Γι­ῶρ­γος Ἀ­πο­σκί­της: Φω­κί­ω­νος



Γι­ῶρ­γος Ἀ­πο­σκί­της


Φω­κί­ω­νος


ΒΡΙΣΚΕΤΑΙ κα­θι­σμέ­νος στὸ ἴ­διο παγ­κά­κι κά­θε σού­ρου­πο καὶ χα­ζεύ­ει τοὺς δι­α­βά­τες, τὰ παι­δά­κια ποὺ παί­ζουν, τὰ κα­ρό­τσια μὲ τὰ ψώ­νια, τοὺς μα­γα­ζά­το­ρες νὰ μα­ζεύ­ουν τὴν πρα­μά­τεια τους. Οἱ πιὸ πολ­λοὶ ἀ­π’ τοὺς φί­λους του εἶ­ναι ἀ­πὸ και­ρὸ πε­θα­μέ­νοι κι αὐ­τοὶ ποὺ ζοῦν σπά­νια βγαί­νουν ἀ­π’ τὰ σπί­τια τους ἢ ἀ­π’ τὸ ἵ­δρυ­μα ὅ­που μέ­νουν, ἀ­δέρ­φια δὲν ἔ­χει καὶ τὰ ἴ­χνη ἐ­κεί­νης τῆς κα­λο­συ­νά­της με­σό­κο­πης γυ­ναί­κας ποὺ τὸν ἐ­πι­σκε­πτό­ταν σὲ τα­κτὰ χρο­νι­κὰ δι­α­στή­μα­τα στὸ δι­α­μέ­ρι­σμά του ἔ­χουν ἀ­νε­ξή­γη­τα χα­θεῖ. Κα­πνί­ζει τὸ τσι­γά­ρο του πα­ρὰ τὴν προ­χω­ρη­μέ­νη του ἡ­λι­κί­α —τοῦ ἀ­ρέ­σει νὰ λέ­ει ψέ­μα­τα πὼς τά­χα δὲν κα­τε­βά­ζει τὸν κα­πνὸ— καὶ συ­χνὰ πυ­κνὰ βγά­ζει τὸ μπλο­κά­κι του ὄ­χι γιὰ νὰ γρά­ψει —πά­ει και­ρὸς ποὺ πιὰ δὲν γρά­φει ποι­ή­μα­τα— μὰ γιὰ νὰ σκι­τσά­ρει πρό­χει­ρα μὲ τὸ μο­λυ­βά­κι κά­τι ποὺ τοῦ τρά­βη­ξε φευ­γα­λέ­α τὸ βλέμ­μα. Οἱ πε­ρα­στι­κοὶ ἐ­πι­τα­χύ­νουν τὸ βῆ­μα τους ἀρ­κε­τὰ μέ­τρα προ­τοῦ τὸν πλη­σιά­σουν —ἴ­σως ἡ ὄ­ψη του ἔ­χει γί­νει ἀλ­λό­κο­τη μὲ τὰ χρό­νια—, μο­νά­χα ὁ­ρι­σμέ­να παι­διά, ἂν στὸ παι­χνί­δι ἐ­πά­νω τύ­χει καὶ βρε­θοῦν κον­τά του, τοῦ χα­μο­γε­λοῦν κι ἐ­κεῖ­νος ἀ­νοί­γει τὸ τε­τρα­διά­κι του, σκί­ζει μιὰ σε­λί­δα στὴν τύ­χη καὶ τοὺς χα­ρί­ζει —ἀν­τα­πο­δί­δον­τας τὸ χα­μό­γε­λο— κά­ποι­ο ἀ­πὸ τὰ τε­λευ­ταῖ­α σκα­ρι­φή­μα­τά του. Μὲ τὸ ποὺ πέ­σει ἡ νύ­χτα, σμῆ­νος που­λιὰ πε­τᾶ­νε πά­νω ἀ­π’ τὸ κε­φά­λι του ὥ­ρα πολ­λή, θαρ­ρεῖς πὼς εἶ­ναι στ’ ἀ­λή­θεια αὐ­τὴ ἡ συν­τρο­φιά του· κά­ποι­ο μά­λι­στα ἀ­π’ ὅ­λα —τὸ ἴ­διο κά­θε φο­ρά, αὐ­τὸ τὸ λα­βω­μέ­νο— χα­μη­λώ­νει τὰ σπα­σμέ­να του φτε­ρὰ καὶ μὲ τὸ ράμ­φος του τοῦ χα­ϊ­δεύ­ει τὴ φα­λά­κρα, ὕ­στε­ρα κά­θε­ται στὸν ὦ­μο του κι ἐ­κεῖ­νος γυρ­νᾶ πρὸς τὸ μέ­ρος του, τοῦ γνέ­φει μὲ μιὰ ἔκ­φρα­ση στὸ πρό­σω­πο ὅ­λο νό­η­μα καὶ γλυ­κὰ ἀ­πο­κοι­μι­έ­ται.



Γι­ῶρ­γος Ἀ­πο­σκί­της (1984). Γεν­νή­θη­κε καὶ ζεῖ στὴν Ἀ­θή­να. Πραγ­μα­το­ποί­η­σε σπου­δὲς στὴν Ἀ­θή­να καὶ στὸ Ἐ­διμ­βοῦρ­γο. Ἔ­χει ἀ­σχο­λη­θεῖ, με­τα­ξὺ ἄλ­λων, μὲ τὴ λε­ξι­κο­γρα­φί­α καὶ μὲ τὰ κι­νού­με­να σχέ­δια. Δου­λειά του ἔ­χει δη­μο­σι­ευ­τεῖ στὸ πε­ρι­ο­δι­κὸ Ση­μει­ώ­σεις καὶ ἀλ­λοῦ.


			
Διαφημίσεις

Γι­ῶρ­γος Ἀ­πο­σκί­της: Εἴ­σο­δος / Ἔ­ξο­δος



Γι­ῶρ­γος Ἀ­πο­σκί­της


Εἴ­σο­δος / Ἔ­ξο­δος


Ι ΘΥΡΕΣ ἀ­νοι­γό­κλει­ναν κά­θε ἕ­να μὲ δύ­ο λε­πτὰ πε­ρί­που, κα­μιὰ φο­ρὰ καὶ συ­χνό­τε­ρα, καὶ δὲν ἦ­ταν ἀ­πὸ πρὶν γνω­στὸ γιὰ πό­ση ὥ­ρα θὰ πα­ρα­μεί­νουν ἀ­νοι­χτές. Ὕ­στε­ρα ἀ­κου­γό­ταν ἐ­κεῖ­νος ὁ ἐκ­κω­φαν­τι­κὸς θό­ρυ­βος, καὶ μέ­σα σὲ λί­γα μό­νο δευ­τε­ρό­λε­πτα ἔ­πρε­πε νὰ ἀ­πο­φα­σί­σεις ἂν θὲς νὰ μεί­νεις μέ­σα ἢ ἂν θὰ βγεῖς. Τὰ βα­γό­νια στοὺς συρ­μοὺς ἦ­ταν πρό­χει­ρα ἑ­νω­μέ­να με­τα­ξύ τους, ἐ­νῶ εἶ­χε δι­αρ­ρεύ­σει πὼς εἶ­χαν και­ρὸ νὰ γί­νουν οἱ ἀ­παι­τού­με­νες ἐρ­γα­σί­ες συν­τή­ρη­σης – κι αὐ­τὸ ἀ­να­πό­φευ­κτα ἐ­πη­ρέ­α­ζε τοὺς ἐ­πι­βαί­νον­τες τὸ ὄ­χη­μα, μό­λις ἔ­φτα­νε ἐ­κεί­νη ἡ ὥ­ρα τῆς ἀ­πό­φα­σης. Στὰ λί­γα δευ­τε­ρό­λε­πτα ποὺ θέ­λει ἡ πόρ­τα ὡ­σό­του κλεί­σει, πιὸ τολ­μη­ρὰ φα­νή­κα­νε κά­τι μι­κρὰ παι­διά· βγαί­να­νε τρέ­χον­τας κι ἔμ­παι­ναν γε­λών­τας πά­λι, κα­νεὶς ὅ­μως δὲν ἔ­μα­θε τί ἀ­πέ­γι­ναν ὅ­σα μὲ τὸ ξε­κί­νη­μα βρε­θή­κα­νε μὲ τὸ ἕ­να πό­δι μέ­σα καὶ τὸ ἄλ­λο ἔ­ξω. Στὴν πο­ρεί­α τῆς δι­α­δρο­μῆς δι­α­πι­στώ­σα­με πὼς ἀρ­χί­σα­με ξαφ­νι­κὰ νὰ λι­γο­στεύ­ου­με, μὲ τὶς ἀ­πώ­λει­ες νὰ μὴν ἔ­χουν ἴ­χνος λο­γι­κῆς. Κά­που ἐ­κεῖ μιὰ φω­νὴ ἀ­κού­στη­κε νὰ λέ­ει πὼς ἴ­σως δὲν ἔ­χει τό­ση ση­μα­σί­α τε­λι­κὰ σὲ ποιό σταθ­μὸ θὰ ἀ­πο­βι­βα­στεῖ κα­νεὶς οὔ­τε κὰν ἂν θὰ ἀ­πο­φα­σί­σει πο­τὲ νὰ ἐ­πι­βι­βα­στεῖ. Κά­ποι­ος ἄλ­λος συμ­πλή­ρω­σε πὼς ἔ­χει πι­θα­νὸν νό­η­μα σὲ ποιές στιγ­μὲς θὰ βρί­σκε­σαι μέ­σα καὶ σὲ ποιές ἔ­ξω. Σὲ μιὰ γω­νιὰ μιὰ ἡ­λι­κι­ω­μέ­νη μο­νο­λο­γοῦ­σε πὼς —ἀ­πὸ ἕ­να ση­μεῖ­ο κι ἔ­πει­τα του­λά­χι­στον— κα­λὸ θὰ εἶ­ναι ὁ ἐ­πι­βά­της νὰ φτά­νει ὅ­σο μα­κρύ­τε­ρα μπο­ρεῖ δί­χως νὰ νοι­ά­ζε­ται γιὰ τὶς πόρ­τες ποὺ θὰ ἀ­νοί­γουν μοι­ραῖ­α καὶ θὰ κλεί­νουν.



Πη­γή: Πρώ­τη δη­μο­σί­ευ­ση.

Γι­ῶρ­γος Ἀ­πο­σκί­της (1984). Γεν­νή­θη­κε καὶ ζεῖ στὴν Ἀ­θή­να. Πραγ­μα­το­ποί­η­σε σπου­δὲς στὴν Ἀ­θή­να καὶ στὸ Ἐ­διμ­βοῦρ­γο. Ἔ­χει ἀ­σχο­λη­θεῖ, με­τα­ξὺ ἄλ­λων, μὲ τὴ λε­ξι­κο­γρα­φί­α καὶ μὲ τὰ κι­νού­με­να σχέ­δια. Δου­λειά του ἔ­χει δη­μο­σι­ευ­τεῖ στὸ πε­ρι­ο­δι­κὸ Ση­μει­ώ­σεις καὶ ἀλ­λοῦ.

Γι­ῶρ­γος Ἀ­πο­σκί­της: Κίτρινη σκόνη



Γι­ῶρ­γος Ἀ­πο­σκί­της


Κί­τρι­νη σκό­νη


ΤΟ ΔΩΜΑΤΙΟ μέ­σα πίσ­σα σκο­τά­δι. Ἡ Μ. δὲν εἶ­ναι δί­πλα του. Πε­ρί­ερ­γο. Τὴ φω­νά­ζει. Κα­μιὰ ἀ­πάν­τη­ση. Ση­κώ­νε­ται ἀ­πό­το­μα ἀ­πὸ τὸ κρε­βά­τι καὶ περ­πα­τά­ει στὰ τυ­φλά, πα­τά­ει τὸν δι­α­κό­πτη, τὸ φῶς δὲν ἀ­νά­βει, γυρ­νά­ει πί­σω, πιά­νει ψη­λα­φί­ζον­τας τὸν ἀ­να­πτή­ρα ἀ­πὸ τὸ κο­μο­δί­νο, ἁρ­πά­ζει μα­ζὶ κι ἕ­να κε­ρὶ ποὺ ἔ­χει στὸ πρῶ­το συρ­τά­ρι γιὰ ὥ­ρα ἀ­νάγ­κης. Ἀ­νά­βει τὸ φυ­τί­λι καὶ πα­ρα­τη­ρεῖ πὼς οἱ τοῖ­χοι στὸ δω­μά­τιο ἔ­χουν ἀλ­λά­ξει χρῶ­μα, ἀ­πὸ λα­δὶ ποὺ ἦ­ταν ἔ­χουν γί­νει ἕ­να βα­θὺ κόκ­κι­νο. Πιά­νει τὸ πό­μο­λο τῆς πόρ­τας, τὸ γυρ­νᾶ, μπρο­στά του βλέ­πει τὸν δι­ά­δρο­μό του σπι­τιοῦ καὶ τὸ μι­κρὸ χὼλ ποὺ βγά­ζει στὴ βε­ράν­τα. Ἀ­ρι­στε­ρὰ καὶ δε­ξιὰ τί­πο­τα, τὰ ὑ­πό­λοι­πα δω­μά­τια δὲν εἶ­ναι ἐ­κεῖ, ἀν­τὶ γιὰ πόρ­τες βρί­σκει παν­τοῦ τοί­χους. Οἱ τοῖ­χοι τοῦ δι­α­δρό­μου ἔ­χουν βα­φτεῖ κι αὐ­τοὶ τὸ χρῶ­μα τῆς πορ­φύ­ρας. Βα­στών­τας γε­ρὰ μὲ τὰ δυ­ό του χέ­ρια τὸ κε­ρὶ παίρ­νει τὴν εὐ­θεί­α βῆ­μα-βῆ­μα. Στὴ μέ­ση πε­ρί­που τῆς δι­α­δρο­μῆς ἐμ­φα­νί­ζε­ται ἡ Μ.· στὸ χλω­μό της πρό­σω­πο εἶ­ναι ζω­γρα­φι­σμέ­νο ἕ­να χα­μό­γε­λο πα­γω­μέ­νο, ἀ­νοι­γο­κλεί­νει τὸ στό­μα της, κά­τι τοῦ λέ­ει, ὅ­μως ἐ­κεῖ­νος τί­πο­τα δὲν ἀ­κού­ει. Τὴν πα­ρα­κα­λεῖ νὰ τὸ ἐ­πα­να­λά­βει, μή­πως καὶ κα­τα­φέ­ρει καὶ δι­α­βά­σει τὰ χεί­λη της. Ἐ­κεί­νη τὸν ἀγ­γί­ζει ἐ­λα­φριὰ στὴν πλά­τη δυ­ὸ φο­ρές, κι ὕ­στε­ρα ἡ μορ­φὴ της ξε­θω­ριά­ζει λί­γο λί­γο μέ­χρι ποὺ χά­νε­ται τε­λεί­ως. Χτυ­πά­ει τοὺς τοί­χους μὲ ὅ­λη του τὴ δύ­να­μη καὶ δο­κι­μά­ζει γρυλ­λί­ζον­τας νὰ ἀρ­θρώ­σει τὸ ὄ­νο­μα τοῦ Χ., ὁ ἴ­διος —σκέ­φτε­ται— σὰν νὰ ἔ­χει ἀ­πω­λέ­σει τὴν ἀ­κο­ή του, ἴ­σως οἱ ἄλ­λοι ὅ­μως τὸν ἀ­κοῦ­νε. Τί­πο­τα. Φτά­νει στὴ μπαλ­κο­νό­πορ­τα, κον­το­στέ­κε­ται γιὰ λί­γη ὥ­ρα προ­τοῦ τε­λι­κὰ τὴν ἀ­νοί­ξει καὶ στρέ­ψει ἀρ­γὰ-ἀρ­γὰ τὸ βλέμ­μα πρὸς τὰ ἔ­ξω. Στὴ θέ­ση τῆς βε­ράν­τας εἶ­ναι ἕ­να κομ­μά­τι ξύ­λο ποὺ ἴ­σα τὸν χω­ρά­ει νὰ ἀ­νέ­βει. Μὲ τὸ ποὺ πα­τᾶ πά­νω του, τὸ κομ­μά­τι τὸ ξύ­λο ἀρ­χί­ζει νὰ με­τε­ω­ρί­ζε­ται ἐνῶ τὴν ἴ­δια ὥ­ρα νι­ώ­θει ἔν­το­νο μού­δια­σμα στὰ πό­δια καὶ κά­τι πρω­τό­γνω­ρο νὰ τὸν δι­α­περ­νᾶ. Τὰ κα­τα­φέρ­νει μὲ δυ­σκο­λί­α νὰ ἰ­σορ­ρο­πή­σει καὶ κοι­τᾶ πρὸς τὰ κά­τω. Δὲν ὑ­πάρ­χει τί­πο­τα, τί­πο­τα του­λά­χι­στον ὅ­πως τὸ ξέ­ρει καὶ τὸ θυ­μό­ταν. Τὰ πάν­τα μοιά­ζουν νὰ εἶ­ναι κα­λυμ­μέ­να ἀ­πὸ μιὰ πη­χτὴ κί­τρι­νη σκό­νη.



Πη­γή: Πρώ­τη δη­μο­σί­ευ­ση.

Γι­ῶρ­γος Ἀ­πο­σκί­της (1984). Γεν­νή­θη­κε καὶ ζεῖ στὴν Ἀ­θή­να. Πραγ­μα­το­ποί­η­σε σπου­δὲς στὴν Ἀ­θή­να καὶ στὸ Ἐ­διμ­βοῦρ­γο. Ἔ­χει ἀ­σχο­λη­θεῖ, με­τα­ξὺ ἄλ­λων, μὲ τὴ λε­ξι­κο­γρα­φί­α καὶ μὲ τὰ κι­νού­με­να σχέ­δια. Δου­λειά του ἔ­χει δη­μο­σι­ευ­τεῖ στὸ πε­ρι­ο­δι­κὸ Ση­μει­ώ­σεις καὶ ἀλ­λοῦ.

Yorgos Aposquitis: Sótano



Yorgos Aposquitis


Sótano


«Tú, pequeño, ¿qué poemas escribes?»

       «No escribo».

       «Y voy yo y me lo creo. ¿Así piensas que miran los libros los que no escriben? Lo sé, tardarás, pero me lo vas a contar».

       «¿Qué quiere que le cuente?»

       «No me cuentes nada. Toma este libro de regalo, es una an­to­lo­gía de poesía alemana, bilingüe. Y a esta poetisa chilena la tienes que leer como sea, también de regalo».

       «¡Se lo agradezco mucho! De verdad, no sé qué decir».

       «Tú chípuro no bebes, eres pequeño. ¿Qué café pido que te trai­gan?»

La primera vez que bajó las escaleras de la librería se encontró con un hombre corpulento, de más o menos la edad de su padre, que le echaba unas intensas miradas inquisidoras que todavía recuerda. Sus conversaciones muy pronto pasaron de los escritores del canon a los menos conocidos u olvidados, y de ahí a lo cotidiano y más personal. Los encuentros se hicieron más frecuentes y las palabras más suaves; unas veces charlaban como dos buenos viejos amigos, otras el grupo heterogéneo se componía de personas cuya obra amaba de todos modos, y recuerda que se sentaba en un rincón y los escuchaba sin decir ni pío, como si hubiese entrado a escondidas en algún país de las maravillas y tuviera miedo de que se percataran y lo desterrasen. Una vez que se vio obligado a irse lejos de su ciudad mucho tiempo, además de darle consejos, el librero le pidió un favor: que le prometiera que cuando volviese se pasara a verlo. Lo iba a hacer de todos modos.

       Unos meses más tarde, nada más regresar, cogió el metro y se bajó en la ya conocida parada. Desde lejos vio la tienda con las luces apagadas, las persianas echadas y la reja cerrada. Se detuvo un momento y después se acercó. Pegada al escaparate, por dentro, había una nota escrita a mano:

       «Todos los cipreses señalan medianoche

       Todos los dedos

       Silencio»



Fuente: Primera publicación en el blog Planodion-Historias Bonsái, 23 de sep­tiem­bre de 2018.

Yorgos Aposquítis (1984). Nació y vive en Atenas. Realizó sus estudios en Atenas y en Edimburgo. Se ha especializado, entre otras cosas, en lexicografía y los dibujos animados. Ha publicado sus trabajos en la revista Σημειώσεις y en otras.

Traducción: Alejandro Abella González.

Revisión: Konstantinos Paleologos, Eduardo Lucena y Proyecto Grequerías.

Γι­ῶρ­γος Ἀ­πο­σκί­της: Φανταστικὴ συνάντηση



Γι­ῶρ­γος Ἀ­πο­σκί­της


Φαν­τα­στι­κὴ συ­νάν­τη­ση


Ι ΣΥΝΕΒΗ κι ἔ­χουν ὅ­λοι οἱ ἄν­τρες στὸ δρό­μο κο­λο­κύ­θες ἀν­τὶ γιὰ κε­φά­λια καὶ ποι­ά εἶ­ναι αὐ­τὴ ἡ γριὰ ποὺ στέ­κε­ται τέ­τοι­α ὥ­ρα ἀ­κί­νη­τη στὴν αὐ­λὴ τοῦ σπι­τιοῦ της βα­στών­τας στὰ χέ­ρια της ἕ­να ρο­λό­ι δί­χως δεῖ­κτες; Αὐ­τὰ εἶ­ναι δύ­ο μό­νο ἀ­πὸ τὰ ἐ­ρω­τή­μα­τα ποὺ φά­νη­κε νὰ ἀ­πα­σχο­λοῦν τοὺς ἀ­ξι­ό­τι­μους κυ­ρί­ους Ρ. Β. καὶ Δ. Χ. ἐ­κεῖ­νο τὸ πρω­ι­νὸ τοῦ Σε­πτέμ­βρη, κα­θὼς κου­βέν­τια­ζαν περ­πα­τών­τας ἀ­πὸ τὰ πε­ρί­χω­ρα πρὸς τὸ κέν­τρο τῆς πό­λης γιὰ νὰ πᾶ­νε νὰ πι­ά­σου­νε δου­λειά.



Πη­γή: Πρώ­τη δη­μο­σί­ευ­ση.

Γι­ῶρ­γος Ἀ­πο­σκί­της (1984). Γεν­νή­θη­κε καὶ ζεῖ στὴν Ἀ­θή­να. Πραγ­μα­το­ποί­η­σε σπου­δὲς στὴν Ἀ­θή­να καὶ στὸ Ἐ­διμ­βοῦρ­γο. Ἔ­χει ἀ­σχο­λη­θεῖ, με­τα­ξὺ ἄλ­λων, μὲ τὴ λε­ξι­κο­γρα­φί­α καὶ μὲ τὰ κι­νού­με­να σχέ­δια. Δου­λειά του ἔ­χει δη­μο­σι­ευ­τεῖ στὸ πε­ρι­ο­δι­κὸ Ση­μει­ώ­σεις καὶ ἀλ­λοῦ.

 

Γι­ῶρ­γος Ἀ­πο­σκί­της: Οἱ μύγες



Γι­ῶρ­γος Ἀ­πο­σκί­της


Οἱ μύ­γες


Α ΠΡΕΠΕΙ νὰ ἀ­να­κά­λυ­ψαν τὴν τρύ­πα ποὺ ἔ­χω στὸ κε­φά­λι καὶ νὰ μπῆ­καν ἀ­πὸ ἐ­κεῖ ἐ­νῶ κοι­μό­μουν —ἐ­ξοῦ κι ἡ ἀλ­λα­γὴ στὸ βου­η­τὸ ποὺ πιὰ δὲν ἔρ­χε­ται ἀ­π’ ἔ­ξω ἀλ­λὰ εἶ­ναι μέ­σα μου, τὸ νι­ώ­θω— καὶ πιά­νω σφι­χτὰ τώ­ρα τὸ μο­λύ­βι γιὰ νὰ γρά­ψω ὅ,τι προ­φτά­σω, ὅ­μως εἶ­ναι ἀρ­γά, ἡ βο­ὴ ὅ­λο καὶ δυ­να­μώ­νει, ἡ ὅ­ρα­σή μου ἀ­πό­το­μα θαμ­πώ­νει, τὸ μο­λύ­βι πέ­φτει ἀ­π’ τὸ χέ­ρι μου προ­τοῦ προ­λά­βει ν’ ἀ­φή­σει στὸ χαρ­τὶ τὸ ὁ­ποι­ο­δή­πο­τε ἀ­πο­τύ­πω­μα.



Πη­γή: Πρώ­τη δη­μο­σί­ευ­ση.

Γι­ῶρ­γος Ἀ­πο­σκί­της (1984). Γεν­νή­θη­κε καὶ ζεῖ στὴν Ἀ­θή­να. Πραγ­μα­το­ποί­η­σε σπου­δὲς στὴν Ἀ­θή­να καὶ στὸ Ἐ­διμ­βοῦρ­γο. Ἔ­χει ἀ­σχο­λη­θεῖ, με­τα­ξὺ ἄλ­λων, μὲ τὴ λε­ξι­κο­γρα­φί­α καὶ μὲ τὰ κι­νού­με­να σχέ­δια. Δου­λειά του ἔ­χει δη­μο­σι­ευ­τεῖ στὸ πε­ρι­ο­δι­κὸ Ση­μει­ώ­σεις καὶ ἀλ­λοῦ.

Γιῶργος Ἀποσκίτης: Ὀ­λυμ­πια­κὸς-Ἄ­γι­αξ: 1-0



Γιῶργος Ἀποσκίτης


Ὀ­λυμ­πια­κὸς-Ἄ­γι­αξ: 1-0


ΤΟ ΤΕΡΜΑ τοῦ ὑ­πο­φω­τι­σμέ­νου λι­μα­νιοῦ, προ­χω­ρη­μέ­νη ἡ ὥ­ρα, ἡ Εὐ­τέρ­πη σερ­βί­ρει τὰ τε­λευ­ταῖ­α γι’ ἀ­πό­ψε γλυ­κὰ καὶ χα­ρί­ζει ἁ­πλό­χε­ρα χα­μό­γε­λα. Ὁ Πέ­τρος τῆς ρί­χνει λο­ξὲς μα­τι­ὲς καὶ σκέ­φτε­ται τί ἱ­στο­ρί­α νὰ τῆς πεῖ γιὰ νὰ τὴν πεί­σει νὰ ξα­να­βρε­θοῦν στὴν Ἀ­θή­να τὸ Φθι­νό­πω­ρο. Στὸ βά­θος τοῦ ὁ­ρί­ζον­τα ἀ­χνο­φαί­νε­ται ὁ «Δι­α­γό­ρας», τὸ κα­ρά­βι ποὺ μοιά­ζουν νὰ πε­ρι­μέ­νουν οἱ πε­ρισ­σό­τε­ροι ἀ­π’ τοὺς λι­γο­στοὺς ἐ­να­πο­μεί­ναν­τες θα­μῶ­νες τῶν με­τρη­μέ­νων στὰ δά­χτυ­λα μα­γα­ζι­ῶν. «Ἐ­δῶ πού ’­χε­τε ἔρ­θει εἶ­ναι τὸ κέν­τρο τοῦ κό­σμου», ἀ­να­φω­νεῖ μει­δι­ών­τας ἕ­νας ἡ­λι­κι­ω­μέ­νος ψα­ρὰς πά­νω ἀ­π’ τὴ βάρ­κα του τὴ στιγ­μὴ ποὺ ἑ­τοι­μά­ζε­ται νὰ ξα­νοι­χτεῖ γιὰ νὰ ρί­ξει πα­ρα­γά­δι. Κι ἐ­νῶ ἡ κόρ­να τοῦ πλοί­ου ἠ­χεῖ, «γκό­ο­ολ!» φω­νά­ζει ἐν­θου­σι­α­σμέ­νος ἕ­νας ἡ­λι­ο­καμ­μέ­νος πι­τσι­ρι­κὰς βα­στών­τας μιὰ ἀ­ε­ρόμ­πα­λα ἀγ­κα­λιὰ καὶ τρέ­χον­τας πρὸς τοὺς ἐμ­φα­νῶς γλα­ρω­μέ­νους γο­νεῖς του ποὺ εἶ­ναι κα­θι­σμέ­νοι —μὲ τὰ μπαγ­κά­ζια τους ἕ­τοι­μα, μα­ζε­μέ­να— στὸ ἀ­κρια­νὸ τρα­πέ­ζι τοῦ κα­φε­νεί­ου τῆς Εὐ­τέρ­πης, αὐ­τὸ ποὺ εἶ­ναι πιὸ κον­τὰ στὴν προ­βλή­τα. «Τὸ παι­δὶ αὐ­τὸ ποὺ παί­ζα­με μπά­λα εἶ­ναι ἀ­πὸ τὴν Ὀλ­λαν­δί­α καὶ παί­ζει στὶς ἀ­κα­δη­μί­ες τοῦ Ἅ­γι­αξ.» «Ἔ­λα, Πά­νο, με­γά­λω­σες πιά, ἄ­σε τὶς βλα­κεῖ­ες, πᾶ­με… φύ­γα­με, τὸ πλοῖ­ο δὲν θὰ μᾶς πε­ρι­μέ­νει!»



Γι­ῶρ­γος Ἀ­πο­σκί­της (1984). Γεν­νή­θη­κε καὶ ζεῖ στὴν Ἀ­θή­να. Πραγ­μα­το­ποί­η­σε σπου­δὲς στὴν Ἀ­θή­να καὶ στὸ Ἐ­διμ­βοῦρ­γο. Ἔ­χει ἀ­σχο­λη­θεῖ, με­τα­ξὺ ἄλ­λων, μὲ τὴ λε­ξι­κο­γρα­φί­α καὶ μὲ τὰ κι­νού­με­να σχέ­δια. Δου­λειά του ἔ­χει δη­μο­σι­ευ­τεῖ στὸ πε­ρι­ο­δι­κὸ Ση­μει­ώ­σεις καὶ ἀλ­λοῦ.