Λίνα Βαλετοπούλου: Ἀσπρόμαυρο ριγέ

.

CF86CE~1

.

Λίνα Βαλετοπούλου

.

Ἀσπρόμαυρο ριγέ

.

10-Taph-Chronica_Polonorum_T

ΟΥΣ ΒΡΗΚΑ ΣΤΟ ΠΙΣΩ ΔΩΜΑΤΙΟ μα­ζὶ μὲ τὴ μη­τέ­ρα. Ὁ πα­τέ­ρας φο­ροῦ­σε μιὰ μπλού­ζα μέ­χρι τὰ γό­να­τα, ἄ­σπρη μὲ μαῦ­ρες ρί­γες. Ἐ­κεί­νη τὴν ὥ­ρα ἡ μη­τέ­ρα μου τῆς κάρ­φω­νε τὰ μα­νί­κια. Στὸ τρα­πέ­ζι πα­ρα­δί­πλα ἦ­ταν ριγ­μέ­νο καὶ τὸ παν­τε­λό­νι ἀ­π’ τὸ ἴ­διο ὕ­φα­σμα. Γύ­ρι­σαν ταυ­τό­χρο­να καὶ μὲ εἶ­δαν στὸ ἄ­νοιγ­μα τῆς πόρ­τας. «Ὁ μπαμ­πὰς ἑ­τοι­μά­ζε­ται. Ὅ­που νὰ ’­ναι θὰ μπεῖ στὴ φυ­λα­κή!» ἀ­να­κοί­νω­σε σο­βα­ρὴ ἡ μη­τέ­ρα.

       Ἔ­τσι μπό­ρε­σα νὰ κα­τα­λά­βω ὅ­σα γί­νον­ταν ὅ­λο αὐ­τὸ τὸ δι­ά­στη­μα. Ἡ μη­τέ­ρα μου μά­ζευ­ε ροῦ­χα, ἀλ­λα­ξι­ές, κάλ­τσες καὶ πα­πού­τσια, μὲ ἀ­πο­κο­ρύ­φω­μα τὴν ἀ­σπρό­μαυ­ρη ρι­γὲ στο­λὴ ποὺ τὴν ἔ­ρα­βε μό­νη της. Ὅ­πως δή­λω­σε ἀρ­γό­τε­ρα ἦ­ταν τὸ δῶ­ρο της στὸν πα­τέ­ρα μου ποὺ πῆ­ρε αὐ­τὴν τὴν τό­σο τι­μη­τι­κὴ ἀ­πό­φα­ση γιὰ τὴν οἰ­κο­γέ­νειά μας. Εἶ­χε βά­λει στό­χο νὰ εἶ­ναι ὁ πιὸ κα­λον­τυ­μέ­νος καὶ φρον­τι­σμέ­νος φυ­λα­κι­σμέ­νος ὅ­λων τῶν ἐ­πο­χῶν.

       Ἀ­πὸ τὴν ἄλ­λη ὁ πα­τέ­ρας μου ζοῦ­σε μέ­σα στὴν ἀ­δη­μο­νί­α κά­νον­τας πα­ράλ­λη­λα τὶς ἀ­πα­ραί­τη­τες ἐ­νέρ­γει­ες. Ἄ­φη­σε ἀ­πλή­ρω­τη στὴν ἐ­φο­ρί­α ὀ­φει­λὴ 10.000 εὐ­ρὼ καὶ τὶς ἕ­ξι τε­λευ­ταῖ­ες δό­σεις τοῦ στε­γα­στι­κοῦ. Ἔ­κα­νε δη­λα­δὴ ὅ­τι μπο­ροῦ­σε γιὰ νὰ προ­κα­λέ­σει τὶς ἀρ­χές, νὰ τὸν ἐν­το­πί­σουν καὶ νὰ τὸν συλ­λά­βουν. Καὶ δὲν ἐν­νο­ῶ βα­ριὰ ποι­νι­κὰ ἀ­δι­κή­μα­τα ἀλ­λὰ ἐ­νέρ­γει­ες ποὺ σὲ κά­θε κρά­τος εὐ­νο­μού­με­νο κι­νη­το­ποι­οῦν τὸ δι­κα­στι­κὸ μη­χα­νι­σμό.

       Ὁ λό­γος ποὺ πῆ­ρε αὐ­τὴ τὴν ἀ­πό­φα­ση ἦ­ταν ἕ­νας: κοι­νω­νι­κὴ κα­τα­ξί­ω­ση. Ἐ­κεῖ­νο τὸ χρο­νι­κὸ δι­ά­στη­μα στὶς φυ­λα­κὲς βρί­σκον­ταν ἄν­θρω­ποι τῆς πο­λι­τι­κῆς, τῆς οἰ­κο­νο­μί­ας, πρώ­ην ὑ­πουρ­γοί, οἱ σύμ­βου­λοί τους, δή­μαρ­χοι ἀλ­λὰ καὶ ἄ­το­μα ἀ­πὸ τὸ χῶ­ρο τῆς σό­ου μπὶζ καὶ τῆς μό­δας. Οἱ φυ­λα­κὲς εἶ­χαν γί­νει τό­πος κοι­νω­νι­κῆς δι­κτύ­ω­σης. Τὰ κε­λιὰ με­τα­τρά­πη­καν σὲ γρα­φεῖ­α καὶ σ’ αὐ­τὰ σύν­δε­σαν φὰξ κι ὑ­πο­λο­γι­στές. Μέ­χρι καὶ στα­θε­ρὴ γραμ­μὴ τη­λε­φώ­νου εἶ­χαν οἱ κρα­τού­με­νοι νὰ κά­νουν τὴ δου­λειά τους. Ἑ­πό­με­νο ἦ­ταν νὰ ἐ­πι­δι­ώ­κουν ὅ­λοι μιὰ θέ­ση καὶ πο­λὺ πε­ρισ­σό­τε­ρο ὁ πα­τέ­ρας μου ποὺ ἦ­ταν πάν­τα μέ­σα στὰ πράγ­μα­τα.

       Ἕ­να με­ση­μέ­ρι ποὺ γύ­ρι­σα ἀ­πὸ τὸ σχο­λεῖ­ο, δι­α­πί­στω­σα ὅ­τι λεί­πει ἀ­πὸ τὸν κα­λό­γε­ρο ἡ μπὲζ καμ­παρ­ντί­να τοῦ πα­τέ­ρα. Πέ­τα­ξα πέ­ρα τὴν τσάν­τα κι ἔ­τρε­ξα στὸ πί­σω δω­μά­τιο. Ἔ­λει­πε καὶ ἡ ἀ­σπρό­μαυ­ρη ρι­γὲ στο­λή. «Ἐ­πι­τέ­λους θὰ ἔ­χου­με ἕ­ναν ἄν­θρω­πο δι­κό μας σὲ ἀ­ξι­ό­λο­γη θέ­ση» τό­νι­σε ἡ μη­τέ­ρα καὶ τὰ μά­τια της ἔ­λαμ­ψαν. Ὅ­σο κι ἂν ἔ­ψα­ξα στὰ κα­νά­λια δὲν μπό­ρε­σα ν’ ἀ­να­κα­λύ­ψω στιγ­μι­ό­τυ­πα τῆς σύλ­λη­ψης. Ἀ­πο­γο­η­τεύ­θη­κα. Ἔ­φτια­χνα μό­νος μου εἰ­κό­νες μὲ τὸν πα­τέ­ρα σο­βα­ρὸ νὰ ὑ­πο­βα­στά­ζε­ται ἀ­πὸ τοὺς εἰ­δι­κοὺς φρου­ροὺς καὶ νὰ ἔ­χει μπρο­στὰ του κρε­μα­σμέ­νη τὴν μπὲζ καμ­παρ­ντί­να. Ἄν­θρω­ποι νὰ τρέ­χουν δε­ξιὰ κι ἀ­ρι­στε­ρά, κα­νά­λια κι ἀν­τα­πο­κρί­σεις, μὲ ἀ­πο­κο­ρύ­φω­μα τὴν ἄ­νο­δό του στὸ γκρὶ μπλὲ ποῦλ­μαν τῆς ἀ­στυ­νο­μί­ας καὶ τὴν ἀ­να­χώ­ρη­σή του γιὰ τὸν τό­πο κρά­τη­σης.

       – Ἀ­λή­θεια, σὲ ποι­ὲς φυ­λα­κὲς εἶ­ναι ὁ μπαμ­πάς;

       – Δὲν ξέ­ρου­με ἀ­κό­μα. Ἐλ­πί­ζω στὶς κα­λύ­τε­ρες, στὶς φυ­λα­κὲς Κο­ρυ­δαλ­λοῦ! ἀ­πάν­τη­σε ἡ μη­τέ­ρα μου.

       Οἱ ἑ­πό­με­νες μέ­ρες πέ­ρα­σαν ἀρ­γὰ καὶ κά­πως κα­τα­θλι­πτι­κά. Τὴν χα­ρὰ γιὰ τὴ σύλ­λη­ψη δι­α­δέ­χτη­καν ἡ ἀ­γω­νί­α κι ὁ προ­βλη­μα­τι­σμὸς γιὰ τὴν τύ­χη τοῦ πα­τέ­ρα. Δὲν εἴ­χα­με νέ­α του. Θὰ ἔ­πρε­πε νὰ ἔ­χει ἤ­δη τα­κτο­ποι­η­θεῖ στὸ κε­λὶ μὲ τὰ τη­λέ­φω­να καὶ τὰ φὰξ καὶ νὰ ἔ­χει ἐ­πι­κοι­νω­νή­σει μα­ζί μας. Ὅ­σους κι ἂν ἐ­νό­χλη­σε ἡ μη­τέ­ρα μου δὲν κα­τά­φε­ρε νὰ μά­θει ποὺ βρί­σκε­ται. Καὶ σὰν νὰ μὴν ἔ­φτα­νε αὐ­τό, κα­θη­με­ρι­νὰ χτυ­ποῦ­σαν τὴν πόρ­τα κύ­ριοι μὲ κου­στού­μια καὶ χαρ­το­φύ­λα­κες καὶ ζη­τοῦ­σαν νὰ πλη­ρω­θοῦν τὰ χρέ­η, ἀλ­λι­ῶς μᾶς ἀ­πει­λοῦ­σαν μ’ ἔ­ξω­ση ἀ­πὸ τὸ σπί­τι.

       Ὅ­σα κι ἂν συ­νέ­βαι­ναν δὲν ἔ­χα­να τὴν πί­στη μου στὶς ἱ­κα­νό­τη­τες τοῦ πα­τέ­ρα. Σί­γου­ρα ἤ­ξε­ρε τί νὰ κά­νει ἀ­πὸ ’­κει ποὺ βρι­σκό­ταν. Ἦ­ταν θέ­μα χρό­νου. Ἡ μη­τέ­ρα πά­λι στα­μά­τη­σε νὰ κά­νει ἀ­πο­γευ­μα­τι­νὰ καὶ νὰ κερ­νά­ει κα­φὲ τὶς φί­λες της γιὰ τὸ χαρ­μό­συ­νο γε­γο­νός. Κά­θε μέ­ρα ποὺ περ­νοῦ­σε ἦ­ταν καὶ πιὸ σκε­πτι­κὴ ὥ­σπου ἕ­να με­ση­μέ­ρι τὴν βρῆ­κα νὰ πα­κε­τά­ρει τὰ πράγ­μα­τά μας καὶ νὰ στοι­βά­ζει τὶς βα­λί­τσες καὶ τὶς κοῦ­τες σ’ ἕ­να φορ­τη­γό. Τὴν ἀ­κο­λού­θη­σα ἀ­μί­λη­τος.

       Λί­γες μέ­ρες με­τὰ τὴν με­τα­κό­μι­ση στὸ νέ­ο μας μι­κρό, πο­λὺ μι­κρὸ δι­α­μέ­ρι­σμα, τὴν ἄ­κου­σα νὰ μι­λά­ει στὸ τη­λέ­φω­νο. Ἦ­ταν προ­σποι­η­τὰ χα­ρού­με­νη καὶ τὰ χεί­λη της σχη­μά­τι­ζαν μιὰ πα­γω­μέ­νη γραμ­μὴ ἐν εἴ­δῃ χα­μό­γε­λου. Ὁ πα­τέ­ρας τῆς ἀ­να­κοί­νω­νε τὰ νέ­α. Ἔ­φευ­γε γιὰ τὶς ἀ­γρο­τι­κὲς φυ­λα­κὲς κά­που στὴ Θεσ­σα­λί­α. Ὁ Κο­ρυ­δαλ­λὸς ἦ­ταν γε­μά­τος, δὲν εἶ­χε οὔ­τε ράν­τζο πε­ρισ­σευ­ού­με­νο. Τέ­λος, τῆς εἶ­πε, νὰ μὴν ἀ­νη­συ­χεῖ γιὰ ἐ­κεῖ­νον καὶ νὰ τοῦ ἔ­χει ἐμ­πι­στο­σύ­νη ὅ­τι θὰ κά­νει τὸ κα­λύ­τε­ρο γιὰ τὸ παι­δί, δη­λα­δὴ ἐ­μέ­να.

       Ἐ­κεῖ­νο τὸ πρω­ι­νὸ ἀ­συ­νή­θι­στη ἡ­συ­χί­α ἔ­πε­σε στὴν αἴ­θου­σα. Ὅ­λοι οἱ συμ­μα­θη­τές μου ἔ­ρι­χναν κλε­φτὲς μα­τι­ές. Τὸ ἴ­διο καὶ ἡ δα­σκά­λα Δὲν ἔ­δω­σα ση­μα­σί­α, ἀ­γου­ρο­ξυ­πνη­μέ­νος κα­θὼς ἤ­μουν, κι ἄ­νοι­ξα τὰ τε­τρά­δια καὶ τὰ βι­βλί­α δι­ά­πλα­τα πά­νω στὸ θρα­νί­ο. Ἡ πόρ­τα χτύ­πη­σε. Μὲ κά­λε­σαν στὸ γρα­φεῖ­ο τοῦ δι­ευ­θυν­τῆ. Ἔ­πρε­πε νὰ μα­ζέ­ψω τὰ πράγ­μα­τά μου καὶ νὰ φύ­γω γιὰ τὸ σπί­τι. Ὁ πα­τέ­ρας μου δὲν ζοῦ­σε πιά. Ἀ­να­κο­πή. Μα­ζὶ μὲ τὴ σω­ρό μᾶς ἔ­φε­ραν καὶ τὴν ἀ­σπρό­μαυ­ρη ρι­γὲ στο­λὴ καὶ τὴν βά­λα­με κα­λο­δι­πλω­μέ­νη στὰ πό­δια του.

.

Bonsai-03c-GiaIstologio-04.

Πηγή: Πρώτη δημοσίευση.

Λίνα Βαλετοπούλου (Βόλος, 1968). Ζεῖ στὴ Λάρισα. Σπούδασε κλασικὴ φιλολογία καὶ εἶναι διπλωματοῦχος πιάνου. Ἐργάστηκε πάνω ἀπὸ εἰκοσαετία στὴν ἐκπαίδευση ὡς μουσικός. Τώρα φοιτᾶ στὸ Μεταπτυχιακὸ Δημιουργικῆς Γραφῆς τοῦ Πανεπιστημίου Δυτικῆς Μακεδονίας στὴ Φλώρινα. Δημοσίευσε δέκα διηγήματά της στὴ συλλογικὴ ἔκδοση «Ὁδὸς Δημιουργικῆς Γραφῆς 2» (ἔκδ.Ὀσελότος, Ἀθήνα 2013).

Πίνακας: Φλώρα Καραβία