Ἄρις Ἀλεβῖζος: Τὰ διηγήματα τοῦ Τσαϊκόφσκι

 

 

Ἄ­ρις Ἀ­λε­βῖ­ζος

 

Τὰ δι­η­γή­μα­τα τοῦ Τσα­ϊ­κόφ­σκι

 

­ΝΙ­ΒΑΣ.­.­.­», ἦ­ταν ἀ­γα­πη­μέ­νη του τη­λε­φω­νι­κὴ προ­τρο­πὴ κά­θε με­ση­μέ­ρι. Ἀν­τὶ γιὰ «ἀ­νέ­βα».

Δού­λευ­ε σὲ με­γά­λο δι­κη­γο­ρι­κὸ γρα­φεῖ­ο ποὺ ἀρ­γὰ τὸ με­ση­μέ­ρι ἐ­ρή­μω­νε. Τό­τε ἀ­κρι­βῶς τη­λε­φω­νοῦ­σε καὶ μὲ πρό­στα­ζε: «Ἀ­νί­βας…»

       Μὲ πε­ρί­με­νε πί­σω ἀ­πὸ τὸ γρα­φεῖ­ο του ὁ ἴ­διος καὶ πά­νω στὸ γρα­φεῖ­ο ἕ­να πο­τή­ρι νε­ρω­μέ­νο —κα­τὰ τὴν ἰ­δι­ο­τρο­πί­α μου— οὐ­ί­σκι. Ὁ ἴ­διος βρι­σκό­ταν στὸ δεύ­τε­ρο, ἔ­λε­γε. Στὸ τρί­το καὶ βά­λε ἦ­ταν.

       Ἔ­βα­ζε στὴ μέ­ση κά­τι πα­λι­ο­στρα­γά­λια νὰ μα­σου­λᾶ­με καὶ ἀρ­χί­ζα­με. Κου­βέν­τα καὶ πι­ό­μα. Τὸ πι­ό­μα εἶ­χε πάν­τα στα­θε­ρὴ ἐ­ξέ­λι­ξη: Ἐ­γὼ στὸ τρί­το σχε­δὸν πάν­τα στα­μα­τοῦ­σα. Ὁ ἴ­διος συ­νέ­χι­ζε μέ­χρι τέ­ταρ­το-πέμ­πτο, ἀλ­λὰ συ­νέ­χι­ζε καὶ τὸ βρά­δυ στὸ μπε­κι­ά­ρι­κο σπί­τι του. Ἀν­τί­θε­τα ἡ κου­βέν­τα μας —μὲ θέ­μα ὅ,τι κα­θό­ταν— πο­τὲ δὲν ξέ­ρα­με ποῦ θὰ βγά­λει. Ἄλ­λο­τε συμ­φω­νού­σα­με καὶ ἐ­ξε­λισ­σό­ταν ὁ­μα­λά, ἄλ­λο­τε βγά­ζα­με τὰ μά­τια μας καὶ φεύ­γα­με σκο­τω­μέ­νοι.

       Μὲ τὰ χρό­νια μὲ κού­ρα­σε αὐ­τὴ ἡ φα­γω­μά­ρα —ποὺ τοῦ τὴν ἀ­πέ­δι­δα— ἄρ­χι­σα νὰ ἀ­πο­μα­κρύ­νο­μαι. Ὁ ἴ­διος συ­νέ­χι­σε νὰ πί­νει ὅ­λο καὶ πιὸ πο­λύ, κα­τέ­λη­ξε ἀλ­κο­ο­λι­κός.

       Μα­ζευ­τή­κα­με μιὰ μέ­ρα οἱ τρεῖς πιὸ στε­νοί του φί­λοι —παρ’ ὅ­τι ἀ­πο­μα­κρυ­σμέ­νος ἐ­ξα­κο­λου­θοῦ­σα νὰ ἀ­νή­κω σὲ αὐ­τούς—, «εἶ­σαι ἀλ­κο­ο­λι­κός, πα­ρα­δέ­ξου το», τοῦ εἴ­πα­με.

       «Ποι­ός, ἐ­γώ; Ὅ­πο­τε θέ­λω τὸ κό­βω…­», λε­ον­τά­ρι­σε στὴν ἀρ­χή, ὕ­στε­ρα ὁ­μο­λό­γη­σε.

       Μπῆ­κε γιὰ ἀ­πε­ξάρ­τη­ση στὸ Δαφ­νί. Ὅ­λοι οἱ δι­κοί του σκι­στή­κα­νε στὴν ἀρ­χή, ἀ­κό­μη κι ἐ­γώ. Τὸν ἐ­πι­σκέ­φτη­κα ἀρ­κε­τὲς φο­ρές, μό­λις βγῆ­κε τοῦ κά­να­με θρι­αμ­βευ­τι­κὴ ὑ­πο­δο­χή. Ἔ­πει­τα τὸν πα­ρα­λά­βα­με μὲ τὸν Κώ­στα καὶ τὸ Νί­κο, τοὺς δύ­ο ἄλ­λους τῆς τριά­δας, τὸν πή­γα­με ἐκ­δρο­μὴ στὴ Βό­ρεια Πε­λο­πόν­νη­σο.

       Ἔ­μει­νε κα­θα­ρὸς κά­ποι­ους μῆ­νες, ὕ­στε­ρα ξα­να­κύ­λη­σε. Τη­λε­φω­νοῦ­σε καὶ ψεύ­δι­ζε, δὲν ἤ­θε­λε πο­λὺ γιὰ νὰ κα­τα­λά­βω.

       Ξα­ναμ­πῆ­κε γιὰ ἀ­πε­ξάρ­τη­ση, ξα­να­βγῆ­κε. Μέ­ρες ἀρ­γό­τε­ρα τὸν πῆ­ρα μα­ζί μου σ’ ἕ­να ἐ­παγ­γελ­μα­τι­κὸ τα­ξί­δι στὴν ἐ­παρ­χί­α. Νὰ πιά­σει τὸν κα­φὲ πή­γαι­νε καὶ τὸ χέ­ρι του ἔ­τρε­με.

       Ἔ­πει­τα ἄρ­χι­σε νὰ μπαί­νει καὶ νὰ βγαί­νει στὸ «Γα­λή­νη», ἔ­χα­σα τὸν λο­γα­ρια­σμό. Κό­πα­σε σι­γὰ-σι­γὰ τὸ ἐν­δι­α­φέ­ρον μου, ἔ­φτα­σα στὸ τέ­λος ν’ ἀ­δι­α­φο­ρῶ.

       Μέ­σα στὴν τύ­φλα του ἐ­ξα­κο­λου­θοῦ­σε νὰ μὲ παίρ­νει στὸ τη­λέ­φω­νο, «ἔ­λα ρὲ πθο­φί­μι…­».

       Μοῦ ἔ­στελ­νε μη­νύ­μα­τα ὅ­λο πί­κρα, «ἕ­να φί­λο νό­μι­ζα κι ἐ­γὼ πὼς εἶ­χα…»

       Ἀ­πὸ ἕ­να ση­μεῖ­ο καὶ πέ­ρα τοῦ τὴ σβού­ρι­ξε μὲ τὶς που­τά­νες. Κλει­νό­ταν σ’ ἕ­να ξε­νο­δο­χεῖ­ο καὶ φώ­να­ζε δυ­ὸ-τρεῖς. Νὰ γα­μή­σει δὲν μπο­ροῦ­σε. Ἄλ­λο­τε ἔ­βα­ζε ὑ­παλ­λή­λους τοῦ ξε­νο­δο­χεί­ου νὰ τὶς πη­δᾶ­νε κι αὐ­τὸς κοί­τα­ζε, ἄλ­λο­τε ἔ­βα­ζε τὶς γυ­ναῖ­κες νὰ κά­νουν δι­ά­φο­ρα με­τα­ξύ τους κι αὐ­τὸς πά­λι κοί­τα­ζε. Ἐ­ξα­κο­λου­θοῦ­σε ὡ­στό­σο νὰ μὲ παίρ­νει στὸ τη­λέ­φω­νο: «Ἀ­νί­βας!­… κερ­νά­ω που­τά­να!­» Καὶ ἐ­πέ­με­νε ἐ­πὶ ὥ­ρα στὰ σο­βα­ρά, νὰ πά­ω στὸ ξε­νο­δο­χεῖ­ο ὅ­που ἦ­ταν καὶ νὰ πη­δή­ξω… δω­ρε­άν! Πολ­λὲς φο­ρὲς γιὰ νὰ μὲ δε­λε­ά­σει, μοῦ ἔ­δι­νε τὴν ἴ­δια τὴ γυ­ναί­κα.

       «Ἰ­έ­λα», ἄ­κου­γα τὴν Ρω­σο­ου­κρα­νο­μολ­δαυ­ὴ νὰ μοῦ λέ­ει καὶ ἄ­νοι­γε ἡ καρ­διά μου.

       «Πὲς εἶ­μαι που­τά­να μω­ρή, πὲς εἶ­μαι που­τά­να…­», τὸν ἄ­κου­γα νὰ πα­ρι­στά­νει τὸν αὐ­στη­ρὸ ὑ­πο­βο­λέ­α.

       «Εἶ­μαι πο­τά­να», ἐ­πα­να­λάμ­βα­νε ἡ ἔρ­μη καὶ ἔ­κλει­να τὸ τη­λέ­φω­νο ἀ­λη­θι­νὰ λυ­πη­μέ­νος.

       Κά­ποι­α φο­ρὰ μὲ πέ­τυ­χε σὲ τα­βέρ­να μὲ φί­λους.

       «Δὲ μοῦ λὲς ρὲ πθο­φί­μι…»

       Κά­θε λέ­ξη ποὺ πρό­φε­ρε ἀ­πεῖ­χε ἀ­πὸ τὴν ἄλ­λη ἀρ­κε­τὰ δευ­τε­ρό­λε­πτα.

       «Δὲ μοῦ λὲς ρὲ πθο­φί­μι, ἐ­θὺ ποὺ κά­νεις καὶ τὸ μορ­φω­μέ­νο, τί μοῦ λέ­ει τού­τη ἐ­δῶ ἡ που­τά­να, ὁ Τσα­ϊ­κό­φθκι δὲν ἔ­χει γρά­ψει δι­η­γή­μα­τα;»

       «Ὁ Τσα­ϊ­κόφ­σκι;»

       «Ναὶ ὁ Τσα­ϊ­κόθ­κι; Γιὰ πάρ­τη νὰ τὰ πεῖ­τε…»

       «Τοῦ λέ­ω, κύ­ρι­ε», ἄ­κου­σα μιὰ νε­α­νι­κὴ φω­νὴ μὲ ξε­νι­κὴ προ­φο­ρά, «ὅ­τι ὁ Τσέ­χωφ ἔ­χει γρά­ψει δι­η­γή­μα­τα, ὄ­χι ὁ Τσα­ϊ­κόφ­σκι…»

 

       Ἔ­φτα­σε σὲ χά­λια ἀ­προ­χώ­ρη­τα. Κλει­σμέ­νος σ’ ἕ­να ἄ­θλιο δι­α­μέ­ρι­σμα μὲ τὸ γέ­ρο πα­τέ­ρα του, τρώ­γον­ταν, δέρ­νον­ταν, τὰ ἔ­κα­νε πά­νω του, «θὰ τὸν σκο­τώ­σω νὰ ἡ­συ­χά­σω», ἀ­πει­λοῦ­σε ὁ γέ­ρος.

       Ἔ­μει­νε κε­νὴ ἡ ἀ­πει­λή, πρό­λα­βε νὰ πε­θά­νει μό­νος του.

       Στὴν κη­δεί­α κοί­τα­ζα τὸ πρό­σω­πό του, τὸ στε­νό­τε­ρο γιὰ μέ­να πρό­σω­πο κον­τὰ μιὰ δε­κα­ε­τί­α, χω­ρὶς κα­νέ­ναν σπα­ραγ­μό.

      «Μᾶλ­λον ἔ­χω γί­νει ἀ­νάλ­γη­τος», ἐξομολογήθηκα στὸν Κώστα τὴν ὥρα τοῦ καφὲ τῆς παρηγοριᾶς.

      «Κατὰ βάθος θά ’θελα κι ἐγὼ νὰ ἐπιβεβαιώσω τὴν ἀναλγησία σου. Δὲ νομίζω ὅμως ὅτι μπορῶ…»

  

 

Πη­γή: Πρώ­τη δη­μο­σί­ευ­ση.

 

Ἄ­ρις Ἀ­λε­βῖ­ζος (Χά­στε­μη [Λευ­κο­χώ­ρα] Μεσ­ση­νί­ας, 1955). Δι­ή­γη­μα, μυ­θι­στό­ρη­μα. Σπού­δα­σε Νο­μι­κὰ καὶ δι­κη­γο­ρεῖ στὴν Ἀ­θή­να. Δη­μο­σί­ευ­σε τὰ βι­βλί­α πε­ζο­γρα­φί­ας: Δει­νὸς κα­βα­λά­ρης (Πλα­νό­διον, 2000), Τὸ ἀ­ό­ρα­το ἄ­συ­λο (Κέ­δρος, 2001), Σφαῖ­ρες στὸ Αἰ­γά­λε­ω (Σο­κό­λης, 2003), Ἕ­νας Αὔ­γου­στος χω­ρὶς ἐ­πί­λο­γο (Με­ταίχ­μιο, 2005), Ἂς μὴν ἐ­νο­χλη­θεῖ κα­νείς (Με­ταίχ­μιο, 2008).