Ἀλέξανδρος Βαναργιώτης: Τὸ κέρασμα


banargiotisaleksandros-tokerasma-eikona-05


Ἀλέξανδρος Βαναργιώτης


Τὸ κέ­ρα­σμα


k-kappa-somataΑΘΙΣΑΝ σὲ ἕ­να ἀ­πό­με­ρο μπάρ. Πα­ρήγ­γει­λαν ἕ­να μπου­κά­λι κρα­σί. Ἤ­πιαν ἀρ­κε­τὰ καὶ κου­βέν­τια­σαν. Ἦ­ταν ἐ­πι­φυ­λα­κτι­κός. Κά­τι μέ­σα του τὸν κρα­τοῦ­σε. Κά­ποι­α στιγ­μὴ ἐ­κεί­νη τὸν ἄγ­γι­ξε στὸ γό­να­το μὲ τὸ γό­να­τό της καὶ καρ­φώ­νον­τας μὲ τὸ μα­χαί­ρι ἕ­να κομ­μά­τι μῆ­λο τοῦ τὸ πρό­σφε­ρε μὲ νό­η­μα. Ἐ­κεῖ­νος τὸ δάγ­κω­σε, τὸ μα­χαί­ρι ἔ­μει­νε γυ­μνὸ κι ἄρ­χι­σε πά­λι ἀ­πὸ τὴν ἀρ­χὴ ἡ ἱ­στο­ρί­α τοῦ κό­σμου…


Bonsai-03c-GiaIstologio-04


Πη­γή: Πρώτη δημοσίευση.

Ἀ­λέ­ξαν­δρος Βα­ναρ­γι­ώ­της (Τρί­κα­λα Θεσ­σα­λί­ας, 1966). Σπού­δα­σε στὸ Κλα­σι­κὸ Τμῆ­μα τῆς Φι­λο­σο­φι­κῆς Σχο­λῆς Ἰ­ω­αν­νί­νων. Ἐρ­γά­ζε­ται ὡς κα­θη­γη­τὴς Φι­λό­λο­γος στὴ δη­μό­σια Μέ­ση Ἐκ­παί­δευ­ση. Δη­μο­σί­ευ­σε τὶς συλ­λο­γὲς δι­η­γη­μά­των Δι­η­γή­μα­τα γιὰ τὸ τέ­λος τῆς μέ­ρας (Ἐκ­δό­σεις Λο­γεῖ­ον, Τρί­κα­λα, 2009) καὶ Ἡ θε­ω­ρί­α τῶν χαρ­τα­ε­τῶν (ἐκδ. Πα­ρά­ξε­νες Μέ­ρες, Ἀ­θή­να, 2014).


 

Aléxandros Vanaryotis: Historias de la puerta


Banargiotis,Aleksandros-IstoriesTisPortas-Eikona-01


Aléxandros Vanaryotis


Historias de la puerta

 

16-AlphaBRÍ la puerta. No me lo esperaba. No creí que viniese.

—¡Qué sorpresa más agradable!

— ¿Acaso estoy molestando?

       — No, al contrario, me apetece tener compañía ahora. María tampoco está.

       — Te había dicho que iba a pasar.

       Se sentó en el salón y me precipité a traer un dulce y preparar café.

       Cuando el lunes me lo encontré en el mercadillo, tardé en reconocerlo; había cambiado totalmente. Tampoco él me reconoció de inmediato. Durante tres años fuimos compañeros de clase en la secundaria; nos sentábamos en pupitres vecinos. Después fue a formación profesional. Y ahora de su rostro sólo quedaba aquella chispa en los ojos y la sonrisa «traviesa», como yo decía entonces.

       No oculté mi alegría. No ocurre con frecuencia volver a tener, de repente, doce años; aunque solo sea por un rato. Lo que dura un encuentro en la esquina de una calle un lunes cualquiera de todos los lunes del año. Él tenía prisa y le invité a pasar por casa.

       —¿Cuándo? —me preguntó.

       — Cuando quieras —le respondí— las puertas de mi casa están abiertas para ti.

       —¿Cuándo? — volvió a preguntarme.

       — Todas las tardes, después de las siete, estoy en casa.

       — Vale, iré.

       Vino dos días después.

       Se produjo un momento incómodo. Le pregunté por su mujer, Déspina, y sus hijos. Me respondía de modo cortante dándome la información que pedía, sin darme pie a seguir la conversación. Déspina, que era maestra, trabajaba en un pueblo cercano; iba y venía. Estaba bien. Sus hijos estudiaban, ellos también se encontraban bien.

       Dirigí la conversación a nuestra infancia, a las excursiones y a las bromas que nos gastábamos. Sonreía de manera contenida.

       — Sí, sí —decía— buenas épocas, nos lo pasábamos genial.

       Hablé incluso de la mili, le conté en tono melodramático mi vida posterior; de escuela en escuela, adversidades, peripecias en pueblos de montaña y el anhelado traslado dieciocho años después a la tierra patria, pero sin lograr que se abriera.

       Asentía moviendo la cabeza: «Sí, entiendo, situaciones difíciles, igual que Déspina».

       Se me hizo un nudo en el estómago. En algún momento me cansé y me callé. Cogí la taza de café y bebí tranquilamente, sin hablar. Se hizo un silencio. Solo se oían los coches desde la calle y la tele del vecino anciano, que la pone siempre muy alta.

       — Ya va siendo hora de marcharme —dijo y se levantó. Tengo que pasar por la casa de mi madre por si necesita algo.

       Nos paramos a la entrada y nos despedimos. Lo miré directamente a los ojos. «¿A qué se debe esta visita?», me pregunté. Él también me miró. Fue a decir algo y su voz se rompió en un sollozo. Sus ojos se llenaron de lágrimas.

       — Estoy enfermo —me dice— me han dado seis meses de vida.


Bonsai-03c-GiaIstologio-04


Fuente: De la colección de cuentos θε­ω­ρί­α τῶν χαρ­τα­ε­τῶν [La teoría de las cometas] (Εdiciones Παράξενες Μέρες, Atenas, 2014).

 

Aléxandros Vanaryotis (Tríkala, Tesalia, 1966). Estudió Filología Clásica en la Facultad de Filosofía y Letras de la Universidad de Ioánina. Trabaja como profesor de filología griega en la enseñanza secundaria pública. Publicó las colecciones de cuentos Δι­η­γή­μα­τα γιὰ τὸ τέ­λος τῆς μέ­ρας [Cuentos para el final del día] (Εdiciones Λο­γεί­ον, Tríkala, 2009) y θε­ω­ρί­α τῶν χαρ­τα­ε­τῶν [La teoría de las cometas] (Εdiciones Παράξενες Μέρες, Atenas, 2014).

 

La traducción colectiva se ha realizado en el marco de la asignatura «Traducción literaria del griego al español» del Máster en Traducción, Co­mu­ni­ca­ción y Mundo Editorial (Universidad Aristóteles de Salónica) impartida du­rante el curso 2015-2016 por Marisol Fuentes y Gabriela Larrieux. Participaron los estu­di­antes: Elena Chatzikiriakou, Sofía Georgiadou, Paraskevi-María Krokidou, Konstantina Lazarou, Marianna Orfanidou, Katerina Pliaki, Matilde Simha, Magda Sopotinú, Anastasia Vakouftsí y Christos Vasileiadis. Revisión: Konstantinos Paleologos.

 

Ἀλέξανδρος Βαναργιώτης: Ἀθανασία


Banargiotis,Aleksandros-Athanasia-Eikona-03


Ἀ­λέ­ξαν­δρος Βα­ναρ­γι­ώ­της


Ἀ­θα­να­σί­α


01-DeltaΥΟ ΠΡΑΓΜΑΤΑ κρα­τά­ω ἀ­πὸ τὴ για­γιά μου, τὰ χέ­ρια καὶ τὰ μά­τια της. Ὅ­λη ἡ ὑ­πό­λοι­πη ἦ­ταν ἕ­νας μαῦ­ρος ὄγ­κος. Ἀ­με­τα­νό­η­τη γκα­ραγ­κού­να ὣς τὸ τέ­λος, δὲν ἀν­τι­κα­τέ­στη­σε τὸ σεγ­κού­νι μὲ κα­νε­νὸς εἴ­δους ἄλ­λη φο­ρε­σιά. Οὔ­τε σὲ προ­χω­ρη­μέ­νη ἡ­λι­κί­α, ποὺ πολ­λὲς ἡ­λι­κι­ω­μέ­νες προ­τι­μοῦν ρόμ­πες πιὸ ἐ­λα­φρι­ές, τὸ ἀ­πο­χω­ρί­στη­κε πο­τέ. Ἐ­πει­δὴ καὶ τὸ κε­φά­λι της κά­λυ­πτε μο­νί­μως ἕ­να μαῦ­ρο τσεμ­πέ­ρι, θὰ μπο­ροῦ­σες νὰ τὴν πα­ρο­μοιά­σεις μὲ κα­τὰ κό­σμον μο­να­χή. Ἄλ­λω­στε τὰ βά­σα­να καὶ ἡ σκλη­ρὴ ζω­ή της ξε­περ­νοῦ­σαν κα­τὰ πο­λὺ τὶς δυ­σκο­λί­ες τῆς μο­να­χι­κῆς ζω­ῆς. Μο­νά­χα ὁ συ­χνὸς ἐκ­κλη­σια­σμὸς τῆς ἔ­λει­πε. Ποῦ νὰ προ­φτά­σει ἡ φτω­χή. Δὲν στα­μα­τοῦ­σε ἀ­πὸ τὸ πρω­ὶ ὣς τὸ βρά­δυ. Χρω­μα­τι­κά, λοι­πόν, ἂν ἀ­φαι­ρέ­σου­με τὴν ἄ­σπρη τρα­χη­λιά, πεν­θοῦ­σε. Καὶ ἡ ζω­ή της ὅ­μως δὲν ἦ­ταν φορ­τω­μέ­νη λι­γό­τε­ρο πέν­θος. Αὐ­τὸ ἐ­ξέ­πεμ­παν καὶ τὰ μά­τια της. Ὅ­σο θυ­μᾶ­μαι εἶ­χε ἕ­να βλέμ­μα πο­νε­μέ­νο, γε­μά­το ἔ­γνοι­α γιὰ ὅ­λους καὶ γιὰ ὅ­λα, ἀλ­λὰ βα­θιὰ πο­νε­μέ­νο. Ἀ­θώ­α καὶ ἄ­κα­κη σὰν τὰ ἀρ­νιὰ ποὺ τά­ι­ζε ἀ­γόγ­γυ­στα μὲ μπιμ­πε­ρό, γεν­νη­μέ­νη ὅ­μως λὲς ἐ­ξί­σου μ’ αὐ­τὰ γιὰ τὴ θυ­σί­α. Μι­κρὸς τὴν πα­ρο­μοί­α­ζα μὲ χε­λι­δο­μά­να. Μὲ τὸ μαῦ­ρο σεγ­κού­νι καὶ τὴν ἄ­σπρη τρα­χη­λιά, τὴν ἔ­βλε­πα νὰ τρέ­χει ἀ­πὸ τὰ χα­ρά­μα­τα νὰ τα­κτο­ποι­ή­σει ζων­τα­νὰ κι ἀν­θρώ­πους. Ἀ­π’ τὴν κου­ζί­να, τὴν πυ­ρο­στιὰ καὶ τὶς μπα­τζί­νες, στὰ κο­τό­που­λα, στ’ ἀρ­νιὰ καὶ στὰ γε­λά­δια. Τὰ κα­λο­καί­ρια πέ­ρα ἀ­π’ ὅ­λα τὰ ἄλ­λα στέ­γνω­νε τρα­χα­νὰ καὶ ξε­σπύ­ρι­ζε κα­θι­στὴ σὲ κύ­κλο μὲ ἄλ­λες γυ­ναῖ­κες κα­λαμ­πό­κι, ἐ­νῶ τὰ βρά­δια τοῦ χει­μώ­να δί­πλα στὸ τζά­κι ἔ­γνε­θε τὸ μαλ­λὶ τῶν προ­βά­των.

       Αὐ­τὰ τὰ ἐ­πι­δέ­ξια χέ­ρια δὲν τὰ πρό­σε­ξα μι­κρός, ἂς μὲ ἔ­πλυ­ναν τό­σες φο­ρὲς στὴ σκά­φη. Ἔ­πρε­πε νὰ με­γα­λώ­σω κι ἐ­κεί­νη νὰ γί­νει πιὸ δυ­σκί­νη­τη καὶ πιὸ ἀρ­γὴ στὶς κι­νή­σεις γιὰ νὰ τρα­βή­ξουν τὴν προ­σο­χή μου. Ἡ δυ­να­τό­τη­τα νὰ φεύ­γω ἀ­πὸ τὴ γε­νι­κὴ αἴ­σθη­ση καὶ νὰ ἐ­πι­κεν­τρώ­νω στὸ εἰ­δι­κὸ καὶ τὸ συγ­κε­κρι­μέ­νο ἦρ­θε ἀρ­γά, μὲ τὴν ὡ­ρί­μα­σή μου. Ἡ για­γιὰ τό­τε τὰ εἶ­χε τὰ χρο­νά­κια της. Τὴν πα­ρα­κο­λου­θοῦ­σα πιὰ μὲ προ­σο­χὴ ὅ­ταν κα­θό­ταν στὸ τρα­πέ­ζι καὶ τὰ σταύ­ρω­νε πά­νω στὴν πο­διά της. Δυ­ὸ λι­πό­σαρ­κα, ἀλ­λὰ δυ­να­τὰ χέ­ρια, σκα­σμέ­να στὶς ἄ­κρες τῶν δα­χτύ­λων, μὲ φλέ­βες πρά­σι­νες δι­ογ­κω­μέ­νες, ἀ­νά­γλυ­φες, καὶ δέρ­μα δι­ά­φα­νο σὰν τσι­γα­ρό­χαρ­το. Δυὸ χέ­ρια ποὺ δού­λε­ψαν πο­λύ, ποὺ χά­ι­δε­ψαν, φά­σκι­ω­σαν, ἀ­πο­χαι­ρέ­τι­σαν, σκού­πι­σαν δα­κρυ­σμέ­να μά­τια, ἀ­κουμ­πη­μέ­να ἥ­συ­χα —αὐ­τὰ τὰ ἀ­ει­κί­νη­τα— ἀ­πο­κα­μω­μέ­να λές, τὸ ἕ­να πά­νω στὸ ἄλ­λο σὲ σχῆ­μα σταυ­ροῦ, στὴν πο­διά της.

       Πα­ρα­τη­ροῦ­σα τὸν τρό­πο ποὺ ἔ­χω­νε τὶς χοῦ­φτες της στὸ τσου­βά­λι μὲ τὸ κα­λαμ­πό­κι γιὰ νὰ τα­ΐ­σει τὶς κό­τες—κι ὅ­λα τα πε­τει­νὰ τοῦ οὐ­ρα­νοῦ— καὶ με­τὰ πῶς σκόρ­πι­ζε τοὺς σπό­ρους στὸ χῶ­μα, ὅ­μοι­α γε­ωρ­γὸς ποὺ σπέρ­νει χω­ρά­φι. Κι ἦ­ταν ὁ ἴ­διος τρό­πος ποὺ θρυμ­μά­τι­ζε τὸ χῶ­μα συν­τε­τριμ­μέ­νη πά­νω ἀ­πὸ τοὺς ἀ­νοι­χτοὺς τά­φους, ἀ­πο­χαι­ρε­τών­τας τὸν παπ­ποὺ καὶ τὰ παι­διά της. Καὶ δὲν ἔ­χα­σε λί­γα. Ἀ­πὸ τὰ ἐν­νιὰ ποὺ ἔ­κα­νε, τὰ τρί­α τῆς πέ­θα­ναν βρέ­φη καὶ λό­γῳ συν­θη­κῶν —κα­το­χὴ καὶ φτώ­χεια— τὰ ἔ­θα­ψε χω­ρὶς πα­πά, μέ­σα σὲ κου­τιὰ πα­που­τσι­ῶν, ποὺ κι ἐ­κεῖ­να ἦ­ταν δυ­σεύ­ρε­τα, σὲ μί­αν ἄ­κρη τοῦ κοι­μη­τη­ρί­ου. Τὰ ἄλ­λα δύ­ο τὰ ἔ­χα­σε με­γά­λα, παν­τρε­μέ­να μὲ οἰ­κο­γέ­νει­ες δι­κές τους. Τὴν κοί­τα­ζα ὅ­πως ἔ­τρε­χε τὸ χῶ­μα ἀ­πὸ τὰ δά­χτυ­λά της καὶ ἔ­μοια­ζε σὰν νὰ κυ­λᾶ ὁ χρό­νος ἀ­πὸ τὴν κλε­ψύ­δρα τῆς ζω­ῆς της. Πό­λε­μοι, πεί­να, κα­κου­χί­ες, θά­να­τοι. Ὅ­λα μιὰ χού­φτα χῶ­μα· ἡ ἱ­στο­ρί­α, τὸ χθές, τὸ σή­με­ρα καὶ τὸ αὔ­ριο ὅ­λων μας. Χοῦς εἰς χοῦν. Ἐ­κεῖ­να τὰ ἐρ­γα­σμέ­να χέ­ρια ποὺ σπά­γαν τοὺς σβώ­λους κι ἐ­κεῖ­να τὰ μά­τια ποὺ μοι­ρο­λο­γοῦ­σαν, δὲν ἦ­ταν ἄλ­λα ἀ­πὸ τὰ μά­τια καὶ τὰ χέ­ρια τῆς Ἑ­κά­βης καὶ τῆς μη­τέ­ρας τῆς πα­ρα­λο­γῆς μὲ τοὺς ἐν­νιὰ τοὺς γιοὺς καὶ μὲ τὴ μιὰ τὴν κό­ρη. Μό­νο ποὺ ἡ για­γιὰ στὸ τέ­λος ἔ­μει­νε μὲ μιὰ κό­ρη, τὴ μά­να μου, καὶ τρεῖς Κων­σταν­τῆ­δες μα­κριὰ στὰ ξέ­να.

       Τὰ πό­δια τῆς για­γιᾶς τὰ ἔ­κρυ­βαν κα­λὰ τὰ μα­κριὰ σεγ­κού­νια. Δι­έ­κρι­νες τὶς ἄ­κρες ἀ­πὸ τὰ δά­χτυ­λά της τὰ κα­λο­καί­ρια ποὺ περ­πα­τοῦ­σε ξυ­πό­λυ­τη καὶ δυ­ὸ πα­σου­μά­κια πα­τη­μέ­να στὸ πί­σω μέ­ρος τὸ χει­μώ­να. Μό­νο, ὅ­ταν ἀρ­ρώ­στη­σε καὶ τὴ βο­ή­θη­σα νὰ μπεῖ στὸ αὐ­το­κί­νη­το γιὰ νὰ τὴν πά­ω στὸ νο­σο­κο­μεῖ­ο, μοῦ ἀ­πο­κα­λύ­φθη­καν μέ­χρι τὰ γό­να­τα δυ­ὸ πό­δια γε­μά­τα φλε­βί­τι­δα.

       Τὰ μά­τια καὶ τὰ χέ­ρια της λοι­πὸν κρά­τη­σα. Καὶ κά­θε φο­ρὰ ποὺ τὴν ἐ­πι­σκε­πτό­μουν με­γά­λος, πρῶ­τα τὴν κοί­τα­ζα βα­θιὰ μέ­σα στὰ μά­τια καὶ δε­χό­μουν τὴ με­τα­κέ­νω­ση τῆς θλί­ψης της —ποὺ ἦ­ταν πραγ­μα­τι­κὸ ἕρ­μα στὸ ἀ­στα­θὲς σκα­ρί μου— καὶ ἀ­μέ­σως με­τὰ ἔ­σκυ­βα καὶ τῆς φι­λοῦ­σα τὰ χέ­ρια.


Bonsai-03c-GiaIstologio-04


Πη­γή: Ἀ­πὸ τὴν συλ­λο­γὴ δι­η­γη­μά­των Ἡ θε­ω­ρί­α τῶν χαρ­τα­ε­τῶν (ἐκδ. Πα­ρά­ξε­νες Μέ­ρες, Ἀ­θή­να, 2014).

Ἀ­λέ­ξαν­δρος Βα­ναρ­γι­ώ­της (Τρί­κα­λα Θεσ­σα­λί­ας, 1966). Σπού­δα­σε στὸ Κλα­σι­κὸ Τμῆ­μα τῆς Φι­λο­σο­φι­κῆς Σχο­λῆς Ἰ­ω­αν­νί­νων. Ἐρ­γά­ζε­ται ὡς κα­θη­γη­τὴς Φι­λό­λο­γος στὴ δη­μό­σια Μέ­ση Ἐκ­παί­δευ­ση. Δη­μο­σί­ευ­σε τὶς συλ­λο­γὲς δι­η­γη­μά­των Δι­η­γή­μα­τα γιὰ τὸ τέ­λος τῆς μέ­ρας (Ἐκ­δό­σεις Λο­γεῖ­ον, Τρί­κα­λα, 2009) καὶ Ἡ θε­ω­ρί­α τῶν χαρ­τα­ε­τῶν (ἐκδ. Πα­ρά­ξε­νες Μέ­ρες, Ἀ­θή­να, 2014).



		

	

Ἀλέξανδρος Βαναργιώτης: Σὰν σινεμά


Banargiotis,Aleksandros-SanPalioSinema-Eikona-01

Ἀλέξανδρος Βαναργιώτης


Σὰν σινεμά


02-HttaΤΑΝ Ο ΘΕΙΟΣ ποὺ ἀ­σχο­λοῦν­ταν πε­ρισ­σό­τε­ρο μ’ ἐ­μᾶς τὰ παι­διά. Στὶς οἰ­κο­γε­νεια­κὲς συ­να­θροί­σεις, κυ­ρί­ως τὴν Πρω­το­χρο­νιά, μᾶς μά­ζευ­ε γύ­ρω ἀ­πὸ ἕ­να τρα­πέ­ζι καὶ μᾶς ἐ­ξέ­πλητ­τε μὲ τα­χυ­δα­κτυ­λουρ­γι­κὰ κόλ­πα χρη­σι­μο­ποι­ών­τας μιὰ τρά­που­λα. Ἐ­μεῖς ρω­τού­σα­με γε­μά­τοι θαυ­μα­σμὸ ποῦ τὰ ἔ­μα­θε τό­σα κόλ­πα. Τοῦ δί­να­με ἔ­τσι τὴν εὐ­και­ρί­α, ἀ­να­κα­τεύ­ον­τας τὴν τρά­που­λα δια­ρκῶς καὶ πε­ρί­τε­χνα σὰν ἕ­νας ἐ­πι­δέ­ξιος κρου­πι­έ­ρης, νὰ ἀ­φη­γη­θεῖ πε­ρι­στα­τι­κὰ ἀ­πὸ τὰ νε­α­νι­κά του χρό­νια, ὅ­ταν δε­κα­ε­ξά­χρο­νος ἄ­φη­σε τὸ σπί­τι στὸ χω­ριὸ καὶ ἔ­πι­α­σε δου­λειὰ σὲ ἕ­να ἑ­στι­α­τό­ριο στὴν Ἀ­θή­να. Ἀρ­χι­κὰ ὡς λαν­τζέ­ρης, στὴ συ­νέ­χεια ὡς σερ­βι­τό­ρος, μὲ με­γά­λη ἐ­πι­τυ­χί­α μά­λι­στα, για­τί πέ­ρα­σε ἀ­πὸ τὰ κα­λύ­τε­ρα μα­γα­ζιά, καὶ ἔ­τσι γνώ­ρι­σε τὴ ζω­ή, ἰ­δι­αί­τε­ρα τὴ νυ­χτε­ρι­νὴ – στὴ φρά­ση αὐ­τὴ μας ἔ­κλει­νε συ­νή­θως τὸ μά­τι μὲ νό­η­μα. Ἄλ­λες φο­ρὲς πά­λι, ἀ­φοῦ μᾶς εἶ­χε ἐκ­θέ­σει μιὰ ἐ­πι­στη­μο­νι­κὴ θε­ω­ρία, τοῦ ἄ­ρε­σε νὰ μι­λά­ει γιὰ τὸ πῶς θὰ εἶ­ναι ὁ κό­σμος στὸ μέλ­λον ἢ γιὰ τὸν τρί­το παγ­κό­σμιο πό­λε­μο ἢ γιὰ τὰ παι­χνί­δια κα­τα­σκο­πεί­ας με­τα­ξύ των με­γά­λων δυ­νά­με­ων, στη­ρί­ζον­τας τὶς ἀ­πό­ψεις του στὸ με­γά­λο σχο­λεῖο, ὅ­πως ἔ­λε­γε, στὸν κι­νη­μα­το­γρά­φο – ὁ ἴ­διος, λό­γῳ πο­λέ­μου, μὲ τὸ ζό­ρι εἶ­χε τε­λει­ώ­σει τὸ δη­μο­τι­κό. Λά­τρευ­ε τὸν κι­νη­μα­το­γρά­φο καὶ ἰ­σχυ­ρι­ζό­ταν ὅ­τι πάν­τα προ­η­γοῦν­ταν τῆς ἐ­πο­χῆς καὶ προ­φή­τευ­ε πράγ­μα­τα ποὺ λί­γο με­τὰ συ­νέ­βαι­ναν ἀ­πα­ρέγ­κλι­τα. Μὲ κα­μά­ρι ἀ­να­φε­ρό­ταν στὶς μέ­ρες ποὺ συμ­με­τεῖ­χε ὡς κομ­πάρ­σος σὲ ἐ­πι­κὲς ται­νί­ες, ὅ­πως «Τρω­ι­κὸς πό­λε­μος» καὶ «Ἡ­ρα­κλῆς», ὅ­ταν κά­ποι­ες σκη­νὲς γυ­ρί­ζον­ταν στὴν Ἑλ­λά­δα, καὶ τὸν ἔ­βα­ζαν, παίρ­νον­τας λή­ψεις ἀ­πὸ δι­α­φο­ρε­τι­κὴ γω­νί­α, νὰ σκο­τώ­νε­ται τρεῖς καὶ τέσ­σε­ρις φο­ρές.

       Ὡς κο­ρύ­φω­ση στὶς ἀ­φη­γή­σεις του ἔ­βγα­ζε προ­σε­κτι­κὰ ἀ­πὸ τὸ πορ­το­φό­λι καὶ μᾶς ἔ­δει­χνε μιὰ ἀ­σπρό­μαυ­ρη φω­το­γρα­φί­α μὲ αὐ­τό­γρα­φη ἀ­φι­έ­ρω­ση τῆς Anne Lonnberg, τῆς πε­ρί­φη­μης Ἄ­ναμ­πελ, γνω­στῆς ἀ­πὸ τὴν ται­νί­α «Κο­ρί­τσια στὸν ἥ­λιο», τὸ ἴν­δαλ­μα τό­τε χι­λιά­δων νέ­ων. —Ἦ­ταν ἡ ἐ­πο­χὴ ποὺ ὁ κι­νη­μα­το­γρά­φος ἔ­στελ­νε μη­νύ­μα­τα ξε­γνοια­σιᾶς καὶ ἀ­θω­ό­τη­τας, τὴν ὥ­ρα ποὺ πολ­λοὶ συμ­πα­τρι­ῶ­τες μας «ἀ­πο­λάμ­βα­ναν» τὶς ὑ­πο­χρε­ω­τι­κὲς δι­α­κο­πὲς στὰ κα­τά­ξε­ρα νη­σιὰ τῆς ἐ­ξο­ρί­ας—. Ὁ θεῖ­ος εἶ­χε «ἕ­να πέ­ρα­σμα» σὲ μιὰ ται­νί­α τοῦ ’68, μὲ τὸν τί­τλο «Ραν­τε­βοὺ μὲ μιὰ ἄ­γνω­στη», στὴν ὁ­ποία ἡ Lonnberg κρα­τοῦ­σε ἕ­ναν δεύ­τε­ρο ρό­λο.

       Κα­θὼς με­γα­λώ­να­με, ὁ θεῖ­ος Μη­νᾶς ἐμ­πλού­τι­ζε τὶς ἱ­στο­ρί­ες μὲ σκη­νές, ποὺ στὸν κι­νη­μα­το­γρά­φο θὰ χα­ρα­κτή­ρι­ζαν τὸ ἔρ­γο ὡς κα­τάλ­λη­λο ἄ­νω τῶν δε­κα­τεσ­σά­ρων. Ἄρ­χι­σε νὰ πε­ρι­γρά­φει συμ­πλο­κὲς μὲ ἀν­θρώ­πους τῆς νύ­χτας καὶ μα­χαι­ρώ­μα­τα, κυ­νη­γη­τὰ τῆς ἀ­στυ­νο­μί­ας, κυ­ρί­ως ὅ­μως τὶς ἀ­τέ­λει­ω­τες κα­τα­κτή­σεις του στὸ γυ­ναι­κεῖ­ο φύ­λο.

       «Ὅ­λα αὐ­τὰ βέ­βαι­α μέ­χρι ποὺ γνώ­ρι­σα τὴ θεί­α σας», κα­τέ­λη­γε. «Αὐ­τὴ ἡ γυ­ναί­κα ἦ­ταν ἡ ἀ­φορ­μὴ νὰ ἀλ­λά­ξει ἡ ζω­ή μου. Μό­λις τὴν εἶ­δα, εἶ­πα ”Μ’ αὐ­τὴ τὴ γυ­ναί­κα ἐ­γὼ θέ­λω νὰ ζή­σω”. Τὰ ἄ­φη­σα ὅ­λα καὶ ἦρ­θα καὶ ἄ­νοι­ξα τὸ ἑ­στι­α­τό­ριο ἐ­δῶ».

       Ὅ­ταν κά­πο­τε τὸν ρώ­τη­σα για­τί ἔ­κλει­σε τὸ ἑ­στι­α­τό­ριο, ἄρ­χι­σε νὰ κα­τη­γο­ρεῖ τὸν συ­νέ­ται­ρό του ὅ­τι ἔ­κλε­βε λε­φτὰ καὶ ἔ­ρι­ξε τὴν ἐ­πι­χεί­ρη­ση ἔ­ξω. «Εὐ­τυ­χῶς ποὺ κα­τά­φε­ρα καὶ μπῆ­κα στὸ στρα­τό, μὲ ἔ­βα­λε ἐ­κεῖ­νος ὁ ἀν­θρω­πά­κος καὶ σώ­θη­κα», πρό­σθε­σε καὶ ἀ­νέ­φε­ρε τὸ ὄ­νο­μα ἑ­νὸς ταγ­μα­τάρ­χη ποὺ τὸν τα­κτο­ποί­η­σε ὡς μά­γει­ρα στὴ λέ­σχη τῶν ἀ­ξι­ω­μα­τι­κῶν. «Εὐ­τυ­χῶς, ὁ Θε­ὸς νὰ τὸν ἔ­χει πάν­τα κα­λὰ καὶ αὐ­τὸν καὶ τὴν οἰ­κο­γέ­νειά του», ξα­να­εῖ­πε.

       Ὡς παι­διὰ πο­τὲ δὲν ἀ­να­ρω­τη­θή­κα­με γιὰ τὴν ἀ­ξι­ο­πι­στί­α τῶν ὅ­σων ἔ­λε­γε ὁ θεῖ­ος Μη­νᾶς. Ὁ λό­γος του γλα­φυ­ρὸς στὴν ἀ­φή­γη­ση σὰν ἕ­να κα­λο­δου­λε­μέ­νο σε­νά­ριο, μᾶς ἔ­πει­θε. Οὔ­τε ἀρ­γό­τε­ρα ἀμ­φι­σβη­τή­σα­με τὶς κα­τα­κτή­σεις του, ἂν καὶ ἔ­μοια­ζε μὲ ὑ­περ­βο­λὴ ἕ­νας γε­ρο­δε­μέ­νος μέν, ἀλ­λὰ κον­τό­χον­τρος καὶ μέ­τριας ὀ­μορ­φιᾶς ἄν­δρας νὰ καυ­χι­έ­ται ὅ­τι εἶ­χε γνω­ρί­σει κι εἶ­χε σχε­τι­στεῖ στὴν ἐ­πο­χή του μὲ τὶς πιὸ ὄ­μορ­φες γυ­ναῖ­κες. Ἴ­σως πι­στεύ­α­με ἐ­κεῖ­νο ποὺ συ­νε­χῶς ἐ­πα­να­λάμ­βα­νε «μὴν κοι­τᾶ­τε πῶς κα­τάν­τη­σα τώ­ρα, στὰ νιά­τα μου νὰ δεῖ­τε πὼς ἤ­μουν, Μάρ­λον Μπράν­το, θὰ σᾶς δεί­ξω κα­μιὰ φο­ρὰ φω­το­γρα­φί­ες καὶ θὰ μὲ θυ­μη­θεῖ­τε».

       Ἔ­πρε­πε νὰ ἀν­δρω­θοῦ­με, νὰ ἀ­πο­κτή­σου­με τὶς δι­κές μας ἐμ­πει­ρί­ες στὴ ζω­ὴ γιὰ νὰ ἀ­πο­κα­θη­λώ­σου­με τὸν θεῖ­ο Μη­νᾶ ἀ­πὸ τὸ ὕ­ψος τοῦ πο­λύ­ξε­ρου καὶ πο­λύ­πει­ρου «Δὸν Ζου­άν» καὶ νὰ τὸν δοῦ­με στὶς πραγ­μα­τι­κές του δι­α­στά­σεις. Ἦρ­θαν μὲ τὸν και­ρὸ καὶ κά­ποι­ες πλη­ρο­φο­ρί­ες ποὺ δι­έρ­ρευ­σαν ἀ­πὸ τὸ ἴ­διο του τὸ οἰ­κο­γε­νεια­κὸ πε­ρι­βάλ­λον, οἱ ὁ­ποῖ­ες μᾶς με­τέ­βα­λαν αὐ­το­μά­τως ἀ­πὸ θαυ­μα­στὲς σὲ αὐ­στη­ροὺς κρι­τές του.

       Οἱ πλη­ρο­φο­ρί­ες αὐ­τὲς ἔ­ρι­ξαν φῶς σὲ σκο­τει­νὲς καὶ ἀ­νερ­μή­νευ­τες πλευ­ρὲς τοῦ θεί­ου, ὅ­πως ἦ­ταν ἡ πα­θη­τι­κὴ στά­ση τοῦ ἀ­πέ­ναν­τι στὴν τσα­ού­σα θεί­α Μα­ρί­α. Ἡ θεί­α μου συ­χνὰ τὸν ἀ­πό­παιρ­νε καὶ τοῦ μι­λοῦ­σε προ­σβλη­τι­κὰ μπρο­στὰ μας κι ἐ­κεῖ­νος δὲν ἀν­τι­δροῦ­σε. Ἐ­πι­πλέ­ον τὸν βλέ­πα­με νὰ κά­νει ἕ­να σω­ρὸ δου­λει­ὲς στὸ σπί­τι ποὺ δὲν ἦ­ταν συ­νη­θι­σμέ­νες τό­τε γιὰ ἕ­ναν ἄν­τρα. Μα­γεί­ρευ­ε, ἔ­στρω­νε τρα­πέ­ζι, ἐ­πλέ­νε τὰ πιά­τα καὶ σκού­πι­ζε τὴν κου­ζί­να, ἐ­νῶ ἡ θεί­α πή­γαι­νε καὶ ξά­πλω­νε στὸ κρε­βά­τι γιὰ νὰ ξε­κου­ρα­στεῖ, παίρ­νον­τας πα­ρα­μά­σχα­λα ἕ­να πε­ρι­ο­δι­κὸ μό­δας. Πολ­λὲς φο­ρὲς ὅ­μως ἡ σκλη­ρό­τη­τα τῆς θεί­ας ἔ­φτα­νε σὲ ἀ­κραῖα ση­μεῖ­α. Ἀ­πέ­φευ­γε πα­ρα­δείγ­μα­τος χά­ριν νὰ τὸν φρον­τί­ζει ὅ­ταν ἦ­ταν ἄρ­ρω­στος, μὲ τὴν δι­και­ο­λο­γία μὴν κολ­λή­σει κι αὐ­τή. Ἤ, ἂν τὸν πο­νοῦ­σε ἡ μέ­ση ἀ­πὸ τὴν ὀρ­θο­στα­σί­α στὴ δου­λειὰ καὶ τὰ βα­ριὰ κα­ζά­νια ποὺ σή­κω­νε, ἀρ­νοῦν­ταν κα­τη­γο­ρη­μα­τι­κὰ νὰ τὸν τρί­ψει μὲ vix, για­τί μύ­ρι­ζαν ἄ­σχη­μα τὰ σεν­τό­νια. Ἀρ­χι­κὰ ἀ­πο­δώ­σα­με τὴ στά­ση αὐ­τὴ στὴ μπερ­μπάν­τι­κη ζω­ὴ τοῦ θεί­ου, ἡ ὁ­ποί­α δὲν φαί­νε­ται νὰ εἶ­χε πο­τὲ στα­μα­τή­σει. Πι­θα­νό­τα­τα ἡ θεί­α τὸ πλη­ρο­φο­ρή­θη­κε καὶ τὸ ἐκ­με­ταλ­λευ­ό­ταν κά­νον­τάς τον ὅ,τι ἤ­θε­λε.

       Τε­λι­κά, ὅ­πως ἀ­πο­κα­λύ­φθη­κε, τὰ πράγ­μα­τα ἦ­ταν πιὸ σύν­θε­τα. Τὸν και­ρὸ ποὺ ὁ θεῖ­ος Μη­νᾶς ζοῦ­σε στὴν Ἀ­θή­να, εἶ­χε ἀ­φή­σει ἔγ­κυ­ο μί­α κο­πέ­λα, τὴν ὁ­ποί­α ὅ­μως δὲν ἤ­θε­λε γιὰ γυ­ναί­κα του. Ἡ κο­πέ­λα τὸν πῆ­γε στὰ δι­κα­στή­ρια, ὅ­που ὅ­μως κα­τά­φε­ρε νὰ ἀ­θω­ω­θεῖ, καὶ γιὰ νὰ ἀ­πο­φύ­γει πε­ραι­τέ­ρω μπε­λά­δες καὶ πι­έ­σεις ἔ­φυ­γε ἀ­πὸ τὴν Ἀ­θή­να καὶ γύ­ρι­σε πί­σω στὰ Τρί­κα­λα.

       Μιὰ ξα­δέλ­φη του τὸν προ­ξέ­νε­ψε στὴ θεί­α μου, ποὺ εἶ­χαν πε­ρά­σει λί­γο τὰ χρό­νια της, ἀλ­λὰ δι­έ­θε­τε μιὰ ἀ­ξι­ό­λο­γη προί­κα. Ἔ­τσι προ­έ­κυ­ψε ὁ κε­ραυ­νο­βό­λος ἔ­ρω­τας καὶ ὁ ἐ­σπευ­σμέ­νος γά­μος. Ἡ προί­κα τῆς θεί­ας με­τὰ τὰ στέ­φα­να ἀ­πο­τέ­λε­σε καὶ τὸ βα­σι­κὸ κε­φά­λαι­ο γιὰ τὸ ἄ­νοιγ­μα τοῦ ἑ­στι­α­το­ρί­ου.

       Ἡ ἐγ­κυ­μο­νού­σα κο­πέ­λα ὅ­μως ἀ­πο­φά­σι­σε νὰ κρα­τή­σει τὸ παι­δί. Γέν­νη­σε ἕ­να ἀ­γό­ρι, τὸ ὁ­ποῖ­ο με­γά­λω­σε, σπού­δα­σε καὶ κά­ποι­α στιγ­μὴ ἄρ­χι­σε νὰ ἀ­να­ζη­τᾶ τὸν πα­τέ­ρα του. Κα­τά­φε­ρε νὰ ἔ­χει μιὰ τη­λε­φω­νι­κὴ ἐ­πι­κοι­νω­νί­α μα­ζί του καὶ ζή­τη­σε νὰ γνω­ρί­σει τὸν ἴ­διο καὶ τὰ ἀ­δέλ­φια του. Ὁ θεῖ­ος ἀρ­νή­θη­κε κα­τη­γο­ρη­μα­τι­κὰ καὶ τὴν ἐ­πι­κοι­νω­νί­α καὶ τὸ ὅ­τι ἦ­ταν παι­δί του. Τὸ πε­ρι­στα­τι­κὸ βέ­βαι­α ἔ­γι­νε ἀν­τι­λη­πτὸ ἀ­πὸ τὴ θεί­α Μα­ρί­α, στὴν ὁ­ποί­α δι­και­ο­λο­γή­θη­κε ὅ­τι κά­πο­τε εἶ­χε πά­ει μὲ μιὰ «πόρ­νη» ποὺ ἦ­ταν ἔγ­κυ­ος καὶ προ­σπά­θη­σε νὰ τοῦ φορ­τώ­σει τὸ παι­δί. Ὅ­ταν τὸν πῆ­γε στὰ δι­κα­στή­ρια, πα­ρου­σί­α­σε τρεῖς φί­λους του ὡς μάρ­τυ­ρες ποὺ ὑ­πο­στή­ρι­ξαν ὅ­τι εἶ­χαν κοι­μη­θεῖ μα­ζί της, καὶ ἔ­τσι ἀ­θω­ώ­θη­κε.

       Ἀ­πὸ τό­τε ἄλ­λα­ξε ἐν­τε­λῶς ἡ στά­ση τῆς θεί­ας. Φυ­σι­κὰ ἄλ­λα­ξε καὶ ἡ δι­κή μου, ὅ­ταν ἔ­μα­θα τὰ σχε­τι­κά. Ἀ­πέ­φευ­γα νὰ πη­γαί­νω στὸ σπί­τι τους. Ὄ­χι μό­νο γιὰ τὴν ἀ­νυ­πο­λη­ψί­α τοῦ θεί­ου μου. Ἀ­κό­μη πε­ρισ­σό­τε­ρο καὶ ἀ­πὸ αὐ­τὴ μὲ εἶ­χε πει­ρά­ξει ποὺ ἡ θεί­α Μα­ρί­α δὲν ἔ­δει­ξε γεν­ναι­ο­ψυ­χί­α καὶ δὲν ἐ­πι­κοι­νώ­νη­σε ἡ ἴ­δια μὲ τὸ παι­δί, ἀλ­λὰ ἁ­πλῶς ἐ­πέ­λε­ξε σι­ω­πη­ρά τα ἔμ­με­σα βα­σα­νι­στή­ρια τοῦ θεί­ου.

       Τὸν θεῖ­ο Μη­νᾶ τὸν ἐ­πι­σκέ­φτη­κα ἕ­να ἀ­πό­γευ­μα, με­τὰ τὸν θά­να­το τῆς θεί­ας Μα­ρί­ας. Ἦ­ταν μό­νος. Τὰ παι­διά του ριγ­μέ­να μὲ τὰ μοῦ­τρα στὴ βι­ο­πά­λη, πά­λευ­αν στὶς λα­ϊ­κὲς τῆς Ἀ­θή­νας νὰ ζή­σουν τὶς δι­κές τους οἰ­κο­γέ­νει­ες. Εἶ­χε ἤ­δη ὑ­πο­στεῖ δύ­ο ἐγ­κε­φα­λι­κὰ ποὺ τοῦ ἄ­φη­σαν κά­ποι­ο πρό­βλη­μα στὸ δε­ξὶ πό­δι καὶ χέ­ρι. Μοῦ ἔ­κα­νε ἐν­τύ­πω­ση ἡ με­γά­λη στρο­φή του πρὸς τὴν ἐκ­κλη­σί­α. Στὸ κο­μο­δί­νο δί­πλα στὸ κρε­βά­τι του εἶ­χε τὴν Ἁ­γί­α Γρα­φὴ καὶ ἕ­να σω­ρὸ πα­τε­ρι­κὰ βι­βλί­α.

       «Αὐ­τὰ δι­α­βά­ζω τώ­ρα», εἶ­πε δεί­χνον­τάς μου τὴ στοί­βα μὲ τὰ βι­βλί­α. Κα­θὼς κου­βεν­τι­ά­ζα­μέ μου πε­ρι­έ­γρα­ψε σκη­νὲς ἀ­πὸ τὴ ζω­ὴ τοῦ Χρι­στοῦ ποὺ τὸν ἄγ­γι­ξαν.

       Φεύ­γον­τας, ὡς ἀ­να­λαμ­πὴ ἄ­στρα­ψε μέ­σα μου ἡ σκέ­ψη ὅ­τι, ὅ­σα μοῦ πε­ρι­έ­γρα­ψε, δὲν ἦ­ταν χω­ρί­α τῆς Και­νῆς Δι­α­θή­κης, ἀλ­λὰ σκη­νὲς ἀ­πὸ τὴν ται­νί­α «ὁ Ἰ­η­σοῦς ἀ­πὸ τὴν Να­ζα­ρὲτ» τοῦ Τζε­φι­ρέ­λι.

 
Bonsai-03c-GiaIstologio-04

Πη­γή: Ἀ­πὸ τὴν συλ­λο­γὴ δι­η­γη­μά­των Ἡ θε­ω­ρί­α τῶν χαρ­τα­ε­τῶν (ἐκδ. Πα­ρά­ξε­νες Μέ­ρες, Ἀ­θή­να, 2014).

Ἀ­λέ­ξαν­δρος Βα­ναρ­γι­ώ­της (Τρί­κα­λα Θεσ­σα­λί­ας, 1966). Σπού­δα­σε στὸ Κλα­σι­κὸ Τμῆ­μα τῆς Φι­λο­σο­φι­κῆς Σχο­λῆς Ἰ­ω­αν­νί­νων. Ἐρ­γά­ζε­ται ὡς κα­θη­γη­τὴς Φι­λό­λο­γος στὴ δη­μό­σια Μέ­ση Ἐκ­παί­δευ­ση. Δη­μο­σί­ευ­σε τὶς συλ­λο­γὲς δι­η­γη­μά­των Δι­η­γή­μα­τα γιὰ τὸ τέ­λος τῆς μέ­ρας (Ἐκ­δό­σεις Λο­γεῖ­ον, Τρί­κα­λα, 2009) καὶ Ἡ θε­ω­ρί­α τῶν χαρ­τα­ε­τῶν (ἐκδ. Πα­ρά­ξε­νες Μέ­ρες, Ἀ­θή­να, 2014).

Εἰ­κό­να: σκη­νὴ ἀ­πὸ τὴν ται­νί­α Ὁ Ἰ­η­σοῦς ἀ­πὸ τὴν Να­ζα­ρέτ (1977) τοῦ Φράν­κο Τζε­φι­ρέ­λι (1923). Στὸν ρό­λο τοῦ Ἰ­ω­σὴφ (εἰ­κό­να) ὁ ἕλ­λη­νας ἠ­θο­ποι­ὸς Γιῶρ­γος Βογιατζής.



		

	

Ἀλέξανδρος Βαναργιώτης: Ἱστορίες τῆς πόρτας

.

Banargiotis,Aleksandros-IstoriesTisPortas-Eikona-01

.

Ἀ­λέ­ξαν­δρος Βα­ναρ­γι­ώ­της

.

Ἱ­στο­ρί­ες τῆς πόρ­τας

.

16-AlphaΝΟΙΞΑ τὴν πόρ­τα. Δὲν τὸ πε­ρί­με­να. Δὲν πί­στε­ψα ὅ­τι θὰ ἔρ­θει.

— Τί εὐ­χά­ρι­στη ἔκ­πλη­ξη!

       — Μή­πως ἐ­νο­χλῶ;

       — Ὄ­χι, ἴ­σα ἴ­σα ἤ­θε­λα πα­ρέ­α τώ­ρα. Λεί­πει καὶ ἡ Μα­ρί­α.

       — Σοῦ εἶ­πα πὼς θὰ πε­ρά­σω.

       Κά­θι­σε στὸ σα­λό­νι κι ἔ­σπευ­σα νὰ φέ­ρω γλυ­κὸ καὶ νὰ φτιά­ξω κα­φέ.

       Ὅ­ταν τὸν βρῆ­κα στὴ λα­ϊ­κὴ τὴν Τε­τάρ­τη ἄρ­γη­σα νὰ τὸν ἀ­να­γνω­ρί­σω. Ἦ­ταν ἐν­τε­λῶς ἀλ­λαγ­μέ­νος. Κι ἐ­κεῖ­νος δὲν μὲ γνώ­ρι­σε ἀ­μέ­σως. Τρί­α χρό­νια συμ­μα­θη­τές, στὸ Γυ­μνά­σιο, κα­θό­μα­σταν σὲ δι­πλα­νὰ θρα­νί­α. Με­τὰ πῆ­γε στὸ Τε­χνι­κό. Καὶ τώ­ρα εἶ­χε μεί­νει ἀ­πὸ τὴ μορ­φή του μό­νο ἐ­κεί­νη ἡ σπιρ­τά­δα στὰ μά­τια καὶ τὸ χα­μό­γε­λο τὸ «μπα­γα­πόν­τι­κο», ὅ­πως ἔ­λε­γα τό­τε.

       Δὲν ἔ­κρυ­ψα τὴ χα­ρά μου. Δὲν συμ­βαί­νει συ­χνὰ νὰ γί­νε­σαι ξαφ­νι­κὰ πά­λι δώ­δε­κα χρο­νῶ. Ἔ­στω καὶ γιὰ λί­γο. Ὅ­σο κρα­τᾶ μιὰ συ­νάν­τη­ση στὴ γω­νί­α ἑ­νὸς δρό­μου μιὰ τυ­χαί­α Δευ­τέ­ρα ἀ­πὸ τὶς τό­σες Δευ­τέ­ρες τοῦ χρό­νου. Βι­α­ζό­ταν καὶ τὸν προ­σκά­λε­σα νὰ ἔρ­θει ἀ­πὸ τὸ σπί­τι.

       — Πό­τε; μὲ ρώ­τη­σε.

       — Ὅ­πο­τε θές, τοῦ ἀ­πάν­τη­σα. Τὸ σπί­τι μου εἶ­ναι ἀ­νοι­χτὸ γιὰ σέ­να.

       — Πό­τε; μὲ ξα­να­ρώ­τη­σε.

       — Κά­θε ἀ­πό­γευ­μα με­τὰ τὶς ἑ­πτὰ εἶ­μαι σπί­τι.

       — Ἐν­τά­ξει, θὰ ἔρ­θω.

       Ἦρ­θε δύ­ο μέ­ρες με­τά.

       Ὑ­πῆρ­ξε μιὰ ἀ­μη­χα­νί­α. Τὸν ρώ­τη­σα γιὰ τὴ Δέ­σποι­να, τὴ γυ­ναί­κα του καὶ τὰ παι­διά. Μοῦ ἀ­παν­τοῦ­σε κο­φτὰ δί­νον­τάς μου τὶς πλη­ρο­φο­ρί­ες ποὺ ζη­τοῦ­σα, χω­ρὶς νὰ πεῖ κά­τι ἀ­π’ τὸ ὁ­ποῖ­ο νὰ πια­στῶ καὶ νὰ συ­νε­χί­σω τὴ συ­ζή­τη­ση. Ἡ Δέ­σποι­να, δα­σκά­λα, δού­λευ­ε σὲ ἕ­να κον­τι­νὸ χω­ριό, πη­γαι­νο­ερ­χό­ταν. Κα­λὰ ἦ­ταν. Τὰ παι­διὰ σπού­δα­ζαν, ἐν­τά­ξει κι αὐ­τά.

       Τὸ πῆ­γα στὰ παι­δι­κά μας χρό­νια, στὶς ἐκ­δρο­μὲς καὶ στὶς πλά­κες ποὺ κά­να­με. Χα­μο­γε­λοῦ­σε συγ­κρα­τη­μέ­να.

       — Ναί, ναί, ἔ­λε­γε, ὡ­ραί­α χρό­νια, φο­βε­ρὴ φά­ση.

       Μί­λη­σα ἀ­κό­μη καὶ γιὰ τὸ στρα­τό, τοῦ δι­η­γή­θη­κα μὲ με­λο­δρα­μα­τι­κὸ τό­νο τὴ με­τέ­πει­τα ζω­ή μου, ἀ­πὸ σχο­λεῖ­ο σὲ σχο­λεῖ­ο, τα­λαι­πω­ρί­ες, πε­ρι­πέ­τει­ες σὲ ὀ­ρει­νὰ χω­ριὰ καὶ τὴν πε­ρι­πό­θη­τη με­τά­θε­ση με­τὰ ἀ­πὸ δε­κα­ο­χτὼ χρό­νια στὰ πα­τρῶ­α ἐ­δά­φη, χω­ρὶς ὅ­μως νὰ κα­τα­φέ­ρω νὰ τὸν «λύ­σω».

       Ἔ­νευ­ε συγ­κα­τα­βα­τι­κά, «ναί, κα­τα­λα­βαί­νω, δύ­σκο­λες κα­τα­στά­σεις, τὰ ἴ­δια πε­ρί­που καὶ ἡ Δέ­σποι­να».

       Σφί­χτη­κε τὸ στο­μά­χι μου. Κά­ποι­α στιγ­μὴ κου­ρά­στη­κα καὶ στα­μά­τη­σα. Πῆ­ρα τὸν κα­φὲ καὶ ἔ­πι­να ἥ­συ­χα χω­ρὶς νὰ μι­λά­ω. Ἔ­πε­σε σι­ω­πή. Ἀ­κού­γον­ταν μό­νο τα αὐ­το­κί­νη­τα ἀ­πὸ τὸ δρό­μο καὶ ἡ τη­λε­ό­ρα­ση τοῦ ἡ­λι­κι­ω­μέ­νου γεί­το­να ποὺ τὴν βά­ζει πάν­τα νὰ παί­ζει δυ­να­τά.

       — Νὰ φεύ­γω τώ­ρα, εἶ­πε καὶ ση­κώ­θη­κε. Πρέ­πει νὰ πε­ρά­σω καὶ λί­γο ἀ­πὸ τὴ μά­να μου μή­πως θέ­λει κά­τι.

       Στα­θή­κα­με στὴν εἴ­σο­δο καὶ ἀ­πο­χαι­ρε­τι­στή­κα­με. Τὸν κοί­τα­ξα ἴ­σα στὰ μά­τια. Πρὸς τί αὐ­τὴ ἡ ἐ­πί­σκε­ψη; ἀ­να­ρω­τή­θη­κα. Μὲ κοί­τα­ξε κι ἐ­κεῖ­νος. Πῆ­γε κά­τι νὰ πεῖ κι ἕ­νας λυγ­μὸς ἔ­σπα­σε τὴ φω­νή του. Τὰ μά­τια του γέ­μι­σαν δά­κρυ­α.

       — Εἶ­μαι ἄρ­ρω­στος, μοῦ λέ­ει. Ἕ­ξι μῆ­νες μοῦ ἔ­δω­σαν.

.

Bonsai-03c-GiaIstologio-04

.

Πη­γή: Ἀ­πὸ τὴν συλ­λο­γὴ δι­η­γη­μά­των Ἡ θε­ω­ρί­α τῶν χαρ­τα­ε­τῶν (ἐκδ. Πα­ρά­ξε­νες Μέ­ρες, Ἀ­θή­να, 2014).

Ἀ­λέ­ξαν­δρος Βα­ναρ­γι­ώ­της (Τρί­κα­λα Θεσ­σα­λί­ας, 1966). Σπού­δα­σε στὸ Κλα­σι­κὸ Τμῆ­μα τῆς Φι­λο­σο­φι­κῆς Σχο­λῆς Ἰ­ω­αν­νί­νων. Ἐρ­γά­ζε­ται ὡς κα­θη­γη­τὴς Φι­λό­λο­γος στὴ δη­μό­σια Μέ­ση Ἐκ­παί­δευ­ση. Δη­μο­σί­ευ­σε τὶς συλ­λο­γὲς δι­η­γη­μά­των Δι­η­γή­μα­τα γιὰ τὸ τέ­λος τῆς μέ­ρας (Ἐκ­δό­σεις Λο­γεῖ­ον, Τρί­κα­λα, 2009) καὶ Ἡ θε­ω­ρί­α τῶν χαρ­τα­ε­τῶν (ἐκδ. Πα­ρά­ξε­νες Μέ­ρες, Ἀ­θή­να, 2014).

.

Ἀλέξανδρος Βαναργιώτης: 11-9-2001

 

 

Ἀ­λέ­ξαν­δρος Βα­ναρ­γι­ώ­της

 

11-9-2001

 

ΑΛΕΨΑ ΠΟΛΥ γι’ αὐ­τὴ τὴ σχέ­ση. Τὰ χρό­νια ποὺ ὑ­πη­ρε­τού­σα­με μα­ζί, ἐ­νῶ στὴν ἀρ­χὴ δὲν ἔ­δει­ξε κα­νέ­να ἐν­δι­α­φέ­ρον γιὰ μέ­να, κα­τά­φε­ρα σι­γὰ-σι­γὰ μὲ σχέ­δια καὶ προ­σε­κτι­κὲς κι­νή­σεις, βῆ­μα-βῆ­μα, νὰ τὴν κά­νω πρῶ­τα νὰ μὲ προ­σέ­ξει καὶ ἀρ­γό­τε­ρα νὰ συ­ζοῦ­με. Ἦ­ταν καλ­λι­τε­χνι­κὴ φύ­ση καὶ γιὰ νὰ τὴν κερ­δί­σω ἔ­βγα­λα ἀ­πὸ μέ­σα μου ὅ­λη τὴν εὐ­αι­σθη­σί­α καὶ μά­λι­στα στοὺς το­μεῖς ποὺ τὴν ἐν­δι­έ­φε­ραν τὴν πολ­λα­πλα­σί­α­σα. Ζω­γρά­φι­ζε κα­λά. Δα­νεί­στη­κα ὅ,τι δι­έ­θε­τε ἡ δη­μο­τι­κὴ βι­βλι­ο­θή­κη καὶ ἔ­μα­θα ὅ­λες τὶς τά­σεις καὶ τὶς τε­χνο­τρο­πί­ες. Δι­ά­βα­σα βι­ο­γρα­φί­ες καὶ εἶ­δα πί­να­κες ἀ­πὸ τὸν Μι­χα­ὴλ Ἄγ­γε­λο ὣς τὸν Οὐ­όρ­χολ καὶ τὸν Μπέ­ι­κον. Μά­λι­στα μπῆ­κα στὸν πει­ρα­σμὸ καὶ ἀ­γό­ρα­σα χαρ­τιά, χρώ­μα­τα καὶ κα­βα­λέ­το καὶ ἄρ­χι­σα νὰ κά­νω κι ἐ­γὼ με­ρι­κὲς ἀ­δέ­ξι­ες πι­νε­λι­ές. Πέ­τρα-πέ­τρα ἔ­χτι­σα αὐ­τὴ τὴ σχέ­ση. Ἡ ὅ­λη προ­σπά­θεια μοῦ ἔ­μα­θε τί δύ­να­μη κρύ­βει ὁ ἔ­ρω­τας. Δὲν εἶ­χα ἐ­ρω­τευ­τεῖ ἀ­λη­θι­νὰ ὣς τό­τε. Δὲν ἔ­κα­να θυ­σί­ες γιὰ τὶς σχέ­σεις μου. Γιὰ τὴ Χρι­στί­να θὰ ἔ­κα­να τὰ πάν­τα. Ἔ­φτα­σα στὸ ση­μεῖ­ο νὰ ἀ­κού­ω τζάζ, ἐ­γὼ ὁ φα­να­τι­κὸς τοῦ Κα­ζαν­τζί­δη. Ἒ ρέ, γέ­λιο ποὺ θὰ ἔ­κα­ναν οἱ φί­λοι στὸ χω­ριό, ἂν μὲ ἔ­βλε­παν ἔ­τσι ἀλ­λαγ­μέ­νο. Θὰ ξε­ραί­νον­ταν στὰ γέ­λια. Μὲ με­τα­μόρ­φω­σε κυ­ρι­ο­λε­κτι­κὰ ὁ ἔ­ρω­τας.

       Τὰ νέ­α ἐν­δι­α­φέ­ρον­τα ποὺ προ­στέ­θη­καν στὴν προ­σω­πι­κό­τη­τά μου ἔ­κα­ναν τὸν Μι­χά­λη, τὸν νέ­ο συ­νά­δελ­φο τῶν καλ­λι­τε­χνι­κῶν, νὰ μὲ συμ­πα­θή­σει. Ἦ­ταν ἄν­θρω­πος χα­μη­λῶν τό­νων, ἤ­ρε­μος καὶ εἶ­χε πά­νω-κά­τω τα ἴ­δια ἐν­δι­α­φέ­ρον­τα μὲ μᾶς, γι’ αὐ­τὸ κέρ­δι­σε καὶ τὴ Χρι­στί­να καὶ γί­να­με μιὰ πο­λὺ κα­λὴ πα­ρέ­α οἱ τρεῖς μας. Ἐ­κεῖ­νος ἔ­κλι­νε βέ­βαι­α μου­σι­κὰ πρὸς τὰ ἔ­θνικ, ἀλ­λὰ καὶ τὸ στὺλ τῆς ζω­γρα­φι­κῆς του εἶ­χε πολ­λὰ στοι­χεῖ­α ἀ­πὸ τὴν Ἀ­να­το­λή. Οἱ προ­σω­πο­γρα­φί­ες του θύ­μι­ζαν Φα­γιοὺμ καὶ οἱ γυ­ναῖ­κες του εἶ­χαν μαῦ­ρα με­γά­λα μά­τια σὰν τὶς Ἰν­δὲς καὶ φο­ροῦ­σαν μα­κριὰ πορ­το­κα­λο­κόκ­κι­να φο­ρέ­μα­τα.

       Τὸ βρά­δυ τῆς Δευ­τέ­ρας εἴ­χα­με πι­εῖ κά­τι πα­λι­ο­πο­τὰ σὲ ἕ­να μπάρ, για­τὶ τὴν ἄλ­λη μέ­ρα εἴ­χα­με ρε­πό. Στὸ σχο­λεῖ­ο πη­γαί­να­με μὲ βάρ­δι­ες. Ἔ­τσι ἐ­κεί­νη τὴν Τρί­τη δὲν ξύ­πνη­σα κα­λά. Ση­κώ­θη­κα ἀ­πὸ τὸ κρε­βά­τι ἀρ­γὰ καὶ τὸ κε­φά­λι μου κόν­τευ­ε νὰ σκι­στεῖ στὰ δύ­ο. Τὸ με­ση­μέ­ρι μὲ τὸ ζό­ρι ἔ­φα­γα κά­τι ἐ­λα­φρύ. Βυ­θί­στη­κα σὲ μιὰ πο­λυ­θρό­να μ’ ἕ­να βι­βλί­ο στὸ χέ­ρι, ἀλ­λὰ δὲν μπο­ροῦ­σα νὰ συγ­κεν­τρω­θῶ. Ἀ­πὸ ἰ­δε­ο­λο­γί­α δὲν συν­δέ­σα­με τὴν κοι­νή μας ζω­ὴ μὲ τη­λε­ό­ρα­ση καὶ ἡ Χρι­στί­να —τυ­χε­ρή, για­τὶ τὸ βρά­δυ ἤ­πι­ε χυ­μό— ἀ­πο­λάμ­βα­νε τὸν κα­φέ της ἀ­κού­γον­τας ἕ­να πρό­γραμ­μα τζὰζ στὰ με­σαῖ­α. Θά ’­ταν πέν­τε τὸ ἀ­πό­γευ­μα, ὅ­ταν ξαφ­νι­κὰ τὸ πρό­γραμ­μα δι­α­κό­πη­κε καὶ ἀ­να­κοι­νώ­θη­κε στὰ ἀγ­γλι­κὰ ὅ­τι ἔ­γι­νε τρο­μο­κρα­τι­κὸ χτύ­πη­μα στὴ Νέα Ὑόρκη ἀ­πὸ τὴν Ἂλ Κά­ιν­τα καὶ κα­τέρ­ρευ­σαν οἱ δί­δυ­μοι πύρ­γοι. «Τί λέ­ει, ρέ; ἄ­κου­σες τί ἔ­γι­νε;» ξε­φώ­νι­σε ἡ Χρι­στί­να, ἡ ὁ­ποί­α εἶ­χε ἐ­πι­σκε­φτεῖ τὴν Ἀ­με­ρι­κὴ καὶ μά­λι­στα εἶ­χε φά­ει σὲ ἕ­να ἑ­στι­α­τό­ριο στοὺς δί­δυ­μους πύρ­γους. Δὲν πί­στευ­ε στ’ αὐ­τιά της. Ἐ­γὼ πά­λι εἶ­χα στ’ αὐ­τιά μου ἕ­να βου­η­τὸ ἀ­πὸ τὸν πο­νο­κέ­φα­λο ποὺ μὲ ἔ­κα­νε νὰ νι­ώ­θω τὴν Ἀ­με­ρι­κὴ καὶ τὸ Μαν­χά­ταν τὴν πιὸ μα­κρι­νὴ καὶ ἀ­δι­ά­φο­ρη χώ­ρα στὸν κό­σμο. Δὲν ἔ­δω­σα προ­σο­χὴ καὶ μπῆ­κα νὰ κά­νω ἕ­να δρο­σε­ρὸ μπά­νιο μπὰς καὶ συ­νέλ­θω. Κα­τὰ τὶς ἕ­ξι μᾶς πῆ­ρε ὁ Μι­χά­λης τη­λέ­φω­νο νὰ βγοῦ­με. Εἴ­χα­με ἤ­δη ἀ­να­στα­τω­θεῖ ὅ­λοι κα­θὼς ἔ­φτα­σαν καὶ οἱ λε­πτο­μέ­ρει­ες γιὰ τοὺς χι­λιά­δες νε­κροὺς τῶν ὁ­ποί­ων ὁ ἀ­ριθ­μὸς δὲν εἶ­χε προσ­δι­ο­ρι­στεῖ ἀ­κρι­βῶς ἀ­κό­μη.

       Εὐ­τυ­χῶς μὲ δυ­ὸ ἀ­σπι­ρί­νες ὁ πο­νο­κέ­φα­λος μοῦ πέ­ρα­σε, ἀλ­λὰ λί­γο ἡ θλί­ψη γιὰ τὰ γε­γο­νό­τα, λί­γο ἡ εὐ­αι­σθη­σί­α στὸ νευ­ρι­κὸ σύ­στη­μα, ποὺ μοῦ ἄ­φη­σε ἡ κε­φα­λαλ­γία, καὶ βρι­σκό­μουν σὲ μιὰ πε­ρί­ερ­γη κα­τά­στα­ση. Ἀ­πο­λύ­τως ἤ­ρε­μος, ἀλ­λὰ μὲ τὶς αἰ­σθή­σεις μου ὅ­λες τε­τα­μέ­νες. Κα­θί­σα­με σὲ μιὰ κα­φε­τε­ρί­α ἔ­ξω. Φυ­σοῦ­σε ἕ­νας ζε­στὸς ἀ­έ­ρας ποὺ ἔ­λε­γες πὼς ἦ­ταν κα­λο­καί­ρι. Κά­τι ὅ­μως στὴ μυ­ρω­διά του, μιὰ ἀ­νε­παί­σθη­τη ὑ­γρα­σί­α, λί­γο το φῶς ποὺ ἄλ­λα­ξε, μιὰ αἰ­ω­ρού­με­νη με­λαγ­χο­λί­α στὴν ἀ­τμό­σφαι­ρα, οἱ ὀ­ξυμ­μέ­νες μου αἰ­σθή­σεις ἔ­πι­α­ναν ἐ­κεῖ­νο τὸ βρά­δυ τὸ πέ­ρα­σμα σὲ ἄλ­λη ἐ­πο­χή. «Μυ­ρί­ζει φθι­νό­πω­ρο», εἶ­πα, ἀλ­λὰ κα­νέ­νας δὲν ἀ­πάν­τη­σε. Ἡ Χρι­στί­να εἶ­χε κυ­ρι­ευ­τεῖ ἀ­πὸ ἀ­κα­τά­σχε­τη φλυ­α­ρί­α, σχο­λί­α­ζε καὶ ἀ­νέ­λυ­ε μὲ πά­θος μὲ τὸν Μι­χά­λη τὰ γε­γο­νό­τα καὶ σχε­δὸν μοῦ εἶ­χε γυ­ρί­σει τὴν πλά­τη. Δὲν ἔ­δω­σα ση­μα­σί­α, κοί­τα­ζα τὰ ὄ­μορ­φα νε­ο­κλα­σι­κὰ σπί­τια γύ­ρω ἀ­πὸ τὴν μι­κρὴ πλα­τεί­α καὶ σκε­φτό­μουν ὅ­τι θὰ μπο­ροῦ­σε κα­νεὶς νὰ ζω­γρα­φί­σει μὲ ἁ­πα­λὸ ὑ­δα­τό­χρω­μα τὸ παι­χνί­δι πά­νω τους ἀπὸ τὸ φῶς ποὺ χα­νό­ταν, τὴ νύ­χτα ποὺ ἔ­φτα­νε ἀ­να­δει­κνύ­ον­τας ἀ­κό­μα πε­ρισ­σό­τε­ρο τὴν ὀ­μορ­φιά τους ἔ­τσι ποὺ στέ­κον­ταν ἐ­κεῖ χρό­νια καὶ και­ρούς.

       Με­τὰ στρά­φη­κα στὴ Χρι­στί­να καὶ στὸ Μι­χά­λη. Προ­σπά­θη­σα νὰ δι­α­κό­ψω τὴ θλι­βε­ρὴ συ­ζή­τη­ση, νὰ τοὺς μι­λή­σω γιὰ τὴν ὀ­μορ­φιά. Δὲν τὰ κα­τά­φε­ρα. Καὶ ὅ­πως τοὺς κοί­τα­ζα σι­ω­πη­λὸς νὰ συ­ζη­τᾶ­νε, στὶς ὀ­χτὼ καὶ σα­ραν­τα­πέν­τε πε­ρί­που ἀν­τι­λή­φθη­κα ἕ­να ἀ­νε­παί­σθη­το χά­δι τῆς Χρι­στί­νας στὸ χέ­ρι του. Στὶς ἐν­νιὰ μὲ τὴν ἄ­κρη τοῦ μα­τιοῦ μου εἶ­δα τὸ γό­να­τό της νὰ ἀγ­γί­ζει κά­τω ἀ­πὸ τὸ τρα­πέ­ζι τὸ δι­κό του. Καὶ κα­τὰ τὶς ἐν­νι­ά­μι­ση ἔ­πι­α­σα ἕ­να βλέμ­μα ὅ­λο φω­τιὰ στὰ μά­τια τους. Ἐ­κεῖ­νοι φλέ­γον­ταν καὶ ἡ σχέ­ση ποὺ τό­σον και­ρὸ ἔ­χτι­ζα γκρε­μί­στη­κε μὲ μιᾶς σὲ χα­λά­σμα­τα.

  

 

Πη­γή: Πρώ­τη δη­μο­σί­ευ­ση.

 

Ἀ­λέ­ξαν­δρος Βα­ναρ­γι­ώ­της (Τρί­κα­λα Θεσ­σα­λί­ας, 1966). Σπού­δα­σε στὸ Κλα­σι­κὸ Τμῆ­μα τῆς Φι­λο­σο­φι­κῆς Σχο­λῆς Ἰ­ω­αν­νί­νων. Ἐρ­γά­ζε­ται ὡς κα­θη­γη­τὴς Φι­λό­λο­γος στὴ δη­μό­σια Μέ­ση Ἐκ­παί­δευ­ση. Δη­μο­σί­ευ­σε τὴ συλ­λο­γὴ δι­η­γη­μά­των Δι­η­γή­μα­τα γιὰ τὸ τέ­λος τῆς μέ­ρας (Ἐκ­δό­σεις Λο­γεῖ­ον, Τρί­κα­λα, 2009).

 

Εἰκόνα: Ἔργο τοῦ Graydon Parrish.

 

Ἀλέξανδρος Βαναργιώτης: Μικρὴ ἱστορία

 

 

Ἀ­λέ­ξαν­δρος Βα­ναρ­γι­ώ­της

 

Μι­κρὴ ἱ­στο­ρί­α

 

ΕΤΑ ΤΗΝ ΚΟΙΜΗΣΗ τῆς μη­τέ­ρας δι­ά­λε­ξα κά­ποι­α ἀ­πὸ τὰ πράγ­μα­τά της γιὰ ἐν­θύ­μια. Με­τα­ξὺ ἄλ­λων πῆ­ρα καὶ ἕ­ναν πί­να­κα ζω­γρα­φι­κῆς. Ἦ­ταν ἕ­να φτη­νὸ ἀν­τί­γρα­φο, ἀ­πὸ αὐ­τὰ μὲ τὰ ὁ­ποῖ­α ἡ μη­τέ­ρα στό­λι­ζε τοὺς τοί­χους τοῦ σπι­τιοῦ μας, τὸ ὁ­ποῖ­ο ὅ­μως μοῦ θύ­μι­ζε πολ­λά. Ἀ­πει­κό­νι­ζε ἕ­να σπί­τι πί­σω ἀ­πὸ μιὰ συ­στά­δα γυ­μνῶν δέν­τρων, δί­πλα μιὰ ἀ­πο­θή­κη σκε­πα­σμέ­νη μὲ χόρ­τα καὶ στὸ βά­θος δι­α­κρί­νον­ταν οἱ κε­ρα­μο­σκε­πὲς ἑ­νὸς χω­ριοῦ.

         Ζή­τη­σα ἀ­πὸ ἕ­να φί­λο καλ­λι­τέ­χνη, ἔ­χον­τας ὡς βά­ση τὸν πί­να­κα, νὰ κά­νει μιὰ σύν­θε­ση μα­ζὶ μὲ μιὰ φω­το­γρα­φί­α τῆς μη­τέ­ρας, μιὰ φω­το­γρα­φί­α ποὺ εἶ­μαι μὲ τὸν Νί­κο, τὸν ἀ­γα­πη­μέ­νο μου ἐ­ξά­δελ­φο, σὲ κά­ποι­α γε­νέ­θλια, καὶ ἕ­να μι­κρὸ σκα­ρί­φη­μα τοῦ ἴ­διου πί­να­κα μὲ μο­λύ­βι, ζω­γρα­φι­σμέ­νο ἀ­πὸ ἐ­μέ­να στὴν πέμ­πτη τά­ξη τοῦ δη­μο­τι­κοῦ. Τὸ συγ­κε­κρι­μέ­νο σχέ­διο τὸ ἀ­νέ­συ­ρα ἀ­πὸ μιὰ μι­κρὴ κα­σέ­λα στὴν ὁ­ποί­α ἀ­πὸ μι­κρὸς συμ­μά­ζευ­α τὰ πράγ­μα­τά μου.

        Θυ­μᾶ­μαι ἦ­ταν ἡ ἐ­πο­χὴ ποὺ μὲ εἶ­χε συ­νε­πά­ρει ὁ οἶ­στρος τῆς ζω­γρα­φι­κῆς. Λί­γο οἱ ἔ­παι­νοι τοῦ πα­τέ­ρα καὶ τῆς δα­σκά­λας, λί­γο ἡ χα­ρὰ τῆς δη­μι­ουρ­γί­ας, καὶ ἔ­φτα­σα κά­ποι­α στιγ­μὴ στὸ ση­μεῖο νὰ μὴ βγαί­νω νὰ παί­ξω, ἀλ­λὰ κα­θό­μουν τὰ ἀ­πο­γεύ­μα­τα σπί­τι, ἐ­πι­δι­ώ­κον­τας νὰ ἀ­να­πα­ρα­στή­σω ὅ,τι ἔ­βρι­σκα μπρο­στά μου· εἰ­κό­νες βι­βλί­ων, πρό­σω­πα ἀ­πὸ φω­το­γρα­φί­ες, ἀλ­λὰ κυ­ρί­ως τοὺς πί­να­κες ποὺ εἴ­χα­με κρε­μα­σμέ­νους στοὺς τοί­χους τοῦ σα­λο­νιοῦ καὶ τοῦ χόλ.

        Θι­α­σώ­της τῆς ζω­γρα­φι­κῆς μου τρέ­λας ὑ­πῆρ­ξε ὁ Νί­κος, ἕ­να παι­δὶ ὀ­λι­γο­μί­λη­το, ἐ­σω­στρε­φὲς καὶ εὐ­αί­σθη­το, μὲ δύ­ο πε­λώ­ρια μαῦ­ρα μά­τια ποὺ ἔ­δει­χναν πάν­τα θλιμ­μέ­να, ἀ­κό­μα καὶ ὅ­ταν χα­μο­γε­λοῦ­σε. Αὐ­τὰ τὰ μά­τια εἶ­χαν τό­ση δύ­να­μη ποὺ σὲ κέρ­δι­ζαν ἀ­μέ­σως. Ὁ Νί­κος θαύ­μα­ζε τὴν ἱ­κα­νό­τη­τά μου νὰ ἀ­να­πα­ρι­στῶ στὸ χαρ­τὶ πράγ­μα­τα ποὺ ἔ­βλε­πα γύ­ρω μου, κι ἐ­γὼ τὸν θαύ­μα­ζα γιὰ τὴ σο­βα­ρό­τη­τα καὶ γιὰ τὸν ὑ­πέρ­με­τρο γιὰ τὴν ἡ­λι­κί­α του πλοῦ­το γνώ­σε­ων. Ἀ­π’ ὅ­λες μου τὶς ζω­γρα­φι­ὲς τοῦ ἄ­ρε­σε πε­ρισ­σό­τε­ρο αὐ­τὴ μὲ τὸ ἀ­γρο­τό­σπι­το καὶ τὴν ἀ­πο­θή­κη. «Μοῦ ἀ­ρέ­σει», ἔ­λε­γε, «κά­τι ἔ­χει ποὺ μὲ τρα­βά­ει, ἀλ­λὰ δὲν ξέ­ρω τί». «Ἴ­σως νὰ μοῦ θυ­μί­ζει τὸ δι­κό μου σπί­τι», εἶ­πε κά­πο­τε γε­λών­τας.

        Καὶ ἦ­ταν πράγ­μα­τι ἀ­στεῖ­ο αὐ­τὸ ποὺ εἶ­πε. Για­τὶ τὸ σπί­τι τους ἦ­ταν μιὰ ἀ­γροι­κί­α στὴν ἄ­κρη τοῦ χω­ριοῦ μὲ μιὰ ἀ­πο­θή­κη ἀ­πὸ τσι­μεν­τό­λι­θους καὶ ἐ­λε­νὶτ γιὰ σκε­πή. Κα­μί­α ὁ­μοι­ό­τη­τα δὲν ὑ­πῆρ­χε μὲ τὸν πί­να­κα, πέ­ρα ἀ­πὸ μιὰ σει­ρὰ δέν­τρα, φτε­λι­ὲς καὶ λεῦ­κες, ποὺ τὸ κα­λο­καί­ρι ἔ­κρυ­βαν τὴν ἀ­σχή­μια τῆς ἀ­πο­θή­κης, ἀλ­λὰ τὸ χει­μώ­να, μὲ τὴ γύ­μνια τους, προ­σέ­θε­ταν στὴν μο­να­ξιὰ καὶ τὴν τρα­γι­κό­τη­τα τοῦ θεσ­σα­λι­κοῦ κάμ­που, καὶ ἔ­κα­ναν ἐ­κεῖ­νο τὸ χτί­σμα νὰ σοῦ γεν­νᾶ ἕ­να αἴ­σθη­μα ἐ­ρη­μιᾶς καὶ ἐγ­κα­τά­λει­ψης, ὅ­ταν τὸ κοι­τοῦ­σες.

        Ἔ­κα­να κά­ποι­ες προ­σπά­θει­ες νὰ δεί­ξω στὸν Νί­κο ἁ­πλὲς τε­χνι­κὲς ποὺ ἐ­φάρ­μο­ζα στὴ ζω­γρα­φι­κή, ἀλ­λὰ χω­ρὶς ἀ­πο­τέ­λε­σμα. «Δὲν ἔ­χω τα­λέν­το. Μά­ται­ος κό­πος», εἶ­πε ἀ­πο­γο­η­τευ­μέ­νος. Ἐ­γώ, βλέ­πον­τας τὴν θλί­ψη στὰ μά­τια του, ἐ­πέ­με­να νὰ τὸν ἐν­θαρ­ρύ­νω. Ἐ­κεῖ­νος ὅ­μως ἀρ­νι­ό­ταν. «Ἐ­σύ γεν­νή­θη­κες γιὰ μο­λύ­βια κι ἐ­γὼ γιὰ σκοι­νιά», εἶ­πε. Εἶ­χε μιὰ ἰ­δι­αί­τε­ρη ἱ­κα­νό­τη­τα νὰ κα­τα­σκευά­ζει μὲ σχοι­νὶ ὑ­πέ­ρο­χους ναυ­τι­κοὺς κόμ­πους καὶ κα­ουμ­πό­ι­κα λά­σα, ποὺ τὰ ζή­λευ­α πο­λύ, ἀλ­λὰ οὔ­τε κι ἐ­γὼ πο­τὲ κα­τά­φε­ρα νὰ φτιά­ξω κά­τι, πα­ρό­λο ποὺ κι ἐ­κεῖ­νος μοῦ ἔ­δει­ξε.

        Μὲ τὸν και­ρὸ τὸ πά­θός μου μὲ τὴ ζω­γρα­φι­κὴ ξε­θύ­μα­νε καὶ κα­τα­πι­ά­στη­κα μὲ τὴ συλ­λο­γὴ γραμ­μα­το­σή­μων. Ὅ­ταν ἀρ­γό­τε­ρα ἔ­νι­ω­σα τὰ πρῶ­τα ἐ­ρω­τι­κὰ σκιρ­τή­μα­τα, ἄρ­χι­σα μὲ μα­νία νὰ γρά­φω στι­χά­κια γιὰ τὴν ἀ­γά­πη. Ὁ Νί­κος ὅ­μως ἔ­με­νε πάν­τα στα­θε­ρὸς στὴν κα­τα­σκευ­ὴ κόμ­πων. Εἶ­χε μά­λι­στα ἐ­ξε­λί­ξει τὴν τε­χνι­κή του καὶ ἔ­φτια­χνε ἐν­τυ­πω­σια­κὰ ἐρ­γό­χει­ρα.

        Στὰ χρό­νια ποὺ πέ­ρα­σαν πολ­λὲς ἀ­πὸ τὶς παι­δι­κές μου δη­μι­ουρ­γί­ες τὶς ἔ­χα­σα. Ἄλ­λες πά­λι κρί­νον­τάς τες ἀ­νά­ξι­ες λό­γου τὶς πέ­τα­ξα. Ἐ­κεί­νη ὅ­μως ἡ ἀ­γροι­κί­α δι­α­σώ­θη­κε, για­τὶ τὴν κόλ­λη­σα στὸ ἐ­σω­τε­ρι­κὸ τοῦ σκέ­πα­στρου τοῦ μι­κροῦ μου μπα­ού­λου, κα­θό­τι ἦ­ταν ἕ­να ἔρ­γο ποὺ μοῦ ἄ­ρε­σε ἰ­δι­αί­τε­ρα. Στὸ ἴ­διο μπα­οῦ­λο βρῆ­κα πρό­σφα­τα καὶ με­ρι­κὲς κα­τα­σκευ­ὲς μὲ κόμ­πους, δῶ­ρα τοῦ Νί­κου, τῶν ὁ­ποί­ων ἡ θέ­α μοῦ προ­ξέ­νη­σε ρί­γος.

        Τὸ χει­μώ­να ποὺ πή­γαι­να στὴ δευ­τέ­ρα τοῦ λυ­κεί­ου, ὁ Νί­κος μό­λις εἶ­χε τε­λει­ώ­σει τὴν ἀ­κα­δη­μί­α. Τὰ χρό­νια τῶν σπου­δῶν του ἀ­πο­μα­κρυν­θή­κα­με κά­πως. Ἕ­να κρύ­ο βρά­δυ, τό­σο κρύ­ο ποὺ σὲ ἔ­κα­νε νὰ νο­μί­ζεις ὅ­τι θὰ ρα­γί­σεις καὶ θὰ σκορ­πί­σεις σὲ κομ­μά­τια στὸ ἔ­δα­φος, ἐ­πι­στρέ­φον­τας ἀ­πὸ τὸ φρον­τι­στή­ριο, πλη­ρο­φο­ρή­θη­κα ὅ­τι ὁ Νί­κος, ὁ ἀ­γα­πη­μέ­νος μου ἐ­ξά­δελ­φος, τὸ με­ση­μέ­ρι εἶ­χε βρε­θεῖ ἀ­παγ­χο­νι­σμέ­νος νὰ κρέ­με­ται ἀ­πὸ τὸ με­σαῖ­ο δο­κά­ρι τῆς ἀ­πο­θή­κης δί­πλα στὸ σπί­τι. Ἄλ­λοι εἶ­παν ἀ­πὸ κα­τά­θλι­ψη, ἄλ­λοι ἀ­πὸ ἐ­ρω­τι­κὴ ἀ­πο­γο­ή­τευ­ση. Τί ση­μα­σί­α εἶ­χε πιά; Ἔ­νι­ω­σα συγ­κλο­νι­σμέ­νος. Ἀ­πό ἐ­κεί­νη τὴ στιγ­μὴ δὲν ἄν­τε­χα νὰ βλέ­πω τὴ ζω­γρα­φιά. Τὴν ξε­κόλ­λη­σα καὶ τὴν ἔ­θα­ψα στὸν πά­το τοῦ μπα­ού­λου. Μέ­χρι ποὺ πῆ­ρα τὸν πί­να­κα τῆς μη­τέ­ρας.

        Πρὶν λί­γες μέ­ρες ξε­φυλ­λί­ζον­τας μιὰ σει­ρὰ a­rt b­o­ok, ἀ­φι­ε­ρω­μέ­νη στοὺς με­γά­λους εὐ­ρω­παί­ους ζω­γρά­φους, στὸν τό­μο τοῦ Σε­ζὰν μὲ ἔκ­πλη­ξη ἀν­τί­κρυ­σα τὸν πί­να­κα μὲ τὴν ἀ­γροι­κί­α. Γρή­γο­ρα ἡ ἔκ­πλη­ξη με­τα­τρά­πη­κε σὲ φρί­κη, ὅ­ταν δι­ε­πί­στω­σα ὅ­τι ὁ ἐν λό­γῳ πί­να­κας ἦ­ταν ἕ­να ἀ­πὸ τὰ ἰμ­πρε­σι­ο­νι­στι­κὰ ἔρ­γα τοῦ 1873 ποὺ ἔ­φε­ρε τὸν τίτ­λο: «Τὸ σπί­τι τοῦ κρε­μα­σμέ­νου».

 

 

 

Πηγή: Πρώτη δημοσίευση.

 

Ἀ­λέ­ξαν­δρος Βα­ναρ­γι­ώ­της (Τρί­κα­λα Θεσ­σα­λί­ας, 1966). Σπού­δα­σε στὸ Κλα­σι­κὸ Τμῆ­μα τῆς Φι­λο­σο­φι­κῆς Σχο­λῆς Ἰ­ω­αν­νί­νων. Ἐρ­γά­ζε­ται ὡς κα­θη­γη­τὴς Φι­λό­λο­γος στὴ δη­μό­σια Μέ­ση Ἑκ­παί­δευ­ση. Δη­μο­σί­ευ­σε τὴ συλ­λο­γὴ δι­η­γη­μά­των Δι­η­γή­μα­τα γιὰ τὸ τέ­λος τῆς μέ­ρας (Ἐκ­δό­σεις Λο­γεῖ­ον, Τρί­κα­λα, 2009).

 

Εἰ­κό­να: P­a­ul C­é­z­a­n­ne, «Τὸ σπί­τι τοῦ κρε­μα­σμέ­νου στὴν Ὠ­βέρ-σύρ-Οὐ­άζ» (1873). Λά­δι σὲ καμ­βά, 55Χ66 ἑκ. Πα­ρί­σι, Μου­σεῖ­ο ντ’ ­Ὀρ­σαί.

[«Αὐ­τὴ ἡ πα­ρά­ξε­νη το­πι­ο­γρα­φί­α συ­νι­στᾶ δι­και­ο­λο­γη­μέ­να τὸ πρῶ­το ἀ­ρι­στουρ­γη­μα­τι­κὸ ἔρ­γο τοῦ Σε­ζάν, καὶ ἦ­ταν ἕ­νας ἀ­πὸ τοὺς τρεῖς πί­να­κες ποὺ ἐ­κτέ­θη­καν ἀ­πὸ τὸν καλ­λι­τέ­χνη στὴν ἔκ­θε­ση τῶν Ἰμ­πρεσ­σι­ο­νι­στῶν στὸ Πα­ρί­σι τὸ 1874, ὅ­που ἀ­γο­ρά­στη­κε ἀ­πὸ τὸν κό­μη Ἀρ­μάν­δο Ντό­ρια. Μο­λο­νό­τι “Τὸ σπί­τι τοῦ κρε­μα­σμέ­νου” μπο­ρεῖ νὰ θε­ω­ρεῖ­ται ἀ­κό­μη ἰμ­πρεσ­σι­ο­νι­στι­κὴ ζω­γρα­φι­κή, τὸ ἔρ­γο ὁ­λο­κλη­ρώ­θη­κε μὲ τὴν πρώ­ι­μη καὶ πο­λὺ προ­σω­πι­κὴ τε­χνι­κὴ τοῦ Σε­ζάν, δου­λε­μέ­νο στὴν ἐ­πι­φά­νεια τοῦ καμ­βᾶ μὲ τὴ σπά­του­λα.» (G. F­e­r­n­á­n­d­ez ἀ­πὸ τὸ t­h­e­a­r­t­w­o­lf.c­om)]