Ἀγαθοκλῆς Ἀζέλης: Διαγώνιος ὀρθοῦ χρόνου


Azelis,Agathoklis-DiagoniosOrthouChronou-Eikona-03


Ἀγαθοκλῆς Ἀζέλης


Δι­α­γώ­νιος ὀρ­θοῦ χρό­νου


02-OmikronΙ ΛΗΣΤΕΣ δι­έ­θε­ταν ἀ­κό­μη ἕ­ναν μο­νο­με­ρῆ κώ­δι­κα ἀρ­χῶν. Ὅ­ταν ὁ τσέ­λιγ­κας πα­ρα­βί­α­σε τοὺς ὅ­ρους τῆς συμ­φω­νί­ας πλη­ρω­μῆς δο­σί­μα­τος καὶ μέ­λη τῆς συμ­μο­ρί­ας πέ­σα­νε στὰ χέ­ρια τῆς χω­ρο­φυ­λα­κῆς, ὁ λή­σταρ­χος πῆ­ρε ὅ­μη­ρους τρί­α πα­λι­κά­ρια, με­τα­ξύ τῶν ὁ­ποί­ων ἕ­ναν γιὸ τοῦ πα­ρα­βά­τη, μὲ τὴν ἀ­παί­τη­ση νὰ πα­ρου­σια­στεῖ ὁ τε­λευ­ταῖ­ος μπρο­στά του. Ὁ Κό­λας πῆ­ρε τὴν πρω­το­βου­λί­α νὰ μι­λή­σει στοὺς λη­στὲς ζη­τών­τας τὴν ἀ­πε­λευ­θέ­ρω­ση. Βρέ­θη­κε κι ἐ­κεῖ­νος αἰχ­μά­λω­τος. Ὁ τσέ­λιγ­κας δὲν ἐμ­φα­νι­ζό­ταν κι ὁ λή­σταρ­χος ἀ­πο­φά­σι­σε νὰ σκο­τώ­σουν τοὺς ὁ­μή­ρους, ρί­χνον­τας στὸν κλῆ­ρο ποι­ὸς θὰ ξε­κά­νει ποι­όν. Ὁ ἕ­νας λη­στής, γνω­στός τοῦ Κό­λα, τοῦ ψι­θύ­ρι­σε τὰ κα­θέ­κα­στα. Τοῦ εἶ­πε ὅ­τι θὰ τὸν χτυ­ποῦ­σε ξώ­φαλ­τσα κι ἐ­κεῖ­νος ἂς ἔ­κα­νε τὸν πε­θα­μέ­νο, μέ­χρι νὰ ἀ­πο­μα­κρυν­θοῦ­νε ὅ­λοι. Σ’ αὐ­τὸν τόλ­μη­σε νὰ προ­τεί­νει τέ­τοι­ο πράγ­μα, ποὺ δὲν φο­βή­θη­κε τὸν Κε­μάλ; φώ­να­ξε ὁ Κό­λας ἀρ­πά­ζον­τας τὸ ὁ­πλι­σμέ­νο χέ­ρι. Ὅ­ταν βρῆ­καν τὰ κορ­μιά τους, ὁ Κό­λας ψυ­χορ­ρα­γοῦ­σε ἀ­κό­μη τὴν ἀ­πό­κο­τη ψυ­χή. Τοὺς ἔ­θα­ψαν ἐ­πι­τό­που στὸ Ἰ­ά­κω­βο Τρι­κά­λων, στὸ μέ­ρος ποὺ ἔ­μει­νε τὸ ὄ­νο­μα «μνῆ­μα τῶν πα­λι­κα­ρι­ῶν». Ὁ λή­σταρ­χος ἐ­κτε­λέ­στη­κε ἀρ­γό­τε­ρα. Ὁ τσέ­λιγ­κας κλη­ρο­νό­μη­σε τὴ μνή­μη τοῦ πα­λι­κα­ριοῦ του κι ἔ­χα­σε τὸ με­γά­λο βιός του στὴν Κα­το­χή. Ὁ Κό­λας ἄ­φη­σε πί­σω ἀρ­ρα­βω­νι­α­στι­κιά. Ὅ­ταν ἔ­μα­θε τὴν καλ­μα­λί­νη, κα­τά­φερ­νε κά­πως νὰ ἀν­τι­με­τω­πί­ζει τὶς συ­νέ­πει­ες τοῦ νευ­ρι­κοῦ κλο­νι­σμοῦ της ποὺ πα­λιν­δρο­μοῦ­σε. Τὴν παν­τρεύ­τη­κε ἀ­πὸ κα­θῆ­κον ὁ κου­νιά­δος της ὁ Ντά­σιος. Ἔ­κα­ναν τρί­α παι­διά. Τὸν μι­κρό­τε­ρο γιὸ τὸν ὀ­νό­μα­σαν Κό­λα. Με­τεμ­ψύ­χω­ση τοῦ θεί­ου, χά­θη­κε ἀ­πὸ βό­λι στὰ εἰ­κο­σι­πέν­τε του. Ὁ με­γα­λύ­τε­ρος ἔ­ζη­σε πε­ρισ­σό­τε­ρο. Ἔ­φυ­γε ἀρ­γό­τε­ρα σὲ τρο­χαῖ­ο. Ὁ γιὸς του, τε­λευ­ταῖ­ος ἀρ­σε­νι­κὸς στὴν οἰ­κο­γέ­νεια, ἔ­μει­νε ν’ ἀ­φη­γεῖ­ται.


Bonsai-03c-GiaIstologio-04


Πηγή: Πρώτη δημοσίευση.

Ἀγαθοκλής Ἀζέλης (Μη­λιὰ Με­τσό­βου, 1963). Φι­λό­λο­γος στὴ Δευ­τε­ρο­βάθ­μια Ἐκ­παί­δευ­ση, ἀ­πό­φοι­τος τῆς Φι­λο­σο­φι­κῆς Ἀ­θη­νῶν καὶ δι­δά­κτο­ρας τοῦ Πα­νε­πι­στη­μί­ου τῆς Βι­έν­νης. Πρῶ­το του βι­βλί­ο: Νύ­χτες στὸ θρυμ­μα­τι­σμέ­νο ἐ­νυ­δρεῖ­ο, Ἀ­θή­να, 2008, (ποί­η­ση). Δη­μο­σί­ευ­σε με­τα­φρά­σεις γερ­μα­νό­φω­νης λο­γο­τε­χνί­ας.


		
Advertisements

Ἀγαθοκλῆς Ἀζέλης: Ματαιωμένοι Λάζαροι

.

Azelis,Agathoklis-MataiomenoiLazaroi-Eikona-02

.

Ἀ­γα­θο­κλῆς Ἀ­ζέ­λης

.

Μα­ται­ω­μέ­νοι Λά­ζα­ροι

 .

01-SigmaΦΡΑΓΙΖΟΝΤΑΣ ΤΗΝ ΠΟΡΤΑ πίσω της θαρ­ροῦ­σε πὼς ὅ­λοι ἀ­κι­νη­το­ποι­οῦν­ταν· ἀν­τι­κεί­με­να, μη­χα­νι­σμοὶ καὶ ἔμ­βιοι ὀρ­γα­νι­σμοὶ πά­γω­ναν, λέ­ει, στὴ στά­ση ποὺ εἶ­χαν τὴ στιγ­μὴ τῆς ἀ­να­χώ­ρη­σης. Δὲν θὰ πά­λι­ω­ναν οὔ­τε θὰ γερ­νοῦ­σαν πο­τέ, θὰ πε­ρί­με­ναν μό­νο τὴν ἐ­πα­νεκ­κί­νη­ση μὲ τὴν ἐν­δε­χό­με­νη ἐ­πι­στρο­φή της. Ὅ­πως συμ­βαί­νει μὲ τὴν ἐ­νερ­γο­ποί­η­ση ἑ­νὸς δι­α­κό­πτη. Ἔ­χον­τας αὐ­τὴ τὴ βε­βαι­ό­τη­τα κρα­τοῦ­σε γιὰ τὸν ἑ­αυ­τό της τὸ ἀ­πο­κλει­στι­κὸ δι­καί­ω­μα τῆς κί­νη­σης, τῆς με­τα­κί­νη­σης, τῆς συγ­κί­νη­σης καὶ γε­νι­κῶς. Μὲ τὸν ἴ­διο τρό­πο κλεί­δω­νε πολ­λὰ δω­μά­τια στὸ πέ­ρα­σμά της. Συν­τη­ροῦ­σε τοὺς πο­λύ­τι­μους ἐ­νοί­κους γιὰ τὸ μέλ­λον. Ὅ­ταν ξό­δε­ψε ὅ­λες τὶς ἀ­νοι­χτὲς πόρ­τες, σκέ­φτη­κε νὰ κά­νει μιὰ ἐ­πι­θε­ώ­ρη­ση τῶν ἀ­γαλ­μά­των τοῦ πα­ρελ­θόν­τος. Μὲ τὴν ἀρ­μα­θιὰ τῶν κλει­δι­ῶν στὸ χέ­ρι, ἄρ­χι­σε τὴν ἀ­να­δρο­μή. Ὅ­μως ἀ­πὸ τὶς ὀρ­θά­νοι­χτες πόρ­τες μπαι­νό­βγαι­ναν μὲ τὴ συ­νή­θη γε­ρον­τι­κὴ δυ­σκι­νη­σί­α οἱ ἔγ­κλει­στοι τῆς μνή­μης της. Πα­ρα­δό­ξως τὰ ἀ­γάλ­μα­τα ἦ­ταν συ­νο­μή­λι­κά της.

.

Bonsai-03c-GiaIstologio-04.

Πη­γή: Πρώ­τη δη­μο­σί­ευ­ση.

Ἀγα­θο­κλῆς Ἀ­ζέ­λης (Μη­λιὰ Με­τσό­βου, 1963). Φι­λό­λο­γος στὴ Δευ­τε­ρο­βάθ­μια Ἐκ­παί­δευ­ση, ἀ­πό­φοι­τος τῆς Φι­λο­σο­φι­κῆς Ἀ­θη­νῶν καὶ δι­δά­κτο­ρας τοῦ Πα­νε­πι­στη­μί­ου τῆς Βι­έν­νης. Πρῶ­το του βι­βλί­ο: Νύ­χτες στὸ θρυμ­μα­τι­σμέ­νο ἐ­νυ­δρεῖ­ο, Ἀ­θή­να, 2008, (ποί­η­ση). Δη­μο­σί­ευ­σε με­τα­φρά­σεις γερ­μα­νό­φω­νης λο­γο­τε­χνί­ας.

 .

Ἀγαθοκλῆς Ἀζέλης: Ἀεροβάφτισμα

.

Azelis,Agathoklis-Aerobaftisma-Eikona-01

.

Ἀγαθοκλῆς Ἀζέλης

 

Ἀ­ε­ρο­βά­φτι­σμα

.

Στὴ γυ­ναί­κα μου Ἑ­λέ­νη

.

04-Alpha-01ΞΗΜΕΡΩΤΑ ἡ ἡ­λι­κι­ω­μέ­νη γυ­ναί­κα πα­ρέ­λα­βε τὸ μαῦ­ρο μπό­γο ἀ­πὸ τὸ σπί­τι τῆς κό­ρης της. Ἀ­κο­λού­θη­σε προ­σε­κτι­κὰ τὸ καλ­ντε­ρί­μι ποὺ ὁ­δη­γοῦ­σε στὴν ἐκ­κλη­σί­α τοῦ χω­ριοῦ. Τού­τη τὴ φο­ρὰ τὸ εἶ­χαν με­λε­τή­σει κα­λύ­τε­ρα καὶ πί­στευ­ε ὅ­τι δὲν θὰ τὸ χά­να­νε. Δὲ θὰ γί­νον­ταν ὅ­πως τὶς δύο προ­η­γού­με­νες φο­ρές. Ἦ­ταν Αὔ­γου­στος, ὅ­μως στὸν ὀ­ρει­νὸ τό­πο ἔ­κα­νε κρύ­ο. Ἔ­φτα­σε μὲ τὴ βο­ή­θεια τοῦ φεγ­γα­ρό­φω­του στὸ τρί­στρα­το μπρο­στὰ στὴν ἐκ­κλη­σί­α. Ἀ­να­τρί­χια­σε μέ­σα στὴν ἀ­πό­λυ­τη ἡ­συ­χί­α τοῦ ψύ­χους. Ἀ­πό­θε­σε τὸ δέ­μα στὴ μέ­ση τοῦ δρό­μου καὶ κρύ­φτη­κε πί­σω ἀ­πὸ τὴν πέ­τρι­νη βρύ­ση. Δὲν θὰ εἶ­χε τὸ θάρ­ρος νὰ δε­χτεῖ τέ­τοι­ο κα­θῆ­κον, ἂν δὲν εἶ­χε θά­ψει ἄ­γου­ρα ἐν­τε­λῶς τὰ ἄλ­λα δύο. Ἕ­νας ψη­λὸς νέ­ος ἄν­τρας φά­νη­κε στὸ ἀ­νε­παί­σθη­το φῶς τοῦ ξη­με­ρώ­μα­τος. Περ­πα­τοῦ­σε μὲ ἐ­πι­φύ­λα­ξη, κοι­τών­τας με­ρι­κὲς φο­ρὲς πί­σω του. Ἦ­ταν χρό­νια ποὺ τὸν ἀ­κο­λου­θοῦ­σαν τὴ νύ­χτα κά­τι σκυ­λιὰ ποὺ ἄ­κου­γε μό­νο τὸ γαύ­γι­σμά τους. Τοῦ φά­νη­κε πὼς τὰ εἶ­δε μπρο­στά του καὶ στα­μά­τη­σε πα­γω­μέ­νος. Ξαφ­νι­κὰ ὁ μπό­γος ἔ­βγα­λε κλά­μα κι ἐ­κεῖ­νος κι­νή­θη­κε σπα­σμω­δι­κά. Ἡ γυ­ναί­κα πε­τά­χτη­κε ἀ­πὸ τὴν κρυ­ψώ­να της κι ὁ ἄν­τρας τρό­μα­ξε γιὰ τρί­τη φο­ρά. «Νὰ σοῦ ζή­σει ὁ βα­φτι­σι­μιός», τοῦ εἶ­πε δει­λά. «Σή­κω­σέ τον τρεῖς φο­ρὲς στὸν ἀ­έ­ρα καὶ δῶ­σε του ἕ­να πα­ρά­ξε­νο ὄ­νο­μα, τὸ πιὸ πα­ρά­ξε­νο ποὺ ἔ­χεις ἀ­κού­σει.» Ἀ­να­κου­φι­σμέ­νος ὁ ἄν­τρας ποὺ δὲν ἐ­πρό­κει­το οὔ­τε γιὰ σκυ­λιὰ οὔ­τε γιὰ δαι­μο­νι­κά, σή­κω­σε ἀ­πὸ τὸ μαῦ­ρο ὑ­φαν­τὸ τὸ μαυ­ρο­φο­ρε­μέ­νο βρέ­φος ποὺ σπά­ρα­ζε. «Ὀ­δυσ­σέ­ας, ἢ μή­πως Ἀλ­κι­βιά­δης εἶ­ναι πιὸ πα­ρά­ξε­νο;» σκέ­φτη­κε ση­κώ­νον­τάς το. «Ἀλ­κι­βιά­δης», φώ­να­ξε καὶ τὸ ἀ­πί­θω­σε στὴν ἀγ­κα­λιὰ τῆς για­γιᾶς. «Νὰ σᾶς ζή­σει!» Ἡ γυ­ναί­κα πῆ­ρε τὸ παι­δὶ καὶ τὸ ἐ­πέ­στρε­ψε στὴν ἑ­στί­α του. Στὸ δρό­μο ἐ­πα­να­λάμ­βα­νε τὸ πρω­τά­κου­στο ὄ­νο­μα, μὴν τὸ ξε­χά­σει. «Ἀλ­κι­βιά­δης», εἶ­πε πα­ρα­δί­δον­τάς το στὴν κό­ρη της! Ἦ­ταν ἡ τε­λευ­ταί­α φο­ρὰ ποὺ πρό­φε­ρε σω­στὰ τὸ ὄ­νο­μά του. Ὅ­μως ὁ Ἀλ­κι­δά­μας, σὲ ἀν­τί­θε­ση μὲ τοὺς δύο με­γα­λύ­τε­ρους ἀ­δελ­φούς του, με­γά­λω­σε καὶ στὸ σπί­τι δὲν κή­δε­ψαν ξα­νὰ ἀ­νή­λι­κο. Τὰ ἀ­φα­νῆ σκυ­λιὰ ποὺ γαύ­γι­ζαν τὸν νο­νό του χά­θη­καν. Οἱ μάρ­τυ­ρες τοῦ πε­ρι­στα­τι­κοῦ φθί­νουν. Ὁ τό­πος εἶ­ναι ἀλ­λι­ώ­τι­κος πιά. Οἱ ἄν­θρω­ποι δύ­σπι­στοι.

 .Bonsai-03c-GiaIstologio-04

Πηγή: Πρώτη δημοσίευση.

Ἀ­γα­θο­κλῆς Ἀ­ζέ­λης (Μη­λιὰ Με­τσό­βου, 1963). Φι­λό­λο­γος στὴ Δευ­τε­ρο­βάθ­μια Ἐκ­παί­δευ­ση, ἀ­πό­φοι­τος τῆς Φι­λο­σο­φι­κῆς Ἀ­θη­νῶν καὶ δι­δά­κτο­ρας τοῦ Πα­νε­πι­στη­μί­ου τῆς Βι­έν­νης. Πρῶ­το του βι­βλί­ο: Νύ­χτες στὸ θρυμ­μα­τι­σμέ­νο ἐ­νυ­δρεῖ­ο, Ἀ­θή­να, 2008, (ποί­η­ση). Δη­μο­σί­ευ­σε με­τα­φρά­σεις γερ­μα­νό­φω­νης λο­γο­τε­χνί­ας.