Ἀντώνης Ἀντωνάκος: Στὶς καλαμιές


Antonakos,Antonis-StisKalamies-Eikona-02


 Ἀν­τώ­νης Ἀν­τω­νάκος


Στὶς κα­λα­μι­ές


E-Epsilon-SomataΚΕΙΝΗ ἡ αἴ­θου­σα τῆς τρί­της γυ­μνα­σί­ου ἦ­ταν σὰ θερ­μο­κή­πιο. Γε­μά­τη τζα­μα­ρί­ες. Κά­τι κουρ­τί­νες σχι­σμέ­νες κρέ­μον­ταν στὰ πα­ρά­θυ­ρα. Ὁ ἥ­λιος μᾶς χτυ­ποῦ­σε γιὰ τὰ κα­λά, γύ­ρω ἀ­π’ τὸ κτί­ριο ὑ­ψώ­νον­ταν λεῦ­κες μὲ ξε­φλου­δι­σμέ­νους κορ­μούς. Τρυ­πη­μέ­νες ἀ­π’ τὰ σύρ­μα­τα τῆς πε­ρί­φρα­ξης. Τὸ προ­αύ­λιο ἦ­ταν γε­μά­το πέ­τρες καὶ χαλί­κια. Σὲ μίαν ἄ­κρη ὑ­πῆρ­χαν κα­μέ­να ξύ­λα. Τὸ βρά­δυ κά­ποι­οι πη­δοῦ­σαν τὸ φρά­χτη κι ἀ­νά­βα­νε φω­τι­ὲς γιὰ νὰ ζε­στα­θοῦ­νε. Ἔ­ξω ἀ­π’ τὸ σχο­λεῖ­ο ἦ­ταν ἀ­κό­μη χω­ρά­φια μὲ κα­πνά.

       Θυ­μᾶ­μαι τὴ μέ­ρα ποὺ ἦρ­θε ἀ­να­στα­τω­μέ­νος ὁ δι­πλα­νός μου καὶ μᾶς ἀ­να­κοί­νω­σε: «Τ’ ἀ­πό­γευ­μα θὰ πᾶ­με μὲ τὸν ξά­δερ­φο στὸ μπουρ­δέ­λο, κά­τω στὶς κα­λα­μι­ές. Ὅ­ποι­ος θέ­λει, ἀ­κο­λου­θεῖ.» Ξαφ­νι­κὰ ἀ­να­ψο­κοκ­κι­νί­σα­με ὅ­λοι. Ἀ­πὸ και­ρὸ σι­γό­βρα­ζε μέ­σα μας ἡ ἰ­δέ­α. Σ’ ἄλ­λους στὰ κρυ­φά, σ’ ἄλ­λους στὰ φα­νε­ρά. Τώ­ρα ὅ­μως ἐκ­δη­λω­θή­κα­με. Κά­ποι­οι ἄρ­χι­σαν νὰ κα­τα­στρώ­νουν σχέ­δια. Αὐ­τοὶ ποὺ ξε­κο­κα­λί­ζα­νε τὶς τσόν­τες δι­η­γοῦν­ταν στά­σεις μὲ λε­πτο­μέ­ρει­ες.

       Οἱ ἐ­ρω­τι­κές μας ἐμ­πει­ρί­ες ἦ­ταν ἀ­κό­μη φαν­τα­σι­ώ­σεις. Σκη­νὲς τοῦ σι­νε­μά. Γυ­ναί­κα γυ­μνὴ πρω­το­εί­δα­με στὸν κι­νη­μα­το­γρά­φο Ἄ­νε­σις. Τσον­τά­δι­κο τό­τε στὴν ὁ­δὸ Χαρί­λα­ου Τρι­κού­πη. Ἦ­ταν τὸ αὐ­να­νι­στή­ριο τῆς πε­ρι­ο­χῆς. Κά­θε Κυ­ρια­κὴ σμί­γα­νε ἐ­κεῖ τὰ παι­διὰ ἀ­π’ τὰ συ­νερ­γεῖ­α, οἱ μα­θη­τὲς καὶ οἱ φαν­τά­ροι, τῆς ἀ­ε­ρο­πο­ρί­ας. Ἀ­κρι­βῶς δί­πλα βρί­σκον­ταν ἡ χρι­στι­α­νι­κὴ ἕ­νω­ση. Τὰ χώ­ρι­ζε μιὰ με­σο­τοι­χί­α. Πολ­λὲς φο­ρὲς ἡ τσόν­τα εἶ­χε συ­νο­δεί­α χο­ρω­δί­ας ἀ­π’ τὰ κο­ρι­τσά­κια τοῦ κα­τη­χη­τι­κοῦ.

       Ἔ­τσι λοι­πὸν ὁ κα­θέ­νας ἄρ­χι­σε νὰ κα­τα­θέ­τει τὴν ἐμ­πει­ρί­α του. Βγά­ζα­με κραυ­γὲς πο­λέ­μου. Τὰ πρό­σω­πα μας ἄρ­χι­σαν νὰ λάμ­πουν.

       Μο­νάχα ὁ Κώ­στας τοῦ τε­λευ­ταί­ου θρα­νί­ου φαι­νό­ταν φο­βι­σμέ­νος. Ἦ­ταν τὸ πα­πα­δο­παί­δι τῆς τά­ξης. Τὸν εἶ­χαν πά­ρει στὴν ἐ­νο­ρί­α γιὰ νὰ βο­η­θά­ει στὶς δου­λει­ές. Πολ­λὲς φο­ρές, Σάβ­βα­το ἀ­πό­γευ­μα, περ­νοῦ­σα ἀ­π’ τὴν ἐκ­κλη­σί­α καὶ τοῦ ‘­κα­να πα­ρέ­α. Ἔ­βλε­πα τὴ σκιά του νὰ δι­α­γρά­φε­ται στὸν θό­λο τοῦ ἱ­ε­ροῦ· τὰ σβη­σμέ­να κε­ριὰ στὰ μα­νουά­λια· τὴν ἄ­χνα ἀ­π’ τὸ λι­βά­νι, νὰ βγαί­νει ἀρ­γή, γα­λά­ζια. Γύ­ρω του τὰ ψω­μιὰ κι ὁ ξε­θω­ρια­σμένος τοῖ­χος. Οἱ εἰ­κό­νες τῶν ἁ­γί­ων, τὰ ἑ­ξα­πτέ­ρυ­γα.

       Ἀ­π’ τὸ μι­κρὸ πα­ρά­θυ­ρο ἔ­βλε­πε τὰ κο­ρί­τσια νὰ τρέ­χουν ἀ­νά­με­σα στ’ ἀγ­κά­θια. Κοι­τοῦ­σε τὰ γυ­μνά τους πό­δια. Τὰ μά­τια του γί­νον­ταν ὑ­γρά. Πά­νω του ἔ­πε­φτε ἕ­να ὀ­μι­χλῶ­δες φῶς.

       Ἔ­βα­ζε τὸ χέ­ρι του στὴν τσέ­πη καὶ χα­μο­γε­λοῦ­σε. Σκε­φτό­ταν κο­ρί­τσια νά ‘ρ­χον­ται στὸ μέ­ρος του κι αὐ­τὸς νὰ σκύ­βει ἀ­δερ­φι­κά, νὰ τοὺς βγά­λει τ’ ἀγ­κά­θι ἀ­πὸ τὸ πό­δι. Πάν­τα μ’ ἕ­να βλέμ­μα ψυ­χρὸ καὶ λυ­πη­μέ­νο.

       Ἔ­τσι καὶ τώ­ρα. Ἀ­κουμ­ποῦ­σε μὲ τὴ ρά­χη τῆς κα­ρέ­κλας στὸν τοῖ­χο. Μᾶς κοί­τα­ζε μὲ μιὰ ἀ­πέ­ραν­τη θλί­ψη στὰ μά­τια. Μὲ μιὰ κρυ­φὴ τα­ρα­χὴ χα­ραγ­μέ­νη στὸ πρό­σω­πο.

       Ἄρ­χι­σαν τό­τε τὰ πει­ράγ­μα­τα. Μέ­σα στὸ μά­θη­μα πη­γαι­νο­έρ­χον­ταν τὰ χαρ­τά­κια: «Τὸν Κώ­στα θὰ τὸν πά­ρου­με γιὰ μά­τι, θὰ πη­γαί­νει αὐ­τὸς μπρο­στὰ μὲ τὰ ἑ­ξα­πτέ­ρυ­γα κι ἀ­πὸ πί­σω ἐ­μεῖς καυ­λω­μέ­νοι» κι ἄλ­λα τέ­τοια. Ἔ­τσι πέ­ρα­σε ὁ­λό­κλη­ρο ἐ­κεῖ­νο τὸν πρω­ι­νό. Κα­νεὶς δὲν πρό­σε­ξε στὸ μά­θη­μα.

       Ὁ Κώ­στας προ­σπα­θοῦ­σε νὰ κρύ­ψει τὴν ἀ­μηχανί­α του. Τὸ με­ση­μέ­ρι, λι­γω­μέ­νος, πε­τά­χτη­κε πρῶ­τος ὅ­ταν χτύ­πη­σε τὸ κου­δού­νι. Κα­τέ­βη­κε γρήγορα τὶς σκά­λες. Κα­βά­λη­σε τὸ πο­δή­λα­το καὶ χά­θη­κε. Κα­νείς μας δὲν τὸν ἀ­να­ζή­τη­σε.

       Πολ­λὲς φο­ρὲς τὸν βλέ­πα­με νὰ τρώ­ει ἕ­να βρα­στὸ αὐ­γὸ ποῦ ‘χε τυ­λιγ­μέ­νο σὲ ἀ­λου­μι­νό­χαρ­το. Λέ­γα­νε ὅ­τι δὲ γνώ­ρι­σε πα­τέ­ρα. Ζοῦ­σε μὲ τὴ μά­να του. Δὲν εἶ­χε φί­λους, πα­ρέ­ες. Πε­ρι­φέ­ρον­ταν μό­νος στὰ δι­α­λείμ­μα­τα ἀ­νά­με­σα στὶς σκό­νες ποὺ ἄ­φη­ναν τ’ ἄλ­λα παι­διὰ ποὺ παῖ­ζαν μὲ τὴν μπά­λα.

       Τ’ ἀ­πό­γευ­μα δώ­σα­με ραν­τε­βοὺ κον­τὰ στὸν ἐ­θνι­κὸ δρό­μο ποὺ ὁ­δη­γοῦ­σε στὸ στά­διο. Λίγο πιὸ πέ­ρα ἦ­ταν τὸ ρέ­μα μὲ τὶς κα­λα­μι­ές. Ἐ­κεῖ καὶ τὸ σπί­τι τῆς που­τά­νας.

       Ἀ­να­στα­τώ­σα­με τὰ σπί­τια μας γιὰ νὰ βροῦ­με λε­φτά. Πολ­λοὶ ἀ­νοί­ξα­με καὶ τσάν­τες.

       Μα­ζευ­τή­κα­με τε­λι­κὰ πέν­τε ἄ­το­μα. Κα­τη­φο­ρί­σα­με ἀρ­γὰ ἀπ’ τὴν κεν­τρι­κὴ πλα­τεί­α. Πε­ρά­σα­με δί­πλα ἀπ’ τὶς ἀ­πο­θῆ­κες τοῦ Πα­πα­στρά­του. Ἀ­πὸ μα­κριά, ἀ­κού­σα­με τὴν μπάν­τα τοῦ Δή­μου.

       Οἱ πε­ρισ­σό­τε­ροι, φο­ρού­σα­με τὰ κυ­ρι­α­κά­τι­κα. Τὰ και­νούρ­για πα­πού­τσια ἀ­π’ τὸ πα­ζά­ρι, τὸ μαῦ­ρο παν­τε­λό­νι τῆς πα­ρε­λά­σε­ως καὶ λευ­κὸ που­κά­μι­σο. Ἤ­μα­σταν φρε­σκο­ξυ­ρι­σμέ­νοι, γε­μά­τοι οὐ­λὲς ἀ­πὸ τὸ κό­ψι­μο. Μοι­ά­ζα­με μ’ ἕ­να μι­κρὸ ἀν­θρώ­πι­νο κο­πά­δι.

       Ἀ­φοῦ φέ­ρα­με τρεῖς γύ­ρους τὸ Ἐ­θνι­κὸ Στά­διο χω­ρὶς ν’ ἀν­ταλ­λά­ξου­με κου­βέν­τα, στρί­ψα­με γιὰ τὶς κα­λα­μι­ές.

       Ὅ­σο περ­πα­τού­σα­με στὸ χω­μα­τό­δρο­μο περ­νοῦ­σαν ντά­τσουν ἀ­γρο­τι­κὰ καὶ μηχανά­κια. Οἱ πε­ρισ­σό­τε­ροι μᾶς πεί­ρα­ζαν. Ἐ­μεῖς, δῆ­θεν ἀ­δι­ά­φο­ροι, περ­πα­τού­σα­με μὲ σκυμ­μέ­νο τὸ κε­φά­λι μὴν τύ­χει καὶ μᾶς δεῖ κά­νας γνω­στὸς καὶ μᾶς καρ­φώ­σει στὴ μά­να μας.

       Ἄ­πο μα­κριά, εἴ­δα­με τὸ σπί­τι. Ἦ­ταν πνιγ­μέ­νο στὶς κα­λα­μι­ές. Ἕ­να ἰ­σό­γει­ο ἀ­σο­βά­τι­στο, μὲ λευ­κὰ πα­ρά­θυ­ρα. Ἀ­π’ ἔ­ξω κά­τι κό­τες τσιμ­πο­λο­γοῦ­σαν σπό­ρους.

       Πλη­σι­ά­σα­με φο­βι­σμέ­νοι. Ὁ ἕ­νας πί­σω ἀ­π’ τὸν ἄλ­λο σὰ νὰ πε­ρι­μέ­να­με στὴν οὐ­ρὰ γιὰ τυ­ρό­πι­τα. Μι­λού­σα­με ψι­θυ­ρι­στά. Κοι­τά­ζα­με τὸ ρο­λό­ι μας σὰ νὰ θέ­λα­με ν’ ἀ­να­βά­λου­με. Χαϊ­δεύ­α­με στὴν τσέ­πη μας τὰ λε­φτά.

       «Χτύ­πα τὸ κου­δού­νι ρέ!» φώ­να­ζε ὁ ἕ­νας στὸν ἄλ­λο, «χτύ­πα το!». Κα­νεὶς ὅ­μως δὲν τ’ ἀ­πο­φά­σι­ζε.

       Κοι­τα­ζό­μα­σταν σὰν πει­να­σμέ­να σκυ­λιά. Εἴ­χα­με φτά­σει πά­νω ἀ­π’ τὸ κό­κα­λο καὶ τὸ κοι­τά­ζα­με.

       Κά­ποι­α στιγ­μὴ τ’ ἀ­πο­φά­σι­σα. Ἔ­βα­λα τὸ δά­χτυ­λο στὸ κου­δού­νι. Τὸ πά­τη­σα. Πρό­σε­ξα πὼς δί­πλα ὑ­πῆρ­χε ζω­γρα­φι­σμέ­νη μιὰ ξε­θω­ρι­α­σμέ­νη καρ­διά, τρυ­πη­μέ­νη μὲ μαῦ­ρο βέ­λος.

       Πε­ρι­μέ­να­με χω­ρὶς νὰ κα­τα­πι­οῦ­με. Εἶ­χε ξε­ρα­θεῖ τὸ στό­μα μας. Ἡ πόρ­τα ἄρ­χι­σε ν’ ἄ­νοι­γει. Ἔ­τρι­ζε. Ἔ­βρι­σκε στὸ πά­τω­μα κα­θὼς ἄ­νοι­γε.

       Μπρο­στά μας στεκό­τα­νε ὁ Κώ­στας. Ἀ­κί­νη­τος σὰ νὰ τὸν ση­μα­δεύ­α­νε μὲ πε­ρί­στρο­φο. Μὲ τὰ μά­τια χα­μη­λω­μέ­να γύ­ρι­σε καὶ μᾶς εἶ­πε: «Πε­ράστε , ἕ­νας ἕ­νας ὅ­μως. Σκου­πίστε καὶ τὰ πό­δια σας μὴ μᾶς λε­ρώ­σε­τε τὸ χα­λί.»


 

Bonsai-03c-GiaIstologio-04


Πη­γή: Ἀν­τώ­νης Ἀν­τω­νάκος, Ἀ­γρι­ο­βα­τό­μου­ρα πι­κρά. Δι­η­γή­μα­τα (ἔκδ. Ἀ­δέ­σπο­τος σκύ­λος, 2012).

Ἀν­τώ­νης Ἀν­τω­νά­κος (Ἀ­γρί­νιο, 1972). Ποί­η­ση, δι­ή­γη­μα, δο­κί­μιο. Σπού­δα­σε μα­θη­μα­τι­κά. Συ­νερ­γά­στη­κε μὲ τὰ πε­ρι­ο­δι­κὰ Ἡ λέ­ξη, Poetix, Παν­δώ­ρα, Ποι­εῖν, Intellectum κ.ἄ. Ποι­η­τι­κά του βι­βλί­α: Ἡ μυ­θο­λο­γί­α τῶν ἀ­νώ­νυ­μων κο­ρι­τσι­ῶν (2003), Ἡ μου­σι­κὴ τῶν ἀ­γρῶν (2014) κ.ἄ.