ἦ­ταν ἕ­να ἔρ­γο ποὺ μοῦ ἄ­ρε­σε ἰ­δι­αί­τε­ρα. Στὸ ἴ­διο μπα­οῦ­λο βρῆ­κα πρό­σφα­τα καὶ με­ρι­κὲς κα­τα­σκευ­ὲς μὲ κόμ­πους, δῶ­ρα τοῦ Νί­κου, τῶν ὁ­ποί­ων ἡ θέ­α μοῦ προ­ξέ­νη­σε ρί­γος.

        Τὸ χει­μώ­να ποὺ πή­γαι­να στὴ δευ­τέ­ρα τοῦ λυ­κεί­ου, ὁ Νί­κος μό­λις εἶ­χε τε­λει­ώ­σει τὴν ἀ­κα­δη­μί­α. Τὰ χρό­νια τῶν σπου­δῶν του ἀ­πο­μα­κρυν­θή­κα­με κά­πως. Ἕ­να κρύ­ο βρά­δυ, τό­σο κρύ­ο ποὺ σὲ ἔ­κα­νε νὰ νο­μί­ζεις ὅ­τι θὰ ρα­γί­σεις καὶ θὰ σκορ­πί­σεις σὲ κομ­μά­τια στὸ ἔ­δα­φος, ἐ­πι­στρέ­φον­τας ἀ­πὸ τὸ φρον­τι­στή­ριο, πλη­ρο­φο­ρή­θη­κα ὅ­τι ὁ Νί­κος, ὁ ἀ­γα­πη­μέ­νος μου ἐ­ξά­δελ­φος, τὸ με­ση­μέ­ρι εἶ­χε βρε­θεῖ ἀ­παγ­χο­νι­σμέ­νος νὰ κρέ­με­ται ἀ­πὸ τὸ με­σαῖ­ο δο­κά­ρι τῆς ἀ­πο­θή­κης δί­πλα στὸ σπί­τι. Ἄλ­λοι εἶ­παν ἀ­πὸ κα­τά­θλι­ψη, ἄλ­λοι ἀ­πὸ ἐ­ρω­τι­κὴ ἀ­πο­γο­ή­τευ­ση. Τί ση­μα­σί­α εἶ­χε πιά; Ἔ­νι­ω­σα συγ­κλο­νι­σμέ­νος. Ἀ­πό ἐ­κεί­νη τὴ στιγ­μὴ δὲν ἄν­τε­χα νὰ βλέ­πω τὴ ζω­γρα­φιά. Τὴν ξε­κόλ­λη­σα καὶ τὴν ἔ­θα­ψα στὸν πά­το τοῦ μπα­ού­λου. Μέ­χρι ποὺ πῆ­ρα τὸν πί­να­κα τῆς μη­τέ­ρας.

        Πρὶν λί­γες μέ­ρες ξε­φυλ­λί­ζον­τας μιὰ σει­ρὰ a­rt b­o­ok, ἀ­φι­ε­ρω­μέ­νη στοὺς με­γά­λους εὐ­ρω­παί­ους ζω­γρά­φους, στὸν τό­μο τοῦ Σε­ζὰν μὲ ἔκ­πλη­ξη ἀν­τί­κρυ­σα τὸν πί­να­κα μὲ τὴν ἀ­γροι­κί­α. Γρή­γο­ρα ἡ ἔκ­πλη­ξη με­τα­τρά­πη­κε σὲ φρί­κη, ὅ­ταν δι­ε­πί­στω­σα ὅ­τι ὁ ἐν λό­γῳ πί­να­κας ἦ­ταν ἕ­να ἀ­πὸ τὰ ἰμ­πρε­σι­ο­νι­στι­κὰ ἔρ­γα τοῦ 1873 ποὺ ἔ­φε­ρε τὸν τίτ­λο: «Τὸ σπί­τι τοῦ κρε­μα­σμέ­νου».

 

 

 

Πηγή: Πρώτη δημοσίευση.

 

Ἀ­λέ­ξαν­δρος Βα­ναρ­γι­ώ­της (Τρί­κα­λα Θεσ­σα­λί­ας, 1966). Σπού­δα­σε στὸ Κλα­σι­κὸ Τμῆ­μα τῆς Φι­λο­σο­φι­κῆς Σχο­λῆς Ἰ­ω­αν­νί­νων. Ἐρ­γά­ζε­ται ὡς κα­θη­γη­τὴς Φι­λό­λο­γος στὴ δη­μό­σια Μέ­ση Ἑκ­παί­δευ­ση. Δη­μο­σί­ευ­σε τὴ συλ­λο­γὴ δι­η­γη­μά­των Δι­η­γή­μα­τα γιὰ τὸ τέ­λος τῆς μέ­ρας (Ἐκ­δό­σεις Λο­γεῖ­ον, Τρί­κα­λα, 2009).

 

Εἰ­κό­να: P­a­ul C­é­z­a­n­ne, «Τὸ σπί­τι τοῦ κρε­μα­σμέ­νου στὴν Ὠ­βέρ-σύρ-Οὐ­άζ» (1873). Λά­δι σὲ καμ­βά, 55Χ66 ἑκ. Πα­ρί­σι, Μου­σεῖ­ο ντ’ ­Ὀρ­σαί.

[«Αὐ­τὴ ἡ πα­ρά­ξε­νη το­πι­ο­γρα­φί­α συ­νι­στᾶ δι­και­ο­λο­γη­μέ­να τὸ πρῶ­το ἀ­ρι­στουρ­γη­μα­τι­κὸ ἔρ­γο τοῦ Σε­ζάν, καὶ ἦ­ταν ἕ­νας ἀ­πὸ τοὺς τρεῖς πί­να­κες ποὺ ἐ­κτέ­θη­καν ἀ­πὸ τὸν καλ­λι­τέ­χνη στὴν ἔκ­θε­ση τῶν Ἰμ­πρεσ­σι­ο­νι­στῶν στὸ Πα­ρί­σι τὸ 1874, ὅ­που ἀ­γο­ρά­στη­κε ἀ­πὸ τὸν κό­μη Ἀρ­μάν­δο Ντό­ρια. Μο­λο­νό­τι “Τὸ σπί­τι τοῦ κρε­μα­σμέ­νου” μπο­ρεῖ νὰ θε­ω­ρεῖ­ται ἀ­κό­μη ἰμ­πρεσ­σι­ο­νι­στι­κὴ ζω­γρα­φι­κή, τὸ ἔρ­γο ὁ­λο­κλη­ρώ­θη­κε μὲ τὴν πρώ­ι­μη καὶ πο­λὺ προ­σω­πι­κὴ τε­χνι­κὴ τοῦ Σε­ζάν, δου­λε­μέ­νο στὴν ἐ­πι­φά­νεια τοῦ καμ­βᾶ μὲ τὴ σπά­του­λα.» (G. F­e­r­n­á­n­d­ez ἀ­πὸ τὸ t­h­e­a­r­t­w­o­lf.c­om)]