Λίνα Βαλετοπούλου: Ἡ σολίστ “μὲ τὸ γάντι”


Λί­να Βα­λε­το­πού­λου


Ἡ σο­λί­στ «μὲ τὸ γάν­τι»


ΛΑ ΑΡΧΙΣΑΝ ΕΝΑ ΚΑΛΟΚΑΙΡΙΝΟ ἀ­πό­γευ­μα πά­νω στὸ τρα­πέ­ζι τῆς κου­ζί­νας. Τὰ δά­χτυ­λα τῶν χε­ρι­ῶν μου τεν­τώ­θη­καν, λύ­γι­σαν καὶ σὲ μιὰ ἄρ­τια πο­ζι­σιὸν πά­τη­σαν πά­νω στὸ ἀ­λέ­κια­στο τρα­πε­ζο­μάν­τη­λο τῆς μα­μᾶς σὰν σὲ πλῆ­κτρα πιά­νου. Δὲν κι­νοῦν­ταν τυ­χαί­α, μὰ ἔ­παι­ζαν στ’ ἀ­λή­θεια μιὰ με­λω­δί­α ποὺ μό­νο ἐ­γὼ μπο­ροῦ­σα ν’ «ἀ­κού­σω». Θὰ ἦ­ταν, βέ­βαι­α, ἐ­ξω­πραγ­μα­τι­κὸ ἂν σᾶς ἔ­λε­γα ὅ­τι δὲν ξέ­ρω νὰ παί­ζω πιά­νο. Ἀ­φι­έ­ρω­σα τὰ κα­λύ­τε­ρά μου χρό­νια στὰ ὠ­δεῖ­α καὶ πέ­ρα­σα ἀ­τε­λεί­ω­τες ὧ­ρες με­λε­τών­τας σὲ ὄρ­θια πιά­να καὶ σὲ πιά­να μὲ οὐ­ρά. Τὸ γε­γο­νὸς ὅ­μως ποὺ σᾶς ἀ­να­φέ­ρω δὲν ἔ­γι­νε ἔ­πει­τα ἀ­πὸ με­λέ­τη ὥ­στε νὰ ἐ­ξη­γεῖ τὴν κι­νη­τι­κό­τη­τα τῶν δα­χτύ­λων. Γι’ αὐ­τὸ καὶ μὲ τρό­μα­ξε.

        Νὰ πά­ρου­με τὰ πράγ­μα­τα μὲ τὴ σει­ρά. Δε­σποι­νὶς ἐ­τῶν τριά­ντα ἐν­νέ­α, ἔ­με­να μα­ζὶ μὲ τοὺς ἡ­λι­κι­ω­μέ­νους γο­νεῖς μου καὶ δὲν θὰ ἤ­θε­λα κά­ποι­ο σχό­λιο πά­νω σ’ αὐ­τό. Μ’ ἀ­νά­θρε­ψαν μὲ τὴ λε­γό­με­νη κλα­σι­κὴ παι­δεί­α, ποὺ πά­ει νὰ πεῖ ἀ­πα­ραι­τή­τως πιά­νο καὶ γαλ­λι­κὰ σὺν τὶς σπου­δὲς στὴ φι­λο­λο­γί­α, γιὰ νὰ ἔ­χω γε­ρὲς βά­σεις στὴν ἑλ­λη­νι­κὴ γλώσ­σα, στ’ ἀρ­χαί­α καὶ στὰ λα­τι­νι­κά. Ὕ­στε­ρα ἀ­π’ αὐ­τά, ἀ­να­με­νό­ταν νὰ μὲ βροῦν ὅ­λες οἱ τύ­χες, ἀλ­λὰ μά­ται­α. Κι ἐ­πει­δὴ ἔ­χω τὴν αἴ­σθη­ση ὅ­τι ξέ­φυ­γα ἀ­π’ τὸ θέ­μα, δὲν μοῦ ἔ­φτα­νε ἡ ἄ­χα­ρη ζω­ή μου, ἦρ­θε καὶ τὸ ἀ­να­πάν­τε­χο γε­γο­νὸς νὰ μοῦ τὴν κά­νει ἀ­κό­μα δυ­σκο­λο­τε­ρη.

        Θὰ μοῦ πεῖ­τε, ποι­ὸ εἶ­ναι τὸ πρό­βλη­μα, ἐ­πει­δὴ κι­νοῦν­ται τὰ δά­χτυ­λα σὰν σὲ πιά­νο; Δὲν ἦ­ταν μό­νο αὐ­τό. Ὅ­που κι ἂν στε­κό­μουν, τὰ δά­χτυ­λα ξε­κι­νοῦ­σαν μιὰ φρε­νή­ρη κί­νη­ση ὄ­χι ἐ­πι­τό­που ἀλ­λὰ σὲ μιὰ ἀ­κτί­να ἑ­νά­μι­σι μέ­τρου μὲ κίν­δυ­νο νὰ χτυ­πή­σω ὅ­ποι­ον βρι­σκό­ταν κον­τά μου ἐ­κεί­νη τὴ στιγ­μή. Καὶ τὸ πιὸ πε­ρί­ερ­γο ἦ­ταν ὅ­τι ἔ­πρε­πε νὰ τε­λει­ώ­σει τὸ μου­σι­κὸ ἔρ­γο ποὺ ἔ­παι­ζαν καὶ με­τὰ νὰ στα­μα­τή­σουν. Φαν­τα­στεῖ­τε, λοι­πόν, τί φρί­κη, τὴν ὥ­ρα ποὺ πή­γαι­να μὲ τὸ λε­ω­φο­ρεῖ­ο στὸ κέν­τρο ἢ ἔ­κα­να τὰ ψώ­νια στὸ σου­περ­μάρ­κετ ἢ στὴ λα­ϊ­κή, ν’ ἁ­πλώ­νον­ται τὰ χέ­ρια μου καὶ νὰ γα­ζώ­νουν μὲ τὰ δά­χτυ­λα τὸν ἀ­έ­ρα.

        Ζή­τη­σα βο­ή­θεια ἀ­πὸ εἰ­δι­κό, για­τί οἱ γο­νεῖς ἂν τὸ ἀν­τι­λαμ­βά­νον­ταν θὰ εἴ­χα­με κο­πε­τούς, τοῦ τύ­που «τὸ κα­η­μέ­νο το κο­ρι­τσά­κι μας τί τοῦ ‘­μέλ­λε νὰ πά­θει». Νό­στι­μος ὁ νευ­ρο­λό­γος, δὲν λέ­ω. Εἶ­χε κά­νει κι ἕ­να ἀ­κα­τα­λα­βί­στι­κο με­τα­δι­δα­κτο­ρι­κὸ στὸ ἐ­ξω­τε­ρι­κό. Ξε­κί­νη­σε παίρ­νον­τας τὸ ἱ­στο­ρι­κό μου. Μᾶλ­λον δὲν ἀν­τι­λή­φθη­κε ἐ­ξαρ­χῆς τὴν ἡ­λι­κί­α μου καὶ τὸ ἕ­να Α4 δὲν τοῦ ἔ­φτα­σε. Ση­κώ­θη­κε νὰ φέ­ρει καὶ δεύ­τε­ρο. Τὸ πιὸ ση­μαν­τι­κὸ ἦ­ταν ὅ­τι ἔ­γι­νε μάρ­τυ­ρας μιᾶς κρί­σης τῶν ἀλ­λό­κο­των δαχτύ­λων μου. Προ­σπά­θη­σε νὰ τὰ στα­μα­τή­σει. Μά­ται­α. Ἐ­κεῖ­να ἠ­ρέ­μη­σαν με­τὰ ἀ­πὸ μιὰ σύν­το­μη, εὐ­τυ­χῶς, φούγ­κα τοῦ Μπάχ. Αὐ­τό, βέ­βαι­α, τὸ ἤ­ξε­ρα μό­νο ἐ­γώ. Ὁ για­τρὸς ἀ­πέ­μει­νε μ’ ἔκ­πλη­κτο βλέμ­μα καὶ στοι­χη­μα­τί­ζω ὅ­τι ἐ­κεί­νη τὴ στιγ­μὴ ἦ­ταν ἕ­τοι­μος νὰ σκί­σει τὰ πτυ­χί­α του.

        Ἐ­γὼ πά­λι εἶ­χα τὸν κα­η­μό μου. Δὲν ἔ­φτα­νε ποὺ ἔ­χα­να «τὸ τρέ­νο τῆς ζω­ῆς», εἶ­χα ν’ ἀν­τι­με­τω­πί­σω καὶ τὸ ἀλ­λό­κο­το αὐ­τὸ συμ­βὰν ποὺ μ’ ἔ­κα­νε νὰ κλεί­νο­μαι ἀ­κό­μα πε­ρισ­σό­τε­ρο στὸν ἑ­αυ­τό μου καὶ νὰ μει­ώ­νω τὶς πι­θα­νό­τη­τες γιὰ μιὰ σχέ­ση. Νά, ὁ νευ­ρο­λό­γος, ἄς ποῦ­με. Στὴν ἀρ­χή, ἦ­ταν εὐ­γε­νι­κὸς καὶ δι­α­χυ­τι­κός. Με­τὰ τὴν κρί­ση τῶν δα­χτύ­λων, μὲ κοί­τα­ζε πα­ρά­ξε­να καὶ εἶ­χα τὴν αἴ­σθη­ση πὼς ἤ­θε­λε νὰ μὲ ξε­φορ­τω­θεῖ. Φεύ­γον­τας, μοῦ ἔ­δω­σε δυ­ὸ εἰ­δῶν χά­πια: ἠ­ρε­μι­στι­κὰ καὶ μυ­ο­χα­λα­ρω­τι­κά. Δὲν ξα­να­πῆ­γα.

        Τὴ λύ­ση τὴν βρῆ­κα μό­νη μου, τυ­χαῖ­α. Ἔ­κα­νε τσου­χτε­ρὸ κρύ­ο καὶ φό­ρε­σα γιὰ πρώ­τη φο­ρὰ ἐ­κεί­νη τὴ χρο­νιὰ γάν­τια. Πέ­ρα­σε ὁ­λό­κλη­ρο τὸ πρω­ι­νὸ χω­ρὶς νὰ ἐ­κτε­λέ­σουν τ’ ἀλ­λό­κο­τα δά­χτυ­λά μου κά­ποι­ο μου­σι­κὸ ἔρ­γο. Ὅ­ταν ὅ­μως ἔ­βγα­λα τὰ γάν­τια, τὰ ἀν­τι­λή­φθη­κα νὰ λυ­γί­ζουν καὶ νὰ τεν­τώ­νον­ται σὲ μιὰ προ­ε­τοι­μα­σί­α βιρ­του­ό­ζι­κης ἐ­κτέ­λε­σης. Τὰ πρό­λα­βα ξα­να­φο­ρών­τας τὰ γάν­τια. Αὐ­τὸ ἦ­ταν. Κα­μί­α κί­νη­ση. Κοι­μή­θη­κα ἔ­τσι ἀ­κό­μα καὶ τὸ βρά­δυ. Τὴν ἄλ­λη μέ­ρα προ­μη­θεύ­τη­κα γάν­τια ὅ­λων των εἰ­δῶν: μάλ­λι­να, βαμ­βα­κε­ρά, σα­τέν, δερ­μά­τι­να, πλα­στι­κὰ καὶ τῆς μιᾶς χρή­σης. Δὲν εἶ­χα σκο­πὸ νὰ τὸ ἀ­φή­σω νὰ μοῦ ξα­να­συμ­βεῖ. Θὰ ἔ­παι­ζα μό­νο σὲ πιά­νο κι ὄ­χι στὸν ἀ­έ­ρα.

        Ὁ Λου­κᾶς μὲ γνώ­ρι­σε νὰ φο­ρά­ω τὰ γάν­τια μου καὶ νὰ πί­νω κα­φέ. Τὸ θε­ώ­ρη­σε πο­λὺ σὶκ καὶ θέ­λη­σε νὰ ξα­να­βρε­θοῦ­με. Τὴν ἑ­πό­με­νη φο­ρὰ δὲν κρα­τή­θη­κε καὶ μὲ ρώ­τη­σε ἂν ἡ ἐμ­μο­νή μου μὲ τὰ γάν­τια εἶ­ναι κά­τι σὰν μό­δα ἢ ἔ­χω κά­ποι­ο πρό­βλη­μα στὰ χέ­ρια. Τὰ ἔ­βγα­λα, λοι­πόν, καὶ ὕ­στε­ρα ἀ­πὸ λί­γο τὰ μα­κριὰ μυ­ώ­δη δά­χτυ­λα πῆ­ραν θέ­ση στὸ τρα­πέ­ζι, κι ἀ­π’ ὅ­σο κα­τά­λα­βα ἀ­πὸ τὴν ἔ­ναρ­ξη καὶ τὰ με­γά­λα ἀρ­πὲζ τοῦ ἀ­ρι­στε­ροῦ χε­ριοῦ, ἦ­ταν ἡ σο­νά­τα «ὑ­πὸ τὸ σε­λη­νό­φως» τοῦ Μπε­τό­βεν. Ὁ Λου­κᾶς στὴν ἀρ­χὴ νό­μι­ζε ὅ­τι ἀ­στει­εύ­ο­μαι. Ἔ­βλε­πε ὅ­μως ὅ­τι δὲν στα­μα­τοῦ­σα, κι ἄρ­χι­σε νὰ κοι­τά­ζει γύ­ρω του σα­στι­σμέ­νος. Τέ­λος, θυ­μή­θη­κε μιὰ ση­μαν­τι­κὴ δου­λειὰ ποὺ ἔ­πρε­πε νὰ κά­νει κι ἔ­φυ­γε τρέ­χον­τας.

        Μὲ τὰ χρό­νια συ­νή­θι­σα τὰ γάν­τια καὶ ξέ­χα­σα τ’ ἀλ­λό­κο­τα δά­χτυ­λα. Σὲ για­τροὺς δὲν ξα­να­πῆ­γα, ἔ­φτα­σα πε­νήν­τα χρό­νων καὶ ζῶ μό­νη μου. Ἐρ­γά­ζο­μαι ὡς μου­σι­κὸς καὶ δὲν εἶ­ναι λί­γες οἱ φο­ρὲς ποὺ σὲ κον­τσέρ­τα καὶ συ­ναυ­λί­ες ἀ­να­τρέ­χω στὴ μου­σι­κὴ βι­βλι­ο­θή­κη τοῦ μυα­λοῦ μου, βρί­σκω τὰ πρὸς ἐ­κτέ­λε­ση ἔρ­γα καὶ βά­ζω στὴν κυ­ρι­ο­λε­ξί­α τὸν αὐ­τό­μα­το πι­λό­το. Τὰ δά­χτυ­λα τῶν χε­ρι­ῶν μου, ὅ­ταν ἀ­παλ­λάσ­σον­ται ἀ­π’ τὰ γάν­τια, με­γα­λουρ­γοῦν κι ὅ­λοι μὲ θε­ω­ροῦν μιὰ με­γά­λη σο­λί­στ μὲ ἐ­ξαι­ρε­τι­κὸ τα­λέν­το. Ἡ σο­λί­στ «μὲ τὸ γάν­τι».



Πη­γή: Ζω­ὲς σὲ ἀ­να­δί­πλω­ση (δι­η­γή­μα­τα, ἔκδ. Γα­βρι­η­λί­δης, 2014)

Λί­να Βα­λε­το­πού­λου (Βό­λος). Σπού­δα­σε κλα­σι­κὴ φι­λο­λο­γί­α στὸ Πα­νε­πι­στή­μιο Ἀ­θη­νῶν καὶ εἶ­ναι δι­πλω­μα­τοῦ­χος πιά­νου. Ἐρ­γά­στη­κε στὴν Πρω­το­βάθ­μια Ἐκ­παί­δευ­ση ὡς κα­θη­γή­τρια μου­σι­κῆς. Ἔ­χει κά­νει σπου­δὲς στὸ Με­τα­πτυ­χια­κὸ Δη­μι­ουρ­γι­κῆς Γρα­φῆς τοῦ Πα­νε­πι­στη­μί­ου Δυ­τι­κῆς Μα­κε­δο­νί­ας. Γνω­ρί­ζει ἀγ­γλι­κά, γαλ­λι­κὰ καὶ ἰ­τα­λι­κά. Δι­η­γή­μα­τά της δη­μο­σι­εύ­τη­καν στὴ συλ­λο­γι­κὴ ἔκ­δο­ση «Ὁ­δὸς Δη­μι­ουρ­γι­κῆς Γρα­φῆς 2» (ἔκδ. Ὀ­σε­λό­τος, Ἀ­θή­να 2013), καὶ ἀλλοῦ.


Advertisements

Λίνα Βαλετοπούλου: Ἀσπρόμαυρο ριγέ

.

CF86CE~1

.

Λίνα Βαλετοπούλου

.

Ἀσπρόμαυρο ριγέ

.

10-Taph-Chronica_Polonorum_T

ΟΥΣ ΒΡΗΚΑ ΣΤΟ ΠΙΣΩ ΔΩΜΑΤΙΟ μα­ζὶ μὲ τὴ μη­τέ­ρα. Ὁ πα­τέ­ρας φο­ροῦ­σε μιὰ μπλού­ζα μέ­χρι τὰ γό­να­τα, ἄ­σπρη μὲ μαῦ­ρες ρί­γες. Ἐ­κεί­νη τὴν ὥ­ρα ἡ μη­τέ­ρα μου τῆς κάρ­φω­νε τὰ μα­νί­κια. Στὸ τρα­πέ­ζι πα­ρα­δί­πλα ἦ­ταν ριγ­μέ­νο καὶ τὸ παν­τε­λό­νι ἀ­π’ τὸ ἴ­διο ὕ­φα­σμα. Γύ­ρι­σαν ταυ­τό­χρο­να καὶ μὲ εἶ­δαν στὸ ἄ­νοιγ­μα τῆς πόρ­τας. «Ὁ μπαμ­πὰς ἑ­τοι­μά­ζε­ται. Ὅ­που νὰ ’­ναι θὰ μπεῖ στὴ φυ­λα­κή!» ἀ­να­κοί­νω­σε σο­βα­ρὴ ἡ μη­τέ­ρα.

       Ἔ­τσι μπό­ρε­σα νὰ κα­τα­λά­βω ὅ­σα γί­νον­ταν ὅ­λο αὐ­τὸ τὸ δι­ά­στη­μα. Ἡ μη­τέ­ρα μου μά­ζευ­ε ροῦ­χα, ἀλ­λα­ξι­ές, κάλ­τσες καὶ πα­πού­τσια, μὲ ἀ­πο­κο­ρύ­φω­μα τὴν ἀ­σπρό­μαυ­ρη ρι­γὲ στο­λὴ ποὺ τὴν ἔ­ρα­βε μό­νη της. Ὅ­πως δή­λω­σε ἀρ­γό­τε­ρα ἦ­ταν τὸ δῶ­ρο της στὸν πα­τέ­ρα μου ποὺ πῆ­ρε αὐ­τὴν τὴν τό­σο τι­μη­τι­κὴ ἀ­πό­φα­ση γιὰ τὴν οἰ­κο­γέ­νειά μας. Εἶ­χε βά­λει στό­χο νὰ εἶ­ναι ὁ πιὸ κα­λον­τυ­μέ­νος καὶ φρον­τι­σμέ­νος φυ­λα­κι­σμέ­νος ὅ­λων τῶν ἐ­πο­χῶν.

       Ἀ­πὸ τὴν ἄλ­λη ὁ πα­τέ­ρας μου ζοῦ­σε μέ­σα στὴν ἀ­δη­μο­νί­α κά­νον­τας πα­ράλ­λη­λα τὶς ἀ­πα­ραί­τη­τες ἐ­νέρ­γει­ες. Ἄ­φη­σε ἀ­πλή­ρω­τη στὴν ἐ­φο­ρί­α ὀ­φει­λὴ 10.000 εὐ­ρὼ καὶ τὶς ἕ­ξι τε­λευ­ταῖ­ες δό­σεις τοῦ στε­γα­στι­κοῦ. Ἔ­κα­νε δη­λα­δὴ ὅ­τι μπο­ροῦ­σε γιὰ νὰ προ­κα­λέ­σει τὶς ἀρ­χές, νὰ τὸν ἐν­το­πί­σουν καὶ νὰ τὸν συλ­λά­βουν. Καὶ δὲν ἐν­νο­ῶ βα­ριὰ ποι­νι­κὰ ἀ­δι­κή­μα­τα ἀλ­λὰ ἐ­νέρ­γει­ες ποὺ σὲ κά­θε κρά­τος εὐ­νο­μού­με­νο κι­νη­το­ποι­οῦν τὸ δι­κα­στι­κὸ μη­χα­νι­σμό.

       Ὁ λό­γος ποὺ πῆ­ρε αὐ­τὴ τὴν ἀ­πό­φα­ση ἦ­ταν ἕ­νας: κοι­νω­νι­κὴ κα­τα­ξί­ω­ση. Ἐ­κεῖ­νο τὸ χρο­νι­κὸ δι­ά­στη­μα στὶς φυ­λα­κὲς βρί­σκον­ταν ἄν­θρω­ποι τῆς πο­λι­τι­κῆς, τῆς οἰ­κο­νο­μί­ας, πρώ­ην ὑ­πουρ­γοί, οἱ σύμ­βου­λοί τους, δή­μαρ­χοι ἀλ­λὰ καὶ ἄ­το­μα ἀ­πὸ τὸ χῶ­ρο τῆς σό­ου μπὶζ καὶ τῆς μό­δας. Οἱ φυ­λα­κὲς εἶ­χαν γί­νει τό­πος κοι­νω­νι­κῆς δι­κτύ­ω­σης. Τὰ κε­λιὰ με­τα­τρά­πη­καν σὲ γρα­φεῖ­α καὶ σ’ αὐ­τὰ σύν­δε­σαν φὰξ κι ὑ­πο­λο­γι­στές. Μέ­χρι καὶ στα­θε­ρὴ γραμ­μὴ τη­λε­φώ­νου εἶ­χαν οἱ κρα­τού­με­νοι νὰ κά­νουν τὴ δου­λειά τους. Ἑ­πό­με­νο ἦ­ταν νὰ ἐ­πι­δι­ώ­κουν ὅ­λοι μιὰ θέ­ση καὶ πο­λὺ πε­ρισ­σό­τε­ρο ὁ πα­τέ­ρας μου ποὺ ἦ­ταν πάν­τα μέ­σα στὰ πράγ­μα­τα.

       Ἕ­να με­ση­μέ­ρι ποὺ γύ­ρι­σα ἀ­πὸ τὸ σχο­λεῖ­ο, δι­α­πί­στω­σα ὅ­τι λεί­πει ἀ­πὸ τὸν κα­λό­γε­ρο ἡ μπὲζ καμ­παρ­ντί­να τοῦ πα­τέ­ρα. Πέ­τα­ξα πέ­ρα τὴν τσάν­τα κι ἔ­τρε­ξα στὸ πί­σω δω­μά­τιο. Ἔ­λει­πε καὶ ἡ ἀ­σπρό­μαυ­ρη ρι­γὲ στο­λή. «Ἐ­πι­τέ­λους θὰ ἔ­χου­με ἕ­ναν ἄν­θρω­πο δι­κό μας σὲ ἀ­ξι­ό­λο­γη θέ­ση» τό­νι­σε ἡ μη­τέ­ρα καὶ τὰ μά­τια της ἔ­λαμ­ψαν. Ὅ­σο κι ἂν ἔ­ψα­ξα στὰ κα­νά­λια δὲν μπό­ρε­σα ν’ ἀ­να­κα­λύ­ψω στιγ­μι­ό­τυ­πα τῆς σύλ­λη­ψης. Ἀ­πο­γο­η­τεύ­θη­κα. Ἔ­φτια­χνα μό­νος μου εἰ­κό­νες μὲ τὸν πα­τέ­ρα σο­βα­ρὸ νὰ ὑ­πο­βα­στά­ζε­ται ἀ­πὸ τοὺς εἰ­δι­κοὺς φρου­ροὺς καὶ νὰ ἔ­χει μπρο­στὰ του κρε­μα­σμέ­νη τὴν μπὲζ καμ­παρ­ντί­να. Ἄν­θρω­ποι νὰ τρέ­χουν δε­ξιὰ κι ἀ­ρι­στε­ρά, κα­νά­λια κι ἀν­τα­πο­κρί­σεις, μὲ ἀ­πο­κο­ρύ­φω­μα τὴν ἄ­νο­δό του στὸ γκρὶ μπλὲ ποῦλ­μαν τῆς ἀ­στυ­νο­μί­ας καὶ τὴν ἀ­να­χώ­ρη­σή του γιὰ τὸν τό­πο κρά­τη­σης.

       – Ἀ­λή­θεια, σὲ ποι­ὲς φυ­λα­κὲς εἶ­ναι ὁ μπαμ­πάς;

       – Δὲν ξέ­ρου­με ἀ­κό­μα. Ἐλ­πί­ζω στὶς κα­λύ­τε­ρες, στὶς φυ­λα­κὲς Κο­ρυ­δαλ­λοῦ! ἀ­πάν­τη­σε ἡ μη­τέ­ρα μου.

       Οἱ ἑ­πό­με­νες μέ­ρες πέ­ρα­σαν ἀρ­γὰ καὶ κά­πως κα­τα­θλι­πτι­κά. Τὴν χα­ρὰ γιὰ τὴ σύλ­λη­ψη δι­α­δέ­χτη­καν ἡ ἀ­γω­νί­α κι ὁ προ­βλη­μα­τι­σμὸς γιὰ τὴν τύ­χη τοῦ πα­τέ­ρα. Δὲν εἴ­χα­με νέ­α του. Θὰ ἔ­πρε­πε νὰ ἔ­χει ἤ­δη τα­κτο­ποι­η­θεῖ στὸ κε­λὶ μὲ τὰ τη­λέ­φω­να καὶ τὰ φὰξ καὶ νὰ ἔ­χει ἐ­πι­κοι­νω­νή­σει μα­ζί μας. Ὅ­σους κι ἂν ἐ­νό­χλη­σε ἡ μη­τέ­ρα μου δὲν κα­τά­φε­ρε νὰ μά­θει ποὺ βρί­σκε­ται. Καὶ σὰν νὰ μὴν ἔ­φτα­νε αὐ­τό, κα­θη­με­ρι­νὰ χτυ­ποῦ­σαν τὴν πόρ­τα κύ­ριοι μὲ κου­στού­μια καὶ χαρ­το­φύ­λα­κες καὶ ζη­τοῦ­σαν νὰ πλη­ρω­θοῦν τὰ χρέ­η, ἀλ­λι­ῶς μᾶς ἀ­πει­λοῦ­σαν μ’ ἔ­ξω­ση ἀ­πὸ τὸ σπί­τι.

       Ὅ­σα κι ἂν συ­νέ­βαι­ναν δὲν ἔ­χα­να τὴν πί­στη μου στὶς ἱ­κα­νό­τη­τες τοῦ πα­τέ­ρα. Σί­γου­ρα ἤ­ξε­ρε τί νὰ κά­νει ἀ­πὸ ’­κει ποὺ βρι­σκό­ταν. Ἦ­ταν θέ­μα χρό­νου. Ἡ μη­τέ­ρα πά­λι στα­μά­τη­σε νὰ κά­νει ἀ­πο­γευ­μα­τι­νὰ καὶ νὰ κερ­νά­ει κα­φὲ τὶς φί­λες της γιὰ τὸ χαρ­μό­συ­νο γε­γο­νός. Κά­θε μέ­ρα ποὺ περ­νοῦ­σε ἦ­ταν καὶ πιὸ σκε­πτι­κὴ ὥ­σπου ἕ­να με­ση­μέ­ρι τὴν βρῆ­κα νὰ πα­κε­τά­ρει τὰ πράγ­μα­τά μας καὶ νὰ στοι­βά­ζει τὶς βα­λί­τσες καὶ τὶς κοῦ­τες σ’ ἕ­να φορ­τη­γό. Τὴν ἀ­κο­λού­θη­σα ἀ­μί­λη­τος.

       Λί­γες μέ­ρες με­τὰ τὴν με­τα­κό­μι­ση στὸ νέ­ο μας μι­κρό, πο­λὺ μι­κρὸ δι­α­μέ­ρι­σμα, τὴν ἄ­κου­σα νὰ μι­λά­ει στὸ τη­λέ­φω­νο. Ἦ­ταν προ­σποι­η­τὰ χα­ρού­με­νη καὶ τὰ χεί­λη της σχη­μά­τι­ζαν μιὰ πα­γω­μέ­νη γραμ­μὴ ἐν εἴ­δῃ χα­μό­γε­λου. Ὁ πα­τέ­ρας τῆς ἀ­να­κοί­νω­νε τὰ νέ­α. Ἔ­φευ­γε γιὰ τὶς ἀ­γρο­τι­κὲς φυ­λα­κὲς κά­που στὴ Θεσ­σα­λί­α. Ὁ Κο­ρυ­δαλ­λὸς ἦ­ταν γε­μά­τος, δὲν εἶ­χε οὔ­τε ράν­τζο πε­ρισ­σευ­ού­με­νο. Τέ­λος, τῆς εἶ­πε, νὰ μὴν ἀ­νη­συ­χεῖ γιὰ ἐ­κεῖ­νον καὶ νὰ τοῦ ἔ­χει ἐμ­πι­στο­σύ­νη ὅ­τι θὰ κά­νει τὸ κα­λύ­τε­ρο γιὰ τὸ παι­δί, δη­λα­δὴ ἐ­μέ­να.

       Ἐ­κεῖ­νο τὸ πρω­ι­νὸ ἀ­συ­νή­θι­στη ἡ­συ­χί­α ἔ­πε­σε στὴν αἴ­θου­σα. Ὅ­λοι οἱ συμ­μα­θη­τές μου ἔ­ρι­χναν κλε­φτὲς μα­τι­ές. Τὸ ἴ­διο καὶ ἡ δα­σκά­λα Δὲν ἔ­δω­σα ση­μα­σί­α, ἀ­γου­ρο­ξυ­πνη­μέ­νος κα­θὼς ἤ­μουν, κι ἄ­νοι­ξα τὰ τε­τρά­δια καὶ τὰ βι­βλί­α δι­ά­πλα­τα πά­νω στὸ θρα­νί­ο. Ἡ πόρ­τα χτύ­πη­σε. Μὲ κά­λε­σαν στὸ γρα­φεῖ­ο τοῦ δι­ευ­θυν­τῆ. Ἔ­πρε­πε νὰ μα­ζέ­ψω τὰ πράγ­μα­τά μου καὶ νὰ φύ­γω γιὰ τὸ σπί­τι. Ὁ πα­τέ­ρας μου δὲν ζοῦ­σε πιά. Ἀ­να­κο­πή. Μα­ζὶ μὲ τὴ σω­ρό μᾶς ἔ­φε­ραν καὶ τὴν ἀ­σπρό­μαυ­ρη ρι­γὲ στο­λὴ καὶ τὴν βά­λα­με κα­λο­δι­πλω­μέ­νη στὰ πό­δια του.

.

Bonsai-03c-GiaIstologio-04.

Πηγή: Πρώτη δημοσίευση.

Λίνα Βαλετοπούλου (Βόλος, 1968). Ζεῖ στὴ Λάρισα. Σπούδασε κλασικὴ φιλολογία καὶ εἶναι διπλωματοῦχος πιάνου. Ἐργάστηκε πάνω ἀπὸ εἰκοσαετία στὴν ἐκπαίδευση ὡς μουσικός. Τώρα φοιτᾶ στὸ Μεταπτυχιακὸ Δημιουργικῆς Γραφῆς τοῦ Πανεπιστημίου Δυτικῆς Μακεδονίας στὴ Φλώρινα. Δημοσίευσε δέκα διηγήματά της στὴ συλλογικὴ ἔκδοση «Ὁδὸς Δημιουργικῆς Γραφῆς 2» (ἔκδ.Ὀσελότος, Ἀθήνα 2013).

Πίνακας: Φλώρα Καραβία