Ἀγαθοκλῆς Ἀζέλης: Ἡ κομμένη φωτογραφία


Ἀγαθοκλῆς Ἀζέλης


Ἡ κομ­μέ­νη φω­το­γρα­φί­α


Ο ΞΥΛΙΝΟ ΚΟΥΤΑΚΙ μὲ τὶς ἀ­σπρό­μαυ­ρες φω­το­γρα­φί­ες στὸν μι­σαν­τρὰ τοῦ χω­ριοῦ ἀ­πο­τε­λοῦ­σε εὐ­και­ρια­κὴ προ­σφυ­γή του, ἀ­κό­μη κι ὅ­ταν εἶ­χαν πιὰ με­τα­δη­μο­τεύ­σει, κα­θὼς ὁ θά­να­τος εἶ­χε ἀ­φή­σει πολ­λὰ ἐ­ρω­τη­μα­τι­κὰ γύ­ρω του. Οἱ πε­ρισ­σό­τε­ρες ἀ­πει­κό­νι­ζαν τὸν ἐ­κλι­πόν­τα θεῖ­ο σὲ νε­α­νι­κὴ (πῶς ἀλ­λι­ῶς) ἡ­λι­κί­α ἢ τὸν πα­τέ­ρα στὴν ἐ­πο­χὴ τῆς στρα­τι­ω­τι­κῆς θη­τεί­ας, ἐ­λά­χι­στες ἀ­κό­μη συγ­γε­νεῖς ἢ φί­λους. Τοῦ κι­νοῦ­σε πάν­το­τε τὴν πε­ρι­έρ­γεια μιὰ ἐν­τε­λῶς ἀ­ταί­ρια­στη, γιὰ δύ­ο λό­γους. Ὁ πρῶ­τος για­τί ἀ­πει­κό­νι­ζε τὴ για­γιὰ Λέ­νω, ἀ­συ­νή­θι­στα νέ­α, ντυ­μέ­νη (στὰ μαῦ­ρα βέ­βαι­α) κά­πως πιὸ ἐ­πί­ση­μα, καὶ τὸν πα­τέ­ρα του δί­πλα, μὲ ροῦ­χα τῆς πό­λης καὶ τι­ράν­τες, νέ­ο κι ἀ­γέ­ρω­χο. Ὁ δεύ­τε­ρος για­τί ἦ­ταν κομ­μέ­νη καὶ τῆς ἔ­λει­πε τὸ πά­νω δε­ξὶ μέ­ρος δί­πλα στὸν πα­τέ­ρα. Ἐ­κεῖ­να τὰ χρό­νια ὑ­πῆρ­χε πε­ρι­ο­ρι­σμὸς στὶς ἐ­ρω­τή­σεις ποὺ μπο­ροῦ­σαν νὰ τε­θοῦν, χω­ρὶς πάν­τως ρη­τὴ ἀ­πα­γό­ρευ­ση. Ἀρ­γό­τε­ρα, ὅ­ταν οἱ ἀ­πει­κο­νι­ζό­με­νοι εἶ­χαν ἀ­πο­βι­ώ­σει καὶ ὁ κό­σμος καὶ οἱ οἰ­κο­γε­νεια­κοὶ ρό­λοι εἶ­χαν ἀλ­λά­ξει, πῆ­ρε τὴν ἀ­πάν­τη­ση ἀ­πὸ τὴ μά­να του, ὅ­σα τέ­λος πάν­των ἤ­ξε­ρε κι ἐ­κεί­νη. Ὅ­ταν λοι­πὸν ὁ Μ. ἀ­πο­λύ­θη­κε ἀ­πὸ τὸ ναυ­τι­κό, τὸ δύ­σκο­λο ἔ­τος 1948 τοῦ ἐμ­φυ­λί­ου, τὸ ὀ­ρει­νὸ χω­ριὸ τῆς Ἠ­πεί­ρου εἶ­χε ἐκ­κε­νω­θεῖ μὲ κυ­βερ­νη­τι­κὴ ἐν­το­λὴ καὶ οἱ κά­τοι­κοι ἐ­κτο­πί­στη­καν εἴ­τε σὲ μιὰ γει­το­νι­κὴ κω­μό­πο­λη εἴ­τε στὴν πρω­τεύ­ου­σα τοῦ νο­μοῦ. Ὄν­τας ἀ­πα­γο­ρευ­τι­κὴ ἡ ἐ­πι­στρο­φή, ἀ­πο­φά­σι­σε νὰ μεί­νει στὴν Ἀ­θή­να κά­νον­τας εὐ­και­ρια­κὲς δου­λει­ές. Τό­τε ἦ­ταν πού, ὅ­πως συ­νη­θι­ζό­ταν, ἰ­δι­ο­ποι­ή­θη­κε ἕ­να οἰ­κό­πε­δο στὸ Πέ­ρα­μα. Στὴν ἴ­δια πε­ρι­ο­χὴ φαί­νε­ται πὼς γνώ­ρι­σε τὴν ἀ­πο­κε­κομ­μέ­νη τῆς φω­το­γρα­φί­ας. Τε­λει­ώ­νον­τας ὁ ἐμ­φύ­λιος, μὲ τὸν ἐ­πα­να­πα­τρι­σμὸ τέ­λει­ω­σε καὶ ἡ ὑ­πο­μο­νὴ τῆς Λέ­νως. Μο­λο­νό­τι ζοῦ­σε ἀ­κό­μη ὁ ἄν­τρας της, πῆ­ρε ἡ ἴ­δια τὸν δρό­μο γιὰ τὴν πρω­τεύ­ου­σα. Μὲ τί ἑλ­λη­νι­κά, τί χρή­μα­τα, τί γε­ω­γρα­φι­κὲς γνώ­σεις, κα­νεὶς δὲν ξέ­ρει. Ἐμ­φα­νί­στη­κε στὸ Πέ­ρα­μα καὶ μὲ τὴ φω­το­γρα­φί­α τοῦ πα­λι­κα­ριοῦ στὸ χέ­ρι ἔ­φτα­σε στὸν προ­ο­ρι­σμό της. Ἀ­να­φώ­νη­σε, λέ­ει, τὴ φρά­ση «τὸ δι­κό μου τὸ παι­δί», κι ὡς ἐ­κεῖ ξέ­ρου­με. Ὁ Μ. πάν­τως ἐ­πέ­στρε­ψε μα­ζί της στὸ χω­ριό. Δὲν δό­θη­κε πο­τὲ κά­ποι­α ἐ­ξή­γη­ση, πῶς βρέ­θη­καν στὴν ἴ­δια φω­το­γρα­φί­α μά­να, γιὸς καὶ ἀ­πο­κομ­μέ­νη. Οὔ­τε ἂν ἡ τε­λευ­ταί­α ἦ­ταν τὸ ἴ­διο πρό­σω­πο μὲ μιὰ ὄ­μορ­φη πο­δη­λά­τισ­σα σὲ ἡ­μι­α­στι­κὸ το­πί­ο, ἄλ­λης φω­το­γρα­φί­ας στὸ ἴ­διο ξύ­λι­νο κου­τί.



Πηγή: Ἀπὸ τὴ σειρὰ πεζῶν Θραύσματα τοῦ 20οῦ αἰώνα. Πρώτη δη­μο­σί­ευ­ση.

Ἀγαθοκλῆς Ἀζέλης (Μη­λιὰ Με­τσό­βου, 1963). Φι­λό­λο­γος στὴ Δευ­τε­ρο­βάθ­μια Ἐκ­παί­δευ­ση, ἀ­πό­φοι­τος τῆς Φι­λο­σο­φι­κῆς Ἀ­θη­νῶν καὶ δι­δά­κτο­ρας τοῦ Πα­νε­πι­στη­μί­ου τῆς Βι­έν­νης. Πρῶ­το του βι­βλί­ο: Νύ­χτες στὸ θρυμ­μα­τι­σμέ­νο ἐ­νυ­δρεῖ­ο, Ἀ­θή­να, 2008, (ποί­η­ση). Δη­μο­σί­ευ­σε με­τα­φρά­σεις γερ­μα­νό­φω­νης λο­γο­τε­χνί­ας.

Διαφημίσεις

Ἀγαθοκλῆς Ἀζέλης: Ἡ κα­θυ­στε­ρη­μέ­νη νο­σταλ­γί­α



Ἀγαθοκλῆς Ἀζέλης


Ἡ κα­θυ­στε­ρη­μέ­νη νο­σταλ­γί­α


ΤΗΝ ΑΡΧΗ ἦρ­θε ἕ­να γράμ­μα. Ὁ ἀ­πο­στο­λέ­ας ἦ­ταν ἄ­γνω­στος, ὅ­μως ὁ φά­κε­λος εἶ­χε τὸ λο­γό­τυ­πο μιᾶς ἕ­νω­σης ἀν­τι­στα­σια­κῶν μὲ ἕ­δρα τὴν Κα­λα­μά­τα. Ὁ συν­τά­κτης του ἀ­να­ζη­τοῦ­σε τὰ ἴ­χνη τοῦ Μι­χά­λη Ἀ.. Τὴ δι­εύ­θυν­ση τὴ βρῆ­κε ἀ­πὸ τὸν τη­λε­φω­νι­κὸ κα­τά­λο­γο, ὅ­μως δὲν ἦ­ταν βέ­βαι­ος ὅ­τι ἐ­πρό­κει­το γιὰ τὸ πρό­σω­πο ποὺ ἔ­ψα­χνε, κα­θὼς ὁ τό­πος ποὺ γνω­ρί­στη­καν πρὶν σα­ραν­τα­έ­ξι χρό­νια ἦ­ταν ἐν­τε­λῶς δι­α­φο­ρε­τι­κός. Ὅ­μως μό­νο σὲ ἀ­θη­να­ϊ­κὴ δι­εύ­θυν­ση βρῆ­κε τὸ ὀ­νο­μα­τε­πώ­νυ­μό του. Εἶ­χαν γνω­ρι­στεῖ, ἔ­γρα­φε, στὴν Κα­το­χή, στὴν πε­ρι­ο­χὴ τῆς Κα­λαμ­πά­κας. Τὸν βρῆ­κε βα­ριὰ τραυ­μα­τι­σμέ­νο σ’ ἕ­να σύ­θα­μνο ὁ Μι­χά­λης, ἕ­να ρο­δο­κόκ­κι­νο, γε­λα­στὸ πα­λι­κα­ρά­κι μὲ γα­λα­νὰ μά­τια. Ἔ­βο­σκε κά­τι πρό­βα­τα κον­τὰ στὸ Κα­στρά­κι. Τὸν συμ­μά­ζε­ψε, τὸν ἔ­κρυ­ψε σὲ μιὰ σπη­λιά, τὸν πε­ρι­ποι­ή­θη­κε μέ­χρι ποὺ πῆ­ρε τὰ πά­νω του καὶ βρῆ­κε τρό­πο νὰ τὸν πα­ρα­δώ­σει στοὺς συ­να­γω­νι­στές του. Με­τὰ ἀ­πὸ τό­σα χρό­νια, ποι­ός ξέ­ρει ποι­ά δύ­να­μη ἔ­σπρω­ξε τὸ χέ­ρι του νὰ γρά­ψει. Τὴν ἐ­πο­χὴ ποὺ ἔ­φτα­σε τὸ γράμ­μα ἔ­τυ­χε νὰ βρί­σκε­ται στὴν Ἀ­θή­να ὁ γιὸς τοῦ Μι­χά­λη, ἐρ­χό­με­νος ἀ­πὸ τὸ ἐ­ξω­τε­ρι­κὸ γιὰ νὰ ἐ­πι­σκε­φτεῖ τὴ μά­να. Ἐ­κεί­νη τοῦ ἀ­νέ­θε­σε νὰ γρά­ψει τὴν ἀ­πάν­τη­ση, ὅ­τι ἂν εἶ­χε βια­στεῖ λί­γο, θὰ τὸν εἶ­χε προ­λά­βει αὐ­τὸν ποὺ ἔ­ψα­χνε, ποὺ χά­θη­κε πρὶν τέσ­σε­ρα χρό­νια σὲ τρο­χαῖ­ο. Ὁ γιὸς συμ­πλή­ρω­σε τὸν ἀ­ριθ­μὸ τοῦ τη­λε­φώ­νου τους καὶ ζή­τη­σε πε­ρισ­σό­τε­ρα στοι­χεῖ­α ἀ­πὸ τὸν ἐ­πι­στο­λο­γρά­φο, κα­θὼς με­τὰ τὴν ἀ­πώ­λεια τοῦ πα­τέ­ρα ἀ­να­ζη­τοῦ­σε κά­θε πη­γὴ ποὺ θὰ μπο­ροῦ­σε νὰ κα­λύ­ψει τὰ κε­νὰ ποὺ ἄ­φη­σε πί­σω του ἀ­νέκ­κλη­τα ὁ ἐ­κλι­πών. Εἶ­χε κα­τα­λά­βει πό­σα τοῦ ἔ­λει­παν ἀ­πὸ τὸν πα­τέ­ρα, ἐ­κτὸς ἀ­πὸ τὴ φυ­σι­κή του πα­ρου­σί­α. Ὅ­μως πα­λι­ό­τε­ρα θε­ω­ροῦ­σε ὅ­τι εἶ­χαν και­ρὸ μπρο­στά τους γιὰ νὰ τὰ ποῦν. Ἡ χή­ρα ἦ­ταν πά­λι μό­νη ὅ­ταν τη­λε­φώ­νη­σε ὁ τραυ­μα­τί­ας τοῦ ’40. Πε­ρισ­σό­τε­ρο ἔ­κλαι­γαν πα­ρὰ μι­λοῦ­σαν, κα­θέ­νας γιὰ τοὺς δι­κούς του λό­γους. Ἐ­κεῖ­νος, ἀ­πα­ρη­γό­ρη­τος ποὺ τὸ κομ­μέ­νο πό­δι τὸν κα­θή­λω­σε καὶ δὲν μπό­ρε­σε νὰ ὑ­λο­ποι­ή­σει συσ­σω­ρευ­μέ­νη ἐ­πι­θυ­μί­α δε­κα­ε­τι­ῶν, νὰ ἀν­τι­κρύ­σει ἀ­πὸ ἄλ­λη σκο­πιὰ πλέ­ον ἐ­κεῖ­νον ποὺ δὲν δί­στα­σε νὰ παί­ξει τὴ ζω­ή του κο­ρώ­να-γράμ­μα­τα γιὰ ἕ­ναν ἄ­γνω­στο. Ἐ­κεί­νη για­τὶ ἡ εὐ­γνω­μο­σύ­νη τοῦ ξέ­νου ὄ­ξυ­νε τὴ δι­κή της αἴ­σθη­ση ἀ­πώ­λειας. Τὴν πρό­θε­σή του νὰ τα­ξι­δέ­ψει στὴν Ἀ­θή­να τὴν ἐμ­πό­δι­σαν γε­ρά­μα­τα κι ἀ­να­πη­ρί­α. Οὔ­τε ὅ­μως ὁ γιὸς τοῦ Μι­χά­λη ἀ­ξι­ώ­θη­κε νὰ κά­νει τὸ πο­θη­τὸ τα­ξί­δι στὴν Κα­λα­μά­τα. Με­τὰ ἀ­πὸ δε­κα­ε­τί­ες ἀ­να­λο­γί­ζε­ται τὸ πε­ρι­στα­τι­κό, ὅ­μως δὲν ἔ­χει πλέ­ον ποι­όν νὰ ψά­ξει οὔ­τε κά­ποι­ον νὰ μοι­ρα­στεῖ τὶς ἀ­πώ­λει­ες.



Πηγή: Ἀπὸ τὴ σειρὰ πεζῶν Θραύσματα τοῦ 20οῦ αἰώνα. Πρώτη δη­μο­σί­ευ­ση.

Ἀγαθοκλῆς Ἀζέλης (Μη­λιὰ Με­τσό­βου, 1963). Φι­λό­λο­γος στὴ Δευ­τε­ρο­βάθ­μια Ἐκ­παί­δευ­ση, ἀ­πό­φοι­τος τῆς Φι­λο­σο­φι­κῆς Ἀ­θη­νῶν καὶ δι­δά­κτο­ρας τοῦ Πα­νε­πι­στη­μί­ου τῆς Βι­έν­νης. Πρῶ­το του βι­βλί­ο: Νύ­χτες στὸ θρυμ­μα­τι­σμέ­νο ἐ­νυ­δρεῖ­ο, Ἀ­θή­να, 2008, (ποί­η­ση). Δη­μο­σί­ευ­σε με­τα­φρά­σεις γερ­μα­νό­φω­νης λο­γο­τε­χνί­ας.


Ἀγαθοκλῆς Ἀζέλης: Ἡ κα­τὰ λά­θος δι­α­κο­νιά­ρα



Ἀγαθοκλῆς Ἀζέλης


Ἡ κα­τὰ λά­θος δι­α­κο­νιά­ρα


ΦΕΡΕ ἀ­κό­μη ἕ­ναν γύ­ρο τὴν ἐκ­κλη­σί­α, ὅ­μως ἐ­κεί­νη ἄ­φαν­τη. Ἕ­να μού­δια­σμα πα­ρέ­λυ­σε τὸ σῶ­μα καὶ τὴ σκέ­ψη τῆς νε­α­ρῆς κο­πέ­λας. Ἀ­συ­ναί­σθη­τα τι­νά­χτη­κε καὶ βρέ­θη­κε νὰ τρέ­χει κα­τὰ μῆ­κος τῆς ὁ­δοῦ Θη­σέ­ως. Δὲν εἶ­χε στό­χο, ὅ­μως κι ὁ στό­χος θέ­λει σκέ­ψη. Κι ἐ­κεί­νης τὸ μυα­λὸ πλημ­μύ­ρι­ζαν ἀ­σύν­δε­τες εἰ­κό­νες κα­ται­γί­δα. Ὁ πα­νι­κὸς τῆς ἀ­πρό­σμε­νης ἀ­πώ­λειας ἐ­ναλ­λασ­σό­ταν μὲ τὸν τρό­μο τῆς τι­μω­ρί­ας. Ἡ ὑ­πε­ρή­λι­κη για­γιά της, πρὶν λί­γα χρό­νια φερ­μέ­νη στὴν Ἀ­θή­να, δὲν μπο­ροῦ­σε νὰ προ­σα­να­το­λι­στεῖ στοὺς δρό­μους τῆς Καλ­λι­θέ­ας. Τὰ σπί­τια ἔ­μοια­ζαν με­τα­ξύ τους, ὁ­ρί­ζον­τας δὲν φαι­νό­ταν που­θε­νά, ὅ­σο γιὰ γράμ­μα­τα δὲν γνώ­ρι­ζε, γιὰ νὰ δι­α­βά­ζει τὰ ὀ­νό­μα­τα τῶν δρό­μων. Ἤ­ξε­ρε νὰ προ­σα­να­το­λί­ζε­ται νύ­χτα χω­ρὶς φεγ­γά­ρι στὸ ὀ­ρει­νὸ δά­σος, ὅ­μως στὸ ἀ­στι­κὸ το­πί­ο ἦ­ταν ἀ­ναλ­φά­βη­τη. Κά­θε φο­ρὰ λοι­πὸν ἔ­πρε­πε νὰ τὴ συ­νο­δέ­ψει κά­ποι­ος στὴν ἐκ­κλη­σί­α. Σή­με­ρα ἦ­ταν πά­λι ἡ σει­ρὰ τῆς Μ.. Κα­θὼς ὅ­μως ἔ­πρε­πε νὰ πά­ει ἐν­δι­α­μέ­σως φρον­τι­στή­ριο, τῆς εἶ­πε νὰ τὴν πε­ρι­μέ­νει στὴν εἴ­σο­δο τῆς ἐκ­κλη­σί­ας. Καὶ τώ­ρα ἔ­γι­νε ἄ­φαν­τη. Πῶς νὰ γυ­ρί­σει μό­νη σπί­τι καὶ πῶς νὰ δι­και­ο­λο­γη­θεῖ! Ἐ­νῶ ἔ­τρε­χε, εἶ­δε ἕ­να πε­ρι­πο­λι­κὸ τῆς ἀ­στυ­νο­μί­ας νὰ περ­νᾶ καὶ στὸ πί­σω κά­θι­σμα φαι­νό­ταν ἡ για­γιά. Οἱ φω­νές της ἀ­κού­στη­καν ἀ­πὸ τὸ πλή­ρω­μα, ποὺ ἔ­πι­α­σε στὴν ἄ­κρη. Οἱ ἐ­ξη­γή­σεις ποὺ ἔ­δω­σε ἡ ἐγ­γο­νὴ φά­νη­καν ἐ­παρ­κεῖς καὶ οἱ δυ­ό τους πή­ρα­νε τὸ δρό­μο γιὰ τὸ σπί­τι. Ἡ μαυ­ρον­τυ­μέ­νη μὲ τὴ με­τσο­βί­τι­κη ἐν­δυ­μα­σί­α ἦ­ταν τα­ραγ­μέ­νη. Ὅ­ταν τε­λεί­ω­σε ἡ θεί­α λει­τουρ­γί­α, ἀ­φη­γοῦν­ταν ἀρ­γό­τε­ρα, βγῆ­κε στὴν πόρ­τα. Κα­θὼς δὲν τὴ σή­κω­ναν τὰ πό­δια της, κά­θι­σε σ’ ἕ­να σκα­λο­πά­τι. Ἔ­νι­ω­σε κά­ποι­ον νὰ τῆς βά­ζει ἕ­να νό­μι­σμα στὴν πα­λά­μη. Ἀ­να­ση­κώ­θη­κε μὲ βί­α, ὅ­μως γλώσ­σα γιὰ νὰ δι­α­μαρ­τυ­ρη­θεῖ δὲν ἤ­ξε­ρε. Ἄ­κρα τα­πεί­νω­ση γιὰ μιὰ γυ­ναί­κα μὲ κεν­τρι­κὸ ρό­λο στὰ δρώ­με­να τοῦ ὀ­ρει­νοῦ χω­ριοῦ της, μαί­ας καὶ ψυ­χο­πομ­ποῦ συ­νά­μα, ποὺ πο­νε­μέ­νοι κα­τέ­φθα­ναν ξη­μέ­ρω­μα γιὰ νὰ τοὺς ξε­μα­τιά­σει. Πῆ­ρε λοι­πὸν τοὺς δρό­μους μὲ τὸ ἀ­βέ­βαι­ό της βῆ­μα, νὰ ἀ­πο­φύ­γει ἄλ­λη προ­σβο­λή. Οὔ­τε κα­τά­λα­βε πῶς βρέ­θη­καν οἱ ἀ­στυ­νο­μι­κοὶ νὰ τὴ ρω­τοῦν ἀ­κα­τα­νό­η­τα πράγ­μα­τα, οὔ­τε πῶς βρέ­θη­κε στὸ πε­ρι­πο­λι­κό. Στὸ ὀ­στε­ο­φυ­λά­κιο, στὸ κοι­μη­τή­ριο τοῦ χω­ριοῦ, ὅ­που τὴν ἔ­φε­ρε ἡ τε­λευ­ταί­α ἐ­πι­θυ­μί­α, ἡ ἐ­πι­γρα­φὴ τοῦ ὀ­νό­μα­τός της εἶ­ναι ἑλ­λη­νι­κή. Δὲν θὰ μπο­ροῦ­σε ἐ­κεί­νη νὰ τὴν ἀ­να­γνώ­σει, μὰ οὔ­τε τὰ δι­σέγ­γο­νά της νὰ τα­ξι­δέ­ψουν μὲ δι­κές της ἀ­φη­γή­σεις.



Πηγή: Ἀπὸ τὴ σειρὰ πεζῶν Θραύσματα τοῦ 20οῦ αἰώνα. Πρώτη δη­μο­σί­ευ­ση.

Ἀγαθοκλῆς Ἀζέλης (Μη­λιὰ Με­τσό­βου, 1963). Φι­λό­λο­γος στὴ Δευ­τε­ρο­βάθ­μια Ἐκ­παί­δευ­ση, ἀ­πό­φοι­τος τῆς Φι­λο­σο­φι­κῆς Ἀ­θη­νῶν καὶ δι­δά­κτο­ρας τοῦ Πα­νε­πι­στη­μί­ου τῆς Βι­έν­νης. Πρῶ­το του βι­βλί­ο: Νύ­χτες στὸ θρυμ­μα­τι­σμέ­νο ἐ­νυ­δρεῖ­ο, Ἀ­θή­να, 2008, (ποί­η­ση). Δη­μο­σί­ευ­σε με­τα­φρά­σεις γερ­μα­νό­φω­νης λο­γο­τε­χνί­ας.



		

	

Ἀγαθοκλῆς Ἀζέλης: Λένω



Ἀγαθοκλῆς Ἀζέλης


Λέ­νω


ΤΑΝ ἡ μι­κρό­τε­ρη ἀ­πὸ ἐν­νέ­α ἀ­δελ­φὲς ἡ Λέ­νω τῆς Ἀρ­γύ­ρως. Ὁ πα­τέ­ρας της, τσέ­λιγ­κας με­τρη­μέ­νος καὶ νοι­κο­κύ­ρης, μοί­ρα­σε τὴν πε­ρι­ου­σί­α ποὺ ἀ­πέ­με­νε ἀ­πὸ τὶς ἀ­πα­νω­τὲς κα­κο­τυ­χί­ες σὲ προῖ­κες. Στὴν τε­λευ­ταί­α ἀ­πέ­μει­νε μό­νο τὸ δι­πλό­σπι­το. Στὸ ὅ­ριο τῆς ἐ­πι­βί­ω­σης πάν­τα, εἶ­δε στὰ εἴ­κο­σι δύ­ο της νὰ φεύ­γει ἡ τουρ­κι­κὴ φρου­ρὰ ἀ­πὸ τὸ ὀ­ρει­νὸ βλα­χο­χώ­ρι, στὰ τριά­ντα δύ­ο της νὰ ἐ­πι­στρέ­φουν ἀν­δρι­κὰ ρά­κη ἀ­πὸ τὴ μι­κρα­σι­α­τι­κὴ ἐκ­στρα­τεί­α, στὰ τριά­ντα τέσ­σε­ρα νὰ μι­σο­χη­ρεύ­ει ἀ­πὸ τὸν πρῶ­το της ἀρ­ρα­βω­νι­α­στι­κό, σφαγ­μέ­νο ἀ­πὸ λη­στρι­κὸ χέ­ρι, στὰ τρι­άν­τα ­πέν­τε νὰ παν­τρεύ­ε­ται τὸν κου­νιά­δο της, στὰ σα­ράν­τα ἑ­πτά της νὰ τὴν στέλ­νει τὸ κα­θε­στὼς τοῦ Με­τα­ξὰ σχο­λεῖ­ο γιὰ νὰ μά­θει ἑλ­λη­νι­κά, στὰ πε­νῆν­τα της νὰ εἰ­σβά­λει γερ­μα­νι­κὸς στρα­τὸς στὸ χω­ριὸ ποὺ δὲν πα­τοῦ­σε ἄν­θρω­πος οὔ­τε ἀ­πὸ τὰ πε­ρί­χω­ρα, στὰ πε­νῆν­τα ἕ­ξι της νὰ ἐ­κτο­πί­ζε­ται λό­γῳ ἐμ­φυ­λί­ου μα­ζὶ μὲ τοὺς συγ­χω­ρια­νοὺς στὸ Με­τσο­βο, στὰ ἑ­ξῆν­τα ἕ­να της νὰ χη­ρεύ­ει ἀ­πὸ φο­νι­κό, στὰ ἑ­ξῆν­τα ἕ­ξι της νὰ χά­νει τὸν μι­κρό της γιό, στὰ ἑ­ξῆν­τα ἑ­πτά της νὰ χά­νει τὸν πρῶ­το της ἐγ­γο­νὸ καὶ στὰ ἑ­βδο­μῆν­τα δύ­ο τὸν δεύ­τε­ρο, στὰ ἑ­βδο­μῆν­τα πέν­τε της νὰ φεύ­γει ὁ με­γά­λος γιὸς μὲ τὴ νύ­φη της ἐ­σω­τε­ρι­κὸς με­τα­νά­στης στὴν Ἀ­θή­να κι ἐ­κεί­νη νὰ ἀ­να­λαμ­βά­νει τὴ φρον­τί­δα τρι­ῶν μι­κρῶν, στὰ ἑ­βδο­μῆν­τα ἐν­νέ­α της νὰ με­τα­να­στεύ­ει μὲ τὰ τρί­α μι­κρὰ στὴν Ἀ­θή­να γιὰ νὰ ἑ­νω­θεῖ ἡ οἰ­κο­γέ­νεια. Στὰ ὀ­γδόν­τα ἕ­ξι της αὐ­τὰ τὰ κο­ρε­σμέ­να γα­λα­νὰ μά­τια ἔ­κλει­σαν στὸ δι­α­μέ­ρι­σμα καὶ τὸ καμ­που­ρι­α­σμέ­νο της κορ­μὶ κα­τὰ πα­ραγ­γε­λί­α ἐ­πέ­στρε­ψε στὴ γῆ τῶν προ­γό­νων. Τὸ ἴ­χνος της ἔ­γι­νε ἀ­νορ­θό­γρα­φη ἐ­πι­γρα­φὴ στὰ ἑλ­λη­νι­κὰ πί­σω ἀ­πὸ τὴν οἰ­κο­γε­νεια­κὴ φω­το­γρα­φί­α: «Σή­με­ρα 16 Νο­εμ­βρί­ου 1976 ἀ­πε­βί­ο­σε ἡ μη­τέ­ρα μου Ε.Α.», κι ἂς μὴν ἔ­μα­θε πο­τέ της ἡ ἴ­δια τὴν ἐ­πί­ση­μη γλώσ­σα.


12


Πηγή: Ἀπὸ τὴ σειρὰ πεζῶν Θραύσματα τοῦ 20οῦ αἰώνα. Πρώτη δη­μο­σί­ευ­ση.

Ἀγαθοκλῆς Ἀζέλης (Μη­λιὰ Με­τσό­βου, 1963). Φι­λό­λο­γος στὴ Δευ­τε­ρο­βάθ­μια Ἐκ­παί­δευ­ση, ἀ­πό­φοι­τος τῆς Φι­λο­σο­φι­κῆς Ἀ­θη­νῶν καὶ δι­δά­κτο­ρας τοῦ Πα­νε­πι­στη­μί­ου τῆς Βι­έν­νης. Πρῶ­το του βι­βλί­ο: Νύ­χτες στὸ θρυμ­μα­τι­σμέ­νο ἐ­νυ­δρεῖ­ο, Ἀ­θή­να, 2008, (ποί­η­ση). Δη­μο­σί­ευ­σε με­τα­φρά­σεις γερ­μα­νό­φω­νης λο­γο­τε­χνί­ας.



		

	

Ἀγαθοκλῆς Ἀζέλης: Διαγώνιος ὀρθοῦ χρόνου


Azelis,Agathoklis-DiagoniosOrthouChronou-Eikona-03


Ἀγαθοκλῆς Ἀζέλης


Δι­α­γώ­νιος ὀρ­θοῦ χρό­νου


02-OmikronΙ ΛΗΣΤΕΣ δι­έ­θε­ταν ἀ­κό­μη ἕ­ναν μο­νο­με­ρῆ κώ­δι­κα ἀρ­χῶν. Ὅ­ταν ὁ τσέ­λιγ­κας πα­ρα­βί­α­σε τοὺς ὅ­ρους τῆς συμ­φω­νί­ας πλη­ρω­μῆς δο­σί­μα­τος καὶ μέ­λη τῆς συμ­μο­ρί­ας πέ­σα­νε στὰ χέ­ρια τῆς χω­ρο­φυ­λα­κῆς, ὁ λή­σταρ­χος πῆ­ρε ὅ­μη­ρους τρί­α πα­λι­κά­ρια, με­τα­ξύ τῶν ὁ­ποί­ων ἕ­ναν γιὸ τοῦ πα­ρα­βά­τη, μὲ τὴν ἀ­παί­τη­ση νὰ πα­ρου­σια­στεῖ ὁ τε­λευ­ταῖ­ος μπρο­στά του. Ὁ Κό­λας πῆ­ρε τὴν πρω­το­βου­λί­α νὰ μι­λή­σει στοὺς λη­στὲς ζη­τών­τας τὴν ἀ­πε­λευ­θέ­ρω­ση. Βρέ­θη­κε κι ἐ­κεῖ­νος αἰχ­μά­λω­τος. Ὁ τσέ­λιγ­κας δὲν ἐμ­φα­νι­ζό­ταν κι ὁ λή­σταρ­χος ἀ­πο­φά­σι­σε νὰ σκο­τώ­σουν τοὺς ὁ­μή­ρους, ρί­χνον­τας στὸν κλῆ­ρο ποι­ὸς θὰ ξε­κά­νει ποι­όν. Ὁ ἕ­νας λη­στής, γνω­στός τοῦ Κό­λα, τοῦ ψι­θύ­ρι­σε τὰ κα­θέ­κα­στα. Τοῦ εἶ­πε ὅ­τι θὰ τὸν χτυ­ποῦ­σε ξώ­φαλ­τσα κι ἐ­κεῖ­νος ἂς ἔ­κα­νε τὸν πε­θα­μέ­νο, μέ­χρι νὰ ἀ­πο­μα­κρυν­θοῦ­νε ὅ­λοι. Σ’ αὐ­τὸν τόλ­μη­σε νὰ προ­τεί­νει τέ­τοι­ο πράγ­μα, ποὺ δὲν φο­βή­θη­κε τὸν Κε­μάλ; φώ­να­ξε ὁ Κό­λας ἀρ­πά­ζον­τας τὸ ὁ­πλι­σμέ­νο χέ­ρι. Ὅ­ταν βρῆ­καν τὰ κορ­μιά τους, ὁ Κό­λας ψυ­χορ­ρα­γοῦ­σε ἀ­κό­μη τὴν ἀ­πό­κο­τη ψυ­χή. Τοὺς ἔ­θα­ψαν ἐ­πι­τό­που στὸ Ἰ­ά­κω­βο Τρι­κά­λων, στὸ μέ­ρος ποὺ ἔ­μει­νε τὸ ὄ­νο­μα «μνῆ­μα τῶν πα­λι­κα­ρι­ῶν». Ὁ λή­σταρ­χος ἐ­κτε­λέ­στη­κε ἀρ­γό­τε­ρα. Ὁ τσέ­λιγ­κας κλη­ρο­νό­μη­σε τὴ μνή­μη τοῦ πα­λι­κα­ριοῦ του κι ἔ­χα­σε τὸ με­γά­λο βιός του στὴν Κα­το­χή. Ὁ Κό­λας ἄ­φη­σε πί­σω ἀρ­ρα­βω­νι­α­στι­κιά. Ὅ­ταν ἔ­μα­θε τὴν καλ­μα­λί­νη, κα­τά­φερ­νε κά­πως νὰ ἀν­τι­με­τω­πί­ζει τὶς συ­νέ­πει­ες τοῦ νευ­ρι­κοῦ κλο­νι­σμοῦ της ποὺ πα­λιν­δρο­μοῦ­σε. Τὴν παν­τρεύ­τη­κε ἀ­πὸ κα­θῆ­κον ὁ κου­νιά­δος της ὁ Ντά­σιος. Ἔ­κα­ναν τρί­α παι­διά. Τὸν μι­κρό­τε­ρο γιὸ τὸν ὀ­νό­μα­σαν Κό­λα. Με­τεμ­ψύ­χω­ση τοῦ θεί­ου, χά­θη­κε ἀ­πὸ βό­λι στὰ εἰ­κο­σι­πέν­τε του. Ὁ με­γα­λύ­τε­ρος ἔ­ζη­σε πε­ρισ­σό­τε­ρο. Ἔ­φυ­γε ἀρ­γό­τε­ρα σὲ τρο­χαῖ­ο. Ὁ γιὸς του, τε­λευ­ταῖ­ος ἀρ­σε­νι­κὸς στὴν οἰ­κο­γέ­νεια, ἔ­μει­νε ν’ ἀ­φη­γεῖ­ται.


Bonsai-03c-GiaIstologio-04


Πηγή: Πρώτη δημοσίευση.

Ἀγαθοκλής Ἀζέλης (Μη­λιὰ Με­τσό­βου, 1963). Φι­λό­λο­γος στὴ Δευ­τε­ρο­βάθ­μια Ἐκ­παί­δευ­ση, ἀ­πό­φοι­τος τῆς Φι­λο­σο­φι­κῆς Ἀ­θη­νῶν καὶ δι­δά­κτο­ρας τοῦ Πα­νε­πι­στη­μί­ου τῆς Βι­έν­νης. Πρῶ­το του βι­βλί­ο: Νύ­χτες στὸ θρυμ­μα­τι­σμέ­νο ἐ­νυ­δρεῖ­ο, Ἀ­θή­να, 2008, (ποί­η­ση). Δη­μο­σί­ευ­σε με­τα­φρά­σεις γερ­μα­νό­φω­νης λο­γο­τε­χνί­ας.



		

	

Ἀγαθοκλῆς Ἀζέλης: Ματαιωμένοι Λάζαροι

.

Azelis,Agathoklis-MataiomenoiLazaroi-Eikona-02

.

Ἀ­γα­θο­κλῆς Ἀ­ζέ­λης

.

Μα­ται­ω­μέ­νοι Λά­ζα­ροι

 .

01-SigmaΦΡΑΓΙΖΟΝΤΑΣ ΤΗΝ ΠΟΡΤΑ πίσω της θαρ­ροῦ­σε πὼς ὅ­λοι ἀ­κι­νη­το­ποι­οῦν­ταν· ἀν­τι­κεί­με­να, μη­χα­νι­σμοὶ καὶ ἔμ­βιοι ὀρ­γα­νι­σμοὶ πά­γω­ναν, λέ­ει, στὴ στά­ση ποὺ εἶ­χαν τὴ στιγ­μὴ τῆς ἀ­να­χώ­ρη­σης. Δὲν θὰ πά­λι­ω­ναν οὔ­τε θὰ γερ­νοῦ­σαν πο­τέ, θὰ πε­ρί­με­ναν μό­νο τὴν ἐ­πα­νεκ­κί­νη­ση μὲ τὴν ἐν­δε­χό­με­νη ἐ­πι­στρο­φή της. Ὅ­πως συμ­βαί­νει μὲ τὴν ἐ­νερ­γο­ποί­η­ση ἑ­νὸς δι­α­κό­πτη. Ἔ­χον­τας αὐ­τὴ τὴ βε­βαι­ό­τη­τα κρα­τοῦ­σε γιὰ τὸν ἑ­αυ­τό της τὸ ἀ­πο­κλει­στι­κὸ δι­καί­ω­μα τῆς κί­νη­σης, τῆς με­τα­κί­νη­σης, τῆς συγ­κί­νη­σης καὶ γε­νι­κῶς. Μὲ τὸν ἴ­διο τρό­πο κλεί­δω­νε πολ­λὰ δω­μά­τια στὸ πέ­ρα­σμά της. Συν­τη­ροῦ­σε τοὺς πο­λύ­τι­μους ἐ­νοί­κους γιὰ τὸ μέλ­λον. Ὅ­ταν ξό­δε­ψε ὅ­λες τὶς ἀ­νοι­χτὲς πόρ­τες, σκέ­φτη­κε νὰ κά­νει μιὰ ἐ­πι­θε­ώ­ρη­ση τῶν ἀ­γαλ­μά­των τοῦ πα­ρελ­θόν­τος. Μὲ τὴν ἀρ­μα­θιὰ τῶν κλει­δι­ῶν στὸ χέ­ρι, ἄρ­χι­σε τὴν ἀ­να­δρο­μή. Ὅ­μως ἀ­πὸ τὶς ὀρ­θά­νοι­χτες πόρ­τες μπαι­νό­βγαι­ναν μὲ τὴ συ­νή­θη γε­ρον­τι­κὴ δυ­σκι­νη­σί­α οἱ ἔγ­κλει­στοι τῆς μνή­μης της. Πα­ρα­δό­ξως τὰ ἀ­γάλ­μα­τα ἦ­ταν συ­νο­μή­λι­κά της.

.

Bonsai-03c-GiaIstologio-04.

Πη­γή: Πρώ­τη δη­μο­σί­ευ­ση.

Ἀγα­θο­κλῆς Ἀ­ζέ­λης (Μη­λιὰ Με­τσό­βου, 1963). Φι­λό­λο­γος στὴ Δευ­τε­ρο­βάθ­μια Ἐκ­παί­δευ­ση, ἀ­πό­φοι­τος τῆς Φι­λο­σο­φι­κῆς Ἀ­θη­νῶν καὶ δι­δά­κτο­ρας τοῦ Πα­νε­πι­στη­μί­ου τῆς Βι­έν­νης. Πρῶ­το του βι­βλί­ο: Νύ­χτες στὸ θρυμ­μα­τι­σμέ­νο ἐ­νυ­δρεῖ­ο, Ἀ­θή­να, 2008, (ποί­η­ση). Δη­μο­σί­ευ­σε με­τα­φρά­σεις γερ­μα­νό­φω­νης λο­γο­τε­χνί­ας.

 .

Ἀγαθοκλῆς Ἀζέλης: Ἀεροβάφτισμα

.

Azelis,Agathoklis-Aerobaftisma-Eikona-01

.

Ἀγαθοκλῆς Ἀζέλης

 

Ἀ­ε­ρο­βά­φτι­σμα

.

Στὴ γυ­ναί­κα μου Ἑ­λέ­νη

.

04-Alpha-01ΞΗΜΕΡΩΤΑ ἡ ἡ­λι­κι­ω­μέ­νη γυ­ναί­κα πα­ρέ­λα­βε τὸ μαῦ­ρο μπό­γο ἀ­πὸ τὸ σπί­τι τῆς κό­ρης της. Ἀ­κο­λού­θη­σε προ­σε­κτι­κὰ τὸ καλ­ντε­ρί­μι ποὺ ὁ­δη­γοῦ­σε στὴν ἐκ­κλη­σί­α τοῦ χω­ριοῦ. Τού­τη τὴ φο­ρὰ τὸ εἶ­χαν με­λε­τή­σει κα­λύ­τε­ρα καὶ πί­στευ­ε ὅ­τι δὲν θὰ τὸ χά­να­νε. Δὲ θὰ γί­νον­ταν ὅ­πως τὶς δύο προ­η­γού­με­νες φο­ρές. Ἦ­ταν Αὔ­γου­στος, ὅ­μως στὸν ὀ­ρει­νὸ τό­πο ἔ­κα­νε κρύ­ο. Ἔ­φτα­σε μὲ τὴ βο­ή­θεια τοῦ φεγ­γα­ρό­φω­του στὸ τρί­στρα­το μπρο­στὰ στὴν ἐκ­κλη­σί­α. Ἀ­να­τρί­χια­σε μέ­σα στὴν ἀ­πό­λυ­τη ἡ­συ­χί­α τοῦ ψύ­χους. Ἀ­πό­θε­σε τὸ δέ­μα στὴ μέ­ση τοῦ δρό­μου καὶ κρύ­φτη­κε πί­σω ἀ­πὸ τὴν πέ­τρι­νη βρύ­ση. Δὲν θὰ εἶ­χε τὸ θάρ­ρος νὰ δε­χτεῖ τέ­τοι­ο κα­θῆ­κον, ἂν δὲν εἶ­χε θά­ψει ἄ­γου­ρα ἐν­τε­λῶς τὰ ἄλ­λα δύο. Ἕ­νας ψη­λὸς νέ­ος ἄν­τρας φά­νη­κε στὸ ἀ­νε­παί­σθη­το φῶς τοῦ ξη­με­ρώ­μα­τος. Περ­πα­τοῦ­σε μὲ ἐ­πι­φύ­λα­ξη, κοι­τών­τας με­ρι­κὲς φο­ρὲς πί­σω του. Ἦ­ταν χρό­νια ποὺ τὸν ἀ­κο­λου­θοῦ­σαν τὴ νύ­χτα κά­τι σκυ­λιὰ ποὺ ἄ­κου­γε μό­νο τὸ γαύ­γι­σμά τους. Τοῦ φά­νη­κε πὼς τὰ εἶ­δε μπρο­στά του καὶ στα­μά­τη­σε πα­γω­μέ­νος. Ξαφ­νι­κὰ ὁ μπό­γος ἔ­βγα­λε κλά­μα κι ἐ­κεῖ­νος κι­νή­θη­κε σπα­σμω­δι­κά. Ἡ γυ­ναί­κα πε­τά­χτη­κε ἀ­πὸ τὴν κρυ­ψώ­να της κι ὁ ἄν­τρας τρό­μα­ξε γιὰ τρί­τη φο­ρά. «Νὰ σοῦ ζή­σει ὁ βα­φτι­σι­μιός», τοῦ εἶ­πε δει­λά. «Σή­κω­σέ τον τρεῖς φο­ρὲς στὸν ἀ­έ­ρα καὶ δῶ­σε του ἕ­να πα­ρά­ξε­νο ὄ­νο­μα, τὸ πιὸ πα­ρά­ξε­νο ποὺ ἔ­χεις ἀ­κού­σει.» Ἀ­να­κου­φι­σμέ­νος ὁ ἄν­τρας ποὺ δὲν ἐ­πρό­κει­το οὔ­τε γιὰ σκυ­λιὰ οὔ­τε γιὰ δαι­μο­νι­κά, σή­κω­σε ἀ­πὸ τὸ μαῦ­ρο ὑ­φαν­τὸ τὸ μαυ­ρο­φο­ρε­μέ­νο βρέ­φος ποὺ σπά­ρα­ζε. «Ὀ­δυσ­σέ­ας, ἢ μή­πως Ἀλ­κι­βιά­δης εἶ­ναι πιὸ πα­ρά­ξε­νο;» σκέ­φτη­κε ση­κώ­νον­τάς το. «Ἀλ­κι­βιά­δης», φώ­να­ξε καὶ τὸ ἀ­πί­θω­σε στὴν ἀγ­κα­λιὰ τῆς για­γιᾶς. «Νὰ σᾶς ζή­σει!» Ἡ γυ­ναί­κα πῆ­ρε τὸ παι­δὶ καὶ τὸ ἐ­πέ­στρε­ψε στὴν ἑ­στί­α του. Στὸ δρό­μο ἐ­πα­να­λάμ­βα­νε τὸ πρω­τά­κου­στο ὄ­νο­μα, μὴν τὸ ξε­χά­σει. «Ἀλ­κι­βιά­δης», εἶ­πε πα­ρα­δί­δον­τάς το στὴν κό­ρη της! Ἦ­ταν ἡ τε­λευ­ταί­α φο­ρὰ ποὺ πρό­φε­ρε σω­στὰ τὸ ὄ­νο­μά του. Ὅ­μως ὁ Ἀλ­κι­δά­μας, σὲ ἀν­τί­θε­ση μὲ τοὺς δύο με­γα­λύ­τε­ρους ἀ­δελ­φούς του, με­γά­λω­σε καὶ στὸ σπί­τι δὲν κή­δε­ψαν ξα­νὰ ἀ­νή­λι­κο. Τὰ ἀ­φα­νῆ σκυ­λιὰ ποὺ γαύ­γι­ζαν τὸν νο­νό του χά­θη­καν. Οἱ μάρ­τυ­ρες τοῦ πε­ρι­στα­τι­κοῦ φθί­νουν. Ὁ τό­πος εἶ­ναι ἀλ­λι­ώ­τι­κος πιά. Οἱ ἄν­θρω­ποι δύ­σπι­στοι.

 .Bonsai-03c-GiaIstologio-04

Πηγή: Πρώτη δημοσίευση.

Ἀ­γα­θο­κλῆς Ἀ­ζέ­λης (Μη­λιὰ Με­τσό­βου, 1963). Φι­λό­λο­γος στὴ Δευ­τε­ρο­βάθ­μια Ἐκ­παί­δευ­ση, ἀ­πό­φοι­τος τῆς Φι­λο­σο­φι­κῆς Ἀ­θη­νῶν καὶ δι­δά­κτο­ρας τοῦ Πα­νε­πι­στη­μί­ου τῆς Βι­έν­νης. Πρῶ­το του βι­βλί­ο: Νύ­χτες στὸ θρυμ­μα­τι­σμέ­νο ἐ­νυ­δρεῖ­ο, Ἀ­θή­να, 2008, (ποί­η­ση). Δη­μο­σί­ευ­σε με­τα­φρά­σεις γερ­μα­νό­φω­νης λο­γο­τε­χνί­ας.