Ἑλένη Γούλα: Προσωπικὴ γνώμη


Ἑ­λέ­νη Γού­λα


Προ­σω­πι­κὴ γνώ­μη


ΡΟΣΩΠΙΚΗ ΓΝΩΜΗ γιὰ τὴν Καλ­λι­ό­πη δὲν εἶ­χα μέ­χρι χτὲς τὸ πρω­ῒ ποὺ δὲ μὲ χω­ροῦ­σε τὸ σπί­τι καὶ πῆ­ρα τοὺς δρό­μους, νὰ ξε­λαμ­πι­κά­ρει τὸ μυα­λό μου, νὰ ἀ­να­πνεύ­σω τὴ δρο­σιὰ τοῦ βου­νοῦ, νὰ μυ­ρί­σω τὸ χῶ­μα καὶ τὶς πέ­τρες.

Τὸ σπί­τι της εἶ­ναι σὲ ψη­λὸ ση­μεῖ­ο μὲ τε­τρά­γω­νη αὐ­λή, ὡ­ραῖα λου­λού­δια, κα­θα­ροὺς τοί­χους ἄ­σπρους. Δὲν ἔ­χει ἀ­να­και­νι­στεῖ, εἶ­ναι ὅ­πως τὰ φτι­ά­χνα­νε πα­λιὰ τὰ σπί­τια μὲ σκε­πα­στὸ χα­γιά­τι καὶ μιὰ πέ­τρι­νη σκά­λα ἐ­ξω­τε­ρι­κή. Ἐ­κεῖ ἔ­χει πλέ­ξει ἡ κλη­μα­τα­ριὰ μὲ τὰ κί­τρι­να τώ­ρα φύλ­λα της ἕ­τοι­μα νὰ πέ­σουν.

        Κά­τω ἀ­πὸ αὐ­τὰ τὰ κι­τρι­νι­σμέ­να φύλ­λα εἶ­χαν βγεῖ θεί­α κι ἀ­νι­ψιὰ καὶ τὶς εἶ­δα. Κα­θι­σμέ­νη στὴν ἀ­να­πη­ρι­κὴ κα­ρέ­κλα ἡ θεί­α, ὄρ­θια μὲ τὸ κου­τά­λι καὶ τὸ βα­θὺ πιά­το ἡ ἀ­νι­ψιά.

        Γειά σας! Ἂν δὲ χαι­ρε­τή­σεις ἐ­δῶ σὲ θε­ω­ροῦν ἀ­κα­τά­δε­χτο, τί ψυ­χὴ ἔ­χει μιὰ κα­λη­μέ­ρα; Τί κά­νε­τε; Κα­λη­μέ­ρα! Ἡ κυ­ρί­α Τάδε, ἔ­σκυ­ψε ἡ νε­ό­τε­ρη στὴν ἄλ­λη ποὺ κα­θό­τα­νε στὸ κα­ρό­τσι καὶ δὲν κου­νοῦ­σε οὔ­τε χέ­ρια οὔ­τε πό­δια οὔ­τε κε­φά­λι μό­νο τὰ μά­τια της!

        Στα­μά­τη­σα. Ἐ­κεῖ­νο τὸ βλέμ­μα μὲ κάρ­φω­σε ἐ­πὶ τό­που, μπρο­στὰ ἀ­πὸ τὰ κι­τρι­νι­σμέ­να φύλ­λα, κι ἄρ­χι­σα ἐ­γώ, ποὺ ἤ­μουν δι­στα­κτι­κὴ στὶς κου­βέν­τες (τὸ ἀν­τί­θε­το μοῦ συμ­βαί­νει μὲ τὶς λέ­ξεις στὸ χαρ­τί), νὰ μι­λά­ω γιὰ τὸν ἄρ­ρω­στο πα­τέ­ρα, γιὰ τὸν κῆ­πο, γιὰ τὶς κο­λο­κυ­θι­ές, τὴν κο­λο­κυ­θό­πι­τα, τὸ τυ­ρί, τὸν του­ρι­σμὸ καὶ οὔ­τε θυ­μᾶ­μαι πιὰ γιὰ τί ἄλ­λο. Μὲ ὁ­δη­γοῦ­σαν αὐ­τὰ τὰ μά­τια, ρου­φοῦ­σαν ὅ­λες τὶς κου­βέν­τες, ὅ­λες τὶς κι­νή­σεις, καὶ τὶς μυ­ρω­δι­ὲς τὶς ὁ­ποῖ­ες πε­ρι­έ­γρα­φα, τοὺς ἀ­νε­παί­σθη­τους ἀ­κό­μη ἤ­χους ποὺ κά­να­με ἡ ἀ­νι­ψιά της κι ἐ­γώ. Ἀγ­γί­ζα­νε τὰ μά­τια τὶς ἐ­πι­φά­νει­ες ἀ­πὸ τὰ σώ­μα­τά μας, ὅ,τι φαι­νό­τα­νε ἀ­πέ­ξω ἀ­πὸ τὰ ροῦ­χα καὶ ἐ­κεῖ­να ποὺ τὰ εἴ­χα­με κλεί­σει προ­σε­κτι­κὰ στὰ μα­νί­κια, στὰ φερ­μου­άρ, στὰ κουμ­πιά, στὶς πα­ρα­μά­νες, στὶς φό­δρες, στὶς κό­πι­τσες.

        Δὲν πρό­κει­ται νὰ πε­θά­νει πο­τέ! τρό­μα­ξα ὅ­ταν ἐ­πι­τέ­λους κα­τά­φε­ρα νὰ ξε­γαν­τζω­θῶ. Περ­πα­τοῦ­σα πα­ρα­πα­τών­τας στὸν δρό­μο τὸν ἀ­νη­φο­ρι­κό, ἔ­στρι­βα νὰ ἀ­γναν­τέ­ψω τὴ θά­λασ­σα, τὸ βου­νό, ἀ­κουμ­ποῦ­σα τὰ μι­κρὰ φυ­τὰ ποὺ πρα­σι­νί­ζα­νε στὶς ἄ­κρες, ἀλ­λὰ μέ­σα μου, πά­νω μου καὶ κά­τω ἀ­πὸ τὰ ροῦ­χα μου ἀ­κό­μη, εἶ­χε τρυ­πώ­σει ἐ­κεῖ­νο τὸ ἀ­χόρ­τα­γο, ἄ­πλη­στο βλέμ­μα. Δὲν ἦ­ταν τό­σο ἡ λα­χτά­ρα γιὰ ζω­ὴ καὶ ὁ φό­βος τῆς ἀ­νυ­παρ­ξί­ας, ἀλ­λὰ μιὰ ἄλ­λη αἴ­σθη­ση ποὺ μὲ τά­ρα­ζε πα­ρό­λο ποὺ ἤ­μου­να πιὰ μα­κριὰ ἀ­π’ ὅ­λους. Ὁ ἀ­έ­ρας, τὰ δέν­τρα, οἱ ἦ­χοι τῶν που­λι­ῶν, ἡ ἐκ­πλη­κτι­κὴ φυ­σι­κὴ ὀ­μορ­φιὰ τοῦ τό­που δὲν μπο­ροῦ­σε νὰ δι­ώ­ξει ἀ­πὸ πά­νω μου —εἶ­χε κολ­λή­σει σὰν στάμ­πα καὶ ἁ­πλω­νό­τα­νε παν­τοῦ— τὸ μί­σος ποὺ ἔ­κρυ­βε τὸ ἡ­λι­κι­ω­μέ­νο βλέμ­μα: Κα­νεὶς νὰ μὴ χα­ρεῖ τί­πο­τα, ἀ­φοῦ δὲ μπο­ρῶ ἐ­γώ, νὰ χα­ρῶ.



Πη­γή: Πρώ­τη δη­μο­σί­ευ­ση.

Ἑ­λέ­νη Γού­λα (Βα­σι­λί­τσι Μεσ­ση­νί­ας, 1960). Ἐρ­γά­ζε­ται στὴ Μέ­ση Ἐκ­παί­δευση. Δι­η­γή­μα­τά της ἔ­χουν δη­μο­σιευ­τεῖ σὲ πε­ριο­δι­κά, στὴν ἀν­θο­λο­γία Τρεῖς μα­τιές τ’ ἀλ­λά­ζουν ὅ­λα, Μία Ἀν­θο­λο­γί­α Δι­η­γη­μά­των ἀ­πό τὴν Ἀ­θη­να­ϊ­κή Λέσχη Ἐπι­στη­μο­νι­κῆς Φα­ντα­σί­ας, (Ἐκ­δό­σεις Φα­ντα­στι­κὸς Κό­σμος, 2007), ἐνῶ ἀπὸ τὶς ἐκ­δό­σεις «Μαν­δρα­γό­ρας» κυ­κλο­φο­ρεῖ ἡ συλ­λο­γὴ δι­η­γη­μά­των της Σο­κο­λάτα καὶ ἄλ­λες ἁ­μαρ­τί­ες (2011).


Διαφημίσεις

Κώ­στας Χα­τζη­αν­τω­νί­ου: Ἡ νυ­χτε­ρί­δα



Κώ­στας Χα­τζη­αν­τω­νί­ου


Ἡ νυ­χτε­ρί­δα


ΦΤΑΣΕ μὲ τὸ πλοῖ­ο τῆς ἄ­γο­νης γραμ­μῆς ἕ­να πα­ρά­ω­ρα ζε­στὸ πρω­ῒ τοῦ Σε­πτέμ­βρη καὶ ἀ­νέ­βη­κε σέρ­νον­τας μιὰ πα­λι­ο­μο­δί­τι­κη βα­λί­τσα πρὸς τὴ Χώ­ρα ὅ­που ἤ­θε­λε νὰ μπεῖ ἄ­γνω­στος καὶ ἀ­πα­ρα­τή­ρη­τος. Μὰ ἦ­ταν ἀ­δύ­να­το. Οἱ κά­τοι­κοι πε­ρι­μέ­να­νε μὲ ἀ­γω­νί­α νὰ ἔρ­θει δά­σκα­λος στὸ νη­σί. Στὴν ἀρ­χὴ χά­ρη­καν, μὰ γρή­γο­ρα ἐ­νο­χλή­θη­καν ἀ­πὸ τὸ ψυ­χρό του ὕ­φος ποὺ τοὺς ἔ­κα­νε νὰ φο­βη­θοῦν πὼς σύν­το­μα θὰ ἔ­φευ­γε κι αὐ­τὸς μὲ ἀ­πό­σπα­ση. Ἀ­να­ζη­τών­τας μὲ ἄγ­χος τὸ πιὸ κα­τάλ­λη­λο κα­τά­λυ­μα, μή­πως καὶ τὸν κα­λο­πιά­σουν, τὸ βρῆ­καν ἀ­μέ­σως στὸ δι­ώ­ρο­φο ἀρ­χον­τι­κὸ τῆς κυ­ρί­ας Θε­α­νῶς. Εἶ­δαν κι ἔ­πα­θαν νὰ τὴν πεί­σουν νὰ δώ­σει τὸν ἄ­δει­ο κά­τω ὄ­ρο­φο, ἦ­ταν κά­πως ἰ­δι­ό­τρο­πη καὶ δὲν νοί­κια­ζε πο­τὲ σὲ δη­μό­σιους ὑ­παλ­λή­λους. Μὰ αὐ­τὸν τὸν συμ­πά­θη­σε ἀ­νε­ξή­γη­τα.

       Εὐ­ρύ­χω­ρο καὶ ἄ­νε­το, μὲ ἕ­να με­γά­λο πε­ρι­φραγ­μέ­νο κῆ­πο, τὸ σπί­τι τοῦ φά­νη­κε πε­ρι­ποι­η­μέ­νο καὶ εὐ­χά­ρι­στο, μὲ γοῦ­στο στο­λι­σμέ­νο. Ἕ­να πα­χὺ χα­λὶ στὸ σα­λό­νι, γιὰ νὰ κρύ­βει τὸ φθαρ­μέ­νο πά­τω­μα, σκέ­φτη­κε κα­χύ­πο­πτα. Ἡ σκό­νη κά­τω ἀ­πὸ τὰ βα­ριὰ ἔ­πι­πλα εὐ­τυ­χῶς δὲν φαι­νό­ταν. Νά καὶ τὸ τζά­κι ποὺ τὸν ἔ­κα­νε ἀ­μέ­σως νὰ φαν­τά­ζε­ται σκη­νὲς τοῦ χει­μώ­να, τὶς φλό­γες νὰ στέλ­λουν λαμ­πρὲς ἀν­ταύ­γει­ες καὶ ν’ ἀν­τα­να­κλοῦν στὰ καμ­πυ­λω­τὰ πό­δια τοῦ τρα­πε­ζιοῦ, νὰ τρε­μο­παί­ζουν πά­νω στὸ μπρού­τζι­νο χε­ρού­λι τῆς πόρ­τας, νὰ φω­τί­ζουν τὸ μάρ­μα­ρο καὶ τὸ κά­τω μέ­ρος τῆς κα­μι­νά­δας. Στὴ μιὰ πλευ­ρὰ τοῦ τζα­κιοῦ μιὰ φαρ­διὰ πο­λυ­θρό­να ἦ­ταν ἤ­δη κα­λυμ­μέ­νη μὲ φλο­κά­τη, ἐ­νῶ πά­νω στὸν μπου­φὲ ἕ­να σερ­βί­τσιο τοῦ τσα­γιοῦ καὶ δυ­ὸ φω­το­γρα­φί­ες προ­πο­λε­μι­κὲς χρω­μά­τι­ζαν τὴν ἀ­τμό­σφαι­ρα.

       Ἡ πρώ­τη μέ­ρα ἔ­σβη­νε μα­ζὶ μὲ τὰ φῶ­τα κι αὐ­τὸς ἄϋ­πνος ἀ­πὸ τὸ τα­ξί­δι ἑ­τοι­μά­στη­κε νὰ ξα­πλώ­σει νω­ρὶς στὰ σεν­τό­νια ποὺ μύ­ρι­ζαν λε­βάν­τα. Μὰ πρὶν προ­λά­βει νὰ χα­ρεῖ τὴν ἀ­νά­παυ­ση καὶ νὰ σκε­φτεῖ ὁτι­δή­πο­τε, ἕ­να φτε­ρο­κό­πη­μα τὸν ἔ­κα­νε νὰ πε­τα­χτεῖ ἀ­π’ τὸ κρε­βά­τι γιὰ ν’ ἀ­νά­ψει πά­λι τὸ φῶς. Αὐ­τὸ ποὺ πε­τοῦ­σε δὲν ἦ­ταν ἔν­το­μο ξε­χα­σμέ­νο ἀ­πὸ τὸ Κα­λο­καί­ρι μή­τε που­λὶ πα­γι­δευ­μέ­νο. Ἦ­ταν μιὰ νυ­χτε­ρί­δα. Ψά­χνον­τας γιὰ τὴ σκού­πα ἀ­να­ρω­τι­ό­ταν πῶς καὶ πό­τε νὰ εἶ­χε μπεῖ. Ἀ­πὸ τὴν πόρ­τα ἢ τὰ πα­ρά­θυ­ρα ἀ­δύ­να­το. Ἀ­πὸ τὴν κα­μι­νά­δα μᾶλ­λον, ποὺ θὰ τὴν πέ­ρα­σε γιὰ σπή­λαι­ο καὶ ἐ­κεῖ ἐγ­κλω­βί­στη­κε. Πῆ­ρε τὴν σκού­πα κι ἄρ­χι­σε νὰ τὴν κυ­νη­γᾶ μὰ οἱ πτή­σεις τοῦ ἱ­πτά­με­νου θη­λα­στι­κοῦ ἦ­ταν τό­σο ἀ­ρι­στο­τε­χνι­κὲς στὸν ψη­λο­τά­βα­νο κλει­στὸ χῶ­ρο ποὺ ἦ­ταν ἀ­δύ­να­το νὰ τὴν πε­τύ­χει τρέ­χον­τας προ­σε­κτι­κά, μὴν ἐ­νο­χλή­σει νυ­χτι­ά­τι­κα τὴν σπι­το­νοι­κο­κυ­ρά. Κά­ποι­α στιγ­μὴ ἀ­πο­κα­μω­μέ­νος ὁ­μο­λό­γη­σε τὴν ἥτ­τα του κι ἄ­νοι­ξε τὸ πα­ρά­θυ­ρο μὲ τὴν ἐλ­πί­δα πὼς ἡ νυ­χτε­ρί­δα θὰ πε­τά­ξει πρὸς τὴν ἐ­λευ­θε­ρί­α τῆς νύ­χτας, πρὸς τὴ φύ­ση ποὺ τὴν κα­λοῦ­σε. Καὶ νά ποὺ ὁ ἀ­πρό­σμε­νος ἐ­πι­σκέ­πτης χά­θη­κε. Θὰ ἔ­φυ­γε, σκέ­φτη­κε μὲ ἀ­να­κού­φι­ση καὶ ἔ­πε­σε γιὰ ὕ­πνο.

       Ση­κώ­θη­κε χα­ρά­μα­τα. Μὰ μό­λις ἄ­να­ψε τὸ φῶς καὶ μπῆ­κε στὸ μπά­νιο, ἕ­να γνώ­ρι­μο φτε­ρο­κό­πη­μα φα­νέ­ρω­σε πὼς ἡ νυ­χτε­ρί­δα ἦ­ταν ἀ­κό­μη μὲς στὸ σπί­τι. Εἶ­χε κά­νει ὅ­μως τὸ μοι­ραῖ­ο λά­θος. Σὲ τό­σο στε­νὸ χῶ­ρο τὰ πε­ρι­θώ­ρια ἑ­λιγ­μῶν της ἦ­ταν ἐ­λά­χι­στα. Ἡ σκού­πα αὐ­τὴ τὴ φο­ρὰ τὴν κα­τέρ­ρι­ψε στὴν μπα­νι­έ­ρα. Κι ἐ­κεῖ γρά­φτη­κε τὸ τέ­λος της.

       Τὸ τέ­λος της; Ὄ­χι ἀ­κρι­βῶς. Ὁ δά­σκα­λος ποὺ γνώ­ρι­ζε γιὰ τὴν τύ­χη ποὺ φέρ­νουν τὰ ὀ­στὰ τῆς νυ­χτε­ρί­δας, ἔ­κο­ψε μὲ τὴν ψα­λί­δα τοῦ κή­που τὰ χει­ρό­πτε­ρά της καὶ τὰ ἔ­βα­λε σὲ ἕ­να ἄ­δει­ο γυ­ά­λι­νο βα­ζά­κι. Ὕ­στε­ρα βγῆ­κε στὴν ἀρ­τά­να γιὰ νὰ θά­ψει τὸ ὑ­πό­λοι­πο λει­ψὸ σῶ­μα, προ­σέ­χον­τας μὴν τὸν δεῖ κα­νεὶς καὶ ἀ­πο­ρή­σει τί κά­νει ἀ­ξη­μέ­ρω­τα στὸν κῆ­πο. Ὅ­ταν τε­λεί­ω­σε τὴ μα­κά­βρια αὐ­τὴ τα­φὴ καὶ γύ­ρι­σε στὴν κά­μα­ρά του, σκέ­φτη­κε, κοι­τά­ζον­τας τὸ φο­νι­κὸ γού­ρι, τὰ κομ­μέ­να χει­ρό­πτε­ρα, πὼς δὲν ἄρ­χι­ζε ἄ­σχη­μα αὐ­τὸ τὸ φθι­νό­πω­ρο σὲ τοῦ­το τὸ νη­σί. Καὶ χα­μο­γέ­λα­σε.



Πη­γή: Μι­κρο­κύ­μα­τα. 99+1 μι­κρο-δι­η­γή­μα­τα με­λῶν τῆς Ἑ­ται­ρεί­ας Συγ­γρα­φέ­ων, ἔκδ. Ἡ Ἐ­φη­με­ρί­δα τῶν Συν­τα­κτῶν, 04-06.01.2019.

Κώ­στας Χα­τζη­αν­τω­νί­ου (Ρό­δος, 1965). Σπού­δα­σε στὴ Νο­μι­κὴ Σχο­λὴ τοῦ Πα­νε­πι­στη­μί­ου Ἀ­θη­νῶν, Πο­λι­τι­κὲς Ἐ­πι­στῆ­μες καὶ Δη­μό­σια Δι­οί­κη­ση. Δο­κι­μι­ο­γρά­φος καὶ πε­ζο­γρά­φος, ἔ­χει συ­νερ­γα­στεῖ μὲ ἔγ­κρι­τες πε­ρι­ο­δι­κὲς καὶ ἐγ­κυ­κλο­παι­δι­κὲς ἐκ­δό­σεις. Σή­με­ρα δι­ευ­θύ­νει τὸ λο­γο­τε­χνι­κὸ πε­ρι­ο­δι­κὸ Κο­ράλ­λι. Εἶ­ναι μέ­λος τῆς Ἑ­ται­ρεί­ας Συγ­γρα­φέ­ων καὶ τῆς Δι­οι­κοῦ­σας Ἐ­πι­τρο­πῆς τοῦ Ἱ­δρύ­μα­τος Κω­στῆ Πα­λα­μᾶ. Ἔ­χει τι­μη­θεῖ μὲ τὸ βρα­βεῖ­ο δο­κι­μί­ου τοῦ PENClub καὶ τὸ βρα­βεῖ­ο Φω­τέα γιὰ τὸ βι­βλί­ο του Ἐ­ναν­τί­ον τοῦ χρό­νου Τὸ 2011 τι­μή­θη­κε μὲ τὸ Βρα­βεῖ­ο Λο­γο­τε­χνί­ας τῆς Εὐ­ρω­πα­ϊ­κῆς Ἕ­νω­σης (European Union Prize for Literature) γιὰ τὸ μυ­θι­στό­ρη­μά του Ἀγ­κρι­τζέν­το, τὸ ὁ­ποῖ­ο με­τα­φρά­στη­κε στὰ ἰ­τα­λι­κά, τὰ πο­λω­νι­κά, τὰ σερ­βι­κά, τὰ κρο­α­τι­κὰ καὶ τὰ ἀλ­βα­νι­κά. Τε­λευ­ταῖ­ο του βι­βλί­ο: Ὁ κύ­κλος τοῦ χώ­μα­τος (Κα­στα­νι­ώ­της, 2017).

Ἀγαθοκλῆς Ἀζέλης: Ἡ κομμένη φωτογραφία


Ἀγαθοκλῆς Ἀζέλης


Ἡ κομ­μέ­νη φω­το­γρα­φί­α


Ο ΞΥΛΙΝΟ ΚΟΥΤΑΚΙ μὲ τὶς ἀ­σπρό­μαυ­ρες φω­το­γρα­φί­ες στὸν μι­σαν­τρὰ τοῦ χω­ριοῦ ἀ­πο­τε­λοῦ­σε εὐ­και­ρια­κὴ προ­σφυ­γή του, ἀ­κό­μη κι ὅ­ταν εἶ­χαν πιὰ με­τα­δη­μο­τεύ­σει, κα­θὼς ὁ θά­να­τος εἶ­χε ἀ­φή­σει πολ­λὰ ἐ­ρω­τη­μα­τι­κὰ γύ­ρω του. Οἱ πε­ρισ­σό­τε­ρες ἀ­πει­κό­νι­ζαν τὸν ἐ­κλι­πόν­τα θεῖ­ο σὲ νε­α­νι­κὴ (πῶς ἀλ­λι­ῶς) ἡ­λι­κί­α ἢ τὸν πα­τέ­ρα στὴν ἐ­πο­χὴ τῆς στρα­τι­ω­τι­κῆς θη­τεί­ας, ἐ­λά­χι­στες ἀ­κό­μη συγ­γε­νεῖς ἢ φί­λους. Τοῦ κι­νοῦ­σε πάν­το­τε τὴν πε­ρι­έρ­γεια μιὰ ἐν­τε­λῶς ἀ­ταί­ρια­στη, γιὰ δύ­ο λό­γους. Ὁ πρῶ­τος για­τί ἀ­πει­κό­νι­ζε τὴ για­γιὰ Λέ­νω, ἀ­συ­νή­θι­στα νέ­α, ντυ­μέ­νη (στὰ μαῦ­ρα βέ­βαι­α) κά­πως πιὸ ἐ­πί­ση­μα, καὶ τὸν πα­τέ­ρα του δί­πλα, μὲ ροῦ­χα τῆς πό­λης καὶ τι­ράν­τες, νέ­ο κι ἀ­γέ­ρω­χο. Ὁ δεύ­τε­ρος για­τί ἦ­ταν κομ­μέ­νη καὶ τῆς ἔ­λει­πε τὸ πά­νω δε­ξὶ μέ­ρος δί­πλα στὸν πα­τέ­ρα. Ἐ­κεῖ­να τὰ χρό­νια ὑ­πῆρ­χε πε­ρι­ο­ρι­σμὸς στὶς ἐ­ρω­τή­σεις ποὺ μπο­ροῦ­σαν νὰ τε­θοῦν, χω­ρὶς πάν­τως ρη­τὴ ἀ­πα­γό­ρευ­ση. Ἀρ­γό­τε­ρα, ὅ­ταν οἱ ἀ­πει­κο­νι­ζό­με­νοι εἶ­χαν ἀ­πο­βι­ώ­σει καὶ ὁ κό­σμος καὶ οἱ οἰ­κο­γε­νεια­κοὶ ρό­λοι εἶ­χαν ἀλ­λά­ξει, πῆ­ρε τὴν ἀ­πάν­τη­ση ἀ­πὸ τὴ μά­να του, ὅ­σα τέ­λος πάν­των ἤ­ξε­ρε κι ἐ­κεί­νη. Ὅ­ταν λοι­πὸν ὁ Μ. ἀ­πο­λύ­θη­κε ἀ­πὸ τὸ ναυ­τι­κό, τὸ δύ­σκο­λο ἔ­τος 1948 τοῦ ἐμ­φυ­λί­ου, τὸ ὀ­ρει­νὸ χω­ριὸ τῆς Ἠ­πεί­ρου εἶ­χε ἐκ­κε­νω­θεῖ μὲ κυ­βερ­νη­τι­κὴ ἐν­το­λὴ καὶ οἱ κά­τοι­κοι ἐ­κτο­πί­στη­καν εἴ­τε σὲ μιὰ γει­το­νι­κὴ κω­μό­πο­λη εἴ­τε στὴν πρω­τεύ­ου­σα τοῦ νο­μοῦ. Ὄν­τας ἀ­πα­γο­ρευ­τι­κὴ ἡ ἐ­πι­στρο­φή, ἀ­πο­φά­σι­σε νὰ μεί­νει στὴν Ἀ­θή­να κά­νον­τας εὐ­και­ρια­κὲς δου­λει­ές. Τό­τε ἦ­ταν πού, ὅ­πως συ­νη­θι­ζό­ταν, ἰ­δι­ο­ποι­ή­θη­κε ἕ­να οἰ­κό­πε­δο στὸ Πέ­ρα­μα. Στὴν ἴ­δια πε­ρι­ο­χὴ φαί­νε­ται πὼς γνώ­ρι­σε τὴν ἀ­πο­κε­κομ­μέ­νη τῆς φω­το­γρα­φί­ας. Τε­λει­ώ­νον­τας ὁ ἐμ­φύ­λιος, μὲ τὸν ἐ­πα­να­πα­τρι­σμὸ τέ­λει­ω­σε καὶ ἡ ὑ­πο­μο­νὴ τῆς Λέ­νως. Μο­λο­νό­τι ζοῦ­σε ἀ­κό­μη ὁ ἄν­τρας της, πῆ­ρε ἡ ἴ­δια τὸν δρό­μο γιὰ τὴν πρω­τεύ­ου­σα. Μὲ τί ἑλ­λη­νι­κά, τί χρή­μα­τα, τί γε­ω­γρα­φι­κὲς γνώ­σεις, κα­νεὶς δὲν ξέ­ρει. Ἐμ­φα­νί­στη­κε στὸ Πέ­ρα­μα καὶ μὲ τὴ φω­το­γρα­φί­α τοῦ πα­λι­κα­ριοῦ στὸ χέ­ρι ἔ­φτα­σε στὸν προ­ο­ρι­σμό της. Ἀ­να­φώ­νη­σε, λέ­ει, τὴ φρά­ση «τὸ δι­κό μου τὸ παι­δί», κι ὡς ἐ­κεῖ ξέ­ρου­με. Ὁ Μ. πάν­τως ἐ­πέ­στρε­ψε μα­ζί της στὸ χω­ριό. Δὲν δό­θη­κε πο­τὲ κά­ποι­α ἐ­ξή­γη­ση, πῶς βρέ­θη­καν στὴν ἴ­δια φω­το­γρα­φί­α μά­να, γιὸς καὶ ἀ­πο­κομ­μέ­νη. Οὔ­τε ἂν ἡ τε­λευ­ταί­α ἦ­ταν τὸ ἴ­διο πρό­σω­πο μὲ μιὰ ὄ­μορ­φη πο­δη­λά­τισ­σα σὲ ἡ­μι­α­στι­κὸ το­πί­ο, ἄλ­λης φω­το­γρα­φί­ας στὸ ἴ­διο ξύ­λι­νο κου­τί.



Πηγή: Ἀπὸ τὴ σειρὰ πεζῶν Θραύσματα τοῦ 20οῦ αἰώνα. Πρώτη δη­μο­σί­ευ­ση.

Ἀγαθοκλῆς Ἀζέλης (Μη­λιὰ Με­τσό­βου, 1963). Φι­λό­λο­γος στὴ Δευ­τε­ρο­βάθ­μια Ἐκ­παί­δευ­ση, ἀ­πό­φοι­τος τῆς Φι­λο­σο­φι­κῆς Ἀ­θη­νῶν καὶ δι­δά­κτο­ρας τοῦ Πα­νε­πι­στη­μί­ου τῆς Βι­έν­νης. Πρῶ­το του βι­βλί­ο: Νύ­χτες στὸ θρυμ­μα­τι­σμέ­νο ἐ­νυ­δρεῖ­ο, Ἀ­θή­να, 2008, (ποί­η­ση). Δη­μο­σί­ευ­σε με­τα­φρά­σεις γερ­μα­νό­φω­νης λο­γο­τε­χνί­ας.

Δή­μη­τρα Ἰ. Χρι­στο­δού­λου: μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­α: ἕ­νας φαν­τα­στι­κὸς κῆ­πος



[Ἡ Μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­α Παν­τοῦ. Δί­μη­νη Δι­ε­θνὴς Ἐ­πι­σκό­πη­ση.

Δελ­τί­ο#7]


Δή­μη­τρα Ἰ. Χρι­στο­δού­λου

μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­α: ἕ­νας φαν­τα­στι­κὸς κῆ­πος


κῆ­πος


Ὁ Ε. Χ. ΓΟΝΑΤΑΣ στὸ ὑ­περ­σύν­το­μο ἀ­φή­γη­μά του «Ὁ Κῆ­πος» (Τὸ βά­ραθρο, 1984) γρά­φει: «Κα­θὼς ἀ­νε­βαί­νω τὸν ἄ­θλιο χω­μα­τό­δρο­μο, ποὺ ὅ­λο στε­νεύ­ει κι ἀ­νη­φο­ρί­ζει, φα­νε­ρώ­νε­ται μπρο­στά μου ὁ κῆ­πος. Μιὰ σκά­λα φέρ­νει στὸ καγ­κε­λω­τὸ κι­ό­σκι μὲ τὰ με­γά­λα μα­βιὰ λου­λού­δια. Τὰ σκα­λο­πά­τια της εἶ­ναι ἀ­πὸ πέ­τρα δι­ά­φα­νη, καὶ μέ­σα τους πλέ­ουν φύλ­λα, ὡ­ραῖ­α χρώ­μα­τα καὶ λί­γα γράμ­μα­τα τοῦ ἀλ­φα­βή­του». Στὴν κο­ρυ­φαί­α μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­α Ἀλληλουχία τῶν κήπων (1964) τοῦ Cortázar τὰ γράμ­μα­τα γί­νον­ται λέ­ξεις καὶ πο­τα­μὸς ποὺ σβή­νει τὰ ὅ­ρια ἀ­νά­με­σα στὴν πραγ­μα­τι­κό­τη­τα καὶ τὴ μυ­θο­πλα­σί­α. Στὸ δι­ή­γη­μα Ὁ κῆ­πος μὲ τὰ δι­α­κλα­δω­τὰ μο­νο­πά­τια (1941) τοῦ Borges ξε­τυ­λί­γε­ται ἕ­να δι­ά­φα­νο μυ­στή­ριο γύ­ρω ἀ­πὸ τὸν Τσού­ι Πέν, τὸν πρό­γο­νο τοῦ κεν­τρι­κοῦ ἥ­ρω­α. Ὁ Τσού­ι Πὲν ἀ­παρ­νή­θη­κε τὰ πάν­τα, κλεί­στη­κε γιὰ δε­κα­τρί­α χρό­νια στὸ Πε­ρί­πτε­ρο τῆς Λα­γα­ρῆς Μο­να­ξιᾶς, «στὴ μέ­ση ἑ­νὸς σχε­δὸν ἀ­δι­έ­ξο­δου κή­που», ὅ­που πά­λε­ψε μὲ «τὸ ἀ­βυσ­σα­λέ­ο πρό­βλη­μα τοῦ χρό­νου» κι ἔ­γρα­ψε μὲ τὸ πι­νε­λά­κι του ἕ­να βι­βλί­ο-ἰ­δέ­α μὲ τί­τλο Ὁ κῆ­πος μὲ τὰ δι­α­κλα­δω­τὰ μο­νο­πά­τια καὶ θέ­μα τὸ χρό­νο, χω­ρὶς ὅ­μως νὰ τὸν ἀ­να­φέ­ρει πο­τέ. Σὲ αὐ­τὸ συ­νέ­λα­βε τὴν πεμ­πτου­σί­α τῆς ζω­ῆς καὶ τὴν εἰ­κό­να τοῦ σύμ­παν­τος κό­σμου ὡς ἕ­να μι­κρο­σκο­πι­κὸ λα­βύ­ριν­θο.



μη­τέ­ρα φύ­ση, ἄν­θρω­πος, ζῶ­α


«Ὅ­ταν ξύ­πνη­σε, ὁ δει­νό­σαυ­ρος ἦ­ταν ἀ­κό­μα ἐ­κεῖ»[1], εἶ­ναι ὅ­λη ἡ ἱ­στο­ρί­α μὲ τί­τλο «Ὁ δει­νό­σαυ­ρος» (1959) τοῦ Augusto Mon­ter­ro­so. Στὸ βι­βλί­ο Varia­cio­nes sobre «El dinosaurio» (Mi­cro­po­lis, 2016) τοῦ Με­ξι­κα­νοῦ θε­ω­ρη­τι­κοῦ Lauro Zavala ἐ­ξε­τά­ζον­ται ἐν­δε­λε­χῶς ὅ­λες οἱ κα­τα­γε­γραμ­μέ­νες πα­ραλ­λα­γές της. Τεκ­μη­ρι­ώ­νε­ται τὸ γε­γο­νὸς ὅ­τι ἔχει μείνει στὴν ἱστορία γιὰ τὶς πο­λυ­ά­ριθ­μες με­λέ­τες ποὺ ἔ­χουν γί­νει πά­νω σε αὐ­τὴ καὶ ἀ­φο­ροῦν ἑρ­μη­νευ­τι­κὲς καὶ ἀ­φη­γη­μα­το­λο­γι­κὲς ἀ­να­λύ­σεις ὡς πρὸς τὴν πύ­κνω­ση νο­ή­μα­τος, τὴν καφ­κι­κὴ ἀ­τμό­σφαι­ρα τοῦ ἀ­να­πό­δρα­στου, τὴν ἀ­ρι­στο­τε­λι­κὴ ἑ­νό­τη­τα –χώ­ρου –χρό­νου –δρά­σης, τὰ ὁ­ποῖ­α ἀ­πο­τε­λοῦν συ­νή­θη εἰ­δο­λο­γι­κὰ χα­ρα­κτη­ρι­στι­κά της σύγ­χρο­νης μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­ας, ὅ­πως Τὸ ραντεβοῦ μου μὲ μιὰ Νε­ά­ντερ­ταλ τοῦ David Galef ποὺ ἑ­νώ­νει τὸ μα­κρι­νὸ πα­ρελ­θὸν τοῦ ἀν­θρώ­πι­νου εἴ­δους μὲ τὸ σή­με­ρα, ἀλ­λὰ καὶ τὸ μέλ­λον. Εἰ­δι­κά, ὅ­μως, ὁ δει­νό­σαυ­ρος, ἀ­κό­μα καὶ ἂν δι­α­βα­στεῖ στὸ ἀ­πώ­τε­ρο μέλ­λον, φαί­νε­ται ὅ­τι δὲ θὰ ἀλ­λοι­ω­θεῖ ἡ δυ­να­μι­κή του, δι­ό­τι φέ­ρει στὸ dna του τὴν ἀ­να­τρε­πτι­κὴ ἰ­δέ­α ποὺ δι­α­τέ­μνει καὶ τὴν ἐ­πι­στη­μο­νι­κὴ φαν­τα­σί­α «Τί θὰ γι­νό­ταν ἐ­άν…». Ἐ­πι­πλέ­ον, κα­θὼς ἡ συν­τρι­πτι­κὴ πλει­ο­ψη­φί­α τῶν ἀ­να­γνω­στῶν θε­ω­ρεῖ ὅ­τι αὐ­τὸς ποὺ ξυ­πνά­ει εἶ­ναι ἕ­νας ἄν­θρω­πος, κω­δι­κο­ποι­εῖ τε­λι­κὰ ἕ­να ἐλ­πι­δο­φό­ρο μή­νυ­μα: ἡ ζω­ὴ συ­νε­χί­ζε­ται καὶ μὲ αὐ­τὸ τὸ δε­δο­μέ­νο θὰ μπο­ροῦ­σε κα­νεὶς νὰ συ­νει­δη­το­ποι­ή­σει καὶ νὰ ἀ­πο­δε­χτεῖ ὅ­τι πε­ρι­κλεί­ει τὰ πάν­τα καὶ εἶναι καὶ ἀγρίως ἀπίθανη, συμ­φω­νών­τας μὲ τὴν Καραπάνου.


Τὸ 2013 δη­μο­σι­εύ­θη­κε μέ­ρος τοῦ ἀρχείου τοῦ Πανεπιστημίου Cornell ἀ­πὸ ἤ­χους πτη­νῶν, στὸ ὁ­ποῖ­ο εἶ­ναι ἐ­λεύ­θε­ρη ἡ διαδικτυακὴ πρόσβαση καὶ μπο­ροῦ­με νὰ συμ­βάλ­λου­με στὸν ἐμ­πλου­τι­σμό του. Ἐ­πι­πλέ­ον, ὅ­μως, ἔ­χει ἐν­δι­α­φέ­ρον, ἐ­κτὸς ἀ­πὸ σπά­νι­ες ἠ­χο­γρα­φή­σεις πτη­νῶν, νὰ ἀ­κού­σει κα­νεὶς τυ­χαῖ­ες ἐ­πι­λο­γὲς ποὺ προ­τεί­νον­ται ἀ­πὸ τὴ βά­ση δε­δο­μέ­νων ἐ­ὰν ἀ­να­ζη­τή­σει ἀ­πο­τε­λέ­σμα­τα γιὰ τὸ εἶ­δος human-homo sapiens (π.χ. ἄντρας, ἐ­νή­λικας ποὺ ρο­χα­λίζει, ντου­έτο δύο ἔφη­βων κορι­τσιῶν, παραδοσιακά τρα­γού­δια ἀπὸ τὴ Γουα­δελού­πη, λειτουρ­γία σὲ μονα­στήρι στὴν Αἰ­θι­ο­πί­α, κ.ἄ.)


Ὁ Ἄγ­γλος Nicholas Royle μὲ τὴ συλλογὴ διηγημάτων του Ornithology (Confingo Publishing, 2017) πε­ρι­γρά­φει τὴν ἀ­κα­τα­μά­χη­τη ὀ­μορ­φιὰ καὶ τὶς ἀλ­λό­κο­τες συ­νή­θει­ες δι­ά­φο­ρων πτη­νῶν, ἀλ­λὰ μέ­σα ἀ­πὸ αὐ­τὴ τὴν ἀλ­λη­γο­ρι­κὴ πε­ρι­γρα­φή, ἀ­νι­χνεύ­ει τὸ μυ­στή­ριο τῆς ἀν­θρώ­πι­νης ἐ­πι­θυ­μί­ας μὲ ἐκ­φρα­στι­κὰ μέ­σα καὶ ἀ­φη­γη­μα­τι­κὲς τε­χνι­κὲς ποὺ χρη­σι­μο­ποι­οῦν­ται στὴ μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­α, κα­θὼς ἐ­κτὸς ἀ­πὸ συγ­γρα­φέ­ας εἶ­ναι κι ἕ­νας ἀ­πὸ τοὺς θεωρητικοὺς τοῦ είδους. Στὸ ἴ­διο πνεῦ­μα κι­νοῦν­ται καὶ οἱ συγ­γρα­φεῖς ἀ­πὸ τὴν Κί­να, τὸ Χὸνγκ Κὸνγκ καὶ τὴν Τα­ϊ­βάν, ὅ­πως φαί­νε­ται στὴν ἀν­θο­λο­γί­α μὲ 91 μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­ες μὲ τί­τλο Loud Sparrows (Columbia University Press, 2006), ἀλ­λὰ καὶ πολ­λοὶ ἄλ­λοι δι­ε­θνῶς, μὲ πρό­σφα­το πα­ρά­δειγ­μα τὸ ἀ­φι­έ­ρω­μα τοῦ λο­γο­τε­χνι­κοῦ πε­ρι­ο­δι­κοῦ στὴ Νέ­α Ζη­λαν­δί­α Flash Frontier μὲ θέ­μα Birds. Στὸ τε­λευ­ταῖ­ο, ὑ­πο­δειγ­μα­τι­κὴ εἶ­ναι ἡ μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­α τῆς Ἀγ­γλί­δας Jude Higgins μὲ τί­τλο Bird life, μὲ θέ­μα τὴν τραυ­μα­τι­κὴ ἐμ­πει­ρί­α τοῦ χω­ρι­σμοῦ ἑ­νὸς ζευ­γα­ριοῦ ἀ­πὸ τὴν ὀ­πτι­κὴ τοῦ ἐγ­κα­τα­λε­λει­μέ­νου συ­ζύ­γου, ἡ ὁ­ποί­α με­τὰ τὴν ἐ­πα­νέ­νω­ση τοῦ ζευ­γα­ριοῦ δὲ συ­ζη­τή­θη­κε, ἀλ­λὰ προ­βλη­μα­τί­ζει τὴ γυ­ναί­κα μὲ ἀ­φορ­μὴ τὴν εὕ­ρε­ση ἑ­νὸς νε­κροῦ που­λιοῦ στὸ κα­τώ­φλι τους.


Ὁ Ἐ. Χ. Γο­να­τᾶς στὸ σύν­το­μο ἀ­φή­γη­μα «Εὕ­ρη­μα» (στὸ Βάραθρο) ξυ­πνά­ει ἀ­νή­συ­χος ἀ­πὸ μιὰ φω­νὴ ποὺ ἀ­κού­ει νὰ τὸν κα­λεῖ. Ντύ­νε­ται βι­α­στι­κὰ καὶ φτά­νει σ’ ἕ­να βρά­χο στὴ θά­λασ­σα, πε­λε­κά­ει τὴν πέ­τρα μὲ τὸν κα­σμά του ἀ­γω­νι­ών­τας νὰ βρεῖ ἀ­πὸ ποῦ προ­έρ­χον­ται τὰ βογ­κη­τά, ὥ­σπου ξε­προ­βάλ­λει ἕ­να ἀ­δύ­να­μο που­λὶ ποὺ τρί­φτη­κε σὰν δυ­ό­σμος ξε­ρὸς στὸ ἄγ­γιγ­μά του. Ὁ Γιάννης Παλαβὸς στὸ δι­ή­γη­μα «Ζῆ­νος» (συλ­λο­γὴ Τὸ Παιδί) γρά­φει γιὰ δύ­ο ἀ­δέλ­φια τὰ ὁ­ποῖ­α ἕ­να πρω­ῒ φτιά­χνουν χι­ο­νάν­θρω­πο στὴν αὐ­λὴ τοῦ σπι­τιοῦ τους. Ὁ με­γα­λύ­τε­ρος ἀ­δελ­φὸς πα­ρα­κο­λου­θεῖ τὴ μη­τέ­ρα τους μέ­σα ἀ­πὸ τὸ πα­ρά­θυ­ρο τῆς κου­ζί­νας νὰ τη­λε­φω­νεῖ μὲ ἀ­γω­νί­α, προ­κει­μέ­νου νὰ μά­θει ποῦ εἶ­ναι ὁ πα­τέ­ρας τους, ὁ Ζῆ­νος, ποὺ δὲ γύ­ρι­σε τὸ βρά­δυ στὸ σπί­τι τους. Στὸ με­τα­ξύ, ἔ­χει πα­γι­δεύ­σει ἕ­να σπουρ­γί­τι ἐν ἀ­γνοί­ᾳ τῆς μι­κρῆς ἀ­δελ­φῆς του καὶ ὅ­ταν τε­λει­ώ­νουν τὸν χι­ο­νάν­θρω­πο ὁ ἀ­δελ­φὸς σκο­τώ­νει κρυ­φὰ τὸ που­λί, ἀ­νοί­γει βι­α­στι­κὰ μιὰ τρύ­πα στὸ κε­φά­λι τοῦ χι­ο­ναν­θρώ­που καὶ τὸ χώ­νει μέ­σα.


Tὸ 2016 ἀ­να­κοι­νώ­θη­κε ὅ­τι γιὰ πρώ­τη φο­ρὰ στὴν ἱ­στο­ρί­α τῆς φυ­σι­κῆς ἀ­νι­χνεύ­θη­κε ἀ­πὸ τὸ πα­ρα­τη­ρη­τή­ριο LIGO σῆ­μα τῶν βαρυτικῶν κυμάτων, ἐ­πα­λη­θεύ­ον­τας τὴ θε­ω­ρί­α ποὺ ἀ­νέ­πτυ­ξε πε­ρί­που ἑ­κα­τὸ χρό­νια πρὶν ὁ Ein­stein πε­ρὶ τῆς ὕ­παρ­ξής τους. Τὸ σῆ­μα, διάρκειας ελάχιστων δευ­τε­ρο­λέ­πτων, ἀ­πο­κα­λεῖ­ται δι­ε­θνῶς τι­τί­βι­σμα ἐ­πει­δὴ μοιά­ζει μὲ ἦ­χο που­λι­ῶν (chirp).



κα­θη­με­ρι­νὴ ζω­ή


Τὸ 2018 κυ­κλο­φό­ρη­σε ἡ συλ­λο­γὴ μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­ας μὲ τί­τλο Other House­hold to­xins τοῦ Ἀ­με­ρι­κα­νοῦ Christopher Allen, συν­τά­κτη τοῦ Smokelong Quarterly, τοῦ λο­γο­τε­χνι­κοῦ ἠ­λε­κτρο­νι­κοῦ πε­ρι­ο­δι­κοῦ ποὺ εἰ­δι­κεύ­ε­ται στὸ εἶ­δος ἀ­πὸ τὸ 2003. Στὴ συλ­λο­γὴ πε­ρι­λαμ­βά­νε­ται καὶ ἡ μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­α του μὲ τί­τλο «Target Practice» ποὺ θὰ πε­ρι­λη­φθεῖ στὴ δι­ε­θνῆ ἀν­θο­λο­γί­α Best Small Fictions 2019 (ὑπὸ ἔκδοση). Ἡ θε­μα­το­λο­γί­α τῆς συλ­λο­γῆς δὲν κρύ­βει ἐκ­πλή­ξεις ἀ­να­λο­γι­κὰ μὲ τὸν τί­τλο. Οἱ 48 μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­ες φω­τί­ζουν το­ξι­κὲς οἰ­κο­γε­νεια­κὲς σχέ­σεις ποὺ κρύ­βουν πολ­λὰ φαι­νο­με­νι­κὰ εὐ­υ­πό­λη­πτα σπι­τι­κά. «Ὅ­ταν σὲ ἀ­γα­ποῦν, σὲ τρῶ­νε;» ἀ­να­ρω­τι­έ­ται ἕ­νας ἥ­ρω­άς του. «Ζων­τα­νό;»

       Τὸ ἴ­διο ἔ­τος κυ­κλο­φό­ρη­σε ἡ συλ­λο­γὴ δι­η­γη­μά­των καὶ μι­κρο­μυ­θο­πλα­σι­ῶν τῆς Ἀ­με­ρι­κα­νί­δας Rita Bullwinkel μὲ τί­τλο Belly up[2]. Ἡ πρω­το­εμ­φα­νι­ζό­με­νη Bullwinkel δι­α­κρί­θη­κε καὶ γιὰ τὴ μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­α της μὲ τί­τλο «Phylum», ἡ ὁ­ποί­α ἐ­πί­σης θὰ πε­ρι­λη­φθεῖ στὴ δι­ε­θνῆ ἀν­θο­λο­γί­α Best Small Fictions 2019, κι ἔ­χει ξε­χω­ρί­σει γιὰ τὴν ἀ­φη­γη­μα­τι­κὴ οἰ­κο­νο­μί­α, τὴ φαν­τα­σί­α καὶ πρω­τό­τυ­πη μα­τιά της στὶς σύγ­χρο­νες ἀν­θρώ­πι­νες σχέ­σεις. Ἂν καὶ ὡς πρὸς τὴ θε­μα­το­λο­γί­α της καὶ τὴν ἐ­κτε­τα­μέ­νη χρή­ση τῆς με­τω­νυ­μί­ας θυ­μί­ζει τὸν Raymond Carver, συγ­κα­τα­λέ­χθη­κε στὴ λο­γο­τε­χνί­α τοῦ πα­ρά­ξε­νου καὶ φαν­τα­στι­κοῦ (weird fiction) δι­ό­τι, ὅ­πως ὁ κλα­σι­κὸς Ἄγ­γλος συγ­γρα­φέ­ας τοῦ εἴ­δους Robert Aickman ἔ­τσι καὶ ἡ Bullwinkel, κά­νει αὐ­το­ψί­α στὰ μι­κρά, σχε­δὸν ἀ­ό­ρα­τα, ἀ­τι­μώ­ρη­τα ἐγ­κλή­μα­τα ποὺ δι­α­πράτ­του­με κα­θη­με­ρι­νὰ ὅ­λοι.

       Τό­σο στὴν Bullwinkel ὅ­σο καὶ στὸν Aickman εἶ­ναι προ­φα­νεῖς οἱ ἀ­να­γω­γὲς στὸν Edgar Alan Poe[3], ἕ­ναν ἀ­πὸ τοὺς κύ­ριους προ­δρό­μους τῆς μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­ας, τὴ δε­ξι­ο­τε­χνί­α τοῦ ὁ­ποί­ου στὴν ἀ­πό­δο­ση ατμόσφαιρας μυστηρίου ἐ­ξέ­λι­ξε ὁ Borges, ἀλ­λὰ καὶ στὸν H. P. Lovecraft. Σύμ­φω­να μὲ τὸν ἴ­διο καὶ τοὺς με­λε­τη­τές του ἡ με­γα­λύ­τε­ρη πη­γὴ ἔμ­πνευ­σής του ἦ­ταν οἱ ἐ­φιά­λτες του.

       Στὴ συλ­λο­γὴ δι­η­γη­μά­των τοῦ Aickman ποὺ ἐ­πα­να­κυ­κλο­φό­ρη­σε τὸ 2018 μὲ τί­τλο Compulsory Games ἐν­το­πί­ζον­ται συγχρω­τι­σμοὶ μὲ δύ­ο κύ­ριους προ­δρό­μους τῆς μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­ας, τὸν Franz Kafka, ὡς πρὸς τὸ χι­οῦ­μορ, τὸ πα­ρά­ξε­νο καὶ ἀλ­λό­κο­το ὡς συν­θή­κη καὶ ὡς πρὸς τὴ δο­μὴ τῆς ἀ­φή­γη­σης μὲ τὸν Anton Chekhov, ἀλ­λὰ καὶ μὲ τὶς Elizabeth Bowen καὶ Flannery O’Connor. Ὅ­πως ἀ­να­φέ­ρει στὴν εἰ­σα­γω­γὴ ἡ ἐ­πι­με­λή­τρια τῆς ἔκ­δο­σης Victoria Nelson, οἱ ἥ­ρω­ές του εἶ­ναι κα­θη­με­ρι­νοὶ ἄν­θρω­ποι. Μέ­χρι τὴ στιγ­μὴ ποὺ ὁ Aickman ξύ­νει τὴν ἐ­ξω­τε­ρι­κή τους ἐ­πι­φά­νεια, εἰ­σχω­ρεῖ στὸν ἰ­δι­ω­τι­κό τους βί­ο καὶ ἀ­να­δει­κνύ­ει τὸν με­γα­λύ­τε­ρο τρό­μο ποὺ κρύ­βει ἡ ἀ­νί­α τῆς κα­θη­με­ρι­νῆς ζω­ῆς.

       Σᾶς φαί­νο­μαι πα­ρά­ξε­νη, ἀλ­λὰ του­λά­χι­στον εἶ­μαι ζων­τα­νή, συ­νή­θι­ζε νὰ λέ­ει ἡ Carson McCullers. Ἰ­δέ­α ποὺ δι­α­τέ­μνει τὰ ἄρ­τια δείγ­μα­τα μι­κρο­μυ­θο­πλα­στι­κῆς ἀ­φή­γη­σης στὴ συλ­λο­γὴ τῆς Κα­να­δῆς Damhnait Monaghan μὲ τί­τλο The Neverlands (V Press, 2019), στὴ σπον­δυ­λω­τὴ νου­βέ­λα τοῦ Justin Torres, Εμεῖς τὰ θηρία, ἀλ­λὰ καὶ στὴ συλ­λο­γὴ δι­η­γη­μά­των τοῦ David James Poissant, Ὁ παράδεισος τῶν ζώων.


Tὸ 2008 κυ­κλο­φό­ρη­σε ἡ συλ­λο­γὴ πε­ζῶν ποι­η­μά­των καὶ μι­κρο­μυ­θο­πλα­σι­ῶν τῆς Ν. Ἀ­φρι­κα­νὴς Liesl Jobson μὲ τί­τλο 100 Papers (Botsotso), ἡ ὁ­ποί­α ἀ­πο­τε­λεῖ ση­μεῖ­ο ἀ­να­φο­ρᾶς στὴ δι­ε­θνῆ βι­βλι­ο­γρα­φί­α τοῦ εἴ­δους. Ὁ Barry Yourgrau, ὁ Ἀ­με­ρι­κα­νὸς συγ­γρα­φέ­ας καὶ περ­φόρ­μερ ποὺ ἔ­χει γεν­νη­θεῖ στὴ Ν. Ἀ­φρι­κή, εἶ­ναι ὁ πρῶ­τος δυ­τι­κὸς σύγ­χρο­νος συγ­γρα­φέ­ας τοῦ ὁ­ποί­ου οἱ μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­ες συμ­πε­ρι­λή­φθη­σαν στὴ σει­ρὰ τῶν σύν­το­μων ἀ­φη­γή­σε­ων (keitai sosetsu) σὲ ἰ­α­πω­νι­κὴ πλατ­φόρ­μα κι­νη­τῆς τη­λε­φω­νί­ας. Τέ­τοι­ου εἴ­δους ἀ­φη­γή­μα­τα εἶ­ναι ἰ­δι­αί­τε­ρα δη­μο­φι­λῆ στὴν Ἰ­α­πω­νί­α καὶ γε­νι­κὰ στὴν Ἀ­σί­α καὶ δι­α­βά­ζον­ται ἀ­πὸ ἑ­κα­τομ­μύ­ρια ἀν­θρώ­πους κα­τὰ τὴ διά­ρκεια με­τα­κί­νη­σής τους μὲ τὰ μέ­σα μα­ζι­κῆς με­τα­φο­ρᾶς. Γιὰ τὴ δι­ε­θνῆ κρι­τι­κὴ ἀ­πο­τε­λοῦν μιὰ σύγ­χρο­νη ἐκ­δο­χὴ τῶν Ἱστοριῶν τῆς παλάμης τοῦ Kawabata, ἐ­νῶ με­λε­τῶν­ται συγ­κρι­τι­κὰ καὶ μὲ τὸ δι­η­γη­μα­τι­κὸ ἔρ­γο τοῦ Murakami, τὸ ὁ­ποῖ­ο εἶ­ναι δι­α­πο­τι­σμέ­νο ἀ­πὸ σου­ρε­α­λι­στι­κὰ πα­ρά­δο­ξα, ὅ­πως χα­ρα­κτη­ρι­στι­κὰ φαί­νε­ται στὴ συλ­λο­γή του ὁ Ἐλέφαντας ἐ­ξα­φα­νίζεται.

       Οἱ Jobson καὶ Yourgrau, μα­ζὶ μὲ τοὺς δύ­ο Ἰσ­ρα­η­λι­νοὺς Etgar Keret καὶ Alex Epstein, θε­ω­ροῦν­ται κύ­ριοι ἐκ­πρό­σω­ποι τοῦ εἴ­δους δι­ε­θνῶς καὶ συ­νέ­βαλ­λαν στὴ δι­ά­δο­σή του στὴν Ἀ­φρι­κή, ἂν καὶ ἀ­να­κα­λύ­πτον­ται δια­ρκῶς νέ­οι συγ­γρα­φεῖς ποὺ τὴν καλ­λι­ερ­γοῦν, ὅ­πως ἡ Αἰ­γύ­πτια Riham Adly, ἢ οἱ συμ­με­τέ­χον­τες στὸ ἀ­φι­έ­ρω­μα Africa τοῦ Flash Frontier τὸν Ὀ­κτώ­βριο τοῦ 2018. Ὡ­στό­σο, κομ­βι­κὴ γιὰ τὴν ἐ­ξέ­λι­ξη τοῦ εἴ­δους εἶ­ναι ἡ συμ­βο­λὴ τῆς Miriam Tlali, τῆς πρώ­της ἔγ­χρω­μης Νο­τι­ο­α­φρι­κα­νῆς συγ­γρα­φέ­α ποὺ ἐ­ξέ­δω­σε μυ­θι­στό­ρη­μα τὸ 1975 καὶ ἀ­πὸ τοὺς πρώ­τους γη­γε­νεῖς ποὺ καταδίκασε δημοσίως τὸ Ἀ­παρ­τχά­ιντ. Στὴ συλ­λο­γὴ (μι­κρο)δι­η­γη­μά­των της, μὲ τί­τλο Soweto Stories (Pandora Press, 1989), ποὺ ἔ­χει τὴ μορ­φὴ σύν­το­μων καὶ πε­ρι­ε­κτι­κῶν μαρ­τυ­ρι­ῶν, γυ­ναι­κῶν κυ­ρί­ως, μιὰ μη­τέ­ρα ποὺ ἀ­σφυ­κτιᾶ στρι­μωγ­μέ­νη στὸ τρέ­νο ποὺ με­τέ­φε­ρε ὑ­πὸ ἄ­θλι­ες συν­θῆ­κες μαύ­ρους ἐρ­γα­ζό­με­νους στὸ κέν­τρο τοῦ Γι­ο­χά­νεσ­μπουργκ, πα­ρε­νο­χλεῖ­ται σε­ξου­α­λι­κὰ ἀ­πὸ ἕ­ναν συ­νε­πι­βά­τη της. Στὴν προ­σπά­θειά της ν’ ἀ­πο­φύ­γει τὸ βια­σμό της, στὸ πιὸ ἀ­πί­θα­νο ση­μεῖ­ο, ἀ­νά­με­σά σε ἑ­κα­τον­τά­δες συ­ναν­θρώ­πους της, σφίγ­γει ὅ­λους τοὺς μύ­ες της προ­κει­μέ­νου νὰ κρα­τή­σει ἑ­νω­μέ­νους τοὺς μη­ρούς της καὶ οὐρ­λιά­ζει ἀ­πὸ πό­νο κι ἀ­πελ­πι­σί­α, ἀλ­λὰ μέ­σα στὴν ὀ­χλα­γω­γί­α ποὺ ἐ­πι­κρα­τεῖ στὰ κα­τά­με­στα βα­γό­νια, κα­νεὶς δὲ δί­νει ση­μα­σί­α στὶς φω­νές της· ἑ­κα­τον­τά­δες ζευ­γά­ρια μά­τια τὴν κοι­τοῦν, ἀλ­λὰ δὲν τὴ βλέ­πουν. Ὅ­ταν φτά­νει στὸν προ­ο­ρι­σμό της, ἀ­πο­βι­βά­ζε­ται «σι­ω­πη­λή, τό­σο πλη­γω­μέ­νη καὶ τό­σο ντρο­πι­α­στι­κὰ κα­κο­ποι­η­μέ­νη». Σ’ ἕ­να ἄλ­λο ση­μεῖ­ο ἡ Tlali γρά­φει: «Εἶ­χε ἕ­να δυ­να­τό, στω­ϊ­κὸ καὶ ἀ­νέκ­φρα­στο πρό­σω­πο, τὸ ὁ­ποῖ­ο, στὰ μά­τια καὶ τῶν δύ­ο παι­δι­ῶν της, φαι­νό­ταν ἀ­πρό­σβλη­το ἀ­πὸ τὶς πε­ρι­πέ­τει­ες τῆς ζω­ῆς καὶ τοὺς ἀ­να­πό­φευ­κτους κιν­δύ­νους τῆς γή­ραν­σης.»



μη­τέ­ρα


Ὁ Ἐ. Χ. Γο­να­τᾶς στὸν «Φυ­λα­κι­σμέ­νο» (στὸ Βάραθρο) γρά­φει: «Φυ­λα­κι­σμέ­νος μὲς στὸ γυα­λί, δὲν ἔ­βλε­πα πα­ρὰ τὰ πα­χου­λὰ χέ­ρια τῆς μη­τέ­ρας μου ποὺ ξα­να­βού­λω­νε σφι­χτά το κα­πά­κι. Ὕ­στε­ρα κόλ­λη­σε μιὰ ἐ­τι­κέ­τα στὸ μπου­κά­λι καὶ μ’ ἀ­πό­θε­σε ψη­λά, σ’ ἕ­να ρά­φι τῆς κου­ζί­νας, ἀ­νά­με­σα στὰ ἄλ­λα βά­ζα μὲ τὶς μαρ­με­λά­δες». Στὰ Μεγαλώματα τῆς Cristina Peri Rosi, μά­να καὶ κό­ρη πα­ρα­μέ­νουν ἀ­χώ­ρι­στες ἀλ­λὰ σὲ σύγ­κρου­ση ὣς τὸ τέ­λος, ἐ­νῶ στὸ «Slam» τῆς Liesl Jobson ἡ μη­τρι­κὴ στορ­γὴ καὶ ἡ ἀ­νι­δι­ο­τε­λὴς ἀ­γά­πη ἀ­νά­με­σά σε μη­τέ­ρα-κό­ρη ἀμ­φι­σβη­τεῖ πλή­ρως τὸ οἰ­δι­πό­δει­ο σύμ­πλεγ­μα, τὸ ὁ­ποῖ­ο πα­ρου­σι­ά­ζε­ται ὡς πα­ρά­δειγ­μα πρὸς ἀ­πο­φυ­γὴ καὶ στὸ ἐμ­βλη­μα­τι­κὸ «Κορίτσι» τῆς Jamaica Kincaid, ἀλ­λὰ καὶ στὴν πρω­τό­τυ­πη ἐκ­δο­χή του ἀ­πὸ τὴν Riham Adly. Στὸ δι­ή­γη­μα «Τὸ ἀ­γό­ρι καὶ ὁ σκύ­λος» ἀ­πὸ τὴ συλ­λο­γὴ Πρώιμα βάσανα τοῦ Danilo Kis ἡ ἐ­ξα­φα­νι­σμέ­νη μη­τέ­ρα τοῦ μι­κροῦ ἥ­ρω­α ἐ­πι­στρέ­φει ἕ­να βρά­δυ μό­νο καὶ μό­νο γιὰ νὰ πε­θά­νει δί­πλα του, ἐ­νῶ στὴ μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­α «We see our mother go to bed» τῆς Δα­νῆς Josefine Klougart τὴ στιγ­μὴ ποὺ ἡ μη­τέ­ρα ἀ­πο­σύ­ρε­ται αἰφ­νί­δια ἀ­πὸ τὸ βρα­δι­νὸ τρα­πέ­ζι καὶ πη­γαί­νει γιὰ ὕ­πνο τὰ παι­διά της συ­νει­δη­το­ποι­οῦν τὸ δυ­σα­να­πλή­ρω­το κε­νὸ ποὺ θὰ αἰ­σθά­νον­ται πάν­τα μα­κριά της. Στὴ Σημαδεμένη τῆς Σο­φί­ας Νι­κο­λα­ΐ­δου, τὸ οἰ­δι­πό­δει­ο ἀ­να­χαι­τί­ζε­ται προ­σω­ρι­νά: ἕ­νας ἄ­σω­τος πα­τέ­ρας, ὅ­ταν ἀ­πο­φα­σί­ζει νὰ ἐγ­κα­τα­λεί­ψει σύ­ζυ­γο καὶ παι­δί, ση­μα­δεύ­ει τὸ μπρά­τσο τῆς μι­κρού­λας μὲ τὸ σου­γιά του, γιὰ νὰ μπο­ρεῖ νὰ τὴν ἀ­να­γνω­ρί­σει ἂν πέ­σει μελ­λον­τι­κὰ στὸ κρε­βά­τι του. Στὸ «Mother» τῆς Grace Paley, ἡ κό­ρη ἐ­πι­θυ­μεῖ νὰ δι­α­τη­ρή­σει τὴ μνή­μη τῆς μη­τέ­ρας της ζων­τα­νή, πα­ρὰ τὴν ἔλ­λει­ψη ἐ­πι­κοι­νω­νί­ας ποὺ εἶ­χαν με­τα­ξύ τους: τὴ βλέ­πει νὰ στέ­κε­ται στὴν πόρ­τα τῆς κου­ζί­νας καὶ νὰ ἀ­νη­συ­χεῖ ἀ­κό­μα γιὰ τὸ γε­ρα­σμέ­νο πιὰ παι­δί της. Ἡ ἐ­πι­θυ­μί­α δι­α­τή­ρη­σης ζων­τα­νῆς τῆς μνή­μης τῆς μη­τέ­ρας ἄγ­γι­ξε τὰ ὅ­ρια τῆς ἐμ­μο­νῆς στὴν πε­ρί­πτω­ση τῆς Virginia Woolf, ἡ ὁ­ποί­α ὑ­πέ­στη στὰ δε­κα­τρί­α της τὸν πρῶ­το νευ­ρι­κὸ κλο­νι­σμὸ με­τὰ τὸ θά­να­το τῆς μη­τέ­ρας της, Julia Stephens (Μά­ι­ος, 1895).


.

θε­ω­ρη­τι­κὲς δι­α­κλα­δώ­σεις


Στὸ Σο­νέ­το 27[4]δημοφιλέστερος συγγραφέας William Shakespeare (ἔ­ρευ­να Instagram & Google, 2018) γρά­φει: Τρέ­χει τὸ σῶ­μα τὸ πρω­ί, τὸ βρά­δυ ἡ φαν­τα­σί­α. Ὁ Shakespeare ἀ­σχο­λή­θη­κε ἐλάχιστα μὲ τὴ μητρότητα ὅ­πως τὴν ἀν­τι­λαμ­βα­νό­μα­στε σή­με­ρα καὶ ὅ­πως πα­ρου­σι­ά­ζε­ται σὲ πολ­λὰ ὑ­πο­δειγ­μα­τι­κὰ κεί­με­να μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­ας[5]. Πα­ρό­λα αὐ­τά, ἀ­να­φέ­ρε­ται σὲ πολ­λὲς με­λέ­τες τοῦ εἴ­δους, τό­σο γιὰ τὴ ση­μα­σί­α ποὺ ἔ­χουν στὸ ἔρ­γο του ἡ φαν­τα­σί­α καὶ τὰ ὄ­νει­ρα, ὅ­σο καὶ γιὰ τὶς δύ­ο κομ­βι­κὲς φρά­σεις του στὸν Ἄμ­λετ, ἡ συν­το­μί­α εἶ­ναι ἡ ψυ­χὴ τοῦ πνευ­μα­τώ­δους λό­γου καὶ τὰ ὑ­πό­λοι­πα εἶ­ναι σι­ω­πή, κα­θὼς φαν­τα­σί­α, συν­το­μί­α καὶ σι­ω­πὴ ἀ­πο­τε­λοῦν θε­μέ­λιους λί­θους στὴν ἀ­νά­πτυ­ξη, τὴ δο­μή, ἀλ­λὰ καὶ τὴν ἐ­πι­κοι­νω­νί­α τῆς μι­κρο­μυ­θο­πλα­στι­κῆς ἀ­φή­γη­σης.

       Σύμ­φω­να μὲ τὴν πα­ρα­πά­νω ἔ­ρευ­να, ὅ­μως, τὸ δη­μο­φι­λέ­στε­ρο δρά­μα τοῦ Shakespeare εἶ­ναι Ὁ Ρω­μαῖ­ος καὶ ἡ Ἰ­ου­λι­έ­τα. Ἡ τρα­γι­κὴ ἱ­στο­ρί­α τῶν δύ­ο νέ­ων ποὺ πα­ρέκ­κλι­ναν ἀ­πὸ τὶς κοι­νω­νι­κὲς συμ­βά­σεις καὶ ὕ­μνη­σαν τὸν ἔ­ρω­τα καὶ τὴν ἀ­γά­πη θυ­σι­ά­ζον­τας τὴ ζω­ή τους. Ἡ Κοκ­κι­νο­σκου­φί­τσα τοῦ Perrault, ἐ­πί­σης πα­ρά­κου­σε τὶς ἐν­το­λὲς τῆς μη­τέ­ρας της κι ἔ­τσι ξε­κί­νη­σε ἡ πε­ρι­πέ­τεια τῆς ἀ­να­ζή­τη­σής της στὸ δά­σος. Πα­ρό­τι ἦ­ταν γιὰ αἰ­ῶ­νες τὸ δη­μο­φι­λέ­στε­ρο πα­ρα­μύ­θι δι­ε­θνῶς ἐ­κτο­πί­στη­κε τὸν 20ο αἰ. ἀ­πὸ τὸν Μι­κρὸ Πρίγ­κη­πα (1943) τοῦ Saint-Exupery. Ὅ­μως, εἶ­χαν προ­η­γη­θεῖ Ἡ Ἀ­λί­κη στὴ χώ­ρα τῶν θαυ­μά­των (1865) τοῦ Lewis Caroll, ἡ ὁ­ποί­α ἔ­πε­σε μέ­σα σὲ μιὰ λα­γό­τρυ­πα καὶ ἀ­να­κά­λυ­ψε ἕ­ναν θαυ­μα­στὸ κό­σμο καὶ ὁ Πῆ­τερ Πάν του James Barrie ποὺ ξε­πή­δη­σε ὡς ἥ­ρω­ας ἀ­πὸ τὸ μυ­θι­στό­ρη­μά του The little white bird (1902), ἐγ­κα­τέ­λει­ψε τὴν οἰ­κο­γε­νεια­κὴ ἑ­στί­α καὶ συ­νε­χί­ζει τὶς πε­ρι­πέ­τει­ές του μα­ζὶ μὲ τὴν πα­ρέ­α του στὴ χώ­ρα τοῦ Πο­τέ, ἀ­γέ­ρα­στος καὶ ἀ­θά­να­τος.

       Ὁ Ἄγ­γλος συγ­γρα­φέ­ας Paul Kavanagh στὴν ὑ­πο­δειγ­μα­τι­κὴ κι ἐ­φι­αλ­τι­κὴ μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­α του Ἀντουὰν ντὲ Σὲντ Ἐξιπερί ἀ­να­δει­κνύ­ει τὴν ὀ­πτι­κή του Borges, ἡ ὁ­ποί­α πα­ρα­πέμ­πει στὴν ἰ­δέ­α τοῦ Πλάτωνα γιὰ τὸ παι­χνί­δι: «Ἡ λο­γο­τε­χνί­α εἶ­ναι ἕ­να παι­χνί­δι, τὸ ὁ­ποῖ­ο, ὅ­μως, πρέ­πει νὰ τὸ παί­ζου­με μὲ τὴ σο­βα­ρό­τη­τα ποὺ ἀ­πο­δί­δουν στὸ παι­χνί­δι τους τὰ παι­διά.» [6] Ἀ­να­ρω­τι­έ­ται κα­νεὶς τί θὰ γι­νό­ταν ἐ­ὰν στὴ σά­λα τοῦ Kavanagh μὲ τὸν πε­ρί­τε­χνο πο­λυ­έ­λαι­ο, ἢ στὸ Πε­ρί­πτε­ρο τῆς Λα­γα­ρῆς Μο­να­ξιᾶς στὸν κῆ­πο τοῦ Borges, συ­ναν­τι­οῦν­ταν τὰ παι­διὰ ποὺ ἑ­τοι­μά­ζον­ταν νὰ κρε­μά­σουν τὸν Ἄλ­φρεντ, δι­α­βά­ζον­τάς του ἀ­πο­σπά­σμα­τα ἀ­πὸ τὸν Μι­κρὸ Πρίγ­κη­πα, μα­ζὶ μὲ τὴν Κοκ­κι­νο­σκου­φί­τσα, τὴν Ἀ­λί­κη, τὸν Πῆ­τερ Πάν, τὸν Μι­κρὸ Πρίγ­κη­πα, τὴ Μικρὴ Μπιζού τοῦ Modiano, τὸ Γερασμένο κορίτσι  τῆς Erpenbeck, τὸν Μαρτίνο τοῦ Le Clézio (ὁ ὁ­ποῖ­ος μᾶς ἔ­χει πεῖ ὅ­τι ὅ­λα ἔ­χουν γρα­φτεῖ, ἀρ­κεῖ νὰ τὰ δι­α­βά­σει κα­νείς), τὴν Κασσάνδρα τῆς Καραπάνου καὶ τὸν Θε­άν­θρω­πο μὲ τὴ μορ­φὴ βρέ­φους ἀ­πὸ τὸ Παιδί τοῦ Παλαβοῦ. Τί βι­βλί­ο θὰ γρα­φό­ταν καὶ τί μορ­φὴ θὰ εἶ­χε;


.

Προ­τά­σεις πλο­ή­γη­σης


Τὴ συλ­λο­γὴ δι­η­γη­μά­των καὶ μι­κρο­μυ­θο­πλα­σι­ῶν Μικρή μυθολογία τοῦ Σταμάτη Δαγδελένη.

       Τὶς συλ­λο­γὲς δι­η­γη­μά­των Τετράδια ὀνείρων τῆς Ζυράννας Ζατέλη, Ἀλφαβητάρι ἐντόμων τῆς Δήμητρας Κολλιάκου καὶ Τὸ παιδί τοῦ Γιάννη Παλαβοῦ.


Ἐν­δι­α­φέ­ρον­τα γραφήματα μὲ τὴ μορφή δικτύων ἀ­πὸ τὴ με­λέ­τη τῆς πλο­κῆς τῶν κυ­ρι­ό­τε­ρων σαιξ­πη­ρι­κῶν δρα­μά­των καὶ τῶν σχέ­σε­ων τῶν ἡ­ρώ­ων με­τα­ξύ τους.


Μάϊος 2019
[1]. Πα­λαι­ο­λό­γος Κων­σταν­τῖ­νος (ἐ­πιμ.)· Mini71cuentos, Ἀνθολογία ἱσπανόφωνου μικροδιηγήματος, Ἐκ­δό­σεις Μι­χά­λη Σι­δέ­ρη, Ἀ­θή­να, 2014, σελ. 45.
[2] . Ἀ­να­μέ­νε­ται προ­σε­χῶς (Μά­ϊ­ος 2019) καὶ στὰ ἑλ­λη­νι­κά, Ἐκ­δό­σεις Χα­ρα­μά­δα.
[3]. Ἡ τε­λευ­ταί­α δε­κα­ε­τί­α τοῦ 19ου αἰ. θε­ω­ρεῖ­ται ἡ κο­ρυ­φαί­α πε­ρί­ο­δος γιὰ τὸ ἀγ­γλό­φω­νο δι­ή­γη­μα. Καί­ρια ὑ­πῆρ­ξε ἡ συμ­βο­λὴ τῶν Nathaniel Hawthorne καὶ Edgar Allan Poe, στὰ ἔρ­γα τῶν ὁ­ποί­ων τὸ πα­ρά­δο­ξο, ἡ ἀμ­φι­ση­μί­α καὶ τὸ φαν­τα­στι­κὸ ἔ­δω­σαν νέ­ες δι­α­στά­σεις στὸ Ρο­μαν­τι­σμό. O Poe πί­στευ­ε ὅ­τι τὰ ἀόρατα πράγματα εἶναι ἡ μόνη πραγματικότητα. Τὰ δι­η­γή­μα­τά του μα­γνη­τί­ζουν τὸ ἐν­δι­α­φέ­ρον ἕ­ως σή­με­ρα ὡς πρὸς τὴν ὁ­λο­κλη­ρω­μέ­νη μορ­φὴ καὶ τὸ πε­ρι­ε­χό­με­νό τους. Θε­ω­ρεῖ­ται ἕ­νας ἀ­πὸ τοὺς κύ­ριους προ­δρό­μους τῆς μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­ας γε­νι­κὰ (καὶ εἰ­δι­κό­τε­ρα τοῦ ὑ­πο­εί­δους τοῦ φαν­τα­στι­κοῦ) δι­ό­τι σύμ­φω­να μὲ τὸν Poe ὁ συγ­γρα­φέ­ας ὀ­φεί­λει νὰ δί­νει τὸν κα­λύ­τε­ρό του ἑ­αυ­τὸ λέ­γον­τας ὅ,τι ἔ­χει νὰ πεῖ στὴ μι­κρό­τε­ρη δυ­να­τὴ ἔ­κτα­ση: ἐ­φό­σον τὸ δι­ή­γη­μα ἀ­φη­γεῖ­ται μί­α στιγ­μή, ἕ­να ἐ­πει­σό­διο, μί­α σκη­νή, αὐ­τὴ πρέ­πει νὰ συλ­λαμ­βά­νει καὶ νὰ ἀ­να­με­τα­δί­δει στὴν ὁ­λό­τη­τά της ὥ­στε τὸ κεί­με­νο «νὰ μπο­ρεῖ νὰ δι­α­βά­ζε­ται σὲ μία κα­θι­σιά». Κεν­τρι­κὴ ἔν­νοι­α στὸ βι­βλί­ο του The Philosophy of Composition (1846) καὶ πλέ­ον κα­νο­νι­στι­κὴ ἀρ­χὴ στὴ δι­δα­σκα­λί­α τῆς μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­ας μὲ τὴν προ­έ­κτα­ση «καὶ νὰ χω­ρά­ει στὸ μά­τι ἢ τὴν ὀ­θό­νη» (Lee Rourke, Lauro Zavala, κλ.π).
[4]. Shakespeare William, Τὰ σο­νέ­τα, Εἰ­σα­γω­γὴ–Με­τά­φρα­ση Λ. Ζα­φει­ρο­πού­λου, Gutenberg 2016.
[5] . Στὸ α­να­γεν­νη­σια­κὸ καὶ προ­τε­σταν­τι­κὸ πα­τρι­αρ­χι­κὸ πνεῦ­μα ποὺ κυ­ρι­αρ­χού­σε τὴν ἐ­πο­χὴ τοῦ Shakespeare ἡ μη­τρι­κὴ ἐ­πι­θυ­μί­α καὶ πα­ρου­σί­α πε­ρι­ο­ρι­ζό­ταν ἐν­τὸς τοῦ ἰ­δι­ω­τι­κοῦ καὶ αὐ­στη­ρὰ ὣς τὴ λή­ξη τῆς πε­ρι­ό­δου γα­λού­χη­σης, ἐ­νῶ σὲ σχέ­ση μὲ τὴ δη­μό­σια, ἐ­νή­λι­κη ζω­ὴ ἡ μη­τρι­κὴ πα­ρου­σί­α θε­ω­ροῦν­ταν ἐ­πι­κίν­δυ­νη, κα­τώ­τε­ρη ἢ πε­ρι­φε­ρεια­κή. Αὐ­τὲς οἱ ἐκ­δο­χὲς ἐν­το­πί­ζον­ται στὸ σαιξ­πη­ρι­κὸ ἔρ­γο, οἱ ὁ­ποῖ­ες ἀ­νά­γον­ται στὴν οἰ­δι­πό­δεια πλο­κή, ὅ­που, σὲ σχέ­ση μὲ τὸν ἥ­ρω­α, ἡ ἰ­δα­νι­κὴ μη­τέ­ρα εἶ­ναι ἡ ἀ­ποῦ­σα ἢ νε­κρὴ μη­τέ­ρα καὶ ἡ ἰ­δα­νι­κὴ κοι­νω­νί­α βα­σί­ζε­ται στὴν κα­τα­στο­λὴ τῆς μη­τρι­κῆς ἐ­πι­θυ­μί­ας.
[6] . Ὅ­πως ση­μει­ώ­νει ὁ Ἀ­χιλ­λέ­ας Κυ­ρι­α­κί­δης στὴ Μικρή Περιοχή.


Πη­γή: Πρώτη δημοσίευση.

Προηγήθηκαν:

Δελτίο#6: Δή­μη­τρα Ἰ. Χρι­στο­δού­λου: Μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­α: ἕ­να ρεῦ­μα ζω­ῆς, ἐ­δῶ καὶ τώ­ρα (Μάρτιος 2019).

Δελτίο#5: Συνέντευξη μὲ τὴν Ta­nia Hersh­man (Ἰανουάριος 2019).


Δελτίο#4: Μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­α: ἡ κο­ρυ­φὴ ἑ­νὸς πα­γό­βου­νου (ἰριδισμοὶ τοῦ μι­κροῦ)
 (Νοέμβριος 2018).

Δελτίο#3: Ἡ μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­α στὸ μι­κρο­σκό­πιο: ἀν­τα­πό­κρι­ση ἀ­πὸ τὴν Μπραγ­κάν­ζα, τὸ Σὲν Γκά­λεν καὶ τὴ Λι­σα­βό­να (Σεπτέμβριος 2018).

Δελτίο#2: Ἡ μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­α παν­τοῦ: ἀ­πὸ τὸν Αἴ­σω­πο, τὸν Ὅ­μη­ρο καὶ τὴν ἀρ­χαί­α ἑλ­λη­νι­κὴ γραμ­μα­τεί­α ἕ­ως σή­με­ρα. (Ἰούλιος 2018).

Δελτίο#1: Γιὰ τὸ 8ο Δι­ε­θνὲς Συ­νέ­δριο Μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­ας (2014)

καὶ τὰ Πρα­κτι­κά του (2017)  (Μάϊος 2018).

καὶ

Νέ­α: 07-05-2018. Ἡ μι­κρο­μυ­θο­πλα­σία παν­τοῦ! Μιὰ νέ­α στή­λη! 

Δή­μη­τρα Ἰ. Χρι­στο­δού­λου (Γι­ο­χά­νεσ­μπουρκ, 1971). Δι­ή­γη­μα, Με­τά­φρα­ση, Με­λέ­τη. Με­τα­πτυ­χια­κὴ εἰ­δί­κευ­ση στὴν Πο­λι­τι­στι­κὴ Δι­α­χεί­ρι­ση στὸ Παν­τεῖ­ο. Ἀ­πό­φοι­τη Εὐ­ρω­πα­ϊ­κοῦ Πο­λι­τι­σμοῦ, Τμῆ­μα Ἀν­θρω­πι­στι­κῶν Σπου­δῶν, ΕΑΠ. Ἀ­πό­φοι­τη Ἰ­σπα­νι­κοῦ Πο­λι­τι­σμοῦ, Πα­νε­πι­στή­μιο Menendez Pe­la­yo, San­tander. Με­τα­φρά­στρια, Βρε­τα­νι­κὸ Συμ­βού­λιο καὶ Ἰν­στι­τοῦ­το Γλωσ­­σο­λο­γί­ας, Λον­δί­νο.

Εἰκόνα: Φωτογραφία: Ἕλενα Παπαδοπούλου.

Ἀ­λέ­ξαν­δρος Βα­ναρ­γι­ώ­της: Ἄ, ρὲ μάνα



Ἀ­λέ­ξαν­δρος Βα­ναρ­γι­ώ­της


Ἄ ρέ, μά­να


ΙΧΑ ΚΟΙΜΗΘΕΙ μό­νο δύ­ο ὧ­ρες. Τὸ με­ση­μέ­ρι ζή­τη­σα ν’ ἀλ­λά­ξουν οἱ σκο­πι­ὲς γιὰ νὰ νὰ πά­ω στὴν ἀ­να­στά­σι­μη λει­τουρ­γί­α στὸ δι­πλα­νὸ χω­ριό. Μοῦ φαι­νό­ταν μιὰ πρά­ξη ἀν­θρώ­πι­νη. Στὸ στρα­τό­πε­δο ἦρ­θε ἕ­νας ἱ­ε­ρέ­ας στὶς 11 τὸ βρά­δυ. Μα­ζευ­τή­κα­με καὶ ἀ­φοῦ δι­ά­βα­σε με­ρι­κὲς εὐ­χὲς καὶ τὸ εὐ­αγ­γέ­λιο, εἴ­πα­με τὸ «Χρι­στὸς Ἀ­νέ­στη». Ἄ­χα­ρη Ἀ­νά­στα­ση.

       Μὲ εἶ­χαν ὑ­πη­ρε­σί­α στὴν πύ­λη. Ἀ­πὸ τὴν ἐκ­κλη­σί­α ἐ­πέ­στρε­ψα κα­τευ­θεί­αν στὴ σκο­πιὰ στὶς δύ­ο τὸ πρωΐ. Εἶ­χα κοι­νω­νή­σει καὶ δὲν ἔ­νι­ω­θα κού­ρα­ση. Ἤ­μουν χα­ρού­με­νος. Μέ­σα μου συν­τε­λοῦν­ταν μιὰ ἀ­νά­στα­ση ἀ­πὸ τὸ δρά­μα τῶν προ­η­γού­με­νων ἡ­με­ρῶν. Σι­γο­έ­ψαλ­λα τὸ «Ἀ­να­στά­σε­ως ἡ­μέ­ρα λαμ­πρυν­θῶ­μεν λα­οί, Πά­σχα Κυ­ρί­ου, Πά­σχα». Δά­κρυ­ζα. Σκε­φτό­μουν τὸ σπί­τι καὶ τοὺς συγ­γε­νεῖς ποὺ σὲ λί­γο θὰ ἔ­ψη­ναν τὸ ἀρ­νὶ στὸ χω­ριό. Ἄ­δεια μοῦ εἶ­χαν δώ­σει τὴ Με­γά­λη Δευ­τέ­ρα. Ἐ­πέ­στρε­ψα τὴ Με­γά­λη Πέμ­πτη. Οἱ «κα­λὲς» μέ­ρες δί­νον­ταν σὲ ὅ­σους εἶ­χαν μέ­σον. Οἱ ἄλ­λοι… στὸ ἔ­λε­ος τοῦ Θε­οῦ. Ὅ­λη τὴ Μ. Ἑ­βδο­μά­δα τὸ στρα­τό­πε­δο ἦ­ταν σὲ ἀ­να­βρα­σμό. Τὸ Πά­σχα θὰ τὸ γι­όρ­τα­ζε μα­ζί μας ὁ στρα­τη­γὸς μὲ τὴ γυ­ναί­κα του. Ἀ­πὸ τὴν ὥ­ρα ποὺ ἐ­πέ­στρε­ψα ἀ­πὸ τὴν ἄ­δεια ὣς καὶ τὸ Μ. Σάβ­βα­το ὅ­λοι κοι­μό­μα­σταν ἐ­λά­χι­στα. Γυ­α­λί­ζα­με ἅρ­μα­τα μά­χης καὶ τζὶπ στὸν ὄρ­χο, σκου­πί­ζα­με, ἀ­πο­ψι­λώ­να­με ἀ­πὸ τὰ χόρ­τα τὸ στρα­τό­πε­δο, μὲ τὰ χέ­ρια, ἀ­φοῦ τὰ σκα­πτι­κὰ δὲν ἔ­φτα­ναν γιὰ ὅ­λους, ἀ­σβε­στώ­να­με τοί­χους. Με­τέ­φε­ρα ἕ­να τρέ­ι­λερ γε­μά­το χόρ­τα. Ἔ­πρε­πε νὰ τὸ δέ­σω στὸν κο­τσα­δό­ρο τοῦ τζίπ. Δὲν εἶ­χα βο­ή­θεια. Τὸ τρέ­ι­λερ κύ­λη­σε καὶ μοῦ ἔ­πι­α­σε τὸ χέ­ρι. Πά­λευ­α νὰ τὸ βγά­λω, ἀλ­λὰ δὲν μπο­ροῦ­σα. Τὸ χέ­ρι ἄρ­χι­σε νὰ πρή­ζε­ται. Περ­νοῦ­σε τυ­χαῖα ἕ­νας ἀν­θυ­πο­λο­χα­γὸς καὶ μὲ εἶ­δε. Ἔ­σπρω­ξε τὸ τρέ­ι­λερ κι ἀ­πε­λευ­θέ­ρω­σα τὸ χέ­ρι. «Πά­γο» μοῦ εἶ­πε. «Μὴν πᾶς στὸ για­τρὸ για­τὶ θὰ σὲ τι­μω­ρή­σουν. Θὰ ποῦν ὅ­τι τὸ ἔ­κα­νες ἐ­πί­τη­δες γιὰ ἀ­ναρ­ρω­τι­κή.»

       Τὸν ἄ­κου­σα. Ἔ­βα­ζα πά­γο καὶ τὸ ἔ­κρυ­βα στὴν τσέ­πη. Εὐ­τυ­χῶς ποὺ δὲν ἔ­σπα­σε. Μὲ πο­νοῦ­σε πο­λὺ ὅ­μως.

       Τὴν Κυ­ρια­κὴ τὸ πρω­ῒ δὲν μὲ ἄ­φη­σαν νὰ πά­ω στὸ προ­σκλη­τή­ριο. «Μεῖ­νε στὴ σκο­πιά» μοῦ εἶ­πε ὁ ἔ­φε­δρος ἀ­ξι­ω­μα­τι­κὸς ποὺ ἦ­ταν ὑ­πη­ρε­σί­α στὸ φυ­λά­κιο τῆς πύ­λης. «Θὰ ἔρ­χον­ται ἐ­πί­ση­μοι καὶ εἶ­σαι ἀ­πὸ τοὺς λί­γους μὲ σι­δε­ρω­μέ­νη στο­λή.» «Ἄ ρέ, μά­να», σκέ­φτη­κα. «Τί μοῦ ἔ­κα­νες;» Θυ­μή­θη­κα μὲ τί σχο­λα­στι­κό­τη­τα σι­δέ­ρω­νε τὰ φρε­σκο­πλυ­μέ­να ροῦ­χα μου. «Ποι­ός ξέ­ρει πό­τε θὰ ξα­ναρ­θεῖς» ἔ­λε­γε. Κόν­τευ­ε δώ­δε­κα τὸ με­ση­μέ­ρι καὶ ἀ­κό­μη δὲν μὲ εἶ­χαν ἀλ­λά­ξει. Δι­α­μαρ­τυ­ρή­θη­κα. Ἤ­μουν νη­στι­κός. Ὁ ἔ­φε­δρος μὲ ἄ­φη­σε μό­νο δέ­κα λε­πτὰ νὰ ξε­μου­διά­σω καὶ νὰ φά­ω κά­τι, για­τὶ ὁ ἀν­τι­κα­τα­στά­της μου ἦ­ταν γιὰ κλά­μα­τα. Ἡ στο­λὴ τοῦ ἐρ­χό­ταν μι­κρὴ καὶ εἶ­χε παν­τοῦ τσα­λά­κες. Ἀ­νέ­λα­βα πά­λι. Ζα­λι­ζό­μουν, ἀλ­λὰ σὲ ποι­όν νὰ τὸ πῶ. Τὰ μά­τια μου βούρ­κω­ναν. Κα­τὰ τὴ μί­α ἔ­γι­νε πα­νι­κός. Κα­τέ­βη­κε ὁ δι­οι­κη­τὴς καὶ οἱ ἀ­ξι­ω­μα­τι­κοὶ στὴν πύ­λη. Ἐρ­χό­ταν ὁ στρα­τη­γός. Με­τὰ τὰ «πα­ρου­σιά­στε», τὰ «στρα­τι­ώ­της τε­θω­ρα­κι­σμέ­νων κλπ.» γιὰ τὴν ὑ­πο­τι­θέ­με­νη γνω­ρι­μί­α, πῆ­ρα πά­λι τὴ θέ­ση μου στὴ σκο­πιά. Μὲ φώ­να­ξε σχε­δὸν ἀ­μέ­σως ὅ­μως ὁ ἔ­φε­δρος. Μᾶς εἶ­χαν στή­σει ὅ­λους τοῦ φυ­λα­κί­ου τὸν ἕ­ναν δί­πλα στὸν ἄλ­λον σὰν γιὰ ἐ­κτέ­λε­ση. Μᾶς ἔ­δω­σαν ἀ­πὸ ἕ­να αὐ­γό. Τὸ μυα­λό μου κοι­μό­ταν. Δὲν θυ­μᾶ­μαι πολ­λά. Μό­νο τὴ φω­νὴ τοῦ στρα­τη­γοῦ νὰ μὲ ρω­τά­ει ἀ­πὸ ποῦ εἶ­μαι καὶ «Δέ­κα μέ­ρες ἄ­δεια στὸν Καρ­δι­τσι­ώ­τη». Τσουγ­κρί­σα­με καὶ τοῦ ἔ­σπα­σα τὸ αὐ­γό. Μᾶλ­λον ἡ ἔκ­φρα­σή μου ἔ­δει­χνε ὅ­τι δὲν τὸ πί­στευ­α καὶ γι’ αὐ­τὸ πιὸ δυ­να­τὰ καὶ ἐ­πι­τα­κτι­κὰ ὁ στρα­τη­γὸς εἶ­πε στὸν δι­οι­κη­τή: «Φεύ­γει τώ­ρα!». «Ἄ ρέ, μά­να» ἦ­ταν τὸ μό­νο ποὺ σκέ­φτη­κα.

       Μὲ ὠ­το­στόπ, λε­ω­φο­ρεῖ­α καὶ τραῖ­να στὶς δύ­ο τὸ βρά­δυ ἔ­φτα­σα στὸ σπί­τι κι ἔ­βα­λα τὸ κλει­δὶ στὴν πόρ­τα.



Πη­γή: Πρώτη δημοσίευση.

Ἀ­λέ­ξαν­δρος Βα­ναρ­γι­ώ­της (Τρί­κα­λα Θεσ­σα­λί­ας, 1966). Σπού­δα­σε στὸ Κλα­σι­κὸ Τμῆ­μα τῆς Φι­λο­σο­φι­κῆς Σχο­λῆς Ἰ­ω­αν­νί­νων. Ἐρ­γά­ζε­ται ὡς κα­θη­γη­τὴς Φι­λό­λο­γος στὴ δη­μό­σια Μέ­ση Ἐκ­παί­δευ­ση. Δη­μο­σί­ευ­σε τὶς συλ­λο­γὲς δι­η­γη­μά­των Δι­η­γή­μα­τα γιὰ τὸ τέ­λος τῆς μέ­ρας (Ἐκ­δό­σεις Λο­γεῖ­ον, Τρί­κα­λα, 2009) καὶ Ἡ θε­ω­ρί­α τῶν χαρ­τα­ε­τῶν (ἐκδ. Πα­ρά­ξε­νες Μέ­ρες, Ἀ­θή­να, 2014).

Δη­μή­τρης Χρι­στό­που­λος: Ἡ κί­τρι­νη ζα­κέ­τα



Δη­μή­τρης Χρι­στό­που­λος


Ἡ κί­τρι­νη ζα­κέ­τα


μο­νά­χα ὅ­ταν τὰ χέ­ρια μου σὲ χά­νουν,
ἡ πο­νε­μέ­νη φαν­τα­σί­α μου σὲ κερ­δί­ζει.
Ντί­νος Χρι­στι­α­νό­που­λος, «Ἀ­να­στο­λὴ»

ΥΡΙΣΕ ΤΟ ΚΛΕΙΔΙ καὶ ἄ­νοι­ξε τὴν ντου­λά­πα. Πρῶ­τα τὸ δε­ξιὸ φύλ­λο ποὺ ἔ­τρι­ξε ἀ­πὸ τὴν ἀ­χρη­σί­α. Γκρι­νιά­ζει κι αὐ­τὴ μὲ τὸν τρό­πο της —σκέ­φτη­κε— ποὺ χέ­ρι δὲν τὴν ἀ­νοί­γει πιά. Ὅ­λα το­πο­θε­τη­μέ­να μὲ τά­ξη καὶ σει­ρά. Χώ­θη­κε ὁ­λό­κλη­ρος λὲς καὶ ἤ­θε­λε νὰ τ᾿ ἀ­γα­πή­σει γιὰ τε­λευ­ταί­α φο­ρά. Νὰ τὸν χα­ϊ­δέ­ψουν οἱ μπλοῦ­ζες, νὰ τὸν ἀγ­γί­ξει κι ἐ­κεῖ­νο τὸ τα­γι­ὲρ ποὺ φό­ρα­γε τὴν ἄ­νοι­ξη, νὰ τὸν τυ­λί­ξει καὶ τὸ μαν­τὼ ποὺ τό­σο τῆς πή­γαι­νε. Μαν­τα­ρί­νι, κισ­σός, ὀρ­χι­δέ­α πυρ­πό­λη­σαν τὶς αἰ­σθή­σεις του καὶ ζα­λι­σμέ­νος πι­σω­πά­τη­σε. Ἡ κί­τρι­νη ζα­κέ­τα κρε­μό­ταν τε­λευ­ταί­α δί­χως νὰ τὴν ἔ­χει ξε­θω­ριά­σει ὁ χρό­νος. Δί­στα­σε. Τὴν ἄ­νοι­ξε πά­νω στὸ κρε­ϐ­ά­τι, τὴ σι­δέ­ρω­σε μὲ τὶς πα­λά­μες του, τὴ δί­πλω­σε προ­σε­κτι­κά, τὴν τα­κτο­ποί­η­σε στὸ σα­κί­διό του – ἄ­στα­τος ὁ και­ρὸς τε­λευ­ταῖ­α, δὲν εἶ­ναι παῖ­ξε-γέ­λα­σε. Ὕ­στε­ρα, τὸ ἀ­ρι­στε­ρὸ φύλ­λο. Ἐ­δῶ δὲν χρο­νο­τρί­ϐ­η­σε. Φό­ρε­σε τὸ κα­ρὼ που­κά­μι­σο ποὺ τοῦ εἶ­χε ἀ­γο­ρά­σει ἐ­κεί­νη – «τώ­ρα εἶ­σαι ὁ­λό­ι­διος ὁ Ρόμ­περτ Ρέν­τφορντ στὸ Γη­τευ­τὴ τῶν ἀ­λό­γων, ὁ γη­τευ­τὴς τῆς δι­κῆς μου ζω­ῆς, μὴν σοῦ πῶ καὶ κα­λύ­τε­ρος», τοῦ εἶ­χε πεῖ ἡ Δε­σποι­νι­ὼ στὴν ἐ­πέ­τει­ο τοῦ γά­μου τους πρὶν ἀ­πὸ κάμ­πο­σα χρό­νια.

       Πά­στρε­ψε γιὰ λί­γη ὥ­ρα τὸ σπί­τι, τα­κτο­ποί­η­σε τὰ πιά­τα στὴν κου­ζί­να, πῆ­ρε ἕ­να φύλ­λο χαρ­τὶ κι ἔ­κα­με τὸ χρέ­ος του. Σὲ λί­γο βγῆ­κε ἔ­ξω νὰ κά­μει ἕ­να τσι­γά­ρο. Δὲν τὸν χώ­ρα­γε ὁ τό­πος, δὲν τὸν χώ­ρα­γε τὸ σῶ­μα του. Δε­κά­ρα δὲν ἔ­δι­νε γιὰ τὶς συ­μϐ­ου­λὲς τοῦ για­τροῦ.

       Ἔ­σκυ­ψε μὲ δυ­σκο­λί­α· ἄ­φη­σε τὸ κλει­δὶ τῆς γκαρ­σο­νι­έ­ρας ποὺ νοί­κια­ζε κά­τω ἀ­πὸ τὸ χα­λά­κι τῆς ἐ­ξώ­πορ­τας μα­ζὶ μ᾿ ἕ­να γράμ­μα, αὐ­τὴ τὴ φο­ρά, γιὰ τὸν Κώ­στα. Θὰ κα­τα­λά­ϐ­ει αὐ­τός, συλ­λο­γί­στη­κε. Τὰ βή­μα­τά του τὸν ἔ­φε­ραν στὸν κου­ρέ­α τῆς γει­το­νιᾶς. «Κού­ρε­μα καὶ κόν­τρα ξύ­ρι­σμα, πα­ρα­κα­λῶ.» «Ἄν­τε καὶ γαμπρός, Νι­κή­τα», τοῦ εὐ­χή­θη­κε ὁ Θε­ό­φι­λος —φτυ­στὸς ὁ Δι­ο­νύ­σης Πα­πα­γι­αν­νό­που­λος στὸ Λού­να Πὰρκ— κι ἀ­μέ­σως δαγ­κώ­θη­κε μὲ τὴ γκά­φα του. «Μὲ τὸ συμ­πά­θιο», συ­νέ­χι­σε αὐ­τὸς χω­ρὶς νὰ τσιγ­κου­νευ­τεῖ τὴν Old Spice, «ἀλ­λὰ δὲν μοῦ ἔ­χεις πεῖ πο­τὲ πό­σα χρό­νια κου­ϐ­α­λᾶς στὴν καμ­πού­ρα σου».

       Γέ­λα­σε καὶ τοῦ ᾿πε: «χον­τρι­κά, πάν­τα χον­τρι­κά, Θε­ό­φι­λε, λί­γο προ­τοῦ πε­θά­νω…» «Κου­νή­σου ἀπ᾿ τὴ θέ­ση σου, ἄν­θρω­πέ μου», τοῦ εἶ­πε ἐ­κεῖ­νος καὶ σταυ­ρο­κο­πή­θη­κε. «Τὸ μό­νο ποὺ εὔ­χο­μαι εἶ­ναι ἐ­κεῖ ποὺ θὰ πά­ω νὰ βρῶ ἕ­να ψα­λί­δι σὰν τὸ δι­κό σου, Θε­ό­φι­λε.»

       Γιὰ μιὰ στιγ­μή, κα­θὼς γύ­ρι­σε, εἶ­δε τὸ πρό­σω­πο τῆς Δε­σποι­νι­ῶς, ὅ­πως τὸ χά­ρα­ξε ὁ νοῦς του μέ­σα στὸν κα­θρέ­φτη, νὰ δι­α­νεύ­ει σὰν ἀ­ε­ρι­κό. Χα­μο­γέ­λα­σε. «Ἄ, μὴν ξε­χά­σεις, τὴν ἀ­γά­πη μου στὴν Οὐ­ρα­νί­α», τοῦ ἔ­γνε­ψε ὁ Νι­κή­τας κλεί­νον­τας τὴν πόρ­τα καὶ κον­το­στά­θη­κε γιὰ μιὰ στιγ­μή: «Πο­τὲ δὲν ἤ­μουν κα­λύ­τε­ρα, Θε­ό­φι­λε. Ὕ­πνος καὶ ξύ­πνιος εὔ­κο­λα ζευ­γα­ρώ­νουν, μέ­χρι νὰ κά­νεις πφφ καὶ νὰ πε­ρά­σεις στὸ σκο­τει­νὸ τὸ θά­λα­μο».

       Στα­μά­τη­σε στὸ κα­φε­νεῖ­ο τοῦ Γκί­κα κι ἔ­παι­ξε μιὰ τε­λευ­ταί­α παρ­τί­δα τά­ϐ­λι μὲ τὸν Ἀρ­γύ­ρη – ὅ­λο δι­πλὰ σή­με­ρα· ἦ­ταν, φαί­νε­ται, ἡ μέ­ρα του. Ἀν­τάλ­λα­ξαν —ὅ­πως πάν­τα— λί­γα λό­για γιὰ τὰ τρέ­χον­τα, ἤ­πια­νε τὸ σα­ϐ­ϐ­α­τια­νό τους μὲ με­ζέ, ἔ­ϐ­α­λε μιὰ ἐ­λιὰ στὸ στό­μα, γέ­μι­σε καὶ τὸ φλα­σκί του γιὰ ὥ­ρα ἀ­νάγ­κης. Ἀ­πο­χαι­ρε­τή­θη­καν. Στὸ πε­ρί­πτε­ρο τῆς γω­νί­ας ἀ­γό­ρα­σε πα­κέ­το. Ἀ­πὸ τὰ βα­ριά.

       Τό ᾿χε πά­ρει ἀ­πό­φα­ση. Ὅ­ταν ἔ­χα­σε τὴ δου­λειά του, δὲν τὸν πεί­ρα­ξε. Οὔ­τε σκο­τί­στη­κε ποὺ ἡ σύν­τα­ξη δὲν φτού­ρα­γε γιὰ ὁ­λό­κλη­ρο τὸ μή­να. Οὔ­τε ἔ­σκα­σε ὅ­ταν τοῦ κα­τα­σχέ­σα­νε τὸ σπί­τι. Οὔ­τε τά ᾿βα­ψε μαῦ­ρα σὰν χά­λα­σε γιὰ πάν­τα ἡ ὑ­γεί­α του. «Ἀ­πε­δό­θη» κι αὐ­τό, ἔ­λε­γε φι­λο­σο­φών­τας κά­θε φο­ρά, ἔ­τσι γιὰ νὰ πα­ρη­γο­ρι­έ­ται. «Ἀ­πε­δό­θη» κι αὐ­τό. Μιὰ μέ­ρα… ἔ­μει­νε μι­σός. «Ἀ­πε­δό­θη» κι αὐ­τή. Μαγ­κού­φη καὶ τσαγ­κό, τὸν ἔ­λε­γαν, ἐ­πει­δὴ ἀ­πέ­φευ­γε ἔ­κτο­τε τὶς πολ­λὲς συ­να­να­στρο­φές. Πε­ρισ­σό­τε­ρο τὸν πεί­ρα­ξε ποὺ δὲν τή­ρη­σε τὴν ὑ­πό­σχε­σή του καὶ δὲν τὴν ἀ­κο­λού­θη­σε.

       Πί­σω δὲν κοί­τα­ξε καὶ τρά­ϐ­η­ξε κα­τὰ πά­νω. Στὸ δρό­μο συ­νάν­τη­σε ξω­μά­χους. «Πῶς ἀ­πὸ δῶ;» τοὺς ρώ­τη­σε. Κι ἐ­κεῖ­νοι χα­μο­γέ­λα­σαν καὶ προ­σπέ­ρα­σαν. Ὁ πε­ρί­πα­τος στὸ βου­νὸ τὸν ἀ­να­ζω­ο­γό­νη­σε. Ἡ ὀ­μορ­φιὰ εἰ­σέ­ϐ­α­λε μέ­σα του καὶ τὸν μέ­θυ­σε. Σὲ λί­γο ἀ­πο­κα­μω­μέ­νος ἄ­ρα­ξε σ᾿ ἕ­να πε­ζού­λι. Οἱ χυ­μοὶ ἀ­νέ­ϐ­αι­ναν ἀ­πὸ τὶς ρί­ζες. Φού­σκω­ναν τὰ μά­τια τῶν δέν­τρων. Ἴ­δια κι ἡ ψυ­χή του πλημ­μύ­ρι­ζε ἀ­πὸ τὴν κραι­πά­λη τῶν χρω­μά­των, κι ὅ­λα τὸν ἔ­κα­ναν δι­κό τους, κι ὅ­λα γί­νον­ταν κα­θρέ­φτης νὰ δεῖ μέ­σα τους πρό­σω­πα καὶ πράγ­μα­τα, πά­θη κι ἀ­γά­πες ἀ­πὸ ἐ­κεῖ­να τὰ πα­λιά, τὰ γκρί­ζα χρό­νια.

       Ἔϐαλε τὸ χέ­ρι ἀν­τή­λιο. Τὰ πλε­ού­με­να γλι­στροῦ­σαν στὴν ὑ­γρὴ ἐ­πι­φά­νεια καὶ σὲ λί­γο ἔ­σϐ­η­ναν ἀ­πὸ μπρο­στά του, ὅ­πως κλεί­νεις γιὰ μιὰ στιγ­μὴ τὰ μά­τια καὶ ἀ­νε­παι­σθή­τως κα­ρώ­νεις τὸν αἰ­ώ­νιο ὕ­πνο. Εἶ­δε καὶ τὴν Πε­λο­πόν­νη­σο ποὺ αὐ­τὴ τὴν ὥ­ρα φάν­τα­ζε σὰν ζῶ­ο ξα­πλω­μέ­νο· καὶ τὴν Αἴ­γι­να ἀ­μέ­ρι­μνη νὰ τα­ξι­δεύ­ει πά­νω σ᾿ ἕ­να πλα­τα­νό­φυλ­λο. Φο­ϐ­ή­θη­κε μή­πως δὲν τὴν ἀν­τέ­ξει τό­ση ὀ­μορ­φιὰ καὶ κά­νει πί­σω, φο­ϐ­ή­θη­κε μή­πως σπά­σει ἀ­πὸ τὸ φῶς. Ἔ­κλει­σε γιὰ ὥ­ρα τὰ μά­τια κι αἰ­σθάν­θη­κε τὸ οὐ­ρα­νο­θά­λασ­σο καὶ τὰ δέν­τρα καὶ τὸ βου­νὸ ὁ­λά­κε­ρο νὰ μπαί­νει μέ­σα του, νὰ γί­νε­ται ὁ ἴ­διος χῶ­μα καὶ νε­ρό, ἥ­λιος, σύν­νε­φο καὶ μώϐ, λὲς κι ἡ ζω­ή του μό­λις ξε­κι­νοῦ­σε.

       Ἅ­πλω­σε τὸ χέ­ρι σὲ μιὰ πέ­τρα καὶ τὴ χά­ι­δε­ψε μὲ στορ­γὴ λὲς κι αὐ­τὴ ἡ πέ­τρα συμ­πύ­κνω­νε τὸ σπό­ρο τῆς φω­τιᾶς ποὺ γιὰ χρό­νια ἀ­δρά­νειας καὶ σι­γῆς κρύ­ϐ­ε­ται κά­τω ἀ­πὸ τὸ χῶ­μα, ὥ­σπου μιὰ μέ­ρα νὰ ξα­να­γεν­νη­θεῖ. Ἀ­φυ­πνί­στη­κε ἀ­πὸ ἕ­να ἀγ­κά­θι ποὺ τοῦ μά­τω­σε τὸ δά­χτυ­λο. Ἕ­να τρι­αν­τά­φυλ­λο ξε­πε­τά­χτη­κε ἀ­πὸ τὸ που­θε­νά. Μιὰ σκιὰ στά­θη­κε πί­σω του καὶ σὰν με­τά­ξι τὸν ἄγ­γι­ξε. Το ᾿ξε­ρε! Μιὰ ζω­ὴ αὐ­τὸ ἦ­ταν τὸ σύν­θη­μά τους. «Δε­σποι­νι­ώ!» εἶ­πε ξαφ­νι­α­σμέ­νος. «Ἐ­σύ;»

       Ἀ­να­θάρ­ρε­ψε. Λύ­θη­κε ἐ­πι­τέ­λους ἡ σι­ω­πή του καὶ ἄ­να­ψε τὸ γέ­λιο μέ­σα του. Μέ­τρη­σαν τὰ χρό­νια κι ἀ­να­λο­γί­στη­καν πό­σο γρή­γο­ρα ἐ­ρη­μώ­νει ὁ ἄν­θρω­πος σὰν μέ­νει μαγ­κού­φης καὶ τί­πο­τα δὲν πε­ρι­μέ­νει. Μί­λη­σαν γιὰ τὰ πα­λιά, τὰ χι­λι­ο­ει­πω­μέ­να, τὰ δι­κά τους, μί­λη­σαν καὶ γιὰ τ᾿ ἄλ­λα, τὰ σκο­τει­νά, τ᾿ ἀ­νο­μο­λό­γη­τα. Αὐ­τὴ τὴ φο­ρὰ μὲ κά­ποι­ες πα­ραλ­λα­γές. Εἶ­παν νὰ τὰ ἱ­στο­ρή­σουν κά­πως ἀ­ό­ρι­στα, σὲ τρί­το πρό­σω­πο, λὲς καὶ ὅ­λα τοῦ­τα συ­νέ­ϐ­η­σαν σὲ ξέ­νους.

       Κου­ϐ­έν­τα στὴν κου­ϐ­έν­τα, κά­πνι­σαν ὁ­λό­κλη­ρο τὸ πα­κέ­το. Στὸ τέ­λος τὴ ρώ­τη­σε γιὰ τὸ και­νού­ριο σπί­τι, ἂν εἶ­ναι στε­νά­χω­ρο, ἂν ἔ­χει ὑ­γρα­σί­α, ἂν χρει­ά­ζε­ται με­ρε­μέ­τια. Τὰ γνω­στά. Τὰ χέ­ρια του ἔ­πια­ναν.

       «Μὴν σκο­τί­ζε­σαι! Μό­νο… αὐ­τὲς οἱ ἀ­γρυ­πνί­ες.»

       Χα­μο­γέ­λα­σε. «Κι ἐ­μέ­να», τῆς ἐ­ξο­μο­λο­γή­θη­κε, «ὕ­πνος δὲν μοῦ κολ­λᾶ τε­λευ­ταῖ­α».

       «Ποῦ ἀ­κού­στη­κε!» τοῦ εἶ­πε. « Ἡ νύ­φη νὰ κλέ­ϐ­ει τὸ γαμ­πρό…»

       Γέ­λα­σαν μὲ τὴν ψυ­χή τους.

       «Σὲ κα­λό μας!» τοῦ ἔ­κα­νε στὸ τέ­λος καὶ χά­ι­δε­ψε τὰ γκρί­ζα χι­ό­νια.

       Λέ­γα­νε ἱ­στο­ρί­ες μέ­χρι ποὺ τὸ φεγ­γά­ρι ἔ­σκα­σε μύ­τη πί­σω ἀ­πὸ τὸ βου­νό.

       Ἔϐαλε ψύ­χρα κι αὐ­τὴ δὲν εἶ­χε πά­ρει τί­πο­τα μα­ζί της.

       Ἄ­νοι­ξε τὸ σα­κί­διο καὶ τῆς ἔ­ρι­ξε στοὺς ὤ­μους τὴν κί­τρι­νη ζα­κέ­τα.

       «Δι­ψῶ, Νι­κή­τα, δι­ψῶ!» τοῦ φά­νη­κε νὰ λέ­ει, μ᾿ ἕ­να χα­μό­γε­λο στὰ χεί­λη.

       Ἔϐγαλε ἀπ᾿ τὴ μέ­σα τσέ­πη τοῦ σα­κα­κιοῦ του τὸ φλα­σκί. Ἤ­πιαν μιὰ γου­λιὰ κρα­σὶ νὰ γλυ­κά­νουν τὴν πί­κρα τῆς ἀ­που­σί­ας καὶ μὲ τὸ ὑ­πό­λοι­πο ράν­τι­σε τὸ χῶ­μα.

       Τὴ να­νού­ρι­σε μ᾿ ἕ­να σκο­πὸ στὴ φυ­σαρ­μό­νι­κα ποὺ εἶ­χε ἀ­κού­σει ἕ­να κα­τα­χεί­μω­νο στὸ Κιλ­κὶς καὶ ἔ­κτο­τε τοὺς ἔ­δι­νε κου­ρά­γιο. Ἦ­ταν τὸ πα­ρα­σύν­θη­μα —μὰρς γιὰ ὕ­πνο— ποὺ μό­νον οἱ δυ­ό τους γνώ­ρι­ζαν καὶ τό ᾿λε­γαν κά­θε χρό­νο τέ­τοι­α μέ­ρα.

       Ψυ­χὴ δὲν σά­λευ­ε τρι­γύ­ρω, μό­νο τοῦ ἀ­νέ­μου τὸ σκίρ­τη­μα ἔ­σϐ­η­νε κά­που στὸ βά­θος μα­ζὶ μὲ τὸν κα­η­μὸ τῆς φυ­σαρ­μό­νι­κας. Σι­ω­πὴ σφρά­γι­ζε τώ­ρα τὰ χεί­λη, καὶ μιὰ λύ­πη ποὺ σπάρ­θη­κε ὁ­λό­γυ­ρα στὴν πλά­ση σοῦ ᾿σφιγ­γε τὴν καρ­διά.

       Τὸ σκο­τά­δι σι­γὰ-σι­γὰ τοὺς κύ­κλω­σε. Τὸν ἔ­κλει­σε στὴν ἀγ­κα­λιά της, ἔ­γει­ραν στὸ πλά­ι καὶ ἀ­νυ­πε­ρά­σπι­στοι ἀ­πο­κοι­μή­θη­καν νω­ρὶς-νω­ρίς.



Πη­γή: ἀ­πὸ τὴν συλ­λο­γὴ δι­η­γη­μά­των Σπου­δὴ στὸ κί­τρι­νο (ἐκδ. Τὸ Ρο­δα­κιό, 2018).

Δη­μή­τρης Χρι­στό­που­λος. Ἐρ­γά­ζε­ται ὡς φι­λό­λο­γος στὴ Μ.Ε., ἐ­νῶ σπου­δά­ζει Δη­μι­ουρ­γι­κὴ Γρα­φὴ στὸ Πα­νε­πι­στή­μιο Δ. Μα­κε­δο­νί­ας. Δη­μο­σί­ευ­σε τὶς συλ­λο­γὲς δι­η­γή­μα­των Δη­μό­σι­ες Ἱ­στο­ρί­ες (ἐκδ. Πή­γη, 2013) καὶ Σπου­δὴ στὸ κί­τρι­νο (ἐκδ. Ρο­δα­κιό, 2018). Δι­η­γή­μα­τά του ἔ­χουν δη­μο­σι­ευ­τεῖ στοὺς ἱ­στο­χώ­ρους καὶ τὰ πε­ρι­ο­δι­κὰ Πλα­νό­διον, Φρέ­αρ, Δέ­κα­τα, Bookpress καὶ στὸ Fra­ctal. Δι­α­τη­ρεῖ τὸν φι­λο­λο­γι­κὸ ἱ­στό­το­πο Ἠ­λε­κτρο­νι­κὴ Τρά­πε­ζα Φι­λο­λο­γι­κῶν Θε­μά­των.

Panos I. Mavromatis: Los flatulentos antisistema



Panos I. Mavromatis


Los flatulentos antisistema


QUEL día de abril, dos amigos se cachondeaban, soltaban tacos, se partían de risa, caminaban y se ventoseaban. O sea, para mayor franqueza, dicho de otro modo y hablando en plata se tiraban pedos a mansalva. Se estaban pasando siete pueblos. Como niños pequeños competían para ver quién haría el mayor y más largo ruido posible con la parte final de sus intestinos. Trataban incluso de dotar a sus intentos de matices musicales. Ni ellos mismos sabían de dónde sacaban tantos gases. ¿Qué habían comido? De tanto apretar podrían haberse cagado encima en cualquier momento.

       Hacía ya un buen rato, mediodía en Exarjia, día de fiesta, que el eco de sus pedos hacía retumbar las calles desiertas y los edificios por los que pasaban mientras desfilaban riéndose como si se les hubiese escapado un gallo.

       Extraña reacción, algo como una reacción psicosomática contra el régimen. Atados de pies y manos, boca cerrada, solo su culo quedaba libre para protestar. Era el aniversario del 21 de abril.

       Habían empezado la broma con las marchas y las músicas folclóricas que se oían desde por la mañana, recordando el chiste del corneta-pedorro que tocaba a silencio y al que estaban intentando imitar.

       Únicamente que no les salió como planeaban. Entre el ruido, las risotadas y los cuchicheos, un guardián de la ley y del orden que les seguía discretamente se percató de que se trataba obviamente de disidentes y les condujo a comisaría para que diesen explicaciones por ofensa a la decencia pública.

            Les tuvieron dos horitas esperando y después, el oficial de servicio —qué escribir y cómo escribir un 21 de abril, ya se reirían de él mañana sus colegas por haber apresado a dos tirapedos en Exarjia— les hizo las debidas recomendaciones y los dejó ir.

       Ellos entendieron a la perfección que ni siquiera sus culos podían elevar una protesta contra un régimen que tenía la nariz, los ojos y las orejas metidos en todas partes. Y por más silenciosos que fuesen los pedos, el régimen los acabaría oliendo.



Fuente: Panos I. Mavrommatis, Informes Anárquicos Sobre Panfletos Doblados, [Atenas, publicación privada] 2015.

Panos I. Mavrommatis (Atenas, 1945) es un neurólogo y psiquiatra e­spe­ci­a­li­za­do en neurología pediátrica. Trabajó 30 años en el hospital infantil de Atenas P. y A Kyriakou. Ha escrito cuentos, poemas y fábulas. Textos suyos han apa­re­ci­do en publicaciones literarias, periódicos y revistas.

Traducción: Daniel Alonso Lázaro.

Revisión: Konstantinos Paleologos, Eduardo Lucena y Proyecto Grequerías.