Νάνσυ Ἀγγελῆ: Θανατόριο



Νάνσυ Ἀγγελῆ


Θανατόριο


ΕΝ ΑΡΧΗι ἦν ἡ ἀμ­φι­βο­λί­α.

       Δὲν ξέ­ρω κὰν ποιό εἶ­ναι τὸ σω­στὸ ὄ­νο­μα γι’ αὐ­τὰ τὰ μέ­ρη στὰ ὁ­ποῖ­α οἱ ἄν­θρω­ποι τῶν με­γά­λων πό­λε­ων συγ­κεν­τρώ­νον­ται γιὰ νὰ κλά­ψουν, γιὰ νὰ ἀ­πο­χαι­ρε­τή­σουν αὐ­τὸν ποὺ φεύ­γει. Δὲν ξέ­ρω κὰν ἂν θὰ ἔ­πρε­πε νὰ ὑ­πάρ­χει ἕ­να σω­στὸ ὄ­νο­μα γιὰ τὰ μέ­ρη αὐ­τὰ ἢ ἂν θὰ ἔ­πρε­πε νὰ ὑ­πάρ­χουν τὰ μέ­ρη αὐ­τά, ἐ­κτὸς ἂν πρό­κει­ται γιὰ τὴν αὐ­λὴ ἑ­νὸς σπι­τιοῦ ἢ τὸ ἐ­σω­τε­ρι­κὸ ἑ­νὸς σπι­τιοῦ, αὐ­τοῦ τοῦ σπι­τιοῦ μέ­σα στὸ ὁ­ποῖ­ο ἔ­ζη­σε, ὅ­σο ἦ­ταν ζων­τα­νός, ὁ νε­κρὸς καὶ μέ­σα στὸ ὁ­ποῖ­ο θὰ συ­νε­χί­σουν νὰ ζοῦν αὐ­τοὶ ποὺ θὰ συ­νε­χί­ζουν νὰ θυ­μοῦν­ται αὐ­τὸν ποὺ ἔ­φυ­γε, τὸ κρε­βά­τι πά­νω στὸ ὁ­ποῖ­ο κοι­μό­ταν, οἱ κουρ­τί­νες ποὺ ἀ­νοί­γον­ταν κά­θε πρω­ί, ἡ κού­πα τοῦ κα­φέ, ἡ ἐ­ξώ­πορ­τα ποὺ τρί­ζει.

       Τί­πο­τα ἀ­π’ ὅ­λα αὐ­τὰ δὲν ὑ­πάρ­χει μέ­σα στὰ μον­τέρ­να, δυ­τι­κὰ νε­κρο­το­μεῖ­α. «Νε­κρο­το­μεῖ­ο» εἶ­ναι ἄλ­λο ἕ­να πι­θα­νὸ ὄ­νο­μα γι’ αὐ­τὰ τὰ μέ­ρη, ἂν καὶ μᾶλ­λον ὄ­χι ἀρ­κε­τὸ ἢ ἀρ­κε­τὰ σω­στό. Δὲν ἔ­χει ση­μα­σί­α τὸ ὄ­νο­μα, ὅ­μως, οὔ­τε ἡ με­τά­φρα­σή του, ση­μα­σί­α ἔ­χει ἡ αἴ­σθη­ση κι ἄλ­λω­στε δὲν παύ­ει νὰ εἶ­ναι «θά­να­τος» τὸ ὄ­νο­μα σὲ κά­θε πε­ρί­πτω­ση, σὲ κά­θε γλώσ­σα κι ὅ­λες αὐ­τὲς οἱ σκέ­ψεις μοῦ ἦρ­θαν στὸ μυα­λὸ μέ­σα στὸ αὐ­το­κί­νη­το κα­θὼς δι­α­σχί­ζα­με τὴν Λε­ω­φό­ρο τῆς Νί­κης, «Ἀ­βε­νί­δα ντὲ λὰ Βι­κτώ­ρια». Ἐ­σὺ καὶ γὼ μέ­σα στὸ αὐ­το­κί­νη­το, τὸ ρά­διο ἀ­νοι­χτό, τὰ πα­ρά­θυ­ρα ἐ­πί­σης, τὸ μό­νο σχε­τι­κὸ μὲ τὸ θά­να­το ἐ­κεί­νη τὴ στιγ­μὴ ἦ­ταν ἡ ζέ­στη, μιὰ ζέ­στη τοῦ θα­να­τᾶ ποὺ ἔ­κο­βε τὴν ἀ­νά­σα. Κι ἔ­τσι ὅ­πως γλι­στροῦ­σε τὸ αὐ­το­κί­νη­το πά­νω στὴν καυ­τὴ ἄ­σφαλ­το, νο­μί­ζω μᾶς ἔ­πι­α­σε κά­ποι­ο φά­να­ρι, εἶ­ναι ἀ­να­πό­φευ­κτο, πάν­τα ὑ­πάρ­χουν φα­νά­ρια στὶς λε­ω­φό­ρους, πάν­τα κά­τι σοῦ κό­βει τὴ φό­ρα, καὶ τό­τε τὸ βλέμ­μα μου ἀ­νυ­ψώ­θη­κε, ἔ­πε­σε πά­νω στὴν δι­α­φη­μι­στι­κὴ ἐ­πι­γρα­φή, κόκ­κι­να γράμ­μα­τα γραμ­μέ­να μὲ χον­τρὸ πι­νέ­λο πά­νω στὸν γυ­μνὸ τοῖ­χο ἑ­νὸς ἐγ­κα­τα­λε­λει­μέ­νου βι­ο­μη­χα­νι­κοῦ κτη­ρί­ου. Ἔ­λε­γε: «Ἀ­γα­να­κτι­σμέ­νοι ἀ­π’ τὴν τε­λευ­ταί­α φο­ρὰ ποὺ ἡ ἀ­σφα­λι­στι­κή σας ἑ­ται­ρί­α δὲν σᾶς ἄ­φη­σε νὰ ἐ­πι­λέ­ξε­τε τὸ θα­να­τό­ριο τῆς ἀ­ρε­σκεί­ας σας;». Ὑ­πάρ­χουν θα­να­τό­ρια γιὰ ὅ­λα τὰ γοῦ­στα μοῦ λὲς κι αὐ­τὸ δὲν εἶ­ναι κά­ποι­ο δυ­στο­πι­κὸ μέλ­λον, μὰ τὸ πα­ρόν. Ὑ­πάρ­χουν «θα­να­τό­ρια ἀ­ρε­σκεί­ας» καὶ «θα­να­τό­ρια μὴ ἀ­ρε­σκεί­ας» κα­τὰ τὸν ἴ­διο τρό­πο ποὺ ὑ­πάρ­χουν ἀ­σφα­λι­στι­κὲς ἑ­ται­ρεῖ­ες γιὰ ὅ­λα τὰ βα­λάν­τια καὶ γοῦ­στα, ἢ νε­κροὶ κά­θε τύ­που, ποι­ό­τη­τος, χρώ­μα­τος. Ὅ­λα μπο­ροῦν νὰ ἀ­πο­τε­λέ­σουν ἀν­τι­κεί­με­νο ἐ­πι­λο­γῆς καὶ κα­τὰ συ­νέ­πεια δι­α­φη­μι­στι­κῆς καμ­πά­νιας σ’ αὐ­τὸ τὸ πα­ρὸν ποὺ μοιά­ζει μὲ δυ­στο­πι­κὸ μέλ­λον, πα­ρὰ τὸ γε­γο­νὸς πὼς δὲν εἶ­ναι τί­πο­τε ἄλ­λο πα­ρὰ πα­ρόν. Ὑ­πάρ­χει δη­λα­δή, σκέ­φτο­μαι, μιὰ ἀ­πό­λυ­τα μὴ δι­α­πραγ­μα­τεύ­σι­μη πλευ­ρὰ τοῦ θα­νά­του, ἡ ἀ­πώ­λεια κα­θαυ­τή, κι ὑ­πάρ­χουν τό­σες ἄλ­λες πλευ­ρὲς τοῦ θα­νά­του ἀ­πό­λυ­τα δι­α­πραγ­μα­τεύ­σι­μες ἐ­δῶ, τώ­ρα, σ’ ὅ­λες τὶς σύγ­χρο­νες δυ­τι­κὲς κοι­νω­νί­ες καὶ ἡ ἐ­πι­λο­γὴ θα­να­το­ρί­ου εἶ­ναι ἁ­πλῶς μιὰ ἀ­π’ αὐ­τές. Κά­θε θα­να­τό­ριο ἔ­χει τὸν δι­κό του κα­τά­λο­γο ὑ­πη­ρε­σι­ῶν καὶ τι­μῶν ἀ­κό­μα καὶ τὴν δι­κή του ἱ­στο­σε­λί­δα στὴν ὁ­ποί­α, ἂν πρό­κει­ται γιὰ ἕ­να κα­λὰ ὀρ­γα­νω­μέ­νο θα­να­τό­ριο, θὰ ἀ­να­φέ­ρον­ται ἀ­κό­μα καὶ τὰ τε­τρα­γω­νι­κὰ μέ­τρα, τὸ συ­νο­λι­κὸ ἐμ­βα­δὸν τοῦ κτη­ρί­ου καὶ ἄλ­λες τέ­τοι­ες λε­πτο­μέ­ρει­ες ποὺ εἶ­ναι ση­μαν­τι­κὲς μιὰ τέ­τοι­α στιγ­μή. Τὰ θα­να­τό­ρια «Ἀ­φοὶ Σουά­ρεθ», γιὰ πα­ρά­δειγ­μα, ἔ­χουν ἐ­θνι­κὴ κά­λυ­ψη ἐ­νῶ προ­σφέ­ρουν καὶ κέ­τε­ρινγκ, τὸ ὁ­ποῖ­ο πε­ρι­λαμ­βά­νει με­νοὺ γιὰ χορ­το­φά­γους, γιὰ ἄ­το­μα μὲ ἀλ­λερ­γί­α στὴ λα­κτό­ζη καὶ οὕ­τω κα­θε­ξῆς. Ἡ μου­σι­κὴ εἶ­ναι ἐ­πί­σης μιὰ ἀ­πὸ τὶς τε­λευ­ταῖ­ες και­νο­το­μί­ες στὸν το­μέ­α αὐ­τό: μου­σι­κὴ δω­μα­τί­ου, κλα­σι­κὴ μου­σι­κὴ ἢ κά­τι τέ­τοι­ο, ἕ­να εἶ­δος χα­λα­ρω­τι­κῆς μου­σι­κῆς ποὺ θὰ ἠ­ρε­μεῖ τὴν ψυ­χὴ καὶ τὸ πνεῦ­μα, με­λω­δί­ες κα­τάλ­λη­λες γιὰ νὰ προ­κα­λέ­σουν ἢ νὰ συ­νο­δεύ­σουν δά­κρυ­α… Κι εἶ­ναι κι ἄλ­λα τό­σα πράγ­μα­τα ποὺ τώ­ρα δὲν σκέ­φτε­ται κα­νεὶς μὰ εἶ­ναι χρή­σι­μα στὴν ὀρ­γά­νω­ση ἑ­νὸς θρή­νου, ἑ­νὸς εὐ­πα­ρου­σί­α­στου τε­λευ­ταί­ου ἀ­πο­χαι­ρε­τι­σμοῦ, ὅ­πως ὁ στο­λι­σμὸς τοῦ νε­κροῦ, τὰ λου­λού­δια, ὁ χῶ­ρος ὑ­πο­δο­χῆς, ὁ κλι­μα­τι­σμός, τὸ ἀ­να­μνη­στι­κὸ λεύ­κω­μα μὲ τὶς ὑ­πο­γρα­φὲς τῶν πα­ρόν­των ποὺ το­πο­θε­τεῖ­ται συ­νή­θως στὴν εἴ­σο­δο, τό­σα ἄλ­λα πράγ­μα­τα ποὺ εἶ­ναι πραγ­μα­τι­κὰ δύ­σκο­λο νὰ σκε­φτεῖ κα­νεὶς ἂν δὲν βρε­θεῖ στὴν δυ­σά­ρε­στη θέ­ση νὰ βι­ώ­σει μιὰ τέ­τοι­α δύ­σκο­λη στιγ­μὴ ἤ, ἀ­κό­μα χει­ρό­τε­ρα, ὄν­τας ἐν τῷ μέ­σῳ μιᾶς τέ­τοι­ας δύ­σκο­λης στιγ­μῆς. Τὰ θα­να­τό­ρια, ὅ­μοια μὲ τὶς σύγ­χρο­νες κοι­νω­νί­ες, ἔ­χουν προ­βλέ­ψει γιὰ ὅ­λα, για­τὶ δὲν ξέ­ρω ἂν τὸ ἔ­χει κα­νεὶς συ­νει­δη­το­ποι­ή­σει ὅ­τι οἱ νε­κροὶ πλη­θαί­νουν, τὰ σπί­τια με­τα­τρέ­πον­ται σὲ δι­α­με­ρί­σμα­τα, οἱ αὐ­λὲς σὲ φεγ­γί­τες, οἱ ζων­τα­νοὶ σὲ ζόμ­πι ποὺ παίρ­νουν τὸν ἠ­λε­κτρι­κὸ κά­θε πρω­ὶ κι ὅ­ταν ἐ­πι­στρέ­φουν σπί­τι τους εἶ­ναι πο­λὺ κου­ρα­σμέ­νοι γιὰ νὰ ξε­νυ­χτή­σουν ἀ­κού­γον­τας τὸν θρῆ­νο τοῦ γεί­το­να, οὔ­τε κὰν ξέ­ρουν ποι­ός εἶ­ναι ὁ γεί­το­νας, πό­σο μᾶλ­λον ὁ νε­κρὸς τοῦ γεί­το­να, κι ἄλ­λω­στε, γι’ αὐ­τὸ ὑ­πάρ­χουν τὰ θα­να­τό­ρια, αὐ­τὰ τὰ τε­τρά­γω­να λευ­κὰ κου­τιὰ στὴν πε­ρι­φέ­ρεια τῶν με­γα­λου­πό­λε­ων, γιὰ νὰ γί­νε­ται ὁ θρῆ­νος ἀ­θό­ρυ­βα, δὲν χρει­ά­ζε­ται νὰ τὸ κά­νει θέ­μα κα­νείς, ἄν­θρω­ποι πε­θαί­νουν κά­θε μέ­ρα. Ἐ­πι­πλέ­ον, ὑ­πάρ­χει ἔλ­λει­ψη χώ­ρου, παι­διὰ ποὺ κοι­μοῦν­ται, ἐ­νή­λι­κες ποὺ πά­σχουν ἀ­πὸ ἀ­ϋ­πνί­α, ἐρ­γα­ζό­με­νοι μὲ σπα­σμέ­να νεῦ­ρα, ἕ­νας ὁ­λό­κλη­ρος κό­σμος, μιὰ ἀ­πό­λυ­τα ὀρ­γα­νω­μέ­νη κοι­νω­νί­α ποὺ δὲν μπο­ρεῖ νὰ στα­μα­τή­σει μό­νο καὶ μό­νο για­τί κά­ποι­ος θέ­λει νὰ κλά­ψει.



Πη­γή: Πρώτη δημοσίευση.

Νάνσυ Ἀγγελῆ  (Εὔ­βοι­α, 1982). Σπού­δα­σε δη­μο­σι­ο­γρα­φί­α στὸ Ἀ­ρι­στο­τέ­λει­ο Πα­νε­πι­στή­μιο τῆς Θεσ­σα­λο­νί­κης καὶ ἀ­πὸ τὸ 2008 ἀ­σχο­λεῖ­ται ἐ­παγ­γελ­μα­τι­κὰ μὲ τὴν με­τά­φρα­ση λο­γο­τε­χνι­κῶν ἔρ­γων ἀ­πὸ τὰ ἰ­σπα­νι­κὰ στὰ ἑλ­λη­νι­κὰ καὶ ἀν­τί­στρο­φα. Συ­νερ­γά­στη­κε μὲ τὸ Κέν­τρο Βυ­ζαν­τι­νῶν, Κυ­πρια­κῶν καὶ Νε­ο­ελ­λη­νι­κῶν Σπου­δῶν τῆς Γρα­νά­δα κα­θὼς καὶ μὲ τὸ Δι­ε­θνὲς Ἰν­στι­τοῦ­το Με­τά­φρα­σης, I­n­s­t­i­t­ut V­i­r­t­u­al I­n­t­e­r­n­a­c­i­o­n­al de T­r­a­d­u­c­c­io, τοῦ Πα­νε­πι­στη­μί­ου τοῦ Ἀ­λι­κάν­τε. Ἔ­χει δη­μι­ουρ­γή­σει τὸ μπλὸγκ με­τα­φρα­στι­κῶν δειγ­μά­των ἰ­σπα­νό­φω­νης λο­γο­τε­χνί­ας στὰ ἑλ­λη­νι­κά: http://nancyangeli.blogspot.com.es/


 

Χαί­ρε­σαι νά… πε­θαί­νεις!

(μι­κρὸ ἐ­πι­λο­γι­κὸ σχό­λιο τοῦ ἐκ­δό­τη)

Γιὰ τὶς ἄ­ψο­γες καὶ ἀ­ση­πτι­κὲς δι­α­βα­τή­ρι­ες τε­λε­τουρ­γί­ες ἀ­ξι­ο­πρε­ποῦς κη­δεί­ας στὸν δυ­τι­κὸ ‘πο­λι­τι­σμέ­νο’ κό­σμο μᾶς εἶ­χε προ­ϊ­δε­ά­σει τὸ σαρ­κα­στι­κὸ δι­ή­γη­μα «Ὑστεροφημία» τοῦ Κα­τα­λα­νοῦ Σέρ­ζι Πά­μι­ες ποὺ εἴ­χα­με ἀ­ναρ­τή­σει πρὸ δι­ε­τί­ας στὸ ἱ­στο­λό­γιό μας. Μὲ τὸ πρω­το­δη­μο­σι­ευ­ό­με­νο πα­ρα­πά­νω πε­ζὸ τῆς συ­νερ­γά­τι­δός μας Νάν­συς Ἀγ­γε­λῆ, τὸ ἴ­διο θέ­μα προ­σεγ­γί­ζε­ται ἀ­πὸ τὸν ἥ­ρε­μο με­λαγ­χο­λι­κὸ στο­χα­σμὸ πά­νω σὲ μιὰ κοι­νω­νί­α ποὺ θέ­λει νὰ ‘ἐ­ξη­με­ρώ­σει’ τὸν θρῆ­νο ‘στε­γνώ­νον­τά­ς’ τον ἀ­πὸ κά­θε με­τα­φυ­σι­κὸ ρί­γος μὲ τὴν ἔν­τα­ξή του σ’ ἕ­να ὑ­ψη­λὸ ἐ­μπο­ρι­κὸ τε­χνο­λο­γι­κὸ πρό­γραμ­μα ὅ­που ἀρ­χι­τε­κτο­νι­κή, δι­α­κό­σμη­ση, μου­σι­κὸ πε­ρι­βάλ­λον κά­νουν τὸν θά­να­το ἕ­να κερ­δο­φό­ρο κο­σμι­κὸ γε­γο­νός… Τέ­τοι­ες ὑ­ψη­λὲς ὑ­πη­ρε­σί­ες δι­α­φη­μί­ζον­ται πιὰ ἀ­πὸ τὸ δί­κτυ­ο,  ὅ­πως τῆς ἐπιχείρησης Los Jardines στὴν πό­λη Λε­ὸν στὴ βό­ρει­ο Ἱ­σπα­νί­α. Γιὰ τὴν ὀ­νο­μα­σί­α τῶν χώ­ρων αὐ­τῶν ἡ ἰ­σπα­νι­κὴ γλώσ­σα προ­σφεύ­γει στὴν ἑλ­λη­νό­πλα­στη ἰ­σπα­νι­κὴ λέ­ξη «Tanatorio», ἢ «θα­να­τό­ριο» ὅ­πως θὰ τὴν με­τα­φέ­ρα­με στὰ νε­ο­ελ­λη­νι­κά, ἀλ­λὰ χω­ρὶς τοὺς ἄ­με­σους μα­κά­βριους συ­νειρ­μοὺς ποὺ δη­μι­ουρ­γεῖ στὸν ἑ­λλη­νό­γλωσ­σο ἡ λέ­ξη «θά­να­τος», μιὰ καὶ γι΄ αὐ­τὸν στὰ ἰ­σπα­νι­κὰ ὑ­πάρ­χει ἡ κα­θη­με­ρινὴ λέ­ξη «muerte». Εἶ­ναι πα­ρα­πά­νω ἀ­πὸ σί­γου­ρο ὅ­τι ἡ κα­θο­λι­κὴ Ἰ­σπα­νί­α τῆς ἐ­φι­αλ­τι­κῆς Ἱ­ε­ρᾶς Ἐ­ξέ­τα­σης ἀ­νή­κει ἀ­με­τά­κλη­τα στὸ πα­ρελ­θόν!  Ὁ θά­να­τος τοῦ ἀν­θρώ­που —ὅ­πως ἀ­ξί­ζει σ’ ἔ­ναν ‘πο­λι­τι­σμέ­νο’ ἀποϊεροποιημένο κό­σμο— δὲν ἔ­χει πιὰ τί­πο­τα τὸ τρο­μα­κτι­κό…

            Ἤ­δη ὁ ὑ­πο­ψι­α­σμέ­νος καλ­λι­τέ­χνης τοῦ δυ­τι­κοῦ κό­σμου δι­αι­σθα­νό­με­νος τὸν δυ­στο­πι­κὸ ἐ­φιά­λτη τοῦ σύγ­χρο­νου τε­χνο­κα­πι­τα­λι­σμοῦ δὲν πα­ρα­λεί­πει νὰ τὸν σχο­λιά­ζει μὲ δρα­στι­κὸ τρό­πο, ὅ­πως ὁ Βρετ­τα­νὸς Mark Wallinger μὲ τὴν βίν­τε­ο ἐγ­κα­τά­στα­σή του Δρα­σκε­λών­τας τὸ Κα­τώ­φλι τῆς Βα­σι­λεί­ας (Threshold to the Kingdom), ἔρ­γο τοῦ 2000, ποὺ εἴ­χα­με τὴν εὐ­και­ρί­α νὰ δοῦ­με καὶ στὴν Ἀ­θή­να τὸν Ἰ­α­νουά­ριο τοῦ 2017 στὴν ἔκ­θε­ση Ἡ Ὑ­πέρ­βα­ση τῆς Ἀ­βύσ­σου στὸ Ὠ­δεῖ­ο Ἀ­θη­νῶν. Ἡ με­τά­βα­ση στὸν ἄλ­λο κό­σμο κά­τω ἀ­πὸ τὴν ἐ­πι­γρα­φὴ «International Arrivals» (!), πα­ρω­δεῖ­ται στὸ ἔρ­γο αὐ­τὸ ὡς ‘πο­λι­τι­σμέ­νη’ κα­θη­συ­χα­στι­κὴ ἄ­φι­ξη τῶν τε­θνε­ώ­των σὲ ἀ­σφα­λῆ δι­ε­θνῆ ἀ­ε­ρο­λι­μέ­να, κά­τω ἀ­πὸ τοὺς ἤ­χους τοῦ Miserere mei, Deus τοῦ ἀ­να­γεν­νη­σια­κοῦ συν­θέ­τη Gregorio Allegri (1582-1652), ποὺ ψάλ­λε­ται κα­τὰ τὴν Ἑ­βδο­μά­δα τῶν Πα­θῶν στὴν Κα­πέ­λα Σιξ­τί­να (παρακάτω ἀπόσπασμα ἀπὸ τὸ βίντεο):

       Δι­α­βά­ζον­τας τὴν κα­τα­λη­κτή­ρια πε­ρί­ο­δο τοῦ ση­με­ρι­νοῦ πε­ζο­γρα­φή­μα­τος, «μιὰ ἀ­πό­λυ­τα ὀρ­γα­νω­μέ­νη κοι­νω­νί­α ποὺ δὲν μπο­ρεῖ νὰ στα­μα­τή­σει μό­νο καὶ μό­νο για­τί κά­ποι­ος θέ­λει νὰ κλά­ψει», ἀ­να­κα­λῶ στὴ μνή­μη μου τὴν φρά­ση τοῦ Πεν­τζί­κη «πρὸ τοῦ τά­φου τοῦ προ­σφι­λοῦς, μά­ται­ος εἶ­ναι ὁ θρῆ­νος, δί­χως τὴν πα­ρου­σί­α τοῦ ἱ­ε­ρέ­α» καὶ κα­τα­λα­βαί­νω βα­θιὰ τὴν ἐ­πι­θυ­μί­α τοῦ Κύπριου συγγραφέα Σάβ­βα Παύ­λου νὰ μπεῖ τὸ σκή­νω­μα του στὸ χῶ­μα δί­χως ἐ­πι­κή­δει­ους λό­γους καὶ ἄλ­λες κο­σμι­κὲς ἐκ­δη­λώ­σεις πέν­θους μὲ μο­να­δι­κὸ κοι­νω­νι­κὸ ἔν­δυ­μά του, ἐκτὸς ἀπὸ τὴν ἑλληνικὴ σημαία, τὴν νε­κρώ­σι­μη ἐ­ξό­διο ἀ­κο­λου­θί­α τοῦ ἁ­γί­ου Ἰ­ω­άν­νου τοῦ Δα­μα­σκη­νοῦ τῆς Ἀ­να­το­λι­κῆς Ὀρ­θό­δο­ξης Ἐκ­κλη­σί­ας…

Γιάννης Πατίλης



		

	

Νάνσυ Ἀγγελῆ: Ἡ ἀντάμωση

Aggeli,Nansy-IAntamosi-Eikona-01

Νάν­συ Ἀγ­γε­λῆ



Ἡ ἀν­τά­μω­ση


04-Taph-489px-Comic_History_of_Rome_p_107_Initial_TΟΝ ΕΒΛΕΠΕ ΣΤΙΓΜΙΑΙΑ καὶ ἔ­πει­τα τὸν ἔ­χα­νε, πά­λι στιγ­μια­ῖα, σὲ κά­θε κί­νη­ση τῶν συ­ρό­με­νων με­ταλ­λι­κῶν φύλ­λων. Τὸν ἔ­ψα­χνε μὲ τὰ μά­τια στὰ δευ­τε­ρό­λε­πτα ποὺ με­σο­λα­βοῦ­σαν ἀ­νά­με­σα στὸ δι­α­δο­χι­κὸ ἀ­νοι­γό­κλει­σμα τῶν θυ­ρῶν, χω­ρὶς ἐ­κεῖ­νος νὰ μπο­ρεῖ νὰ τὴν δεῖ. Τὴ δι­α­σκέ­δα­ζε αὐ­τό. Νὰ πα­ρα­τη­ρεῖ τὴν ἀ­γω­νί­α του, τὶς συ­σπά­σεις τοῦ προ­σώ­που του κα­θὼς πε­ρί­με­νε νὰ τὴν ἀν­τι­κρί­σει, ὅ­σο ἡ λα­χτά­ρα του ἔ­φτα­νε στὸ ἀ­πο­κο­ρύ­φω­μά της. Χα­μο­γε­λοῦ­σε για­τὶ ἦ­ταν ἐ­κεῖ, για­τὶ ἦ­ταν πάν­τα ἐ­κεῖ, καὶ για­τί μέ­σα σὲ λί­γα δευ­τε­ρό­λε­πτα θὰ ἔ­σβη­νε τὰ ση­μά­δια τῆς ἀ­να­μο­νῆς καὶ τῆς ἐγ­καρ­τέ­ρη­σής του σφίγ­γον­τάς τον στὴν ἀγ­κα­λιά της. Νά­ ‘τος πά­λι. Βη­μα­τί­ζει νευ­ρι­κὰ μὲ τὰ χέ­ρια στὶς τσέ­πες. Δὲν πρέ­πει νὰ τὴν δεῖ, πρέ­πει νὰ εἶ­ναι τό­σο ἀ­πρό­σμε­νη ἡ ἐμ­φά­νι­σή της ποὺ νὰ τὸν κά­νει νὰ πα­ρα­λύ­σει ἀ­πὸ χα­ρά. Τὸ μαρ­τύ­ριο τῆς ἀ­να­μο­νῆς ἦ­ταν τώ­ρα ἐ­λεγ­χό­με­νο, μπο­ροῦ­σε νὰ πα­ρα­τα­θεῖ λί­γο ἀ­κό­μη, μιᾶς καὶ ἡ ἀ­να­κού­φι­ση ἦ­ταν πιὰ στὰ πρό­θυ­ρα. Τὸ παι­χνί­δι δὲν δι­αρ­κοῦ­σε πα­ρὰ μό­νο λί­γες στιγ­μές, μὰ τῆς ἔ­δι­νε μιὰ σα­δο­μα­ζο­χι­στι­κὴ εὐ­χα­ρί­στη­ση, μιὰ αἴ­σθη­ση παν­το­δυ­να­μί­ας, ὅ­τι ἦ­ταν αὐ­τὴ ποὺ κι­νοῦ­σε τὰ νή­μα­τα καὶ ἀ­πο­φά­σι­ζε τὴν ἐμ­φά­νι­ση τῶν ἡ­ρώ­ων στὴ σκη­νή. Ἀλ­λά, καὶ γιὰ κεί­νη ἦ­ταν κά­πως δύ­σκο­λο. Ἔ­πρε­πε νὰ συγ­κρα­τή­σει τὴ χα­ρά της ποὺ ἦ­ταν ἐ­κεῖ, τὴν ὄ­ρε­ξή της νὰ τὴν κοι­τά­ξει κα­τά­μα­τα. Τὸν πα­ρα­τη­ροῦ­σε ὅ­λο καὶ πε­ρισ­σό­τε­ρο ὅ­σο δι­αρ­κοῦ­σε ἡ ἀ­να­μο­νή. Ἤ­θε­λε κού­ρε­μα, τὰ μαλ­λιὰ του εἶ­χαν μα­κρύ­νει, εἶ­χε ἀρ­χί­σει νὰ γκρι­ζά­ρει ἐ­λα­φρῶς ἢ ἦ­ταν ἰ­δέ­α της;

        Νὰ ἦ­ταν ἰ­δέ­α της ὅ­τι αὐ­τὸ τὸ κου­ρα­σμέ­νο, ἀ­νή­συ­χο, ἐκ­φρα­στι­κὸ πρό­σω­πο πά­νω ἀ­πὸ τὸ ὁ­ποῖ­ο φυ­σοῦ­σε πάν­τα ἕ­να ἀ­ε­ρά­κι πί­κρας, κά­νον­τας τὴν ὑ­πο­ψί­α χα­ρᾶς στὸ βά­θος τῶν μα­τι­ῶν του ἀ­νε­πα­νόρ­θω­τα φευ­γα­λέ­α, δὲν θὰ μπο­ροῦ­σε νὰ ἦ­ταν γέν­νη­μα θρέμ­μα ἄλ­λου τό­που, ἄλ­λης γῆς καὶ ἄλ­λων και­ρῶν; Τὸν κοί­τα­ζε καὶ συ­νέ­κρι­νε τὴ μορ­φή του μὲ αὐ­τὴ τῶν ξέ­νων, εὐ­ϋ­πό­λη­πτων πο­λι­τῶν εὐ­ρω­πα­ϊ­κῶν χω­ρῶν ποὺ τὴν πε­ρι­τρι­γύ­ρι­ζαν, καὶ ἐ­κεῖ­νος ἔ­μοια­ζε νὰ βγαί­νει πάν­τα λί­γο χα­μέ­νος καὶ ὡ­στό­σο νὰ δί­νει ταυ­τό­χρο­να τὴν ἐν­τύ­πω­ση μιᾶς φθαρ­μέ­νης ἀ­ξι­ο­πρέ­πειας, μιᾶς ἐ­σω­τε­ρι­κῆς ψυ­χι­κῆς ἀ­νά­τα­σης ποὺ ἂν καὶ τὴν κα­μου­φλά­ρι­ζε ἀρ­κε­τὰ κα­λὰ (πί­σω ἀ­πὸ τὸν μό­χθο μιᾶς ζω­ῆς, τὴν αἰ­ώ­νια ἀ­γα­νά­κτη­σή του, τὰ πα­ρά­πο­νά του γιὰ τὸν κό­σμο, τὸ με­τα­χει­ρι­σμέ­νο αὐ­το­κί­νη­τό του), ἐ­κεί­νη μπο­ροῦ­σε νὰ τὴν αἰ­σθαν­θεῖ ἔ­τσι ὅ­πως ἀ­να­δύ­ον­ταν ἀ­πὸ τὸ σῶ­μα του, ποὺ τώ­ρα βρί­σκον­ταν ἀρ­κε­τὰ μα­κριὰ ἀ­π’ τὸ σπί­τι καὶ τὴ βάρ­κα του, τὴ θά­λασ­σα καὶ τὸ πε­ρι­βό­λι του, μέ­σα σ’ ἕ­ναν κλι­νι­κὰ λευ­κὸ χῶ­ρο ποὺ τὸν κοι­τοῦ­σε ὑ­πο­τι­μη­τι­κὰ πί­σω ἀ­πὸ κά­θε αὐ­τό­μα­το μη­χά­νη­μα ποὺ τοῦ πρό­σφε­ρε, δῆ­θεν, τὶς ὑ­πη­ρε­σί­ες του. Ναί, βρί­σκον­ταν ἀρ­κε­τὰ μα­κριὰ ἀ­π’ ὅ­λα αὐ­τὰ ποὺ τοῦ ἔ­δι­ναν ζω­ὴ καὶ ὑ­πό­στα­ση, μό­νο καὶ μό­νο γιὰ νὰ βρί­σκε­ται κον­τά της. Ἀλ­λά, ἀ­κό­μα κι ἔ­τσι, ἦ­ταν μέ­ρος ἑ­νὸς ἀ­νε­παί­σθη­του συ­νό­λου ποὺ μό­νο ἐ­κεί­νη μπο­ροῦ­σε νὰ δεῖ καὶ νὰ νι­ώ­σει ἀ­πὸ μα­κριά, ἀ­πὸ ψη­λὰ ὅ­σο τὸ ἀ­ε­ρο­πλά­νο ἔ­φτα­νε στὸν προ­ο­ρι­σμό του καὶ ἀ­πὸ τὴ στιγ­μὴ ποὺ πα­τοῦ­σε στὴ γῆ. Για­τί στὸ πρό­σω­πό του κα­θε­φτί­ζον­ταν ὅ­λη ἡ νο­σταλ­γί­α γι’ αὐ­τὴν τὴν πα­τρί­δα ποὺ εἶ­χε ἀ­φή­σει πί­σω της καὶ δὲν τὴν ἔ­βλε­πε πιὰ πα­ρὰ μό­νο σὰν ἐ­πι­σκέ­πτης ἐ­φή­με­ρος καὶ —ἀ­να­πό­φευ­κτα— λί­γο ξέ­νος. Ἀ­γα­ποῦ­σε (τώ­ρα ποὺ ζοῦ­σε μα­κριὰ τὸ ἤ­ξε­ρε) τὶς ρωγ­μὲς τῶν μαρ­μά­ρι­νων μνη­μεί­ων, σὰν τὶς ρυ­τί­δες τοῦ προ­σώ­που του, τὴ σκό­νη τῶν γκρί­ζων τοί­χων σὰν τὰ με­λαγ­χο­λι­κά του μά­τια, τὶς τσι­μεν­τέ­νι­ες τα­ρά­τσες καὶ τὶς δί­πα­τες, τε­τρά­γω­νες κα­τοι­κί­ες σὰν τὸ σκλη­ρὸ καὶ ἡ­λι­ο­καμ­μέ­νο δέρ­μα τῶν χε­ρι­ῶν του. Τὴ μυ­ρω­διὰ αὐ­τῆς τῆς πο­λύ­πα­θης καὶ πο­λύ­βου­ης πρω­τεύ­ου­σας, σὰν τὴ μυ­ρω­διὰ τοῦ κα­πνοῦ ποὺ πό­τι­ζε τοὺς πό­ρους του. Για­τί, ὅ­ταν ἄ­να­βε τὸ τσι­γά­ρο καὶ φούν­τω­νε ἡ καύ­τρα σὲ κά­θε ρου­φη­ξιά, ἦ­ταν σὰν νὰ ἤ­θε­λε νὰ βά­λει μέ­σα του ὅ­λη τὴν αὐ­το­κα­τα­στρο­φὴ τοῦ κό­σμου, αὐ­τοῦ τοῦ κό­σμου ποὺ τὸν ἔ­φτια­ξε. Καὶ ἦ­ταν σὰν νὰ τὸ ἀ­πο­λαμ­βά­νει, τὸ νὰ ρου­φά­ει ἔ­τσι ἀ­νε­λέ­η­τα τὴν αὐ­το­κα­τα­στρο­φή, σὰν νὰ τὸν ἔ­θρε­φε ἡ προ­σπά­θειά του νὰ πά­ει κόν­τρα σ’ ὅ­λα, νὰ σπά­σει καὶ τὰ τε­λευ­ταῖ­α του πα­ΐ­δια σ’ αὐ­τὴ τὴ σύγ­κρου­ση, ἀ­π’ τὴν ὁ­ποί­α ἔ­βγαι­νε πα­ρα­παί­ον­τας, ἀλ­λὰ ζων­τα­νός. Ναί, οἱ μπαμ­πά­δες ἦ­ταν γιὰ κεί­νη σὰν ἀ­κλό­νη­τοι βρά­χοι, ἐ­κεῖ ποὺ γεν­νι­οῦν­ται, ἐ­κεῖ πε­θαί­νουν, ἐ­κεῖ στέ­κον­ται ὄρ­θιοι ὅ­σος ἀ­έ­ρας κι ἂν φυ­σᾶ, ὅ­σες κα­ται­γί­δες κι ἂν προ­μη­νύ­ον­ται. Ἐ­κεῖ ποὺ τοὺς ἀ­φή­νει κα­νείς, ἐ­κεῖ ἀ­κρι­βῶς τοὺς βρί­σκει σὰν νὰ μὴν πέ­ρα­σε και­ρός, σὰν ὁ χρό­νος νὰ μὴν εἶ­ναι πα­ρὰ μιὰ ψευ­δαί­σθη­ση, ἕ­να δα­χτυ­λί­δι κα­πνοῦ ποὺ δι­α­λύ­ε­ται στὸν ἄ­νε­μο. Γιὰ κεί­νη ἦ­ταν ὁ βρά­χος ποὺ ἀ­νέ­μι­ζε ἡ δι­κή της ση­μαί­α, ἡ μο­να­δι­κὴ δι­κή της ση­μαί­α, ἡ δι­κή της πα­τρί­δα. Αὐ­τὴ ποὺ ἄ­φη­σε πί­σω της γιὰ νὰ μπο­ρέ­σει νὰ μεί­νει μέ­σα της.

        Πῆ­ρε τὶς ἀ­πο­σκευ­ές της καὶ πέ­ρα­σε μέ­σα ἀ­πὸ τὰ συ­ρό­με­να με­ταλ­λι­κὰ φύλ­λα. Γιὰ ἀ­κό­μα μιὰ φο­ρά, εἶ­χε φτά­σει.


Bonsai-03c-GiaIstologio-04


Πη­γή: Μιὰ μέ­ρα ἀ­πό­λυ­της ἡ­συ­χί­ας ( διηγήματα, ἔκδ. Πα­ρά­ξε­νες μέ­ρες, 2015)


Νάνσυ Ἀγγελῆ (Εὔ­βοι­α, 1982). Σπού­δα­σε δη­μο­σι­ο­γρα­φί­α στὸ Ἀ­ρι­στο­τέ­λει­ο Πα­νε­πι­στή­μιο τῆς Θεσ­σα­λο­νί­κης καὶ ἀ­πὸ τὸ 2008 ἀ­σχο­λεῖ­ται ἐ­παγ­γελ­μα­τι­κὰ μὲ τὴν με­τά­φρα­ση λο­γο­τε­χνι­κῶν ἔρ­γων ἀ­πὸ τὰ ἰ­σπα­νι­κὰ στὰ ἑλ­λη­νι­κὰ καὶ ἀν­τί­στρο­φα. Συ­νερ­γά­στη­κε μὲ τὸ Κέν­τρο Βυ­ζαν­τι­νῶν, Κυ­πρια­κῶν καὶ Νε­ο­ελ­λη­νι­κῶν Σπου­δῶν τῆς Γρα­νά­δα κα­θὼς καὶ μὲ τὸ Δι­ε­θνὲς Ἰν­στι­τοῦ­το Με­τά­φρα­σης, I­n­s­t­i­t­ut V­i­r­t­u­al I­n­t­e­r­n­a­c­i­o­n­al de T­r­a­d­u­c­c­io, τοῦ Πα­νε­πι­στη­μί­ου τοῦ Ἀ­λι­κάν­τε. Ἔ­χει δη­μι­ουρ­γή­σει τὸ μπλὸγκ με­τα­φρα­στι­κῶν δειγ­μά­των ἰ­σπα­νό­φω­νης λο­γο­τε­χνί­ας στὰ ἑλ­λη­νι­κά: http://nancyangeli.blogspot.com.es/

Νάνσυ Ἀγγελῆ: Blow up


Aggeli,Nansy-BlowUp-Eikona-05


Νάν­συ Ἀγ­γε­λῆ


Blow up


11-Alpha-607px-A_Vignette_svgΠΟ ΠΟΛΥ ΨΗΛΑ δὲν εἶ­ναι πα­ρὰ μαῦ­ρες κουκ­κί­δες. Οἱ ἄν­θρω­ποι, τὰ κτή­ρια, οἱ δρό­μοι, τὰ αὐ­το­κί­νη­τα, ὅ­λη ἡ ἀν­θρώ­πι­νη ἐ­ξέ­λι­ξη δὲν εἶ­ναι πα­ρὰ ἁ­πλὲς μαῦ­ρες κουκ­κί­δες στὸ μά­τι κά­ποι­ου ποὺ κοι­τά­ζει ἀ­πὸ πο­λὺ ψη­λά, ἀ­πὸ πο­λὺ μα­κριά. Εἶ­ναι λίγο ἀ­στεῖ­ο ἢ τρα­γι­κὸ ἂν σκε­φτεῖς ὅ­τι ἐ­σύ, τὸ νε­ό­κτι­στο ρὸζ σπί­τι, τὰ γρα­φεῖ­α τῆς ἑ­ται­ρεί­ας, τὸ ἀ­φεν­τι­κό, ἡ μά­να σου, ἡ Μέ­ρι­λυν Μον­ρό­ε, ὅ­λα ὅ­σα θε­ω­ρεῖς ὑ­ψη­λά, ἄ­φτα­στα, ἄ­πια­στα, ἀ­πρό­σι­τα, ἄ­φθαρ­τα, ση­μαν­τι­κά, δὲν μοιά­ζουν πα­ρὰ μὲ ἁ­πλὲς μαῦ­ρες κουκ­κί­δες. Πα­νο­μοι­ό­τυ­πες, ἀ­σή­μαν­τες μαῦ­ρες κουκ­κί­δες. Μπο­ρεῖς νὰ τὶς λι­ώ­σεις ἀ­δι­α­κρί­τως μ’ ἕ­να πά­τη­μα τοῦ πα­που­τσιοῦ, ἢ ἀ­κό­μα καὶ μὲ τὸ δά­χτυ­λό σου, σὰν ἕ­να μά­τσο μυρ­μήγ­κια. Ἀ­π’ τὴν ἄλ­λη, ὅ­σο πε­ρισ­σό­τε­ρο κα­τα­λύ­ε­ται ἡ ἀ­πό­στα­ση ποὺ μᾶς χω­ρί­ζει ἀ­πὸ τὰ πράγ­μα­τα, τό­σο αὐ­τὰ παίρ­νουν ση­μα­σί­α, σχῆ­μα καὶ ὑ­πό­στα­ση. Με­τα­τρέ­πον­ται ἀ­πὸ κουκ­κί­δες σὲ δρό­μους, σπί­τια, ἀν­θρώ­πους. Κι ὕστερα, ὅ­σο πιὸ πο­λὺ πλη­σι­ά­ζου­με ἀ­πο­κα­λύ­πτον­ται οἱ ρωγ­μές, τὰ μπα­λώ­μα­τα, οἱ ρυ­τί­δες. Λέ­με γιὰ πα­ρά­δειγ­μα, ἀ­πο­στα­σι­ο­ποι­ή­σου ἀ­πὸ τὰ γε­γο­νό­τα ἢ ἄς δοῦ­με τὰ πράγ­μα­τα ἀ­πὸ πιὸ κον­τὰ γιὰ νὰ ἐκ­φρά­σου­με ἀ­κρι­βῶς τὴ ση­μα­σί­α τῆς ἀ­πό­στα­σης, ἀν­τι­στρό­φως ἀ­νά­λο­γη ἢ εὐ­θέ­ως ἀ­νά­λο­γη ὡς πρὸς τὴν κα­τα­νό­η­ση τοῦ ἀν­τι­κει­μέ­νου ὑ­πὸ ἐ­ξέ­τα­ση. Ἄς πά­ρου­με τὴ δεύ­τε­ρη πε­ρί­πτω­ση κι ἂς ἐ­πι­χει­ρή­σου­με νὰ πα­ρα­τη­ρή­σου­με κά­τι τε­λεί­ως κοι­νὸ ἀ­πὸ πο­λὺ κον­τὰ κι ἴ­σως, ἂν ἡ προ­αί­σθη­σή μου εἶ­ναι σω­στή, ἢ ἂν ἀ­πο­δει­χθεῖ ὅ­τι εἴ­μα­στε πραγ­μα­τι­κὰ ὀ­ξυ­δερ­κεῖς πα­ρα­τη­ρη­τές, νὰ ὁ­δη­γη­θοῦ­με σὲ ἀ­νέλ­πι­στα, ἂν ὄ­χι ἀ­να­τρε­πτι­κά, συμ­πε­ρά­σμα­τα.

       Ἄς ποῦ­με ὅ­τι εἶ­ναι ἕ­να ὄ­μορ­φο σπί­τι κι ἄς τὸ προσ­δι­ο­ρί­σου­με λί­γο πε­ρισ­σό­τε­ρο, λέ­γον­τας πὼς εἶ­ναι χτι­σμέ­νο κον­τὰ στὴ θά­λασ­σα, ἕ­να ἄ­ψο­γο ἀρ­χι­τε­κτο­νι­κὸ οἰ­κο­δό­μη­μα μὲ λι­τὲς καὶ αὐ­στη­ρὲς γραμ­μές. Καὶ λευ­κό. Πάν­λευ­κο ἐ­σω­τε­ρι­κὰ καὶ ἐ­ξω­τε­ρι­κά. Οἱ ἰ­δι­ο­κτῆ­τες δι­α­τεί­νον­ται πὼς δι­ά­λε­ξαν τὸ λευ­κὸ για­τί ἀν­τα­να­κλᾶ δια­ύγεια καὶ κα­θα­ρό­τη­τα. Τὸ σπί­τι πε­ρι­κλεί­ουν μο­λυ­βὶ βρά­χια, οἱ τοῖ­χοι του ὀρ­θώ­νον­ται κά­θε­τα μέ­σῳ αὐ­τῶν, ἔν­δει­ξη πὼς ἀ­πο­τε­λοῦν ἀ­να­πό­σπα­στο κομ­μά­τι ἑ­νὸς σκλη­ροῦ καὶ ἄ­γριου το­πί­ου. Οἱ ἀρ­χι­τέ­κτο­νες μί­λη­σαν στοὺς ἰ­δι­ο­κτῆ­τες γιὰ «φυ­σι­κὴ ἁρ­μο­νί­α». Ὅ,τι ἐ­πι­φά­νεια δὲν κα­λύ­πτε­ται ἀ­πὸ τσι­μέν­το, ἔ­χει στρω­θεῖ μὲ πέ­τρα. Εἶ­ναι ἕ­να μᾶλ­λον ὑ­πε­ρο­πτι­κὸ σπί­τι, ἢ κα­λύ­τε­ρα ἐ­πι­βλη­τι­κὸ καὶ κά­πως ψυ­χρό, καὶ σί­γου­ρα πλού­σιο. Τὸ φῶς τοῦ ἥ­λιου μπαί­νει ἀ­π’ τὰ με­γά­λα πα­ρά­θυ­ρα, μὰ δὲν προ­λα­βαί­νει νὰ ζε­στά­νει τὸ χῶ­ρο για­τί δι­α­χέ­ε­ται τρο­μαγ­μέ­νο πρὸς ὅ­λες τὶς κα­τευ­θύν­σεις, ἔ­τσι ὥ­στε νὰ δη­μι­ουρ­γεῖ­ται τὸ προσ­δο­κώ­με­νο «φω­τι­στι­κὸ ἐ­φέ», τὸ ὁ­ποῖ­ο εἶ­ναι στὴν οὐ­σί­α ἡ τι­θάσ­σευ­ση τῶν ἀ­κτί­νων τοῦ ἥ­λιου στὴν ὑ­πη­ρε­σί­α τῶν ἰ­δι­ο­κτη­τῶν. Οἱ ἀρ­χι­τέ­κτο­νες χα­ρα­κτή­ρι­σαν τὴν κα­τα­σκευ­ὴ τοῦ ἐν λό­γῳ σπι­τιοῦ ὡς ἕ­να πρω­τί­στως «οἰ­κο­λο­γι­κὸ project». Κα­τα­κό­ρυ­φες τε­τρά­γω­νες κο­λῶ­νες ὁ­ρι­ο­θε­τοῦν ἕ­να κομ­μά­τι τοῦ ἐ­ξω­τε­ρι­κοῦ χώ­ρου, αὐ­τὸ ποὺ χρη­σι­μεύ­ει ὡς βε­ράν­τα καὶ ἁ­πλώ­νε­ται στὸ κε­νὸ πά­νω ἀ­π’ τὴ θά­λασ­σα. Ἡ βε­ράν­τα εἶ­ναι ἀ­νοι­χτὴ ἀ­π’ ὅ­λες τὶς πλευ­ρὲς καὶ δὲν εἶ­ναι ὁ τύ­πος τῆς βε­ράν­τας ποὺ γε­μί­ζει κα­νεὶς μὲ γλά­στρες καὶ τεν­τω­μέ­να σκοι­νιὰ γιὰ ροῦ­χα. Πρό­κει­ται γιὰ μιὰ βε­ράν­τα ἡ ὁ­ποί­α δὲν κα­τα­δέ­χε­ται κόκ­κους σκό­νης καὶ μι­κρὰ παι­διά. Τὴν πλαι­σι­ώ­νουν δυ­ὸ λει­τουρ­γι­κὲς ξύ­λι­νες σεζ­λόγκ. Αὐ­τὰ εἶ­ναι σχε­δὸν ὅ­λα ὅ­σα βλέ­που­με ἀ­π’ ἔ­ξω. Κα­μιὰ φο­ρὰ βλέ­που­με καὶ μιὰ ψι­λόλι­γνη γυ­ναι­κεί­α φι­γού­ρα. Ἂς ποῦ­με ὅ­τι εἶ­ναι ἡ Σού­ζαν, ἡ ὁ­ποί­α φο­ρᾶ συ­νή­θως ἕ­να λευ­κὸ μα­κρὺ νυ­χτι­κό. Ἄς πλη­σι­ά­σου­με λί­γο πε­ρισ­σό­τε­ρο. Κά­τι μοῦ λέ­ει πὼς ἐ­κεί­νη ἔ­χει με­τα­ξέ­νια μαλ­λιὰ καὶ ἁ­πα­λὴ ἐ­πι­δερ­μί­δα. Ναί, εἶ­ναι ἀ­λή­θεια. Ἔ­χει με­τα­ξέ­νια μαλ­λιὰ καὶ κι­νεῖ­ται νω­χε­λι­κά, βα­ρι­ε­στη­μέ­να κα­λύ­τε­ρα. Ἀ­πὸ δῶ ποὺ βρι­σκό­μα­στε δὲν μπο­ροῦ­με νὰ δοῦ­με τί κά­νει ἡ Σού­ζαν ὅ­ταν βρί­σκε­ται μέ­σα στὸ σπί­τι. Τὴν πα­ρα­τη­ροῦ­με νὰ μπαι­νο­βγαί­νει ξυ­πό­λη­τη μέ­σα ἀ­πὸ τὴν ἀ­νοι­χτὴ τζα­μα­ρί­α. Εἶ­ναι συ­νή­θως μό­νη. Ἂς ποῦ­με ὅ­τι δὲν κα­τα­φέρ­νου­με νὰ πε­τύ­χου­με πο­τὲ τὸν ἄν­τρα. Φαν­τα­ζό­μα­στε ὅ­τι δου­λεύ­ει πο­λὺ καὶ γυρ­νά­ει ἀρ­γὰ τὸ βρά­δυ, λί­γο πρὶν ἡ Σού­ζαν πέ­σει γιὰ ὕ­πνο. Εἴ­μα­στε σί­γου­ροι ὅ­τι ὑ­πάρ­χει κά­ποι­ος ἄν­τρας, ἂν καὶ δὲν τὸν ἔ­χου­με δεῖ, για­τί ὑ­πάρ­χουν δύ­ο σεζ­λὸγκ στὴν βε­ράν­τα καὶ για­τί ἡ Σούζαν στρέ­φει συ­χνὰ τὸ κε­φά­λι της πρὸς τὴν ἄ­δεια πο­λυ­θρό­να ὅ­σο βη­μα­τί­ζει σκε­φτι­κὰ (δη­λα­δὴ κά­νον­τας παύ­σεις) στὴν βε­ράν­τα. Συ­ναι­σθα­νό­μα­στε ὅ­τι πρό­κει­ται γιὰ ἕ­να βλέμ­μα με­λαγ­χο­λι­κὸ ἢ ἐ­πί­κρι­σης, για­τί ἀ­πὸ δῶ ποὺ στε­κό­μα­στε τὴ βλέ­που­με νὰ στα­μα­τᾶ ὄρ­θια ἀ­κρι­βῶς πά­νω ἀ­π’ τὰ μπὲζ μα­ξι­λά­ρια τῆς ὑ­πέ­ρο­χης —ἄ­δειας— σεζ­λόγκ, τὰ χέ­ρια της πέ­φτουν ἄ­ψυ­χα πλά­ι στὸ σῶ­μα της κι ὕ­στε­ρα σταυ­ρώ­νον­ται πιὸ ἀ­πο­φα­σι­στι­κὰ στὸ στῆ­θος, ἐ­κεί­νη ἀρ­χί­ζει πά­λι νὰ βα­δί­ζει —αὐ­τὴ τὴ φο­ρὰ ἐ­λα­φρῶς γρη­γο­ρό­τε­ρα— μέ­χρι νὰ χα­θεῖ ξαφ­νι­κὰ στὸ βά­θος τοῦ σπι­τιοῦ ἀ­φή­νον­τας πί­σω της τὴ θά­λασ­σα ἀ­κού­ρα­στη νὰ πε­ρι­μέ­νει. Με­τὰ ἀ­πὸ λί­γο ἐ­πι­στρέ­φει, κι ἴ­σως νὰ τη­λε­φώ­νη­σε κά­που ὅ­σο ἔ­λει­πε. Ἴ­σως νὰ πῆ­ρε τη­λέ­φω­νο τὸν ἄν­τρα ποὺ μοιά­ζει νὰ ἀρ­γεῖ πάν­τα καὶ ἴ­σως νὰ μὴν ἀ­πάν­τη­σε πα­ρὰ μο­νά­χα ἡ φω­νὴ τοῦ τη­λε­φω­νη­τῆ. Μπο­ρεῖ νὰ τοῦ ἄ­φη­σε ἕ­να οὐ­δέ­τε­ρο μή­νυ­μα ρω­τών­τας τον τί ὥ­ρα πε­ρί­που θὰ γυ­ρί­σει τὸ βρά­δυ, λέ­γον­τάς του ὅ­τι ἐ­κεί­νη εἶ­ναι κα­λὰ καὶ ὅ­τι θὰ τὴν βρεῖ ξα­πλω­μέ­νη στὸ κρε­βά­τι, ὅ­πως πάν­τα, ἂν τυ­χὸν ἀρ­γή­σει πο­λύ. Μπο­ρεῖ νὰ τοῦ ἄ­φη­σε ἕ­να τέ­τοι­ο οὐ­δέ­τε­ρο μή­νυ­μα για­τὶ δὲν εἶ­χε λό­για νὰ πε­ρι­γρά­ψει τὴ θλί­ψη καὶ για­τὶ ἡ φω­νή της, ὅ­πως καὶ ἡ ἐ­πι­δερ­μί­δα της, εἶ­ναι πο­λὺ ἁ­πα­λὴ γιὰ νὰ προ­φέ­ρει λέ­ξεις ποὺ πο­νοῦν. Τὴν βλέ­που­με πά­λι πί­σω, στὴ σι­γυ­ρι­σμέ­νη βε­ράν­τα, καὶ αὐ­τὴ τὴ φο­ρὰ μοιά­ζει νὰ κρα­τά­ει ἕ­να βι­βλί­ο. Ἂς ὑ­πο­θέ­σου­με ὅ­τι τὸ κρα­τά­ει, ὄ­χι για­τί ἔ­χει πραγ­μα­τι­κὰ ὄ­ρε­ξη νὰ δι­α­βά­σει, ἀλ­λὰ για­τί προ­σπα­θεῖ νὰ βρεῖ κά­τι νὰ ἀ­πορ­ρο­φη­θεῖ. Κά­θε­ται ἥ­συ­χα στὴν μιὰ σεζ­λόγκ, αὐ­τὴ ποὺ φέ­ρει ἀ­κό­μα τὸ ἀ­πο­τύ­πω­μα τοῦ κορ­μιοῦ της, καὶ χα­ϊ­δεύ­ει ἀ­φη­ρη­μέ­να τὸ χάρ­τι­νο ἐ­ξώ­φυλ­λο, ἐ­νῶ φαί­νε­ται νὰ δι­α­περ­νᾶ μὲ τὸ βλέμ­μα της τὴν ἄλ­λη, αὐ­τὴ ποὺ βρί­σκε­ται ἄ­φθαρ­τη, ἄ­καμ­πτη, ὁ­λο­καί­νουρ­για ἀ­πέ­ναν­τί της. Ὕ­στε­ρα κοι­τά­ζει τὴ θά­λασ­σα, κι ὕ­στε­ρα, ἀ­προ­ει­δο­ποί­η­τα ἀρ­χί­ζει νὰ κλαί­ει. Ἴ­σως λί­γο πρὶν κλά­ψει νὰ κοι­τά­ξει γιὰ μιὰ στιγ­μὴ τὰ βρά­χια. Κοι­τά­ζει τὰ βρά­χια ποὺ κυ­κλώ­νουν τὸ πα­ραλ­λη­λό­γραμ­μο, λευ­κό, ἄ­ψο­γο σπί­τι, κι ὕ­στε­ρα κλαί­ει. Κα­τα­λα­βαί­νου­με ὅ­τι κλαί­ει για­τὶ σκύ­βει ἀρ­κε­τά το κε­φά­λι της καὶ οἱ ὦ­μοι της κου­νι­οῦν­ται ρυθ­μι­κά. Ἔ­χου­με πλη­σιά­σει ἀρ­κε­τὰ κόν­τα τώ­ρα, κον­τύ­τε­ρα ἀ­πὸ πο­τέ, για­τὶ ἐ­κεί­νη μοιά­ζει τό­σο μό­νη ποὺ μᾶς κά­νει νὰ θέ­λου­με νὰ τὴν ἀγ­γί­ξου­με. Φυ­σι­κά, αὐ­τὸ δὲν γί­νε­ται για­τὶ θὰ τὴν τρο­μά­ξου­με καὶ για­τὶ δὲν εἴ­μα­στε πα­ρὰ πε­ρί­ερ­γοι ξέ­νοι ποὺ τὴν πα­ρα­τη­ροῦ­με γιὰ νὰ ἐ­πα­λη­θεύ­σου­με ἁ­πλῶς μιὰ ὑ­πό­θε­ση καὶ ὄ­χι ἐ­πει­δὴ τὴν συμ­πο­νοῦ­με πραγ­μα­τι­κά. Ἀ­πὸ δῶ ποὺ βρι­σκό­μα­στε συ­νει­δη­το­ποι­οῦ­με γιὰ πρώ­τη φο­ρὰ ὅ­τι τὸ ὑ­πέ­ρο­χο λευ­κὸ οἴ­κη­μα ποὺ βλέ­πει κα­νεὶς ὀ­δη­γών­τας νὰ ξε­προ­βάλ­λει ἀ­π’ τὴν στρο­φὴ τοῦ δρό­μου, δὲν εἶ­ναι πα­ρὰ μιὰ φυ­λα­κὴ πί­σω ἀ­πὸ τὰ φω­τει­νὰ κάγ­κε­λα τῆς ὁ­ποί­ας ἀρ­γο­πε­θαί­νει μιὰ πα­ρα­πλα­νη­τι­κὰ γα­λή­νια κρα­τού­με­νη.


Bonsai-03c-GiaIstologio-04


Πη­γή: Μιὰ μέ­ρα ἀ­πό­λυ­της ἡ­συ­χί­ας (διηγήματα, ἔκδ. Πα­ρά­ξε­νες μέ­ρες, 2015)

Νάνσυ Ἀγγελῆ  (Εὔ­βοι­α, 1982). Σπού­δα­σε δη­μο­σι­ο­γρα­φί­α στὸ Ἀ­ρι­στο­τέ­λει­ο Πα­νε­πι­στή­μιο τῆς Θεσ­σα­λο­νί­κης καὶ ἀ­πὸ τὸ 2008 ἀ­σχο­λεῖ­ται ἐ­παγ­γελ­μα­τι­κὰ μὲ τὴν με­τά­φρα­ση λογοτε­χνι­κῶν ἔρ­γων ἀ­πὸ τὰ ἰ­σπα­νι­κὰ στὰ ἑλ­λη­νι­κὰ καὶ ἀν­τί­στρο­φα. Συ­νερ­γά­στη­κε μὲ τὸ Κέν­τρο Βυ­ζαν­τι­νῶν, Κυ­πρια­κῶν καὶ Νε­ο­ελ­λη­νι­κῶν Σπου­δῶν τῆς Γρα­νά­δα κα­θὼς καὶ μὲ τὸ Δι­ε­θνὲς Ἰν­στι­τοῦ­το Με­τά­φρα­σης, I­n­s­t­i­t­ut V­i­r­t­u­al I­n­t­e­r­n­a­c­i­o­n­al de T­r­a­d­u­c­c­io, τοῦ Πα­νε­πι­στη­μί­ου τοῦ Ἀ­λι­κάν­τε. Ἔ­χει δη­μι­ουρ­γή­σει τὸ μπλὸγκ με­τα­φρα­στι­κῶν δειγ­μά­των ἰ­σπα­νό­φω­νης λο­γο­τε­χνί­ας στὰ ἑλ­λη­νι­κά: http://nancyangeli.blogspot.com.es/



		

	

Νάνσυ Ἀγγελῆ: Κριστίνα Πέρι Ρόσι


CristinaPeriRossi-Eikona-05

 

 

 

 

 

 

 

 


Νάνσυ Ἀγγελῆ


Κριστίνα Πέρι Ρόσι

.

Ἡ Γρα­φή, ἡ Μνή­μη καὶ ἡ Λή­θη


01-HttaΚΡΙΣΤΙΝΑ ΠΕΡΙ ΡΟΣΙ (Cristina Peri Rossi) γεν­νή­θη­κε στὸ Μον­τε­βι­δέ­ο στὶς 12 Νο­εμ­βρί­ου τοῦ 1941. Εἶ­ναι συγ­γρα­φέ­ας, ποι­ή­τρια, με­τα­φρά­στρια καὶ δο­κι­μι­ο­γρά­φος καὶ θε­ω­ρεῖ­ται μιὰ ἀ­πὸ τὶς ση­μαν­τι­κό­τε­ρες γυ­ναι­κεῖ­ες λο­γο­τε­χνι­κὲς φι­γοῦ­ρες τῆς Οὐ­ρου­γουά­ης ἀ­πὸ τὴ δε­κα­ε­τί­α τοῦ ’50 μέ­χρι σή­με­ρα.

       Ἀ­πο­φοί­τη­σε ἀ­πὸ τὸ τμῆ­μα Συγ­κρι­τι­κῆς Λο­γο­τε­χνί­ας καὶ ἐρ­γά­στη­κε ὡς κα­θη­γή­τρια πα­νε­πι­στη­μί­ου ἀ­πὸ νε­α­ρὴ ἡ­λι­κί­α μέ­χρι νὰ ἀ­ναγ­κα­στεῖ νὰ ἐγ­κα­τα­λεί­ψει τὴ χώ­ρα της τὸ 1972 γιὰ πο­λι­τι­κοὺς λό­γους, κα­τα­φεύ­γον­τας ὡς ἐ­ξό­ρι­στη στὴν Ἰσπα­νία. Τὸ πρῶ­το της βι­βλί­ο ἐκ­δό­θη­κε τὸ 1963 καὶ ἀ­πέ­σπα­σε τὰ πιὸ ση­μαν­τι­κὰ ἐ­θνι­κὰ βρα­βεῖ­α τῆς Οὐ­ρου­γουά­ης, ἀλ­λὰ τὸ ἔρ­γο της ἀ­πα­γο­ρεύ­τη­κε κα­τὰ τὴ διά­ρκεια τῆς στρα­τι­ω­τι­κῆς δι­κτα­το­ρί­ας, τὸ δι­ά­στη­μα ἀ­πὸ τὸ 1973 ὣς τὸ 1985.

       Ἐγ­κα­τα­στά­θη­κε στὴν Βαρ­κε­λώ­νη τὸ 1972 ὅ­που ξε­κί­νη­σε τὴν δρά­ση της κόν­τρα στὸ δι­κτα­το­ρι­κὸ κα­θε­στὼς τῆς γε­νέ­τει­ράς της καὶ ἀ­π’ ὅ­που ἀ­ναγ­κά­στη­κε ἐκ νέ­ου νὰ ἐ­ξο­ρι­στεῖ δυ­ὸ χρό­νια με­τά, αὐ­τὴ τὴ φο­ρὰ στὸ Πα­ρί­σι, καὶ ἐ­ξαι­τί­ας τῆς δι­κτα­το­ρί­ας τοῦ Φράν­κο. Ἐ­πέ­στρε­ψε ὁ­ρι­στι­κὰ στὴν Βαρ­κε­λώ­νη στὸ τέ­λος τοῦ 1974 ὅ­που καὶ ζεῖ μέ­χρι σή­με­ρα. Ἄρ­θρα της ἔ­χουν δη­μο­σι­ευ­τεῖ σὲ πολ­λὰ με­γά­λα ἰσπα­νι­κὰ ἔν­τυ­πα, με­τα­ξὺ ἄλ­λων στὶς ἐ­φη­με­ρί­δες El Pais καὶ La Van­gu­ar­dia. Εἶ­ναι γνω­στὴ γιὰ τὴν φε­μι­νι­στι­κή της δρά­ση καὶ γιὰ τὴν δρα­στη­ρι­ό­τη­τα τῆς ὑ­πὲρ τῶν δι­και­ω­μά­των τῶν ὁ­μο­φυ­λό­φυ­λων.

       Τὸ ἔρ­γο της ἔ­χει με­τα­φρα­στεῖ σὲ πα­ρα­πά­νω ἀ­πὸ δε­κα­πέν­τε γλῶσ­σες καὶ τὶς ἔ­χουν ἀ­πο­νε­μη­θεῖ τὰ βρα­βεῖ­α: Pre­mio Ciu­dad de Bar­ce­lo­na 1991, Pre­mio In­ter­na­­cio­­nal de Poe­sia Ra­fael Al­berti 2003, Pre­mio In­ter­na­­cio­­nal de Po­e­sia Fun­da­cion Loewe 2009.

       Αὐ­τὴ εἶ­ναι συ­νο­πτι­κά, πο­λὺ συ­νο­πτι­κά, ἡ δι­α­δρο­μὴ τῆς Κρι­στί­να Πέ­ρι Ρό­σι, ἕ­να εἶ­δος ἄ­τυ­που καὶ ἀ­τε­λοῦς —ὅ­πως πάν­τα— βι­ο­γρα­φι­κοῦ ση­μει­ώ­μα­τος. Σ’ αὐ­τὸ δὲν ἀ­να­φέ­ρον­ται ἀ­να­λυ­τι­κὰ οἱ πά­νω ἀ­πὸ τριά­ντα τί­τλοι βι­βλί­ων ποὺ ἔ­γρα­ψε ἡ συγ­γρα­φέ­ας, πα­ράλ­λη­λα μὲ τὴν συ­στη­μα­τι­κή της ἀρ­θρο­γρα­φί­α στὸν ἰσπα­νι­κὸ Τύ­πο τὰ τε­λευ­ταῖ­α πε­νῆν­τα χρό­νια, καὶ ποὺ ἀ­φο­ροῦν τό­σο ποι­η­τι­κὲς συλ­λο­γές, ὅ­σο καὶ συλ­λο­γὲς δι­η­γη­μά­των, ὁ­ρι­σμέ­να μυ­θι­στο­ρή­μα­τα ἀλ­λὰ καὶ κά­ποι­α δο­κί­μια. Πρό­κει­ται μὲ ἄλ­λα λό­για γιὰ μιὰ πα­ρα­γω­γι­κὴ συγ­γρα­φέ­α ὅ­πως συ­νη­θί­ζε­ται νὰ λέ­γε­ται, μιὰ γυ­ναί­κα ποὺ αὐ­το­προσ­δι­ο­ρί­ζε­ται ὡς «escritora total», συγ­γρα­φέ­ας ὣς τὸ κόκ­κα­λο θὰ λέ­γα­με σὲ ἐ­λεύ­θε­ρη με­τά­φρα­ση, δη­λα­δὴ ὂν ποὺ γεν­νή­θη­κε κα­τέ­χον­τας αὐ­τὸ τὸ χά­ρι­σμα τῶν λέ­ξε­ων, τοῦ γρα­πτοῦ λό­γου σὲ ὅ­λες του τὶς ἐκ­φάν­σεις καὶ ποὺ κα­θι­στᾶ ἀ­δύ­να­τη τὴν κα­τα­χώ­ρι­ση τοῦ ἔρ­γου της σὲ μιὰ μό­νο κα­τη­γο­ρί­α. Χα­ρα­κτη­ρι­στι­κὸ αὐ­τοῦ του πο­λύ­πλευ­ρου τα­λέν­του τῆς Πέ­ρι Ρό­σι εἶ­ναι τὸ γε­γο­νὸς ὅ­τι ἕ­να ἀ­πὸ τὰ πιὸ ση­μαν­τι­κὰ ἔρ­γα της, ζω­τι­κῆς σχε­δὸν ση­μα­σί­ας μέ­σα στὸ σύ­νο­λο τοῦ λο­γο­τε­χνι­κοῦ της σύμ­παν­τος, εἶ­ναι τὸ μυ­θι­στό­ρη­μα La nave de los locos, 1984 (Ἡ κι­βω­τὸς τῶν τρε­λῶν) το ὁ­ποῖ­ο ἀ­πο­τέ­λε­σε ἀν­τι­κεί­με­νο πολ­λῶν λο­γο­τε­χνι­κῶν ἄρ­θρων καὶ δι­δα­κτο­ρι­κῶν με­λε­τῶν ἀ­πὸ τὴν στιγ­μὴ τῆς ἔκ­δο­σης του ἕ­ως σή­με­ρα καὶ τὸ ὁ­ποῖ­ο τὴν κα­θι­έ­ρω­σε ὡς συγ­γρα­φέ­α. Στὸ ἐν λό­γῳ ἔρ­γο συ­ναν­τοῦν­ται πολ­λές, σχε­δὸν ὅ­λες, οἱ συγ­γρα­φι­κὲς ἐμ­μο­νὲς ποὺ κα­θό­ρι­σαν τὴν χα­ρα­κτη­ρι­στι­κὴ ὀ­πτι­κὴ γω­νί­α τῆς γρα­φού­σας μὲ κεν­τρι­κό­τε­ρο ἴ­σως ἄ­ξο­να τὴν βα­θιὰ ἀμ­φι­σβή­τη­ση τοῦ δυ­τι­κοῦ πλέγ­μα­τος ἀ­ξι­ῶν. Πα­ρα­ταῦ­τα, τὰ μυ­θι­στο­ρή­μα­τα καὶ οἱ νου­βέ­λες δὲν ἀ­φθο­νοῦν στὸ ἔρ­γο τῆς Πέ­ρι Ρό­σι. Ὅ­πως γρά­φει καὶ ἡ ἴ­δια στὸν πρό­λο­γο τῆς συ­νο­λι­κῆς ἔκ­δο­σης τῶν δι­η­γη­μά­των της (Cri­sti­na Pe­ri Ros­si, Cu­en­tos Re­u­ni­dos, ed. Lumen, 2007) «ὁ κό­σμος ἄρ­χι­σε, ἂν ὑ­πο­θέ­σου­με ὅ­τι ὑ­πῆρ­ξε κά­πο­τε κά­ποι­α ἀρ­χή, ἀ­πὸ ἕ­να δι­ή­γη­μα», γιὰ νὰ συ­νε­χί­σει λέ­γον­τας ὅ­τι «to­do pu­e­de ser con­ta­do», δη­λα­δὴ «ὅ­λα μπο­ροῦν νὰ ἀ­πο­τε­λέ­σουν ἀν­τι­κεί­με­νο δι­η­γή­σης», ρή­ση ποὺ ἡ ἴ­δια ἐ­πα­λή­θευ­σε μὲ τὴν πέ­να της.


Ἡ ἐ­ξο­ρί­α, δε­σμοὶ ποὺ ἑ­νώ­νουν


Καὶ σὰν νὰ μὴν ἦ­ταν ἀρ­κε­τὴ ἡ πέ­να της, στὰ πρῶ­τα της βή­μα­τα ὡς πρω­το­εμ­φα­νι­ζό­με­νη συγ­γρα­φέ­ας ἡ Κρι­στί­να Πέ­ρι Ρό­σι εἶ­χε στὸ πλευ­ρό της τὴν λο­γο­τε­χνι­κὴ ἔγ­κρι­ση τοῦ στε­νοῦ της φί­λου, τοῦ με­γά­λου maestro Χού­λιο Κορ­τά­θαρ. Νὰ ἕ­να στοι­χεῖ­ο ποὺ χρη­σι­μεύ­ει στὸ νὰ ἐ­ξά­ψει a priori τὸ ἐν­δι­α­φέ­ρον γιὰ τὸ ἔρ­γο της ὅ­σων ἀ­να­γνω­στῶν δὲν τὴν ἔ­χουν ἀ­κό­μα γνω­ρί­σει λο­γο­τε­χνι­κά. Οἱ δυ­ὸ συγ­γρα­φεῖς ἔ­μει­ναν φί­λοι μέ­χρι τὸν θά­να­το τοῦ τε­λευ­ταί­ου καὶ μοι­ρά­στη­καν, πα­ρὰ τὴ χρο­νι­κή τους δι­α­φο­ρά, βι­ώ­μα­τα ἀλ­λὰ καὶ συγ­γρα­φι­κὲς εὐ­αι­σθη­σί­ες, πα­ρὰ τὶς δι­α­φο­ρὲς τοῦ ἔρ­γου τους.

       Κα­τα­τάσ­σουν τὴν Πέ­ρι Ρό­σι ὄ­χι στὴ γε­νιὰ τοῦ λε­γό­με­νου «boom la­ti­no­a­me­ri­cano», ἕ­νας ἀ­πὸ τοὺς πιὸ φη­μι­σμέ­νους ἐκ­προ­σώ­πους τοῦ ὁ­ποί­ου ὑ­πῆρ­ξε με­τα­ξὺ ἄλ­λων καὶ ὁ Χ. Κορ­τά­θαρ, μὰ στὴν νε­ό­τε­ρη γε­νιά, αὐ­τὴ ποὺ ἀ­πο­κά­λε­σαν γε­νιὰ τοῦ ’72. Κι ὡ­στό­σο, δι­α­βά­ζον­τας κα­νεὶς τὸ ἔρ­γο της δὲν μπο­ρεῖ, πα­ρὰ τὶς δι­α­φο­ρές, νὰ μὴν δι­α­κρί­νει αὐ­τὴν τὴν ἀ­μί­μη­τη μυ­θο­πλα­στι­κὴ δύ­να­μη, τὴν ἐκ­φρα­στι­κὴ πρω­το­τυ­πί­α κι αὐ­τὴν τὴν συ­ναι­σθη­μα­τι­κὴ λε­πτό­τη­τα (delicadeza) στὸ χει­ρι­σμὸ τῶν λέ­ξε­ων ποὺ δι­α­κρί­νει ὅ­λους τοὺς ση­μαν­τι­κοὺς συγ­γρα­φεῖς τῆς Νό­τιας Ἀ­με­ρι­κῆς. Πρό­κει­ται γιὰ γνω­ρί­σμα­τα τὰ ὁ­ποῖ­α ξε­περ­νοῦν τὰ στε­νὰ ὅ­ρια τῆς γε­νε­α­λο­γι­κῆς κα­τά­τα­ξης πλέ­κον­τας με­τα­ξὺ τῶν «ἐ­πι­ζών­των» ἄρ­ρη­κτους δε­σμοὺς αἵ­μα­τος ποὺ ὑ­πα­γο­ρεύ­ον­ται ἀ­πὸ τὰ κοι­νὰ βι­ώ­μα­τα μιᾶς ὁ­λό­κλη­ρης ἐ­πο­χῆς (era) μὲ ση­μαν­τι­κό­τε­ρο ἴ­σως ἄ­ξο­να τὴν ἐ­ξο­ρί­α —ἐ­κτὸς ἀλ­λὰ καὶ ἐν­τός— ποὺ ὑ­πέ­στη­σαν πολ­λοὶ ἐ­ξ’ αὐ­τῶν, τὴ λο­γο­κρι­σί­α καὶ τὴν συ­στη­μα­τι­κὴ πε­ρι­θω­ρι­ο­ποί­η­ση ποὺ ὑ­πέ­φε­ραν ἀ­πὸ τὰ ἀν­τί­στοι­χα δι­κτα­το­ρι­κὰ κα­θε­στῶ­τα τῶν χω­ρῶν τους τὶς δε­κα­ε­τί­ες ‘60 καὶ ’70 συ­να­κό­λου­θα μὲ τὴν κοι­νὴ πο­λι­τι­κὴ συ­νεί­δη­ση ποὺ δι­α­μόρ­φω­σαν οἱ πε­ρισ­σο­τέ­ροι ἀ­π’ αὐ­τούς. Ἔ­τσι, δὲν εἶ­ναι τυ­χαῖ­ο ποὺ ἡ Πέ­ρι Ρό­σι με­του­σί­ω­σε σὲ λο­γο­τε­χνί­α μὲ τὸν δι­κό της μο­να­δι­κὸ τρό­πο, δη­λα­δὴ ἐ­πα­να­προσ­δι­ο­ρί­ζον­τας κοι­νοὺς το­πούς, τραυ­μα­τι­κὲς ἐμ­πει­ρί­ες: τὴν πραγ­μα­τι­κό­τη­τα ἢ τὴν αἴ­σθη­ση τῆς ἐ­ξο­ρί­ας, τὸ εὕ­ρη­μα ἢ τὴν ἐ­φεύ­ρε­ση τῆς ἐ­θνι­κῆς ταυ­τό­τη­τας, τὴν ἔν­νοι­α ἢ τὴν πα­ρά­νοι­α τοῦ ἀ­το­μι­κι­σμοῦ, τὴν μά­χη τῆς ἀ­το­μι­κῆς ταυ­τό­τη­τας, τὴν ἀ­προ­σω­πί­α τοῦ σύγ­χρο­νου κό­σμου, τοῦ σύγ­χρο­νου πο­λι­τι­σμοῦ, τῆς νέ­ας τε­χνο­λο­γί­ας, τῆς ἀ­πό­στα­σης ποὺ δι­α­νύ­ε­ται ἢ κα­τα­λύ­ε­ται, τοῦ κό­σμου ποὺ κα­ταρ­ρέ­ει καὶ πά­νω ἢ πέ­ρα ἀ­π’ ὅ­λα αὐ­τὰ τὴν ἀ­γά­πη, τὸν ἐ­ρω­τι­κὸ δε­σμό, ὅ­πως τὸν δι­α­μόρ­φω­σαν οἱ κοι­νω­νι­κὲς συμ­βά­σεις, ἀλ­λὰ καὶ τὸν ἄλ­λο τὸν ἀ­πό­λυ­το, βα­θὺ καὶ ἐκ φύ­σε­ως ἐ­πα­να­στα­τι­κὸ ἔ­ρω­τα. Ἡ φρε­σκά­δα καὶ ἡ δύ­να­μη τῆς συγ­γρα­φι­κῆς της φω­νῆς δη­μι­ουρ­γών­τας ἀλ­λη­γο­ρι­κοὺς κό­σμους ἀ­νά­με­σα στὸ πραγ­μα­τι­κὸ καὶ τὸ φαν­τα­στι­κό, ἐ­πι­στρα­τεύ­ον­τας ἀ­πρό­βλε­πτους γλωσ­σι­κοὺς συν­δυα­σμούς, φω­τί­ζον­τας τὸ ἀλ­λό­κο­τo τοῦ ἀ­πο­δε­κτοῦ, ἐ­ξε­τά­ζον­τας μὲ φι­λο­σο­φι­κὸ σχε­δὸν βά­θος τὴ λει­τουρ­γί­α τῆς γλώσ­σας, τῆς λέ­ξης ἢ τῆς μνή­μης, ἀ­να­δύ­θη­καν ἀ­πὸ τὴν πρώ­τη της ἐμ­φά­νι­ση στὰ γράμ­μα­τα κά­νον­τας τὴν κρι­τι­κὴ νὰ τῆς ἀ­πο­δό­σει τὸν χα­ρα­κτη­ρι­σμὸ τῆς o­ri­gi­na­li­dad re­vo­lu­ci­o­na­ria, μιᾶς «ἐ­πα­να­στα­τι­κῆς πρω­το­τυ­πί­ας», μὲ ἄλ­λα λό­για.


Ἡ ἐ­ξο­ρί­α, δε­σμοὶ ποὺ χω­ρί­ζουν


Ἡ ἐ­ξο­ρί­α ἀ­πὸ τὴν Λα­τι­νι­κὴ Ἀ­με­ρι­κὴ στὴν Εὐ­ρώ­πη ἄ­φη­σε ἀ­νε­ξί­τη­λο τὸ στίγ­μα της σὲ ὅ­λους τοὺς συγ­γρα­φεῖς ποὺ ἀ­ναγ­κά­στη­καν νὰ τὴν ὑ­πο­στοῦν ὠ­θών­τας τὸν κα­θέ­να ἀπ΄αὐ­τοὺς νὰ βρεῖ τὸν δι­κό του τρό­πο αὐ­το­προσ­δι­ο­ρι­σμοῦ καὶ κα­τὰ συ­νέ­πεια συγ­γρα­φι­κῆς ταυ­τό­τη­τας ἰ­σο­ρο­πών­τας στὸ με­ταίχ­μιο δι­α­φο­ρε­τι­κῶν κοι­νω­νι­ῶν.

       Ἡ ζω­ὴ στὴν «κο­σμο­πο­λί­τι­κη» Εὐ­ρώ­πη, τὸ κέν­τρο τοῦ κό­σμου γιὰ πολ­λοὺς δι­α­νο­ού­με­νους τῆς ἄλ­λης πλευ­ρᾶς τοῦ Ἀ­τλαν­τι­κοῦ, ἀν­τι­με­τω­πί­στη­κε μὲ σκε­πτι­κι­σμὸ ἀ­πὸ τὴν Πέ­ρι Ρό­σι. Ὁ σκε­πτι­κι­σμὸς καὶ ἡ ἀμ­φι­σβή­τη­ση τοῦ δυ­τι­κοῦ τρό­που ζω­ῆς, σὲ ἀν­τί­θε­ση μὲ τὴν ἀ­δι­α­πραγ­μά­τευ­τη ἀ­πο­δο­χὴ ἢ τὴν ἐν­θου­σι­ώ­δη ἐ­ξι­δα­νί­κευ­σή του μέ­σα ἀ­πὸ λο­γο­τε­χνι­κὰ πρό­τυ­πα καὶ πο­λι­τι­στι­κὰ κα­τε­στη­μέ­να, ἀ­πο­τε­λεῖ σύμ­φω­να μὲ τοὺς με­λε­τη­τὲς τὴ βα­σι­κὴ δι­α­φο­ρὰ ἀ­νά­με­σα στὴν γε­νιὰ τοῦ ’72 στὴν ὁ­ποί­α ἐν­τάσ­σε­ται ἡ Πέ­ρι Ρό­σι καὶ τὴν προ­η­γού­με­νη, τὴν πε­ρί­φη­μη γε­νιὰ τοῦ «boom la­ti­no­a­me­ri­cano», ἡ ὁ­ποί­α δὲν ἀμ­φι­σβή­τη­σε πο­τὲ τὰ εὐ­ρω­πα­ϊ­κὰ θέλ­γη­τρα. Ἀν­τί­θε­τα, ἡ πο­λι­τι­στι­κὴ κυ­ρι­αρ­χί­α τῆς Γη­ραι­ᾶς Ἠ­πεί­ρου μπαί­νει στὸ στό­χα­στρο τῆς ἐ­πι­κρι­τι­κῆς μα­τιᾶς τῆς Πέ­ρι Ρό­σι, ἡ ὁ­ποί­α θὰ γρά­ψει γιὰ ὅ­λα ὅ­σα ἔ­χουν φτά­σει νὰ θε­ω­ροῦν­ται φυ­σι­κὰ σ’ ἕ­να κοι­νὰ ἀ­πο­δε­κτὸ καὶ μὴ ἀμ­φι­σβη­τή­σι­μο σύ­στη­μα ἀ­ξι­ῶν. Ὡς συγ­γρα­φέ­ας θὰ ἐ­ξε­ρευ­νή­σει καὶ θὰ πει­ρα­μα­τι­στεῖ λο­γο­τε­χνι­κὰ μὲ τὴν ἐ­πι­θυ­μί­α τοῦ ἀ­νή­κειν, ἐ­πι­θυ­μί­α ποὺ ἀ­πο­δει­κνύ­ε­ται οὐ­το­πι­κὴ καὶ μὴ πραγ­μα­το­ποι­ή­σι­μος στό­χος τῶν πο­λι­τῶν μιᾶς παγ­κο­σμι­ο­ποι­η­μέ­νης κοι­νω­νί­ας, σύμ­φω­να μὲ τὴν Ma­ria Ro­sa Oli­ve­ra-Wil­li­ams τοῦ Πα­νε­πι­στη­μί­ου τῆς No­tre Da­me(1).

       Ἕ­να ἀ­κό­μα ἀ­πὸ τὰ πολ­λα­πλὰ καὶ πο­λύ­πλο­κα κοι­νω­νι­κὰ ζη­τή­μα­τα τὰ ὁ­ποῖ­α θί­γει ἡ συγ­γρα­φέ­ας στὸ ἔρ­γο της εἶ­ναι ἡ λε­γό­με­νη «κουλ­τού­ρα τῆς μνή­μης» ἢ «cul­tura de la me­mo­ria», σύμ­φω­να μὲ τὸν ὅ­ρο ποὺ χρη­σι­μο­ποί­η­σε ὁ An­dre­as Huys­sen. Οἱ ἴ­διοι οἱ τί­τλοι εἴ­τε βι­βλί­ων, εἴ­τε με­μο­νω­μέ­νων δι­η­γη­μά­των, δί­νουν στὸν ἀ­να­γνώ­στη μιὰ πρώ­τη γεύ­ση: Ἡ ἀν­θο­λο­γί­α, ἀλ­λὰ καὶ τὸ ὁ­μώ­νυ­μο δι­ή­γη­μα μὲ τί­τλο «El mu­seo de los es­fuer­zos i­nu­ti­les» («Τὸ μου­σεῖ­ο τῶν μά­ται­ων κό­πων») δη­λώ­νει τὴν κρι­τι­κὴ καὶ καυ­στι­κὴ μα­τιὰ τῆς Πέ­ρι Ρό­σι σὲ μιὰ ἐ­πο­χὴ κα­τὰ τὴν ὁ­ποί­α ὁ Δυ­τι­κὸς κό­σμος ζεῖ μιὰ «ex­plo­sion me­mo­ri­a­li­sta», ὅ­πως τὸ θέ­τει ἡ κοι­νω­νι­ο­λό­γος E­li­za­beth Je­lin. Ἡ κουλ­τού­ρα τῆς μνή­μης, τὸ μου­σεῖ­ο κα­θαυ­τὸ ὡς φυ­σι­κὸς χῶ­ρος, ὡς ἔμ­βλη­μα σ’ ἕ­να κα­θι­ε­ρω­μέ­νο σύ­στη­μα ἀ­ξι­ῶν, ἀλ­λὰ καὶ ἡ λει­τουρ­γί­α του, θὰ δώ­σουν πολ­λὲς φο­ρὲς τὸ ἐ­ρέ­θι­σμα γιὰ πολ­λὰ ἀ­πὸ τὰ δι­η­γή­μα­τα τῆς ὀ­ξυ­δερ­κοῦς αὐ­τῆς συγ­γρα­φέ­ως.


Ἐ­ρω­τι­σμός, φε­μι­νι­σμός, πρω­το­πο­ρί­α


Πε­ρι­δι­α­βαί­νον­τας στὰ ἀν­θρώ­πι­να πά­θη ἡ Κρι­στί­να Πέ­ρι Ρό­σι ἔ­γρα­ψε γιὰ τὸ ἐ­ρω­τι­κὸ πά­θος πει­ρα­μα­τι­ζό­με­νη μὲ τὶς λέ­ξεις καὶ τὴ γλώσ­σα μέ­σῳ τῆς γρα­φῆς. Ἡ γλώσ­σα εἶ­ναι πάν­τα γιὰ τὴ συγ­γρα­φέ­α, ὄ­χι ἁ­πλῶς τὸ μέ­σο, μὰ τὸ ἴ­διο το μή­νυ­μα, για­τὶ προσ­δι­ο­ρί­ζει ἀ­κό­μα καὶ τὶς πιὸ ἀ­προσ­δό­κη­τες πτυ­χὲς τῆς ὕ­παρ­ξής μας, ἀ­κό­μα καὶ τὸν τρό­πο μὲ τὸν ὁ­ποῖ­ο γι­νό­μα­στε ἐ­ρω­τι­κοί. Κά­θε ἐ­ρω­τι­κὴ ἱ­στο­ρί­α, ὡ­στό­σο, δι­α­θέ­τει τὸ δι­κό της ἱ­στο­ρι­κό, κοι­νω­νι­κο­πο­λι­τι­κὸ πλαί­σιο τὸ ὁ­ποῖ­ο ἡ συγ­γρα­φέ­ας συ­νη­θί­ζει νὰ φω­τί­ζει καὶ νὰ συμ­πε­ρι­λαμ­βά­νει στοὺς κό­σμους ποὺ πλά­θει. Πά­ρα ταῦ­τα, δὲν θὰ ἔ­πρε­πε νὰ πι­στέ­ψει κα­νεὶς πὼς στὰ δι­η­γή­μα­τα τῆς Πέ­ρι Ρό­σι ὁ ἀ­κα­δη­μα­ϊ­σμὸς ὑ­πο­σκιά­ζει τὸ ἐ­ρω­τι­κὸ στοι­χεῖ­ο. Του­ναν­τί­ον. Πρό­κει­ται γιὰ ἕ­ναν ἐ­ρω­τι­σμὸ ἀ­να­τρε­πτι­κό, ὅ­πως τὸν δι­η­γεῖ­ται ἢ τὸν βι­ώ­νει μιὰ γυ­ναί­κα ἡ ὁ­ποί­α ξέ­ρει νὰ σκι­α­γρα­φεῖ τὶς πολ­λές, τό­σο πολ­λὲς καὶ λε­πτὲς ἐκ­φάν­σεις του χω­ρὶς ταμ­ποὺ καὶ προ­κα­τα­λή­ψεις. Ἡ Lin­da McDow­ell στὴ με­λέ­τη της μὲ τί­τλο Gen­der, I­den­ti­ty and Pla­ce (1999) δί­νει στὴν Πέ­ρι Ρό­σι τὸν τί­τλο μιᾶς «ge­o­gra­fa fe­mi­ni­sta», για­τὶ δὲν δι­στά­ζει νὰ ἀ­να­λύ­σει στὸ ἔρ­γο της τοὺς δι­ά­φο­ρους κοι­νοὺς τό­πους οἱ ὁ­ποῖ­οι ὑ­πα­γο­ρεύ­ουν συ­χνά το ἐ­ρω­τι­κὸ συ­ναί­σθη­μα. Ἕ­νας ἀ­π’ αὐ­τοὺς δὲν εἶ­ναι ἄλ­λος ἀ­πὸ τὸ ἴ­διο το ἀν­θρώ­πι­νο σῶ­μα, ἱ­κα­νὸ νὰ ὑ­ψώ­σει ἢ νὰ κα­τα­λύ­σει τὰ σύ­νο­ρα με­τα­ξὺ ἑ­νὸς ἢ πε­ρισ­σο­τέ­ρων σω­μά­των – ἀρ­σε­νι­κοῦ ἢ θη­λυ­κοῦ γέ­νους. Ὅ­σο γιὰ τὸ δεύ­τε­ρο συν­θε­τι­κό του τί­τλου τῆς McDow­ell —«feminista»— ἡ συγ­γρα­φέ­ας ἀ­πο­δει­κνύ­ει γιὰ ἀ­κό­μα μιὰ φο­ρὰ τὴν πρω­το­τυ­πί­α, καὶ κυ­ρί­ως, τὴν πρω­το­πο­ρί­α ποὺ δι­α­κρί­νει τὴν πέ­να της, χα­ρα­κτη­ρι­σμοὶ ποὺ τῆς ἀ­πο­δό­θη­καν ἀ­πὸ τὴν πρώ­τη της ἐμ­φά­νι­ση στὰ γράμ­μα­τα, μὲ τὴν ἔκ­δο­ση τὸ 1971 τῆς ποι­η­τι­κῆς συλ­λο­γῆς «Evohé» στὴν ὁ­ποί­α κυ­ρια­ρχεῖ τὸ λε­σβια­κὸ ἐ­ρω­τι­κὸ στοι­χεῖ­ο. Μὲ ὄ­χη­μα ἕ­να ἀ­καν­θῶ­δες θέ­μα ταμ­πού, ἡ συγ­γρα­φέ­ας κα­ταρ­ρί­πτει στε­ρε­ό­τυ­πα, κα­θὼς ἀ­να­πλά­θει ἀ­πὸ δι­α­φο­ρε­τι­κὲς ὀ­πτι­κὲς πλευ­ρὲς τὸ σῶ­μα μιᾶς γυ­ναί­κας. Ἡ γυ­ναί­κα εἶ­ναι παν­τα­χοῦ πα­ροῦ­σα στὰ ποι­ή­μα­τα αὐ­τὰ —ὅ­πως ἄλ­λω­στε καὶ στὸ συ­νο­λι­κό της ἔρ­γο— ἀ­πὸ τὰ ὁ­ποῖ­α ἀ­να­δύ­ε­ται ἀ­να­γεν­νη­μέ­νη καὶ πλου­σι­ό­τε­ρη, ὅ­πως οἱ ἴ­δι­ες οἱ λέ­ξεις, ὅ­πως ἡ γλώσ­σα μέ­σῳ τῆς ὁ­ποί­ας παίρ­νει σάρ­κα καὶ ὀ­στά, για­τὶ αὐ­τὴ εἶ­ναι ἡ ἐ­πι­θυ­μί­α τῆς Κρι­στί­να Πέ­ρι Ρό­σι.


  1. El legado del exilio de Cristina Peri Rossi: Un mapa para generos e identidades Maria Rosa Olivera-Williams. University of Notre Dame. «A contra corriente»: Α journal on Social History and Literature in Latin America. Vol. 10, No. 1, Fall 2012, 59- 87.

Bonsai-03c-GiaIstologio-04


Νάνσυ Ἀγγελῆ (Εὔ­βοι­α, 1982). Σπού­δα­σε δη­μο­σι­ο­γρα­φί­α στὸ Ἀ­ρι­στο­τέ­λει­ο Πα­νε­πι­στή­μιο τῆς Θεσ­σα­λο­νί­κης καὶ ἀ­πὸ τὸ 2008 ἀ­σχο­λεῖ­ται ἐ­παγ­γελ­μα­τι­κὰ μὲ τὴν με­τά­φρα­ση λο­γο­τε­χνι­κῶν ἔρ­γων ἀ­πὸ τὰ ἰ­σπα­νι­κὰ στὰ ἑλ­λη­νι­κὰ καὶ ἀν­τί­στρο­φα. Συ­νερ­γά­στη­κε μὲ τὸ Κέν­τρο Βυ­ζαν­τι­νῶν, Κυ­πρια­κῶν καὶ Νε­ο­ελ­λη­νι­κῶν Σπου­δῶν τῆς Γρα­νά­δα κα­θὼς καὶ μὲ τὸ Δι­ε­θνὲς Ἰν­στι­τοῦ­το Με­τά­φρα­σης, I­n­s­t­i­t­ut V­i­r­t­u­al I­n­t­e­r­n­a­c­i­o­n­al de T­r­a­d­u­c­c­io, τοῦ Πα­νε­πι­στη­μί­ου τοῦ Ἀ­λι­κάν­τε. Ἔ­χει δη­μι­ουρ­γή­σει τὸ μπλὸγκ με­τα­φρα­στι­κῶν δειγ­μά­των ἰ­σπα­νό­φω­νης λο­γο­τε­χνί­ας στὰ ἑλ­λη­νι­κά: http://nancyangeli.blogspot.com.es/

       Τὸν Ἀ­πρί­λιο τοῦ 2015 κυ­κλο­φό­ρη­σε τὸ πρῶ­το της βι­βλί­ο, μιὰ συλ­λο­γὴ μὲ 27 σύν­το­μα δι­η­γή­μα­τα καὶ τί­τλο Μιὰ μέ­ρα ἀ­πό­λυ­της ἡ­συ­χί­ας (ἐκδ. Πα­ρά­ξε­νες Μέ­ρες). Τα­κτι­κὴ συ­νερ­γά­τις τοῦ ἱ­στο­λο­γί­ου μας ἔ­χει ἐ­πι­με­λη­θεῖ ἀ­πὸ τὰ ἰ­σπα­νι­κὰ τὰ ἀ­φι­ε­ρώ­μα­τα στὸν οὐ­ρου­γουα­νὸ συγ­γρα­φέ­α Mario Benedetti καὶ τὸν γρα­να­δί­νο Ángel Olgoso.

.

Νάνσυ Ἀγγελῆ: Αἰώνια ἀγάπη

Aggeli,Nansy-AioniaAgapi-Eikona-02

Νάνσυ Ἀγγελῆ


Αἰ­ώ­νια ἀ­γά­πη


K-Kappa-SomataΑΘΙΣΜΕΝΟΣ ἀ­να­παυ­τι­κὰ σ’ ἕ­να ἀ­πὸ τὰ ὑ­παί­θρια κα­λο­στη­μέ­να τρα­πέ­ζια τοῦ café Bombon στὴν Piazza di Espagna κοι­τοῦ­σε τὴν ἀν­τα­νά­κλα­ση τῆς ψι­λο­λι­γνης σι­λου­έ­τας της —ἀ­κό­μα πιὸ λε­πτὴ καὶ ψη­λὴ λό­γῳ τῆς ἐ­λα­φριᾶς πα­ρα­μόρ­φω­σης, ἐ­λά­χι­στα θο­λή, σὰν ἐ­λα­φρῶς ἀ­νε­στί­α­στη— στὸ πο­τή­ρι μὲ τὸ με­ταλ­λι­κὸ νε­ρό, ποὺ ἄ­νοι­γε δρό­μο ἀ­νά­με­σα στοὺς ὑ­πό­λοι­πους κα­λον­τυ­μέ­νους πε­ρα­στι­κοὺς τῆς ἄ­νε­της πλα­τεί­ας, νὰ πλη­σιά­ζει πρὸς τὸ μέ­ρος του. Ἡ ἀν­τα­νά­κλα­ση με­γά­λω­νε προ­ο­δευ­τι­κὰ σὲ κά­θε της βῆ­μα —περ­πα­τοῦ­σε στὴν ἐ­πι­φά­νεια τοῦ νε­ροῦ μὲ τὴν ἴ­δια χά­ρη, ὅ­πως πά­νω στὸ λι­θό­στρω­το δά­πε­δο— ἔν­δει­ξη ὅ­τι ἡ ἀ­πό­στα­ση ποὺ τοὺς χώ­ρι­ζε μί­κραι­νε ὅ­λο καὶ πε­ρισ­σό­τε­ρο φέρ­νον­τάς την πιὸ κον­τά του, ἀ­κό­μα πιὸ κον­τά του. Ἔ­νι­ω­σε τὸ χα­μό­γε­λό της, χα­μό­γε­λο εὐ­τυ­χί­ας καὶ ξε­γνοια­σιᾶς, νὰ τὸν δι­α­περ­νᾶ ἁ­πα­λὰ σὰν χά­δι καὶ ἀν­τα­πέ­δω­σε κοι­τών­τας τὸ εἴ­δω­λό της μὲ θέρ­μη, σχε­δὸν μὲ λα­τρεί­α. Τί­πο­τα δὲν θὰ τὸν χώ­ρι­ζε ἀ­πὸ κεί­νη, τί­πο­τα δὲν θὰ τὸν ἔ­κα­νε νὰ ζή­σει μα­κριά της, κι αὐ­τὴ ἡ προ­σω­πι­κὴ πε­ποί­θη­ση τὸν γέ­μι­ζε μὲ μιὰ τρο­μα­κτι­κὴ χα­ρὰ καὶ ταυ­τό­χρο­να μὲ μιὰ ἀ­νυ­πό­φο­ρη δυ­σα­ρέ­σκεια στὴ σκέ­ψη ὅ­τι μπο­ρεῖ, πα­ρὰ τὶς προ­σπά­θει­ές του, κά­ποι­α μέ­ρα νὰ τὴ χά­σει. Σκέ­φτη­κε τό­τε ὅ­τι ἂν ἐ­κεί­νη ἀ­κρι­βῶς τὴ στιγ­μὴ ἔ­πι­νε τὸ νε­ρὸ στὸ ὁ­ποῖ­ο κα­θρε­φτί­ζον­ταν, τέ­λεια σὰν ὀ­πτα­σί­α, θὰ τὴν ἔ­φερ­νε τό­σο κον­τά του ποὺ θὰ ἦ­ταν ἀ­δύ­να­το ἔ­στω καὶ ἕ­να ἑ­κα­το­στὸ ἀ­πό­στα­σης με­τα­ξύ τους. Θὰ τὴν ἔ­κα­νε ἕ­να μὲ τὸν ἴ­διο του τὸν ἑ­αυ­τό, φυ­λα­κί­ζον­τάς τη μιὰ γιὰ πάν­τα στὰ σπλά­χνα του. Ἔ­φε­ρε τὸ πο­τή­ρι στὰ χεί­λη του καὶ ἤ­πι­ε δει­λὰ τὰ τα­κού­νια της, ὕ­στε­ρα τὶς γάμ­πες καὶ τὰ γό­να­τα, μέ­χρι νὰ τὴν ἀ­δειά­σει ὅ­λη μέ­σα του, στραγ­γί­ζον­τας τὸ πε­ρι­ε­χό­με­νο ὣς τὴν τε­λευ­ταί­α γου­λιά.


Bonsai-03c-GiaIstologio-04


Πηγή: ἀπὸ τὴν συλλογὴ διηγημάτων Μιὰ μέρα ­πό­λυ­της ­συ­χί­ας (ἐκδ. Πα­ρά­ξε­νες Μέ­ρες, 2015).

Νάνσυ Ἀγγελῆ(Εὔ­βοι­α, 1982). Σπού­δα­σε δη­μο­σι­ο­γρα­φί­α στὸ Ἀ­ρι­στο­τέ­λει­ο Πα­νε­πι­στή­μιο τῆς Θεσ­σα­λο­νί­κης καὶ ἀ­πὸ τὸ 2008 ἀ­σχο­λεῖ­ται ἐ­παγ­γελ­μα­τι­κὰ μὲ τὴν με­τά­φρα­ση λο­γο­τε­χνι­κῶν ἔρ­γων ἀ­πὸ τὰ ἰ­σπα­νι­κὰ στὰ ἑλ­λη­νι­κὰ καὶ ἀν­τί­στρο­φα. Συ­νερ­γά­στη­κε μὲ τὸ Κέν­τρο Βυ­ζαν­τι­νῶν, Κυ­πρια­κῶν καὶ Νε­ο­ελ­λη­νι­κῶν Σπου­δῶν τῆς Γρα­νά­δα κα­θὼς καὶ μὲ τὸ Δι­ε­θνὲς Ἰν­στι­τοῦ­το Με­τά­φρα­σης, I­n­s­t­i­t­ut V­i­r­t­u­al I­n­t­e­r­n­a­c­i­o­n­al de T­r­a­d­u­c­c­io, τοῦ Πα­νε­πι­στη­μί­ου τοῦ Ἀ­λι­κάν­τε. Ἔ­χει δη­μι­ουρ­γή­σει τὸ μπλὸγκ με­τα­φρα­στι­κῶν δειγ­μά­των ἰ­σπα­νό­φω­νης λο­γο­τε­χνί­ας στὰ ἑλ­λη­νι­κά: http://nancyangeli.blogspot.com.es/ Τὸν Ἀ­πρί­λιο τοῦ 2015 κυ­κλο­φό­ρη­σε τὸ πρῶ­το της βι­βλί­ο, μιὰ συλ­λο­γὴ μὲ 27 σύν­το­μα δι­η­γή­μα­τα καὶ τί­τλο Μιὰ μέ­ρα ἀ­πό­λυ­της ἡ­συ­χί­ας (ἐκδ. Πα­ρά­ξε­νες Μέ­ρες). Τα­κτι­κὴ συ­νερ­γά­τις τοῦ ἱ­στο­λο­γί­ου μας ἔ­χει ἐ­πι­με­λη­θεῖ ἀ­πὸ τὰ ἰ­σπα­νι­κὰ τὰ ἀ­φι­ε­ρώ­μα­τα στὸν οὐ­ρου­γουα­νὸ συγ­γρα­φέ­α Mario Benedetti καὶ τὸν γρα­να­δί­νο Ángel Olgoso.

Μὲ τὴν Νάνσυ Ἀγγελῆ, τὴν Κυριακή, 5 Ἀπριλίου 2015, στὸ Polis Art Café, ἡμέρα παρουσίασης τοῦ πρώτου της βιβλίου, τῆς συλλογῆς διηγημάτων Μιὰ μέρα ἀπόλυτης ἡσυχίας (ἐκδ. Παράξενες Μέρες).

Μὲ τὴν Νάνσυ Ἀγγελῆ (στὴ μέση), τὴν Κυριακή, 5 Ἀπριλίου 2015, στὸ Polis Art Café, ἡμέρα παρουσίασης τοῦ πρώτου της βιβλίου, τῆς συλλογῆς διηγημάτων Μιὰ μέρα ἀπόλυτης ἡσυχίας (ἐκδ. Παράξενες Μέρες).



		

	

Νάνσυ Ἀγγελῆ: «Ὁ μυστηριώδης κύριος Ὀλγόσο»

.

01-AggeliNansy-Olgoso-Eisagogi-Eikona-01

.

Νάνσυ Ἀγγελῆ

.

«Ὁ μυστηριώδης κύριος Ὀλγόσο»:

Καταβολὲς καὶ ἐπιρροές

 .

02-PiΡΙΝ ΞΕΚΙΝΗΣΕΙ νὰ μι­λή­σει κα­νεὶς γιὰ τὸ ἔρ­γο τοῦ Γρα­να­δί­νου συγ­γρα­φέ­α Ἄν­χελ Ὀλ­γό­σο (Ángel Olgoso), μιὰ μι­κρὴ προ­ει­δο­ποί­η­ση εἶ­ναι ἀ­πα­ραί­τη­τη γιὰ τοὺς ἀ­να­γνῶ­στες: Ὁ συγ­γρα­φέ­ας ποὺ θὰ μᾶς ἀ­πα­σχο­λή­σει στὸ κεί­με­νο αὐ­τὸ δὲν συμ­πε­ρι­λαμ­βά­νε­ται σὲ κα­μιὰ λί­στα λο­γο­τε­χνί­ας «μπὲστ σέλ­λερς» – του­λά­χι­στον μέ­χρι στιγ­μῆς. Δὲν εἶ­ναι ἀ­κρι­βῶς δι­ε­θνῶς ἀ­να­γνω­ρι­σμέ­νος, καὶ φυ­σι­κὰ δὲν ἔ­χει —του­λά­χι­στον μέ­χρι στιγ­μῆς— ἐκ­δο­θεῖ στὰ ἑλ­λη­νι­κά(*). Δὲν ζεῖ σὲ κά­ποι­α ἰ­σπα­νι­κὴ με­γα­λού­πο­λη, μὰ σ’ ἕ­να μι­κρὸ χω­ριὸ τῆς Γρα­νά­δα, καὶ μᾶλ­λον δὲν κι­νεῖ­ται ἰ­δι­αί­τε­ρα ἀ­νά­με­σα στοὺς γνω­στοὺς καὶ κα­θι­ε­ρω­μέ­νους συγ­γρα­φι­κοὺς κύ­κλους. Ἀ­κρι­βῶς γι’ αὐ­τοὺς τοὺς λό­γους, τοῦ ἀ­ξί­ζει ἕ­να ἀ­φι­έ­ρω­μα. Για­τί, ὅ­πως θὰ ἔ­χε­τε ἴ­σως τὴν εὐ­και­ρί­α νὰ δι­α­πι­στώ­σε­τε καὶ μό­νοι σας, ὁ Ἄν­χελ Ὀλ­γό­σο εἶ­ναι μιὰ ἰ­δι­αί­τε­ρη πε­ρί­πτω­ση συγ­γρα­φέ­α.

       Ἂς πά­ρου­με, ὅ­μως, τὰ πράγ­μα­τα ἀ­πὸ τὴν ἀρ­χή.

      Ἐν ἀρ­χῇ ἦν.­.. ἡ γέν­νη­ση.

      Ὁ Ἄν­χελ Ὀλ­γό­σο γεν­νή­θη­κε στὴν ἐ­παρ­χί­α C­u­l­l­ar V­e­ga τῆς Γρα­νά­δα τὸ 1961. Σπού­δα­σε Ἰ­σπα­νι­κὴ Φι­λο­λο­γί­α στὸ Πα­νε­πι­στή­μιο τῆς Γρα­νά­δα. Ἂν καὶ δη­μο­σί­ευ­σε τὴν πρώ­τη του συλ­λο­γὴ δι­η­γη­μά­των τὸ 1991 (Los días Subterráneos), ἀ­σχο­λεῖ­ται συ­στη­μα­τι­κὰ μὲ τὴ συγ­γρα­φὴ ἀ­πὸ τὸ 1978. Ἔ­χει ἐκ­δό­σει πά­νω ἀ­πὸ δέ­κα συλ­λο­γὲς δι­η­γη­μά­των. Δι­η­γή­μα­τά του ἔ­χουν συμ­πε­ρι­λη­φθεῖ σὲ πά­νω ἀ­πὸ τριά­ντα ἀν­θο­λο­γί­ες γιὰ τὸ μι­κρὸ δι­ή­γη­μα καὶ ὁ ἴ­διος ἔ­χει τι­μη­θεῖ μὲ πο­λυ­ά­ριθ­μα λο­γο­τε­χνι­κὰ βρα­βεῖ­α (φι­να­λὶ­στ γιὰ τὸ βρα­βεῖ­ο «XVII Premio Andalucía de la Critica», βρα­βεῖ­ο «Clarín» τῆς Ἕ­νω­σης Ἰ­σπα­νῶν Συγ­γρα­φέ­ων, με­τα­ξὺ ἄλ­λων). Προ­σθέ­τω ἐ­δῶ, γιὰ λό­γους ἐν­τυ­πω­σια­σμοῦ, ἀλ­λὰ καὶ ἀ­κρι­βεί­ας, ὅ­τι ὁ Ἄν­χελ Ὀλ­γό­σο εἶ­ναι ἱ­δρυ­τὴς καὶ πρύ­τα­νης τοῦ Ἰν­στι­τού­του Πα­τα­φυ­σι­κῆς τῆς Γρα­νά­δα (I­n­s­t­i­t­u­t­um P­a­t­a­p­h­y­s­i­c­um G­r­a­n­a­t­e­n­s­is), ἀ­νε­ξάρ­τη­του καὶ ἐ­ξαρ­τη­μέ­νου ὀρ­γά­νου τοῦ Κο­λε­γί­ου Πα­τα­φυ­σι­κῆς (Colégio de P­a­t­a­f­i­s­i­ca).

.

      Μιὰ ἔ­ρευ­να σχε­τι­κὰ μὲ τὶς πιὸ ἀ­ξι­ο­ση­μεί­ω­τες συλ­λο­γὲς δι­η­γη­μά­των τὸ δι­ά­στη­μα ἀ­πὸ τὸ 2007 ὣς τὸ 2012 ποὺ πραγ­μα­το­ποι­ή­θη­κε ἀ­πὸ λο­γο­τε­χνι­κὰ μπλὸγ­κς μὲ τὴ συμ­με­το­χὴ ἐκ­δο­τῶν, βι­βλι­ο­πω­λῶν, συγ­γρα­φέ­ων καὶ κρι­τι­κῶν λο­γο­τε­χνί­ας, ξε­χώ­ρι­σε τὰ ἔρ­γα τοῦ Ἄν­χελ Ὀλ­γό­σο μα­ζὶ μὲ αὐ­τὰ τοῦ βε­τε­ρά­νου Χουὰν Ἐ­δουά­ρδο Θού­νι­γα.

      Ὁ Ἄν­χελ Ὀλ­γό­σο θε­ω­ρεῖ­ται ἕ­νας αὐ­θεν­τι­κὸς m­a­e­s­t­ro στὴ συγ­γρα­φὴ φαν­τα­στι­κῶν μι­κρο­δι­η­γη­μά­των, ἕ­νας δει­νὸς ἀ­φη­γη­τὴς πέ­ρα ἀ­πὸ πρό­σκαι­ρες λο­γο­τε­χνι­κὲς μό­δες μὲ με­γά­λο εὖ­ρος θε­μά­των, τε­ρά­στια γλωσ­σι­κὴ εὐ­φρά­δεια καὶ ἀ­στεί­ρευ­τη φαν­τα­σί­α. Στὶς σύν­το­μες, μι­λι­με­τρι­κὲς σχε­δόν, δι­η­γή­σεις του —σφι­χτο­γραμ­μέ­νες μέ­χρι τε­λι­κῆς πτώ­σε­ως— λαμ­βά­νουν χώ­ρα τὸ πα­ρά­δο­ξο, τὸ ἀλ­λό­κο­το, τὸ ἀ­νη­συ­χη­τι­κὸ καὶ τὸ ἀ­νέλ­πι­στο φτι­ά­χνον­τας σὲ λί­γες μό­λις σει­ρές, κό­σμους ποὺ ὑ­πνω­τί­ζουν θυ­μί­ζον­τάς μας πό­σο λε­πτὸ καὶ δυσ­δι­ά­κρι­το μπο­ρεῖ νὰ γί­νει τὸ ὅ­ριο ποὺ χω­ρί­ζει τὸ ἀ­δύ­να­το ἀ­πὸ τὸ πραγ­μα­τι­κό. Κά­ποι­οι κρι­τι­κοὶ τὸν συν­δέ­ουν μὲ τὴν ἀν­τι-ρε­α­λι­στι­κὴ πα­ρά­δο­ση, ἐ­νῶ πολ­λοὶ τὸν θε­ω­ροῦν συ­νε­χι­στὴ τοῦ ἔρ­γου τῶν Μπόρ­χες καὶ Κάφ­κα, με­τα­ξὺ ἄλ­λων.

.

      Ἡ ἀ­λή­θεια εἶ­ναι ὅ­τι στὶς λο­γο­τε­χνι­κὲς ἐ­πιρ­ρο­ὲς τοῦ Ἄν­χελ Ὀλ­γό­σο συγ­κα­τα­λέ­γε­ται ἕ­να πο­λυ­ποί­κι­λο πλῆ­θος, με­ρι­κὲς ἀ­πὸ τὶς ση­μαν­τι­κό­τε­ρες φι­γοῦ­ρες τοῦ συγ­γρα­φι­κοῦ κό­σμου, κι ὅ­ταν λέ­με «συγ­γρα­φι­κὸ κό­σμο», τὸ ἐν­νο­οῦ­με, μιᾶς καὶ τὰ ση­μεῖ­α ἀ­να­φο­ρᾶς τοῦ σε­νιὸρ Ὀλ­γό­σο βρί­σκον­ται με­τα­ξὺ ἄλ­λων στὴν βι­κτω­ρια­νὴ Ἀγ­γλί­α (Steveson, Wells, Conan Doyle, Kipling, Lord Dunsany, M. R. James, Machen, Saki, De la Mare), στὴν Λα­τι­νι­κὴ Ἀ­με­ρι­κὴ (Quiroga, Lugones, Borges, Felisberto Hernández, Rulfo, Cortázar, Bioy, Arreola, Wilcok, Piñera, Denevi, Levrero, Brasca, Shua), στὴν Ἰ­τα­λί­α (Buzzati, Landolfi, Calvino, Manganelli) ἢ στὶς Ἡ­νω­μέ­νες Πο­λι­τεῖ­ες (Bradbury, Dick, Brown, Ellison).

.

«Φαινόμενο Ὀλγόσο»: Ἐκλεκτικισμὸς καὶ ἀκρίβεια

.

      Γιὰ τὸν συγ­γρα­φέ­α αὐ­τὸν ἔ­χουν γρα­φτεῖ ἀ­πὸ δι­θυ­ραμ­βι­κὲς κρι­τι­κές, μέ­χρι δι­δα­κτο­ρι­κὲς ἐρ­γα­σί­ες, κι ὅ­μως, κα­τὰ ἕ­ναν πα­ρά­δο­ξο —ἢ ἴ­σως κι ὄ­χι τό­σο πα­ρά­δο­ξο— τρό­πο, ὁ Ἄν­χελ Ὀλ­γό­σο πα­ρα­μέ­νει, του­λά­χι­στον μέ­χρι σή­με­ρα, μιὰ i­n­c­o­g­n­i­ta, ἕ­να μᾶλ­λον κα­λὰ κρυμ­μέ­νο μυ­στι­κὸ ποὺ με­τα­δί­δε­ται ἀ­πὸ στό­μα σὲ στό­μα ἀ­νά­με­σα στὰ μέ­λη ἑ­νὸς ἰ­δι­αί­τε­ρου βι­βλι­ο­φι­λι­κοῦ κοι­νοῦ σὰν νὰ πρό­κει­ται γιὰ κά­ποι­α μορ­φὴ μύ­η­σης. Μύ­η­σης στὸ λο­γο­τε­χνι­κὸ σύμ­παν τοῦ συγ­γρα­φέ­α. Πρό­κει­ται γιὰ τοὺς λε­γό­με­νους «o­l­g­o­s­i­a­n­os», ὅ­ρος ποὺ ἐ­πι­νο­ή­θη­κε ἀ­πὸ τοὺς ἴ­διους τοὺς ἀ­να­γνῶ­στες του καὶ ἀγ­κα­λι­ά­στη­κε ἀ­πὸ τοὺς με­λε­τη­τές του, σὲ βαθ­μὸ ποὺ νὰ χρη­σι­μο­ποι­εῖ­ται εὐ­ρύ­τε­ρα γιὰ νὰ δη­λώ­σει πιὰ ἕ­να κρά­μα ἰ­δι­ο­τή­των ποὺ χα­ρα­κτη­ρί­ζει τὴν πέ­να του: Κα­τὰ πρῶ­το λό­γο τὴν δο­μι­κὴ καὶ αἰ­σθη­τι­κὴ τε­λει­ό­τη­τα τῶν γρα­πτῶν του, τὴν ἀ­να­ζή­τη­ση μιᾶς νο­η­μα­τι­κῆς πεμ­πτου­σί­ας ποὺ ἀ­πο­κα­λύ­πτει τὸ με­γα­λεῖ­ο της σὲ λί­γες μό­νο γραμ­μές. Σύ­φω­να μὲ τὰ λό­για τοῦ ἴ­διου τοῦ συγ­γρα­φέ­α πρό­κει­ται γιὰ τὴν ἀ­να­ζή­τη­ση μιᾶς «ἀ­πό­στα­ξης», «ἕ­να συμ­πυ­κνω­μέ­νο ἄ­ρω­μα τῆς ἀ­τμό­σφαι­ρας» ποὺ πε­ρι­γρά­φε­ται. Ἡ Irene Andres Suárez στὴν ἀ­νά­λυ­σή της σχε­τι­κὰ μὲ τὸ ἔρ­γο τοῦ συγ­γρα­φέ­α, γρά­φει σχε­τι­κὰ ὅ­τι ἡ ἐ­πί­τευ­ξη μιᾶς τέ­τοι­ας πρό­ζας «λί­γες φο­ρὲς εἶ­ναι καρ­πὸς μιᾶς πυ­ρε­τι­κῆς δι­α­δι­κα­σί­ας, πί­σω ἀ­π’ αὐ­τὴν ὑ­πάρ­χει σχε­δὸν πάν­τα ἕ­νας πει­θαρ­χη­μέ­νος τρό­πος ἐρ­γα­σί­ας». Βρι­σκό­μα­στε, λοι­πόν, μπρο­στά σε ἕ­ναν με­θο­δι­κὸ συγ­γρα­φέ­α, ὁ τρό­πος γρα­φῆς τοῦ ὁ­ποί­ου θυ­μί­ζει ἐ­πι­στη­μο­νι­κὸ πεί­ρα­μα ἀ­κρι­βεί­ας. Ἀ­κό­μα, κι ἔ­τσι, ὡ­στό­σο, δὲν λεί­πουν ἀ­πὸ τὰ κεί­με­νά του ἕ­νας ἐ­ξαι­ρε­τι­κὸς γλωσ­σι­κὸς καὶ πε­ρι­γρα­φι­κὸς πλοῦ­τος. Αὐ­τὴ ἀ­κρι­βῶς ἡ γλωσ­σι­κὴ δει­νό­τη­τα, εἶ­ναι μα­ζὶ μὲ τὸ εὖ­ρος τῆς θε­μα­τι­κῆς τοῦ Ὀλ­γό­σο, κά­ποι­α ἀ­κό­μα ἀ­πὸ τὰ ἰ­δι­αί­τε­ρα χα­ρα­κτη­ρι­στι­κὰ τοῦ ἔρ­γου του. Ὅ­σον ἀ­φο­ρᾶ στὴν θε­μα­το­λο­γί­α τῶν μι­κρο-α­φη­γη­μά­των του, θὰ λέ­γα­με ὅ­τι εἶ­ναι εὐ­θέ­ως ἀ­νά­λο­γη μὲ τὶς λο­γο­τε­χνι­κὲς ἐ­πιρ­ρο­ὲς τοῦ συγ­γρα­φέ­α. Ἔ­τσι, στὰ κεί­με­να τοῦ Γρα­να­δί­νου ξε­δι­πλώ­νον­ται, ἀ­να­νε­ω­μέ­να μέ­σα ἀ­πὸ τὸ προ­σω­πι­κὸ στίγ­μα τοῦ ἰ­δί­ου, ὅ­λα τα εἴ­δη, ἀλ­λὰ καὶ οἱ φόρ­μες, τοῦ φαν­τα­στι­κοῦ δι­η­γή­μα­τος: τὸ γοτ­θι­κό, τὸ ρο­μαν­τι­κό, τὸ φαν­τα­στι­κό (ἐ­πι­στη­μο­νι­κῆς φαν­τα­σί­ας), τὸ ντε­τε­κτι­βί­στι­κο, τὸ βι­κτω­ρια­νὸ δι­ή­γη­μα, δι­η­γή­μα­τα τρό­μου ἀ­να­το­λί­τι­κης ἐ­πιρ­ρο­ῆς, δι­η­γή­μα­τα ἐ­πη­ρε­α­σμέ­να ἀ­πὸ τὸν L­o­v­e­r­c­r­a­ft, δι­η­γή­μα­τα κο­σμι­κοῦ τρό­μου καὶ δι­η­γή­μα­τα μπορ­χε­σι­α­νι­κοῦ ὕ­φους. Στὰ χέ­ρια τοῦ Ὀλ­γό­σο, τὸ φαν­τα­στι­κὸ στοι­χεῖ­ο ἀ­πο­κα­λύ­πτε­ται μέ­σα ἀ­πὸ τὶς πάμ­πολ­λες δι­α­φο­ρε­τι­κὲς πτυ­χὲς καὶ ἐκ­δο­χές του. Ἔ­τσι ὑ­πάρ­χουν δι­η­γή­μα­τα ποὺ χτί­ζον­ται πά­νω στὴν κα­τα­πά­τη­ση τῶν νό­μων τῆς φυ­σι­κῆς, τὴν κα­τάρ­ρευ­ση τοῦ φυ­σι­κοῦ κό­σμου ὅ­πως τὸν ξέ­ρου­με (ὁ τό­πος καὶ ὁ χρό­νος παίρ­νουν νέ­ες δι­α­στά­σεις)(1) προσ­δί­δον­τας στὸ φαν­τα­στι­κὸ στοι­χεῖ­ο μιὰ ἀ­νε­παί­σθη­τα τρο­μα­κτι­κὴ χροι­ά, με­τα­τρέ­πον­τάς το σὲ «ἀ­νη­συ­χη­τι­κό». Ἄλ­λες φο­ρὲς τὸ φαν­τα­στι­κὸ χρη­σι­μο­ποι­εῖ­ται συμ­βο­λι­κὰ προ­κει­μέ­νου νὰ στη­λι­τεύ­σει ὁ συγ­γρα­φέ­ας τὴν ἀν­θρώ­πι­νη φύ­ση, τὴν σύγ­χρο­νη ζω­ή, τὴν ἀ­πο­ξε­νω­μέ­νη κοι­νω­νί­α, κερ­δί­ζον­τας σ’ αὐ­τὲς τὶς πε­ρι­πτώ­σεις ἔ­δα­φος τὸ χι­οῦ­μορ καὶ ἡ λε­πτὴ εἰ­ρω­νεί­α. Οἱ βι­βλι­κοὶ μύ­θοι, οἱ κλα­σι­κὲς ἱ­στο­ρί­ες ζώ­ων (μύ­θοι Αἰ­σώ­που με­τα­ξὺ ἄλ­λων) εἶ­ναι ἀ­κό­μα μιὰ πη­γὴ ἔμ­πνευ­σης γιὰ τὸν συγ­γρα­φέ­α, ἀ­πο­δει­κνύ­ον­τας, ὅ­πως ὑ­πο­γραμ­μί­ζει στὸ βι­βλί­ο της ἡ Irene Andres Suárez, γιὰ ἀ­κό­μα μιὰ φο­ρὰ τὶς ἀ­νε­ξάν­τλη­τες στυ­λι­στι­κές, πο­λι­τι­στι­κὲς καὶ λο­γο­τε­χνι­κὲς ἀ­να­φο­ρὲς ποὺ δι­α­τρέ­χουν τὸ ἔρ­γο τοῦ Ὀλ­γό­σο.

.

«Περίπτωση Ὀλγόσο»: ἡ συμβολή

.

Ángel Olgoso no es exactamente un escritor. Olgoso, más bien, es un hipnotizador en busca de ojos que sugestionar ()
Miguel Ángel Muñoz(2)
Ἄν­χελ Ὀλ­γό­σο δὲν ε­­ναι ­κρι­βῶς συγ­γρα­φέ­ας. Ὁ Ὀλ­γό­σο εἶ­ναι πε­ρισ­σό­τε­ρο ἕ­νας ὑ­πνω­τι­στὴς σὲ ἀ­να­ζή­τη­ση μα­τι­ῶν (…)
Μιγ­κὲλ Ἄν­χελ Μου­νιόθ

.

      Ὅ­ποι­α κι ἂν εἶ­ναι ἡ πη­γὴ ἔμ­πνευ­σης, ἡ φόρ­μα ἢ τὸ λο­γο­τε­χνι­κὸ στύλ, οἱ δη­μι­ουρ­γί­ες τοῦ Ἄν­χελ Ὀλ­γό­σο κα­τα­φέρ­νουν νὰ τα­ρά­ζουν τὰ λι­μνά­ζον­τα —πολ­λὲς φο­ρές— ὕ­δα­τα τῆς σύγ­χρο­νης συγ­γρα­φι­κῆς πραγ­μα­τι­κό­τη­τας, ἀ­πο­σπών­τας ἀ­π’ ὅ­σους τὸν ἔ­χουν γνω­ρί­σει λο­γο­τε­χνι­κὰ ἐγ­κώ­μια σὰν τὸ πα­ρα­πά­νω. Ἐ­ξη­γεῖ­ται ὁ θαυ­μα­σμὸς αὐ­τός, μιᾶς ποὺ γιὰ μᾶς, τοὺς «o­l­g­o­s­i­anos», τὰ γρα­πτά του ἀ­πο­κα­λύ­πτουν μιὰ χά­ρη, μιὰ εὐ­αι­σθη­σί­α καὶ μιὰ δε­ξι­ο­τε­χνί­α γρα­φῆς ποὺ προ­κα­λεῖ ἐ­ξάρ­τη­ση. Πῶς γί­νε­ται νὰ χω­ρᾶ­νε τό­σοι δυ­να­τοὶ κό­σμοι, μέ­σα σὲ λί­γες μό­λις γραμ­μές; Πῶς γί­νε­ται μιὰ λέ­ξη νὰ κλεί­νει μέ­σα της ἕ­να σύμ­παν; Εἶ­ναι για­τί, σύμ­φω­να μὲ τὸν ἴ­διο τὸν συγ­γρα­φέ­α, «τὸ ἀ­πα­ραί­τη­το εἶ­ναι ἀρ­κε­τό». Ἢ για­τί, «πε­ρισ­σό­τε­ρο ἀ­πὸ ἀ­φη­γή­σεις, ἴ­σως νὰ εἶ­ναι ὁ­ρά­μα­τα, πε­ρισ­σό­τε­ρο ἀ­πὸ πα­ρά­ξε­νες καὶ ἀ­πρό­βλε­πτες ἱ­στο­ρί­ες, ἴ­σως νὰ εἶ­ναι ἀ­πο­κα­λύ­ψεις ποὺ ὁ­δη­γοῦν τὸν ἀ­να­γνώ­στη ν’ ἀμ­φι­σβη­τή­σει τὰ θε­μέ­λια τῆς πραγ­μα­τι­κό­τη­τας τῆς ἴ­διας του τῆς συ­νεί­δη­σης», ὅ­πως πε­ρι­γρά­φει ὁ Ὀλ­γό­σο σὲ σχε­τι­κὴ ἐ­ρώ­τη­ση γιὰ ἕ­να ἀ­πὸ τὰ βι­βλί­α του. Ὅ­πως κι ἂν θέ­λει κα­νεὶς νὰ τὸ ἐκ­φρά­σει, δύ­σκο­λα θὰ ξε­πε­ρά­σει τὴν πυ­κνό­τη­τα πε­ρι­ε­χο­μέ­νου, τὴν μι­λι­με­τρι­κὴ ἀ­κρί­βεια, τὴν ἀ­προσ­δό­κη­τη μα­τιὰ τοῦ Γρα­να­δί­νου γιὰ τὸ ἀλ­λό­κο­το, γι’ αὐ­τὸ ποὺ μοιά­ζει ἀ­ό­ρα­το, κι ὅ­μως ὑ­πάρ­χει, γι’ αὐ­τὸ ποὺ κρύ­βε­ται σὲ μιὰ ἀ­π’ τὶς πολ­λὲς πτυ­χὲς αὐ­τοῦ ποὺ ὀ­νο­μά­ζου­με «πραγ­μα­τι­κό­τη­τα», αὐ­τοῦ ποὺ ζοῦ­με κι ἀ­να­πνέ­ου­με ἀ­νυ­πο­ψί­α­στοι καὶ —για­τί ὄ­χι— ἀ­νυ­πε­ρά­σπι­στοι. Ὁ κό­σμος, οἱ συμ­παν­τι­κοὶ νό­μοι, τὰ ζῶ­α καὶ τὰ πράγ­μα­τα, ἐ­μεῖς οἱ ἴ­διοι, μιὰ ἄλ­λη, τέ­ταρ­τη(­;) δι­ά­στα­ση, ἡ ἀ­βε­βαι­ό­τη­τα, ἡ σκο­τει­νὴ πλευ­ρά, σὲ τε­λι­κὴ ἀ­νά­λυ­ση, τῆς ὕ­παρ­ξης σὲ μορ­φὴ κομ­ψο­τε­χνή­μα­τος. Αὐ­τὴ εἶ­ναι ἡ συμ­βο­λὴ τοῦ Ἄν­χελ Ὀλ­γό­σο.

.

(*) Σ.τ.ἐ. Με­μο­νω­μέ­να μι­κρο­δι­η­γή­μα­τα τοῦ Ἄν­χελ Ὀλ­γό­σο ἔ­χουν συμ­πε­ρι­λη­φθεῖ στὶς ἀν­θο­λο­γί­ες Mini71cuentos (ἐ­πιμ. Κων/νος Πα­λαι­ο­λό­γος, Ἐκ­δό­σεις Μι­χά­λη Σι­δέ­ρη, 2012) καὶ Ἀ­νθο­λο­γί­α ἰ­σπα­νι­κού ἐ­ρω­τι­κοῦ μι­κρο­δι­η­γή­μα­τος (ἠ­λε­κτρο­νι­κὴ ἔκ­δο­ση, ἐ­πιμ. Κων/νος Πα­λαι­ο­λό­γος, Πλα­νό­διον – Ἱ­στο­ρί­ες Μπον­ζά­ι, 2013).

(1) Irene Andres Suárez, El microrrelato español. Una estética de la elipsis, ἐκδόσεις Menoscuarto, Palencia, 2010.

(2) Miguel Ángel Muñoz, Γραναδίνος συγγραφέας, σύγχρονος τοῦ Ángel Olgoso.

 . Bonsai-03c-GiaIstologio-04

 .

Πηγή: πρώτη δημοσίευση.

Νάνσυ Ἀγγελῆ(Εὔ­βοι­α, 1982). Σπού­δα­σε δη­μο­σι­ο­γρα­φί­α στὸ Ἀ­ρι­στο­τέ­λει­ο Πα­νε­πι­στή­μιο τῆς Θεσ­σα­λο­νί­κης καὶ ἀ­πὸ τὸ 2008 ἀ­σχο­λεῖ­ται ἐ­παγ­γελ­μα­τι­κὰ μὲ τὴν με­τά­φρα­ση λο­γο­τε­χνι­κῶν ἔρ­γων ἀ­πὸ τὰ ἰ­σπα­νι­κὰ στὰ ἑλ­λη­νι­κὰ καὶ ἀν­τί­στρο­φα. Συ­νερ­γά­στη­κε μὲ τὸ Κέν­τρο Βυ­ζαν­τι­νῶν, Κυ­πρια­κῶν καὶ Νε­ο­ελ­λη­νι­κῶν Σπου­δῶν τῆς Γρα­νά­δα κα­θὼς καὶ μὲ τὸ Δι­ε­θνὲς Ἰν­στι­τοῦ­το Με­τά­φρα­σης, I­n­s­t­i­t­ut V­i­r­t­u­al I­n­t­e­r­n­a­c­i­o­n­al de T­r­a­d­u­c­c­io, τοῦ Πα­νε­πι­στη­μί­ου τοῦ Ἀ­λι­κάν­τε. Ἔ­χει δη­μι­ουρ­γή­σει τὸ μπλὸγκ με­τα­φρα­στι­κῶν δειγ­μά­των ἱ­σπα­νό­φω­νης λο­γο­τε­χνί­ας στὰ ἑλ­λη­νι­κά: http://nancyangeli.blogspot.com.es/ .

Φω­το­γρα­φί­α: Ὁ συγ­γρα­φέ­ας κα­τὰ τὴν πα­ρου­σί­α­ση τοῦ τε­λευ­ταί­ου του βι­βλί­ου, Las frutas de la luna. Βι­βλι­ο­πω­λεῖ­ο Nueva Gala, Μάρ­τιος τοῦ 2013, Γρα­νά­δα. Φω­το­γρα­φί­ες: Νάν­συ Ἀγ­γε­λῆ καὶ Jo­sé Guer­re­ro.

.

Νάνσυ Ἀγγελῆ: Μάριο Μπενεδέτι (1920-2009)

 

 

 

Νάνσυ Ἀγγελῆ

 

Μάριο Μπενεδέτι (1920-2009)

 

ΜΑΡΙΟ ΜΠΕΝΕΔΕΤΙ εἶ­ναι ἕ­νας ἀ­πὸ τοὺς πιὸ ἀ­γα­πη­μέ­νους καὶ πο­λυ­δι­α­βα­σμέ­νους συγ­γρα­φεῖς τῆς Λα­τι­νι­κῆς Ἀ­με­ρι­κῆς καὶ ἕ­νας ἀ­πὸ τοὺς ση­μαν­τι­κό­τε­ρους ἐκ­προ­σώ­πους τῆς γε­νιᾶς τοῦ ‘45 τῆς Οὐ­ρου­γουά­ης μα­ζὶ μὲ τὸν Χου­ὰν Κάρ­λος Ὀ­νέ­τι. Γεν­νή­θη­κε στὴν πό­λη Πά­σο ντὲ λὸς Τό­ρος (Paso de los Toros) τὸ 1920, ἀλ­λὰ ἡ οἰ­κο­γέ­νειά του με­τα­κό­μι­σε στὸ Μον­τε­βι­δέ­ο, ὅ­ταν ἐ­κεῖ­νος ἦ­ταν ἀ­κό­μα σὲ νε­α­ρὴ ἡ­λι­κί­α. Ἐρ­γά­στη­κε σὰν πω­λη­τής, τα­χυ­γρά­φος, λο­γι­στής, δη­μό­σιος ὑ­πάλ­λη­λος καὶ δη­μο­σι­ο­γρά­φος. Τὸ 1948 ἐκ­δί­δει τὸ πρῶ­το του βι­βλί­ο ὡς δο­κι­μι­ο­γρά­φος, ἐ­νῶ τὸ 1949 γρά­φει τὴν πρώ­τη του συλ­λο­γὴ δι­η­γη­μά­των γιὰ τὴν ὁ­ποί­α βρα­βεύ­ε­ται μὲ τὸ βρα­βεῖ­ο τοῦ Ὑ­πουρ­γεί­ου Πο­λι­τι­σμοῦ τῆς Οὐ­ρου­γουά­ης, δι­ά­κρι­ση ἡ ὁ­ποί­α θὰ τοῦ ἀ­πο­νε­μη­θεῖ ἀρ­κε­τὲς φο­ρὲς μέ­χρι τὸ 1958 καὶ τὴν ὁ­ποί­α θὰ ἀρ­νη­θεῖ συ­στη­μα­τι­κὰ λό­γῳ τῶν δι­α­φο­ρῶν του μὲ τοὺς κα­νο­νι­σμοὺς τοῦ θε­σμοῦ. Τὸ 1964 γρά­φει ὡς κρι­τι­κὸς θε­ά­τρου καὶ κι­νη­μα­το­γρά­φου καὶ συ­νερ­γά­ζε­ται μὲ ση­μαν­τι­κὰ λο­γο­τε­χνι­κὰ πε­ρι­ο­δι­κὰ τῆς ἐ­πο­χῆς, ἐ­νῶ πα­ράλ­λη­λα ξε­κι­νᾶ καὶ ἡ πο­λι­τι­κή του δρα­στη­ρι­ό­τη­τα στοὺς κόλ­πους τῆς Ἀ­ρι­στε­ρᾶς. Τὸ 1971 ὀρ­γα­νώ­νει τὸ κί­νη­μα τῶν Ἀ­νε­ξάρ­τη­των Πο­λι­τῶν (Movimiento de Independientes de 26 de Marzo) καὶ τὴν ἴ­δια πε­ρί­ο­δο δι­ο­ρί­ζε­ται δι­ευ­θυν­τὴς τοῦ Τμή­μα­τος Ἰ­σπα­νο­α­με­ρι­κά­νι­κης Λο­γο­τε­χνί­ας τοῦ Πα­νε­πι­στη­μί­ου τῆς Δη­μο­κρα­τί­ας τῆς Οὐ­ρου­γουά­ης. Τὸ 1973 ξε­κι­νᾶ γιὰ τὴν Οὐ­ρου­γουά­η τὸ δι­κτα­το­ρι­κὸ κα­θε­στὼς ποὺ θὰ δι­αρ­κέ­σει 11 χρό­νια, δι­ά­στη­μα κα­τὰ τὸ ὁ­ποῖ­ο ὁ Μά­ριο Μπε­νε­δέ­τι ἀ­ναγ­κά­ζε­ται νὰ φύ­γει ἀ­πὸ τὴ χώ­ρα. Ὡς ἐ­ξό­ρι­στος θὰ ζή­σει στὴν Ἀρ­γεν­τι­νή, τὸ Πε­ρού, τὴν Κού­βα καὶ τὴν Ἰ­σπα­νί­α. Ἐ­πι­στρέ­φει στὴν Οὐ­ρου­γουά­η τὸ 1993. Τὸ 1986 τοῦ ἀ­πο­νέ­με­ται τὸ βρα­βεί­ο Premio Jristo Botev de Bulgaria, τὸ 1987 στὶς Βρυ­ξέλ­λες τὸ Premio Llama de Oro de Amnistia Internacional, ἐ­νῶ τὸ 1996 τι­μᾶ­ται μὲ τὸ βρα­βεῖ­ο Premio Morosoli de Plata de Literatura τῆς χώ­ρας του. Τὸ 1997 τοῦ ἀ­πο­νέ­με­ται τὸ βρα­βεῖ­ο Premio Leon Felipe, τὸ 1999 τὸ Premio Reina Sofia de poesia Iberoamericana, τὸ 2001 ἡ δι­ά­κρι­ση Premio Iberoamericano Jose Marti καὶ τὸ 2005 τὸ βρα­βεῖ­ο XIX Premio Internacional Menendez Pelayo. Ὁ Μά­ριο Μπε­νε­δέ­τι ξε­χώ­ρι­σε ὡς ποι­η­τής, δι­η­γη­μα­το­γρά­φος, κρι­τι­κὸς τέ­χνης καὶ λο­γο­τε­χνί­ας, νο­βε­λί­στας καὶ θε­α­τρι­κὸς συγ­γρα­φέ­ας ἀ­φή­νον­τας πί­σω του πά­νω ἀ­πὸ 80 τί­τλους βι­βλί­ων, πολ­λὰ ἀ­πὸ τὰ ὁ­ποῖ­α ἔ­χουν με­τα­φρα­στεῖ σὲ πε­ρισ­σό­τε­ρες ἀ­πὸ 20 γλῶσ­σες.

 

Ἡ Ζω­ὴ καὶ Τὸ Ἔρ­γο Του.

Οἱ δύ­ο καλ­λι­τε­χνι­κὲς πε­ρί­ο­δοι καὶ ἡ δι­α­δρο­μὴ ἀ­πὸ τὸ «paisito» στὸν κό­σμο.

 

       Τὸ ἔρ­γο τοῦ Μά­ριο Μπε­νε­δέ­τι χω­ρί­ζε­ται, σύμ­φω­να μὲ τοὺς με­λε­τη­τές του, σὲ δύο φά­σεις: ἡ πρώ­τη, ἡ ὁ­ποί­α ξε­κι­νᾶ ἀ­πὸ τὸ 1945 καὶ ση­μα­το­δο­τεῖ­ται ἀ­πὸ τὴν ποι­η­τι­κὴ συλ­λο­γὴ La vispera indeleble, πε­ρι­λαμ­βά­νον­τας τό­σο πε­ζὰ κεί­με­να, ὅ­σο καὶ ἔμ­με­τρα (Quien de nosotros, [1953], Montevideanos, Los poemas de la oficina [1956], La tregua, Gracias por el fuego [1963]), χα­ρα­κτη­ρί­ζε­ται κυ­ρί­ως ἀ­πὸ τὸ στοι­χεῖ­ο τῆς κοι­νω­νι­κῆς κρι­τι­κῆς, ἑ­στι­α­σμέ­νη στὴν ἔν­νοι­α τῆς ἠ­θι­κῆς. Πρό­κει­ται γιὰ τὴν ἀ­πο­κω­δι­κο­ποί­η­ση μιᾶς «ἐ­θνι­κῆς ἠ­θι­κῆς» τῆς χώ­ρας τῆς Οὐ­ρου­γουά­ης καὶ τῶν κα­τοί­κων της, μέ­σα ἀ­πὸ τὴν πε­σι­μι­στι­κὴ μα­τιὰ τοῦ συγ­γρα­φέ­α. Τὰ κου­σού­ρια τῶν Οὐ­ρου­γουα­νῶν, τὰ ἐ­λατ­τώ­μα­τα, οἱ ἀ­δυ­να­μί­ες τους, ὁ τρό­πος ποὺ σκέ­φτον­ται, ἐ­ρω­τεύ­ον­ται καὶ λει­τουρ­γοῦν,τό­σο σὲ ἐ­πί­πε­δο ἀ­τό­μι­κο, ὅ­σο καὶ συλ­λο­γι­κό, γί­νον­ται τὸ κυ­ρί­αρ­χο θέ­μα γιὰ τὰ δι­η­γή­μα­τα, τὶς νου­βέ­λες, τὰ ποι­ή­μα­τα, ἀλ­λὰ καὶ τὰ κρι­τι­κὰ δο­κί­μια ποὺ θὰ γρά­ψει ἐ­κεί­νη τὴν ἐ­πο­χὴ ὁ Μπε­νε­δέ­τι. Καὶ εἶ­ναι τὰ ἐ­λατ­τώ­μα­τα, κι ὄ­χι τὰ τυ­χὸν προ­τε­ρή­μα­τα, αὐ­τὰ ποὺ θὰ δώ­σουν στὸν συγ­γρα­φέ­α τρο­φὴ γιὰ σκέ­ψη, κα­θὼς ἡ ἀ­παι­σι­ο­δο­ξί­α εἶ­ναι τὸ δεύ­τε­ρο κυ­ρί­αρ­χο χα­ρα­κτη­ρι­στι­κό της πε­ρι­ό­δου αὐ­τῆς. «Ἕ­νας ἀ­παι­σι­ό­δο­ξος δὲν εἶ­ναι πα­ρὰ ἕ­νας αἰ­σι­ό­δο­ξος κα­λὰ ἐ­νη­με­ρω­μέ­νος», εἶ­ναι μιὰ ἀ­πὸ τὶς πε­ρί­φη­μες φρά­σεις τοῦ Μά­ριο Μπε­νε­δέ­τι μέ­σα ἀ­πὸ τὴν ὁ­ποί­α δι­α­κρί­νε­ται ὄ­χι μό­νο ἡ τά­ση του πρὸς τὴν πε­σι­μι­σμό, ἀλ­λὰ ταυ­τό­χρο­να μ’­αὐ­τόν, τὸ εὐ­φυ­ές, πι­κρὸ ἴ­σως κά­ποι­ες φο­ρές, χι­οῦ­μορ του.

      Ἡ δεύ­τε­ρη φά­ση τοῦ συγ­γρα­φι­κοῦ του ἔρ­γου χα­ρα­κτη­ρί­ζε­ται ἀ­πὸ τὴν πο­λι­τι­κο­ποί­η­ση τῆς σκέ­ψης του καὶ τὸ ἄ­νοιγ­μά του πρὸς νέ­ους ὁ­ρί­ζον­τες, ἔ­ξω ἀ­πὸ τὰ στε­νὰ σύ­νο­ρα τῆς το­πι­κῆς κοι­νω­νί­ας τοῦ Μον­τε­βι­δέ­ο καὶ τοῦ paisito, «τῆς μι­κρῆς του χώ­ρας», ὅ­πως ἀ­πο­κα­λεῖ ὁ ἴ­διος τὴν Οὐ­ρου­γουά­η. Τὸ Εὐ­χα­ρι­στῶ γιὰ τὴ φω­τιά, (ἐκδ. Κα­στα­νι­ώ­τη, 1996), τὸ μο­να­δι­κὸ ἀ­πὸ τὰ ἔρ­γα του ποὺ ἔ­χει με­τα­φρα­στεῖ ὣς τώ­ρα στὰ ἑλ­λη­νι­κά, γραμ­μέ­νο τὸ 1965, εἶ­ναι καὶ τὸ πρῶ­το βι­βλί­ο ποὺ θὰ συν­τε­λέ­σει στὸ χτί­σι­μο τῆς δι­ε­θνοῦς φή­μης ποὺ ἀ­πο­κτᾶ o Μπε­νε­δέ­τι, ἀ­φε­νὸς για­τὶ ἕ­να μέ­ρος τοῦ βι­βλί­ου λάμ­βα­νει χώ­ρα στὴν Νέ­α Ὑ­όρ­κη, ἀ­φε­τέ­ρου για­τί εἶ­ναι ὑ­πο­ψή­φιο γιὰ τὸ με­γά­λου κύ­ρους λο­γο­τε­χνι­κὸ βρα­βεῖ­ο ἀ­πὸ τὴν Κα­τα­λα­νί­α, Seix Barral.

      Οἱ σα­ρω­τι­κὲς ἀλ­λα­γὲς καὶ οἱ κοι­νω­νι­κο­πο­λι­τι­κὲς ζυ­μώ­σεις ποὺ συμ­βαί­νουν στὴν Λα­τι­νι­κὴ Ἀ­με­ρι­κὴ ἀ­πὸ τὴ δε­κα­ε­τί­α τοῦ ’60 καὶ με­τά —ἡ Ἐ­πα­νά­στα­ση τῆς Κού­βας, ἡ εὐ­ρύ­τε­ρη ταύ­τι­ση μὲ τὴν Ἀ­ρι­στε­ρά, ἡ ἐμ­φά­νι­ση μιᾶς γε­νιᾶς νέ­ων καὶ και­νο­τό­μων συγ­γρα­φέ­ων, ἡ ἐκ­δο­τι­κή τους ἄν­θη­ση καὶ ἡ δι­ά­δο­σή τους στὴν Εὐ­ρώ­πη (τὸ λε­γό­με­νο «boom latinoamericano»)— θὰ ἀ­πο­τε­λέ­σουν τὰ ἐ­ρε­θί­σμα­τα καὶ τοὺς πυ­λῶ­νες τῆς πο­λι­τι­κῆς συ­νεί­δη­σης τοῦ συγ­γρα­φέ­α καὶ ἐ­ξη­γοῦν τὴν στα­δια­κὴ με­τα­στρο­φὴ τοῦ πε­σι­μι­σμοῦ τῆς πρώ­της πε­ρι­ό­δου πρὸς τὴν αἰ­σι­ο­δο­ξία καὶ τὸν κο­σμο­πο­λι­τι­σμό.

      Τί ἦ­ταν, ὅ­μως, αὐ­τὸ ποῦ ἔ­κα­νε τὸν Μά­ριο Μπε­νε­δέ­τι νὰ ἀ­γα­πη­θεῖ τό­σο ὡς συγ­γρα­φέ­ας, πρω­τί­στως μέ­σα στὴν ἴ­δια του τὴ χώ­ρα, τό­σο ὥ­στε νὰ θε­ω­ρεῖ­ται σή­με­ρα, ὁ «ἐ­θνι­κὸς συγ­γρα­φέ­ας τῆς Οὐ­ρου­γουά­ης»;

      Ἡ ἀ­πάν­τη­ση ποὺ τε­λι­κὰ δό­θη­κε στὸ ἐ­ρώ­τη­μα αὐ­τὸ ἦ­ταν ὅ­πως ἔ­χει χα­ρα­κτη­ρι­στι­κὰ γρα­φτεῖ «una razon sentimental» ποὺ δι­α­κρί­νει ὅ­λα τα ἔρ­γα του, μιὰ «συ­ναι­σθη­μα­τι­κὴ δι­και­ο­σύ­νη» μὲ ἄλ­λα λό­για, μιὰ ἐν­τι­μό­τη­τα στὴν κα­τά­θε­ση τῶν συ­ναι­σθη­μά­των τῶν ἡ­ρώ­ων, ἀλ­λὰ καὶ τοῦ ἴ­διου τοῦ συγ­γρα­φέ­α μέ­σῳ αὐ­τῶν. Ὁ μο­να­δι­κὰ ἄ­με­σος, λι­τὸς καὶ ταυ­τό­χρο­να ἀ­πρό­σμε­να βα­θὺς τρό­πος του νὰ δι­η­γεῖ­ται τὴν κα­θη­με­ρι­νό­τη­τα, ὅ­λα ὅ­σα συμ­βαί­νουν στὴν στά­ση τοῦ λε­ω­φο­ρεί­ου, στὰ δευ­τε­ρό­λε­πτα ποὺ περ­νοῦν μπρο­στὰ στὸν γκι­σὲ ἑ­νὸς τα­μεί­ου ἢ στὸ δρό­μο πρὸς τὴ δου­λειά, προσ­δί­δον­τάς τους ἕ­ναν ἐ­πί­γει­ο λυ­ρι­σμό, ἕ­να εὐ­αί­σθη­το συ­ναι­σθη­μα­τι­κὸ ὑ­πό­βα­θρο ἀ­κρι­βεί­ας, κα­τα­φέρ­νει ὄ­χι μό­νο νὰ εἶ­ναι ρε­α­λι­στι­κός, ἀλ­λὰ καὶ νὰ ἀγ­γί­ζει προ­σω­πι­κὰ μιὰ εὐ­ρύ­τα­τη γκά­μα ἀ­να­γνω­στῶν. Ὅ­πως τὸ θέ­τει ὁ Οὐ­ρου­γουα­νὸς Jorge Ruffinelli τοῦ Πα­νε­πι­στη­μί­ου τοῦ Στάν­φορντ, μι­λών­τας ἐκ μέ­ρους τῆς γε­νιᾶς του, στὸ τέ­λος τῆς δε­κα­ε­τί­ας τοῦ ’50 καὶ στὶς ἀρ­χὲς τοῦ ’60 ὁ Μπε­νε­δέτ­ι ἄ­νοι­ξε τὸν δρό­μο πρὸς τὴν αὐ­το­ε­πί­γνω­ση ἑ­νὸς ἔ­θνους ποὺ εἶ­χε μέ­χρι τό­τε συ­νη­θί­σει νὰ κοι­τά­ζει μό­νο πρὸς τὰ ἔ­ξω, ἔ­χον­τας ὡς πρό­τυ­πο τὴν Εὐ­ρω­πα­ϊ­κὴ κουλ­τού­ρα (ἀλ­λὰ καὶ τὴν Βό­ρεια Ἀ­με­ρι­κὴ πρω­τί­στως λό­γῳ τοῦ θαυ­μα­σμοῦ πρὸς τὸν Φῶ­κνερ καὶ τὸν Χέ­μιν­γου­ε­η) καὶ τὴν τά­ση νὰ ἀ­πα­ξι­ώ­νει τὴν ἐγ­χώ­ρια πο­λι­τι­στι­κή του ταυ­τό­τη­τα. Ἡ συλ­λο­γὴ τῶν δι­η­γη­μά­των του μὲ πρω­τα­γω­νι­στὲς τοὺς κα­τοί­κους τοῦ Μον­τε­βι­δέ­ο (Montevideanos, 1959) ἔ­κα­νε τοὺς συμ­πα­τρι­ῶ­τες του νὰ στρέ­ψουν τὴν προ­σο­χή τους στὸν δι­πλα­νό τους καὶ τοὺς Οὐ­ρου­γουα­νοὺς νὰ δοῦν πραγ­μα­τι­κά, γιὰ πρώ­τη φο­ρά, ὁ ἕ­νας τὸν ἄλ­λο. Ὁ Jorge Ruffinelli συ­νε­χί­ζει, ἀ­να­φε­ρό­με­νος στὴν ἐ­πί­δρα­ση τῶν «Μον­τε­βι­δε­ά­νων» τοῦ Μπε­νε­δέ­τι, λέ­γον­τας ὅ­τι ἀ­φο­ροῦ­σαν στὸ πα­ρὸν καὶ ἄ­με­σο μέλ­λον τῆς ἐ­πο­χῆς ἐ­κεί­νης, ὄν­τας ἀ­παλ­λαγ­μέ­να ἀ­πὸ τὴν σύ­νη­θη ἱ­στο­ρι­κὴ προ­ο­πτι­κὴ τῆς κα­τα­γω­γῆς ἢ τῶν προ­γό­νων. Καὶ πραγ­μα­τι­κά, στὶς σε­λί­δες ποὺ ἔ­γρα­ψε, ὁ Μά­ριο Μπε­νε­δέ­τι πε­ρι­έ­γρα­ψε, μέ­σα ἀ­πὸ ἕ­να κρά­μα εὐ­αι­σθη­σί­ας καὶ σαρ­κα­σμοῦ ἀλ­λὰ καὶ τὴν ἴ­δια τὴν προ­σω­πι­κή του ἐμ­πει­ρί­α, τὴ μι­κρο­α­στι­κὴ ἠ­θι­κὴ τῆς χώ­ρας του. Τὴν γκρί, κα­τα­θλι­πτι­κὴ πραγ­μα­τι­κό­τη­τα τῆς με­σαί­ας ἀ­στι­κῆς τά­ξης, ἕ­να πλῆ­θος ἀ­πὸ δι­ευ­θυν­τές, το­με­άρ­χες καὶ καλ­λί­γραμ­μες γραμ­μα­τεῖς, ἕ­να πλῆ­θος ἀ­πὸ κρα­τι­κο­δί­αι­τους δη­μο­σί­ους ὑ­παλ­λή­λους κλει­σμέ­νους σὲ ἀ­σφυ­κτι­κὰ γρα­φεῖ­α μουν­τῶν πο­λυ­κα­τοι­κι­ῶν. Σὲ μιὰ με­τα­γε­νέ­στε­ρη συ­νέν­τευ­ξή του, στὴν ἐ­ρώ­τη­ση ποῦ ἀ­πο­δί­δει ὁ ἴ­διος τὴν ἐ­πι­τυ­χί­α τῆς ποι­η­τι­κῆς συλ­λο­γῆς Poemas de oficina (προ­πομ­πὸ τῶν δι­η­γη­μά­των Mon­te­vi­de­a­nos καὶ ἴ­διας θε­μα­τι­κῆς), ὁ Μπε­νε­δέ­τι ἀ­παν­τοῦ­σε γλα­φυ­ρά: «Στὴν Οὐ­ρου­γουά­η ἀν­θοῦ­σε ἕ­να εἶ­δος ποί­η­σης μὲ γα­ζέ­λες, ζαρ­κά­δια καὶ κο­ρά­λια, ἡ ὁ­ποί­α χρη­σι­μο­ποι­οῦ­σε σὰν βά­ση γιὰ τὶς λο­γο­τε­χνι­κές της με­τα­φο­ρὲς μιὰ χλω­ρί­δα καὶ μιὰ πα­νί­δα ἀ­νύ­παρ­κτες. Κα­τὰ κά­ποι­ο τρό­πο ἀ­πο­δί­δω τὴν αἰφ­νί­δια αὐ­τὴ ἐ­πι­τυ­χί­α στὸ γε­γο­νὸς ὅ­τι ἐ­πρό­κει­το γιὰ κά­τι δι­α­φο­ρε­τι­κὸ ἀ­π’ αὐ­τὰ ποὺ γρά­φον­ταν τό­τε.»

      Ἔ­τσι, μὲ ἐ­φό­δια τὸν ἁ­πλὸ τρό­πο γρα­φῆς, ἕ­να ἀ­ε­ρά­κι θλί­ψης ποὺ φυ­σοῦ­σε πάν­τα πά­νω ἀ­πὸ τὰ κεί­με­νά του καὶ μιὰ «πε­ζὴ» θε­μα­τι­κή, ὁ Μπε­νε­δέ­τι πέ­ρα­σε τὰ σύ­νο­ρά του τα­πει­νοῦ του τό­που κα­τα­γω­γῆς καὶ ἀ­γα­πή­θη­κε ὅ­σο λί­γοι σὲ ὁ­λό­κλη­ρη τὴν Λα­τι­νι­κὴ Ἀ­με­ρι­κή, τὴν Ἰ­σπα­νία καὶ τὴν Εὐ­ρώ­πη, τό­σο ὥ­στε νὰ κερ­δί­σει ἐ­πά­ξια τὸν τί­τλο τοῦ «ἐκ­δο­τι­κοῦ φαι­νο­μέ­νου».

 

Πο­λι­τι­κὴ Δρα­στη­ρι­ό­τη­τα- Ἐ­ξο­ρί­α- Ἐ­πα­να­πα­τρι­σμός

 

      Ἡ πο­λι­τι­κὴ δρα­στη­ρι­ό­τη­τα τοῦ Μά­ριο Μπε­νε­δέ­τι συ­νο­ψί­ζε­ται σχη­μα­τι­κὰ σὲ δύο γε­γο­νό­τα: τὴν ἵ­δρυ­ση ἐκ μέ­ρους του τοῦ κι­νή­μα­τος τῶν Ἀ­νε­ξάρ­τη­των Πο­λι­τῶν τῆς Οὐ­ρου­γουά­ης (Μovimiento de los Ιn­de­pen­dien­tes del 26 de marzo, 1971) λί­γο πρὶν ξε­σπά­σει στὴ χώ­ρα του ἡ δι­κτα­το­ρί­α τοῦ 1973 καὶ τὴν ἀ­μέ­ρι­στη βο­ή­θειά του στὴν Ἐ­πα­νά­στα­ση τῆς Κού­βας (ὡς πο­λι­τι­κὸς ἐ­ξό­ρι­στος δι­ε­τέ­λε­σε μέ­λος τοῦ δι­οι­κη­τι­κοῦ συμ­βου­λί­ου τοῦ Κέν­τρου Λο­γο­τε­χνι­κῶν Σπου­δῶν τῆς Κού­βας, τὸ ὁ­ποῖ­ο ἵ­δρυ­σε ὁ ἴ­διος τὸ 1968), συμ­βὰν κο­σμο­ϊ­στο­ρι­κῆς ση­μα­σί­ας γιὰ ὁ­λό­κλη­ρη τὴν Λα­τι­νι­κὴ Ἀ­με­ρι­κὴ καὶ τὸ ὁ­ποῖ­ο ἐ­πέ­δρα­σε βα­θιὰ σὲ ὅ­λους τοὺς πο­λί­τες της. Ἀ­να­φέ­ρου­με ἐ­δῶ τὴν πο­λι­τι­κὴ ἰ­δε­ο­λο­γί­α καὶ συ­νεί­δη­ση τοῦ Μά­ριο Μπε­νε­δέ­τι σὲ συ­νάρ­τη­ση μὲ τὴ ζω­ὴ μὲ τὸ ἔρ­γο του, ἀ­φε­νὸς για­τὶ ἀ­πο­τέ­λε­σε ἕ­ναν ἀ­πὸ τοὺς δι­α­νο­ού­με­νους τῆς χώ­ρας του μὲ ση­μαν­τι­κὴ δρά­ση στὸν το­μέ­α αὐ­τό, ἀ­φε­τέ­ρου για­τὶ οἱ πο­λι­τι­κὲς καὶ κοι­νω­νι­κὲς ἀρ­χές του δι­έ­πουν ἔκ­δη­λα τὰ κεί­με­νά του καὶ τοὺς προ­βλη­μα­τι­σμούς του ὡς συγ­γρα­φέ­α.

      Ὅ­πως ἔ­χει δη­λώ­σει χα­ρα­κτη­ρι­στι­κὰ ὁ ἴ­διος: «Θὰ πρέ­πει νὰ εἶ­μαι ἕ­να ἀπὸ τὰ λι­γό­τε­ρο θρη­σκευ­ό­με­να ἄ­το­μα στὸν κό­σμο. Ἡ μό­νη ἄ­ξια θρη­σκεί­α γιὰ μέ­να εἶ­ναι ἡ συ­νεί­δη­ση.»

      Οἱ συλ­λο­γὲς δι­η­γη­μά­των τοῦ La muerte y otras sorpresas, 1968 καὶ Buzon de tiempo, 1999 ἀ­πο­τε­λοῦν, με­τα­ξὺ ἄλ­λων, χα­ρα­κτη­ρι­στι­κὰ πα­ρα­δείγ­μα­τα τῆς πο­λι­τι­κο­ποί­η­σης τῶν θε­μά­των του.

      Ὁ Ruffinelli ἀ­να­φέ­ρει ἐ­πὶ τοῦ θέ­μα­τος, «ὁ Μά­ριο Μπε­νε­δέ­τι ἀ­πο­τέ­λε­σε, ὅ­πως εἶ­χαν ἀ­πο­τε­λέ­σει πολ­λοὶ ἄλ­λοι πρὶν ἀ­π’ αὐ­τόν, τὴ γέ­φυ­ρα ἀ­νά­με­σα στὸ νη­σὶ τῆς Κού­βας καὶ τὴν ὑ­πό­λοι­πη Λα­τι­νι­κὴ Ἀ­με­ρι­κή, ἀλ­λὰ καὶ τὴ ση­μαν­τι­κό­τε­ρη, ἴ­σως, λο­γο­τε­χνι­κὴ φι­γού­ρα τῆς γε­νιᾶς του ποὺ ἀ­νέ­λα­βε, μα­ζὶ μὲ τὸν Γκαρ­θί­α Μάρ­κες, τὴν εὐ­θύ­νη νὰ δι­α­δό­σει τὶς ἰ­δέ­ες καὶ τὸ μή­νυ­μα τῆς Ἀ­ρι­στε­ρᾶς, ἂν καὶ ὁ τε­λευ­ταῖ­ος δὲν ἔ­γρα­ψε στὴν πραγ­μα­τι­κό­τη­τα πο­τὲ δη­μο­σι­ο­γρα­φι­κὰ-πο­λι­τι­κὰ κεί­με­να».

      Ἡ ἑν­τε­κά­χρο­νη ἐ­ξο­ρί­α, ἔ­δω­σε στὸν Μά­ριο Μπε­νε­δέ­τι τὸ ἐ­ρέ­θι­σμα γιὰ πολ­λὰ ἀ­πὸ τὰ ἔρ­γα ποὺ ἔ­γρα­ψε καὶ τὴν εὐ­και­ρί­α, πα­ρὰ τὴν τρα­γι­κό­τη­τα τῶν πε­ρι­στά­σε­ων, νὰ τα­ξι­δέ­ψει καὶ νὰ βγεῖ ἐ­κτὸς τῶν συ­νό­ρων τῆς πα­τρί­δας του. Στὸν ἀ­πο­λο­γι­σμὸ ποὺ κά­νει ὁ ἴ­διος ἀρ­κε­τὰ χρό­νια ἀρ­γό­τε­ρα, μὲ ἀ­φορ­μὴ μιὰ σχε­τι­κὴ μὲ τὸ θέ­μα τοῦ ἐκ­πα­τρι­σμοῦ του ἐ­ρώ­τη­ση στὴν συ­νέν­τευ­ξή του στὴν ἐ­φη­με­ρί­δα Clarin τὸ 2000, ὁ ὀ­γδον­τά­χρο­νος πιὰ Μπε­νε­δέ­τι ἀ­παν­τᾶ: «Θὰ προ­τι­μοῦ­σα νὰ μὴν εἶ­χε χρεια­στεῖ νὰ ἐκ­πα­τρι­στῶ, κι ὡ­στό­σο, κα­τὰ κά­ποι­ο τρό­πο ἡ ἐ­ξο­ρί­α μὲ βο­ή­θη­σε. Ὁ κό­σμος ἄρ­χι­σε νὰ δεί­χνει ἐν­δι­α­φέ­ρον γιὰ τὰ βι­βλί­α μου, ἔ­γι­να πε­ρισ­σό­τε­ρο ἀ­να­γνω­ρί­σι­μος καὶ αὐ­τὸ μοῦ ἐ­πέ­τρε­ψε νὰ ἀ­πο­κτή­σω καὶ μιὰ σχε­τι­κὴ οἰ­κο­νο­μι­κὴ ἄ­νε­ση. Ἐ­πι­πλέ­ον, ἔ­μα­θα πολ­λὰ ἀ­πὸ τοὺς δι­α­φο­ρε­τι­κοὺς λα­οὺς ποὺ γνώ­ρι­σα στὶς δι­ά­φο­ρες χῶ­ρες ποὺ χρει­ά­στη­κε νὰ ζή­σω, ἀ­πὸ τὶς κυ­βερ­νή­σεις, ὄ­χι, για­τί κα­νεὶς δὲν μα­θαί­νει πο­τὲ τί­πο­τα ἀ­π’ αὐ­τές, ἀ­π’ τοὺς λα­ούς, ὅ­μως, ναί». Καρ­πὸς τῶν χρό­νων αὐ­τῶν ἀ­πο­τέ­λε­σε, με­τα­ξὺ ἄλ­λων, ἡ συλ­λο­γὴ δι­η­γη­μά­των Geografias, 1984, τὸ δι­ά­στη­μα ποὺ ἔ­ζη­σε στὴν Ἰ­σπα­νί­α, Despistes y franquezas, 1989, [Ἀ­προ­σε­ξί­ες καὶ ἐ­ξο­μο­λο­γή­σεις], Buzon de tiempo 1999, [Τὸ γραμ­μα­το­κι­βώ­τιο τοῦ χρό­νου], ἀλ­λὰ καὶ ἡ ἀν­θο­λο­γί­α Del Amor y del Exilio, 2002, [Πε­ρὶ ἔ­ρω­τος καὶ ἐ­ξο­ρί­ας] ποὺ συγ­κεν­τρώ­νει ὅ­λα τὰ δι­η­γή­μα­τα τοῦ συγ­γρα­φέ­α τὰ ὁ­ποῖ­α κα­τα­πι­ά­νον­ται μὲ τὶς δύο θε­μα­τι­κὲς ὅ­πως φα­νε­ρώ­νει ὁ ἴ­διος ὁ τί­τλος τοῦ βι­βλί­ου.

      Ὅ­σο γιὰ τὴν ἐ­πι­στρο­φὴ στὴν πα­τρί­δα; Αὐ­τή, ἴ­σως νὰ εἶ­ναι πιὸ δύ­σκο­λη ἀ­πὸ τὴν φυ­γή. Ἴ­σως γι’ αὐ­τό, γιὰ νὰ πε­ρι­γρά­ψει ἀ­κρι­βῶς αὐ­τὸ τὸ συ­ναί­σθη­μα, ὁ συγ­γρα­φέ­ας ἐ­πι­νό­η­σε μιὰ νέ­α λέ­ξη, τὸ πε­ρί­φη­μο «desexilio», ποὺ θέ­λει νὰ πεῖ ἀν­τι-ε­ξο­ρί­α, ἐ­ξο­ρί­α ἀ­π’ τὴν ἀ­νά­πο­δη, για­τὶ ὅ­ταν κα­νεὶς γυ­ρί­ζει «ἔ­χει ἀλ­λά­ξει μέ­χρι καὶ τὸ το­πί­ο, μέ­χρι καὶ τὸ βλέμ­μα τοῦ κό­σμου». Τε­λει­ώ­νει, ἄ­ρα­γε, πο­τὲ ἡ ἐ­ξο­ρί­α; Ἂν καὶ τυ­πι­κὰ ἡ δι­κή του ἔ­λα­βε τέ­λος τὸ 1993, ὁ ἴ­διος ἀ­παν­τᾶ, μᾶλ­λον ὄ­χι, συμ­πλη­ρώ­νον­τας τὴ φρά­ση του μὲ τὰ λό­για τοῦ Κο­λομ­βια­νοῦ ποι­η­τῆ, Alvaro Mutis, πὼς «εἶ­ναι κα­νεὶς κα­τα­δι­κα­σμέ­νος νὰ πα­ρα­μεί­νει γιὰ πάν­τα ἐ­ξό­ρι­στος».

      Καί, τε­λι­κά, ποῦ βρί­σκε­ται ἡ πα­τρί­δα κά­ποι­ου με­τὰ ἀ­π’ αὐ­τὴ τὴ δι­α­δρο­μή;

      Ὁ Μά­ριο Μπε­νε­δέ­τι ἀ­παν­τᾶ, δα­νει­ζό­με­νος τὰ λό­για τοῦ Κου­βα­νοῦ Jose Marti:

      «La patria es la humanidad», πα­τρί­δα εἶ­ναι ἡ ἀν­θρω­πό­τη­τα.

 

[Ὁ­λό­κλη­ρη ἡ συ­νέν­τευ­ξη στὴν ἐ­φη­με­ρί­δα Clarin μὲ ἀ­φορ­μὴ τὰ ὀ­γδο­η­κο­στὰ γε­νέ­θλια τοῦ συγ­γρα­φέ­α στὸν πα­ρα­κά­τω σύν­δε­σμο:

http://edant.clarin.com/diario/especiales/benedetti/nota1.htm ]

  

 

Νάν­συ Ἀγ­γε­λῆ (Εὔ­βοι­α 1982). Σπού­δα­σε δη­μο­σι­ο­γρα­φί­α στὸ Ἀ­ρι­στο­τέ­λει­ο Πα­νε­πι­στή­μιο τῆς Θεσ­σα­λο­νί­κης καὶ ἀ­πὸ τὸ 2008 ἀ­σχο­λεῖ­ται ἐ­παγ­γελ­μα­τι­κὰ μὲ τὴν με­τά­φρα­ση λο­γο­τε­χνι­κῶν ἔρ­γων ἀ­πὸ τὰ ἱ­σπα­νι­κὰ στὰ ἑλ­λη­νι­κὰ καὶ ἀν­τί­στρο­φα. Συ­νερ­γά­στη­κε μὲ τὸ Κέν­τρο Βυ­ζαν­τι­νῶν, Κυ­πρια­κῶν καὶ Νε­ο­ελ­λη­νι­κῶν Σπου­δῶν τῆς Γρα­νά­δα κα­θὼς καὶ μὲ τὸ Δι­ε­θνὲς Ἰν­στι­τοῦ­το Με­τά­φρα­σης, Institut Virtual Internacional de Traduccio, τοῦ Πα­νε­πι­στη­μί­ου τοῦ Ἀ­λι­κάν­τε. Με­τα­φρά­σεις της ἐ­πι­λεγ­μέ­νων ποι­η­μά­των τοῦ με­γά­λου σύγ­χρο­νου ἰ­σπα­νοῦ ποι­η­τῆ Ἄν­χελ Γκον­θά­λεθ ἔ­χει φι­λο­ξε­νή­σει τὸ ἠ­λε­κτρο­νι­κὸ πε­ρι­ο­δι­κὸ γιὰ τὴν ποί­η­ση «Ποι­εῖν», ἐ­νῶ ἑ­τοι­μά­ζει καὶ τὴ με­τά­φρα­ση ἑ­νὸς μυ­θι­στο­ρή­μα­τος ἀ­πὸ τὴ Λα­τι­νι­κὴ Ἀ­με­ρι­κὴ ποὺ πρό­κει­ται νὰ κυ­κλο­φο­ρή­σει ἀ­πὸ τὶς ἐκ­δό­σεις Κέ­δρος. Ζεῖ μό­νι­μα στὴν Ἱ­σπα­νί­α.