Γιώτα Ἀναγνώστου: Μὴ μένεις ἀπὸ τσιγάρα μετὰ τὶς δέκα


Γι­ώ­τα Ἀ­να­γνώ­στου

 

Μὴ μέ­νεις ἀ­πὸ τσι­γά­ρα με­τὰ τὶς δέ­κα


Ν ΣΟΥ ΤΥΧΕΙ βά­λε δυ­να­τὰ τὴ μου­σι­κή. Δι­ά­λε­ξε ὅ,τι θές, δὲν θὰ σοῦ ὑ­πο­δεί­ξω. Μὰ νά ‘ναι δυ­να­τά. Με­τὰ τὶς δέ­κα θὰ γί­νει πά­λι φα­σα­ρί­α ἀ­πὸ πά­νω καὶ ξέ­ρεις πὼς σοῦ ‘χει ζη­τή­σει νὰ μὴν κα­λέ­σεις τὴν ἀ­στυ­νο­μί­α. Ξέ­ρει, εἶ­πε, αὐ­τὴ τί θὰ κά­νει. Θὰ τὸ λύ­σει, εἶ­πε, μό­νη της τὸ πρό­βλη­μα καὶ νὰ τῆς δώ­σεις λί­γο χρό­νο.  Στὸ ἀ­σαν­σέρ. Τὸ ξέ­χα­σες; Φο­ροῦ­σε μά­σκα καὶ τὰ μαῦ­ρα της γυα­λιά, μὰ ἐ­σὺ τὰ ἔ­βλε­πες ὅ­σα ἤ­θε­λε νὰ κρύ­ψει. Ἂν ξα­να­γί­νει θὰ κα­λέ­σω τὴν ἀ­στυ­νο­μί­α, εἶ­πες. Ὄ­χι, εἶ­πε αὐ­τή, καὶ σοῦ ‘σφί­ξε τὸ μπρά­τσο. Ξέ­ρει, εἶ­πε αὐ­τή.

        Βά­λε μο­νά­χα δυ­να­τὰ τὴ μου­σι­κὴ καὶ μὴν τὸ σκέ­φτε­σαι πὼς ἔ­μει­νες ἀ­πὸ τσι­γά­ρα καὶ πὼς ἀ­πα­γο­ρεύ­ε­ται νὰ βγεῖς. Συμ­βαί­νει. Δὲν εἶ­ναι καὶ πρὸς θά­να­το. Θὰ ξη­με­ρώ­σει ποῦ θὰ πά­ει;

        Θά­να­το εἶ­πα; Ἄ­κου τώ­ρα. Ἤ­τα­νε μιὰ φο­ρὰ ἕ­νας ἄν­τρας. Εἶ­χε ἕ­να ὄ­νο­μα δύ­σκο­λο, νὰ δεῖς… Ἄ, ναὶ Ἀ­βι­μέ­λεχ. Υἱ­ὸς Ἱ­ε­ρο­βά­αλ. Καὶ ἤ­θε­λε ποὺ λὲς αὐ­τὸς ὁ ἄν­τρας νὰ γί­νει βα­σι­λιάς. Ὡς ἄν­δρας ποὺ θέ­λε νὰ γί­νει βα­σι­λιὰς ἔ­πρε­πε καὶ τὰ χέ­ρια νὰ λε­ρώ­σει. Δὲν ἀ­πο­κτᾶς βα­σι­λι­κὴ ἐ­ξου­σί­α μὲ χέ­ρια κα­θα­ρά, ἔ­τσι πά­ει. Γι’ αὐ­τὸ καὶ τοῦ­τος δι­ό­λου δὲν δί­στα­σε καὶ «ἀ­πέ­κτει­νε τοὺς ἀ­δελ­φοὺς αὐ­τοῦ υἱ­οὺς Ἱ­ε­ρο­βά­αλ, ἑ­βδο­μή­κον­τα ἄν­δρας ἐ­πὶ λί­θον ἕ­να». Κι ἔ­γι­νε βα­σι­λιὰς γιὰ τρί­α χρό­νια καὶ τὴν πό­λη Ἀ­ρη­μὰ κα­τέ­λα­βε καὶ τοὺς κα­τοί­κους φό­νευ­σε καὶ τὴν πό­λη κα­τε­δά­φι­σε καὶ τὴν ἔ­σπει­ρε ἁ­λά­τι. Γιὰ τέ­τοι­ο βα­σι­λιὰ μι­λᾶ­με. Κι ἔ­κα­ψε χί­λιους ἄν­δρες καὶ γυ­ναῖ­κες στοὺς πύρ­γους τῆς Συ­χὲμ καὶ πο­λι­όρ­κη­σε με­τὰ τὴν Θή­βη καὶ τὴν κα­τέ­λα­βε. Καὶ θέ­λη­σε νὰ ξα­να­κά­ψει ὅ­σους στοὺς πύρ­γους τρέ­ξαν νὰ κλει­στοῦν γιὰ νὰ σω­θοῦν. Καὶ ἐ­κεῖ, ἐ­κεῖ ἀ­κρι­βῶς, ἔ­γι­νε αὐ­τὸ ποὺ δὲν πε­ρί­με­νε ὁ ἄν­δρας ποὺ ἤ­θε­λε νὰ γί­νει βα­σι­λιάς. «Καὶ ἔρ­ρι­ψε γυ­νὴ μί­α κλά­σμα ἐ­πι­μύ­λιον ἐ­πὶ κε­φα­λὴν Ἀ­βι­μέ­λεχ» καὶ ὁ ἄν­δρας ποὺ ἤ­θε­λε νὰ γί­νει βα­σι­λιὰς εἶ­δε τὸν θά­να­τό του ποὺ πλη­σί­α­ζε καὶ δι­έ­τα­ξε τὸν βα­στά­ζο του, αὐ­τὸς νὰ τὸν ἀ­πο­τε­λει­ώ­σει «μὴ πό­τε εἴ­πω­σι γυ­νὴ ἀ­πέ­κτει­νεν αὐ­τόν».

        Βλέ­πεις αὐ­τὸς δὲν ἦ­ταν ἄν­τρας σὰν τοὺς ἄλ­λους, αὐ­τὸς ἤ­τα­νε ἕ­νας βα­σι­λιάς, δὲν θὰ μπο­ροῦ­σε αὐ­τὸς ἀ­πὸ γυ­ναί­κας χέ­ρι νὰ βρε­θεῖ στὸν ἄλ­λο κό­σμο.

        «Ἐ­γὼ εἶ­χα δυ­να­τὰ τὴ μου­σι­κή. Εἶ­χα ξε­μεί­νει ἀ­πὸ τσι­γά­ρα κι ἔ­τσι δὲν βγῆ­κα στὸ μπαλ­κό­νι. Δι­ά­βα­ζα μά­λι­στα μιὰ ἱ­στο­ρί­α τοῦ Ἀρ­γύ­ρη Χι­ό­νη. Κά­που ἐ­δῶ τὸ ἔ­χω τὸ βι­βλί­ο.  Ἔ­λε­γε κά­τι γιὰ τὸ αἴ­νιγ­μα τοῦ Ἰ­ω­α­θάμ, γιὰ μιὰ ἀγ­κα­θιὰ ποὺ ἤ­θε­λε, λέ­ει, νὰ ἐ­ξου­σιά­ζει τ’ ἄλ­λα δέν­τρα. Δὲν κα­λο­θυ­μᾶ­μαι κι­ό­λας»

        Οἱ ἀ­στυ­νο­μι­κοὶ κα­τέ­λη­ξαν πὼς μᾶλ­λον γλί­στρη­σε, κα­θὼς ἔ­σκυ­βε πά­νω ἀ­πὸ τὸ κάγ­κε­λο φω­νά­ζον­τας γιὰ νὰ ἀ­κού­σει ἡ ἔ­νοι­κος τοῦ κά­τω ὀ­ρό­φου καὶ νὰ χα­μη­λώ­σει τὴ μου­σι­κή. Ἐ­κεῖ ἀ­πέ­δω­σαν τὴν πτώ­ση ἀ­π’ τὸ μπαλ­κό­νι. Γλί­στρη­σε. Εἶ­χε μιὰ ἀ­νη­συ­χί­α, εἶ­παν, μιὰ νευ­ρι­κό­τη­τα για­τί ἦ­ταν πε­ρα­σμέ­νες δέ­κα κι εἶ­χε ξε­μεί­νει ἀ­πὸ τσι­γά­ρα. Πή­ρα­νε μά­λι­στα τὸ ἄ­δει­ο του πα­κέ­το King size.

        Ἔ­μει­ναν μο­να­χὰ ὅ­λες οἱ γό­πες στὸ τα­σά­κι κι εἴ­χα­νε ὅ­λες ἴ­χνη ἀ­πὸ κρα­γιόν. Τὶς πῆ­ρα καὶ τὶς φύ­τε­ψα στὴ γλά­στρα καὶ βγή­κα­νε κυ­κλά­μι­να στὸ χρῶ­μα τῶν χει­λι­ῶν της.



Πη­γή: Πρώ­τη δη­μο­σί­ευ­ση.

Γι­ώ­τα Ἀ­να­γνώ­στου (Ἀ­θή­να). Τε­λεί­ω­σε τὴ Νο­μι­κὴ Σχο­λὴ Ἀ­θη­νῶν καὶ ζεῖ ἀ­πὸ τὴ δι­κη­γο­ρί­α.


			

Γι­ώ­τα Ἀ­να­γνώ­στου: Ἀ­κραῖ­ες λύ­σεις γιὰ τὴν ἀν­τι­με­τώ­πι­ση τῶν δα­κρυ­γό­νων



Γι­ώ­τα Ἀ­να­γνώ­στου


Ἀ­κραῖ­ες λύ­σεις γιὰ τὴν ἀν­τι­με­τώ­πι­ση τῶν δα­κρυ­γό­νων


Στὸν Θ.Β.

ΔΕΡΜΑ. Τὸ με­γα­λύ­τε­ρο σὲ ἔ­κτα­ση ὄρ­γα­νο τοῦ σώ­μα­τος. Αἰ­σθη­τή­ριο ὄρ­γα­νο.

       Τέσ­σε­ρα ἑ­κα­τομ­μύ­ρια αἰ­σθη­τή­ριοι ὑ­πο­δο­χεῖς. Σκέ­ψου!

       Κά­θε φο­ρὰ ποὺ μὲ πλη­σί­α­ζες τέσ­σε­ρα ἑ­κα­τομ­μύ­ρια αἰ­σθη­τή­ριοι ὑ­πο­δο­χεῖς σοῦ στρώ­να­νε χα­λὶ νὰ μὲ πα­τή­σεις. Τέσ­σε­ρα ἑ­κα­τομ­μύ­ρια ἐ­πι­τρο­πὴ ὑ­πο­δο­χῆς εἶ­χα γιὰ τὸ πλη­σί­α­σμά σου.

       Ἀ­π’ τὰ δι­κά σου τέσ­σε­ρα ἑ­κα­τομ­μύ­ρια, πές μου, πό­σα; πό­σα ἐ­μέ­να καρ­τε­ροῦ­σαν; πό­σα στὰ μά­γου­λα; πό­σα στὰ χεί­λη; πό­σα στὰ μπρά­τσα; πό­σα στὰ δά­χτυ­λα; πό­σα στὴν κοι­λιά; πό­σα στὴ ρά­χη; στὰ γό­να­τα πό­σα;

       Κά­τσε νὰ τοὺς με­τρή­σεις τοὺς ὑ­πο­δο­χεῖς σου ἕ­ναν-ἕ­ναν. Μό­νος σου κάνε τὴν ἀ­πο­γρα­φή σου.

       Ἐ­γὼ τοὺς ἔ­χω με­τρη­μέ­νους τοὺς δι­κούς μου. Ἕ­ναν-ἕ­ναν. Τέσ­σε­ρα ἑ­κα­τομ­μύ­ρια. Ἕ­να μι­κρὸ κρά­τος. Γιὰ σκέ­ψου! Μό­νο ἐ­σέ­να ἀ­να­γνώ­ρι­ζε. Τί­πο­τα ἄλ­λο. Ποι­ό κρύ­ο; Ποι­ά ζέ­στη; Ποιόν ἥ­λιο; Ποι­ά βρο­χή; Τί­πο­τα. Ἀ­πό­λυ­τη ὑ­πο­τέ­λεια.

       Ἔ­πρε­πε ν’ ἀν­τι­δρά­σω. Σι­γὰ μὴν ἄ­φη­να τὸ δέρ­μα νὰ μὲ κου­μαν­τά­ρει. Καὶ τὸ ‘λυ­σα τὸ πρό­βλη­μα. Τὸ ‘γδα­ρα πόν­το-πόν­το. Ξε­το­μα­ρι­ά­στη­κα. Ὕ­στε­ρα τό ‘βα­λα σ’ ἕ­να κου­τὶ καὶ τό ‘δε­σα μὲ κόκ­κι­νη κορ­δέ­λα. Τὸ πέ­τα­ξα στὸ βά­θος τῆς σο­φί­τας, ἐ­κεῖ πού ‘χω στοι­βά­ξει ὅ­λη τὴ σα­βού­ρα, ἀ­πο­κρι­ά­τι­κες στο­λές, κά­τι φι­γοῦ­ρες κα­ραγ­κι­ό­ζη καὶ παρ­τι­τοῦ­ρες ἀ­πὸ μου­σι­κὲς ποὺ δὲν ἀ­κού­ω πιά.

       Τώ­ρα δὲν νι­ώ­θω τί­πο­τα.

       Ἀ­φά­νι­σα τέσ­σε­ρα ἑ­κα­τομ­μύ­ρια αἰ­σθη­τή­ριους ὑ­πο­δο­χεῖς. Ἕ­να μι­κρὸ κρά­τος.

       Δὲν νι­ώ­θω τί­πο­τα.

       Οὔ­τε κὰν τὰ δά­κρυ­α ποὺ κυ­λοῦν ἀ­πὸ τὰ μά­τια. Ἕ­να γιὰ τὸν κα­θέ­να τους κι ὅ­λα μα­ζὶ γιὰ σέ­να.

       Δα­κρυ­γό­νοι ἀ­δέ­νες. Βρί­σκον­ται στὴν ἐ­ξω­τε­ρι­κὴ ἄ­κρη τοῦ μα­τιοῦ. Πα­ρά­γουν τὸ ὑ­γρὸ μὲ τὸ ὁ­ποῖ­ο οἱ βλε­φα­ρί­δες κα­λύ­πτουν κά­θε τό­σο τὰ μά­τια. Τὸ ὑ­γρὸ κυ­λᾶ σ’ ἕ­ναν μι­κρὸ σω­λή­να. Μπο­ρεῖ κα­νεὶς νὰ δεῖ τὸ ἄ­νοιγ­μά του (μιὰ πο­λὺ μι­κρὴ τρυ­πί­τσα) ἀρ­κεῖ νὰ τρα­βή­ξει, ἁ­πα­λά, τὴν ἐ­σω­τε­ρι­κὴ ἄ­κρη τοῦ μα­τιοῦ πρὸς τὰ ἔ­ξω.

       Δα­κρυ­γό­νοι ἀ­δέ­νες λοι­πόν.

       Τοὺς ἀ­φαι­ρεῖς καὶ γλι­τώ­νεις κι ἀ­π’ τὰ δά­κρυ­α.

       Κι ἂν δὲν πε­τύ­χει τὸ πο­λὺ-πο­λὺ νὰ βγά­λω καὶ τὰ μά­τια μου. Ἔ­χω ἀ­κό­μα χῶ­ρο στὴ σο­φί­τα.



Πη­γή: Πρώ­τη δη­μο­σί­ευ­ση.

Γι­ώ­τα Ἀ­να­γνώ­στου (Ἀ­θή­να). Τε­λεί­ω­σε τὴ Νο­μι­κὴ Σχο­λὴ Ἀ­θη­νῶν καὶ ζεῖ ἀ­πὸ τὴ δι­κη­γο­ρί­α.


Γιώτα Ἀναγνώστου: Ἡ ἐφημερίδα δὲν ἀφήνει χνούδι


Γι­ώ­τα Ἀ­να­γνώ­στου


Ἡ ἐ­φη­με­ρί­δα δὲν ἀ­φή­νει χνού­δι


ἀ­φι­ε­ρώ­νε­ται στὴ Μ.Χ. ποὺ τὸ ἐ­νέ­πνευ­σε

Α ΜΠΟΡΟΥΣΕ νὰ εἶ­ναι ἡ κυ­ρί­α Ντά­λο­γου­ε­ϊ, ποὺ δρα­πέ­τευ­σε ἀ­πὸ τὸ βι­βλί­ο τῆς Βιρ­τζί­νια Γοὺλφ καὶ βγῆ­κε γιὰ τὴν κα­θη­με­ρι­νή της τσάρ­κα. Ἡ θη­λυ­κὴ ἐκ­δο­χὴ τοῦ Λε­ο­πόλ­δου Μπλούμ. Συ­νο­πτι­κό­τε­ρη καὶ γο­η­τευ­τι­κό­τε­ρη. Ἀ­πο­λύ­τως ἀ­κα­τάλ­λη­λη γιὰ ὅ­σους μὲ τὰ βι­βλί­α ἐ­πι­θυ­μοῦν νὰ ἀν­τι­κα­τα­στή­σουν τὰ βα­ρά­κια τοῦ γυ­μνα­στη­ρί­ου καὶ γιὰ τοὺς ἄλ­λους ποὺ δὲν θὰ δί­στα­ζαν νὰ ἀ­ρά­ξουν στὴν πα­ρα­λί­α μὲ τὸν «Ὀ­δυσ­σέ­α» στὰ γλι­στε­ρὰ ἀ­πὸ τὸ ἀν­τη­λια­κὸ χέ­ρια καὶ τά­χα δὲν προ­σέ­χουν ὅ­λη τὴν ἐ­κτε­θει­μέ­νη γύ­μνια. Τό­σο ἀ­πορ­ρο­φη­μέ­νοι στὴν ἀ­νά­γνω­ση. Τρύ­πω­σε ἡ Βιρ­τζί­νια στὸν λο­γο­τε­χνι­κὸ κα­νό­να τὸν ἀν­δρο­κρα­τού­με­νο. Εἶ­χε φαί­νε­ται δι­κό της δω­μά­τιο. Ἔ­σκα­σε ὁ ἀ­νυ­πέρ­βλη­τος ὁ Τζό­υς ἀ­π’ τὸ κα­κό του ποὺ δὲν θὰ εἶ­ναι μό­νος νὰ ἀ­πο­λαμ­βά­νει τὶς δάφ­νες τοῦ βι­βλί­ου ποὺ ὅ­λοι ξέ­ρουν καὶ κα­νεὶς δὲν ἄν­τε­ξε νὰ τὸ τε­λει­ώ­σει.

        Αὐ­τὴ δὲν ἦ­ταν ὁ Λε­ο­πόλ­δος Μπλούμ. Θὰ μπο­ροῦ­σε ὡ­στό­σο νὰ εἶ­ναι ἡ κυ­ρί­α Ντά­λο­γου­ε­ϊ. Ἔ­κα­νε κά­θε μέ­ρα τὴν ἴ­δια δι­α­δρο­μή. Κά­θε μέ­ρα μὲ δι­α­φο­ρε­τι­κὸ φό­ρε­μα. Ὅ­λα χρω­μα­τι­στά, φαν­τα­χτε­ρὰ καὶ κραυ­γα­λέ­α. Καὶ τὸ κρα­γιὸν της κα­τα­κόκ­κι­νο. Σὲ ἀ­πό­λυ­τη ἀ­νι­σορ­ρο­πί­α μὲ τὴν ἡ­λι­κί­α της καὶ τὶς ἐ­πι­τα­γὲς τῆς μό­δας, ἀλ­λὰ καὶ μὲ τὴν ἡ­ρω­ί­δα πρό­τυ­πο. Στὴ λα­ϊ­κὴ γιὰ φροῦ­τα. Στὸ σοῦ­περ-μάρ­κετ κά­ποι­α ἀ­πα­ραί­τη­τα, καὶ τὴν κα­θη­με­ρι­νὴ μι­κρὴ σο­κο­λα­τί­τσα (γιὰ τοὺς πο­λέ­μιους τῶν ὑ­πο­κο­ρι­στι­κῶν νὰ ση­μει­ω­θεῖ ὅ­τι ἐ­δῶ εἶ­ναι ἀ­πα­ραί­τη­το λό­γω με­γέ­θους, τι­μῆς καὶ δί­αι­τας). Τέ­λος στὸ πε­ρί­πτε­ρο. Μιὰ το­πι­κὴ ἐ­φη­με­ρί­δα, χα­μη­λῆς κυ­κλο­φο­ρί­ας. Μὲ τὶς τσάν­τες στὰ χέ­ρια καὶ τὴν ἐ­φη­με­ρί­δα στὴ μα­σχά­λη πή­γαι­νε στὸ μι­κρὸ κα­φε­νε­δά­κι. Ἀ­πό­με­ρο καὶ συμ­πα­θη­τι­κό. Ἀ­πὸ αὐ­τὰ ποὺ ἡ κα­λη­μέ­ρα συ­νο­δεύ­ε­ται ἀ­πὸ φι­λι­κὴ προ­σφώ­νη­ση, για­τί σὲ ξέ­ρουν. Δὲν εἶ­σαι μό­νον τὸ ἀν­τί­τι­μο ἑ­νὸς κα­φέ. Ἀ­πὸ αὐ­τά. Ζη­τοῦ­σε ἕ­ναν σκέ­το καὶ ἄ­νοι­γε πρῶ­τα τὴ σο­κο­λα­τί­τσα, με­τὰ τὴν ἐ­φη­με­ρί­δα. Δι­ά­βα­ζε τὰ ζώ­δια. Φρι­κτὴ ἡ ση­με­ρι­νὴ ἡ­μέ­ρα γιὰ «λο­γο­τέ­χνες». Δι­ά­βα­ζε καὶ χα­μο­γε­λοῦ­σε. Ρου­φοῦ­σε τὸν κα­φέ. Ἀν­τάλ­λασ­σε κου­βέν­τες μὲ τὸν κα­φε­τζή. Ἄ­φη­νε ἕ­να κέρ­μα στὸ τρα­πε­ζά­κι καὶ ση­μά­δια ἀ­πὸ τὸ κρα­γιόν της στὸ φλι­τζά­νι. Μά­ζευ­ε τὰ πράγ­μα­τά της. Ἴ­σι­ω­νε τὶς πτυ­χὲς ἀ­πὸ τὸ φό­ρε­μα. Ἔ­φευ­γε. Ἤ­ξε­ρε πὼς τὴν πα­ρα­κο­λου­θοῦ­σε.

        Στὸ σπί­τι ἄ­νοι­γε τὶς κουρ­τί­νες γιὰ νὰ τὴ βλέ­πει κα­λύ­τε­ρα. Μα­γεί­ρευ­ε. Τί­να­ζε. Σκού­πι­ζε. Τέ­λος ἔ­παιρ­νε τὴν ἐ­φη­με­ρί­δα ποὺ ἐ­κεῖ­νος ἔ­γρα­φε μό­νο γι’ αὐ­τή, τὴ δι­κή του Ὀ­δύσ­σεια σὲ δό­σεις λέ­ξε­ων κα­θο­ρι­σμέ­νου ἐκ τῶν προ­τέ­ρων ἀ­ριθ­μοῦ. Τὴν πα­τσα­βού­ρια­ζε. Στὸ ἄλ­λο χέ­ρι τὸ AJAX. Ἔ­τσι κα­θά­ρι­ζε τὰ τζά­μια της. Στὸν δι­κό της λο­γο­τε­χνι­κὸ κα­νό­να δὲν θὰ ἔμ­παι­νε πο­τέ. Μπο­ρεῖ δω­μά­τιο δι­κό της νὰ μὴν εἶ­χε καὶ ἔ­τσι μοι­ραῖ­α δὲν ἀ­νέ­πτυ­ξε κα­νέ­να συγ­γρα­φι­κὸ τα­λέν­το. Μπο­ρεῖ οἱ ἄρ­ρε­νες γρα­φιά­δες νὰ θε­ω­ροῦν πὼς τοὺς ἀ­νή­κουν ὅ­λες οἱ θέ­σεις τοῦ κα­νό­να ἀ­κό­μα κι ἂν πρό­κει­ται γιὰ πό­λεις ἐ­παρ­χια­κές, μι­κροῦ­λες, ὅ­που το μέ­γε­θος ἀ­πο­κα­λύ­πτε­ται ἀ­πὸ τὰ δε­δο­μέ­να τῆς τε­λευ­ταί­ας ἀ­πο­γρα­φῆς καὶ κά­νει ἀ­πα­ραί­τη­το γιὰ τὴν ἀ­κρί­βεια τοῦ λό­γου καὶ τὸ ὑ­πο­κο­ρι­στι­κὸ αὐ­τό. Ἀλ­λὰ τί στὸ δι­ά­βο­λο οἱ ἀ­να­γνῶ­στες στὴ με­γά­λη τους πλει­ο­ψη­φί­α, τὴν τε­ρά­στια (νὰ κι ἕ­να με­γε­θυν­τι­κὸ γιὰ τὴν ἀν­τί­στι­ξη), εἶ­ναι γυ­ναῖ­κες – ὅ­πως καὶ τὸ ἐ­κλο­γι­κὸ σῶ­μα, ἀλ­λὰ αὐ­τὸ εἶ­ναι μιὰ ἄλ­λη ἱ­στο­ρί­α. Τώ­ρα προ­έ­χει ὁ θά­να­τος τοῦ συγ­γρα­φέ­α. Ἕ­να πα­τσα­βου­ρι­α­σμέ­νο φτη­νὸ χαρ­τὶ πο­τι­σμέ­νο AJAX μές τὰ χέ­ρια της. Ἐ­τού­τη τὴ στιγ­μὴ ὁ θά­να­τος ἡ πιὸ με­γά­λη εὐ­τυ­χί­α καὶ τζά­μια ἀ­ό­ρα­τα νὰ μὴν ἐμ­πο­δί­ζει τί­πο­τα τὴν ἀ­δι­α­κρι­σί­α.

        Ἤ­ξε­ρε πὼς τὴν πα­ρα­κο­λου­θοῦ­σε, γι’ αὐ­τὸ τὸ ἔ­κα­νε ἀρ­γά, βα­σα­νι­στι­κὰ ἀρ­γά, ὅ­πως ὁ Τζό­υς.



Πη­γή: Πρώ­τη δη­μο­σί­ευ­ση.

Γι­ώ­τα Ἀ­να­γνώ­στου (Ἀ­θή­να). Τε­λεί­ω­σε τὴ Νο­μι­κὴ Σχο­λὴ Ἀ­θη­νῶν καὶ ζεῖ ἀ­πὸ τὴ δι­κη­γο­ρί­α.



		

	

Γι­ώ­τα Ἀ­να­γνώ­στου: «Τυ­χαῖ­ες συ­ναν­τή­σεις»


OLYMPUS DIGITAL CAMERA

 

Γι­ώ­τα Ἀ­να­γνώ­στου


«Τυ­χαῖ­ες συ­ναν­τή­σεις»


15-tΟ ΠΑΓΚΡΕΑΣ εἶ­ναι ἕ­να ὄρ­γα­νο ποὺ βρί­σκε­ται πί­σω ἀ­πὸ τὸ στο­μά­χι. Ὁ ρό­λος του εἶ­ναι νὰ πα­ρά­γει ὁρ­μό­νες καὶ οὐ­σί­ες ποὺ βο­η­θοῦν στὴν πέ­ψη τῶν τρο­φῶν.

       Αὐ­τὸ τὸ ὄρ­γα­νό μου δι­ά­λε­ξε νὰ χτυ­πή­σει ὁ καρ­κί­νος. Πάγ­κρε­ας.

       Τὸ ἀ­δε­νο­καρ­κί­νω­μα ἀ­φο­ρᾶ τὰ κύτ­τα­ρα τῆς ἐ­ξω­κρι­νοῦς μοί­ρας καὶ ἀ­να­πτύσ­σε­ται στὴν κε­φα­λὴ τοῦ παγ­κρέ­α­τος.

       Αὐ­τὴ εἶ­ναι ἡ πιὸ συ­νη­θι­σμέ­νη μορ­φὴ παγ­κρε­α­τι­κοῦ καρ­κί­νου. Αὐ­τὴ ἔ­χω. Ἀ­δε­νο­καρ­κί­νω­μα.

       Εἶ­ναι ὁ 7ος πιὸ συ­χνὸς καρ­κί­νος στὴν Εὐ­ρώ­πη. Πα­ρα­μέ­νει ἀ­συμ­πτω­μα­τι­κὸς γιὰ ἀρ­κε­τὸ δι­ά­στη­μα. Ἀ­πο­τε­λεῖ τὴν 5η αἰ­τί­α θα­νά­του ἀ­πὸ καρ­κί­νο.

       Θὰ πε­θά­νω σὲ μι­κρὸ χρο­νι­κὸ δι­ά­στη­μα, ἀ­πὸ τὴν 5η αἰ­τί­α θα­νά­του ἀ­πὸ καρ­κί­νο. Πῶς ἀλ­λι­ῶς; ἀ­φοῦ εἶ­ναι ὁ 7ος πιὸ συ­χνὸς καρ­κί­νος στὴν Εὐ­ρώ­πη, κι ἐ­γὼ εἶ­μαι Εὐ­ρω­παί­α. Θὰ πε­θά­νω, μοῦ τὸ εἶ­πε σή­με­ρα, κομ­ψὰ μὰ κα­θα­ρά, ὁ για­τρός μου. Θὰ πε­θά­νω.


       Δὲ μὲ πο­λυ­νοιά­ζει.  Ὅ­λα κά­πο­τε τε­λει­ώ­νουν. Σι­γὰ τὸ νέ­ο. Λὲς καὶ δὲν τὸ ξέ­ρα­με. Λὲς καὶ εἴ­χα­με ὑ­πο­γρά­ψει συμ­βό­λαι­ο. «Πὲς στοὺς θε­οὺς θὰ σβή­σω! Μά λέ­γε το γε­λών­τας.» Πρέ­πει νὰ κά­νω ρί­ζα. Ἡ βαμ­μέ­νη ρί­ζα δι­ευ­κο­λύ­νει τὸ γέ­λιο. Σή­με­ρα. Τώ­ρα. Θὰ γκρι­νιά­ξει ἡ Βού­λα ποὺ θὰ πά­ω χω­ρὶς ραν­τε­βού. Who cares?


       Τώ­ρα μά­λι­στα βαμ­μέ­νη ἡ ρί­ζα. Τὴ θαυ­μά­ζω, ὅ­σο μπο­ρῶ, μέ­σα ἀ­πὸ τὶς βι­τρί­νες τῶν κα­τα­στη­μά­των. Μὲ χτέ­νι­σε καὶ ὡ­ραί­α ἡ Βού­λα, δὲν μπο­ρῶ νὰ πῶ. Ἕ­να ὡ­ραῖ­α χτε­νι­σμέ­νο, κα­λο­βαμ­μέ­νο μαλ­λὶ δί­νει ἄλ­λο ἀ­έ­ρα στὸ βά­δι­σμα. Πιὸ ἀ­νά­λα­φρο, πιὸ παι­δι­κό.

        Μιὰ παι­δι­κὴ χα­ρὰ στὸν δρό­μο μου. Πο­τὲ δὲν πῆ­γα τὰ παι­διά μου στὴν παι­δι­κὴ χα­ρά. Φο­βό­μουν ἐ­κεῖ­νες τὶς πα­νύ­ψη­λες τσου­λῆ­θρες. Παν­τοῦ ἔ­βλε­πα κα­κο­τε­χνί­ες καὶ κρυμ­μέ­νους κιν­δύ­νους. Δὲν τὰ πῆ­γα πο­τέ. Μό­νο μὲ τὶς γι­α­γιά­δες καὶ τοὺς παπ­ποῦ­δες πή­γαι­ναν. Ἐ­γὼ μό­νο νὰ γκρι­νιά­ζω ἤ­ξε­ρα, γιὰ τὰ σκι­σμέ­να καὶ τὰ λε­ρω­μέ­να ροῦ­χα. Θὰ πά­ω τώ­ρα. Μό­νη μου. Τώ­ρα ποὺ τὰ παι­διὰ με­γά­λω­σαν καὶ φύ­γαν. Θὰ πά­ω τώ­ρα, στὴν παι­δι­κὴ χα­ρά, νὰ ἐ­ξο­φλή­σω ἕ­να πα­λιό, κα­θυ­στε­ρη­μέ­νο γραμ­μά­τιο, ἴ­σως καὶ πα­ρα­γε­γραμ­μέ­νο, μὰ θὰ πά­ω.


       Στὶς κού­νι­ες. Ναί, στὶς κού­νι­ες. Μὲ τὶς γό­βες καὶ τὴν πέν­σιλ φού­στα. Μὲ τὸ χτε­νι­σμέ­νο μαλ­λί. Ἐ­κεῖ μὲ τοὺς πι­τσι­ρι­κά­δες. Ἐ­κεῖ ποὺ ἡ ζω­ὴ φω­νά­ζει δυ­να­τὰ καὶ τσι­ρί­ζει καὶ πέ­φτει καὶ χτυ­πά­ει στὰ γό­να­τα. Ἐ­κεῖ ποὺ ὅ­λα περ­νᾶ­νε μ’ ἕ­να τσι­ρό­το καὶ δὲν χρει­ά­ζον­ται χη­μει­ο­θε­ρα­πεί­α καὶ δὲν τε­λει­ώ­νουν. Κρί­μα ποὺ ἄρ­γη­σα τό­σο πο­λὺ νὰ μά­θω νὰ μὴ μὲ νοιά­ζει.


       Μὲ κοι­τοῦν πε­ρί­ερ­γα. Μα­μά­δες καὶ γι­α­γιά­δες καὶ παπ­ποῦ­δες καὶ ἀλ­λο­δα­πὲς νταν­τά­δες. «Τί κοι­τᾶ­τε ρέ; Πρώ­τη φο­ρὰ βλέ­πε­τε ξέμ­παρ­κη με­σό­κο­πη στὴν παι­δι­κὴ χα­ρά;», σκέ­φτο­μαι καὶ χα­μο­γε­λῶ καὶ δὲν μὲ νοιά­ζει. Μό­νο τὰ παι­διὰ ξέ­ρουν νὰ κοι­τοῦν καὶ νὰ βλέ­πουν, οἱ ἄλ­λοι, δυ­στυ­χῶς, μό­νο κοι­τοῦν. Κι ἐ­γὼ δι­α­λέ­γω μό­νο τὰ παι­διὰ νὰ βλέ­πω, τοὺς ἄλ­λους μό­νο τοὺς κοι­τῶ καὶ πε­ρι­μέ­νω. Πε­ρι­μέ­νω ν’ ἀ­δειά­σει ἡ παι­δι­κὴ χα­ρά. Νὰ κά­νω κού­νια. Τί­πο­τα ἄλ­λο πιὰ δὲν πε­ρι­μέ­νω.


       Εἶ­χε νυ­χτώ­σει, ὅ­ταν ἦρ­θε νὰ κα­θί­σει στὴ δι­πλα­νὴ κού­νια. Κού­ρε­μα νε­ο­σύλ­λε­κτου. Ψη­λός, στη­τός, γε­ρο­δε­μέ­νος. Τὸν εἶ­χα ἐν­το­πί­σει ἀ­πὸ πρὶν ποὺ κα­θό­ταν στὸ παγ­κά­κι. Πὼς τὸν τρο­μά­ζαν τῶν παι­δι­ῶν οἱ φω­νὲς καὶ τα­ρα­ζό­ταν σύγ­κορ­μος σὰν νά ’­ταν σὲ πε­δί­ο μά­χης. Σὰν νά ’­χε ζή­σει βί­αι­ους θα­νά­τους. Σὰν νά ’­χε σκο­τώ­σει κοί­τα­ζε τὰ χέ­ρια του. Τώ­ρα ποὺ ὅ­λοι ἔ­χουν φύ­γει καὶ κου­νι­έ­ται μα­ζί μου στὴ δι­πλα­νὴ κού­νια, μοιά­ζει πιὸ ἤ­ρε­μος. Ποῦ νά ’­ξε­ρε ὁ κα­η­με­νού­λης ὅ­τι κι ἐ­γὼ μὲ ὑ­πη­ρε­σια­κὸ ση­μεί­ω­μα κυ­κλο­φο­ρῶ.


       Κου­νι­ό­μα­στε ἀρ­γά. Ὁ κα­θέ­νας στὶς δι­κές του σκέ­ψεις βυ­θι­σμέ­νος. Εἶ­μαι σί­γου­ρη ὅ­τι πρὶν λί­γο και­ρό, ἴ­σως καὶ χθὲς ἀ­κό­μη, ὁ νέ­ος ἄν­τρας ποὺ κου­νι­έ­ται δί­πλα μου, βρι­σκό­ταν στὴ Συ­ρί­α. Ἔ­χουν πό­λε­μο ἐ­κεῖ. Δὲν ξέ­ρω πῶς. Ἁ­πλὰ εἶ­μαι σί­γου­ρη. Κα­θὼς κου­νι­έ­ται ψά­χνει στὸ τζά­κετ ποὺ φο­ρά­ει. Βγά­ζει ἕ­να πα­κέ­το τσι­γά­ρα.


       — Συ­γνώ­μη, μή­πως ἔ­χε­τε φω­τιά;

       — Ἔ­λα πά­ρε, ἀλ­λὰ ἄ­σε τὸ πλη­θυν­τι­κό. Πὲς πὼς μι­λᾶς στὴ μά­να σου.

       —  Ὄ­μορ­φη νύ­χτα.

       — Ναί, ὄ­μορ­φη καὶ ἥ­συ­χη.

       — Εἶ­ναι κα­λὴ ἡ ἡ­συ­χί­α, ὅ­ταν γυρ­νᾶς ἀ­πὸ τὴν κό­λα­ση.

       —  Καὶ χρή­σι­μη, ὅ­ταν εἶ­σαι μέ­σα της.

       —  Στὴν ἡ­συ­χί­α;

       —  Ὄ­χι ἀ­γό­ρι μου, στὴν κό­λα­ση.

       —  Εἶ­δα ἀν­θρώ­πους νὰ σκο­τώ­νον­ται. Ἔ­χω σκο­τώ­σει.

       —  Κι ἐ­γὼ τὸν θά­να­τό μου πε­ρι­μέ­νω.

       —  Πές μου, για­τί; Για­τί ὅ­λα αὐ­τά;

       —  Για­τί εἴ­μα­στε ἀρ­χά­ριοι, ἀ­γό­ρι μου. Γι’ αὐ­τό.


       Δὲν μι­λή­σα­με ἄλ­λο. Μεί­να­με ἐ­κεῖ, στὶς κού­νι­ες, ὣς ἀρ­γά. Κα­πνί­σα­με ὅ­σα τσι­γά­ρα ὑ­πῆρ­χαν στὰ πα­κέ­τα μας. Κι ὕ­στε­ρα πῆ­ρε ὁ κα­θέ­νας μας τὸν δρό­μο του πρὸς τὸν δι­κό του θά­να­το, ποὺ κά­που ἐ­κεῖ ἔ­ξω πε­ρί­με­νε νὰ μᾶς συ­ναν­τή­σει.


Bonsai-03c-GiaIstologio-04


Πη­γή: Πρώ­τη δη­μο­σί­ευ­ση.

Γι­ώ­τα Ἀ­να­γνώ­στου. Γεν­νή­θη­κε στὴν Ἀ­θή­να, σπού­δα­σε στὴ Νο­μι­κὴ Σχο­λὴ Ἀ­θη­νῶν καὶ ζεῖ ἀ­πὸ τὴ δι­κη­γο­ρία.