π. Ἀμ­βρό­σιος Κυα­νός: «Ἑ­νὸς δέ ἐ­στι χρεί­α…»



π. Ἀμ­βρό­σιος Κυα­νός


«Ἑ­νὸς δέ ἐ­στι χρεί­α…»


ΟΥ ΤΟ ΕΙΧΑΝ ΠΕΙ: «Πρέ­πει πα­ρὰ τὸν πό­νο νὰ τρῶ­τε. Ἀ­κό­μα κ’ ἂν δὲν τὸ ἀν­τέ­χε­τε κα­θό­λου, κάν­τε μιὰ προ­σπά­θεια. Δὲν γί­νε­ται δι­α­φο­ρε­τι­κά. Ἀ­πὸ δῶ καὶ στὸ ἑ­ξῆς ἔ­τσι θἆ­ναι τὰ πράγ­μα­τα…»

       Κ’ ἔ­τσι ἦ­ταν. Πράγ­μα­τι, πρῶ­τα-πρῶ­τα εἶ­ν’ ἡ ἀ­νάγ­κη. Θέ­λεις νὰ φᾷς, δὲν γί­νε­ται κ’ ἀλ­λι­ῶς – θὰ πέ­σῃς κά­τω! Βέ­βαι­α, ἡ ζέ­στη δὲν ἐ­πι­τρέ­πει τὰ βα­ριὰ κ’ ἑλ­κυ­στι­κὰ πιά­τα τῆς κα­τὰ τ’ ἄλ­λα ὠ­φέ­λι­μης με­σο­γεια­κοῦ τύ­που κτη­νω­δί­ας, ἀ­νοί­γει ὡ­στό­σο —ἂν στὸ κά­δρο μέ­σα ὑ­πάρ­χῃ καὶ λί­γη θά­λασ­σα— τὴν ὄ­ρε­ξι, προ­κα­λών­τας ἕ­να γα­στρι­μαρ­γι­κό, ὀρ­γι­α­στι­κὸ αἰ­σθη­τή­ριο, συ­νο­δευ­μέ­νο πάν­το­τε ἀ­πὸ τὸ ἀ­πα­ραί­τη­το πα­γω­μέ­νο λευ­κὸ κρα­σί. (Ὧ­ρες-ὧ­ρες δί­δε­ται ἡ ἐν­τύ­πω­σι ὅ­τι τὸ φα­γη­τὸ εἶ­ναι μιὰ φτη­νὴ πρό­φα­σι γιὰ νὰ πί­νῃ κα­νεὶς ἀ­νε­νό­χλη­τα ἀλ­κο­όλ, ἂν καὶ τὰ ἀρ­χαι­ο­λο­γι­κὰ εὑ­ρή­μα­τα καὶ ἡ μι­κρὴ προ­σω­πι­κὴ πεῖ­ρα τοῦ κα­θε­νὸς ἀ­πο­δει­κνύ­ουν ὅ­τι κά­τι τέ­τοι­ο πι­θα­νό­τα­τα δὲν ἰ­σχύ­ῃ).

       Ἡ ἀ­νάγ­κη, λοι­πόν… Θὰ φᾷς! Για­τὶ ἂν δὲν φᾷς θὰ κα­ταρ­ρεύ­σῃς, γε­γο­νὸς ποὺ στὴν Ἀ­θή­να τοῦ 21ου αἰ­ῶ­να δὲν θὰ τρα­βοῦ­σε τὰ βλέμ­μα­τα – θυ­μή­σου, ἂς ποῦ­με, ἐ­κεῖ­νο τὸ πρε­ζό­νι ποὺ ἔ­πε­σε μπρὸς στὰ πό­δια σου στὴν Σό­λω­νος, ἐ­νῶ ἐ­σὺ συ­νέ­χι­ζες νὰ περ­πα­τᾷς περ­νών­τας σχε­δὸν ἀ­πὸ πά­νω του, ἐ­πι­στρα­τεύ­ον­τας πλη­θώ­ρα φτη­νῶν δι­και­ο­λο­γι­ῶν γι’ αὐ­τή σου τὴν κα­τὰ τ’ ἄλ­λα αὐ­τό­μα­τη, ἀν­τα­να­κλα­στι­κὴ ἐ­νέρ­γεια, τὴν τό­σο πε­ρι­φρο­νη­τι­κὴ κ’ ὅ­μως τὴν ἴ­δια στιγ­μὴ τό­σο —στὸ μυα­λό σου πάν­το­τε— δί­και­η. Στὴν Ἀ­θή­να, λέ­ω, δὲν θὰ ἔ­κα­νε σὲ κα­νέ­ναν ἐν­τύ­πω­σι, ὅ­μως στὴν ἑλ­λη­νι­κὴ ἐ­παρ­χί­α θὰ πυ­ρο­δο­τοῦ­σε μιὰ σει­ρὰ ἀ­πὸ ἁ­λυ­σι­δω­τὲς ἀν­τι­δρά­σεις κ’ ἀλ­λε­πάλ­λη­λες ἐ­κρή­ξεις εἰ­κα­σι­ῶν καὶ ὑ­πο­θέ­σε­ων, ποὺ θὰ ξε­περ­νοῦ­σαν κά­θε προσ­δο­κί­α χα­λι­να­γώ­γη­σης τοῦ ἀν­θρώ­πι­νου Πη­γά­σου! Πρέ­πει νὰ φᾷς, ἑ­πο­μέ­νως… Εἰ­δάλ­λως, ἐ­πέρ­χε­ται ἡ κα­τάρ­ρευ­σι!

       Καὶ τρῷς, καὶ τρῷς, καὶ τρῷς, κ’ ἔ­πει­τα στέ­κεις, ἀ­να­σαί­νεις κ’ ἀ­να­μέ­νεις τὸ μοι­ραῖ­ο. Τὸν ἐγ­κέ­λα­δο ἐ­κεῖ­νον ποὺ σοῦ συ­στρέ­φει τὰ ὄρ­γα­να, σὰν φί­δια ποὺ μό­λις ἔ­χουν βγῇ ἀ­π’ τὴν κοι­λιὰ τῆς μά­νας τους (μιᾶς καὶ δὲν γεν­νοῦν ὅ­λα τὰ φί­δια ἀ­βγά· ὡ­ρι­σμέ­να εἴ­δη προ­σφέ­ρουν τὸ δω­ρο­μαρ­τύ­ριο τῆς ζω­ῆς σὲ ἀ­πευ­θεί­ας με­τά­δο­σι, ἀ­φή­νον­τας κα­τὰ μέ­ρους ζυ­γω­τὰ καὶ λοι­πὰ προ­πα­ρα­σκευ­α­στι­κὰ στά­δια). Στω­ϊ­κὰ πε­ρι­μέ­νεις τὴ σει­σμι­κὴ δό­νη­σι ποὺ ξαφ­νι­κὰ θὰ σκί­σῃ τὰ σπλά­χνα σου, ὅ­πως τὸ σκε­πάρ­νι τὰ φρε­σκο­ψη­μέ­να πυ­ρό­του­βλα, ὅ­πως τὸ κυρ­τὸ ράμ­φος τοῦ γυ­πα­ε­τοῦ ποὺ βυ­θί­ζε­ται κα­θ’ ἡ­μέ­ραν κ’ ἑ­σπέ­ραν στὸ προ­μη­θε­ϊ­κὸ ἧ­παρ. Με­γά­λο μυ­στή­ριο τὸ ἀν­θρώ­πι­νο σῶ­μα, σκέ­φτε­σαι, ἐ­νῶ ἀ­να­μέ­νεις καρ­τε­ρι­κὰ τὴν ἀ­πο­δρο­μὴ τοῦ πό­νου ἀ­π’ τὸ κορ­μί σου. Μιὰ ἀ­πο­δρο­μὴ ποὺ ἀ­φή­νει ρωγ­μές, συν­τρίμ­μια, χα­λά­σμα­τα, ξέ­φτια ἀ­πὸ σο­φά­δες καὶ φλοῦ­δες ὑ­γρα­σί­ας ποὺ πέ­φτουν σὰν νυ­φι­κὰ πέ­πλα ἀ­π’ τὰ φου­σκω­μέ­να τα­βά­νια, ἐ­νῶ τὸ ἑ­πό­με­νο γεῦ­μα κα­ρα­δο­κεῖ, ἐ­κεῖ πέ­ρα, κρυμ­μέ­νο μέ­σα στὴ χα­μη­λὴ βλά­στη­σι, πε­ρι­μέ­νον­τας μὲ τὴ σει­ρά του κι αὐ­τό, τὸ γέ­ρι­κο πα­ρα­δο­μέ­νο ζῷ­ο τοῦ κορ­μιοῦ σου ποὺ μέ­νει πί­σω ἀ­π’ τὴν ὑ­πό­λοι­πη εὔ­ρω­στη ἀ­γέ­λη, ὥ­στε μὲ γρή­γο­ρα σάλ­τα νὰ τοῦ κα­τα­φέ­ρῃ τὸ ἀ­πο­φα­σι­στι­κό, τὸ μοι­ραῖ­ο πλῆγ­μα.

       Κ’ οἱ μέ­ρες περ­νοῦν, δι­α­δέ­χον­ται ἡ μί­α τὴν ἄλ­λη, δὲν ἔ­χουν τε­λει­ω­μό. Κ’ ἡ ἀ­νάγ­κη αὐ­τὴ δὲν παύ­ει, μέ­νει μό­νη-πρώ­τη ἐ­κεῖ, καρ­φι­τσω­μέ­νη στὴν ἡ­με­ρή­σια δι­ά­τα­ξι ἑ­νὸς ἀ­τέ­λει­ω­του πό­νου ποὺ δὲν μπο­ρεῖ νὰ κοι­νω­νη­θῇ μὲ τί­πο­τα. Στὸ λέ­νε καὶ στὸ ξα­να­λέ­νε: «Πρέ­πει νὰ τρῶ­τε, πά­τερ, κ’ ἂς πο­νᾶ­τε. Λί­γο, κά­τι ἐ­λά­χι­στο. Πῶς θὰ γί­νῃ δη­λα­δή; Θὰ πε­θά­νε­τε ἀ­π’ τὴν ἀ­σι­τί­α;» Κι ὅ­λες αὐ­τὲς οἱ φω­νὲς κλω­θο­γυ­ρί­ζουν στὸ μυα­λό σου, σαρ­κο­φά­γες σὰν ἐ­κεῖ­να τὰ κόκ­κι­να μυρ­μήγ­κια τῆς Αὐ­στρα­λί­ας ποὺ τό­σο σ’ ἐν­τυ­πω­σί­α­ζαν στὸ πα­ρελ­θόν, ὅ­ταν τὰ πάν­τα σ’ ἐν­δι­έ­φε­ραν ἐ­ξί­σου.

       Μὰ φυ­σι­κά, θὰ ξα­να­φᾷς – εἶ­ναι ἀ­ναγ­καῖ­ο. Τὸ ξέ­ρεις κ’ ἐ­σὺ πὼς θὰ κυ­λή­σῃς, δὲν γί­νε­ται κ’ ἀλ­λι­ώ­τι­κα. Σή­με­ρα εἶ­ναι καὶ τῆς Πα­να­γί­ας κ’ εἶ­σαι κα­λε­σμέ­νος σὲ τρα­πέ­ζι. «Μὰ πῶς θὰ γί­νῃ δη­λα­δή; Θὰ πε­θά­νε­τε ἀ­π’ τὴν ἀ­σι­τί­α;».



Πηγή: Πρώ­τη δη­μο­σί­ευ­ση. Ἀ­πὸ τὴν ὑ­πὸ ἔκ­δο­ση συλ­λο­γὴ ἀ­φη­γη­μά­των: Ἱ­στο­ρί­ες ἑ­νὸς ἐ­λά­χι­στου βί­ου.

π. Ἀμ­βρό­σιος Κυα­νός (1982): Γεν­νή­θη­κε στὸ  Ὡ­ραι­ό­κα­στρο Θες/νί­κης καὶ με­γά­λω­σε στὴν Ἀ­θή­να. Σπού­δα­σε Νο­μι­κὰ καὶ Θε­ο­λο­γί­α στὰ Πα­νε­πι­στή­μια τῶν Ἀ­θη­νῶν καὶ τοῦ Tübingen. Ἐ­κά­ρη μο­να­χὸς τὸν Νο­έμ­βριο τοῦ 2015, ἐκ­κι­νών­τας ἔ­κτο­τε ἱ­ε­ρα­πο­στο­λι­κὸ ἔρ­γο στὶς χῶ­ρες τῆς Κεν­τρι­κῆς Ἀ­σί­ας. Ἄρ­θρα, κρι­τι­κὲς πα­ρεμ­βά­σεις καὶ δι­η­γή­μα­τά του ἔ­χουν δη­μο­σι­ευ­τεῖ σὲ ἑλ­λη­νι­κὰ καὶ ξέ­να ἔν­τυ­πα καὶ ἠ­λε­κτρο­νι­κὰ πε­ρι­ο­δι­κὰ κι ἐ­φη­με­ρί­δες. Πλέ­ον ζεῖ μό­νι­μα στὴν Τα­σκέν­δη τοῦ Οὐζ­μπε­κι­στὰν φρον­τί­ζον­τας τὴν ἐ­να­πο­μεί­να­σα ἑλ­λη­νι­κὴ πα­ροι­κί­α.


		
Διαφημίσεις