Μάνθος Ἀγγέλης: Ἡ ξένη

 

 

Μάν­θος Ἀγ­γέ­λης

 

Ἡ ξέ­νη

                                                                                                                                                   

ΤΥΠΗΣΑ ΤΟ ΚΟΥΔΟΥΝΙ τῆς πόρ­τας. Ξε­φλου­δι­σμέ­νη μπο­γιὰ καὶ μιὰ ξι­νὴ μυ­ρω­διὰ ἀ­πὸ μα­γει­ρε­μέ­νο λά­χα­νο. Πι­α­νό­μουν ἀ­πὸ τὰ μι­κρο­πράγ­μα­τα τῶν ἤ­χων καὶ τῆς ὄ­σφρη­σης νὰ μὴ τὸ βά­λω στὰ πό­δια.     

       Στ’ αὐ­τιά μου ὁ ἦ­χος τοῦ κου­δου­νιοῦ ἀ­κού­στη­κε σὰ συ­να­γερ­μός. Ὕ­στε­ρα ἀ­πὸ ἑνὸς λε­πτοῦ χτυ­πο­κάρ­δι, ἡ πόρ­τα ἄ­νοι­ξε. Μιὰ γυ­ναί­κα γύ­ρω στὰ ἑ­ξήν­τα. Λί­πος δι­πλω­μέ­νο στὴν κοι­λιά. Σκόρ­πια ρό­λε­ϊ στὰ θαμ­πὰ κόκ­κι­να μαλ­λιά της. Ἄ­σπρες ρί­ζες μέ­χρι τὴ μέ­ση. Τὸ τσι­γά­ρο ξε­χα­σμέ­νο στὸ στρα­βω­μέ­νο της στό­μα. Ἡ τσί­τι­νη ρόμ­πα μι­σά­νοι­χτη. Ἡ μη­τέ­ρα μου.

       Χρη­σι­μο­ποί­η­σα τὸ ἄλ­λο­θι τῆς στα­τι­στι­κῆς ὑ­πη­ρε­σί­ας, ὅ­που δού­λευ­α γιὰ λί­γες ὧ­ρες τὸ κα­λο­καί­ρι καὶ πέ­ρα­σα μέ­σα.

       Κα­νέ­να μη­τρι­κὸ ἔν­στι­κτο, ξε­πη­δών­τας σὰ χεί­μα­ρος, δὲν τὴν προ­έ­τρε­ψε νὰ μ’ ἀ­να­γνω­ρί­σει. Κα­θι­στι­κὸ μα­ζὶ μὲ κου­ζί­να. Μιὰ πα­λιὰ τη­λε­ό­ρα­ση στὴ δι­α­πα­σὼν – τὴ χα­μή­λω­σε χω­ρὶς νὰ τὴν κλεί­σει. Κά­θι­σα στὴ ξε­φτι­σμέ­νη πο­λυ­θρό­να ποὺ μοῦ ὑ­πέ­δει­ξε. Τί­πο­τα δὲ μὲ εἶ­χε προ­ε­τοι­μά­σει γι’ αὐ­τό. Ἀ­να­κά­τευ­ε κά­τι στὴν κα­τσα­ρό­λα καὶ φώ­να­ξε ἀ­πὸ τὸν πάγ­κο τῆς κου­ζί­νας ἂν ἤ­θε­λα κα­φέ. «Ναί, εὐ­χα­ρι­στῶ­», ψέλ­λι­σα γιὰ νὰ κερ­δί­σω χρό­νο. Ἡ ἴ­δια δι­και­ο­λο­γή­θη­κε ὅ­τι ἔ­πι­νε πάν­τα λί­γο τζὶν πρὶν τὸ με­ση­με­ρια­νό, ἀλ­λὰ τὰ ἄ­δεια μπου­κά­λια τοῦ μπέρ­μπον πά­νω στὸν πάγ­κο δὲ συ­νη­γο­ροῦ­σαν σ’ αὐ­τό…

       «Οἰ­κο­γε­νεια­κὴ κα­τά­στα­ση;»  Ἄρ­χι­σα τὶς ἐ­ρω­τή­σεις μέ­σα ἀ­πὸ τὰ ἔν­τυ­πα ποὺ κρα­τοῦ­σα. Φω­νὴ στα­θε­ρή. Χέ­ρια ποὺ ἔ­τρε­μαν κά­τω ἀ­π’ τὰ χαρ­τιά. «Δια-δια-ζευγ­μέ­νη­», εἶ­πε τραυ­λί­ζον­τας. Τὸ πο­τή­ρι γε­μά­το στὸ χέ­ρι. «Τέ­κνα­;», «Τρί­α­», ἀ­πάν­τη­σε με­τὰ ἕ­να σύν­το­μο δι­σταγ­μὸ καὶ σή­κω­σε τὸ πο­τή­ρι. «Στὰ τέ­κνα… στὰ τε­κνά!…»  μοῦ ἔ­τει­νε τὸ δεί­κτη. «Νὰ ἐ­κεῖ πά­νω­», ρού­φη­ξε μὲ θό­ρυ­βο μιὰ γου­λιά.  Πνί­γη­κε στὸ βή­χα της. Ἔ­στρε­ψα τὸ βλέμ­μα στὴ φω­το­γρα­φί­α ποὺ ἔ­δει­χνε. Πά­νω στὴ σκο­νι­σμέ­νη ἐ­τα­ζέ­ρα. Τρί­α ἄ­γνω­στα παι­δι­κὰ πρό­σω­πα χα­μο­γε­λοῦ­σαν στὸ φα­κό.  Μα­κα­ρι­ό­τη­τα τῆς πρώ­της ἡ­λι­κί­ας. Τὴν κοί­τα­ξα ἐ­ρω­τη­μα­τι­κὰ φαί­νε­ται, για­τί ἀ­μέ­σως ἀ­πάν­τη­σε θυ­μω­μέ­να. «Δὲ λεί­πει κα­νείς!» Σχε­δὸν πί­στε­ψα πὼς προ­δό­θη­κα. Θυ­μή­θη­κε τὸ κρε­μα­σμέ­νο τσι­γά­ρο στὸ στό­μα της. Τρά­βη­ξε μιὰ γε­ρὴ ρου­φη­ξιά. Κα­τά­πι­ε τὸν κα­πνό. Γιὰ με­ρι­κὰ δευ­τε­ρό­λε­πτα νό­μι­σα πὼς θὰ σκά­σει.  Ἄλ­λα­ξε κου­βέν­τα. «Εἶ­σαι παν­τρε­μέ­νη;» Στὴν ἀρ­νη­τι­κή μου ἀ­πάν­τη­ση σχο­λί­α­σε «Κα­λύ­τε­ρα. Οὔ­τε παι­διὰ νὰ κά­νεις. Τὰ παι­διὰ εἶ­ναι μπε­λά­ς». Συ­νέ­χι­σα τὶς τυ­πι­κὲς ἐ­ρω­τή­σεις τῶν φυλ­λα­δί­ων. «Ἄ­νερ­γη­», «συν­τη­ρεῖ­ται ἀ­πὸ τὴν πρό­νοια». «Παι­διά ἐ­κτὸς γά­μου;»

       Ἡ ἐ­ρώ­τη­ση ποὺ στρι­φο­γύ­ρι­ζε σὰ τρε­λὴ στὸ μυα­λό μου, ἐ­πι­τέ­λους, βρῆ­κε τὸ δρό­μο της. «Εί­ναι πο­λὺ ἀ­δι­ά­κρι­τοι ἐ­κεῖ στὴν ὑ­πη­ρε­σί­α». Ἔ­κα­να εἴ­κο­σι χρό­νια νὰ τὴ βρῶ. Δὲ θὰ ἔ­χα­να τώ­ρα τὴν εὐ­και­ρί­α. Νὰ τὴν κά­νω νὰ μι­λή­σει. Νὰ σπά­σει. Νὰ τὸ πα­ρα­δε­χτεῖ. Μό­νο αὐ­τὸ μ’ ἔ­νοια­ζε. Ὅ­μως, συ­νε­χῶς ξε­γλι­στροῦ­σε. Ἀ­νέ­βα­λ­λε. Ἄλ­λα­ζε. Μα­γι­κὴ εἰ­κό­να.

       Τὸ μά­τι μου ἔ­πε­σε σὲ μί­α ἀ­κό­μα φω­το­γρα­φί­α. Στὸ κου­τσὸ τρα­πε­ζά­κι δί­πλα μου. Τὴν πῆ­ρα στὰ χέ­ρια. Τὸ τρα­πε­ζά­κι ἔ­γει­ρε. Ἕ­τοι­μο νὰ πέ­σει. Ἡ κι­τρι­νι­σμέ­νη φω­το­γρα­φί­α μὲ τὰ ξε­βαμ­μέ­να χρώ­μα­τα κρα­τοῦ­σε τὴν ἰ­σορ­ρο­πί­α. «Ποι­ό εἶ­ναι αὐ­τὸ τὸ μω­ρὸ στὸ κα­ρό­τσι;» εἶ­πα δῆ­θεν ἀ­δι­ά­φο­ρα. «Ε­γὼ μω­ρό. Στὴν πα­ρα­λί­α.» Κοί­τα­ξε λο­ξὰ μα­κριά. Γιὰ μιὰ στιγ­μὴ τὴν εἶ­δα μι­κρή. Εἶ­χα μιὰ ἴ­δια στὸ δω­μά­τιό μου. Ἡ ὁ­μοι­ό­τη­τα ἦ­ταν ἡ ἀ­πό­δει­ξη. «Δὲ ζεῖς ἂν ζεῖς σὰ σκιὰ ἀ­νά­με­σα σὲ ἄλ­λες σκι­ὲς καὶ κυ­νη­γᾶς τὴ σκιά σου…», ἔ­λε­γε ἕ­να πα­λιὸ γαλ­λι­κὸ τρα­γού­δι. Ἡ μη­τέ­ρα μου ἦ­ταν σί­γου­ρα μιὰ σκιά. Μιὰ ἀ­ναι­μι­κὴ σκιά, μα­κριὰ ἀ­πὸ ὅ,τι εἶ­χα φαν­τα­στεῖ. Κα­θό­ταν ἀ­πέ­ναν­τί μου στὴν ἄ­κρη τῆς κα­ρέ­κλας καὶ κοί­τα­ζε τὸ πά­τω­μα. Κα­τη­γο­ρού­με­νη σὲ μιὰ δί­κη ποὺ ἀ­γνο­οῦ­σε. Πο­λε­μοῦ­σα νὰ τὴ λυ­πη­θῶ, νὰ τὴ συγ­χω­ρή­σω, μὰ συγ­κρου­ό­μουν κα­τὰ μέ­τω­πο μὲ τὴν ἀ­νάγ­κη μου γιὰ δι­και­ο­σύ­νη.  Ἡ τη­λε­ό­ρα­ση ἔ­με­νε ἀ­νοι­χτὴ νὰ παί­ζει. Χω­ρὶς ἦ­χο. Ἐ­κεί­νη κοί­τα­ζε χω­ρὶς νὰ βλέ­πει. Οἱ ἐ­ρω­τή­σεις μου εἶ­χαν τε­λει­ώ­σει. Ση­κώ­θη­κα νὰ φύ­γω. Μὲ συ­νό­δε­ψε ὣς τὴν πόρ­τα. Ἀ­να­πάν­τε­χα γύ­ρι­σε. Μὲ κοί­τα­ξε στὰ μά­τια. Τρό­μα­ξα. Ἔ­κα­να ἕ­να βῆ­μα πί­σω. Χα­μο­γέ­λα­σα ἀ­μή­χα­να. «Ἔ­χεις μὲ τὴν κό­ρη μου τὸ ἴ­διο…»,  συλ­λά­βι­σε, «…χα­μό­γε­λο­», συμ­πλή­ρω­σα ἔν­τρο­μη, μέ­σα μου. «Στυ­λό­», εἶ­πε καὶ πῆ­ρε ἀ­πὸ τὸ πα­γω­μέ­νο μου χέ­ρι τὸ στυ­λὸ νὰ ὑ­πο­γρά­ψει τὸ ἔν­τυ­πο.   

       Χαι­ρέ­τη­σα. Βγῆ­κα ἔ­ξω στὸ ἡ­λι­ό­λου­στο με­ση­μέ­ρι, κα­τε­βαί­νον­τας τρο­χά­δην τὶς βρό­μι­κες σκά­λες τῆς ἐρ­γα­τι­κῆς πο­λυ­κα­τοι­κί­ας τοῦ 17ου το­μέ­α. Κά­θι­σα σ’ ἕ­να παγ­κά­κι στὸ κον­τι­νὸ πάρ­κο κι ἄ­να­ψα τσι­γά­ρο. Τὰ χέ­ρια μου συ­νέ­χι­σαν νὰ τρέ­μουν. Δὲν ἤ­μουν σί­γου­ρη ὅ­τι δὲ μ’ ἀ­να­γνώ­ρι­σε. Ξαφ­νι­κὰ δὲ μ’ ἔ­νοια­ζε πιά. Σκέ­φτη­κα ἄλ­λη μιὰ φο­ρὰ ὅ­τι, μά­να εἶ­ναι αὐ­τὴ ποὺ σὲ με­γα­λώ­νει. Δὲν τὴν ἀ­να­ζή­τη­σα ξα­νά. Με­ρι­κὰ χρό­νια ἀρ­γό­τε­ρα, ἔ­μα­θα τυ­χαῖ­α πὼς εἶ­χε πε­θά­νει ἀ­πὸ καρ­κί­νο στοὺς πνεύ­μο­νες. Δὲ ξα­να­κά­πνι­σα πο­τέ.

 

 

Πη­γή: Πρώ­τη δη­μο­σί­ευ­ση. Ἀ­πὸ ὅ­σα προ­κρί­θη­καν γιὰ τὸ τεῦ­χος ἑλ­λη­νι­κοῦ μπον­ζά­ι τοῦ περ. Πλα­νό­διον. Βλ. ἐ­δῶ «Ἡ­με­ρο­λό­γιο Κα­τα­στρώ­μα­τος», ἐγ­γρα­φή 01-08-2010.

 

Μάν­θος Ἀγ­γέ­λης  (Καρ­δί­τσα). Σπού­δα­σε στὴν Ἱ­σπα­νί­α καὶ τὴν Ἑλ­λά­δα καὶ σή­με­ρα ἀ­σκεῖ τὸ ἐ­πάγ­γελ­μα τοῦ Δι­κη­γό­ρου στὴν Ἀ­θή­να.