Ἰσμήνη Μαρία Τσοχαλῆ: Βρέ, παιδί


Ἰσμήνη Μαρία Τσοχαλῆ


Βρέ, παι­δί


ΗΝ ΑΡΧΗ ΤΟΥ ΠΗΡΑΝ τὸ δί­πλω­μα ὁ­δή­γη­σης, κι ὅ­ταν πή­γαι­να μὲ τοὺς ἄλ­λου­ς στὸ χω­ριό, μοῦ ’­λε­γε νὰ γρά­φω σ’ ἕ­να χαρ­τά­κι τί χρει­α­ζό­ταν νὰ τοῦ φέ­ρου­με. Μιὰ φο­ρά, τὸ τε­λευ­ταῖ­ο κα­λο­καί­ρι, μὲς στὰ πολ­λά, ἦ­ταν κι ἕ­να ἀ­πο­σμη­τι­κό, καὶ τοῦ τὸ πῆ­ρα σὲ σπρέ­ι καὶ πο­λὺ μον­τέρ­νο, νὰ γε­λά­σει. Μέ­ρες με­τά, στό­μω­σε χω­ρὶς λό­γο – τὸν βρῆ­κα μὲ μιὰ βε­λό­να νὰ πα­λεύ­ει νὰ ξε­βου­λώ­σει τὴν τρυ­πί­τσα. Δὲν τὰ κα­τά­φερ­νε καὶ μοῦ ’­πε: «Βρέ, παι­δί, ὅ­ταν ξα­να­κα­τέ­βε­τε, πά­ρε μου ἕ­να ἄλ­λο.» Με­τὰ τὸ ξέ­χα­σα, ἔ­φυ­γαν κι οἱ ἄλ­λοι μὲ τὸ αὐ­το­κί­νη­το γιὰ τὴν Ἀ­θή­να —ἐ­γὼ εἶ­χα πεῖ ὅ­τι θὰ κά­τσω μέ­χρι τὸν Σε­πτέμ­βρη– καὶ μεί­να­με στὸ σπί­τι οἱ δυ­ό μας. Πή­γαι­να στὴ θά­λασ­σα, ξε­νυ­χτοῦ­σα κα­μιὰ φο­ρὰ μὲ τὰ παι­διά, ξυ­πνοῦ­σα ἀρ­γὰ καὶ κα­θό­μα­σταν μα­ζὶ νὰ φᾶ­με. Τὸν εἶ­χε πιά­σει ἔ­γνοι­α γιὰ τὴ σχο­λὴ —δε­ν εί­χα πεῖ ὅ­τι σκε­φτό­μουν ν’ ἀλ­λά­ξω τμῆ­μα— μοῦ ’­χε δώ­σει καὶ κεῖ­νο τὸ βι­βλί­ο λα­ο­γρα­φί­ας πιὸ πα­λιὰ —φω­το­τυ­πί­ες τό ’­χε, μὲ μιὰ κόκ­κι­νη κορ­δέ­λα στὸ δέ­σι­μο— κι ἐ­κεῖ ποὺ κα­θό­μα­σταν μὲ ρω­τοῦ­σε ποῦ καὶ ποῦ κά­τι σχε­τι­κό, νὰ δεῖ ἂν τὸ δι­ά­βα­ζα. Δὲν τὸ δι­ά­βα­ζα. Ὅ­πως καὶ τί­πο­τε ἄλ­λο ὅλο τὸ κα­λο­καί­ρι. Τὸ μυα­λό μου τό ’­νι­ω­θα πρη­σμέ­νο ἀ­πὸ ἀγ­χω­μέ­νες σκέ­ψεις, δὲν μπο­ροῦ­σε κά­τι νὰ μπεῖ – οὔ­τε νὰ βγεῖ. Μι­λοῦ­σα μό­νο ὅ­σο χρει­α­ζό­ταν, ἀ­νοι­γό­κλει­να ντου­λά­πια, ἔ­πλε­να τὰ πιά­τα, ξά­πλω­να κολ­λη­τὰ στὸν δρο­σε­ρὸ τοῖ­χο – αὐ­τὴ ἡ η­συ­χί­α κι ἡ ἐ­πα­να­λη­πτι­κό­τη­τα μὲ ἀ­να­κού­φι­ζε. Γι’ αὐ­τὸ εἶ­χα μεί­νει. Κά­τι μέ­ρες πρὶν φύ­γω, μι­λοῦ­σε μὲ τὴ μα­μὰ στὸ τη­λέ­φω­νο, μᾶλ­λον τὸν ρώ­τη­σε πῶς τὰ πᾶ­με καὶ τὸν ἄ­κου­σα νὰ λέ­ει «Σὰν ξέ­νοι εἴ­μα­στε στὸ σπί­τι». Τραν­τά­χτη­κα. Με­τά, σκέ­φτη­κα ὁ­ρι­στι­κὰ «Εἶ­μαι ψυ­χρή».

        Τὸν χει­μώ­να, στὸ νο­σο­κο­μεῖ­ο, πά­λι μούγ­γα. Κα­θό­μουν στὸ δι­πλα­νὸ κρε­βά­τι καὶ χα­μο­γε­λοῦ­σα πα­ρά­ται­ρα. Κου­νοῦ­σα τὰ πό­δια πά­νω κά­τω —πῶς καὶ δὲν ἔ­βρι­σκαν στὸ πά­τω­μα;—  καὶ σκε­φτό­μουν πὼς αὐ­τὸς μπρο­στά μου δὲν τοῦ μοιά­ζει.

        Με­τὰ πέ­θα­νε, καὶ πέ­ρα­σε και­ρός· καὶ δὲν ἔ­χω γί­νει ἀ­κό­μα αὐ­τὸ ποὺ εἶ­ναι νὰ γί­νω. Κι ὅ­πο­τε τὸ σκέ­φτο­μαι, θυ­μᾶ­μαι τὸ χα­λα­σμέ­νο ἀ­πο­σμη­τι­κὸ ποὺ δὲν ἀν­τι­κα­τέ­στη­σα καὶ δὲν χρει­ά­ζε­ται πιά, καὶ τὸ ἀ­δι­ά­βα­στο βι­βλί­ο, καὶ κα­μιὰ φο­ρὰ κι αὐ­τὸ τὸ τη­λε­φώ­νη­μα.



Πηγή: Πρώτη δημοσίευση.


Ἰσμήνη Μαρία Τσοχαλῆ (1985, Αθήνα) Σπούδασε Παιδαγωγική στὴ Φιλο­σοφικὴ Σχολὴ Αθηνῶν καὶ Ἐπικοινωνία στὴν Ἀγγλία. Ζεῖ στὴν Ἀθήνα καὶ ἐρ­γάζεται ὡς μεταφράστρια ὑποτιτλισμοῦ.


Διαφημίσεις

Πηγὴ Κούτση: 50 τετραγωνικά


Πη­γὴ Κού­τση


50 τε­τρα­γω­νι­κά


ΥΠΝΗΣΑ ἀπότομα. Θυ­μᾶ­μαι ὅ­τι πῆ­ρα μιὰ δύ­σκο­λη ἀ­να­πνο­ὴ καὶ μὲ ἐ­πία­σαν τὰ κλά­μα­τα. Σὰν νὰ μὲ γέν­νη­σε ἡ μά­να μου ἐ­κεί­νη τὴν ὥ­ρα. Ἄ­νοι­ξα τὰ μά­τια μου καὶ βρέ­θη­κα σὲ ἕ­να ἄ­γνω­στο γιὰ μέ­να μέ­ρος. Δὲν εἶ­χα ἰ­δέ­α ποῦ ἤ­μουν καὶ για­τί βρι­σκό­μουν ἐ­κεῖ.

.       Ἦ­ταν ἕ­να σπί­τι ποὺ δὲν ἤ­ξε­ρα.

.      Ση­κώ­θη­κα μὲ πό­νους. Εἶ­χα πια­στεῖ. Φῶς ἐ­λά­χι­στο ἀ­πὸ ἕ­να μι­σό­κλει­στο παν­τζού­ρι. Ἔ­κα­νε ἀ­φό­ρη­τη ζέ­στη καὶ ἔ­νι­ω­θα τὸν ἱ­δρώ­τα νὰ στά­ζει καυ­τός. Κυ­λοῦ­σε χω­ρὶς στα­μα­τη­μὸ πά­νω στοὺς ὤ­μους μου.

.      Προ­σπά­θη­σα νὰ ἀ­νοί­ξω τοὺς δι­α­κό­πτες ἀλ­λὰ δὲν εἶ­χε ρεῦ­μα. Ἔ­τρε­ξα φο­βι­σμέ­νη πρὸς τὴν ἐ­ξώ­πορ­τα. Κλει­δω­μέ­νη. Ὁ ἱ­δρώ­τας ἄρ­χι­σε νὰ πα­γώ­νει πά­νω στὴν πλά­τη μου. Ἤ­μουν φυ­λα­κι­σμέ­νη; Δὲν μπο­ροῦ­σα νὰ θυ­μη­θῶ πῶς βρέ­θη­κα ἐ­κεῖ καὶ ἡ ἀ­γω­νί­α ποὺ γεν­νᾶ ἡ ἀ­πελ­πι­σί­α στα­μά­τη­σε ἐν­τε­λῶς τὸ μυα­λό μου.

.      Ἄρ­χι­σα νὰ οὐρ­λιά­ζω μή­πως μὲ ἀ­κού­σει κα­νείς. Κα­μί­α ἀ­πάν­τη­ση. Κα­νέ­νας θό­ρυ­βος.

.      Πέ­ρα­σαν λί­γα λε­πτὰ ἀ­πό­γνω­σης καὶ μό­λις συ­νῆλ­θα, ἀ­πο­φά­σι­σα νὰ πε­ρι­ερ­γα­στῶ τὸ μέ­ρος στὸ ὁ­ποῖ­ο βρι­σκό­μουν. Μιὰ μι­κρὴ κου­ζί­να, ἕ­να δω­μά­τιο, ἕ­να μπά­νιο μι­κρό, ἕ­να σα­λό­νι. Ἕ­να δι­α­μέ­ρι­σμα πε­ρί­που 50 τε­τρα­γω­νι­κῶν.

.      Ἄ­νοι­ξα στὴν τύ­χη ἕ­να ντου­λά­πι νὰ βρῶ ἕ­να πο­τή­ρι. Γέ­μι­σα μὲ νε­ρὸ νὰ σβή­σω τὴ δί­ψα μου. Δὲν ἤ­ξε­ρα ποῦ βρί­σκο­μαι. Κοί­τα­ξα γύ­ρω μου. Ὅ­λα στὴ θέ­ση τους. Πεν­τα­κά­θα­ρα. Κά­θι­σα σὲ μιὰ κα­ρέ­κλα, μέ­σα στὴν κου­ζί­να.

.      Πε­ρί­με­να.

.      Πε­ρί­με­να μή­πως γί­νει κά­τι. Μή­πως ξε­κλει­δώ­σει κά­ποι­ος τὴν πόρ­τα. Πρέ­πει νὰ πέ­ρα­σα ἀρ­κε­τὴ ὥ­ρα κοι­τών­τας τὴ βρύ­ση. Τὴν ἄ­φη­σα νὰ στά­ζει λί­γο. Ὁ ἦ­χος τῆς στα­γό­νας ποὺ πέ­φτει μοῦ ἔ­κα­νε πα­ρέ­α. Μοῦ θύ­μι­ζε ὅ­τι δὲν ἔ­χω πε­θά­νει. Με­τροῦ­σα τὸ χρό­νο, ἔ­τσι πε­ρι­μέ­νον­τας.

.      Ξαφ­νι­κὰ ἕ­νας ἄλ­λος θό­ρυ­βος μέ­σα στὸ σπί­τι. Ἦ­χος ἀ­πὸ ἕ­να πέ­ταγ­μα. Εἶ­χε μπεῖ μιὰ μύ­γα. Τί πα­ρά­ξε­νο! Ἀ­πὸ ποῦ μπῆ­κε αὐ­τὴ ἡ μύ­γα; Ση­κώ­θη­κα καὶ ἔ­ψα­χνα μὲ μα­νί­α νὰ βρῶ ἀ­πὸ ποῦ μπο­ρεῖ νὰ βρῆ­κε εἴ­σο­δο. Δὲν ἔ­βρι­σκα. Ἄρ­χι­σα νὰ τὴν κυ­νη­γά­ω μπᾶς καὶ τὴν ἀ­νάγ­κα­ζα νὰ φύ­γει ἀ­πὸ ἐ­κεῖ ποὺ ἦρ­θε. Νὰ δῶ ἂν ὑ­πάρ­χει κά­ποι­ο ση­μεῖ­ο ἀ­πὸ τὸ ὁ­ποῖ­ο θὰ μπο­ροῦ­σα νὰ δρα­πε­τεύ­σω καὶ ἐ­γώ. Αὐ­τὴ ἡ μύ­γα ἦ­ταν ἡ ὑ­πο­ψί­α μιᾶς ἐλ­πί­δας. Τί­πο­τα. Κα­νέ­να ἀ­πο­τέ­λε­σμα. Ἔ­βα­λα τὰ κλά­μα­τα.

.      Κου­ρά­στη­κα. Ἀ­πο­φά­σι­σα νὰ κά­νω ἕ­να μπά­νιο. Ἔ­ψα­ξα νὰ βρῶ πε­τσέ­τα. Τὴ βρῆ­κα. Ξά­πλω­σα στὸ κρε­βά­τι. Κοι­μή­θη­κα. Δὲν ὀ­νει­ρεύ­τη­κα τί­πο­τα.

.      Ξύ­πνη­σα πά­λι στὸ ἴ­διο σπί­τι. Δὲν μπο­ροῦ­σα πά­λι νὰ ἀ­να­πνεύ­σω. Ἄρ­χι­σα νὰ φω­νά­ζω μὲ ὅ­ση δύ­να­μη μπο­ροῦ­σα. Ὕ­στε­ρα χτυ­ποῦ­σα τοὺς τοί­χους. Πῆ­ρα ἕ­να πο­τή­ρι καὶ τὸ ἔ­σπα­σα μὲ δύ­να­μη, μή­πως κά­ποι­ος ἀ­κού­σει. Κα­νείς. Λι­πο­θύ­μη­σα. Ἔ­μει­να πολ­λὴ ὥ­ρα στὸ πά­τω­μα. Δὲν ἤ­θε­λα νὰ ση­κω­θῶ. Προ­σπα­θοῦ­σα μὲ μα­νί­α νὰ μὴν τρε­λα­θῶ. Νὰ μὴ χά­σω τὰ λο­γι­κά μου.

.      Ἄ­κου­σα πά­λι ἐ­κεί­νη τὴ μύ­γα. Εἶ­χε ἐγ­κα­τα­στα­θεῖ γιὰ τὰ κα­λά. Ἡ μύ­γα δι­α­ο­λι­ζό­ταν στὸν χῶ­ρο, ἡ βρύ­ση ἔ­στα­ζε. Κά­τι εἶ­ναι καὶ αὐ­τό. Πα­ρέ­α.

.      Οἱ μέ­ρες κυ­λοῦ­σαν ἔ­τσι. Προ­σπα­θοῦ­σα νὰ κα­τα­λα­βαί­νω πό­τε εἶ­ναι πρω­ὶ καὶ πό­τε βρά­δυ. Μοῦ τὸ μαρ­τυ­ροῦ­σε ἡ ἀ­χτί­δα φω­τὸς ποὺ ἔμ­παι­νε ἀ­πὸ τὸ μι­σό­κλει­στο παν­τζού­ρι. Τὴν ἀ­να­ζη­τοῦ­σα κά­θε φο­ρὰ ποὺ ση­κω­νό­μουν ἀ­πὸ τὸ κρε­βά­τι.

.      Οἱ μέ­ρες περ­νοῦ­σαν καὶ ἄρ­χι­σα νὰ χά­νω τὸ κου­ρά­γιο μου. Ἔ­κλει­σα τὴ βρύ­ση καὶ σκό­τω­σα τὴν πα­λι­ο­μύ­γα. Ἤ­θε­λα κά­ποι­ον νὰ μι­λή­σω.

.      Βρῆ­κα κά­τι πο­λύ­χρω­μες κι­μω­λί­ες.

.      Ἄ­νοι­ξα τὸ κου­τί. Εἶ­δα τὰ χρώ­μα­τα. Ξε­κί­νη­σα νὰ ζω­γρα­φί­ζω τοὺς τοί­χους.

.      Ζω­γρά­φι­σα ἕ­ναν ἄν­τρα. Ἔ­πει­τα ἕ­να παι­δὶ καὶ ἕ­ναν κῆ­πο. Τί ὡ­ραῖ­α! Ἔ­νι­ω­σα τε­ρά­στια χα­ρὰ ὅ­ταν ὁ­λο­κλή­ρω­σα τὴ ζω­γρα­φιά μου. Τὰ χρώ­μα­τα ἔ­δω­σαν ζω­ὴ στὸ μουν­τὸ τοῖ­χο. Ἔ­φτια­ξα μιὰ δι­κιά μου οἰ­κο­γέ­νεια. Πάν­τα τὸ ὀ­νει­ρευ­ό­μουν. Νὰ ἔ­χω ἕ­ναν ἄν­τρα καὶ ἕ­να παι­δί… Τὶ κα­λά!

.      Ἄρ­χι­σα νὰ τοὺς μι­λά­ω. Ἄρ­χι­σα νὰ τοὺς ἀ­κού­ω. Ἄρ­χι­σα νὰ κά­νω σχέ­δια μα­ζί του. Ἄρ­χι­σα νὰ νι­ώ­θω κα­λὰ σὲ ἐ­κεῖ­νο τὸ πα­ρά­ξε­νο σπί­τι. Ἄρ­χι­σα νὰ μὴ θέ­λω νὰ φύ­γω.

.      Τρα­γου­δοῦ­σα καὶ κα­νά­κευ­α τὸ παι­δί. Μα­γεί­ρευ­α γιὰ τὸν σύ­ζυ­γο. Κά­να­με σχέ­δια γιὰ τὸ ποῦ θὰ πᾶ­με τὶς γι­ορ­τές, τὸ κα­λο­καί­ρι. Τοὺς ἀ­γά­πη­σα πο­λύ. Τοὺς γέ­λα­γα, τοὺς ἔ­κα­να ἀ­στεί­α. Συ­ζη­τοῦ­σα μα­ζί τους αὐ­τὰ ποὺ μὲ ἀ­πα­σχο­λοῦ­σαν. Καὶ ἔ­φτια­χνα κά­θε μέ­ρα τὸν χρω­μα­τι­στό μου κῆ­πο.

.      Περ­νοῦ­σε ἔ­τσι ὁ και­ρός. Καὶ ἡ ἀ­πό­γνω­ση, ἡ τά­ση γιὰ ἐ­λευ­θε­ρί­α ἄρ­χι­σαν νὰ γί­νον­ται μα­κρι­νὴ ἀ­νά­μνη­ση. Ἔ­νι­ω­θα πο­λὺ ὄ­μορ­φα ἐ­κεῖ μέ­σα. Δὲν ἤ­θε­λα νὰ φύ­γω πιά.

.      Ἔ­γι­να ἕ­να μὲ τὸ σπί­τι. Καὶ οἱ ζω­γρα­φι­ές μου ζων­τά­νε­ψαν καὶ δὲν ἤ­μουν πιὰ μό­νη.

.      Τώ­ρα με­ση­μέ­ρια­σε καὶ ἔ­νι­ω­σα τὴν κοι­λιά μου πει­να­σμέ­νη. Ἔ­φα­γα ἕ­να πα­ξι­μά­δι ποὺ βρῆ­κα. Τὸ ἔ­φα­γα μὲ λαι­μαρ­γί­α καὶ κα­τά­λα­βα ὅ­τι μοῦ κά­θε­ται στὸ λαι­μό. Πνί­γο­μαι. Δὲν μπο­ρῶ νὰ τὸ βγά­λω. Χά­νω τὶς αἰ­σθή­σεις μου. Κα­τα­λα­βαί­νω ὅ­τι πε­θαί­νω. Κε­νό.

.      Ἄ­νοι­ξα τὰ μά­τια μου γιὰ ἄλ­λη μιὰ φο­ρὰ ἀ­πό­το­μα. Πά­λι μὲ δύ­σκο­λη ἀ­να­πνο­ή. Πρέ­πει νὰ ἔ­χει πε­ρά­σει πολ­λὴ ὥ­ρα. Τὸ γνω­ρί­ζω αὐ­τὸ τὸ μέ­ρος. Εἶ­ναι τὸ δι­κό μου σπί­τι. Ἦ­ταν ὄ­νει­ρο τε­λι­κά. Εἶ­μαι ἐ­κεῖ ποὺ θέ­λω;



Πη­γή: Πρώ­τη δη­μο­σί­ευ­ση.

Πη­γὴ Κού­τση (Ζά­κυν­θος, 1972). Ζεῖ στὴν Ἀ­θή­να καὶ ἐρ­γά­ζε­ται στὸ Μη­τρο­πο­λι­τι­κὸ Κο­λέ­γιο. Ἔ­χει σπου­δά­σει Κοι­νω­νι­κὴ Ἀν­θρω­πο­λο­γί­α στὸ Πάν­τειο Πα­νε­πι­στή­μιο Ἀ­θη­νῶν καὶ ἀ­σχο­λεῖ­ται μὲ τὴν ψυ­χο­λο­γί­α.


Γι­ῶρ­γος Ἀ­πο­σκί­της: Κουτὶ μὲ τιμαλφῆ I.



Γι­ῶρ­γος Ἀ­πο­σκί­της


Κου­τὶ μὲ τι­μαλ­φῆ Ι.


«ΔΕΝ ΥΠΑΡΧΕΙ ὀ­μορ­φιὰ δί­χως κίν­δυ­νο» μὲ φόν­το ἀν­θο­δέ­σμη ἀ­πὸ κόκ­κι­να τρι­αν­τά­φυλ­λα κι ἕ­να μο­νό­φθαλ­μο ἀν­θρω­πά­κι – ἢ μή­πως εἶ­ναι ἥ­λιος;


Μή­τρα ἀ­πὸ χα­ρα­κτι­κὸ μὲ κε­ρα­μο­σκε­πὲς καὶ που­λιὰ νὰ πε­τᾶ­νε – ἡ μυ­ρω­διὰ τοῦ με­λα­νιοῦ.


Πα­λιὸς με­ταλ­λι­κὸς ἀ­να­πτή­ρας τύ­που zippo μὲ σκα­λι­σμέ­νη μιὰ χε­λώ­να.


Κα­ρα­βά­κι καὶ χαρ­τα­ε­τός – κάρ­τες ἀ­πὸ γκα­λε­ρί.


Σπα­σμέ­νη συρ­μά­τι­νη χορ­δὴ μὶ καν­τί­νι.


­δει­ο μπου­κά­λι μι­νι­α­τού­ρα ἀ­πὸ κά­ποι­ο μπράν­τι – γοτ­θι­κὴ γραμ­μα­το­σει­ρὰ στὴν ἐ­τι­κέ­τα.


Λί­γος σπάγ­γος.


«Τὸ φαν­τα­στι­κὸ ζῶ­ο ἐ­ναν­γκλόμ… γιὰ νὰ τρα­φεῖ βου­τά­ει στὸ νε­ρό» μὲ μὼβ μαρ­κα­δό­ρο σὲ σκι­σμέ­νη σε­λί­δα τε­τρα­δί­ου – Michaux.


Τρυ­πη­μέ­νο γα­λα­ζο­πρά­σι­νο βό­τσα­λο πε­ρα­σμέ­νο σὲ σκοι­νά­κι… πο­λὺ κον­τὰ ἕ­να κο­χύ­λι ἄ­σπρο μὲ κα­φέ, τρυ­πη­μέ­νο κι αὐ­τό.



Πη­γή: Πρώ­τη δη­μο­σί­ευ­ση.

 

Γι­ῶρ­γος Ἀ­πο­σκί­της (1984). Γεν­νή­θη­κε καὶ ζεῖ στὴν Ἀ­θή­να. Πραγ­μα­το­ποί­η­σε σπου­δὲς στὴν Ἀ­θή­να καὶ στὸ Ἐ­διμ­βοῦρ­γο. Ἔ­χει ἀ­σχο­λη­θεῖ, με­τα­ξὺ ἄλ­λων, μὲ τὴ λε­ξι­κο­γρα­φί­α καὶ μὲ τὰ κι­νού­με­να σχέ­δια. Δου­λειά του ἔ­χει δη­μο­σι­ευ­τεῖ στὸ πε­ρι­ο­δι­κὸ Ση­μει­ώ­σεις καὶ ἀλ­λοῦ.



		

	

Ναταλία Θεοδωρίδου: Στάσιμος


Να­τα­λί­α Θε­ο­δω­ρί­δου


Στάσιμος


ΦΤΑΣΑ στὴν Ἡ­φαι­στί­α με­ση­μέ­ρι, τὴν ὥ­ρα τῆς κά­ψας. Στὴν εἴ­σο­δο τοῦ ἀρ­χαι­ο­λο­γι­κοῦ χώ­ρου ἦ­ταν μό­νο ὁ γέ­ρος φύ­λα­κας τοῦ θε­ά­τρου. Ἂς ποῦ­με φύ­λα­κας, δη­λα­δή. Τί νὰ φυ­λά­ξει, πῶς, ἀ­πὸ ποι­όν; Κα­θό­ταν κά­τω ἀ­πὸ τὸ φρι­χτὸ φῶς τοῦ Αὐ­γού­στου, κι ἔ­λε­γε. Γιὰ τὸ με­γά­λο τα­ξί­δι ποὺ δὲν ἔ­κα­νε, γιὰ ἕ­να σῶ­μα ἀ­πὸ μαῦ­ρο σμάλ­το ποὺ δὲν ἀ­γά­πη­σε τε­λι­κά, κι ἂς ἤ­θε­λε τό­σο νὰ τ’ ἀ­γα­πή­σει. Καὶ γιὰ τὸ κι­τρι­νι­α­σμέ­νο μά­τι τ’ οὐ­ρα­νοῦ, ποὺ ὅ­λα τὰ βλέ­πει καὶ ποὺ τί­πο­τα δὲ συγ­χω­ρεῖ.

            Τὸν χαι­ρέ­τη­σα μὲ τὸ χέ­ρι καὶ πῆ­ρα τὸ χω­μα­τό­δρο­μο γιὰ τὸ ἀμ­φι­θέ­α­τρο. Ἡ σκό­νη κολ­λοῦ­σε στὰ πα­πού­τσια μου, στὰ μαλ­λιά μου. Ἐ­ρη­μιὰ καὶ φῶς καὶ λι­θά­ρια. Καὶ δυ­ὸ κυ­πα­ρίσ­σια σὲ μιὰ ἄ­κρη, μό­να, κα­τά­μο­να. Κά­που ἐ­δῶ μπο­ροῦ­σα νὰ πι­στέ­ψω πὼς αὐ­τὴ εἶ­ναι πράγ­μα­τι ἡ Λῆ­μνος ἡ κυ­μα­το­ζω­σμέ­νη, ἀ­πά­τη­τη, ἀ­κα­τοί­κη­τη – ἐξὸν ἀ­πὸ ἕ­ναν Φι­λο­κτή­τη, ἴ­σως.

            Ὁ Λευ­τέ­ρης ἦ­ταν ἤ­δη ἐ­κεῖ, στὴ μέ­ση της ὀρ­χή­στρας. Ὁ ἥ­λιος τὸν χτυ­ποῦ­σε κα­τα­κό­ρυ­φα, μου­τζού­ρω­νε τὸ πρό­σω­πό του μὲ σκι­ὲς κά­θε­τες, σὰ σπα­θι­ές. Πῆ­γα καὶ στά­θη­κα δί­πλα του, νὰ κοι­τά­ξω πρὸς τὸ κοῖ­λον, τὸν λί­θι­νο λό­φο πί­σω του· ἀρ­χαῖ­ο κί­τρι­νο καὶ ξε­ρα­ΐ­λα. Ἀ­πὸ τὴν ἄλ­λη τὸ Κα­στρο­βού­νι. Πῶς νὰ φω­τί­σεις αὐ­τὸν τὸν τό­πο, τὸν μυ­θι­κό, σκε­φτό­μου­να, πῶς νὰ τὸ κά­νεις δί­και­α – νὰ βλέ­πουν οἱ ἄν­θρω­ποι τὸν Φι­λο­κτή­τη, ποὺ ἄν­θρω­πο δὲ βλέ­πει.

            «Τί πᾶ­με νὰ κά­νου­με;» εἶ­πε.

            Τὸν κοί­τα­ξα, μὲ κοί­τα­ξε. Ἔ­τρε­χε ὁ νοῦς τοῦ σκη­νο­θέ­τη, φαι­νό­τα­νε. Δυ­ὸ χρό­νια πα­λεύ­α­με μὲ τὶς ὑ­πη­ρε­σί­ες ἀρ­χαι­ο­τή­των νὰ πά­ρου­με ἄ­δεια γιὰ τὴν πα­ρά­στα­ση. Καὶ τώ­ρα κόν­τευ­ε νὰ κά­νει πί­σω.

            Χα­μο­γέ­λα­σα, νὰ τὸν ἡ­συ­χά­σω. «Μιὰ-δυ­ὸ μπα­λαν­τέ­ζες, κι ὅ­λα γί­νον­ται» εἶ­πα.

            Κρα­τή­σα­με τὶς ση­μει­ώ­σεις μας στὸ πό­δι, σκου­πί­σα­με μέ­τω­πα σὲ μα­νί­κια, πή­ρα­με τὸ δρό­μο γιὰ τὸ λι­μά­νι, νὰ βροῦ­με τὸ θί­α­σο. Ἡ ὥ­ρα τρα­βοῦ­σε τσί­που­ρο καὶ θά­λασ­σα. Οἱ μι­κρὲς ἡ­δο­νὲς τοῦ κα­λο­και­ριοῦ. Ὁ Λευ­τέ­ρης πῆ­γε νὰ μᾶς μα­λώ­σει. «Θυ­μή­σου τὸν Ὀ­δυσ­σέ­α» τοῦ ‘­πα. «Μιὰ μέ­ρα ἀ­χρεῖ­ος τώ­ρα καὶ ἔ­πει­τα σ’ ὅ­λη τὴ ζω­ή σου δό­ξα κι ἔν­τι­μος.» Γέ­λα­σε. Ἂς ἦ­ταν καὶ μέ­ρα δου­λειᾶς, ποι­ός θὰ μᾶς κα­τη­γο­ροῦ­σε;

            Ὁ θί­α­σος μό­νο ἄν­τρες: ὁ Ὀ­δυσ­σέ­ας, κα­λὸς φί­λος ἀ­πὸ τὰ χρό­νια της Σχο­λῆς. Ἡ­ρα­κλῆ δὲν εἴ­χα­με ζων­τα­νό, προ­η­χο­γρα­φη­μέ­νο μό­νο. Ὁ Φι­λο­κτή­της, ἠ­θο­ποι­ὸς πα­λιός, ἄλ­λης γε­νιᾶς καὶ στό­φας. Αὐ­τὸς δὲν ἔ­πι­νε οὔ­τε μὲ τὴν ἄ­δεια τοῦ Λευ­τέ­ρη. Δυ­ὸ δά­χτυ­λα ἔ­βα­ζε μό­νο σ’ ἕ­να πο­τη­ρά­κι γιὰ νὰ τσουγ­κρί­ζει. Καὶ πάν­τα μ’ ἕ­να λι­νὸ που­κά­μι­σο. Ὄ­χι σὰν ἐ­μᾶς ποὺ τρι­γυρ­νά­γα­με μὲ τὰ μα­γιό, σὰν τοὺς του­ρί­στες. Ὁ χο­ρὸς ἀ­πὸ ναυ­τά­κια, τε­λει­ό­φοι­τοι ἀ­πὸ τὴ Σχο­λή, κά­να­νε καὶ τὶς δι­α­κο­πές τους πα­ρεμ­πι­πτόν­τως. Καὶ μιὰ γυ­ναί­κα ὅ­λη κι ὅ­λη, ἡ ἐν­δυ­μα­το­λό­γος. Τρα­βι­ό­τα­νε μὲ τὸν Νε­ο­πτό­λε­μο. Κα­λὰ παι­διά, τα­λέν­το δὲν ἔ­λει­πε.

            Δυ­ὸ βδο­μά­δες οἱ πρό­βες πή­γα­νε κα­λά, κα­λύ­τε­ρα ἀ­π’ ὅ­σο πε­ρι­μέ­να­με. Γέ­μι­σε τὸ νη­σὶ ἀ­φί­σες, προ­πω­λή­θη­καν σχε­δὸν ὅ­λα τα εἰ­σι­τή­ρια, θὰ ἐρ­χό­ταν κό­σμος κι ἀ­πὸ τὰ γύ­ρω μέ­ρη. Πα­ρα­μο­νὴ τῆς πρε­μι­έ­ρας ἔ­κα­νε μιὰ ζέ­στη ἄλ­λο πρά­μα, κον­τέ­ψα­με νὰ σκά­σου­με κι ἐ­μεῖς μα­ζὶ μὲ τὰ τζι­τζί­κια. Πή­γα­με γιὰ μπά­νιο ὅ­λος ὁ θί­α­σος πα­ρέ­α. Πέ­τρα πά­νω στὴν πέ­τρα καὶ λι­θά­ρι πά­νω στὸ λι­θά­ρι αὐ­τὲς οἱ θά­λασ­σες. Περ­πά­τη­σα πα­ρά­με­ρα ψά­χνον­τας λί­γη ἀμ­μου­διὰ μέ­σα στὸ νε­ρό, σα­κα­τεύ­ον­τας τὶς πα­τοῦ­σες μου στὸ με­τα­ξύ. Κά­ποι­α στιγ­μὴ ἔ­νι­ω­σα ἕ­να τράν­ταγ­μα. Εἶ­δα τὸ θί­α­σο ἀ­πὸ μα­κριά, κου­νοῦ­σαν χέ­ρια πό­δια καὶ φω­νά­ζα­νε. Σει­σμός. Πα­ρα­πά­τη­σα, βού­τη­ξα ὁ­λό­κλη­ρος μέ­σα στὸ νε­ρό, σχε­δὸν ἔ­σκι­σα τὰ χέ­ρια μου στὶς πέ­τρες. Δέ­κα δευ­τε­ρό­λε­πτα, εἴ­κο­σι, τριά­ντα. Ἔ­τρι­ξε ἡ θά­λασ­σα καὶ τὸ νη­σὶ μα­ζί.

            Θύ­μα­τα δὲν ὑ­πῆρ­ξαν, ἐ­κτὸς ἀ­πὸ ἕ­να, λί­γο-πο­λὺ ἔμ­ψυ­χο κι αὐ­τό: τὸ ἀρ­χαῖ­ο θέ­α­τρο τῆς Ἠ­φαι­στί­ας. Κα­τέρ­ρευ­σε μέ­ρος τοῦ κοί­λου. Πα­ρά­στα­ση δὲν μπο­ροῦ­σε πιὰ νὰ γί­νει. Κολ­λή­σα­με ἕ­να «ΜΑΤΑΙΩΘΗΚΕ» σὲ ὅ­σες ἀ­φί­σες φτά­να­με χω­ρὶς σκά­λα. Τὰ χρή­μα­τα ἀ­πὸ τὰ εἰ­σι­τή­ρια θὰ τὰ ἐ­πι­στρέ­φα­με τὶς ἑ­πό­με­νες μέ­ρες.

            Ὁ Λευ­τέ­ρης τὸ πῆ­ρε βα­ριά, σὰ νὰ γκρε­μί­στη­κε μα­ζὶ μὲ τὸ θέ­α­τρο. Μοῦ εἶ­πε, «αὐ­τὸ ἦ­ταν. Ἐ­γὼ ἄλ­λο δὲν μπο­ρῶ». Πῆ­ρε τὸ πρῶ­το πλοῖ­ο γιὰ Κα­βά­λα. Ἀ­πὸ τό­τε ἔ­χω νὰ τὸν δῶ.

            Τὰ ναυ­τά­κια μας σκόρ­πι­σαν στὰ γύ­ρω νη­σιά. Ὁ Νε­ο­πτό­λε­μος μὲ τὴν ἐν­δυ­μα­το­λό­γο πῆ­γαν νὰ κά­νουν τὶς δι­α­κο­πές τους στὴ Σκύ­ρο. Οἱ ἄλ­λοι γύ­ρι­σαν Ἀ­θή­να. Ἔ­μει­να ἐ­γὼ μὲ τὸν προ­η­χο­γρα­φη­μέ­νο Ἡ­ρα­κλῆ νὰ μα­ζέ­ψου­με τὰ σπα­σμέ­να.

            Πῆ­γα στὸ θέ­α­τρο νὰ πά­ρω τὰ ἐ­να­πο­μεί­ναν­τα ἠ­λε­κτρο­λο­γι­κά, νὰ πῶ κι ἕ­να τε­λευ­ταῖ­ο γειὰ στὰ κυ­πα­ρίσ­σια. Ὁ γέ­ρος πάν­τα ἐ­κεῖ, στὴν ἴ­δια θέ­ση. Εἶ­χε ἀ­κού­σει, βέ­βαι­α, γιὰ τὴν πα­ρά­στα­ση.

            «Ἀ­λή­θεια κά­νε­τε πα­νιὰ τώ­ρα, παι­δί μου;» μὲ ρώ­τη­σε ὅ­ταν ἔ­φευ­γα. Μιὰ γραμ­μὴ ἀ­π’ τὸν Φι­λο­κτή­τη.

            Ἔ­τσι μοῦ ‘ρ­θε ν’ ἀ­παν­τή­σω «και­ρὸς γὰρ κα­λεῖ», σὰν ἄλ­λος Νε­ο­πτό­λε­μος κι ἐ­γώ – ἡ σκέ­ψη μοῦ ‘­φε­ρε γέ­λιο, ἀλ­λὰ κρα­τή­θη­κα. Ἔ­νευ­σα. «Κι ἐ­σύ, παπ­πού, τί θὰ κά­νεις;»

            «Ἐ­γώ, ἐ­δῶ» εἶ­πε καὶ χτύ­πη­σε ἁ­πα­λὰ τὸ πλα­ϊ­νὸ τοῦ πο­διοῦ του. «Ποῦ νὰ πά­ω, σάμ­πως, μ’ αὐ­τὸ τὸ πο­δά­ρι;»

            Εἶ­δε ποὺ τὸν κοί­τα­ζα χω­ρὶς νὰ κα­τα­λα­βαί­νω. Ἔ­κα­νε ἔ­τσι, ἀ­να­σή­κω­σε λί­γο το μπα­τζά­κι του νὰ μοῦ δεί­ξει τὴν πλη­γὴ ἀ­πὸ κά­τω. Μ’ ἅρ­πα­ξε τὸ πύ­ο κι ἡ δυ­σο­σμί­α ἀ­π’ τὰ μοῦ­τρα.

            «Χρό­νια…» εἶ­πε.

            Ζα­λί­στη­κα, μοῦ ‘­πε­σαν τὰ κα­λώ­δια ἀ­π’ τὰ χέ­ρια. Τὰ μά­ζε­ψα ὅ­πως-ὅ­πως καὶ γύ­ρι­σα νὰ φύ­γω χω­ρὶς νὰ πῶ τί­πο­τα. Ἄ­φη­σα πί­σω τὸν Φι­λο­κτή­τη, τὴν αἰ­ώ­νια πλη­γή του νὰ κα­τα­τρώ­ει τὴ Λῆ­μνο ὁ­λό­κλη­ρη. Καὶ τὰ δυ­ὸ κυ­πα­ρίσ­σια νὰ τρυ­πᾶ­νε τὸν οὐ­ρα­νό.



Πρώτη δημοσίευση: περ. Ἕνεκεν, τχ. 32, 2014.

Να­τα­λί­α Θε­ο­δω­ρί­δου (Natalia Theodoridou) (Θεσ­σα­λο­νί­κη, 1984). Σπού­δα­σε θέ­α­τρο καὶ θρη­σκει­ο­λο­γί­α. Εἶ­ναι ὑ­πο­ψή­φια δι­δά­κτωρ στὸ Τμῆ­μα Media & Film Studies τοῦ School of Oriental and African Studies, University of London. Ποί­η­σή της ἔ­χει βρα­βευ­θεῖ στοὺς δι­α­γω­νι­σμοὺς τῆς ΧΟΝ (1ο βρα­βεῖ­ο, 2002), τῆς Μα­κε­δο­νι­κῆς Καλ­λι­τε­χνι­κῆς Ἑ­ται­ρεί­ας «Τέ­χνη» (2ο βρα­βεῖ­ο, 2002) καὶ τῆς Ἕ­νω­σης Ἐκ­δο­τῶν Βο­ρεί­ου Ἑλ­λά­δος (1α βρα­βεῖ­α, 2001 καὶ 2002). Τὸ δι­ή­γη­μά της «Πρῶ­το Πρό­σω­πο» δι­α­κρί­θη­κε στὸν 5ο Πα­νελ­λή­νιο Δι­α­γω­νι­σμὸ Δι­η­γή­μα­τος τοῦ diavasame.gr καὶ θὰ συμ­πε­ρι­λη­φθεῖ σὲ συλ­λο­γι­κὸ τό­μο ἀ­πὸ τὶς ἐκ­δό­σεις Ἐ­λευ­θε­ρου­δά­κη. Ἔ­χει ἐκ­δώ­σει ἐ­πι­στη­μο­νι­κὲς ἐρ­γα­σί­ες σὲ πε­ρι­ο­δι­κὰ τῆς Ἑλ­λά­δας καὶ τοῦ ἐ­ξω­τε­ρι­κοῦ (The BooksJournal, Platform, Contemporary Theatre Review, Performance Research), ἐ­νῶ δρά­μα της ἔ­χει συμ­πε­ρι­λη­φθεῖ στὸν τό­μο Ἡ Τέ­χνη τοῦ Δρά­μα­τος στὴν Ἐκ­παί­δευ­ση (Με­ταίχ­μιο, 2007).


Εἰκόνα: Μαρ­μά­ρινη πλά­κα ἀνα­μνη­στικὴ τοῦ μύθου τοῦ Φιλο­κτή­τη. Ἀρ­χαι­­ολο­γικὸ Μουσεῖο Βραυρώνας.


Alexandros Vanaryotis: Materialism

 

Alexandros Vanaryotis

 

Materialism


OTH OF THEM were crying for a long time, each in the other’s arms. The bank had just confiscated their house. The house they had dreamed about for years, the one they had fixed up with love and care, the house they had raised their children in. They were crying and holding each other tightly. So tightly, as they had never held one other in the years before, when they were together, the years when they dreamed and raised their children.



Source: First published.


Alexandros Vanaryotis was born in Trikala, Thessaly in 1966. He studied at the Philosophical School of Ioannina. His books are: Stories for the end of the day (2009) and The Theory of Kites (2014).

Στά­θης Κου­τσού­νης: Κεράσια



Στά­θης Κου­τσού­νης


Κε­ρά­σια


— ΠΑΜΕ γιὰ κε­ρά­σια;

       Ἡ πρό­τα­ση ἔ­γι­νε στὸ μο­να­δι­κὸ δι­ά­λειμ­μα τοῦ ἀ­πο­γευ­μα­τι­νοῦ προ­γράμ­μα­τος. Ἦ­ταν τέσ­σε­ρις πε­ρί­που καὶ σὲ μιὰ ὥ­ρα θὰ σχο­λά­γα­με. Ὁ Δι­α­μαν­τῆς τὸ πρό­τει­νε. Ὄ­χι σὲ ὅ­λους, ἀλ­λὰ σὲ μέ­να, τὴν Ντί­να καὶ τὸν Γιάν­νη. Δὲν ξέ­ρω ἂν μᾶς ἐ­πέ­λε­ξε ἢ ἁ­πλῶς ἔ­τυ­χε νὰ πέ­σει πά­νω μας τὴ στιγ­μὴ ποὺ τοῦ ἦρ­θε ἡ ἰ­δέ­α. Ὁ Δι­α­μαν­τὴς ἦ­ταν ἕ­να χρό­νο με­γα­λύ­τε­ρος καὶ πο­λὺ πιὸ ψη­λὸς καὶ γε­ρο­δε­μέ­νος ἀ­πὸ μᾶς. Εἶ­χε χά­σει χρο­νιὰ καὶ ἐ­πα­να­λάμ­βα­νε τὴν τά­ξη. Πη­γαί­να­με στὴ Δευ­τέ­ρα Δη­μο­τι­κοῦ.

       Ἡ ἀ­πάν­τη­ση ἦ­ταν ἐν­θου­σι­ώ­δης.

       — Ναίι­ι­ι­ι­ι­ι­ι­ι­ι­ι­ι­ι, ξε­φω­νί­σα­με ὅ­λοι με­μιᾶς, χω­ρὶς νὰ τὸ σκε­φτοῦ­με.

       Στὴν ὥ­ρα τοῦ μα­θή­μα­τος εἶ­χα τό­σο πο­λὺ ξε­ση­κω­θεῖ ποὺ δὲν πα­ρα­κο­λου­θοῦ­σα κα­θό­λου τὴ δα­σκά­λα, μιὰ χον­τρὴ καὶ στριμ­μέ­νη, μὲ κό­τσο στὸ κε­φά­λι της σὰν πε­ρι­κε­φα­λαί­α. Μοῦ ἄ­ρε­σε πο­λὺ ἡ Ντί­να, ἤ­θε­λα νὰ εἴ­μα­στε συ­νέ­χεια μα­ζί, ἀλ­λὰ τὴ λο­ξο­κοι­τοῦ­σε κι ὁ Δι­α­μαν­τῆς. Τὸν ἀν­τι­πα­θοῦ­σα αὐ­τόν, μὲ νεύ­ρια­ζε ποὺ τὸν γυ­ρό­φερ­ναν ἀ­προ­κά­λυ­πτα οἱ πε­ρισ­σό­τε­ρες συμ­μα­θή­τρι­ές μας. Ἡ Ντί­να ἦ­ταν ἕ­να ὄ­μορ­φο καὶ πρό­σχα­ρο κο­ρί­τσι, μὲ ἀ­νοι­χτὴ στα­ρέ­νια ἐ­πι­δερ­μί­δα, σαρ­κώ­δη χεί­λη καὶ βα­θιὰ γα­λα­ζω­πὰ μά­τια. Ὅ­ταν τὴν κοι­τοῦ­σα ἀ­να­στα­τω­νό­μουν, κι ἂς μὴν κα­τα­λά­βαι­να για­τί. Στὸ δρό­μο μ’ ἔ­πι­α­σε κι ἕ­νας ἄλ­λος φό­βος. Μιὰ κε­ρα­σιὰ εἴ­χα­με ὅ­λη κι ὅ­λη, στὴν Πά­νω Ρού­γα, κον­τὰ στὸ σπί­τι τοῦ Δι­α­μαν­τῆ, ἀλ­λὰ ἦ­ταν θε­ό­ρα­τη. Θὰ μπο­ροῦ­σα ἄ­ρα­γε ν’ ἀ­νε­βῶ; Καὶ τί ντρο­πή, μπρο­στὰ στὴν Ντί­να, ἂν δὲν τὰ κα­τά­φερ­να…

       Περ­πα­τού­σα­με καὶ πει­ρα­ζό­μα­στε.

       — Ν’ ἀ­νε­βά­σου­με τὴν Ντί­να στὴν κε­ρα­σιά, νὰ μᾶς ρί­χνει κε­ρά­σια νὰ τρῶ­με, εἶ­πε κά­ποι­α στιγ­μὴ ὁ Γιά­ννης.

       — Ναί, κα­λά…, ἀ­πάν­τη­σε γε­λών­τας ἐ­κεί­νη.

       Μό­λις φτά­σα­με, ὁ Δι­α­μαν­τῆς σκαρ­φά­λω­σε σὰν αἴ­λου­ρος στὸ δέν­τρο κι ἔ­φτα­σε γρή­γο­ρα στὴν κο­ρυ­φή. Τὸν κοι­τού­σα­με ὅ­λοι μὲ θαυ­μα­σμὸ καὶ ζή­λεια. Με­τὰ ἀ­πὸ δυ­ὸ-τρεῖς ἀ­πο­τυ­χη­μέ­νες ἀ­πό­πει­ρες τὰ κα­τά­φε­ρε κι ὁ Γιά­ννης.

       Ἐ­γὼ οὔ­τε κὰν τὸ ἐ­πι­χεί­ρη­σα. Ντρε­πό­μουν ἀλ­λὰ προ­σπα­θοῦ­σα νὰ δεί­χνω ἄ­νε­τος. Κοι­τοῦ­σα στὰ κλε­φτὰ τὴν Ντί­να – εὐ­τυ­χῶς δὲν μοῦ ἔ­κα­νε κα­νέ­να σχό­λιο. Θαύ­μα­ζα τὴν ὡ­ραί­α πλι­σὲ φού­στα καὶ τὶς καλ­λί­γραμ­μες γάμ­πες της. Οἱ ἄλ­λοι ἐ­πά­νω τρώ­γα­νε καὶ ποῦ καὶ ποῦ, μα­ζὶ μὲ τὰ κου­κού­τσια ποὺ φτύ­να­νε, πε­τοῦ­σαν καὶ κα­νέ­να κε­ρά­σι. Τὰ μά­ζευ­α καὶ τὰ πρό­σφε­ρα εὐ­γε­νι­κὰ σὲ κεί­νη. Χαι­ρό­ταν καὶ τὰ μα­σου­λοῦ­σε λαί­μαρ­γα. Τὰ χεί­λη της κοκ­κί­νι­ζαν ἀ­πὸ τὰ ζου­μιά, λὲς κι εἶ­χε βά­λει κρα­γιόν.

       — Ἄν­τε, φά­ε κι ἐ­σύ, μοῦ ἔ­λε­γε.

       Ἐ­μέ­να, τὸ μό­νο ποὺ μ’ ἔ­νοια­ζε ἦ­ταν νὰ τὴν εὐ­χα­ρι­στή­σω, νὰ κερ­δί­σω τὴ συμ­πά­θειά της.

       Κά­ποι­α στιγ­μὴ ἀ­κοῦ­με μιὰ δυ­να­τὴ φω­νὴ ἀ­πὸ ψη­λά.

       — Ντί­να!

Βλέ­που­με τό­τε τὸν Δι­α­μαν­τῆ νὰ κρα­δαί­νει τὴ χού­φτα του γε­μά­τη μὲ κε­ρά­σια.

       — Νά, πιά­σ’ τα, τῆς λέ­ει, κι ἀ­νοί­γον­τας τὰ χέ­ρια του τ’ ἀ­φή­νει νὰ πέ­σουν.

       Τὰ κε­ρά­σια πῆ­ραν τὴν κα­τι­ού­σα. Γυ­ά­λι­ζαν στὸ μπλὲ τοῦ οὐ­ρα­νοῦ σὰν κόκ­κι­να μι­κρὰ μπα­λό­νια ποὺ χτυ­ποῦ­σαν με­τα­ξύ τους καὶ ἁ­πλώ­νον­ταν, δι­α­γρά­φον­τας ἄ­τα­κτες τρο­χι­ές. Καὶ τὰ χέ­ρια νὰ ση­κώ­να­με ἕ­να-δυ­ὸ τὸ πο­λὺ ὁ κα­θέ­νας θὰ πι­ά­να­με, κι αὐ­τὰ ἦ­ταν πά­νω ἀ­πὸ εἴ­κο­σι. Τό­τε ἡ Ντί­να ἐν­στι­κτω­δῶς, γιὰ νὰ μα­ζέ­ψει ὅ­σο γί­νε­ται πε­ρισ­σό­τε­ρα κε­ρά­σια, ση­κώ­νει ἀ­πό­το­μα τὴ φού­στα της, σχη­μα­τί­ζον­τας μιὰ ὑ­φα­σμά­τι­νη λε­κά­νη.

       Γιὰ κλά­σμα­τα τοῦ δευ­τε­ρο­λέ­πτου βλέ­πω τὰ πό­δια της ἀ­πὸ τὰ γό­να­τα καὶ πά­νω, ποὺ πο­τὲ δὲν τὰ εἶ­χα ξα­να­δεῖ, δυ­ὸ χυ­τοὺς κα­τά­λευ­κους χει­μάρ­ρους, κι ἐ­κεῖ ποὺ σμί­γα­νε, ἀ­νά­με­σά σε μιὰ χλό­η ξαν­θή, ἕ­να με­γά­λο μα­κρου­λὸ κε­ρά­σι ρόζ, σκα­σμέ­νο μπρο­στὰ ἀ­πὸ πά­νω μέ­χρι κά­τω.

       Ἡ ἀ­νά­σα μου κό­πη­κε. Ζα­λί­στη­κα κι ἔ­χα­σα τὴ μι­λιά μου. Δὲν μπο­ροῦ­σα νὰ κα­τα­λά­βω πῶς ἀ­κρι­βῶς βρέ­θη­κε ἐ­κεῖ­νο τὸ πε­ρί­ερ­γο κε­ρά­σι ἀ­νά­με­σα στὰ πό­δια της. Ἡ καρ­διά μου χτυ­ποῦ­σε δυ­να­τὰ καὶ τὰ μέ­λη μου μού­δια­ζαν.

       Στὸ με­τα­ξὺ ἐ­κεί­νη, χα­μο­γε­λών­τας πλα­τιά, ἔ­λα, μοῦ λέ­ει, πᾶ­ρε, καὶ μοῦ ἔ­τει­νε τὴ φού­στα της, γε­μά­τη κε­ρά­σια.



Πη­γή: Μι­κρο­κύ­μα­τα. 99+1 μι­κρο-δι­η­γή­μα­τα με­λῶν τῆς Ἑ­ται­ρεί­ας Συγ­γρα­φέ­ων, ἔκδ. Ἡ Ἐ­φη­με­ρί­δα τῶν Συν­τα­κτῶν, 04-06.01.2019.

Στά­θης Κου­τσού­νης (Νέ­α Φι­γα­λί­α Ὀ­λυμ­πί­ας, 1959). Σπo­ύ­δα­σε Νο­μι­κά, Φι­λο­λο­γί­α καὶ Κλα­σι­κὴ Μου­σι­κή. Ζεῖ καὶ ἐρ­γά­ζε­ται στὴν Ἀ­θή­να. Στὰ Γράμ­μα­τα ἐμ­φα­νί­στη­κε τὸ 1987 μὲ τὴ δη­μο­σί­ευ­ση τεσ­σά­ρων ποι­η­μά­των του στὸ τεῦ­χος 10 τοῦ πε­ρι­ο­δι­κοῦ Νέ­ες Το­μές. Ἔ­χει ἐκ­δώ­σει τὶς ποι­η­τι­κὲς συλ­λο­γές: Σπου­δὲς γιὰ Φω­νὴ καὶ Ποί­η­ση (Ὑ­ά­κιν­θος, 1987), Τρύ­γος αἱ­μά­των (Σμί­λη, 1991), Πα­ραλ­λα­γὲς τοῦ μαύ­ρου (Δελ­φί­νι, 1998), Ἡ τρο­μο­κρα­τί­α τῆς ὀ­μορ­φιᾶς (Με­ταίχ­μιο, 2004). Πα­ράλ­λη­λα, δη­μο­σι­εύ­ει κεί­με­να κρι­τι­κῆς σὲ λο­γο­τε­χνι­κὰ πε­ρι­ο­δι­κὰ καὶ ἐ­φη­με­ρί­δες. Ποι­ή­μα­τά του ἔ­χουν πε­ρι­λη­φθεῖ σὲ ἀν­θο­λο­γί­ες καὶ ἔ­χουν με­τα­φρα­στεῖ στὰ Ἀγ­γλι­κά. Εἶ­ναι μέ­λος τῆς Ἑ­ται­ρεί­ας Συγ­γρα­φέ­ων.



		

	

Μα­ρί­α Κούρ­ση: Ὁ χο­ρός



Μα­ρί­α Κούρ­ση


Ὁ χο­ρός

 

ΝΑ ΦΥΓΕΙΣ, εἶ­παν τὰ μι­κρὰ δι­η­γή­μα­τα στὸ μι­κρὸ ποί­η­μα.

       Μὰ για­τί, εἶ­πε τὸ μι­κρὸ ποί­η­μα,θὰ σᾶς δι­η­γη­θῶ τὴν ἱ­στο­ρί­α ἑ­νὸς ἐμ­πο­ρορ­ρά­πτη ποὺ στὸ τέ­λος τῆς ζω­ῆς του τοῦ ἔ­κλε­ψαν τὸ ἕ­να του ρ.

       Τὰ μι­κρὰ δι­η­γή­μα­τα ἔ­κα­ναν ἕ­να κυ­κλι­κὸ χο­ρὸ καὶ φω­νά­ζον­τας ἔ­διω­ξαν τὸ μι­κρὸ ποί­η­μα.

       Καὶ δι­καί­ως ἔ­πρα­ξαν.



Πη­γή: Μι­κρο­κύ­μα­τα. 99+1 μι­κρο-δι­η­γή­μα­τα με­λῶν τῆς Ἑ­ται­ρεί­ας Συγ­γρα­φέ­ων, ἔκδ. Ἡ Ἐ­φη­με­ρί­δα τῶν Συν­τα­κτῶν, 04-06.01.2019.

Μα­ρί­α Κούρ­ση. Εἶ­ναι συν­τά­κτρια καὶ ἐ­πι­με­λή­τρια ἐκ­δό­σε­ων. Δι­δά­σκει λο­γο­τε­χνί­α στὸ Λε­όν­τει­ο Λύ­κει­ο Πα­τη­σί­ων. Εἶ­ναι μέ­λος τῆς Ἑ­ται­ρεί­ας Συγ­γρα­φέ­ων. Τὸν Ἰ­ού­λιο τοῦ 2008 ἐκ­προ­σώ­πη­σε τὴ χώ­ρα μας στὸ 11ο Φε­στι­βὰλ Ποί­η­σης τῶν Λα­ῶν τῆς Λε­κά­νης τῆς Με­σο­γεί­ου στὴ Lodeve (Γαλ­λί­α). Ἐ­πί­σης, ἐκ­προ­σώ­πη­σε τὴν Ἑλ­λά­δα σὲ Συ­νέ­δριο τῆς Unesco στὴ Θεσ­σα­λο­νί­κη. Τὸ ἔρ­γο της ἔ­χει πα­ρου­σια­στεῖ σὲ ἀν­θο­λο­γί­ες στὴν Ἑλ­λά­δα καὶ στὸ ἐ­ξω­τε­ρι­κό. Τε­λευ­ταῖ­ο της βι­βλί­ο: Στὸ μπλέ: Ἡ σαρ­δέ­λα. Τὸ χτα­πό­δι (Ἐκ­δο­τι­κὴ Ἀ­θη­νῶν, 2017).