Γιά­ννης Πα­πα­γε­ωρ­γί­ου: Ὁ ὑ­πνο­βά­της



Γιά­ννης Πα­πα­γε­ωρ­γί­ου


Ὁ ὑ­πνο­βά­της


ΚΕΙΝΑ ΤΑ ΧΡΟΝΙΑ, παι­δά­κι δέ­κα χρο­νῶν, ἔ­βλε­πε κά­θε βρά­δυ τὸ ἴ­διο ὄ­νει­ρο. Ἄ­γνω­στοι ἄν­τρες ὁ­πλι­σμέ­νοι, μὲ στο­λὲς καὶ κουμ­πού­ρια, ἔμ­παι­ναν στὸ σπί­τι καὶ τὸν κυνη­γοῦ­σαν. Μα­ζί τους, πρώ­τη καὶ κα­λύ­τε­ρη, ἡ μη­τέ­ρα του. Ὁ πα­τέ­ρας πάν­τα ἔ­λει­πε ἀ­π’ τὸ σπί­τι, δὲν μπο­ροῦ­σε νὰ τὸν βο­η­θή­σει. Ἀ­δέρ­φια δὲν εἶ­χε. Ἄ­κου­γε τὰ πο­δοβο­λη­τὰ ἀ­π’ τὶς βα­ρι­ὲς μπό­τες καὶ κου­λου­ρι­α­ζό­ταν κά­τω ἀ­π’ τὸ κρε­βά­τι. Ὅ­πο­τε ἀ­να­κά­λυ­πταν τὴν κρυ­ψώ­να του, τὸ ἔ­σκα­γε ἀ­πὸ τὴν πί­σω πόρ­τα στὴν αὐ­λή, καὶ ὅ­λη τὴ νύ­χτα πε­ρι­πλα­νι­ό­ταν μο­νά­χος στὴν πό­λη. Τό ‘βλέ­πε καὶ δὲν φο­βό­ταν πιά, εἶ­χε συ­νη­θί­σει. Ἤ­ξε­ρε ὅ­τι αὐ­τὸς ὁ τρό­μος εἶ­ναι ψεύ­τι­κος. Καὶ κά­θε φο­ρὰ ἄ­νοι­γε ἀ­πό­το­μά τα μά­τια του, τὴ μιὰ κα­θι­σμέ­νος στὴ λε­κά­νη τῆς του­α­λέ­τας, τὴν ἄλ­λη σὰν στή­λη ἅ­λα­τος στὴ μέ­ση του δι­α­δρό­μου, μπρο­στὰ στὸν ἄ­δει­ο κα­θρέ­φτη τοῦ πὸρτ-μαν­τώ. Ἄλ­λες φο­ρές, κοι­μι­σμέ­νο μὲ τὰ μά­τια ὀρ­θά­νοι­χτα, τὸν ἔ­παιρ­νε ἡ μα­μά του προ­σε­χτι­κὰ ἀ­π’ τὸ χε­ρά­κι γιὰ νὰ μὴν ξυ­πνή­σει καὶ τὸν πή­γαι­νε σι­γὰ-σι­γὰ πί­σω στὸ κρε­βά­τι του. Τὸ ἄλ­λο πρω­ὶ δὲν θυ­μό­ταν τί­πο­τα. Ὅ­μως κά­ποι­ο βρά­δυ τὰ πράγ­μα­τα σο­βά­ρε­ψαν. Δὲν ξέ­ρει πῶς, ἄ­νοι­ξε τὴν ἐ­ξώ­πορ­τα, κα­τέ­βη­κε τὰ τρί­α σκα­λο­πά­τια καὶ βγῆ­κε στὸ δρό­μο. Τὸ πρω­ὶ μιὰ γει­τό­νισ­σα τὸν βρῆ­κε μὲ τὰ ἐ­σώ­ρου­χα ἀ­κουμ­πι­σμέ­νο στὴν κο­λώ­να. Τὴν κοί­τα­ζε στὰ μά­τια μὰ δὲν ἔ­βλε­πε, τοῦ φώ­να­ξε μὰ δὲν ἄ­κου­γε. Τὸν ἔ­πι­α­σε ἀ­π’ τὸ χέ­ρι καὶ τὸν πῆ­γε πί­σω στὸ σπί­τι του. Ἀ­πὸ τό­τε, ἡ ἐ­ξώ­πορ­τα τὰ βρά­δια κλεί­δω­νε, καὶ ἔ­ξω ἀ­π’ τὸ δω­μά­τιο βά­ζα­νε ἕ­να βρεγ­μέ­νο τα­πέ­το. Ξυ­πνοῦ­σε πά­νω σ’ αὐ­τὸ καὶ τὸ ὄ­νει­ρο ἔ­με­νε στὴ μέ­ση.

       Τὰ ἀ­πο­γεύ­μα­τα τὸ στε­νὸ γέ­μι­ζε ἀ­πὸ παι­διά, τὰ πιὸ πολ­λὰ ἀ­γό­ρια. Παί­ζα­νε μπά­λα, κά­να­νε φα­σα­ρί­α καὶ τσα­κώ­νον­ταν. Μό­λις νύ­χτω­νε στα­μα­τοῦ­σαν κου­ρα­σμέ­να τὸ παι­χνί­δι καὶ γύρ­να­γαν στὰ σπί­τια τους. Μιὰ κο­λώ­να τοῦ δή­μου στὴ μέ­ση φώ­τι­ζε τὴ γει­το­νιά. Αὐ­τὸς συ­νή­θως κα­θό­ταν στὸ πε­ζού­λι μέ­χρι ἀρ­γὰ καὶ ἔμ­παι­νε τε­λευ­ταῖ­ος μέ­σα. Κά­ποι­ες φο­ρὲς τοῦ ἔ­κα­νε πα­ρέ­α ἕ­να ξαν­θὸ κο­ρί­τσι. Ἦ­ταν δυ­ὸ-τρία χρό­νια με­γα­λύ­τε­ρη, και­νούρ­για στὴ γει­το­νιά, ἔ­με­νε λί­γο πα­ρα­πά­νω, σ’ ἕ­ναν κά­θε­το δρό­μο. Ὁ πα­τέ­ρας της ἀ­ξι­ω­μα­τι­κὸς τοῦ στρα­τοῦ, μό­νι­μος, πέρ­σι εἶ­χαν ἔρ­θει μὲ με­τά­θε­ση στὴν πό­λη. Ἦ­ταν μο­να­χο­παί­δι, πα­ρά­ξε­νη κο­πέ­λα, μο­να­χι­κή, ἴ­σως καὶ λί­γο ντρο­πα­λή. Δὲν εἶ­χε πολ­λὲς φι­λί­ες μὲ τὰ ἄλ­λα παι­διά, οὔ­τε μὲ ἀ­γό­ρια οὔ­τε μὲ κο­ρί­τσια, δὲν ἔ­παι­ζε μα­ζί τους, οὔ­τε κου­βέν­τια­ζε πο­λύ, κα­θό­ταν μό­νη της στὴν ἄ­κρη καὶ κοι­τοῦ­σε. Ἀρ­γοῦ­σε κι αὐ­τὴ τὰ βρά­δια νὰ μα­ζευ­τεῖ στὸ σπί­τι, κά­ποι­α στιγ­μὴ ἔ­βγαι­νε στὸ μπαλ­κό­νι ἡ μη­τέ­ρα της καὶ τῆς φώ­να­ζε.

       Εἶ­χε πά­ει με­σά­νυ­χτα καὶ κα­θόν­του­σαν ἀ­κό­μα στὰ σκα­λο­πά­τια. «Εἶ­σαι ἀ­κό­μα ὑ­πνο­βά­της;» τὸν ρώ­τη­σε ξαφ­νι­κά. Γύ­ρι­σε καὶ τὴν κοί­τα­ξε. Μαγ­κώ­θη­κε. Με­τὰ ἀ­πὸ λί­γο κού­νη­σε ἀρ­νη­τι­κὰ τὸ κε­φά­λι του καὶ κοί­τα­ξε ἀλ­λοῦ, ἴ­σως καὶ νὰ κοκ­κί­νι­σε λι­γά­κι. Αὐ­τὴ πῶς τὸ ἤ­ξε­ρε, ἦ­ταν τὸ οἰ­κο­γε­νεια­κό τους μυ­στι­κό, δὲν τὸ κου­βέν­τια­ζε μὲ κα­νέ­ναν, ἔ­τσι τοῦ εἶ­χαν πεῖ οἱ δι­κοί του, ἀλ­λὰ καὶ κα­νέ­νας μέ­χρι σή­με­ρα δὲν τὸν εἶ­χε ρω­τή­σει. «Δὲν βγαί­νεις πλέ­ον τὰ βρά­δια ἀ­πὸ τὸ σπί­τι σου κοι­μι­σμέ­νος;» συ­νέ-χι­σε αὐ­τὴ χα­μο­γε­λών­τας. «Ὄ­χι, δὲν βγαί­νω, καὶ σέ­να τί σὲ νοιά­ζει;» τῆς ἀ­πάν­τη­σε τσαν­τι­σμέ­νος καὶ ση­κώ­θη­κε νὰ φύ­γει.

       Ἐ­κεῖ­νο τὸ βρά­δυ, εἶ­πε, ἔ­νι­ω­θε πε­ρί­ερ­γα καὶ δὲν εἶ­χε ὕ­πνο. Κα­θό­ταν μό­νη της στὸ μπαλ­κό­νι καὶ πε­ρί­με­νε νὰ ξη­με­ρώ­σει. Μέ­σα ἡ μη­τέ­ρα της κοι­μό­ταν, ὁ πα­τέ­ρας της ἔ­λει­πε ἀ­π’ τὸ σπί­τι γιὰ ὑ­πη­ρε­σί­α. Τό­τε τὸν εἶ­δε. Προ­χω­ροῦ­σε ἀρ­γὰ στὸ πε­ζο­δρό­μιο καὶ στα­μά­τη­σε στὴ γω­νί­α. Ὁ δρό­μος ἦ­ταν ἄ­δει­ος, οὔ­τε ἁ­μά­ξια, οὔ­τε ἄν­θρω­ποι, παν­τοῦ ἐ­ρη­μιὰ καὶ σκο­τά­δι. Κοι­τοῦ­σε πρὸς τὸ μέ­ρος της, τοῦ ἔ­κα­νε νό­η­μα, ψὶτ-ψίτ, μὰ αὐ­τὸς χαμ­πά­ρι δὲν πῆ­ρε. Τό­τε κα­τέ­βη­κε κά­τω ὅ­πως ἦ­ταν, μὲ τὶς πι­τζά­μες γε­μά­τες αἵ­μα­τα καὶ πῆ­γε πρὸς τὸ μέ­ρος του. Τὴν κοι­τοῦ­σε στὰ μά­τια, μὰ δὲν τὴν ἔ­βλε­πε. Αὐ­τὴ νό­μι­σε ὅ­τι ἔ­κα­νε γιὰ πλά­κα τὸν ὑ­πνο­βά­τη καὶ τοῦ χα­μο­γέ­λα­σε. Μό­νο ποὺ δὲν εἶ­χε τὰ χέ­ρια τεν­τω­μέ­να, ὅ­πως εἶ­χε δεῖ σὲ μιὰ ται­νί­α στὴν τη­λε­ό­ρα­ση. Τὸν ἔ­πι­α­σε ἀπ’ τὸ χέ­ρι, πέ­ρα­σαν τὸν δρό­μο καὶ ἀ­νέ­βη­καν στὸ σπί­τι. Ἤ­θε­λε νὰ τοῦ δεί­ξει τὸ δω­μά­τιό της, ρὸζ οἱ τοῖ­χοι του καὶ γε­μά­τοι πριγ­κί­πισ­σες, νε­ρά­ι­δες καὶ βα­σι­λό­που­λα. Τοῦ ἔ­δει­ξε καὶ τὸ κρε­βά­τι της, ἦ­ταν γε­μά­το αἵ­μα­τα. Δὲν ἤ­θε­λε νὰ ξυ­πνή­σει τὴ μα­μά της ἀ­κό­μα —πο­νοῦ­σε καὶ ἡ κοι­λιά της πο­λύ— θὰ τῆς τὸ ἔ­λε­γε τὸ πρω­ί. Φο­βό­ταν καὶ μή­πως τὴ μα­λώ­σει. «Νά, κοί­τα τοῦ εἶ­πε, ἀ­πὸ ἐ­δῶ βγῆ­κε» κα­τέ­βα­σε τὰ ροῦ­χα της καὶ τοῦ ἔ­δει­ξε τὴν πλη­γή. Αὐ­τὸς ἅ­πλω­σε τὸ χέ­ρι του καὶ τὴν ἀ­κούμ­πη­σε. Ζε­στὸ αἷ­μα κύ­λη­σε στὰ δά­χτυ­λά του, αἱ­μορ­ρα­γοῦ­σε ἀ­κό­μα. «Μὲ κυ­νη­γοῦ­νε», τῆς εἶ­πε τρο­μαγ-μέ­νος, «ἂν μὲ πιά­σουν θὰ μὲ σκο­τώ­σουν» κι ἔ­τρε­με ὁ­λό­κλη­ρος. Τοῦ εἶ­πε ὅ­τι κι αὐ­τὴ φο­βᾶ­ται πο­λὺ καὶ τὸν ἀγ­κά­λια­σε. Τὴν ἀγ­κά­λια­σε κι αὐ­τός…



Πη­γή: Ἀπὸ τὴν συλλογὴ διηγημάτων Χρόνος ἡμι-ζωῆς (ἐκδ. 24 γράμματα, Πάτρα, 2017).

Γιά­ννης Πα­πα­γε­ωρ­γί­ου (Πά­τρα, 1972). Δι­α­τη­ρεῖ τὸ ἰ­στο­λό­γιο «Κοτσιλιές» στὸ kotsilies.blogspot.com καὶ συ­νερ­γά­ζε­ται μὲ τὸ δι­α­δι­κτυα­κὸ πε­ρι­ο­δι­κὸ paradoxic-paragraphs.gr. Κεί­με­νά του καὶ μι­κρὲς ἱ­στο­ρί­ες ἔ­χουν δη­μο­σι­ευ­τεῖ στὸ περιοδικό Ὁδός Πανός. Ἡ συλ­λο­γὴ δι­η­γη­μά­των Ἡ κακιὰ στιγμὴ (αὐ­το­έκ­δο­ση, 2015) εἶ­ναι τὸ πρῶ­το του βι­βλί­ο καὶ εἶναι αὐστηρά μόνο γιὰ φίλους.


		
Διαφημίσεις

Ἕλενα Στριγγάρη: Ἡ φί­λη μου ἡ Δή­μη­τρα, ἡ τραν­σέ­ξου­αλ



Ἕλενα Στριγγάρη


Ἡ φί­λη μου ἡ Δή­μη­τρα, ἡ τραν­σέ­ξου­αλ


OTE, ἡ κα­φε­τέ­ρια κά­τω ἀ­πὸ τὸ σπί­τι μου ἔ­βγα­ζε τρα­πε­ζο­κα­θί­σμα­τα, πί­σω ἀ­πὸ τὸ πε­ρί­πτε­ρο ποὺ βρί­σκε­ται ἐ­πὶ τῆς ὁ­δοῦ Βε­ΐ­κου καὶ τοῦ πε­ζό­δρο­μου τῆς Δρά­κου, στὸ Κου­κά­κι. Ἐ­κεῖ, ἔ­πι­να τὸν κα­φέ μου τὰ πρω­ι­νά, ἀ­πο­λαμ­βά­νον­τας μπρο­στά μου τὸ παρ­κά­κι ποὺ εἶ­χα φυ­τέ­ψει μὲ εἰ­δι­κὴ ἄ­δεια Ἀν­τι­δη­μάρ­χου καὶ πε­ρι­φρά­ξει μὲ τὴν βο­ή­θεια γει­τό­νων. Ἐ­κεῖ, ἄρ­χι­σε νὰ ἔρ­χε­ται καὶ ἡ Δή­μη­τρα. Μιὰ τραν­σέ­ξου­αλ, μὲ τὸ σκυ­λά­κι της πάν­τα ἀγ­κα­λιά. Ἤ­μουν ἀ­πὸ τὰ ἀ­γα­πη­τὰ πρό­σω­πα στὴν γει­το­νιά. Ἀν­τί­θε­τα, τὴν Δή­μη­τρα τὴν ἀ­πέ­φευ­γαν ὅ­λοι, για­τί ἦ­ταν τραν­σέ­ξου­αλ. Ἄρ­χι­σα νὰ τῆς μι­λάω καὶ νὰ τὴν κά­νω πα­ρέ­α, θέ­λον­τας νὰ δώ­σω τὸ πα­ρά­δειγ­μα πὼς δὲν πρέ­πει νὰ ἀ­πο­μο­νώ­νου­με κα­νέ­ναν, ὅ­ταν δὲν βλά­πτει. Ὁ και­ρὸς περ­νοῦ­σε…

       Μιὰ μέ­ρα, κα­θὼς ἔ­κα­να ντούς, ἀ­να­κά­λυ­ψα στὸν ἀ­ρι­στε­ρό μου μα­στὸ ἕ­να ὀγ­κί­διο. Δὲν εἶ­πα τί­πο­τα. Προ­πάν­των, δὲν εἶ­πα τί­πο­τα στὸν με­γα­λο­για­τρὸ Σ.Τ. ὁ ὁ­ποῖ­ος ἦ­ταν ὀγ­κο­λό­γος καὶ μὲ ἐ­πι­σκε­πτό­ταν, συ­ζη­τά­γα­με καὶ παί­ζα­με τά­βλι. Με­τὰ δὲν ξέ­ρω πό­σες βδο­μά­δες, τό ‘πα σὲ δυ­ὸ φί­λες μου τὴν Σου­ζά­να καὶ τὴν Ἔλ­σα καὶ αὐ­τὲς πα­νι­κό­βλη­τες μαρ­τύ­ρη­σαν τὸ μυ­στι­κό μου στὸν για­τρό, ὁ ὁ­ποῖ­ος μὲ μά­ζε­ψε ἀ­πὸ τὸν πε­ζό­δρο­μο, κά­τω ἀ­πὸ τὸ σπί­τι μου, ὅ­που πί­να­με κα­φέ, μ’ ἀ­νέ­βα­σε στὸ σπί­τι μου καὶ ζή­τη­σε νὰ μὲ ἐ­ξε­τά­σει ἀ­μέ­σως. Νὰ μὴν τὰ πο­λυ­λο­γῶ, βρέ­θη­κα μὲ καρ­κί­νο μα­στοῦ. Χει­ρουρ­γή­θη­κα ἀ­πὸ τὸν ὑ­πέ­ρο­χο Θα­νά­ση Πο­λυ­χρό­νη, ἔ­κα­να ἀ­κτι­νο­βο­λί­ες καὶ με­τά, ὁ ὀγ­κο­λό­γος μου ὁ Σ.Τ. μοῦ ἔ­κα­νε χη­μει­ο­θε­ρα­πεῖ­ες στὸ σπί­τι (πράγ­μα ποὺ ἀ­πα­γο­ρεύ­ε­ται) για­τί δὲν θὰ ἄν­τε­χα τὴν πο­λύ­ω­ρη τα­λαι­πω­ρί­α στὸ νο­σο­κο­μεῖ­ο, ἀ­φοῦ εἶ­χα καὶ κα­τά­θλι­ψη! Δὲν ἤ­θε­λε δραχ­μὴ γι’ αὐ­τό. Μά­λι­στα, ἔ­φερ­νε δω­ρε­ὰν καὶ τὰ φάρ­μα­κα τῶν χη­μει­ο­θε­ρα­πει­ῶν, τὰ ὁ­ποῖ­α ὅ­ταν ζή­τη­σε νὰ τὰ δεῖ ὁ φαρ­μα­κο­ποι­ός μου, στὸ ψυ­γεῖ­ο μου, μιὰ μέ­ρα ποὺ εἶ­χε ἔρ­θει σπί­τι, μοῦ εἶ­πε ὅ­τι ἦ­ταν πα­νά­κρι­βα. Ὅ­πο­τε εἶ­χα χη­μει­ο­θε­ρα­πεί­α, σπί­τι μου μα­ζευ­όν­του­σαν του­λά­χι­στον ἕξι ἄ­το­μα γιὰ νὰ μοῦ δί­νουν κου­ρά­γιο καὶ ὅ­σο δι­αρ­κοῦ­σε κά­ναν ἡ­συ­χί­α, ἐ­νῶ μό­λις τε­λεί­ω­νε λέ­γα­νε ἀ­στεῖ­α γιὰ νὰ μὲ δι­α­σκε­δά­σουν. Γε­νι­κά, δὲν ἀν­τι­με­τώ­πι­σα προ­βλή­μα­τα. Οὔ­τε ὅ­ταν πέ­σαν τὰ μαλ­λιά μου. Μά­λι­στα, θυ­μᾶ­μαι πὼς στὴν γι­ορ­τή μου, ἐ­νῶ ἔ­πι­να τὸ κα­φε­δά­κι μου στὸν πε­ζό­δρο­μο, μό­λις μὲ ἀν­τι­λή­φθη­καν ἄρ­χι­σαν νὰ μοῦ στέλ­νουν ἀν­θο­δέ­σμες καὶ γλα­στρά­κια τὰ παι­διὰ τῶν γύ­ρω μα­γα­ζι­ῶν. Ὄ­χι, δὲν εἶ­χα προ­βλή­μα­τα. Μό­νον δύ­ο ἄ­το­μα μοῦ ‘κό­ψαν καὶ τὴν «κα­λη­μέ­ρα». Λὲς καὶ ὁ καρ­κί­νος κολ­λά­ει!… Ἡ μί­α ἦ­ταν ἡ Δή­μη­τρα, ἡ τραν­σέ­ξου­αλ!

       Ἔ­γι­να κα­λὰ καί, δὲν θυ­μᾶ­μαι πό­σο και­ρὸ με­τά, ἡ Δή­μη­τρα ἄρ­χι­σε πά­λι νὰ μοῦ μι­λά­ει. Ἡ ἀλ­λα­γὴ αὐ­τὴ ὀ­φει­λό­ταν στὸ ὅ­τι ἦ­ταν ἡ ἴ­δια ἄρ­ρω­στη μὲ καρ­κί­νο στὸν πνεύ­μο­να, καὶ μά­λι­στα, σὲ προ­χω­ρη­μέ­νο στά­διο. Γιὰ θε­ρα­πευ­τι­κὴ ἀ­γω­γὴ δὲν ἤ­θε­λε νὰ ἀ­κού­σει κου­βέν­τα! Ἁ­πλά, πε­ρί­με­νε νὰ πε­θά­νει! Ἀ­δύ­να­τον νὰ τὴν με­τα­πεί­σω.

       Μιὰ μέ­ρα ἦρ­θε καὶ στὸ σπί­τι μου, γιὰ νὰ μοῦ χα­ρί­σει, ἀ­φοῦ θὰ πέ­θαι­νε, μιὰ σει­ρὰ ἀ­πὸ βιν­τε­ο­κα­σέ­τες σχε­τι­κὲς μὲ ἐ­ξω­γή­ι­νους, ποὺ τὴν εἶ­χε σὲ με­γά­λη ὑ­πό­λη­ψη. Δὲν πι­στεύ­ω στοὺς ἐ­ξω­γή­ι­νους, ἀλ­λὰ δὲν τὸ ἔ­δει­ξα. Με­τά, μοῦ δι­η­γή­θη­κε πῶς ἔ­κα­νε ἀλ­λα­γὴ φύ­λου στὴν Κα­ζαμ­πλάν­κα, πὼς τῆς εἶ­χαν πά­ρει τὸ δι­α­βα­τή­ριο, ὅ­τι ξύ­πνη­σε μὲ φο­βε­ροὺς πό­νους στὴν κλι­νι­κή, δί­πλα σε μιὰ κού­νια μω­ροῦ, γιὰ κά­λυ­ψη κ.λπ., κ.λπ. Στὸ φι­νά­λε ξε­βρα­κώ­θη­κε ἀ­πό­το­μα καὶ μοῦ ἔ­δει­ξε τὸ αἰ­δοῖ­ο της, γιὰ νὰ μὲ πεί­σει ὅ­τι εἶ­χε γί­νει κα­νο­νι­κὴ γυ­ναί­κα. «Βε­βαί­ως!» τῆς εἶ­πα. ( Ἦ­ταν ἕ­να συ­νη­θι­σμέ­νο αἰ­δοῖ­ο, μό­νο πιὸ ψη­λὰ ἀ­πὸ τὰ νορ­μάλ.)

       Με­τὰ ἀ­πὸ αὐ­τὴ τὴν ἐ­πί­σκε­ψη δὲν ξα­νά­δα τὴν Δή­μη­τρα. Μᾶλ­λον θὰ πῆ­γε στὴ παν­σιὸν τῆς μη­τέ­ρας της, ὅ­πως μου εἶ­χε πεῖ, γιὰ νὰ ζή­σει ἐ­κεῖ ὅ­σο και­ρὸ τῆς ἀ­πέ­με­νε. Στὸ σπί­τι της, τὰ παν­τζού­ρια της ἦ­ταν κλει­στὰ γιὰ μῆ­νες, μέ­χρις ὅ­του ἐμ­φα­νί­στη­κε ἐ­κεῖ νέ­ος νοι­κά­ρης.



Πηγή: Πρώτη δημοσίευση.

Ἕ­λε­να Στριγ­γά­ρη (Ἀ­θή­να, 1950). Πα­ρα­κο­λού­θη­σε μα­θή­μα­τα στὴ σχο­λὴ Βα­κα­λὸ μὲ κα­θη­γη­τὲς τὸν Πα­να­γι­ώ­τη Τέ­τση τὴν Ἑ­λέ­νη Βα­κα­λὸ κ.ἄ. Στὴν πε­ρί­ο­δο 1971-1974 συ­νερ­γά­στη­κε μὲ τὸ Καλ­λι­τε­χνι­κὸ Πνευ­μα­τι­κὸ Κέν­τρο «Ὥ­ρα» στὴν ἐ­τή­σια ἔκ­δο­ση Χρο­νι­κό καί, ἀρ­γό­τε­ρα μὲ τὸν Ρέ­­νο Ἀ­πο­στο­λί­δη στὴν ἔκ­δο­ση τοῦ πε­ρι­οδι­κοῦ Τε­τρά­μη­να, ἐ­νῶ εἶ­χε τὴν ἐ­πιμέ­λεια τῆς ἀν­θο­λο­γί­ας Μπα­λα­ντέ­ζα ποὺ ἔ­βγα­λε ἡ Νο­μαρ­χία Ἀτ­τι­κῆς μὲ χα­ρα­κτι­κὰ τῆς Ἐ­θνι­κῆς Πι­να­κο­θή­κης. Δη­μο­σί­ευ­σε τὶς ποι­η­τι­κὲς συλ­λο­γὲς Ὑ­πὸ τὸ φῶς τῶν προ­βο­λέ­ων (1970), Ἀ­κά­λυ­πτος Χῶ­ρος (1974), Ἐν πλῷ καὶ ἀ­κυ­βέρ­νη­τα (2009), Ἀντιχουντικὰ μέσα στὴ Χούντα (2017).


Βασίλης Μανουσάκης: Τὸ πιάνο


Βα­σί­λης Μα­νου­σά­κης


Τὸ πιά­νο


ΠΟ ΜΙΚΡΗ τῆς ἄ­ρε­σε νὰ παί­ζει πιά­νο. Κα­θό­ταν μὲ τὶς ὧ­ρες στὸ δω­μά­τιό της, κρυμ­μέ­νη κά­τω ἀ­πὸ τὸ κρε­βά­τι της, ἔ­παιρ­νε τὸ ἀ­γα­πη­μέ­νο της μα­ξι­λά­ρι καὶ πά­νω του τὰ λε­πτά της δά­χτυ­λα ἔ­παι­ζαν ὅ­λες τὶς συμ­φω­νί­ες τοῦ κό­σμου. Οἱ νό­τες χο­ρο­πη­δοῦ­σαν στὸ ἀ­φρο­λὲξ καὶ τὰ δά­χτυ­λά της πλη­γώ­νον­ταν ἀ­πὸ τὴν πο­λύ­ω­ρη ἐ­ξά­σκη­ση. Ὥ­σπου τὴν ἀ­να­ζη­τοῦ­σε ἡ μά­να της γιὰ νὰ φά­ει καὶ μὲ τὴν ἀ­πει­λὴ τοῦ ξύ­λου ἔ­βγαι­νε τρέ­χον­τας, ἀ­φή­νον­τας τὸ πιά­νο της ἐ­κεῖ μα­ζὶ μὲ τὰ ὄ­νει­ρά της. Ἤ­θε­λε νὰ ἀ­σχο­λη­θεῖ μὲ τὶς τέ­χνες, μὰ πιὸ πο­λὺ ἤ­θε­λε νὰ φτιά­χνει τοὺς δι­κούς της κό­σμους μὲ τὸ πιά­νο της, τὴ ζω­γρα­φι­κή της, τὰ κρυ­φὰ ποι­ή­μα­τά της. Σὲ αὐ­τὰ κα­τα­κτοῦ­σε τὸν κό­σμο καὶ φαν­τα­ζό­ταν τὰ κα­λο­χτε­νι­σμέ­να ξαν­θά της μαλ­λιὰ σὲ μιὰ συ­ναυ­λί­α νὰ πέ­φτουν πλού­σια πά­νω ἀ­πὸ τὸ μαῦ­ρο της φό­ρε­μα τὴν ὥ­ρα ποὺ θὰ ἔ­κα­νε τὴν τε­λευ­ταί­α ὑ­πό­κλι­ση τῆς βρα­διᾶς, ἐ­νῶ τὸ κοι­νὸ πα­ρα­λη­ροῦ­σε γιὰ τὴν ἑρ­μη­νεί­α της.

        Ἡ μά­να της δύ­σκο­λη, μὰ τὴν ἀ­γα­ποῦ­σε. Κα­θά­ρι­ζε σχο­λεῖα ἀ­πὸ τὴ ριγ­μέ­νη γνώ­ση, τὰ μι­σο­φα­γω­μέ­να γράμ­μα­τα καὶ τὰ ἀ­πο­μει­νά­ρια τοῦ παι­χνι­διοῦ στὸ δι­ά­λειμ­μα. Μιὰ μέ­ρα τὴν πῆ­ρε μα­ζί. Ὅ­σο ἡ μά­να της κα­θά­ρι­ζε, ἐ­κεί­νη βα­ρι­ό­ταν ποὺ δὲν εἶ­χε μέ­ρος νὰ χτί­σει κό­σμους καὶ πε­ρι­φε­ρό­ταν ἄ­σκο­πα στὶς αὐ­λὲς καὶ στὶς τά­ξεις στὰ ὑ­πό­γεια. Σ’ ἕ­να ὑ­πό­γει­ο στὸ βά­θος, ἡ πόρ­τα ἦ­ταν κλει­δω­μέ­νη μὲ λου­κέ­το, κα­θὼς ἔ­λει­πε ἡ κλει­δα­ριά της. Ἀ­μέ­σως, ἡ μι­κρὴ Ζω­ὴ φαν­τά­στη­κε ὅ­τι κά­ποι­ο ἑ­πτα­σφρά­γι­στο μυ­στι­κὸ φυ­λοῦ­σαν οἱ δά­σκα­λοι ἐ­κεῖ μέ­σα. Τὸ μυα­λό της κάλ­πα­ζε σὰν ἄ­λο­γο ὅ­σο πλη­σί­α­ζε. Μὲ λί­γο φό­βο, μὰ πιὸ πο­λὺ μὲ τὴν πε­ρι­έρ­γεια ποὺ πάν­τα δι­έ­θε­τε μπό­λι­κη, τρά­βη­ξε τὴν πόρ­τα καὶ ἐ­κεί­νη μι­σά­νοι­ξε ὣς τὸ ση­μεῖ­ο ποὺ ἐ­πέ­τρε­πε τὸ λου­κέ­το. Ἡ Ζω­ὴ κοί­τα­ξε μέ­σα ἀ­πὸ τὸ κε­νὸ ποὺ σχη­μα­τί­στη­κε καὶ τό­τε τὸ εἶ­δε.

        Κα­τα­με­σῆς τοῦ δω­μα­τί­ου, κα­τά­μαυ­ρο καὶ σο­βα­ρό, στε­κό­ταν ἀ­γέ­ρω­χο ἕ­να πιά­νο. Ἀ­πὸ ἐ­κεῖ­να τὰ πα­λιὰ μὲ τὴν οὐ­ρά, ἀ­πὸ ἐ­κεῖ­να ποὺ φαν­τα­ζό­ταν ὅ­τι παί­ζει. Μα­γεύ­τη­κε μο­νο­μιᾶς! Γιὰ λί­γες στιγ­μές, μπο­ροῦ­σε νὰ δεῖ τὸ κοι­νὸ ἀ­πὸ κά­τω, τὰ φῶ­τα καὶ τὴ ζά­λη τῶν δα­χτύ­λων της πά­νω στὰ πλῆ­κτρα. Δὲν κου­νή­θη­κε, ὅ­μως, ἀ­μέ­σως. Σὲ λί­γο, τρά­βη­ξε κι ἄλ­λο τὴν πόρ­τα, μὰ δὲν τῆς ἔ­κα­νε τὴ χά­ρη. Ψη­λό­λι­γνη, ὅ­μως, κα­θὼς ἦ­ταν, ἀ­πὸ ἐ­κεῖ­νες τὶς στέ­κες, ποὺ λέ­γα­με πα­λιά, δὲν ἐ­πρό­κει­το νὰ ἀ­φή­σει μιὰ πόρ­τα νὰ τὴ χω­ρί­σει ἀ­πὸ τὴν ἐκ­πλή­ρω­ση τῆς εὐ­χῆς της. Τὴν τρά­βη­ξε μὲ δύ­να­μη ὅ­σο πή­γαι­νε καὶ χώ­θη­κε στὸ κε­νό. Τὰ χέ­ρια της μά­τω­σαν ἀ­πὸ τὰ γρέ­ζια τῆς πόρ­τας, μὰ ἡ Ζω­ὴ σφί­χτη­κε κι ἄλ­λο καὶ πέ­ρα­σε τε­λι­κά. Πλη­σί­α­σε ἀρ­γὰ τὸ βου­βὸ πιά­νο καὶ ἀ­φοῦ τὸ χά­ϊ­δε­ψε σὲ ὅ­λη του τὴν ἐ­πι­φά­νεια, κά­θι­σε στὸ φα­γω­μέ­νο σκα­μνὶ μὲ τὸ σχῆ­μα τοῦ πι­σι­νοῦ τῆς μου­σι­κοῦ τοῦ σχο­λεί­ου. Κρα­τοῦ­σε τὴν ἀ­νά­σα της. Ἔ­κλει­σε τὰ μά­τια της καὶ ἀ­κούμ­πη­σε τὰ δά­χτυ­λά της στὰ πλῆ­κτρα. Πρῶ­τα στὰ με­γά­λα λευ­κὰ καὶ με­τὰ στὰ μι­κρὰ μαῦ­ρα. Καὶ ἄρ­χι­σε νὰ παί­ζει τὶς συμ­φω­νί­ες ποὺ ἔ­γρα­φε τό­σο και­ρὸ κά­τω ἀ­πὸ τὸ μα­ξι­λά­ρι της. Τὸ ἕ­να με­τὰ τὸ ἄλ­λο, τὰ πλῆ­κτρα ὑ­πο­κλί­νον­ταν στὴ μα­ε­στρί­α της, ζη­τών­τας ἐ­πα­νά­λη­ψη καὶ χά­δι ἀ­πὸ τὰ ὁ­λό­λευ­κά της χέ­ρια. Κι ἐ­κεί­νη τοὺς ἔ­κα­νε τὴ χά­ρη.

        Ἄρ­χι­σε νὰ παί­ζει τὸ ἀ­γα­πη­μέ­νο της κυ­νη­γη­τό, ὅ­που μιὰ γά­τα μὲ νύ­χια σὰν τὰ δά­χτυ­λα τῆς Ζω­ῆς κυ­νη­γοῦ­σε τὰ μαῦ­ρα πον­τί­κια πά­νω στὸ χι­ό­νι. Γλι­στροῦ­σε ἡ γά­τα στὸν πά­γο, πα­νη­γύ­ρι­ζαν τὰ πον­τί­κια μὲ ἔν­τα­ση. Μιὰ μά­χη ἐ­ξε­λισ­σό­ταν πά­νω στὸ μουν­τὸ πιά­νο. Φα­νε­ρά τὰ ση­μά­δια της, κα­θὼς τὸ αἷ­μα ἀ­πὸ τὰ κομ­μέ­να στὴν πόρ­τα χέ­ρια τῆς Ζω­ῆς ἄρ­χι­σε νὰ κοκ­κι­νί­ζει τὰ λευ­κὰ πλῆ­κτρα. Πάν­τα νι­κοῦ­σαν τὰ πον­τί­κια στὸ τέ­λος. Ἡ γά­τα πέ­θαι­νε μὲ ἕ­να δυ­να­τὸ ντὸ καὶ τὰ πον­τί­κια ἔ­στη­ναν τε­λε­τουρ­γι­κὸ χο­ρὸ γιὰ νὰ γι­ορ­τά­σουν. Ἐ­ξου­θε­νω­μέ­νη ἡ πι­α­νί­στρια ἀ­πὸ τὴ σφο­δρὴ μά­χη, ἀ­κούμ­πη­σε τὸ κε­φά­λι της στὸ ἀ­να­λό­γιο νὰ ξα­πο­στά­σει. Εἶ­χε πά­ρει ζω­ὴ τώ­ρα. Εἶ­χε ἐ­πι­τέ­λους δεῖ ἕ­να πιά­νο ἀ­πὸ κον­τά. Ἤ­ξε­ρε τί ἤ­θε­λε νὰ κά­νει πλέ­ον.

        «Ἄ­τι­μα πον­τί­κια. Κι ἐ­δῶ ἔ­φτα­σαν;» ἀ­κού­στη­κε ἡ μά­να νὰ λέ­ει. «Νό­μι­ζα πὼς εἶ­χαν σφρα­γί­σει τὴν αἴ­θου­σα ἀ­πὸ τό­τε ποὺ ἐ­κεῖ­νο τὸ κο­ρί­τσι πῆ­ρε τὴ ζω­ή του πά­νω στὸ πιά­νο» εἶ­πε καὶ τρά­βη­ξε μὲ δύ­να­μη τὴν πόρ­τα ἐ­νώ­νον­τας τὰ δύ­ο φύλ­λα.

        Ἐ­κεῖ­νο τὸ κο­ρί­τσι ἦ­ταν ἡ κό­ρη της, μὰ τώ­ρα πιὰ ἡ γριὰ κα­θα­ρί­στρια δὲν ἤ­θε­λε νὰ θυ­μᾶ­ται τὶς πέν­θι­μες νό­τες ποὺ τῆς πῆ­ραν τὴ Ζω­ή της.



Πηγή: Πρώτη δημοσίευση.

Μα­νου­σά­κης, Βα­σί­λης. (Ἀ­θή­να, 1972). Ποί­η­ση, δι­ή­γη­μα, με­τά­φρα­ση. Ἔ­χει δι­δα­κτο­ρι­κὸ στὴν Ἀ­με­ρι­κα­νι­κὴ ποί­η­ση. Δι­δά­σκει λο­γο­τε­χνί­α καὶ με­τά­φρα­ση στὸ Hellenic American College. Βι­βλί­α του: Μιᾶς στα­γό­νας χρό­νο­ς (ποί­η­ση, 2009), Ἀν­θρώ­πων ὄ­νει­ρα (δι­η­γή­μα­τα, 2010), Movie Stills (ποί­η­ση στὴν ἀγ­γλι­κὴ γλώσ­σα, 2013), Εὔ­θραυ­στο ὅ­ριο (ποί­η­ση, 2014). Συμ­με­τεῖ­χε στὴν ἐ­πι­μέ­λεια τῶν τρι­ῶν ἀ­φι­ε­ρω­μά­των τοῦ πε­ρι­ο­δι­κοῦ Πλα­νό­δι­ο­ν γιὰ τὸ ἑλ­λη­νι­κὸ καὶ τὸ ἀ­με­ρι­κα­νι­κὸ μι­κρο­δι­ή­γη­μα/μπον­ζά­ι. Ἔ­χει με­τα­φρά­σει πά­νω ἀ­πὸ 20 λο­γο­τε­χνι­κὰ βι­βλί­α καὶ δε­κά­δες δι­η­γή­μα­τα καὶ ποι­ή­μα­τα. Ἔ­χει ἐ­πι­με­λη­θεῖ λο­γο­τε­χνι­κὰ ἀ­φι­ε­ρώ­μα­τα στὸ ἐ­ξω­τε­ρι­κό, ἐ­νῶ με­τα­φρά­σεις καὶ ἄρ­θρα του ἔ­χουν δη­μο­σι­ευ­τεῖ σὲ πε­ρι­ο­δι­κὰ τῆς Ἑλ­λά­δας καὶ τοῦ ἐ­ξω­τε­ρι­κοῦ.



		

	

Ἄν­της Ρο­δί­της: Ἀ­να­πτύσ­σον­τας πο­λι­τι­σμό



Ἄν­της Ρο­δί­της


Ἀ­να­πτύσ­σον­τας πο­λι­τι­σμό


ΙΑ ΦΟΡΑ ἦ­ταν ἕ­να κρά­τος, ποὺ δὲν ἔ­νι­ω­θε καὶ τό­σο κα­λὰ μὲ τὸν ἑ­αυ­τό του. Οἱ συγ­γρα­φεῖς του, οἱ ποι­η­τές του, οἱ καλ­λι­τέ­χνες του, ποὺ θὰ μπο­ροῦ­σαν νὰ ἐν­το­πί­σουν τὸ «λά­θος», τὴν ἀ­σθέ­νεια τέ­λος πάν­των ποὺ τα­λαι­πω­ροῦ­σε τοὺς πο­λί­τες του ὥ­στε νὰ ἀ­να­ζη­τη­θεῖ τὸ κα­τάλ­λη­λο φάρ­μα­κο, ἦ­ταν ἄ­φαν­τοι. Δὲν βρί­σκον­ταν που­θε­νά, λὲς κι ἄ­νοι­ξε ἡ γῆ καὶ τοὺς κα­τά­πι­ε. Βέ­βαι­α ὑ­πῆρ­χαν, ἀλ­λὰ ἔ­με­ναν κλει­σμέ­νοι στὰ σπί­τια τους, περ­νοῦ­σαν πο­λὺ και­ρὸ σὲ ὑ­πό­γεια μὲ μυ­στι­κὲς εἰ­σό­δους, σὲ κρη­σφύ­γε­τα, φύ­τευ­αν πυ­κνοὺς καλ­λω­πι­στι­κοὺς θά­μνους καὶ τρο­πι­κὰ δέν­δρα μὲ ἀγ­κά­θια στὶς αὐ­λές τους γιὰ νὰ μὴν φτά­νει κα­νεὶς εὔ­κο­λα στὴν πόρ­τα τοῦ σπι­τιοῦ τους.

       Ἡ μό­νη πα­ρη­γο­ριὰ τῶν πο­λι­τῶν ἦ­ταν νὰ δεί­χνουν στοὺς του­ρί­στες κά­τι κα­τά­λοι­πα ἑ­νὸς πα­λιοῦ πο­λι­τι­σμοῦ τους, ἔρ­γα τῶν «ἔν­δο­ξων προ­γό­νων» τους, ἔ­λε­γαν, καὶ κόρ­δω­ναν σὰν γύ­φτι­κα σκε­πάρ­νια!

       Οἱ ἰ­θύ­νον­τες τοῦ κρά­τους ἔ­σπα­ζαν τὸ κε­φά­λι τους νὰ βροῦν τρό­πο ν’ ἀ­νε­βά­σουν τὸ πο­λι­τι­στι­κὸ ἐ­πί­πε­δο καὶ ν’ αὐ­ξή­σουν τὸ πο­λι­τι­σμι­κὸ προ­ϊ­ὸν τῆς χώ­ρας. Δυ­στυ­χῶς, ὅ­μως, λό­γῳ τῆς κα­τά­στα­σής τους, δὲν μπο­ροῦ­σαν νὰ σκε­φθοῦν πολ­λὰ πράγ­μα­τα, δη­λα­δὴ τί­πο­τε τὸ ἀ­λη­θι­νὰ ἀ­πο­τε­λε­σμα­τι­κό. Δὲν τοὺς ἔ­λει­πε, ὅ­μως, ἡ αὐ­το­πε­ποί­θη­ση ἕ­νε­κα τῶν πολ­λῶν ἔ­ξυ­πνων ποὺ δι­έ­θε­ταν στὰ ἀ­νώ­τε­ρα κλι­μά­κια δι­οί­κη­σης τοῦ κρά­τους. Οἱ ἔ­ξυ­πνοι εἶ­ναι κά­τι σὰν τὰ ἀ­γρι­ό­χορ­τα, ποὺ φυ­τρώ­νουν πλη­θω­ρι­κὰ στοὺς ἀ­καλ­λι­έρ­γη­τους ἀ­γρούς. Ἕ­νας τέ­τοι­ος ἔ­ξυ­πνος κα­τέ­βα­σε σὲ μιὰ στιγ­μὴ μιὰ φα­ει­νὴ ἰ­δέ­α, ποὺ ἀ­μέ­σως οἱ ἄλ­λοι τὴν βρῆ­καν brilliant! Ὅ­λα κι ὅ­λα, ἦ­ταν ἀγ­γλο­μα­θεῖς οἱ πο­λί­τες τοῦ κρά­τους ποὺ δὲν ἔ­νι­ω­θε πο­λὺ κα­λὰ μὲ τὸν ἑ­αυ­τό του!

       Ἡ ἰ­δέ­α εἶ­χε ὡς ἑ­ξῆς: Ἀ­φοῦ οἱ συγ­γρα­φεῖς τοῦ τό­που, οἱ ποι­η­τές, οἱ ἐν γέ­νει καλ­λι­τέ­χνες ἦ­ταν ὅ­λοι ψεῦ­τες, ὑ­πο­κρι­τές, ἀ­τά­λαν­τοι, ποὺ ἁ­πλῶς πα­ρί­στα­ναν τοὺς συγ­γρα­φεῖς, τοὺς ποι­η­τὲς καὶ τοὺς ἐν γέ­νει καλ­λι­τέ­χνες καὶ γι’ αὐ­τὸν ἀ­κρι­βῶς τὸν λό­γο φο­βοῦν­ταν μὴν ἀ­πο­κα­λυ­φθοῦν καὶ κρύ­βον­ταν, ἔ­πρε­πε νὰ δε­λε­α­στοῦν, νὰ τρα­βη­χτοῦν ἔ­ξω ἀ­πὸ τὶς τρύ­πες τους καὶ νὰ ἐ­ξο­λο­θρευ­τοῦν, ὥ­στε νὰ πά­ρουν τὴ θέ­ση τους ἀ­λη­θι­νοὶ συγ­γρα­φεῖς, ἀ­λη­θι­νοὶ ποι­η­τὲς καὶ ἀ­λη­θι­νοὶ καλ­λι­τέ­χνες γιὰ νὰ μπο­ρέ­σει ἐ­πι­τέ­λους νὰ δεῖ ὁ τό­πος προ­κο­πή!

       Ἡ ἰ­δέ­α κα­τεν­θου­σί­α­σε τοὺς πάν­τες ἀλ­λὰ ἐ­πει­δὴ δὲν θὰ ἔ­κα­νε κα­λὴ ἐν­τύ­πω­ση (τί θὰ ἔ­λε­γαν οἱ ξέ­νοι;) νὰ πᾶν ἀ­προ­κά­λυ­πτα καὶ νὰ ἀ­να­τι­νά­ξουν δια­μιᾶς τοὺς κρυμ­μέ­νους λο­γο­τέ­χνες ὅ­που δι­α­βι­οῦ­σαν (ἤ­ξε­ραν ὅ­λων τὶς δι­ευ­θύν­σεις), ἔ­πε­σαν μὲ τὰ μοῦ­τρα στὴ δου­λειὰ νὰ βροῦν τρό­πο «πο­λι­τι­σμέ­νης» ἐ­φαρ­μο­γῆς τῆς ἰ­δέ­ας τους. Ἔ­τσι, μιὰ δεύ­τε­ρη φα­ει­νὴ ἰ­δέ­α ποὺ ρί­χτη­κε ἀ­πὸ ἄλ­λον ἔ­ξυ­πνο ἦ­ταν νὰ κα­θι­ε­ρω­θοῦν βρα­βεῖ­α λο­γο­τε­χνί­ας ὥ­στε νὰ προ­σελ­κυ­σθοῦν ὅ­λοι αὐ­τοὶ οἱ ἀ­πα­τε­ῶ­νες, ν’ ἀρ­χί­σουν νὰ βγαί­νουν ἄ­φο­βα στὸ φῶς, ν’ ἀ­πο­μο­νώ­νον­ται σὲ αἴ­θου­σες τε­λε­τῶν ἀ­πο­νο­μῆς, τά­χα, βρα­βεί­ων κι ἐ­κεῖ νὰ ἐ­ξο­λο­θρεύ­ον­ται κα­τὰ ὁ­μά­δα μα­κριὰ ἀ­πὸ τὰ μά­τια τοῦ πλή­θους. Ἡ ἐ­ξα­φά­νι­σή τους πι­θα­νὸν ν’ ἀ­πα­σχο­λοῦ­σε μό­νο τοὺς στε­νοὺς συγ­γε­νεῖς τους, οἱ ὁ­ποῖ­οι θ’ ἀ­πο­ζη­μι­ώ­νον­ταν γεν­ναῖα καὶ θὰ ἔ­βγα­ζαν τὸν σκα­σμό. Ἐ­ξάλ­λου, ποι­ός ἤ­θε­λε νὰ συ­ζεῖ μὲ τέ­τοι­ους ἀ­πα­τε­ῶ­νες, ποὺ με­τέ­τρε­παν τὰ σπί­τια τους σὲ κρη­σφύ­γε­τα, ἔ­φτια­χναν ἀ­πρό­σι­τα ὑ­πό­γεια, καλ­λι­ερ­γοῦ­σαν ἀ­δι­α­πέ­ρα­στες ζοῦγ­κλες μὲ τρο­πι­κὰ δέν­δρα καὶ θά­μνους γε­μά­τους ἀγ­κά­θια;

       Μιὰ ἀ­κό­μα πιὸ σπου­δαί­α ἰ­δέ­α —εἴ­πα­με ἦ­ταν πολ­λοὶ οἱ ἔ­ξυ­πνοι στὸ κρά­τος ποὺ δὲν ἔ­νι­ω­θε καὶ τό­σο κα­λὰ μὲ τὸν ἑ­αυ­τό του— ἦ­ταν νὰ δί­νε­ται σὲ ὅ­λους τὸ ἴ­διο βρα­βεῖ­ο, νὰ μὴ μέ­νει κα­νέ­νας πα­ρα­πο­νε­μέ­νος, νὰ πα­ρου­σι­ά­ζον­ται στὴν ἀ­πο­νο­μὴ ὅ­λοι οἱ ἀ­πα­τε­ῶ­νες, νὰ ἐ­ξο­λο­θρεύ­ε­ται δια­μιᾶς, μ’ ἕ­να κτύ­πη­μα ἡ κά­θε ὁ­μά­δα, ν’ ἀ­παλ­λα­γεῖ τε­λι­κὰ τὸ κρά­τος ἀ­πὸ ὅ­λους αὐ­τούς. Ἐ­ξάλ­λου, πό­σοι ἦ­ταν;

       Γιὰ τὴν ἐ­φαρ­μο­γὴ τοῦ σχε­δί­ου χρει­α­ζό­ταν πρῶ­τα-πρῶ­τα νὰ στη­θεῖ μιὰ Κρι­τι­κὴ Ἐ­πι­τρο­πή. Ξα­νάρ­χι­σαν τό­τε νὰ σπά­ζουν τὰ κε­φά­λια τους ποῦ νὰ βροῦν στὴν ἔ­ρη­μη χώ­ρα… κρι­τι­κοὺς τῆς τέ­χνης καὶ δὴ τῆς λο­γο­τε­χνί­ας!

       Ἕ­νας ἀ­πὸ τοὺς ἰ­θύ­νον­τες, εἶ­πε: «Εἶ­ναι ἁ­πλό, θὰ βγοῦ­με στὸν δρό­μο, νὰ ἐ­δῶ ἔ­ξω ἀ­πὸ τὸ Ὑ­πουρ­γεῖ­ο καὶ θὰ ρω­τοῦ­με τοὺς πε­ρα­στι­κούς. Δὲν εἶ­ναι δυ­να­τὸν νὰ μὴ βροῦ­με τοὺς κα­τάλ­λη­λους ἀν­θρώ­πους»! «Καὶ why not», εἶ­παν ὅ­λοι μὲ μιὰ φω­νὴ καὶ βγῆ­καν ἀ­μέ­σως ἔ­ξω στὸν δρό­μο, στὴ λι­α­κά­δα καὶ στὸν κα­θα­ρὸ ἀ­έ­ρα, ποὺ τὸν εἶ­χαν καὶ πολ­λὴ ἀ­νάγ­κη ἐ­δῶ ποὺ τὰ λέ­με. Ἐ­κεί­νη τὴν ὥ­ρα περ­νοῦ­σε ἕ­νας μα­σκα­ρε­μέ­νος σὲ πα­πά. Ἦ­ταν συ­νή­θει­ο τῶν πο­λι­τῶν, πέ­ρα ἀ­πὸ τὸ ἐ­τή­σιό τους καρ­να­βά­λι, ποὺ δι­αρ­κοῦ­σε τρεῖς ὁ­λό­κλη­ρες βδο­μά­δες καὶ ἦ­ταν γνω­στὸ στὰ πέ­ρα­τα τοῦ κό­σμου κα­τὰ τὴ φαν­τα­σί­ω­σή τους, νὰ κυ­κλο­φο­ροῦν σχε­δὸν ὅ­λοι μα­σκα­ρε­μέ­νοι σὲ κά­τι ἄλ­λο ἀ­πὸ αὐ­τὸ ποὺ ἦ­ταν ὁ­λο­χρο­νίς, βρέ­ξει-χι­ο­νί­σει. Κα­νέ­νας λι­μός, λοι­μός, πό­λε­μος ἢ κα­τα­πον­τι­σμὸς δὲν τοὺς πτο­οῦ­σε. Μό­λις εἶ­δαν τὸν «πα­πὰ» κά­ποι­οι ἔ­πι­α­σαν τὰ σκέ­λια τους. Πρῶ­τος μί­λη­σε ὁ «πα­πάς», ποὺ φαί­νε­ται κά­τι ἄ­κου­σε ἢ ἐ­πι­τη­δεί­ως πλη­ρο­φο­ρή­θη­κε καὶ δὲν βγῆ­κε τυ­χαῖ­α ἐ­κεί­νη τὴ μέ­ρα στὸν δρό­μο.

       — Κα­λη­μέ­ρα, παι­διά, εἶ­πε.

       Τοῦ εἶ­παν ἕ­να μι­σὸ «κα­λη­μέ­ρα» κι ἄρ­χι­σαν νὰ κοι­τά­ζουν ἀλ­λοῦ.

       — Κά­τι ψά­χνε­τε, εἶ­πε ὁ «πα­πάς».

       — Δὲν μᾶς κά­νε­τε πά­τερ, τοῦ εἶ­παν μ’ ἕ­να στό­μα. Ἂν ἤ­σα­στε φι­λό­λο­γος, ἴ­σως…

       — Πῶς δὲν εἶ­μαι, εἶ­πε. Εἶ­ναι ἡ πρώ­τη μου σπου­δή!

       Οἱ ἰ­θύ­νον­τες κοι­τά­χτη­καν με­τα­ξύ τους.

       — Δη­λα­δή, τοῦ εἶ­πε ἕ­νας, εἶ­στε καὶ φι­λό­λο­γος καὶ θε­ο­λό­γος;

       — Ἀ­κό­μα κα­λύ­τε­ρα, εἶ­πε ὁ «πά­τερ», εἶ­μαι στὴν οὐ­σί­α ἕ­νας θε­ο­λο­γί­ζων φι­λό­λο­γος.

       — Fuck, εἶ­πε ὁ Ἀρ­χι-ἰ­θύ­νων, δὲν τὸ πι­στεύ­ω… Τό­ση τύ­χη ἀ­πὸ τὴν πρώ­τη!

       — Ἕ­να κε­λε­πού­ρι, εἶ­πε ἕ­νας ἄλ­λος.

       — Πάρ­τε τον ἀ­μέ­σως μέ­σα καὶ γράψ­τε τον, εἶ­πε ὁ Ἀρ­χι-ἰ­θύ­νων…

       — Μὰ σὲ τί; ἔ­κα­νε τά­χα ἀ­πο­ρη­μέ­νος ὁ «πά­τερ».

       — Θὰ δεῖς, τοῦ εἶ­παν, ἔ­χει καὶ κα­λὸ μι­σθό!

       Ὁ «πα­πὰς» κοί­τα­ξε τὸ ρο­λό­ι του. Μπο­ροῦ­σε, τοὺς εἶ­πε, νὰ πά­ει ἀρ­γό­τε­ρα στὴν ἐκ­κλη­σί­α νὰ προ­σευ­χη­θεῖ καὶ τρά­βη­ξε κορ­δω­τὸς μέ­σα στὸ Ὑ­πουρ­γεῖ­ο. Πί­σω του ἔ­τρε­ξε ἕ­νας των ἰ­θυ­νόν­των τρί­βον­τας τὰ χέ­ρια ἀ­πὸ ἐν­θου­σια­σμό.

       Σὲ λί­γο δὲν ἄρ­γη­σε νὰ φα­νεῖ μιὰ εὐ­θυ­τε­νὴς κυ­ρί­α μὲ κα­τσα­ρό, μα­κρὺ μαλ­λί, πο­δή­ρη φου­στά­νια κι εὐ­γε­νέ­στα­τη φυ­σι­ο­γνω­μί­α ὡς κα­ρυά­τις, ἡ ὁ­ποί­α στα­μά­τη­σε, ἔ­βγα­λε μιὰ μί­νι φω­το­γρα­φι­κὴ μη­χα­νὴ κι ἄρ­χι­σε νὰ πα­τά­ει τὸ κουμ­πά­κι πρὸς τὸ μέ­ρος τους. Τῆς κα­λά­ρε­σαν ἔ­τσι ποὺ ἦ­ταν με­ταμ­φι­ε­σμέ­νοι σὲ «ἰ­θύ­νον­τες». Αὐ­τοὶ ξαφ­νι­ά­στη­καν ἀρ­χι­κά, ἀλ­λὰ με­τὰ ἄρ­χι­σαν νὰ παίρ­νουν πό­ζες.

       — Ξέ­νη εἶ­στε; τὴν ρώ­τη­σε ὁ Ἰ­θύ­νων νοῦς.

       — Ὄ­χι καὶ τό­σο, εἶ­πε ἐ­κεί­νη, ψά­χνω μά­λι­στα μὴν με­τοι­κή­σω ἐ­δῶ γιὰ τὰ κα­λά.

       — Μπά, εἶ­πε ὁ Ἰ­θύ­νων νοῦς, τί μᾶς βρί­σκε­τε;

       — Τὸ κλί­μα, ἀ­πάν­τη­σε ἐ­κεί­νη ἀ­μέ­σως.

       — Τὸν και­ρὸ ἐν­νο­εῖ­τε.

       — Κά­θε ἄλ­λο, ἐν­νο­ῶ τὸ οἰ­κο­νο­μι­κὸ κλί­μα ἀλ­λὰ καὶ τὸ πνευ­μα­τι­κό, ποὺ δὲν κρύ­βε­ται μὲ τί­πο­τε. Θὰ μπο­ροῦ­σα νὰ στα­δι­ο­δρο­μή­σω ἐ­δῶ.

       Ὁ Ἰ­θύ­νων δὲν ἔ­πι­α­σε ἀ­κρι­βῶς τὸ νό­η­μα.

       — Ὁ­μι­λεῖ­τε κα­λὰ τὴν ἑλ­λη­νι­κή, εἶ­πε.

       — Πῶς, πῶς, εἶ­πε ἐ­κεί­νη, εἶ­μαι Ἑλ­λη­νί­δα.

       — Καὶ ἐ­παγ­γέλ­λε­σθε;

       — Κα­θη­γή­τρια πα­νε­πι­στη­μί­ου, εἶ­πε, ὅ­ταν μὲ θέ­λουν…

       — Εἰ­δι­κό­της;

       — Φι­λό­λο­γος.

       — Φτοῦ, εἶ­πε ἕ­νας των ἰ­θυ­νόν­των. Τί γί­νε­ται σή­με­ρα; Μή­πως πρέ­πει νὰ πᾶ­με ἀ­μέ­σως ἀ­πέ­ναν­τι νὰ γε­μί­σου­με κά­να δελ­τί­ο λότ­το;

       — Ἕ­να λε­πτό, εἶ­πε ὁ Ἀρ­χι-ἰ­θύ­νων, μή­πως εἶ­στε καὶ θε­ο­λό­γος;

       — Κά­πως, εἶ­πε ἐ­κεί­νη.

       — Τί κά­πως;

       — Νὰ ἔ­γρα­ψα κά­τι ποι­ή­μα­τα κι ἔ­βα­λα προ­με­τω­πί­δα λο­γά­κια κά­πως ἱ­ε­ρά, ἑ­νὸς Ἰ­ω­άν­νη, τῆς κλί­μα­κος νο­μί­ζω…

       — Ἄλ­λα χόμ­πυ; ρώ­τη­σε ὁ Ἰ­θύ­νων.

       — Μ’ ἀ­ρέ­σει, εἶ­πε ἐ­κεί­νη, καὶ ὁ σι­νε­μάς.

       — Φτοῦ, εἶ­πε ὁ Ἰ­θύ­νων, νὰ μὲ πά­ρει καὶ νὰ μὲ ση­κώ­σει, εἶ­στε, ἂς ποῦ­με, μιὰ καλ­λι­τε­χνί­ζου­σα καὶ σι­νε­μά­ζου­σα φι­λό­λο­γος;

       — Θὰ μπο­ροῦ­σες νὰ τὸ πεῖς κι ἔ­τσι, εἶ­πε ἐ­κεί­νη.

       — Φτοῦ, φτοῦ, φτοῦ εἶ­πε ἕ­νας ἀ­πὸ τοὺς ἰ­θύ­νον­τες, ἐ­γὼ πά­ω ἀ­πέ­ναν­τι νὰ γε­μί­σω ἕ­να δελ­τί­ο τζό­κερ.

       — Προσ­λαμ­βά­νε­στε, εἶ­πε ὁ Ἰ­θύ­νων.

       Ἀ­πὸ ἐ­κεῖ­νο τὸ ση­μεῖ­ο καὶ με­τὰ προσ­λή­φθη­καν πο­λὺ εὔ­κο­λα ἕ­νας δά­σκα­λος καὶ μί­α δα­σκά­λα. Τὸ προ­σὸν τοῦ δα­σκά­λου ἦ­ταν ὅ­τι εἶ­χε κα­τα­με­τρή­σει (ἀ­π’ ὅ,τι εἶ­πε, κα­νεὶς δὲν εἶ­χε πρό­θε­ση νὰ τὸ ἐ­λέγ­ξει) ἐ­πα­κρι­βῶς ὅ­λα τα λάμ­δα καὶ ὅ­λα τα δέλ­τα στὴν ποί­η­ση ἑ­νὸς Ἰ­τα­λοῦ ποι­η­τῆ, ἐν­τε­λῶς ἀ­γνώ­στου στὸν τό­πο, ὀ­νό­μα­τι Monti, καὶ τὸ προ­σὸν τῆς δα­σκά­λας ἦ­ταν ὅ­τι δὲν εἶ­χε κα­νέ­να προ­σόν, χόμ­πυ ἢ πά­θος καί, ἐ­πι­πρό­σθε­τα, εἶ­χε πρό­σφα­τα καὶ πο­λὺ βο­λι­κὰ χά­σει τὴ φω­νή της, εἶ­χε βου­βα­θεῖ. Θε­ω­ρή­θη­κε ἰ­δα­νι­κὴ πε­ρί­πτω­ση. Ἦ­ταν φα­νε­ρὸ πὼς δὲν ἐ­πρό­κει­το νὰ δι­α­φω­νή­σει πο­τὲ σὲ τί­πο­τε ἢ νὰ μι­λή­σει πο­τὲ σὲ κα­νέ­ναν γιὰ τί­πο­τε.

       Ἐ­πει­δή, ὅ­μως, ἔ­πρε­πε νὰ εἶ­ναι πέν­τε τὰ ἄ­το­μα τῆς Ἐ­πι­τρο­πῆς κρί­θη­κε «σω­στὸ» νὰ δι­ο­ρι­σθεῖ κι ἕ­νας ἐν­τε­λῶς τυ­χαῖ­ος ἄν­θρω­πος, τοῦ λα­οῦ ἂς ποῦ­με, ἀ­κό­μα καὶ τοῦ δρό­μου, ὥ­στε νὰ ἐκ­προ­σω­ποῦν­ται στὴν Ἐ­πι­τρο­πὴ ὅ­λες οἱ… τά­σεις τῶν πο­λι­τῶν τοῦ κρά­τους. Ὁ πρῶ­τος ποὺ μπῆ­κε στὸ πε­ρι­σκό­πιό τους ἦ­ταν ἕ­νας εὔ­θυ­μος χα­σι­κλῆς, ἕ­νας πρε­ζά­κιας ὀ­νό­μα­τι Φά­νος, ἄλ­λως Ὀ­κτὼ ἢ Κο­κτώ, δὲν ξε­κα­θα­ρί­στη­κε πο­τὲ τὸ ἀ­λη­θι­νό του ὄ­νο­μα. Δι­ο­ρί­στη­κε ἀ­μέ­σως μὲ τὴ λο­γι­κὴ ποὺ πε­ρι­γρά­ψα­με πιὸ πά­νω.

       Δυ­στυ­χῶς, ὅ­μως, τὸ κόλ­πο τῶν ἰ­θυ­νόν­των τοῦ κρά­τους ποὺ δὲν ἔ­νιω­θε καὶ τό­σο κα­λὰ μὲ τὸν ἑ­αυ­τό του καὶ ἤ­θε­λε ν’ ἀ­να­πτύ­ξει πο­λι­τι­σμὸ καὶ νὰ προ­ο­δεύ­σει, τε­λι­κὰ δὲν ἔ­πι­α­σε. Τὴ μέ­ρα τῶν πρώ­των-πρώ­των βρα­βεύ­σε­ων δὲν πα­ρου­σι­ά­στη­κε οὐ­δεὶς τῶν βρα­βευ­θέν­των νὰ πα­ρα­λά­βει τὸ βρα­βεῖ­ο του, προ­τί­μη­σαν ὅ­λοι νὰ μεί­νουν κρυμ­μέ­νοι, ἐ­κτὸς ἑ­νός, ποὺ ἔ­φτα­σε μὲ ἕ­να ΑΚ 47 (Κα­λάσ­νι­κωφ) κι ἄ­δεια­σε μιὰ ὁ­λό­κλη­ρη σφαι­ρο­θή­κη πά­νω στὰ πέν­τε μέ­λη τῆς Ἐ­πι­τρο­πῆς, ποὺ ἐ­ξέ­πνευ­σαν ἐ­πὶ τό­που ἀ­μέ­σως. Ἡ ἀ­στυ­νο­μί­α ἐ­ξα­πέ­λυ­σε χω­ρὶς χρο­νο­τρι­βὴ τὸ γνω­στὸ «ἀν­θρω­πο­κυ­νη­γη­τό», χω­ρὶς βέ­βαι­α κα­νέ­να ἀ­πο­τέ­λε­σμα.

       Ἀ­γα­να­κτι­σμέ­νο τὸ βα­θὺ κρά­τος ἀ­πὸ τὴ συμ­πε­ρι­φο­ρὰ τῶν ἀ­πα­τε­ώ­νων συγ­γρα­φέ­ων, ποι­η­τῶν καὶ καλ­λι­τε­χνῶν δι­έ­τα­ξε τὸν στρα­τὸ νὰ ἐ­πι­τε­θεῖ σὲ ὅ­λα τὰ κα­μου­φλα­ρι­σμέ­να σπί­τια, μυ­στι­κὰ ὑ­πό­γεια, κρη­σφύ­γε­τα, αὐ­λὲς-ζοῦγ­κλες καὶ νὰ ἐ­ξο­λο­θρεύ­σει τὴν ἀ­πά­τη asap.

       Ἐ­πι­τέ­λους θὰ ἔ­πρε­πε νὰ ξε­κα­θα­ρί­σει χω­ρὶς προ­φά­σεις τὸ το­πί­ο γιὰ νὰ μπο­ρέ­σει νὰ τρα­βή­ξει ἡ χώ­ρα τὸν δρό­μο τῆς προ­ό­δου καὶ τοῦ πο­λι­τι­σμοῦ, μὲ ἀ­λη­θι­νοὺς πνευ­μα­τι­κοὺς ἀν­θρώ­πους γιὰ ἡ­γέ­τες, ποὺ ὁ­πωσ­δή­πο­τε τώ­ρα ποὺ θὰ ἐ­ξα­φα­νί­ζον­ταν οἱ ἀ­πα­τε­ῶ­νες θὰ ἔ­βγαι­ναν μπρο­στὰ-μπρο­στά.

Fuck.


22 Φε­βρου­α­ρί­ου 2019


Πη­γή: Πρώ­τη δη­μο­σί­ευ­ση.

Ἄν­της Ρο­δί­της. Ἀ­πο­φοί­τη­σε ἀ­πὸ τὸ Παγ­κύ­πριο Γυ­μνά­σιο τὸ 1964. Πα­ρα­κο­λού­θη­σε Νο­μι­κὰ γιὰ δυ­ὸ χρό­νια στὴν Ἀγ­γλί­α. Με­τὰ μπῆ­κε στὸ London International Film School. Ὑ­πη­ρέ­τη­σε στὴν Ἐ­θνι­κὴ Φρου­ρὰ τὸ 1970 ὡς Ἀν­θυ­πο­λο­χα­γὸς Πυ­ρο­βο­λι­κοῦ καὶ τὸ 1974 στὴν ἀν­τί­στα­ση κα­τὰ τῶν Τούρ­κων εἰ­σβο­λέ­ων. Ἐρ­γά­στη­κε στὸ ΡΙΚ ἀ­πὸ τὸ 1971 μέ­χρι τὸ 1985 ὡς πα­ρα­γω­γὸς-σκη­νο­θέ­της. Ἀ­πὸ τὸ 1985 δη­μι­ούρ­γη­σε δι­κή του ἑ­ται­ρί­α ἡ ὁ­ποί­α ἀν­τι­προ­σώ­πευ­σε γιὰ σει­ρὰ ἐ­τῶν τὸ εἰ­δη­σε­ο­γρα­φι­κὸ πρα­κτο­ρεῖ­ο Visnews- Reuters. Δι­α­κρί­θη­κε στὸν το­μέ­α τῆς πα­ρα­γω­γῆς ται­νι­ῶν ντο­κι­μαν­τὲρ μὲ πρῶ­τα βρα­βεῖ­α σὲ δι­ε­θνεῖς καὶ πα­νευ­ρω­πα­ϊ­κοὺς δι­α­γω­νι­σμούς. Πρω­τί­στως εἶ­ναι λο­γο­τέ­χνης. Γρά­φει ἐ­πί­σης χρο­νο­γρα­φή­μα­τα, με­λέ­τες καὶ ἄρ­θρα στὴν Κύ­προ καὶ στὴν Ἑλ­λά­δα. Ἐ­ξέ­δω­σε 6 βι­βλί­α πε­ζο­γρα­φί­ας, 3 ποί­η­σης καὶ δύ­ο κρι­τι­κὰ δο­κί­μια, ἕ­να μὲ τί­τλο Τὰ Γράμ­μα­τα στὴ Μη­τέ­ρα τοῦ Κώ­στα Μόν­τη, Ἁρ­μὸς 2015, κι ἕ­να μὲ τί­τλο Οἱ σκα­λα­πούν­τα­ροι τῆς Στέλ­λας, Ἁρ­μὸς 2016, γιὰ τὴν ποί­η­ση τῆς Στέλ­λας Βο­σκα­ρί­δου. Τὸ 1973 τοῦ ἀ­πο­νε­μή­θη­κε τὸ βρα­βεῖ­ο νέ­ου λο­γο­τέ­χνη τοῦ Ὑ­πουρ­γεί­ου Παι­δεί­ας Κύ­πρου γιὰ τὸ βι­βλί­ο τοῦ 4 δι­η­γή­μα­τα. Τὸ 2006 ἡ Ἑ­στί­α ἐ­ξέ­δω­σε τὸ χρο­νι­κό του Τὴν Ἑλ­λά­δα θέ­λο­μεν κι ἂς τρώ­γω­μεν πέ­τρες. Τὸ μυ­θι­στό­ρη­μά του Δέ­κα χι­λιά­δες μέ­λισ­σες, Ἁρ­μὸς 2010, ἀ­πέ­σπα­σε τὸ κρα­τι­κὸ βρα­βεῖ­ο μυ­θι­στο­ρή­μα­τος Κύ­πρου. Τὸ 2013 ἐκ­δό­θη­κε ἀ­πὸ τὸν Ἁρ­μὸ τὸ βι­βλί­ο τοῦ Κου­ρά­γιο Πη­νε­λό­πη, μιὰ με­λέ­τη-χρο­νι­κό, ποὺ πραγ­μα­τεύ­ε­ται δι­ε­ξο­δι­κά τα γε­γο­νό­τα στὴν Κύ­προ ἀ­πὸ τὸν Δε­κέμ­βριο τοῦ 1963 ἕ­ως τὸν Αὔ­γου­στο τοῦ 1964 καὶ κα­τα­δει­κνύ­ει μὲ ἀ­με­ρι­κα­νι­κὰ ἔγ­γρα­φα ποὺ ἀ­πο­χα­ρα­κτη­ρί­στη­καν με­τὰ τὸ 2010, ὅ­τι ἡ Ἕ­νω­ση ἦ­ταν ἐ­φι­κτὴ ἄ­νευ οὐ­δε­μιᾶς ἐ­δα­φι­κῆς πα­ρα­χώ­ρη­σης στὴν Τουρ­κί­α τὸ 1964.



		

	

Φωτεινὴ Βασιλοπούλου: Οἱ παποῦλες



Φωτεινὴ Βασιλοπούλου


Οἱ πα­ποῦ­λες


Στὴ μνή­μη Γι­ώρ­γη Βα­σι­λό­που­λου


«ΡΕ, γύρ­να πί­σω σοῦ λέ­ου» εἶ­πε κο­φτὰ ὁ γέ­ρος.

       «Θέ­λω νά ’ρ­θω κι ἐ­γὼ» ἀν­τι­μί­λη­σε τὸ παι­δί.

       «Εἶ­σαι μι­κρὸς ἀ­κό­μα.»

       «Ἐ­γὼ θέ­λω νά ’ρ­θω.»

       «Μί­λη­σα.»

       «Θά ’ρ­θω, θά ’ρ­θω θά ’ρ­θω.»

       Ὁ γέ­ρος σπι­ρού­νι­σε τ’ ἄ­λο­γο. Τὸ παι­δὶ ἄ­νοι­ξε τὸ βῆ­μα του γιὰ νὰ τὸν προ­λά­βει. Ὅ­μως, ὁ γέ­ρος ἔσ­μπη­ξε τὰ πα­πού­τσια του στὴν κοι­λιὰ τοῦ ζων­τα­νοῦ μὲ με­γα­λύ­τε­ρη ὁρ­μὴ κι ὀρ­γή. Ἔλ­πι­ζε ὅ­τι με­τὰ τὸ Ἀ­νά­θε­μα —Ἀ­νά­θε­μα τὸ γο­νιό του! — ὁ μι­κρὸς θὰ κου­ρα­ζό­τα­νε καὶ θὰ γυρ­νοῦ­σε πί­σω. Τὸ παι­δὶ ὅ­μως δαγ­κω­νό­τα­νε κι ὅ­λο ἔ­τρε­χε γιὰ νὰ τὸν προ­κά­νει.

       Μέ­χρι τὴν ἄ­κρη τοῦ χω­ριοῦ δὲν ἔ­βγα­λαν ἄ­χνα. Ὁ με­γά­λος γιὰ νὰ μὴν ἀ­κου­στεῖ κι ὁ μι­κρὸς γιὰ νὰ μὴ νευ­ριά­σει ὁ πα­τέ­ρας του. Ὅ­μως, βα­θιὰ μέ­σα του πί­στευ­ε πὼς σὲ λί­γα μέ­τρα ὁ γέ­ρος θὰ μα­λά­κω­νε, θὰ κον­το­στε­κό­ταν, θὰ τοῦ ’­λε­γε «Σάλ­τα πά­νου, ρέ!» καὶ τὸ ὄ­νει­ρό του θὰ γι­νό­ταν, ἐ­πι­τέ­λους, πραγ­μα­τι­κό­τη­τα. Θὰ πή­γαι­νε μα­ζί του γιὰ πρώ­τη φο­ρὰ στὸ πα­νη­γύ­ρι.

       Τ’ ἄ­λο­γο πέ­ρα­σε καὶ τὰ τε­λευ­ταῖ­α σπί­τια σχε­δὸν καλ­πά­ζον­τας.

       Ὁ γέ­ρος εἶ­χε ξε­χα­στεῖ, σί­γου­ρος ὅ­τι εἶ­χε ξεμ­πλέ­ξει ἀ­πὸ τὸν μπε­λά, ὅ­ταν ἄ­κου­σε ξαφ­νι­κὰ τὸ παι­δί, ποὺ εἶ­χε κό­ψει δρό­μο, νὰ βα­ρι­α­να­σαί­νει πί­σω του.

       «Δὲ θὰ τοῦ πε­ρά­σει» σκέ­φτη­κε καὶ κα­μου­τσί­κη­σε τὸν Ντο­ρή του.

       Ἔ­τρε­χε τ’ ἄ­λο­γο, ἔ­τρε­χε καὶ τὸ παι­δί.

       Τ’ ἄ­λο­γο ἄρ­χι­σε νὰ χλι­μιν­τρά­ει ἀ­πὸ τὴν πί­ε­ση τῆς κα­πι­στρά­νας. Τὸ παι­δὶ ἔ­νι­ω­θε νὰ τοῦ κό­βε­ται ἡ ἀ­νά­σα, ἀλ­λὰ τό ’­χε βά­λει πεῖ­σμα νὰ τὸν φτά­σει στὴ στρο­φή.

       «Γύρ­να πί­σω τὸν ἀν­τι­λα­δό σου μὴ σὲ κι­ό­σω(1) γιὰ παι­δὶ» τοῦ φώ­να­ξε φτά­νον­τας στὶς Κα­στα­νι­ές.

       Ὅ­μως, ἐ­κεῖ­νος ὁ μπε­λὰς συ­νέ­χι­ζε.

       «Ἤ­τα­νε σκλη­ρὸ κα­ρύ­δι, ἀλ­λὰ θὰ γί­νει του­λά­χι­στο ντερ­βι­σό­παι­δο ὅ­ταν με­γα­λώ­σει» σκέ­φτη­κε ὁ γέ­ρος μὲ κρυ­φὴ πα­τρι­κὴ πε­ρη­φά­νια.

       Μὲ τὰ πολ­λά, ὅ­μως, σὰν εἶ­δε ὅ­τι δὲ θὰ κα­τά­φερ­νε τί­πο­τα μὲ τ’ ἄ­γριο, μα­λά­κω­σε μό­νε-μό­νε(2).

       «Γύρ­να πί­σω, ρὲ Γι­ώ­ρη, θὰ σὲ ψά­χνει ἡ μά­να σου καὶ θὰ σ’ ἀ­να­ζη­τᾶ­νε τ’ ἀ­δέρ­φια σου. Γύρ­να πί­σω ρέ, κι ἐ­γὼ θὰ σοῦ πά­ρω πρά­μα­τα» ὑ­πο­σχέ­θη­κε μα­λα­κω­μέ­νος.

       Ὁ μι­κρὸς μὴν μπο­ρών­τας ν’ ἀ­να­σά­νει ἀ­πὸ τὴν τρε­χά­λα, κι ὄ­χι ἐ­πει­δὴ πί­στε­ψε τὸν πα­τέ­ρα του, στά­θη­κε γιὰ λί­γο στὴν ἄ­κρη τοῦ δρό­μου.

       Βλέ­πον­τας τὸν μι­κρὸ νὰ κον­το­στέ­κε­ται, καὶ νι­ώ­θον­τας πε­ρη­φά­νια ποὺ ἐ­πι­βλή­θη­κε γι’ ἄλ­λη μιὰ φο­ρά, ὁ γέ­ρος βί­τσι­σε τ’ ἄ­λο­γο καὶ σκα­πέ­τη­σε στὴ δη­μο­σιά.

       Τὸ παι­δί, σὰν εἶ­δε τ’ ἄ­λο­γο νὰ χά­νε­ται στὴ στρο­φὴ καὶ στὴν πρω­ι­νὴ πά­χνη, τὸ ἔ­πια­σε ἕ­να πα­ρά­πο­νο, ποὺ γιὰ ἄλ­λη μιὰ φο­ρὰ θὰ ἔ­χα­νε τὸ πα­νη­γύ­ρι, κι ἕ­να μπου­ρί(3), ποὺ τὰ ξα­δέρ­φια του πά­λι θὰ τὸν κο­ρό­ι­δευ­αν καὶ θὰ τοῦ τὸ κο­πα­νά­γα­νε κά­θε λί­γο καὶ λι­γά­κι. Δαγ­κώ­θη­κε γιὰ νὰ μὴν κλά­ψει, ἀλ­λὰ βα­θιὰ μέ­σα του ἤ­θε­λε νὰ πε­θά­νει. Μό­νο ποὺ δὲν ἤ­ξε­ρε πῶς. Ἄρ­χι­σε νὰ βουρ­κώ­νει. Ὅ­λα θό­λω­σαν. Ὅ­μως μὲ τὴν ἄ­κρη τῶν δα­κρυ­σμέ­νων μα­τι­ῶν του τὶς εἶ­δε νὰ πρα­σι­νί­ζουν προ­κλη­τι­κὰ μπρο­στά του, σχε­δὸν πα­ρα­κα­λών­τας τον. Πα­ρα­κα­λών­τας τον νὰ κυ­λι­στεῖ πά­νου τους. Πά­νου στὶς ψω­μω­μέ­νες πα­πού­λες(4), ποὺ ἦ­ταν ἕ­τοι­μες νὰ μα­ζευ­τοῦν. Σύν­το­μα, μπο­ρεῖ κι αὔ­ριο κι­ό­λας, ὁ πα­τέ­ρας του θὰ ἔ­παιρ­νε τὰ ἀ­δέρ­φια του καὶ τὰ ξα­δέρ­φια του στὸ χω­ρά­φι μὲ τὶς πα­ποῦ­λες γιὰ νὰ τὶς κό­ψουν. Κι ἐ­κεῖ θ’ ἀ­να­κοί­νω­νε ὅ­λο πε­ρη­φά­νια τὰ νέ­α γιὰ τὸ κα­μά­ρι του. «Μέ­χρι ἐ­δῶ ἔ­φτα­σε ὁ ἀ­θε­ό­φο­βος. Μέ­χρι τὶς Κα­στα­νι­ές. Εἶ­δα κι ἔ­πα­θα, γιὰ παι­δί, νὰ τό­νε γυ­ρί­σω πί­σω. Ἤ­θε­λε ἡ ἀ­φεν­τιά του, μι­σὴ με­ρί­δα ἄν­τρω­πος, πα­νη­γύ­ρι.» Ἄ­κου­γε ἤ­δη τὰ αὐ­ρια­νὰ πε­ρι­γέ­λια τους καὶ τὰ πει­ράγ­μα­τά τους.

       Ἔ ὄ­χι! Δὲ θὰ τοῦ πέρ­να­γε τοῦ γέ­ρου. Δὲ φτά­νει ποὺ δὲν πῆ­γε στὸ πα­νη­γύ­ρι, δὲ φτά­νει ποὺ θὰ δού­λευ­ε σκλη­ρὰ αὔ­ριο, θὰ γι­νό­τα­νε καὶ πε­ρί­γε­λος;

       Ξα­πλά­ρω­σε τέν­τα-ρέν­τα στὴν ἀ­νη­φό­ρα κι ἄρ­χι­σε νὰ κυ­λι­έ­ται κα­τὰ τὸν κα­τή­φο­ρο. Ἕ­να ὁ­λό­κλη­ρο λε­πτὸ τοῦ πῆ­ρε μέ­χρι νὰ φτά­σει ἀ­πὸ τὴ μιὰ ἄ­κρη στὴν ἄλ­λη, ἕ­να λε­πτὸ ποὺ ἦ­ταν ἀρ­κε­τὸ γιὰ νὰ τοῦ στε­γνώ­σει τὰ μά­τια καὶ νὰ τοῦ δώ­σει τὴ δύ­να­μη νὰ ξα­να­νέ­βει στὴν πά­νου με­ριά, νὰ ξα­πλώ­σει ξα­νὰ τέν­τα-ρέν­τα καὶ νὰ κυ­λι­στεῖ ξα­νὰ κα­τὰ τὸν κα­τή­φο­ρο καὶ ξα­νὰ καὶ ξα­νὰ καὶ ξα­νὰ μέ­χρι ποὺ ἔ­φτα­σε στὶς φραγ­κο­συ­κι­ὲς τοῦ μπάρ­μπα του στ’ ἀ­να­το­λι­κὸ σύ­νο­ρο.

       Τὸ μπου­ρί του εἶ­χε γί­νει κα­πι­νός. Οἱ πα­ποῦ­λες ἴ­σω­μα.

       Ἔ­τρι­ψε τὰ μά­τια του, σφούγ­γι­σε τὴ μύ­τη του, ἅ­πλω­σε τὰ χέ­ρια του κι ἄρ­χι­σε νὰ στρο­βι­λί­ζε­ται σ’ ἕ­να χο­ρὸ ἔκ­στα­σης καὶ μέ­θης. Μα­ζί του ἄρ­χι­σαν νὰ στρο­βι­λί­ζον­ται γύ­ρω του τὰ λι­ό­φτα, τὰ κυ­πα­ρίςσσα κι οἱ φραγ­κο­συ­κι­ές, ποὺ ἔ­γι­ναν με­μιᾶς που­λη­τά­δες, ἀ­λο­γά­δες, κα­λα­τζῆ­δες καὶ πα­στε­λά­δες. Κι ἔ­γι­νε ξαφ­νι­κὰ ἕ­να πα­νη­γύ­ρι τὸ χω­ρά­φι μὲ τὶς πα­τη­μέ­νες πα­ποῦ­λες. Θά ’­λε­γε λοι­πόν, στὰ ξα­δέρ­φια του πὼς εἶ­χε πά­ει τὸ πα­νη­γύ­ρι σὲ κεῖ­νον καὶ τὰ εἶ­δε οὗ­λα. Μέ­χρι καὶ πρά­μα­τα ἀ­γό­ρα­σε. Ἐ­κεῖ­να ποὺ θά ’­φερ­νε ὁ πα­τέ­ρας του, ὅ­πως τοῦ ὑ­πο­σχέ­θη­κε πρὶν σκα­πε­τή­σει.

       Χα­μο­γέ­λα­σε πο­νη­ρά, ἔ­σα­ξε τὰ πρα­σι­νι­σμέ­να σκου­τά­κια(5) του καὶ συ­νέ­χι­σε νὰ στρο­βι­λί­ζε­ται χα­ρού­με­νος σὰ μι­κρὸς πε­ρή­φα­νος ντερ­βί­σης στὸ μα­λα­κὸ χω­ρά­φι μὲ τὶς πα­τη­μέ­νες πα­ποῦ­λες.


(1) τελειώσω, σκοτώσω.
(2) λίγο-λίγο.
(3) γινάτι.
(4) λαθούρι, τὸ φυτὸ τῆς φάβας.
(5) ροῦχα.


Πη­γή: Ἀπὸ τὸν τόμο Γιὰ μιὰ χού­φτα ζωή, Δε­κα­ε­φτά Δι­η­γή­σεις (ἐκδ. Γα­βρι­η­λί­δης, 2015).

Φω­τει­νή Βα­σι­λο­πού­λου. Σπούδασε Ἀγγλικὴ καὶ Ἑλληνικὴ Φιλολογία. Ζεῖ στὴν Καλαμάτα καὶ ἐργάζεται στὴν Πρωτοβάθμια Ἐκπαίδευση. Πρῶτο της βιβλίο Γιὰ μιὰ χούφτα ζωή, Δεκαεφτά Διηγήσεις (ἐκδ. Γαβριηλίδης, 2015).

Δή­μη­τρα Ἰ. Χρι­στο­δού­λου: Μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­α: ἕ­να ρεῦ­μα ζω­ῆς, ἐ­δῶ καὶ τώ­ρα


[Ἡ Μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­α Παν­τοῦ. Δί­μη­νη Δι­ε­θνὴς Ἐ­πι­σκό­πη­ση.

Δελ­τί­ο#6]


Δή­μη­τρα Ἰ. Χρι­στο­δού­λου


Μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­α: ἕ­να ρεῦ­μα ζω­ῆς, ἐ­δῶ καὶ τώ­ρα


ΤΙΣ ΑΡΧΕΣ τοῦ 2019 κυ­κλο­φό­ρη­σε με­τα­φρα­σμέ­νη στὰ ἀγ­γλι­κὰ ἡ ἐνδια­φέ­ρουσα συλ­λο­γὴ δι­η­γη­μά­των τῆς Ἀρ­γεν­τι­νῆς Samanta Schweblin μὲ τί­τλο Mouthful of birds. Μελε­τη­τές της ἐντοπίζουν συσχε­τισμοὺς μὲ προ­δρό­μους τῆς μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­ας, ὅ­πως οἱ Raymond Carver καὶ Franz Kafka, ἀλ­λὰ καὶ μὲ δύ­ο κλα­σι­κὲς δι­η­γη­μα­το­γρά­φους τοῦ Ἀ­με­ρι­κα­νι­κοῦ νό­του, τὶς Eudora Welty καὶ Flannery O’ Connor. Ἡ Schweblin ἑ­στιά­ζει στὰ μι­κρά, κα­θη­με­ρι­νὰ θέ­μα­τα καὶ στὰ σκο­τει­νὰ ὑ­πο­στρώ­μα­τα τῆς ἀν­θρώ­πι­νης φύ­σης. Χρη­σι­μο­ποι­εῖ συ­νή­θως λε­κτι­κὰ σχή­μα­τα ποὺ δι­ευ­κο­λύ­νουν τὴν ἀ­φη­γη­μα­τι­κὴ οἰ­κο­νο­μί­α σὲ ὅ­ποι­ο θέ­μα πραγ­μα­τεύ­ε­ται (πα­ρα­βο­λή, με­τα­φο­ρά, ἀλ­λη­γο­ρί­α καὶ εἰ­κό­να), χωρὶς λυρισμό, μὲ σχε­δὸν παι­δι­κὴ φαν­τα­σί­α, ἐλ­λειπτι­κότητα καὶ χιοῦμορ. Συν­δυά­ζει τὸ στοι­χεῖ­ο τοῦ φαν­τα­στι­κοῦ τῆς ἱ­σπα­νό­φω­νης λο­γο­τε­χνι­κῆς πα­ρά­δο­σης μὲ καφ­κι­κὰ στοι­χεῖ­α: τὴν αἴ­σθη­ση τοῦ ἀ­στεί­ου στὴν ἐ­φι­αλ­τι­κὴ καὶ ἀ­να­πό­δρα­στη ἀ­γω­νί­α τῆς ὕ­παρ­ξης, τὴν ὑ­πο­νό­μευ­ση τοῦ ρε­α­λι­σμοῦ καὶ τὴν ἀ­πό­δο­ση τοῦ ἐ­ξω­πραγ­μα­τι­κοῦ ὡς συν­θή­κη καὶ τοῦ ἀλ­λό­κο­του ὡς δε­δο­μέ­νο. Τὸ πρῶ­το δι­ή­γη­μα τῆς συλ­λο­γῆς (μὲ τί­τλο «Highlights»[1]), γιὰ πα­ρά­δειγ­μα, ἀ­φη­γεῖ­ται τὴν ἱ­στο­ρί­α μιᾶς νε­α­ρῆς γυ­ναί­κας τὴν ὁ­ποί­α ἐγ­κα­τα­λεί­πει ὁ σύ­ζυ­γός της σὲ μιὰ ἔ­ρη­μη πε­ρι­ο­χὴ τὸ βρά­δυ ποὺ βρί­σκον­ται κα­θ’ ὁ­δὸν τοῦ γα­μή­λιου τα­ξι­διοῦ τους. Τὸ πα­ρά­δο­ξο εἶ­ναι ὅ­τι σύν­το­μα ἀ­να­κα­λύ­πτει ὅ­τι ἡ πε­ρι­ο­χὴ εἶ­ναι γε­μά­τη ἐγ­κα­τα­λε­λειμ­μέ­νες νύ­φες καὶ τό­σο ἡ δο­μὴ ὅ­σο καὶ ἡ πλο­κὴ τοῦ σύν­το­μου δι­η­γή­μα­τος ἀ­πο­κτᾶ χα­ρα­κτη­ρι­στι­κὰ καὶ δι­α­στά­σεις ἀρ­χαί­ας τρα­γω­δί­ας.

       Στὴ μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­α χρη­σι­μο­ποι­εῖ­ται ὁ πε­ρι­ο­ρι­σμὸς τῶν λέ­ξε­ων ἀ­πὸ ἐ­πι­λο­γή, ποὺ εἶ­ναι ἕ­νας μό­νο ἀ­πὸ τοὺς πολ­λοὺς πε­ρι­ο­ρι­σμοὺς ποὺ χρη­σι­μο­ποι­οῦ­σαν καὶ τὰ μέ­λη τοῦ Oulipo. Ἡ χρή­ση ὅ­μως τῶν ψη­φια­κῶν μέ­σων ἀ­πὸ πολ­λοὺς συγ­γρα­φεῖς, ὅ­πως ὁ Lou Beach ἢ ἡ Μαργαρίτα Ζαχαριάδου, ἔ­χει συμ­βάλ­λει στὴ δι­ά­δο­ση καὶ καλ­λι­έρ­γεια τῆς μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­ας, ἡ ὁ­ποί­α δὲ στο­χεύ­ει ἀ­πο­κλει­στι­κὰ στὸν πει­ρα­μα­τι­σμὸ καὶ τὴ δο­κι­μὴ τῶν ὁ­ρί­ων τῆς γλώσ­σας, ἀλ­λὰ κυ­ρί­ως στὴ δη­μι­ουρ­γί­α κει­μέ­νων μὲ ἀ­φη­γη­μα­τι­κὴ ἀρ­τι­ό­τη­τα, πα­ρὰ τὴ συμ­πύ­κνω­σή τους. Πα­ρό­λα αὐ­τά, στὴ δι­ε­θνῆ βι­βλι­ο­γρα­φί­α, ὅ­ταν ἐ­ξε­τά­ζον­ται συ­σχε­τι­σμοὶ τῆς μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­ας μὲ τὸ Oulipo, συ­νή­θως ἡ ἔ­ρευ­να ἑ­στιά­ζει στοὺς Raymond Queneau, Italo Calvino καὶ Anne Garréta. Ἡ τε­λευ­ταί­α εἶ­ναι ἡ δεύ­τε­ρη βρα­βευ­μέ­νη συγ­γρα­φέ­ας τοῦ Oulipo μὲ τὸ βρα­βεῖ­ο Prix Medicis τὸ 2002 γιὰ τὸ βι­βλί­ο της Pas un jour (Not one day) με­τὰ τὸν George Perec (γιὰ τὸ Ζωή: Ὁ­δη­γίες χρή­σε­ως, τὸ 1978) καὶ ἡ πρώ­τη γυ­ναί­κα μέ­λος τοῦ κι­νή­μα­τος ποὺ ἔ­χει με­τα­φρα­στεῖ τὸ μυ­θι­στό­ρη­μά της, μὲ τί­τλο Sphinx (1986), στὰ ἀγ­γλι­κὰ γιὰ τὴν ἐ­ρω­τι­κὴ ἐ­πι­θυ­μί­α ἀ­νά­με­σά σε ἕ­να ζευ­γά­ρι ἀ­προσ­δι­ο­ρί­στου γέ­νους.

       Στὸν ἀν­τί­πο­δα τῶν πε­ρι­ο­ρι­σμῶν κα­τ’ ἐ­πι­λο­γή, βρί­σκε­ται ἡ πε­ρί­πτω­ση τοῦ Behrouz Boochani, τοῦ Κούρ­δου-Ἰ­ρα­νοῦ δη­μο­σι­ο­γρά­φου καὶ συγ­γρα­φέ­α ποὺ κρα­τεῖ­ται σὲ κέν­τρο με­τα­να­στῶν στὴ Νέ­α Γου­ϊ­νέ­α τὰ τε­λευ­ταῖ­α ἕ­ξι χρό­νια καὶ φέ­τος κέρ­δι­σε τὰ δύ­ο ση­μαν­τι­κό­τε­ρα βρα­βεῖ­α γιὰ συγ­γρα­φεῖς στὴν Αὐ­στρα­λί­α. Κα­τά­φε­ρε νὰ ὁ­λο­κλη­ρώ­σει καὶ τὰ δύ­ο βι­βλία του στέλ­νον­τάς τα τμη­μα­τι­κὰ μέ­σῳ ἐ­φαρ­μο­γῆς κι­νη­τῆς τη­λε­φω­νί­ας σὲ φί­λους ποὺ τὰ συγ­κέν­τρω­σαν σὲ ἑ­νια­ῖα κεί­με­να, χω­ρὶς ὁ ἴ­διος νὰ ἔ­χει εἰ­κό­να τοῦ συ­νό­λου τοῦ κει­μέ­νου του. Ὑ­πὸ τὶς συν­θῆ­κες κρά­τη­σής του, ἐ­κτὸς ἀ­πὸ τὴ ζω­ή του, θὰ κιν­δύ­νευ­αν μὲ κα­τα­στρο­φὴ ἢ κλο­πὴ καὶ τὰ χει­ρό­γρα­φά του. Πα­ρὰ τὴν ὁ­μό­φω­νη ἀ­πό­φα­ση τῶν κρι­τῶν γιὰ τὴ δι­ά­κρι­σή του, τοῦ ἀ­πα­γο­ρεύ­θη­κε νὰ πα­ρα­στεῖ στὴν τε­λε­τὴ ἀ­πο­νο­μῆς τὸν Φε­βρουά­ριο τοῦ 2019, κι ἔ­τσι τὰ ἀ­πο­δέ­χτη­κε μὲ μιὰ σύν­το­μη μαγνη­τοσκο­πη­μένη ὁμι­λία του ἀ­πὸ τὸ κέν­τρο κρά­τη­σης.

       Ἡ μπα­λάντα τοῦ λυ­πη­μένου κα­φε­νείου (1951) τῆς Ἀ­με­ρι­κα­νί­δας Car­son McCul­lers πραγ­μα­τεύ­ε­ται πα­ρό­μοι­ο θέ­μα μὲ τὴ νου­βέ­λα τοῦ Tho­mas Mann (1939) Ἡ Λό­τε στὴ Βαϊ­μά­ρη, στὴν ὁ­ποί­α ἡ ἐν­τυ­πω­σια­κὴ ἡ­ρω­ΐδα κα­τα­λύ­ει σὲ ἕ­να ἐ­παρ­χια­κὸ παν­δο­χεῖ­ο καὶ κα­τὰ τὴ διά­ρκεια τῆς πα­ρα­μο­νῆς της ἀ­να­στα­τώ­νε­ται ἐκ βά­θρων ὁ μι­κρό­κο­σμος τῆς πό­λης. Στὴ νου­βέ­λα τῆς McCullers, ἡ συγ­κρο­τη­μέ­νη, δύ­στρο­πη δε­σποι­νὶς Ἀ­μέ­λια, ἰ­δι­ο­κτή­τρια τοῦ κα­φε­νεί­ου, ἐ­ρω­τεύ­ε­ται μὲ ἀ­πρό­σμε­νη παι­δι­κὴ ἀ­φέ­λεια τὸν μι­κρό­σω­μο, καμ­πού­ρη, συμ­πλεγ­μα­τι­κὸ ἐ­ξά­δελ­φο Λά­ι­μον ποὺ φτά­νει στὴ μι­κρή τους πό­λη καὶ τὴν τα­ρά­ζει κι ἔ­τσι ξε­κι­νά­ει μιὰ μι­κρὴ ὀ­δύσ­σεια ποὺ βι­ώ­νει ἡ ἡ­ρω­ΐ­δα. Οἱ ἥ­ρω­ες τοῦ Mann εἶ­ναι φω­τει­νοὶ κι εὐ­χά­ρι­στοι: ἡ ἀρ­τί­στα Λό­τε καὶ ὁ (γνω­στὸς) Γκαῖ­τε, μὲ τὸν ὁ­ποῖ­ο ὑ­πο­νο­εῖ­ται ὅ­τι «παί­ζει» ἡ Λό­τε σὲ μιὰ ἀ­τμό­σφαι­ρα εὐ­ω­χί­ας ποὺ θυ­μί­ζει κω­μω­δί­α γιὰ ὄ­πε­ρα. Στὴ νου­βέ­λα τῆς McCullers «ἀ­κού­γε­ται» μιὰ χα­μη­λό­φω­νη μπα­λάν­τα ἀ­πὸ τὰ βά­θη τῆς ἐ­πο­χῆς τοῦ François Villon, ἀλ­λὰ μὲ ἥ­ρω­ες συ­νη­θι­σμέ­νους ἀν­θρώ­πους τῆς ἀ­με­ρι­κα­νι­κῆς ἐ­παρ­χί­ας. Καὶ στὶς δύ­ο σύν­το­μες νου­βέ­λες, ὅ­μως, κα­τα­δει­κνύ­ε­ται ἡ κα­τα­λυ­τι­κὴ ἀλ­λη­λο­δρά­ση ἑ­νὸς ξέ­νου μὲ τὰ μέ­λη μιὰ μι­κρῆς κοι­νω­νί­ας, ἀλ­λὰ καὶ ἡ ἰ­δέ­α ὅ­τι ἡ ζω­ὴ ὀ­ξυ­γο­νώ­νε­ται ὅ­ταν ἀ­να­δεύ­ε­ται, ὅ­πως καὶ ἡ λο­γο­τε­χνί­α, ἀ­κό­μα καὶ ὅ­ταν οἱ ἥ­ρω­ες καὶ οἱ μι­κρό­κο­σμοί τους βι­ώ­νουν ὅ,τι πε­ρι­γρά­φει ἡ με­ξι­κα­νι­κὴ πα­ροι­μί­α: Pu­eblo chi­co, in­fier­ne gran­de (Μι­­κρὴ πό­­λη, με­­γά­­λη κό­­λα­­ση).


Τὸ 2018 κυ­κλο­φό­ρη­σε τὸ βι­βλί­ο μὲ τί­τλο The collected stories τῆς Ἀ­με­ρι­κα­νί­δας Diane Williams, ἡ ὁ­ποί­α ἀ­νή­κει στοὺς ζων­τα­νοὺς θρύ­λους τῆς ἀ­με­ρι­κα­νι­κῆς avant-garde κι ἔ­χει δι­α­δρα­μα­τί­σει κα­τα­λυ­τι­κὸ ρό­λο στὴν ἐ­ξέ­λι­ξη καὶ ἀ­πο­δο­χὴ κυ­ρί­ως τῆς ἀγ­γλο­σα­ξο­νι­κῆς μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­ας. Μα­ζὶ μὲ τὴν Lydia Davis, πα­ρέ­μει­ναν γιὰ ἀρ­κε­τὰ χρό­νια στὸ πε­ρι­θώ­ριο τῆς λο­γο­τε­χνι­κῆς κρι­τι­κῆς, εἴ­τε ἐ­ξαι­τί­ας τοῦ ἐ­ξε­ζη­τη­μέ­νου ὕ­φους τους (ἀ­κραί­α ἀ­φαί­ρε­ση στὴ γλώσ­σα, ἐμ­μο­νὴ μὲ τὴν ὑ­παι­νι­κτι­κὴ ἀ­φή­γη­ση κι ἐ­πι­μο­νὴ στὴν ἀ­νά­δει­ξη τῆς πα­ρα­δο­ξό­τη­τας φαι­νο­με­νι­κὰ ἀ­σή­μαν­των θε­μά­των), ἢ λό­γῳ τῆς δυ­σκο­λί­ας τα­ξι­νό­μη­σης τῶν κει­μέ­νων τους σὲ κά­ποι­ο ἀ­πὸ τὰ κα­θι­ε­ρω­μέ­να εἴ­δη. Πα­ρό­λα αὐ­τά, ἡ μὲν Davis βρα­βεύ­θη­κε μὲ τὸ Booker Pri­ze τὸ 2013, ἀ­κρι­βῶς γιὰ τὴν ἰ­δι­ο­συγ­κρα­σια­κὴ φω­νή της στὴ συλ­λογὴ δι­ηγη­μά­των καὶ μι­κρο­μυ­θο­πλα­σιῶν της, ἡ δὲ Williams, ἵ­δρυ­σε τὸ 2000 τὸ λο­γο­τε­χνι­κὸ πε­ρι­ο­δι­κὸ Noon, τὸ ὁ­ποῖ­ο θε­ω­ρεῖ­ται ὁ­δο­δεί­κτης νέ­ων, πρω­το­πο­ρια­κῶν λο­γο­τε­χνι­κῶν φω­νῶν καὶ καλ­λι­τε­χνῶν.


Ἡ Ἐλ­βε­τί­δα συγ­γρα­φέ­ας Fleur Jaeg­gy ἀ­πα­σχο­λεῖ τε­λευ­ταί­α τὴ δι­ε­θνῆ κρι­τι­κὴ τῆς μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­ας. Ἐ­ξε­τά­ζε­ται τὸ λα­κω­νι­κὸ ὕ­φος στὰ (ὑ­περ)σύν­το­μα πε­ζά της, καὶ ἡ λο­ξὴ μα­τιά της στὸν τρό­πο ποὺ πραγ­μα­τεύ­ε­ται τὸ θά­να­το καὶ τὴ ζω­ὴ ὑ­πὸ τὴ μό­νι­μη σκιά του. Στὸ ἔρ­γο της ἐν­το­πί­ζον­ται ἀ­φη­γη­μα­τι­κὲς τε­χνι­κές του Ἄν­τον Τσέ­χωφ, ἑ­νὸς ἀ­κό­μα προ­δρό­μου τοῦ εἴ­δους. Ἡ συλ­λο­γή της μὲ τί­τλο I’m the bro­ther of XX (2017) βρίθει δι­α­κει­με­νι­κῶν ἀ­να­φο­ρῶν, ποὺ ἐν­το­πί­ζον­ται συ­χνὰ σὲ ὑ­πο­δειγ­μα­τι­κὰ κεί­με­να μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­ας, μὲ ἥ­ρω­ες ἀ­πὸ τὸν Cal­vino  ἕ­ως τὴν In­ge­borg Bach­mann καὶ τὸν Jo­seph Brod­sky. Τὰ τρί­α δο­κί­μια-μι­κρο­γρα­φί­ες γιὰ τὴ ζω­ὴ τῶν Tho­mas De Quin­cey, John Keats καὶ Mar­cel Schwob ἀ­παρ­τί­ζουν τὸ βι­βλί­ο της μὲ τί­τλο The­se Pos­sible li­ves (2017) καὶ ἡ ἀ­πο­τε­λε­σμα­τι­κὴ τε­χνι­κὴ τῆς ἀ­φη­γη­μα­τι­κῆς οἰ­κο­νο­μί­ας κι ἐ­δῶ, ὀ­φεί­λει πολ­λὰ στὴ συ­στη­μα­τι­κὴ καλ­λι­έρ­γειά της τῆς πο­λὺ σύν­το­μης πε­ζο­γρα­φι­κῆς φόρ­μας. Ἡ πε­ρί­πτω­ση τῆς Jaeggy κα­τα­δει­κνύ­ει ὅ­τι ἔ­χει ἀρ­χί­σει ἡ δι­ε­θνὴς κρι­τι­κὴ νὰ ἀ­να­θε­ω­ρεῖ τὸ αὐ­το­νό­η­το, ὅ­τι δη­λα­δὴ ἡ μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­α δὲν ἀ­φο­ρᾶ μό­νο ἀγ­γλό­φω­να καὶ ἱ­σπα­νό­φω­να κεί­με­να. Ἰ­δί­ως με­τὰ καὶ τὰ πρόσ­φατα διε­θνῆ συ­νέ­δρια, πλη­θαί­νουν ἀ­να­φο­ρές στὸν Pie­rre Betten­court, γιὰ πα­ρά­δειγ­μα, τὸν ὁ­ποῖ­ο μᾶς εἶ­χε συ­στή­σει ὁ Ἐ.Χ.Γο­νατᾶς, ἀλ­λὰ καὶ στὸν I­talo Svevo, ἕ­ναν ἀ­κό­μα κορυ­φαῖο ἐκπρό­σωπο τοῦ δυτι­κοῦ μο­ντερ­νι­σμοῦ. Ὁ τε­λευ­ταῖ­ος, σύμ­φω­να μὲ τὸν Ἄγ­γλο θε­ω­ρη­τι­κὸ Lee Rourke, ἀ­νή­κει ἐ­πί­σης στοὺς προδρό­μους τῆς σύγ­χρονης μικρο­μυθο­πλασίας, μα­ζὶ μὲ τοὺς Ka­fka καὶ Ro­bert Wal­ser.


Τὸ 1919 ἡ Virginia Woolf στὸ δο­κί­μιό της «Modern Fiction», (δη­μο­σι­εύ­θη­κε τὸ 1921, ὅ­πως καὶ τὰ πο­λὺ σύν­το­μα πε­ζά της Blue and Green), ἀ­να­ζη­τᾶ ἕ­ναν συγ­γρα­φέ­α ὁ ὁ­ποῖ­ος θὰ ἐκ­φρά­ζει τὰ συ­ναι­σθή­μα­τά του ἀ­νε­πη­ρέ­α­στος ἀ­πὸ τὶς κοι­νω­νι­κὲς συμ­βά­σεις. Σύμ­φω­να μὲ τὸν Lee Rourke δὲ χρει­α­ζό­ταν νὰ ψά­ξει πο­λὺ πέ­ρα ἀ­πὸ τὸν Robert Walser. Ἡ ἰ­δέ­α ποὺ δι­α­τέ­μνει ὁ­λό­κλη­ρο τὸ ἔργο του, «Νὰ εἶ­σαι μι­κρὸς καὶ νὰ πα­ρα­μέ­νεις μι­κρός» ζων­τα­νεύ­ει μὲ μο­να­δι­κὸ τρό­πο στὰ κεί­με­να ποὺ ἔ­γρα­ψε κα­τὰ τὴ διά­ρκεια τοῦ ἐγ­κλει­σμοῦ του σὲ νευ­ρο­λο­γι­κὲς κλι­νι­κὲς ἀ­πὸ τὸ 1933 ἕ­ως τὸ θά­να­τό του (1956). Ὁ ἴ­διος ἰ­σχυ­ρι­ζό­ταν ὅ­τι εἶ­χε ἐγκα­τα­λείψει τὴ συγ­γρα­φὴ καὶ ὅ­τι δὲν εἶ­χε ἐγ­κλει­στεῖ ἑ­κου­σί­ως γιὰ νὰ γρά­ψει, ἀλ­λὰ γιὰ νὰ τρε­λα­θεῖ. Ἔ­τσι, ὅ­ταν πέ­θα­νε, τὰ ἀ­πο­κόμ­μα­τα ἀ­πὸ πε­ρι­ο­δι­κά, ἐ­φη­με­ρί­δες καὶ ἡ­με­ρο­λό­για ποὺ βρέ­θη­καν στὴν κα­το­χή του καὶ ἦ­ταν κα­τά­στι­κτα μὲ μι­κρο­σκο­πι­κὰ γράμ­μα­τα σὲ μιὰ ἀ­δι­ά­λει­πτη καὶ ἀ­κα­τά­λη­πτη γρα­φὴ μὲ ἀ­χνὸ μο­λύ­βι, πι­θα­νο­λο­γή­θη­κε ὅ­τι δὲν ἦ­ταν πα­ρὰ ἀ­συ­νάρ­τη­τες ση­μει­ώ­σεις σὲ μιὰ κω­δι­κο­ποι­η­μέ­νη γλώσ­σα ποὺ εἶ­χε ἐ­πι­νο­ή­σει. Τὸ 1972, ὅ­μως, ἀ­να­κα­λύ­φθη­κε ὅ­τι ἦ­ταν σύν­το­μα, ὁ­λο­κλη­ρω­μέ­να ἀ­φη­γή­μα­τα, μὲ τὸ χα­ρα­κτη­ρι­στι­κὸ παι­γνι­ῶ­δες ὕ­φος καὶ τὸ καυ­στι­κὸ χι­οῦ­μορ του, γραμ­μέ­να μὲ τὴ με­σαι­ω­νι­κή, γερ­μα­νι­κὴ γρα­φὴ Alte Deu­tsche Schrift, ποὺ ἐν­δεί­κνυ­ται ἂν θέ­λει κά­ποι­ος νὰ γρά­ψει ἕ­να πο­λὺ σύν­το­μο ἀ­φή­γη­μα στὸ πί­σω μέ­ρος μιᾶς ἐ­παγ­γελ­μα­τι­κῆς κάρ­τας. Ὁ Walser τὴν εἶ­χε δι­δα­χθεῖ ὡς μα­θη­τὴς καὶ τὴν τε­λει­ο­ποί­η­σε ὡς ἔγ­κλει­στος. Τὰ ἀ­φη­γή­μα­τα αὐ­τὰ κυ­κλο­φό­ρη­σαν συγ­κεν­τρω­μέ­να μό­λις τὸ 2012 μὲ τὸν τί­τλο Micro­scripts. Πρό­κει­ται γιὰ μιὰ συ­ναρ­πα­στική ὀδύσ­σεια ἐσω­τε­ρικῆς δια­μά­χης καὶ πει­ρα­μα­τι­σμοῦ, γραμ­μέ­νη στὴ μικρό­τερη δυ­να­τή κλί­μακα ποὺ μπο­ρεῖ νὰ πα­ρα­χθεῖ χει­ρο­γρα­φως καὶ νὰ τὴ δι­α­κρί­νει τὸ ἀν­θρώ­πι­νο μά­τι.

       Στὶς 6 Νο­εμ­βρί­ου 1915, ὁ Franz Kafka ση­μει­ώ­νει στὸ ἡ­με­ρο­λό­γιο του[2]: «Τὸ θέ­α­μα τοῦ κό­σμου ποὺ κι­νεῖ­ται σὰν τὰ μυρ­μήγ­κια μπρο­στὰ στὸ χα­ρά­κω­μα καὶ μέ­σα του.» Ἡ λα­κω­νι­κὴ αὐ­τὴ κα­τα­χώ­ρι­σή του συ­νο­ψί­ζει τὴν ἐν­τύ­πω­ση ποὺ τοῦ εἶ­χε κά­νει τὸ ὁ­μοί­ω­μα χα­ρα­κώ­μα­τος ποὺ εἶ­χε το­πο­θε­τη­θεῖ ἐ­κεῖ­νες τὶς ἡ­μέ­ρες σὲ προ­ά­στιο τῆς Πρά­γας, ὡς ψυ­χα­γω­γι­κὸ θέ­α­μα ἐ­πὶ πλη­ρω­μῇ, προ­κει­μέ­νου νὰ συγ­κεν­τρω­θοῦν χρή­μα­τα γιὰ τὸν Ἐ­ρυ­θρὸ Σταυ­ρό. Μὲ τὴ λή­ξη τοῦ Α’ Παγ­κο­σμί­ου Πο­λέ­μου, τὸν Φε­βρουά­ριο τοῦ 1918, ση­μει­ώ­νει: «Τὸ κύ­ριο χα­ρα­κτη­ρι­στι­κὸ αὐ­τοῦ τοῦ κό­σμου εἶ­ναι ἡ προ­σω­ρι­νό­τη­τά του. Μὲ αὐ­τὴ τὴν ἔν­νοι­α μπρο­στὰ στὴ φευ­γα­λέ­α στιγ­μὴ οἱ αἰ­ῶ­νες δὲν εἶ­ναι τί­πο­τα», καὶ πα­ρα­κά­τω, «Ζω­ὴ ση­μαί­νει νὰ βρί­σκε­σαι στὸ κέν­τρο τῆς ζω­ῆς· μὲ μιὰ μα­τιὰ νὰ βλέ­πεις τὴ ζω­ὴ ποὺ ἔ­χεις δη­μι­ουρ­γή­σει[3]».


Ἂν δι­α­βά­σει κα­νεὶς τὶς Τρεῖς γυναῖ­κες, τὶς τρεῖς σύν­το­μες νου­βέ­λες τοῦ Robert Musil, θὰ δι­α­πι­στώ­σει ὅ­τι ἀ­παν­τά­ει στὸ ἐ­ρώ­τη­μα ποὺ δι­α­τέ­μνει ὅ­λο το ἔρ­γο του: «πῶς γί­νε­ται νὰ ζή­σου­με πλη­ρέ­στε­ρα; μὲ τὴν ἀ­πο­δο­χὴ ἑ­νὸς κιν­δύ­νου[4].» Ἐ­πι­πλέ­ον, στὴ Γκρί­τζα (1921) ἐν­το­πί­ζε­ται μιὰ ἀ­φη­γη­μα­τι­κὴ τε­χνι­κή, συ­νή­θης, πλέ­ον, στὴ μικρομυθοπλασία: πε­τυ­χαί­νει μιὰ δι­α­νο­η­τι­κὴ ἀ­να­τρο­πὴ τῆς ἀν­τι­λη­πτι­κῆς πα­ρά­στα­σης μέ­σῳ τῆς ἀν­θρώ­πι­νης ὅ­ρα­σης. Ἐ­νῶ πε­ρι­γρά­φει τί ἔ­βλε­παν ἐρ­γά­τες, μη­χα­νι­κοὶ καὶ χω­ρι­κοὶ ὅ­ταν περ­πα­τοῦ­σαν πρὸς τὸ ὀ­ρυ­χεῖ­ο τῆς πε­ρι­ο­χῆς, ἀν­τι­στρέ­φει τὴν ὀ­πτι­κὴ γω­νία 180ο: «Ὅ­ταν βρί­σκον­ταν [τὰ ἄ­λο­γα] σὲ κά­ποι­α σπη­λιὰ τοῦ βου­νοῦ, δε­μέ­να ἀ­νὰ τρί­α ἢ ἀ­νὰ τέσ­σε­ρα σὲ κά­ποι­ο πε­σμέ­νο δέν­τρο καὶ περ­νοῦ­σες στὶς τεσ­σε­ρά­μι­σι ἀ­πὸ μπρο­στά τους, ἀ­φοῦ εἶ­χες ξε­κι­νή­σει μὲ φεγ­γα­ρό­φω­το στὶς τρεῖς το πρω­ί, τό­τε γύ­ρι­ζαν ὅ­λα μα­ζὶ τὸ κε­φά­λι πρὸς τὴ με­ριά σου· ἐ­κεί­νη τὴ στιγ­μή, μέ­σα στὸ ἄ­ψυ­χο φῶς τῆς χα­ραυ­γῆς, ἔ­νι­ω­θες σὰν κά­ποι­α σκέ­ψη ἑ­νὸς πο­λὺ ἀρ­γοῦ συλ­λο­γι­σμοῦ.»

       Ὑ­πο­δειγ­μα­τι­κὸς σὲ τέ­τοι­ου εἴ­δους τε­χνι­κὲς καὶ ὁ Jorge Luis Bor­ges, ἀ­πὸ τοὺς κυ­ρι­ό­τε­ρους προ­δρό­μους τῆς σύγ­χρο­νης μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­ας. Στὸ δι­ή­γη­μα «Ὁ Νό­τος», ἀ­πὸ τὴ συλ­λο­γὴ δι­η­γη­μά­των του μὲ τί­τλο Τε­χνά­σμα­τα (1944), ὁ Ντάλ­μαν, ὁ κεν­τρι­κὸς ἥ­ρω­ας, τα­ξι­δεύ­ει μὲ τὸ τρέ­νο πρὸς τὴν πα­τρί­δα του: […] «εἶ­δε ρε­μα­τι­ὲς καὶ λι­μνο­θά­λασ­σες καὶ ζων­τα­νά· εἶ­δε με­γά­λα, φεγ­γο­βό­λα σύν­νε­φα, ποὺ θαρ­ρεῖς καὶ ἦ­ταν μαρ­μά­ρι­να – κι ὅ­λα αὐ­τὰ ἀ­με­θό­δευ­τα καὶ σκόρ­πια, σὰ νά ‘ταν ὄ­νει­ρα τοῦ κάμ­που». Κο­ρυ­φαῖ­ο πα­ρά­δειγ­μα ἀ­παν­τᾶ­ται καὶ στὴ συλ­λο­γή του Τὸ Ἄ­λεφ (1949). Στὴν ἀρ­χὴ τοῦ ὁ­μώ­νυ­μου δι­η­γή­μα­τος ση­μει­ώ­νε­ται τὸ ἐ­δά­φιο ἀ­πὸ τὸν Ἄμ­λετ, «Ὤ, Θε­έ μου, θὰ μπο­ροῦ­σα νά ’μαι κλει­σμέ­νος σ’ ἕ­να κα­ρυ­δό­τσου­φλο καὶ νὰ θε­ω­ρῶ τὸν ἑ­αυ­τό μου βα­σι­λιὰ τῆς ἀ­πε­ραν­το­σύ­νης» καὶ ὁ ἕ­νας ἀ­πὸ τοὺς ἥ­ρω­ες, ποὺ ὀ­νο­μά­ζε­ται Μπόρ­­χες, βλέ­πει στὸ σκο­τει­νὸ ὑ­πό­γει­ο ἑ­νὸς σπι­τιοῦ σὲ μιὰ γι­γαν­τια­ία στιγ­μὴ τὸν σύμ­παν­τα κό­σμο μέ­σα σὲ μιὰ φω­τει­νή, ἰ­ρι­δί­ζου­σα σφαί­ρα δι­α­μέ­τρου δύ­ο-τρι­ῶν ἑ­κα­το­στῶν. «[…] εἶ­δα τὴν κυ­κλο­φο­ρί­α τοῦ σκο­τει­νοῦ μου αἵ­μα­τος, εἶ­δα τὸ πλέγ­μα τοῦ ἔ­ρω­τα καὶ τὴ με­τα­μόρ­φω­ση τοῦ θα­νά­του, εἶ­δα τὸ Ἄ­λεφ ἀ­π’ ὅ­λα τὰ πρί­σμα­τα, εἶ­δα τὴ Γῆ μέ­σα στὸ Ἄ­λεφ καί, ξα­νά, μέ­σα στὴ Γῆ τὸ Ἄ­λεφ καὶ μέ­σα στὸ Ἄ­λεφ τὴ Γῆ, εἶ­δα τὸ πρό­σω­πό μου καὶ τὰ σω­θι­κά μου, εἶ­δα τὸ πρό­σω­πό σου καὶ ζα­λί­στη­κα κι ἔ­κλα­ψα, για­τὶ τὰ μά­τια μου εἶ­χαν δεῖ αὐ­τὸ τὸ μυ­στι­κὸ καὶ ἐ­πα­γω­γι­κὸ πράγ­μα ποὺ οἱ ἄν­θρω­ποι ἔ­χουν κα­πη­λευ­θεῖ τ’ ὄ­νο­μά του, μὰ ποὺ κα­νέ­νας ἀ­π’ αὐ­τοὺς δὲν τό ’χει δεῖ πο­τέ: τὸ ἀ­σύλ­λη­πτο συμ­παν[5]».

       Ση­μεῖ­ο ἀ­να­φο­ρᾶς ἀ­πο­τε­λεῖ καὶ ὁ Ju­lio Cor­tá­zar, ἐ­πί­σης κύ­ριος πρό­δρο­μος τοῦ εἴ­δους. Στὸ δι­ή­γη­μα «Ὅ­λες οἱ φω­τι­ὲς ἡ φω­τιὰ»[6] (1966), γιὰ πα­ρά­δειγ­μα, ἡ ἀ­φή­γη­ση ἀ­να­πτύσ­σε­ται σὲ πα­ράλ­λη­λους χρό­νους, δι­α­πλέ­κον­τας ἀ­ρι­στο­τε­χνι­κὰ δύ­ο ἐ­ρω­τι­κὲς ἱ­στο­ρί­ες, μί­α ἀ­πὸ τὴ ρω­μα­ϊ­κὴ καὶ μί­α ἀ­πὸ τὴ σύγ­χρο­νη ἐ­πο­χὴ καὶ ἡ ὀ­πτι­κὴ γω­νί­α ἀλ­λά­ζει δια­ρκῶς. Ἐ­πι­πλέ­ον, στὸ ὑ­περ­σύν­το­μο «Χε­λῶ­νες καὶ κρο­νό­πιο» (1962)[7], δι­ε­γεί­ρει ἀ­κα­ρια­ῖα καὶ ταυ­τό­χρο­να σκέ­ψη καὶ συ­ναί­σθη­μα καὶ ἀ­πο­γει­ώ­νει τὴν ἔν­νοι­α τῆς ἐν­συ­ναί­σθη­σης μὲ μί­α μό­νο κί­νη­ση: «Εἶ­ναι γε­γο­νὸς πὼς οἱ χε­λῶ­νες ἀ­γα­ποῦν ὑ­περ­βο­λι­κὰ τὴν τα­χύ­τη­τα, πράγ­μα πο­λὺ φυ­σι­κό. Οἱ ἐ­σπε­ράν­σα τὸ ξέ­ρουν ἀλ­λὰ δὲν πο­λυ­νοι­ά­ζον­ται. Οἱ φά­μα τὸ ξέ­ρουν καὶ τὶς κο­ρο­ϊ­δεύ­ουν. Οἱ κρο­νό­πιο τὸ ξέ­ρουν καί, κά­θε φο­ρὰ ποὺ συ­ναν­τοῦν μιὰ χε­λώ­να, βγά­ζουν τὸ κου­τὶ μὲ τὶς χρω­μα­τι­στὲς κι­μω­λί­ες καὶ πά­νω στὸν στρογ­γυ­λὸ πί­να­κα τῆς χε­λώ­νας ζω­γρα­φί­ζουν ἕ­να χε­λι­δό­νι.» Ἐ­τού­τη τὴν ἀ­πει­ρο­ε­λά­χι­στη στιγ­μὴ βα­θιᾶς ἐν­συ­ναί­σθη­σης τῶν φαν­τα­στι­κῶν πλα­σμά­των τοῦ Cortazar θὰ μπο­ροῦ­σε θε­ω­ρη­τι­κὰ νὰ αἰ­τι­ο­λο­γεῖ ὁ Γι­ῶρ­γος Σε­φέ­ρης, ὅ­ταν, τὸν Ὀ­κτώ­βριο τοῦ 1957 στὸ Πα­ρί­σι, ση­μεί­ω­νε: «Κα­τὰ βά­θος εἶ­μαι ζή­τη­μα φω­τός[8]». Ἀλ­λὰ νὰ τὰ ἐ­ξαν­θρω­πί­ζει ὁ Ferna­ndo Pes­soa, ἐ­πί­σης πρό­δρο­μος τῆς μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­ας, ὅ­ταν στὸ Βι­βλίο τῆς ἀνη­συ­χίας (1913-35) γρά­φει: «Ὅ­ταν θέ­λω νὰ σκε­φτῶ, βλέ­πω», «Για­τί ἐ­γὼ ἔ­χω τὸ μέ­γε­θος αὐ­τοῦ ποὺ βλέ­πω κι ὄ­χι τὸ μέ­γε­θος τοῦ ὕ­ψους μου», ἐ­φό­σον πί­στευ­ε ὅ­τι «Ὁ ἐ­ξω­τε­ρι­κὸς κό­σμος εἶ­ναι μιὰ ἐ­σω­τε­ρι­κὴ πραγ­μα­τι­κό­τη­τα» καὶ πὼς τε­λι­κὰ «Εἴ­μα­στε δύ­ο ἄ­βυσ­σοι-ἕ­να πη­γά­δι ποὺ κοι­τά­ζει τὸν οὐ­ρα­νό».


Θε­ω­ρη­τι­κὲς δι­α­κλα­δώ­σεις

μον­τερ­νι­σμός, Bauhaus, ἐξ­πρε­σι­ο­νι­σμός, μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­α


ΦΕΤΟΣ, συμ­πλη­ρώ­νε­ται ἕ­νας αἰ­ώ­νας ἀ­πὸ τὴ Δη­μο­κρα­τί­α τῆς Βα­ϊ­μά­ρης καὶ ἀ­πὸ τὴν ἵ­δρυ­ση τῆς σχο­λῆς τέ­χνης τοῦ Bauhaus (1919) ποὺ εὐ­δο­κί­μη­σε μέ­σα στὸ εὐ­ρύ­τε­ρο πλαί­σιο τοῦ δυ­τι­κοῦ μοντερ­νι­σμοῦ. Ἡ σχο­λὴ τοῦ Bau­haus, τῆς ὁ­ποί­ας ἡ ἐπί­δραση ὑπῆρ­ξε ἐντο­νό­τερη στὴν Ἀμερική, ἐ­πει­δὴ μὲ τὴν ἀ­νά­δυ­ση τοῦ να­ζι­σμοῦ δι­α­λύ­θη­κε τὸ 1933 καὶ δι­έ­φυ­γαν ἐ­κεῖ πολ­λὰ μέ­λη της, ἱ­δρύ­θη­κε ἀ­πὸ τὸν Wal­ter Gro­pius, ὁ ὁ­ποῖ­ος ὁ­ρα­μα­τί­στη­κε μί­α τέ­χνη προ­σι­τὴ στὸ εὐ­ρὺ κοι­νό. Ἡ (ἀ­κραί­α) ἀ­φαί­ρε­ση, ἡ κα­θα­ρό­τη­τα στὴ φόρ­μα, ὁ συν­δυα­σμὸς τοῦ αὐ­στη­ροῦ μὲ τὸ παι­γνι­ῶ­δες ὕ­φος τοῦ Bau­haus ἐμ­φύ­ση­σαν νέ­ες ἰ­δέ­ες στὴν ἀρ­χι­τε­κτο­νι­κὴ καὶ τὴν τέ­χνη τοῦ 20οῦ αἰ. Τὸ 1922, ὁ Gropius, προ­σκα­λεῖ στὴ Βα­ϊ­μά­ρη τὸν Was­sily Kandin­sky, ὁ ὁ­ποῖ­ος ἀ­να­λαμ­βά­νει κα­θή­κον­τα κα­θη­γη­τῆ καὶ ἀν­τι­προ­έ­δρου στὴ σχο­λὴ μέ­χρι τὸ 1933. Ὁ Kandinsky στὴν πραγ­μα­τεί­α του Γιὰ τὸ πνευματικὸ στὴν τέχνη (1912) ἀ­να­φέ­ρει ὅ­τι «τὴ στιγ­μὴ τῆς καλ­λι­τε­χνι­κῆς ἐ­πα­νά­στα­σης ὅ­λες οἱ τέ­χνες τεί­νουν σὲ μιὰ ἀ­να­με­τα­ξύ τους προ­σέγ­γι­ση, μὲ βά­ση τὴν κοι­νὴ τά­ση τους πρὸς τὴν ἀ­φαί­ρε­ση (πνευ­μα­τι­κό­τη­τα)».

       Ὁ μον­τερ­νι­σμός, στὸ πλαί­σιο τοῦ ὁ­ποί­ου ἐν­το­πί­ζον­ται ἀρ­κε­τοὶ πρό­δρο­μοι τῆς σύγ­χρο­νης μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­ας, ἐκ­φρά­στη­κε καὶ μέ­σῳ τῆς δυ­τικῆς λογο­τε­χνίας καὶ εὐ­νό­η­σε τὸ δι­ή­γη­μα. Ἐ­πέ­φε­ρε δο­μι­κὲς ἀλ­λα­γὲς στὴν ἀ­φή­γη­ση, ὅ­πως τὴν ἀ­πο­φυ­γὴ πραγ­μά­τευ­σης χα­ρα­κτή­ρων ἢ ζη­τη­μά­των ἠ­θι­κῆς, τὴν ἑ­στί­α­ση στὰ γε­γο­νό­τα, χω­ρὶς ἀ­πα­ραί­τη­τα χρο­νο­λο­γι­κὴ σει­ρά, καὶ τὴν ἐ­νί­σχυ­ση τῆς συ­νειρ­μι­κῆς καὶ μνη­μο­νι­κῆς ἀ­φή­γη­σης. Χα­ρα­κτη­ρί­στη­κε ἀ­πὸ τὸ παι­γνι­ῶ­δες ὕ­φος, ἐ­νί­ο­τε μὲ τὴν παι­γνι­ώ­δη σο­βα­ρό­τη­τα ποὺ ἀ­να­ζη­τοῦ­σε ὁ Πλά­τω­νας[9], τὸν πει­ρα­μα­τι­σμὸ καὶ τὴν ἀ­να­ζή­τη­ση τοῦ Ἐ­αυ­τοῦ, τοῦ Ἄλ­λου, τῶν δι­α­προ­σω­πι­κῶν σχέ­σε­ων, τοῦ λό­γου ὕ­παρ­ξης, σὲ ἕ­ναν κό­σμο ποὺ ἄλ­λα­ζε μὲ ἀ­σύλ­λη­πτη τα­χύ­τη­τα.

       Στὸ βι­βλί­ο γιὰ τοὺς μύ­θους τοῦ Niko­lai Leskov ποὺ κυ­κλο­φό­ρη­σε σὲ γερ­μα­νι­κὴ με­τά­φρα­ση τὸ 1936, ὁ Walter Benja­min στὴν εἰσα­γωγή του συ­νο­ψί­ζει μὲ τὸν χα­ρα­κτη­ρι­στι­κὸ ἀ­πο­σταγ­μα­τι­κό του λό­γο τὴν ἐμ­πει­ρί­α τοῦ Α’ Παγ­κο­σμί­ου Πο­λέ­μου: «Μιὰ γε­νιὰ ποὺ εἶ­χε μά­θει νὰ πη­γαί­νει σχο­λεῖ­ο μὲ ἅ­μα­ξες, τώ­ρα στε­κό­ταν κά­τω ἀ­πὸ τὸν ἀ­νοι­χτὸ οὐ­ρα­νὸ στὴν ἐ­ξο­χή, ὅ­που τί­πο­τε δὲν εἶ­χε πα­ρα­μεί­νει ἀ­ναλ­λοί­ω­το ἐ­κτὸς ἀ­πὸ τὰ σύν­νε­φα, καὶ κά­τω ἀ­πὸ αὐ­τά, σ’ ἕ­να πε­δί­ο μά­χης καὶ ρα­γδαί­ας κα­τα­στρο­φῆς, βρι­σκό­ταν τὸ μι­κρο­σκο­πι­κό, εὔ­θραυ­στο ἀν­θρώ­πι­νο σῶ­μα.» Ἀν­τί­στοι­χα, οἱ γε­νι­ὲς τῶν δε­κα­ε­τι­ῶν ’70–’90 ποὺ ἀ­να­τρά­φη­καν ἀ­πὸ γο­νεῖς τῆς με­τα­πο­λε­μι­κῆς πε­ρι­ό­δου πέ­ρα­σαν τα­χύ­τα­τα ἀ­πὸ τὴν ἀ­να­λο­γι­κὴ στὴν ψη­φια­κὴ ἐ­πο­χή, ἀ­πέ­κτη­σαν τὴ δυ­να­τό­τη­τα νὰ βλέ­πουν ὁ­λό­κλη­ρο τὸν κό­σμο στὸ κε­φά­λι μιᾶς καρ­φί­τσας[10] καὶ βί­ω­σαν τὴν 11η Σε­πτεμ­βρί­ου, τὸ ἀ­δι­α­νό­η­το κύ­μα βί­ας καὶ μί­σους ποὺ ἄλ­λα­ξε τὴ σε­λί­δα τῆς ἱ­στο­ρί­ας.


Πολ­λοὶ με­λε­τη­τὲς στὴν Ἀ­με­ρι­κὴ ἀ­πέ­δω­σαν τὴν ἐ­ξά­πλω­ση τῆς μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­ας καὶ σὲ αὐ­τὸ τὸ κο­σμο­ϊ­στο­ρι­κὸ γε­γο­νός, ὅ­μως ἡ ἑρ­μη­νεί­α τοῦ φαι­νο­μέ­νου εἶ­ναι πο­λυ­πα­ρα­γον­τι­κή. Ἀρ­κεῖ νὰ σκε­φτοῦ­με ὅ­τι βι­ώ­νου­με τὴν «κο­ρύ­φω­ση τῆς νε­ω­τε­ρι­κό­τη­τας» στὴν Ἀνθρωπόκαινο ἐ­πο­χή μας, μὲ τὴν ἐ­πι­στή­μη νὰ ἀ­να­ζη­τά­ει τρό­πους με­τοί­κη­σής μας σὲ ἄλ­λους πλα­νῆ­τες. Στὸ ἴ­διο πνεῦ­μα ἀ­να­ζή­τη­σης βρί­σκε­ται καὶ ἡ τέ­χνη. Ἕ­να μό­νο ἐν­δει­κτι­κὸ πα­ρά­δειγ­μα ἀ­πο­τε­λεῖ ἡ ἰ­δέ­α τοῦ Ἀρ­γεν­τι­νοῦ εἰ­κα­στι­κοῦ Tomás Saraceno, ὁ ὁ­ποῖ­ος πα­ρου­σί­α­σε τὸ 2011 στὴ Γερ­μα­νί­α τὴν ἐν­τυ­πω­σια­κὴ ἐγ­κα­τά­στα­ση με­γά­λης κλί­μα­κας Cloud Cities καὶ στὸ δι­ε­θνὲς ἐ­ρευ­νη­τι­κὸ πρό­γραμ­μά του προ­τεί­νει τὴ με­τά­βα­ση στὴν Ἀερόκαινο ἐ­πο­χή[11].

       Σή­με­ρα ὁ ἄν­θρω­πος ἐ­ξα­κο­λου­θεῖ νὰ πα­ρα­μέ­νει ἕ­να μι­κρο­σκο­πι­κό, εὔ­θραυ­στο ὄν, ἀ­πέ­ναν­τι στὰ ἴ­δια τὰ δη­μι­ουρ­γή­μα­τά του, ἔ­χον­τας δεῖ ἀ­πεί­ρως πε­ρισ­σό­τε­ρα καὶ πιὸ ἀ­πί­θα­να πράγ­μα­τα ἀ­πὸ τὸν ἄν­θρω­πο ποὺ πε­ρι­γρά­φει ὁ Benjamin, ὁ ὁ­ποῖ­ος μά­λι­στα ὁ­δη­γή­θη­κε στὴν αὐ­το­κτο­νί­α γιὰ νὰ μὴν πέ­σει στὰ χέ­ρια τῆς Γκε­στά­πο. Γιὰ πολ­λοὺς κρι­τι­κούς, ὁ ὑψη­λός βαθ­μὸς ὀπτι­κότη­τας τῆς μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­ας μπο­ρεῖ νὰ ἰ­δω­θεῖ ὡς κα­λει­δο­σκο­πι­κὴ κα­τα­γρα­φὴ τῆς ρέ­ου­σας πραγ­μα­τι­κό­τη­τας τῶν πολ­λα­πλῶν καὶ ἀν­τι­φα­τι­κῶν εἰ­κό­νων, μὲ τὴν ἀ­ρω­γὴ καὶ ὑπὸ τὴν ἐπί­δρα­ση τῆς ραγ­δαίας ἐπι­στη­μονικῆς καὶ τε­χνο­λο­γικῆς ἐξέλιξης, ποὺ τῆς πα­ρέ­χει τὴ δυ­να­τό­τη­τα νὰ δί­νει τὴν αἴ­σθη­ση τῆς συγ­χρο­νί­ας, τῆς ἀ­πευ­θεί­ας ἀν­τα­πό­κρι­σης ἀ­πὸ τὴ σκέ­ψη (τὴν ὀ­πτι­κὴ γω­νί­α) τῶν συγ­γρα­φέ­ων.

       Ὁ David Sless[12] (1981) θε­ω­ροῦ­σε ὅ­τι ἡ ὀ­πτι­κὴ σκέ­ψη εἶ­ναι ἕ­νας μη­χα­νι­σμὸς χει­ρι­σμοῦ τοῦ ὀ­πτι­κοῦ πε­ρι­βάλ­λον­τος μὲ σκο­πὸ τὴ δη­μι­ουρ­γί­α συγ­κε­κρι­μέ­νων νο­η­μά­των καὶ ὅ­τι ἡ ὅ­ρα­ση εἶ­ναι ἡ ἕ­δρα τῆς εὐ­φυΐ­ας καὶ ὁ Rudolf Arnheim (1999) ὅ­τι ὅ­ρα­ση καὶ σκέ­ψη εἶ­ναι ἀλ­λη­λέν­δε­τες λει­τουρ­γί­ες. Δι­α­πι­στώ­σεις ποὺ ὑ­πο­φώ­σκουν στὶς κυ­ρι­ό­τε­ρες με­λέ­τες τοῦ φαι­νο­μέ­νου (W. Nelles, O. Ette, L. Zavala, κ.λπ.), ὅ­που ἀ­να­φέ­ρε­ται ὅ­τι σὲ ἀν­τί­θε­ση μὲ τὸ δι­ή­γη­μα ποὺ βρῆ­κε γό­νι­μο ἔ­δα­φος στὸ ἰ­δε­ο­λο­γι­κὸ πλαί­σιο τοῦ ἰμ­πρε­σι­ο­νι­σμοῦ (π.χ. V. Woolf), ἡ μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­α εἴ­τε βρί­σκε­ται στὸ με­ταίχ­μιο ἰμ­πρε­σι­ο­νι­σμοῦ–ἐξ­πρε­σι­ο­νι­σμοῦ ἢ ἀν­τλεῖ δο­μι­κὰ καὶ θε­μα­τι­κὰ στοι­χεῖ­α κυ­ρί­ως ἀ­πὸ τὸν δεύ­τε­ρο[13], ἐκ­πρό­σω­πος τοῦ ὁ­ποί­ου ἦ­ταν ὁ Kafka. Ἔ­τσι, ἐ­λέγ­χε­ται ὡς ἀν­τί­δρα­ση στὸ ρε­α­λι­σμὸ ποὺ ἀ­να­πα­ρι­στᾶ τὴ ση­με­ρι­νὴ πραγ­μα­τι­κό­τη­τα (τὸ «ἐ­πι­κα­λού­με­νο κί­νη­τρο» τῆς [μι­κρο]μυ­θο­πλα­σί­ας) καὶ ὡς ἐ­πι­θυ­μί­α νὰ τὴν ἀλ­λά­ξει, δι­ε­γεί­ρον­τας τὴ φαν­τα­σί­α καὶ ἐ­ξε­ρευ­νών­τας νέ­ες δυ­να­τό­τη­τες σὲ τό­σο μι­κρὸ κει­με­νι­κὸ χῶ­ρο.

       Ἡ ἑρ­μη­νευ­τι­κὴ αὐ­τὴ προ­σέγ­γι­ση δὲ λύ­νει τὸ θε­ω­ρη­τι­κὸ πρό­βλη­μα εὕ­ρε­σης ἑ­νὸς ὁ­ρι­σμοῦ γιὰ τὸ τί εἶ­ναι ἡ μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­α ποὺ δι­χά­ζει τοὺς κρι­τι­κοὺς δι­ε­θνῶς, ὅ­πως τοὺς εἶ­χε δι­χά­σει καὶ τὸν πε­ρα­σμέ­νο αἰ­ώ­να γιὰ τὸ δι­ή­γη­μα καὶ ἀ­κό­μα δὲν ἔ­χουν κα­τα­λή­ξει. Οὔ­τε ἀ­παν­τά­ει στὴ θε­ω­ρη­τι­κὴ δι­α­μά­χη γιὰ τὸ ἂν εἶ­ναι ἢ δὲν εἶ­ναι νέ­ο εἶ­δος, ἀλ­λὰ φω­τί­ζει τὸ κύ­ριο ἐ­ρευ­νη­τι­κὸ ἐ­ρώ­τη­μα: κο­μί­ζει κά­τι και­νού­ριο καὶ ἂν ναί, πῶς καὶ γιατί ἀνανεώνει τὴν τέχνη τοῦ λόγου, μέ­σα ἀ­πὸ τὴν ἀ­φαί­ρε­ση καὶ τὴ σύν­θε­τη σκέ­ψη, ἡ ὁ­ποί­α χα­ρα­κτη­ρί­ζει δι­α­χρο­νι­κὰ τὴν ἀν­θρώ­πι­νη δι­ά­νοι­α καὶ ἱ­κα­νο­ποι­εῖ ἤ­δη ἀ­πὸ τὸ Δι­α­φω­τι­σμὸ τὴν ἐ­πι­θυ­μί­α τῆς γνώ­σης;

       Ἡ μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­α θέ­τει ἐ­ρω­τή­μα­τα, τὴ στιγ­μὴ ποὺ ὅ­λα δεί­χνουν ὅ­τι ἀ­να­βι­ώ­νει ὁ ἠ­θι­κὸς προ­βλη­μα­τι­σμὸς καὶ ὅ­τι ἔ­χει πα­ρέλ­θει ὁ πει­ρα­μα­τι­σμὸς τοῦ μον­τερ­νι­σμοῦ. Ἡ ἀλ­λα­γὴ τοῦ τρό­που ζω­ῆς κι ἑ­πο­μέ­νως σκέ­ψης ποὺ ση­μα­το­δο­τεῖ τὸ δι­ε­θνὲς φαι­νό­με­νο τῆς μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­ας, δι­κτυ­ώ­νει συγ­γρα­φεῖς καὶ ἀ­να­γνῶ­στες καὶ ὑ­πο­δη­λώ­νει μιὰ συμ­βο­λι­κὴ συ­νο­χὴ ποὺ προ­ϋ­πο­θέ­τει βα­θιὰ γνώ­ση τῆς ἱ­στο­ρί­ας τῆς λο­γο­τε­χνί­ας καὶ τῶν εἰ­δῶν της καὶ σε­βα­σμὸ στὶς το­πι­κὲς ἰ­δι­αι­τε­ρό­τη­τες. Ἀ­πο­τε­λεῖ δί­κτυ­ο καὶ μέ­σο δι­κτύ­ω­σης καὶ χρή­ζει ad hoc με­λέ­της στὸ πλαί­σιο τῆς σύγ­χρο­νης κουλ­τού­ρας μας ποὺ δι­α­μορ­φώ­νε­ται στα­δια­κά, μὲ τὴν ἔν­νοι­α τῆς κουλ­τού­ρας ἡ ὁ­ποί­α «εἰ­σά­γει κα­τευ­θεί­αν στὴ συμ­βο­λι­κὴ τά­ξη, σὲ αὐ­τὸ ποὺ ἀγ­γί­ζει τὸ νό­η­μα, δη­λα­δὴ σὲ ὅ,τι δυ­σκο­λεύ­ει πε­ρισ­σό­τε­ρο τὴ συ­νεν­νό­η­ση μας[14]». Σὲ αὐ­τὸ τὸ πλαί­σιο, τὸ ἑρ­μη­νευ­τι­κὸ σχῆ­μα κί­νη­ση-συ­ναί­σθη­μα (mocion–emocion) τῆς Να­νο­φι­λο­λο­γί­ας τοῦ Ottmar Ette ὡς πο­λι­τι­σμι­κὴ θε­ω­ρί­α, φαί­νε­ται νὰ προ­σφέ­ρει μιὰ πρώ­τη πρα­κτι­κὴ ἐ­φαρ­μο­γή.

       Τὸν ἀ­να­νε­ω­τι­κὸ ρό­λο τῆς μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­ας εἶ­χαν δι­α­κρί­νει οἱ ἐ­πι­με­λη­τὲς τῶν πρώ­των ἀγ­γλό­φω­νων ἀν­θο­λο­γι­ῶν τοῦ εἴ­δους ἀ­πὸ τὴ δε­κα­ε­τί­α τοῦ ‘80. Ὁ Irving Howe ἀ­νέ­φε­ρε τὸ πό­σο τολ­μη­ροὶ πρέ­πει νὰ εἶ­ναι οἱ συγ­γρα­φεῖς ποὺ ἐ­πι­χει­ροῦν νὰ ἐ­κτε­θοῦν σὲ ἕ­να τό­σο μι­κρὸ κει­με­νι­κὸ χῶ­ρο, ὅ­που κα­μί­α ἀ­φη­γη­μα­τι­κὴ ἀ­δυ­να­μί­α δὲν μπο­ρεῖ νὰ κρυ­φτεῖ. Καὶ οἱ Robert Shapard καὶ James Thomas στὴν ἀν­θο­λο­γί­α τοὺς Sudden Fiction: American Short-Short Stories, ση­μεί­ω­ναν: «Ἡ συμ­πύ­κνω­ση προ­κα­λεῖ κά­τι θε­με­λι­ῶ­δες στὴ μορ­φὴ τῆς γρα­φῆς, ποὺ ἀλ­λά­ζει τὸ dna της», καὶ «Ἡ πρω­ταρ­χι­κὴ ποι­ό­τη­τα, ὅ­πως λέ­νε οἱ Ἀ­με­ρι­κα­νοὶ συγ­γρα­φεῖς μας, εἶ­ναι ἡ ζω­ή. Ἰ­δι­αί­τε­ρα συμ­πυ­κνω­μέ­να, ἰ­δι­αί­τε­ρα φορ­τι­σμέ­να, ὑ­πο­νο­μευ­τι­κά, πρω­τε­ϊ­κά, ἐκ­πλη­κτι­κά, ἀ­νη­συ­χη­τι­κὰ δε­λε­α­στι­κά, αὐ­τὰ τὰ ὑ­περ­μι­κρὰ πε­ζὰ δί­νουν μορ­φὴ σὲ ἀ­πό­με­ρα ση­μεῖ­α τοῦ χά­ους καὶ σὲ μί­α σε­λί­δα κά­νουν ὅ,τι κά­νει ἕ­να μυ­θι­στό­ρη­μα σὲ δι­α­κό­σι­ες. Ἐ­ὰν κα­τα­φέρ­νουν νὰ στα­μα­τοῦν τὸ χρό­νο […], βρί­σκον­ται ἐ­δῶ γιὰ σᾶς, πρω­τί­στως, ὡς ζων­τα­νὲς φω­νές.»

       Ἡ πε­ρι­πλά­νη­ση στὸ συ­ναρ­πα­στι­κὸ κό­σμο τῆς σύγ­χρο­νης μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­ας θε­ω­ρῶ ὅ­τι ἀ­πο­κα­λύ­πτει ὅ­τι αὐ­τὸς ὁ δαι­δα­λώ­δης δι­α­δι­κτυα­κὸς κι ἔν­τυ­πος μι­κρό­κο­σμος σφύ­ζει ἀ­πὸ κί­νη­ση, δι­ά­νοι­α καὶ ζω­ή, ὡς ἕ­να πε­δί­ο συ­νάν­τη­σης, ὄ­χι μό­νο εἰδῶν ἀλ­λὰ καὶ ἰ­δε­ῶν ποὺ μᾶς ἔ­χουν ἐμ­φυ­σή­σει, στο­χα­στές, ἐ­πι­στή­μο­νες, καλ­λι­τέ­χνες, πε­ζο­γρά­φοι καὶ ποι­η­τές, πρό­δρο­μοι καὶ μὴ τοῦ εἴ­δους. «Κι­νοῦ­μαι εἶ­ναι ζῶ», ἔ­γρα­φε ὁ Pessoa καὶ ὁ Σε­φέ­ρης τὸν Αὔ­γου­στο τοῦ 1949, ση­μεί­ω­νε: «Τὸ θέ­μα εἶ­ναι ὄ­χι ν’ ἀ­να­ρω­τι­έ­σαι sil est question d’être relu, ἀλ­λὰ νὰ λές: ἐ­γὼ θὰ γρά­ψω, κι ὅ,τι θέ­λει ἂς γί­νει, γιὰ νὰ κρα­τή­σω ζων­τα­νό το πράγ­μα ποὺ ἐκ­φρά­ζει τὴ ζων­τά­νια μου.» Ἰ­δέ­ες ποὺ δὲν ἀ­πέ­χουν ἰ­δι­αί­τε­ρα ἀ­πὸ τὶς γνω­στὲς προ­τρο­πὲς τῆς ἐ­πο­χῆς μας: «ἄ­δρα­ξε τὴ μέ­ρα», «ζῆ­σε τὸ τώ­ρα», «ἐκφράσου ελεύθερα», κ.λπ.

       Συμ­πε­ρα­σμα­τι­κά, ἡ μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­α δὲν μπο­ρεῖ νὰ χα­ρα­κτη­ρι­στεῖ ὅ­πως τὸ ρε­α­λι­στι­κὸ δι­ή­γη­μα ὡς μί­α «φέ­τα ζω­ῆς»[15]. Θε­ω­ρῶ ὅ­τι λει­τουρ­γεῖ μᾶλ­λον ὡς ἕ­να ρεῦ­μα ζω­ῆς, ἕ­να ἀ­κα­ρια­ῖο ἐ­ρέ­θι­σμα, ποὺ σπά­ει τὴν «πα­γω­μέ­νη θά­λασ­σα μέ­σα μας», ὅ­πως ἔ­λε­γε ὁ Kafka γιὰ τὴ λο­γο­τε­χνί­α, μὲ μι­κρὲς καὶ συ­χνὲς δό­σεις. Ὅ­πως σὲ ὅ­λα τα εἴ­δη λό­γου, ἔ­τσι καὶ στὴ μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­α ὑ­πάρ­χουν δι­α­κυ­μάν­σεις ὡς πρὸς τὸ ποι­ο­τι­κὸ ἀ­πο­τέ­λε­σμα. Στὰ ὑ­πο­δειγ­μα­τι­κὰ κεί­με­να, ὅ­μως, ἡ ἀ­να­γνω­στι­κὴ ἀ­πό­λαυ­ση προ­κα­λεῖ ἀ­ναγ­κα­στι­κὴ στά­ση στὸν ἀ­σύλ­λη­πτο ρυθ­μὸ τῆς ζω­ῆς μας, ἐ­φό­σον συ­χνὰ ὁ χρό­νος ἀ­νά­γνω­σης εἶ­ναι μι­κρό­τε­ρος τοῦ χρό­νου ἐγ­κε­φα­λι­κῆς ἐ­πε­ξερ­γα­σί­ας, λό­γῳ πυ­κνῶν νο­η­μά­των, ὑ­ψη­λοῦ βαθ­μοῦ δι­α­κει­με­νι­κό­τη­τας, ἔκ­πλη­ξης ἀ­πὸ τὴ συγ­γρα­φι­κὴ δει­νό­τη­τα (τό­σο μι­κρὸ καὶ τό­σο κα­λό), ποὺ ὁ­δη­γοῦν σὲ πολ­λα­πλὲς ἀ­να­γνώ­σεις. Πρό­κει­ται γιὰ ἕ­να ἄ­νοιγ­μα καὶ κλεί­σι­μο στὸ χρό­νο, μιὰ μα­τιὰ στὸ ἀ­έ­να­ο καὶ ἄ­χρο­νο της Ζω­ῆς καὶ στὴ συσ­σω­ρευ­μέ­νη γνώ­ση μας τό­σων αἰ­ώ­νων. Μί­α νύξη γιὰ τὸ τί εἶναι μικρὸ καὶ τί μεγάλο καὶ στὸ πῶς μπο­ρεῖ νὰ τὴν ἐκ­φρά­σει καὶ νὰ παί­ξει κα­νεὶς μὲ αὐ­τὴ τὴν ἰ­δέ­α, τὴν ὁ­ποί­α ἐ­πε­ξερ­γά­στη­κε ἰ­δι­αί­τε­ρα ὁ G. Bachelard, ἀλ­λὰ μᾶς δί­δα­ξε κα­λὰ ὁ δυ­τι­κὸς μον­τερ­νι­σμός.


 

μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­α: γρα­φή­μα­τα


ΣΤΗΝ ΕΦΑΡΜΟΓΗ τῆς Google Books NGram Viewer μπο­ρεῖ νὰ δεῖ κα­νεὶς πο­λὺ ἐν­δι­α­φέ­ρον­τα γρα­φι­κὰ ἀ­νά­λο­γα μὲ τὶς ἀ­να­ζη­τή­σεις του στὴ βά­ση δε­δο­μέ­νων τῶν βι­βλί­ων στὴν Google, ἂν καὶ σὲ πε­ρι­ο­ρι­σμέ­νες γλῶσ­σες κι ἐ­θνι­κὲς γραμ­μα­τεῖ­ες ἀ­κό­μα (στὴν ἑλ­λη­νι­κὴ καὶ ἰ­α­πω­νι­κή, γιὰ πα­ρά­δειγ­μα, δὲν πα­ρέ­χε­ται ἡ δυ­να­τό­τη­τα).


Ὡ­στό­σο τί μπο­ροῦ­με νὰ δοῦ­με:

Game (παι­χνί­δι) = στα­θε­ρὴ ἀ­πὸ τὸ 1850 ἕ­ως τὸ 1920 ποὺ ἔ­χου­με μιὰ πρώ­τη κο­ρύ­φω­ση ὑ­πὸ τὴν ἐ­πί­δρα­ση τοῦ μον­τερ­νι­σμοῦ, μι­κρὴ ὕ­φε­ση ἕ­ως τὸ 1964 καὶ ἀ­νο­δι­κὴ πο­ρεί­α ἕ­ως τὸ 2008.

Life,death (ζω­ή, θά­να­τος) = ἀ­να­ζή­τη­ση γιὰ τὴν πε­ρί­ο­δο 1500-2008: ἀ­πὸ τὸ 1750 στα­θε­ρὰ ἀ­νο­δι­κὰ ἡ ζω­ή.

minificción (μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­α στὰ ἱ­σπα­νι­κὰ) = ἀ­πὸ τὸ 1981 κα­τα­κό­ρυ­φη αὔ­ξη­ση.

microcuento (πο­λὺ σύν­το­μο δι­ή­γη­μα στὰ ἱ­σπα­νι­κά) = 1961-1987 στα­θε­ρὴ πο­ρεί­α καὶ ἀ­πὸ τό­τε κα­τα­κό­ρυ­φη αὔ­ξη­ση.

short-short story (πο­λὺ σύν­το­μο δι­ή­γη­μα) 1905-1912 ἐμ­φα­νί­ζε­ται, 1928-1945 κα­τα­κό­ρυ­φη αὔ­ξη­ση στὴ χρή­ση τοῦ ὅ­ρου, ἔν­το­νες δι­α­κυ­μάν­σεις μέ­χρι τὸ 1960 κι ἔ­κτο­τε μιὰ στα­θε­ρὴ ἐμ­φά­νι­ση ἕ­ως τὸ 2008.

microfiction (μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­α) = ἐν­τυ­πω­σια­κὴ ἡ αὔ­ξη­ση χρή­σης τοῦ ὅ­ρου ἀ­πὸ τὰ μέ­σα της δε­κα­ε­τί­ας τοῦ 1970 ἕ­ως τὸ 2008.

flash fiction (μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­α) = ὁ­μοί­ως, ἂν κι ἐ­δῶ κα­τα­γρά­φον­ται καὶ κά­ποι­ες ἐν­δι­ά­με­σες κο­ρυ­φώ­σεις (1892-1926, 1934-1942 καὶ 1981-2008 κα­τα­κό­ρυ­φη αὔ­ξη­ση.

micronarratives (μι­κρο­α­φη­γή­σεις)= ἡ αὔ­ξη­ση εἶ­ναι ρα­γδαί­α ἀ­πὸ τὶς ἀρ­χὲς τοῦ 1970 ἕ­ως τὸ 2008.


Προ­τά­σεις πλο­ή­γη­σης


Τὸ τρα­γού­δι τοῦ Jaques Brel (1967) La chanson des vieux amants (Τὸ τρα­γού­δι τῶν πα­λι­ῶν ἐ­ρα­στῶν), γιὰ τὸν στί­χο «τε­λι­κὰ χρει­ά­στη­κε πο­λὺ τα­λέν­το γιὰ νὰ γε­ρά­σου­με χω­ρὶς πο­τὲ νὰ ἐ­νη­λι­κι­ω­θοῦ­με» («Finalement, Il nous fallut bien du talent Pour être vieux sans être adultes»).


Τὸ βι­βλί­ο The storyteller τοῦ Walter Benjamin (στὰ ἀγ­γλι­κά).


Τὸ βι­βλί­ο Ἡ ἱστο­ρία τοῦ ματιοῦ τοῦ Geor­ges Ba­tail­le.


Τὸ βι­βλί­ο Καβου­ρη­δὸν καὶ Παρα­δρόμως. Μικρὲς σπου­δὲς γιὰ τὸ ἄθλη­μα τῆς γραφῆς τοῦ Δη­μή­­τρη Δη­μη­­ρού­λη.


Ὁ ὁ­δη­γὸς συγ­γρα­φῆς (στὰ ἀγ­γλι­κὰ) γιὰ δι­ή­γη­μα καὶ μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­α τῶν Hum­mel H.K. καὶ Le­nox Ste­pha­nie μὲ τί­τλο ShortForm Crea­tive Wri­ting: A Wri­ters Gui­de and Antho­lo­gy, στὸ ὁ­ποῖ­ο γρά­φουν συγ­γρα­φεῖς ὅ­πως o­ι: Matt Bell, Lydia Davis, Nata­lie Diaz, Amy Hem­pel, Ja­mai­ca Kin­caid, Ada Limon, Justin Torres, and O­cean Vuong. Γιὰ ἐ­νη­με­ρώ­σεις ἀγ­γλό­φω­νων βι­βλί­ων μὲ συμ­βου­λὲς γιὰ πε­ζο­γρά­φους ἢ ποι­η­τὲς μπο­ρεῖ κα­νεὶς νὰ πα­ρα­κο­λου­θεῖ τὸ ἰ­στο­λό­γιο Poets & Writers.


Ἡ ἀν­θο­λο­γί­α μὲ τί­τλο 83 Ἱ­στο­­ρί­ες Μπον­ζά­ι γιὰ τὸ Ση­­μεῖ­ο Μη­δέν, σὲ ἐ­πι­μέ­λεια τῶν Βασίλη Μα­νου­σά­κη, Ἡρῶς Νι­κο­πού­λου καὶ Ἕλενας Σταγ­κου­ρά­κη.


Διαδίκτυο


Τὸ ἀ­φι­έ­ρω­μα στὰ 100 χρό­νια τοῦ Bau­haus τοῦ ἱ­στο­λο­γί­ου Da­zeen γιὰ τὴν ἀρ­χι­τε­κτο­νι­κὴ καὶ τὴν τέ­χνη.


Τὰ δύ­ο ἐκ­παι­δευ­τι­κά, δω­ρε­ὰν προ­γράμ­μα­τα ἐξ ἀ­πο­στά­σε­ως τοῦ Πα­νε­πι­στη­μί­ου Harvard γιὰ τὴ Μον­τέρ­να καὶ τὴν Παγ­κό­σμια Λο­γο­τε­χνί­α, Mo­dern Master­pie­ces of World Li­tera­ture & Master­pieces of World Li­terature.

Διά­ρκεια: 8 καὶ 12 ἑ­βδο­μά­δες ἀν­τί­στοι­χα

Διά­ρκεια πρό­σβα­σης στὸ πρό­γραμ­μα: Φε­βρουά­ριος-Αὔ­γου­στος 2019.

Γλώσ­σα: ἀγ­γλι­κή.


Διαγωνισμοί


Οἱ δύ­ο δι­α­γω­νι­σμοὶ τῆς Na­tional Flash Fiction Day ποὺ δι­ορ­γα­νώ­νε­ται στὴ Μ. Βρε­τα­νί­α κά­θε Κα­λο­καί­ρι ἀ­πὸ τὸ 2012:

  1. The 2019 Anthology: Μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­ες ἕ­ως 500 λέ­ξεις μὲ θέ­μα «Πόρ­τες» γιὰ τὴν ἐ­τή­σια δι­ε­θνῆ ἀν­θο­λο­γί­α ποὺ ἐκ­δί­δει. Γλώσ­σα: ἀγ­γλι­κή, κα­τα­λη­κτι­κὴ ἡ­με­ρο­μη­νί­α: 15 Μαρ­τί­ου 2019, κό­στος συμ­με­το­χῆς: £2.50 γιὰ ἕ­να, £4.00 γιὰ δύ­ο καὶ £6.00 γιὰ τρί­α κεί­με­να.
  2. The 2019 Micro Fiction Competition: Μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­ες ἕ­ως 100 λέ­ξεις, ἐ­λεύ­θε­ρο θέ­μα. Γλώσ­σα: ἀγ­γλι­κή, κα­τα­λη­κτι­κὴ ἡ­με­ρο­μη­νί­α 15 Μαρ­τί­ου 2019, κό­στος συμ­με­το­χῆς: £2.00 γιὰ ἕ­να, £3.50 γιὰ δύ­ο καὶ £5.00 γιὰ τρί­α κεί­με­να.

Ὁ δι­α­γω­νι­σμὸς Winter 2019, μὲ κα­τα­λη­κτι­κὴ ἡ­με­ρο­μη­νί­α 31 Μαρ­τί­ου 2019, στὴν ἀγ­γλι­κὴ γλώσ­σα, τοῦ λο­γο­τε­χνι­κοῦ πε­ρι­ο­δι­κοῦ Narrative. Γιὰ ἄλ­λους δι­α­γω­νι­σμούς του γιὰ δι­ά­φο­ρες κα­τη­γο­ρί­ες καὶ προ­θε­σμί­ες ποὺ τρέ­χουν, δεῖ­τε εδώ.


Μάρ­τιος 2019


[1]. Μπο­ρεῖ­τε νὰ δι­α­βά­σε­τε ἕ­να ἀ­πό­σπα­σμα στὰ ἀγ­γλι­κὰ εδώ.
[2]. Φρὰν­τς Κάφ­κα, Τὰ ἡ­με­ρο­λό­για, μτφρ. Ἄ. Βε­ρυ­κο­κά­κη, Ἑ­ξάν­τας, Ἀ­θή­να, 1998, σελ. 367.
[3]. Φρὰν­τς Κάφ­κα, Τὰ μπλὲ τε­τρά­δια, μτφρ. Γ. Βαμ­βα­λῆς, Ἑ­ξάν­τας, Ἀ­θή­να, 1982, σελ. 58.
[4]. Ρόμ­περτ Μού­ζιλ, Τὸ Μαγεμένο Σπίτι, Ἡ Γκρίτζα, μτφρ.- εἰ­σα­γω­γὴ Ἀλ. Ἴ­σα­ρης, Ἠ­ρι­δα­νός, Ἀ­θή­να (δὲν ἀ­να­γρά­φε­ται ἔ­τος ἔκ­δο­σης), σελ.19.
[5]. Χόρ­χε Λου­ὶς Μπόρ­χες, Ἅ­παν­τα πε­ζά, μτφρ. –ἐ­πι­μέ­λεια- σχό­λια Ἀχ. Κυ­ρι­α­κί­δης, 7η ἔκ­δο­ση, Πα­τά­κης, Ἀ­θή­να, 2009, σσ. 220, 343-5.
[6]. Χού­λιο Κορ­τά­σαρ, Ὅ­λες οἱ φω­τι­ὲς ἡ φω­τιά, μτφρ. Γ.Δ.Χουρ­μου­ζιά­δης, Ὕ­ψι­λον, Ἀ­θή­να, 1984, τὸ ὁ­μώ­νυ­μο δι­ή­γη­μα σὲ με­τά­φρα­ση τοῦ Δη­μή­τρη Κα­λο­κύ­ρη.
[7]. Χού­λιο Κορ­τά­σαρ, Ἱ­στο­ρί­ες τῶν Κρο­νό­πιο καὶ τῶν Φά­μα, μτφρ. Ἑλ. Χα­ρά­τση, Ὕ­ψι­λον, Ἀ­θή­να, 1983.
[8]. Γι­ῶρ­γος Σε­φέ­ρης, Ζή­τη­μα Φω­τός, Ὁ Θα­νά­σης Χα­τζό­που­λος ἀν­θο­λο­γεῖ τὶς Μέ­ρες τοῦ Γι­ώρ­γου Σε­φέ­ρη, Μπά­στας – Πλέσ­σας, Ἀ­θή­να, 1995.
[9]. Στὴ Διάκριση (1979) ὁ Pier­re Bour­dieu με­λε­τᾶ ἐ­ξο­νυ­χι­στι­κὰ πλῆ­θος κοι­νω­νι­κῶν ὁ­μά­δων, ἀ­να­λύ­ει τὸ γοῦ­στο κι ἐ­πα­να­φέ­ρει τὸν homo aestheticus στὸ κέν­τρο τοῦ ἐν­δι­α­φέ­ρον­τος τῆς κοι­νω­νι­κῆς ἐ­πι­στή­μης. Μέ­σῳ μιᾶς σχε­σια­κῆς προ­σέγ­γι­σης ὅ­λων των ἐκ­φάν­σε­ων τῆς κοι­νω­νι­κῆς ζω­ῆς τῆς ἐ­πο­χῆς του ἀ­να­λύ­ει τε­λι­κὰ τὸ σύν­θε­το δε­σμὸ με­τα­ξὺ κουλ­τού­ρας, ἐ­ξου­σί­ας καὶ ταυ­τό­τη­τας. Ἡ ἀ­πό­στα­ση ἀ­πὸ τὸν κό­σμο (καὶ ἀ­πὸ τὸ ρό­λο, σύμ­φω­να μὲ τὸν Goffman) ποὺ παίρ­νει κα­νεὶς ὅ­ταν, χω­ρὶς πνεῦ­μα σο­βα­ρό­τη­τας, παίρ­νει στὰ σο­βα­ρά το παι­χνί­δι, μὲ τὴν πλα­τω­νι­κὴ ἔν­νοι­α, ὁ­δη­γεῖ σὲ μιὰ αἰ­σθη­τι­κὴ δι­ά­θε­ση καὶ συ­νι­στᾶ τὴν ἀρ­χὴ τῆς ἀ­στι­κῆς ἐμ­πει­ρί­ας τοῦ κό­σμου. Προ­ϋ­πό­θε­ση γιὰ νὰ τὴ βι­ώ­σει κα­νείς, ὅ­μως, εἶ­ναι, ἂν ὄ­χι νὰ «κα­τα­στή­σει τὴν ὕ­παρ­ξή του κά­τι σὰν παι­δι­κὸ παι­χνί­δι, ὅ­πως ὁ καλ­λι­τέ­χνης, του­λά­χι­στον νὰ πα­ρα­τεί­νει πο­λύ, με­ρι­κὲς φο­ρὲς καὶ σὲ ὅ­λη του τὴ ζω­ή, τὴ σχέ­ση μὲ τὸν κό­σμο τῆς παι­δι­κῆς ἡ­λι­κί­ας» (σελ. 96). Ἔ­τσι μπο­ρεῖ νὰ δι­α­τη­ρη­θεῖ ἡ ἀ­πό­λαυ­σή του νὰ παί­ζει κα­λὰ τὸ (πο­λι­τι­στι­κὸ) καὶ κά­θε παι­χνί­δι, μὲ τὴ δι­κή του τέ­χνη τοῦ παί­ζειν, μὲ κα­νό­νες ποὺ ὀ­φεί­λει νὰ γνω­ρί­ζει κα­λά, γιὰ νὰ μπο­ρεῖ καὶ νὰ τοὺς σπά­ει. Μιὰ ἀ­πό­λαυ­ση ποὺ τρέ­φε­ται μὲ λε­πτὲς νύ­ξεις καὶ συ­σχε­τι­σμοὺς καὶ καί­ει ἀ­σί­γα­στα. Ἔ­τσι δι­α­τη­ρεῖ­ται καὶ ἡ ἀ­πα­ραί­τη­τη γιὰ τὴν ἐ­πι­βί­ω­ση αἴ­σθη­ση τῆς δι­ά­κρι­σης, ποὺ ἀ­πο­τε­λεῖ «ἐ­πί­κτη­τη δι­ά­θε­ση καὶ λει­τουρ­γεῖ μὲ τὴ σκο­τει­νὴ ἀ­ναγ­και­ό­τη­τα τοῦ ἐν­στί­κτου» (σελ. 538).
       Ἰ­δέ­α τοῦ Γάλ­λου στο­χα­στῆ ἡ ὁ­ποί­α μπο­ρεῖ νὰ ἰ­δω­θεῖ —ἐ­κτός των ὁ­ρί­ων τοῦ μι­κρο­α­στι­σμοῦ ποὺ τὴν ἐν­τάσ­σει συ­χνὰ στὴ Δι­ά­κρι­ση— σὲ συν­δυα­σμὸ μὲ τὸν homo ludens τοῦ Johan Huizinga τοῦ δυ­τι­κοῦ μον­τερ­νι­σμοῦ.
[10]. Doreen Massey and John Allen (eds), Geography matters – A reader, Cambridge University Press, N. York, 1984.
[11]. Ο Richard Boyd Hauck συγ­κα­τα­λέ­γει στὸ βι­βλί­ο του μὲ τί­τλο A Cheer­ful Ni­hi­lism (1971), τὸν ἐ­πί­σης πρό­δρο­μο τῆς σύγ­χρο­νης μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­ας Do­nald Bar­thelme, στοὺς κο­ρυ­φαί­ους Ἀ­με­ρι­κα­νοὺς συγ­γρα­φεῖς τοῦ πα­ρά­δο­ξου καὶ τοῦ ἀ­να­τρε­πτι­κοῦ χι­οῦ­μορ, ὡς «εὐδιάθετο μηδενιστή», μα­ζὶ μὲ τοὺς Melville, Mark Twain καὶ James Thurber καὶ τὸν συν­δέ­ει μὲ τὸν Kafka καὶ τὸν Camus. Στὸ δι­ή­γη­μά του μὲ τί­τλο «The Balloon»(πρώ­τη ἔκ­δο­ση 1968) ὁ Barthelme πε­ρι­γρά­φει τὶς ἀν­τι­δρά­σεις τῶν Νε­ο­ϋ­ορ­κέ­ζων τῆς ἐ­πο­χῆς ὅ­ταν ἐμ­φα­νί­ζε­ται ἕ­να τε­ρά­στιο μπα­λό­νι στὸν οὐ­ρα­νὸ τῆς πό­λης καὶ πῶς κά­ποι­οι ἐκ­δη­λώ­νουν τὴν ἐ­πι­θυ­μί­α τους νὰ μπο­ροῦ­σαν νὰ εἶ­ναι μέ­σα σὲ αὐ­τὸ καὶ νὰ αἰ­ω­ροῦν­ται. Μιὰ ἱ­στο­ρί­α ποὺ θὰ μπο­ροῦ­σε νὰ δι­α­βα­στεῖ σὲ συν­δυα­σμὸ μὲ τὴν Μειω­μένη Βαρύ­τη­τα τῆς Kara Oakleaf.
[12]. David Sless, Learning and Visual Communication, Halsted Press, N. York –London, 1981.
[13] . Ἐξ­πρε­σι­ο­νι­σμός: καλ­λι­τε­χνι­κὸ κί­νη­μα ποὺ πρω­το­εμ­φα­νί­στη­κε στὴ Γερ­μα­νί­α στὶς ἀρ­χὲς τοῦ 20οῦ αἰ., ἀ­νή­κει στὴν καλ­λι­τε­χνι­κὴ πρω­το­πο­ρί­α καὶ συν­δέ­ε­ται μὲ τὸ μον­τερ­νι­στι­κὸ κί­νη­μα. Στὴ λο­γο­τε­χνί­α προ­κύ­πτει ὡς ἀν­τί­δρα­ση στὸ ρε­α­λι­σμό, τὸ να­του­ρα­λι­σμὸ καὶ τὸ συμ­βο­λι­σμό. Ἡ ἐ­πα­να­στα­τι­κό­τη­τά του ἔγ­κει­ται στὴν ἄρ­νη­ση τῆς ἀ­λη­θο­φά­νειας καὶ τῆς πι­στῆς ἀ­να­πα­ρά­στα­σης τῆς πραγ­μα­τι­κό­τη­τας. Προ­βάλ­λει τὴν ἐμ­πει­ρι­κὴ γνώ­ση μέ­σῳ τῆς φαν­τα­σί­ας, ἐκ­φρά­ζει τὴν ἔκ­στα­ση καὶ τὴν ἀ­πό­γνω­ση τοῦ ἀν­θρώ­που στὶς με­γα­λου­πό­λεις καὶ στὶς μη­χα­νές. Ἡ ἐξ­πρε­σι­ο­νι­στι­κὴ δι­α­κή­ρυ­ξη τῆς δι­ά­λυ­σης καὶ τῆς ἀ­να­γέν­νη­σης τῆς κοι­νω­νί­ας ἐμ­φα­νί­ζε­ται ὡς ἀν­τι­πο­λε­μι­κὴ ὀ­ξύ­τα­τη κοι­νω­νι­κὴ κρι­τι­κή.
[14]. Denys Cuche, Ἡ ἔν­νοι­α τῆς κουλ­τού­ρας στὶς κοι­νω­νι­κὲς ἐ­πι­στῆ­μες, μτφρ. Φ. Σι­ά­τι­στας, Τυ­πω­θή­τω, Ἀ­θή­να, 2001, σελ. 13.
[15]. Θα­νά­σης Θ. Νιά­ρχος (ἐ­πι­μέ­λεια), Ἀν­θο­λο­γί­α τοῦ Ἑλ­λη­νι­κοῦ Δι­η­γή­μα­τος, Κα­στα­νι­ώ­της, Ἀ­θή­να, 2009.

Πη­γή: Πρώτη δημοσίευση.

Προηγήθηκαν:

Δελτίο#5: Συνέντευξη μὲ τὴν Ta­nia Hersh­man (Ἰανουάριος 2019).


Δελτίο#4: Μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­α: ἡ κο­ρυ­φὴ ἑ­νὸς πα­γό­βου­νου (ἰριδισμοὶ τοῦ μικροῦ)
 (Νοέμβριος 2018).

Δελτίο#3: Ἡ μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­α στὸ μι­κρο­σκό­πιο: ἀν­τα­πό­κρι­ση ἀ­πὸ τὴν Μπραγ­κάν­ζα, τὸ Σὲν Γκά­λεν καὶ τὴ Λι­σα­βό­να (Σεπτέμβριος 2018).

Δελτίο#2: Ἡ μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­α παν­τοῦ: ἀ­πὸ τὸν Αἴ­σω­πο, τὸν Ὅ­μη­ρο καὶ τὴν ἀρ­χαί­α ἑλ­λη­νι­κὴ γραμ­μα­τεί­α ἕ­ως σή­με­ρα. (Ἰούλιος 2018).

Δελτίο#1: Γιὰ τὸ 8ο Δι­ε­θνὲς Συ­νέ­δριο Μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­ας (2014)

καὶ τὰ Πρα­κτι­κά του (2017)  (Μάϊος 2018).

καὶ

Νέ­α: 07-05-2018. Ἡ μι­κρο­μυ­θο­πλα­σία παν­τοῦ! Μιὰ νέ­α στή­λη! 

Δή­μη­τρα Ἰ. Χρι­στο­δού­λου (Γι­ο­χά­νεσ­μπουρκ, 1971). Δι­ή­γη­μα, Με­τά­φρα­ση, Με­λέ­τη. Με­τα­πτυ­χια­κὴ εἰ­δί­κευ­ση στὴν Πο­λι­τι­στι­κὴ Δι­α­χεί­ρι­ση στὸ Παν­τεῖ­ο. Ἀ­πό­φοι­τη Εὐ­ρω­πα­ϊ­κοῦ Πο­λι­τι­σμοῦ, Τμῆ­μα Ἀν­θρω­πι­στι­κῶν Σπου­δῶν, ΕΑΠ. Ἀ­πό­φοι­τη Ἰ­σπα­νι­κοῦ Πο­λι­τι­σμοῦ, Πα­νε­πι­στή­μιο Menendez Pe­la­yo, San­tander. Με­τα­φρά­στρια, Βρε­τα­νι­κὸ Συμ­βού­λιο καὶ Ἰν­στι­τοῦ­το Γλωσ­­σο­λο­γί­ας, Λον­δί­νο.

Εἰκόνα: Ἡ πο­ρεία τοῦ ὅ­ρου micro­fiction στὴν βι­βλιο­πα­­ρα­γωγὴ τῆς ἀγ­γλικῆς γλώσ­σας ἀ­νά­μεσα στὰ ἔ­τη 1850-2000. Γρά­φη­μα ἀ­πὸ τὸ Google Books NGram Viewer.

Κατηγορίες: Χριστοδούλου Δήμητρα Ἰ., Μικρομυθοπλασία, Ἀναφορές.



		

	

Νατάσα Κεσμέτη: Διονυσίου, Ἑλένης και ὅλων τῶν διὰ πυρᾶς τελειωθέντων


Να­τά­σα Κε­σμέ­τη


Δι­ο­νυ­σί­ου, Ἑ­λέ­νης καὶ ὅ­λων τῶν διὰ πυ­ρᾶς τε­λει­ω­θέν­των


Κι ἂν πιοῦν θο­λὸ νε­ρὸ ξα­να­θυ­μοῦν­ται,

δι­α­βαί­νον­τας λι­βά­δια ἀ­πὸ ἀ­σφο­δεί­λι,

πό­νους πα­λιοὺς ποὺ μέ­σα τους κοι­μοῦν­ται…


ΗΝ ΔΙΚΑΙΟΣΥΝΗ τῆς λήθης ἀ­πό­δω­σε: πο­τέ, πο­τὲ μὴ θυ­μη­θοῦν τί­πο­τα ἀ­πὸ τὴ χώ­ρα τῆς κα­τά­ρας ὅ­που γεν­νή­θη­καν καὶ ἔ­ζη­σαν ἀ­νί­δε­οι ὅ­πως οἱ προ­η­γού­με­νοι, ὥ­σπου νὰ λε­η­λα­τη­θεῖ ἐ­πι­τη­δεί­ως τῶν ὀ­στῶν τους καὶ ἡ ἔ­σχα­τη στά­χτη. Πο­τέ, πο­τὲ μὴ θυ­μη­θοῦν κα­νέ­ναν ἀ­π’ ὅ­σους παν­τὶ τρό­πω τοὺς δι­έ­φθει­ραν, τοὺς ἐ­ξα­χρεί­ω­σαν καὶ τοὺς ξε­πού­λη­σαν κά­θε στιγ­μή, ὡς καὶ αὐ­τὴν τοῦ μαρ­τυ­ρί­ου τους.

        Πρῶ­τα τὴ Δι­και­ο­σύ­νη τῆς Λή­θης. Κι ὕ­στε­ρα τά­ξον αὐ­τοὺς σταῖς χλό­αις, σταῖς δρό­σους, σταῖς παν­τοῖ­ες ἀ­να­ψυ­χαῖς ἐν Τό­πω Ἀ­να­ψύ­ξε­ως πά­λι καὶ πά­λι!

        Νὰ σβή­σει τῆς ἐκ­πύ­ρω­σης τὴν ἀ­γω­νι­ώ­δη ἀ­πο­ρί­α, τὴ φρι­κώ­δη τους τή­ξη στὸ ἀ­κα­ρια­ῖο ἐ­κεῖ: τῆς Λα­κω­νί­ας, τῆς Ἠ­λεί­ας, τῆς Μά­νης, τῆς Εὐ­βοί­ας, ἁ­παν­τα­χοῦ, ὅ­ταν πὼς τε­λει­ω­τι­κά τοὺς πρό­λα­βε κα­τά­λα­βαν μα­ζὶ μ’ ὅ­λη τὴ φλο­γι­σμέ­νη μα­ται­ό­τη­τα τῶν κραυ­γῶν: ἀ­γά­πη μου! τὰ παι­διά μου! οἱ ἄλ­λοι.., ποῦ… μά­να μου! για­τί; ἄν; καὶ ἅ­παν­τα τοῦ πρό­τε­ρον βί­ου κα­θο­λι­κὰ ἐγ­καύ­μα­τα τῆς Ἱ­στο­ρί­ας, ὁ­ρι­στι­κὰ νὰ σβή­σει μιὰ Ἀ­νά­ψυ­ξις, δὲ φτά­νει.

        Τὸν ὕ­πνο τῶν ἀ­δί­κων, τὸν κα­τα­ρα­μέ­νο μας ὕ­πνο νὰ στοι­χει­ώ­νουν ὅ­μως!

        Ὥ­σπου οἱ θη­ρι­ω­δῶς ἀ­δι­ά­φο­ροι, οἱ ἀ­με­λεῖς, οἱ ἀ­μνή­μο­νες οἱ δῆ­θεν ἐν ἀ­γνοί­α, οἱ νω­θροί, οἱ ψεῦ­τες, οἱ δει­λοί, οἱ ἀ­γνώ­μο­νες, οἱ παν­τοῖ­οι εὐ­πώ­λη­τοι, πτω­μα­το­φά­γοι ἄ­πλη­στοι, γλεῖ­φτες κά­θε ἀ­χρει­ό­τα­της ἐ­ξου­σί­ας, ἄυ­πνοι στὸν αἰ­ώ­να νὰ λει­ώ­σου­με

στῆς Ἔ­νο­χης

τὴν Πυ­ρω­μέ­νη Φά­κα

27/8/2007



Πηγή: Ἀπὸ τὸ βιβλίο Ἐξόριστες Φωνές  Στοχασμοί καί Ἱστορίες,  Ἐκδ. Ἁρ­μός,­­ 2013.

Να­τά­σα Κε­σμέ­τη (Ἀ­θή­να, 1947): Πε­ζο­γρά­φος. Σπού­δα­σε Νο­μι­κὰ καὶ Ἀγ­γλι­κὴ Λο­γο­τε­χνί­α. Πρω­το­εμ­φα­νί­στη­κε μὲ τὴν συλ­λο­γὴ δι­η­γη­μά­των: Τὰ 7 τῆς Ἄρ­κτου (1972). Τε­λευ­ταῖ­ο της βι­βλί­ο: Ἐξόριστες φωνές. Στοχασμοὶ καὶ ἱστορίες 2006-2012.