Τάσος Ψάρρης: Ἡ προειδοποίηση


Psarris,Tasos-IProeidopoiisi-Eikona-01


Τά­σος Ψάρ­ρης


Ἡ προ­ει­δο­ποί­η­ση


11-Mi-800px-Letter_M_from_the_Fantastic_Alphabet-02 ΠΗΚΕ ΣΤΟ ΓΡΑΦΕΙΟ ἀ­λα­φι­α­σμέ­νος. Τὸ πρό­σω­πό του ἦ­ταν κα­τα­κόκ­κι­νο ἀ­πὸ τὴν τα­ρα­χή. Εἶ­πε κα­λη­μέ­ρα χω­ρὶς πολ­λὴ δι­ά­θε­ση καὶ κά­θι­σε στὸ γρα­φεῖ­ο του.

       «Ἔ­κα­να μι­σὴ ὥ­ρα νὰ βρῶ πάρ­κινγκ. Μὴ μοῦ μι­λή­σει κα­νεὶς για­τί τὸν σκό­τω­σα.»

       Ἄ­νοι­ξε τὸν ὑ­πο­λο­γι­στὴ καὶ ἄρ­χι­σε νὰ δου­λεύ­ει.

       Οἱ συ­νά­δελ­φοι τοῦ ἔ­ρι­ξαν μιὰ γρή­γο­ρη μα­τιὰ καὶ συ­νέ­χι­σαν νὰ κά­νουν τὴ δου­λειά τους. Ἦ­ταν μιὰ ἥ­συ­χη μέ­ρα στὸ γρα­φεῖ­ο, τὸ μό­νο ποὺ ἀ­κου­γό­ταν ἦ­ταν πλη­κτρο­λό­για ποὺ δού­λευ­αν στὸ φοὺλ καὶ μί­α ἡ δύ­ο τη­λε­φω­νι­κὲς συ­νο­μι­λί­ες.

       «Φί­λιπ­πε, σοῦ ἔ­χω στεί­λει ἕ­να email» τοῦ εἶ­πε σὲ κά­ποι­α στιγ­μὴ ἕ­νας συ­νά­δελ­φος ποὺ κα­θό­ταν ἀ­κρι­βῶς ἀ­πέ­ναν­τί του. «Ὅ­πο­τε μπο­ρεῖς ρι­ξ’ του μιὰ μα­τιά.»

       Ἐ­κεῖ­νος πε­τά­χτη­κε ἀ­πὸ τὴ θέ­ση του, πῆ­ρε ἕ­ναν βα­ρὺ σι­δε­ρέ­νιο δι­α­κο­ρευ­τὴ ποὺ χρη­σι­μο­ποι­οῦ­σε γιὰ νὰ κά­νει τρύ­πες στὰ χαρ­τιὰ καὶ χί­μη­ξε κα­τα­πά­νω του. Ἄρ­χι­σε νὰ τὸν χτυ­πά­ει μὲ λύσ­σα στὸ κε­φά­λι. Τὸ αἷ­μα ἔ­τρε­χε πο­τά­μι. Ὁ συ­νά­δελ­φος σω­ρι­ά­στη­κε κα­τα­γῆς μὲ τὸ κε­φά­λι ἀ­νοιγ­μέ­νο στὰ δύ­ο.

       Στὸ βά­θος, κά­ποι­οι ὑ­πάλ­λη­λοι εἶ­χαν δι­α­κό­ψει τὴν ἐρ­γα­σί­α τους καὶ συ­ζη­τοῦ­σαν με­τα­ξύ τους. Δυ­ὸ συ­νά­δελ­φοι τοῦ Φί­λιπ­που ἀ­πὸ τὰ κον­τι­νὰ γρα­φεῖ­α εἶ­χαν ση­κω­θεῖ ἀ­πὸ τὶς θέ­σεις τους ἀ­να­στα­τω­μέ­νοι.

       «Ρὲ Φί­λιπ­πε, πά­λι τὰ ἴ­δια;»

       Ἐ­κεῖ­νος πέ­τα­ξε τὸν δι­α­κο­ρευ­τὴ σὲ μιὰ ἄ­κρη, σκού­πι­σε τὰ χέ­ρια στὸ παν­τε­λό­νι του καὶ ἐ­πέ­στρε­ψε στὴ θέ­ση του. Ὁ Δι­ευ­θυν­τὴς κά­λε­σε δυ­ὸ ὑ­παλ­λή­λους ἀ­πὸ τὸ τμῆ­μα γε­νι­κῶν ὑ­πη­ρε­σι­ῶν γιὰ νὰ πά­ρουν τὸ πτῶ­μα καὶ τὴν κα­θα­ρί­στρια γιὰ νὰ κα­θα­ρί­σει τὴ μο­κέ­τα.

       «Τὸν εἶ­χα προ­ει­δο­ποι­ή­σει, τὸν βλά­κα» εἶ­πε ὁ Φί­λιπ­πος περ­νών­τας στὸ σύ­στη­μα τὰ στοι­χεῖ­α τῶν πω­λή­σε­ων.


Bonsai-03c-GiaIstologio-04


Πη­γή: Πρώ­τη δη­μο­σί­ευ­ση.

Τά­σος Ψάρ­ρης (Ἀ­θή­να, 1975). Σπού­δα­σε Οἰ­κο­νο­μι­κὰ στὸ Πα­νε­πι­στή­μιο Πει­ραι­ᾶ καὶ Με­τά­φρα­ση στὸ Εὐ­ρω­πα­ϊ­κὸ Κέν­τρο Με­τά­φρα­σης, ὅ­που πα­ρα­κο­λού­θη­σε καὶ μα­θή­μα­τα δη­μι­ουρ­γι­κῆς γρα­φῆς. Τὸ 2004 συμ­με­τεῖ­χε καὶ βρα­βεύ­τη­κε στὴν Ὀ­λυμ­πιά­δα Γραμ­μά­των. Ποι­ή­μα­τά του ἔ­χουν δη­μο­σι­ευ­τεῖ σὲ πε­ρι­ο­δι­κὰ καὶ ἄρ­θρα του σὲ ἐ­φη­με­ρί­δες. Ἐρ­γά­ζε­ται ὡς με­τα­φρα­στής. Γιὰ τὸ Ἱ­στο­λό­γιο «Ἱ­στο­ρί­ες Μπον­ζά­ι» ἐ­πι­με­λή­θη­κε τὸ ἀ­φι­έ­ρω­μα στὸν Ἰ­σπα­νὸ πε­ζο­γρά­φο Χου­ὰν Ἐ­δουά­ρδο Θού­νι­γα.



		

	

Τάσος Ψάρρης: Ἡ διαδρομή

.

Psarris,Tasos-IDiadromi-Eikona-04.

.

Τά­σος Ψάρ­ρης

 

Ἡ δι­α­δρο­μή

.

04-HttaΜΥΤΗ ΤΗΣ εἶ­χε γί­νει ἕ­να μὲ τὸ τζά­μι. Τὸ ρα­δι­ό­φω­νο βού­ι­ζε. Εἶ­δε τὴ λί­μνη μὲ τὶς ἰ­τι­ὲς νὰ περ­νά­ει τρέ­χον­τας. Ἐ­κεῖ ἔ­κα­νε βαρ­κά­δα μὲ τὸν ἀ­δερ­φό της τὰ κα­λο­καί­ρια. Εἶ­χαν φτιά­ξει μιὰ αὐ­το­σχέ­δια βάρ­κα μὲ μιὰ πόρ­τα καὶ γιὰ κου­πιὰ χρη­σι­μο­ποι­οῦ­σαν δυ­ὸ σκου­πό­ξυ­λα. Τί ξύ­λο εἶ­χε φά­ει ἀ­πὸ τὴ μά­να της! Ἀ­κό­μα πο­νοῦ­σαν τὰ μά­γου­λά της! Τώ­ρα ἡ λί­μνη ἦ­ταν πα­γω­μέ­νη. Κά­ποι­α ζῶ­α πε­ρι­φέ­ρον­ταν στὴν κρυ­σταλ­λω­μέ­νη ἐ­πι­φά­νεια μυ­ρί­ζον­τας τὸν πά­γο. Ἦ­ταν σὰν νὰ μὴν πί­στευ­αν ὅ­τι μπο­ροῦ­σαν νὰ περ­πα­τᾶ­νε πά­νω στὸ νε­ρό, ἢ νὰ νό­μι­ζαν ὅ­τι εἶ­χαν κά­νει λά­θος, ὅ­τι αὐ­τὴ δὲν ἦ­ταν ἡ λί­μνη ποὺ ἤ­ξε­ραν. Ἕ­να ζαρ­κά­δι μὲ ἀ­ση­μέ­νιο τρί­χω­μα πέ­ρα­σε τεν­τώ­νον­τας τὸν λαι­μό. Ἂν δὲν ἦ­ταν σί­γου­ρη ὅ­τι τὴν γε­λοῦ­σαν τὰ μά­τια της, θὰ ἔ­λε­γε ὅ­τι τὸ εἶ­δε νὰ τὴν στρα­βο­κοι­τά­ζει. Χα­μο­γέ­λα­σε. Μιὰ συ­στοι­χί­α ἀ­πὸ κυ­πα­ρίσ­σια. Χω­ρά­φια καὶ ἀμ­πέ­λια, ἄ­σπρα, ἄ­σπρα, νε­κρά. Ἴ­χνος καλ­λι­έρ­γειας. Μιὰ μάν­τρα μὲ συρ­μα­τό­πλεγ­μα μή­κους ὁ­λό­κλη­ρων χι­λι­ο­μέ­τρων. Τὸ συρ­μα­τό­πλεγ­μα δὲν ὑ­πῆρ­χε πα­λιά. Καὶ ἡ μάν­τρα πα­λιὰ ἦ­ταν φρά­χτης. Τί εἶ­χε συμ­βεῖ; Τὸ σχο­λεῖ­ο. Ὁ δά­σκα­λος θὰ ἤ­ξε­ρε σί­γου­ρα νὰ τῆς ἀ­παν­τή­σει. Ὁ δά­σκα­λος ἤ­ξε­ρε νὰ ἀ­παν­τά­ει σ’ ὅ­λες τὶς ἐ­ρω­τή­σεις. Ψη­λός, ἀ­δύ­να­τος, μὲ τε­τρά­γω­νους ὤ­μους. Καὶ νέ­ος, πο­λὺ νέ­ος, ὅ­λοι τὸν περ­νοῦ­σαν γιὰ μα­θη­τή. Μή­πως ἦ­ταν λι­γά­κι τσιμ­πη­μέ­νη μα­ζί του; Ἔ­κα­νε μιὰ γκρι­μά­τσα ἀ­πο­δο­κι­μα­σί­ας. Σί­γα μὴν ἤ­ξε­ρε τό­τε ἀ­πὸ ἔ­ρω­τες. Ἡ μη­χα­νὴ μούγ­κρι­ζε κά­τω ἀ­π’ τὰ πό­δια της. Οἱ ρό­δες σφύ­ρι­ζαν. Κά­ποι­οι σκαν­τζό­χοι­ροι ἔ­παι­ζαν στὸ χι­ό­νι. Με­ρι­κὰ ἀ­γρι­ο­λού­λου­δα ποὺ ὁ χι­ο­νιὰς δὲν μπῆ­κε στὸν κό­πο νὰ ἀ­σχο­λη­θεῖ μα­ζί τους. Ἔ­τρι­ψε τὶς πα­λά­μες της. Τὰ δά­χτυ­λά της εἶ­χαν πρη­στεῖ. Ἄρ­χι­σε νὰ κρυ­ώ­νει. Τὰ πρῶ­τα σπί­τια. Τὸ κα­φε­νεῖ­ο τοῦ παπ­ποῦ μὲ τὴν κόκ­κι­νη ταμ­πέ­λα. Χαρ­τζι­λί­κι καὶ σο­κο­λά­τες. Τὰ παν­τζού­ρια ἑ­τοι­μόρ­ρο­πα. Ἡ πλα­τεί­α μὲ τὴ μαρ­μά­ρι­νη κρή­νη. Κά­ποι­α ση­μαιά­κια μὲ τὸ ἐ­θνό­ση­μο ἀ­κό­μα κρε­μα­σμέ­να. Τὸ κου­ρεῖ­ο. Τὸ παν­το­πω­λεῖ­ο μὲ τὸν με­γά­λο ἀ­νε­μι­στή­ρα. Ὅ­λα κλει­στά. Ἐ­ρη­μιὰ στὸ χω­ριό, οὔ­τε ἕ­νας γνω­στός.

Γύ­ρι­σε πρὸς τὴν ἄλ­λη. Ἡ θέ­ση τοῦ ὁ­δη­γοῦ ἦ­ταν κε­νή.

 

 Bonsai-03c-GiaIstologio-04

 

Πηγή: Πρώτη δημοσίευση.

 

Τά­σος Ψάρ­ρης (Ἀ­θή­να, 1975). Σπού­δα­σε Οἰ­κο­νο­μι­κὰ στὸ Πα­νε­πι­στή­μιο Πει­ραι­ᾶ καὶ Με­τά­φρα­ση στὸ Εὐ­ρω­πα­ϊ­κὸ Κέν­τρο Με­τά­φρα­σης, ὅ­που πα­ρα­κο­λού­θη­σε καὶ μα­θή­μα­τα δη­μι­ουρ­γι­κῆς γρα­φῆς. Τὸ 2004 συμ­με­τεῖ­χε καὶ βρα­βεύ­τη­κε στὴν Ὀ­λυμ­πιά­δα Γραμ­μά­των. Ποι­ή­μα­τά του ἔ­χουν δη­μο­σι­ευ­τεῖ σὲ πε­ρι­ο­δι­κὰ καὶ ἄρ­θρα του σὲ ἐ­φη­με­ρί­δες. Ἐρ­γά­ζε­ται ὡς με­τα­φρα­στής. Δη­μο­σί­ευ­σε τὸ μυ­θι­στό­ρη­μα Τὸ ἀ­γα­πη­μέ­νο της μαῦ­ρο (Mo­men­tum, Ἀ­θή­να, 2012). Γιὰ τὸ Ἱστολόγιο «Ἱστορίες Μπονζάι» ἐπιμελήθηκε τὸ ἀφιέρωμα στὸν Ἰσπανὸ πεζογράφο Χου­ὰν Ἐ­δουά­ρδο Θού­νι­γα.

.

Τάσος Ψάρρης: Ἡ ἀνάκριση

Τά­σος Ψάρ­ρης

 

Ἡ ἀ­νά­κρι­ση

 

ΕΝ ΓΝΩΡΙΖΩ κανέναν μ’ αὐ­τὸ τὸ ὄ­νο­μα.»

«Για­τί ἔ­χω τὴν ἐν­τύ­πω­ση ὅ­τι μοῦ λὲς ψέ­μα­τα;»

Τὰ μά­τια του εἶ­χαν πε­τα­χτεῖ ἔ­ξω ἀ­πὸ τὶς κόγ­χες. Τὸ σα­κά­κι τῆς στο­λῆς ἦ­ταν ξε­κούμ­πω­το, ἀ­πο­κα­λύ­πτον­τας ἕ­να που­κά­μι­σο πνιγ­μέ­νο στὸν ἱ­δρώ­τα. Ἡ γρα­βά­τα ἦ­ταν σχε­δὸν λυ­μέ­νη, θύ­μι­ζε θη­λιὰ ποὺ μό­λις ἔ­χει πνί­ξει τὸν λαι­μὸ ἑ­νὸς ἐγ­κλη­μα­τί­α. Εἶ­χε κι ἕ­να τσι­γά­ρο στὸ στό­μα, μιὰ χι­λι­ο­μα­ση­μέ­νη γό­πα ποὺ ὅ­λο ἔ­λε­γε νὰ τὴν φτύ­σει κι ὅ­λο τὸ με­τά­νι­ω­νε.

       «Θὰ μι­λή­σεις, ἢ θὰ μὲ κά­νεις νὰ χά­σω τὴν ὑ­πο­μο­νή μου;»

       «Σοῦ τὸ ὁρ­κί­ζο­μαι, ἀ­στυ­νό­με, δὲν ξέ­ρω τί­πο­τα.»

       Ἀ­πο­μα­κρύν­θη­κε γιὰ λί­γο ἀ­πὸ κον­τά της, πα­ρα­μι­λών­τας, μὲ ἔκ­φρα­ση ἀ­η­δί­ας. Τὸ κρε­βά­τι ἦ­ταν ξέ­στρω­το καὶ ἡ τη­λε­ό­ρα­ση ἀ­νοι­χτή, χω­ρὶς ἦ­χο. Πά­νω στὸ κο­μο­δί­νο, ἡ κορ­νι­ζα­ρι­σμέ­νη οἰ­κο­γε­νεια­κὴ φω­το­γρα­φί­α ἀ­πὸ τὶς κα­λο­και­ρι­νὲς δι­α­κο­πὲς καὶ τὸ βρα­χι­ό­λι ποὺ τῆς εἶ­χε κά­νει δῶ­ρο στὴν δέ­κα­τη ἐ­πέ­τει­ο τοῦ γά­μου τους. Τὰ μπρι­γιὰν λαμ­πί­ρι­ζαν στὸ ἡ­μί­φως ποὺ δη­μι­ουρ­γοῦ­σε τὸ πορ­τα­τὶφ τῆς ἀ­νά­κρι­σης.

       Γύ­ρι­σε ξα­νὰ πρὸς τὴ με­ριά της καὶ κάρ­φω­σε τὸ βλέμ­μα του στὰ πό­δια της.

       «Ἂν νο­μί­ζεις ὅ­τι θὰ μὲ ξε­γε­λά­σεις μὲ κόλ­πα τύ­που “Βα­σι­κὸ Ἔν­στι­κτο”, εἶ­σαι γε­λα­σμέ­νη».

       Τῆς ἔ­δω­σε ἕ­να χα­στού­κι ποὺ τὴν κόλ­λη­σε στὴν πλά­τη τῆς πο­λυ­θρό­νας. Μιὰ στα­γό­να ἀ­πὸ αἷ­μα ἐμ­φα­νί­στη­κε στὴν ἄ­κρη τοῦ στό­μα­τός της.

       Ἐ­κεί­νη ἔ­βγα­λε μὲ μιὰ ἀ­πό­το­μη κί­νη­ση τὶς χει­ρο­πέ­δες καὶ ση­κώ­θη­κε. «Εἶ­σαι ἠ­λί­θιος» τοῦ εἶ­πε κου­νών­τας μὲ ἀ­πο­γο­ή­τευ­ση τὸ κε­φά­λι. «Ἔ­χου­με πεῖ ὄ­χι χα­στού­κια». Ἄ­νοι­ξε τὴν πόρ­τα τῆς κρε­βα­το­κά­μα­ρας καὶ ἔ­φυ­γε.

 

 

Πηγή: Πρώτη δημοσίευση.

 

Τά­σος Ψάρ­ρης (Ἀ­θή­να, 1975). Σπού­δα­σε Οἰ­κο­νο­μι­κὰ στὸ Πα­νε­πι­στή­μιο Πει­ραι­ᾶ καὶ Με­τά­φρα­ση στὸ Εὐ­ρω­πα­ϊ­κὸ Κέν­τρο Με­τά­φρα­σης, ὅ­που πα­ρα­κο­λού­θη­σε καὶ μα­θή­μα­τα δη­μι­ουρ­γι­κῆς γρα­φῆς. Τὸ 2004 συμ­με­τεῖ­χε καὶ βρα­βεύ­τη­κε στὴν Ὀ­λυμ­πιά­δα Γραμ­μά­των. Ποι­ή­μα­τά του ἔ­χουν δη­μο­σι­ευ­τεῖ σὲ πε­ρι­ο­δι­κὰ καὶ ἄρ­θρα του σὲ ἐ­φη­με­ρί­δες. Ἐρ­γά­ζε­ται ὡς με­τα­φρα­στής. Γιὰ τὸ Ἱ­στο­λό­γιο «Ἱ­στο­ρί­ες Μπον­ζά­ι» ἐ­πι­με­λή­θη­κε τὸ ἀ­φι­έ­ρω­μα στὸν Ἰ­σπα­νὸ πε­ζο­γρά­φο Χου­ὰν Ἐ­δουά­ρδο Θού­νι­γα.

 

Τάσος Ψάρρης: Ὁ Χουὰν Ἐδουάρδο Θούνιγα καὶ ἡ τριλογία τῆς Μαδρίτης

 

 

Τάσος Ψάρρης

 

«Ἡ ἀναζήτηση ἑνὸς ἄλλου ἀνθρώπου»:

Ὁ Χου­ὰν Ἐ­δουά­ρδο Θού­νι­γα καὶ ἡ τρι­λο­γί­α τῆς Μα­δρί­της

 

ΧΟΥΑΝ ΕΔΟΥΑΡΔΟ ΘΟΥΝΙΓΑ εἶ­ναι μιὰ ἰ­δι­αί­τε­ρη πε­ρί­πτω­ση στὸν χῶ­ρο τῶν εὐ­ρω­πα­ϊ­κῶν γραμ­μά­των. Συγ­γρα­φέ­ας ἑ­νὸς μι­κροῦ ἀ­ριθ­μοῦ ἔρ­γων, ἔ­ζη­σε κα­θ’ ὅ­λη τὴ διά­ρκεια τῆς ἐ­πο­χῆς τοῦ Φράν­κο στὸ σκο­τά­δι, ἀ­κο­λου­θών­τας ἕ­ναν τρό­πο ζω­ῆς ποὺ συ­χνὰ ἔ­φτα­νε στὰ ὅ­ρια τοῦ ἀ­σκη­τι­σμοῦ. Ἡ λο­γο­τε­χνι­κὴ καὶ κοι­νω­νι­κὴ δρά­ση του δὲν βγῆ­καν στὸ φῶς πα­ρὰ μό­νο με­τὰ τὴν πα­λι­νόρ­θω­ση τῆς ἱ­σπα­νι­κῆς δη­μο­κρα­τί­ας. (Ὁ ἴ­διος ὅ­ταν ρω­τή­θη­κε γιὰ τὰ αἴ­τια αὐ­τῆς τῆς ἀρ­γο­πο­ρί­ας, ἀ­πάν­τη­σε λα­κω­νι­κά: «Δὲν ἦ­ταν ἀ­κό­μα ἡ ὥ­ρα μου»­). Αὐ­τὴ ἡ ἠ­θε­λη­μέ­νη ἀ­πο­μό­νω­ση δη­μι­ούρ­γη­σε ἕ­να πέ­πλο μυ­στη­ρί­ου γύ­ρω ἀ­πὸ τὸ πρό­σω­πό του καὶ συ­νε­τέ­λε­σε ὥ­στε τὸ ἔρ­γο του νὰ δι­α­δο­θεῖ μὲ με­γά­λη κα­θυ­στέ­ρη­ση.

       Γεν­νη­μέ­νος τὸ 1929 στὴν ἀ­γα­πη­μέ­νη του Μα­δρί­τη, πό­λη ποὺ κα­τέ­χει μό­νι­μη θέ­ση στὸ ἔρ­γο του, ἀ­σχο­λή­θη­κε μὲ ὅ­λα τὰ λο­γο­τε­χνι­κὰ εἴ­δη ἀλ­λὰ τὸν κέρ­δι­σε τὸ δι­ή­γη­μα. Σπού­δα­σε Κα­λὲς Τέ­χνες καὶ Φι­λο­σο­φί­α, εἰ­δι­κεύ­τη­κε στὸν ἱ­σπα­νι­κὸ 19ο αἰ­ώ­να καὶ τὴ σλα­βι­κὴ λο­γο­τε­χνί­α καὶ ἄρ­χι­σε νὰ γρά­φει ὄ­χι μὲ μα­νι­ώ­δεις ρυθ­μούς, ὅ­πως γί­νε­ται συ­νή­θως μὲ τοὺς ἀ­θε­ρά­πευ­τους μυ­θο­πλά­στες, ἀλ­λὰ ἀρ­γὰ καὶ προ­σε­κτι­κά, δί­νον­τας τὸν χρό­νο στὸν ἑ­αυ­τό του νὰ ἀ­να­λύ­σει ὅ­σα συ­νέ­βαι­ναν γύ­ρω του: μιὰ βι­ο­γρα­φί­α μὲ τί­τλο Τὰ ἀ­βέ­βαι­α πά­θη τοῦ Ἰ­βὰν Τουρ­γκέ­νι­εφ (κυ­κλο­φο­ρεῖ στὰ ἑλ­λη­νι­κὰ ἀ­πὸ τὶς ἐκ­δό­σεις Πα­τά­κη, με­τά­φρα­ση Δη­μή­τρης Δη­μου­λᾶς, 1997), τὰ μυ­θι­στο­ρή­μα­τα I­n­u­ti­l­es t­o­t­a­l­es, El c­o­r­al y l­as a­g­u­as & F­l­o­r­es de p­l­o­mo, ἡ συλ­λο­γὴ δι­η­γη­μά­των M­i­s­t­e­r­i­os de l­as no­c­h­es y l­os dí­as, με­τα­φρά­σεις, δο­κί­μια καὶ με­λέ­τες, ἀ­παρ­τί­ζουν μιὰ λο­γο­τε­χνι­κὴ πα­ρα­γω­γὴ ποὺ θὰ ἔ­λε­γε κα­νεὶς πὼς λει­τούρ­γη­σε ὡς προ­πα­ρα­σκευ­α­στι­κὴ ἐρ­γα­σί­α γιὰ τὸ ση­μαν­τι­κό­τε­ρο ἔρ­γο του, τὴν Τρι­λο­γί­α τῆς Μα­δρί­της, ἕ­να μι­κρὸ δεῖγ­μα τῆς ὁ­ποί­ας πα­ρου­σι­ά­ζε­ται σὲ αὐ­τὸ τὸ ἀ­φι­έ­ρω­μα.

 

Ἡ λο­γο­τε­χνί­α τοῦ Θού­νι­γα

 

       Ὁ Χουὰν Ἐ­δουά­ρδο Θού­νι­γα με­γά­λω­σε στοὺς κόλ­πους τοῦ ρεύ­μα­τος ποὺ ἔ­χου­με συ­νη­θί­σει νὰ ἀ­πο­κα­λοῦ­με «κοι­νω­νι­κὸ ρε­α­λι­σμό». Πα­ρ’ ὅ­λα αὐ­τά, δὲν ἐν­στερ­νί­στη­κε τὶς ἐ­πι­τα­γές του οὔ­τε ἐγ­κλω­βί­στη­κε στὶς ἀγ­κυ­λώ­σεις του. Μὲ τὴ βο­ή­θεια τῆς ἀ­πα­ρά­μιλ­λης αἰ­σθη­τι­κῆς του, τῶν συμ­βο­λι­σμῶν του καὶ τῶν μυ­θο­πλα­στι­κῶν του σι­ω­πῶν, κα­τά­φε­ρε νὰ δη­μι­ουρ­γή­σει μιὰ λο­γο­τε­χνί­α ἰ­δι­αί­τε­ρη, ἡ ὁ­ποί­α προ­τεί­νει ἕ­ναν και­νούρ­γιο τρό­πο θέ­α­σης τῶν πραγ­μά­των. Σ’ αὐ­τοὺς τοὺς δύ­σκο­λους και­ροὺς ὅ­που ἡ ποι­ό­τη­τα προ­δί­δε­ται γιὰ τρι­ά­κον­τα ἀρ­γύ­ρια καὶ ἡ προ­σω­πι­κὴ γρα­φὴ ἐγ­κα­τα­λεί­πε­ται ὑ­πὲρ μιᾶς γρα­φῆς ἁ­πλου­στευ­τι­κῆς καὶ παγ­κο­σμι­ο­ποι­η­μέ­νης, ὁ Θού­νι­γα, δου­λεύ­ον­τας ἀ­θό­ρυ­βα, πα­ρά­γει μιὰ τέ­χνη ποὺ ἀ­να­δει­κνύ­ει μὲ τὸν κα­λύ­τε­ρο τρό­πο τὶς ἀν­τι­φά­σεις, τὶς πα­ρα­δο­χὲς καὶ τὶς ἀν­τι­θέ­σεις τῆς ζω­ῆς καὶ δι­ε­ρευ­νᾶ τὰ πιὸ εὐ­αί­σθη­τα θέ­μα­τα τῆς ἀν­θρώ­πι­νης φύ­σης, θέ­μα­τα ἐκ πρώ­της ὄ­ψε­ως ἐ­λάσ­σο­να καὶ ἀ­με­λη­τέ­α.

       Τὸ ἔρ­γο τοῦ Θού­νι­γα ἀ­πο­τε­λεῖ μιὰ δε­ξι­ο­τε­χνι­κὴ ἀν­θρω­πο­κεν­τρι­κὴ σπου­δή, ἐ­νῶ ταυ­τό­χρο­να συμ­βάλ­λει στὴ δι­α­τή­ρη­ση τῆς ἱ­στο­ρι­κῆς μνή­μης. Ὁ συγ­γρα­φέ­ας χρη­σι­μο­ποι­εῖ τὰ δι­δάγ­μα­τα καὶ τὶς ἐμ­πει­ρί­ες του γιὰ νὰ φιλ­τρά­ρει μὲ τὴ μέ­γι­στη δυ­να­τὴ ἀν­τι­κει­με­νι­κό­τη­τα τὰ ὑ­παρ­ξια­κὰ δε­δο­μέ­να. Σχε­διά­ζει ἀ­λη­θο­φα­νεῖς συ­ναι­σθη­μα­τι­κὲς κα­τα­στά­σεις καὶ συν­θέ­τει ἀν­θρώ­πι­νες φω­νὲς-ἐκ­φρα­στὲς συ­νει­δή­σε­ων ποὺ βι­ώ­νουν ἕ­ναν μό­νι­μο σει­σμό, τὸν ὁ­ποῖ­ο με­τα­δί­δουν στὸν ἀ­να­γνώ­στη με­τα­τρέ­πον­τάς τον σὲ κα­λὸ ἀ­γω­γὸ σκέ­ψης· φω­νὲς τὶς ὁ­ποῖ­ες ὁ ἀ­να­γνώ­στης ἐν­δύ­ε­ται συμ­με­τέ­χον­τας μέ­σῳ τῶν λέ­ξε­ων, τῶν φρά­σε­ων καὶ τῶν πα­ρα­γρά­φων σὲ μιὰ πο­ρεί­α ἀρ­γή, σὲ μιὰ ἀ­νά­γνω­ση συμ­πυ­κνω­μέ­νη, σὲ μιὰ ἀ­φή­γη­ση φορ­τι­σμέ­νη. Ὁ Θού­νι­γα με­τα­χει­ρί­ζε­ται τοὺς χα­ρα­κτῆ­ρες του μὲ δι­α­κρι­τι­κό­τη­τα καὶ σε­βα­σμὸ ἀ­πέ­ναν­τι στὶς ἰ­δι­αι­τε­ρό­τη­τές τους. Μὲ τὸν ἴ­διο σε­βα­σμὸ ἀν­τι­με­τω­πί­ζει καὶ τὶς λε­πτο­μέ­ρει­ες τοῦ πε­ρι­βάλ­λον­τος ὅ­που ζοῦν, οἱ ὁ­ποῖ­ες δη­μι­ουρ­γοῦν μιὰ ἀ­τμό­σφαι­ρα ὑ­πο­βλη­τι­κή, μυ­στη­ρια­κή, τε­τα­μέ­νη. Οἱ χα­ρα­κτῆ­ρες του, συ­χνὰ αἰχ­μά­λω­τοι μιᾶς ὑ­πο­δό­ρει­ας βαρ­βα­ρό­τη­τας, οἰ­κο­δο­μοῦν τὰ βι­ώ­μα­τά τους μέ­σα ἀ­πὸ μιὰ ὁ­μί­χλη ἔ­ρω­τα ἱ­κα­νὴ νὰ σκε­πά­σει τὰ πάν­τα καὶ μὲ μιὰ ἐλ­πί­δα ποὺ δὲν τὴν ἀ­πο­χω­ρί­ζον­ται πο­τέ. Αὐ­τὴ ἡ λο­γο­τε­χνι­κὴ με­τα­χεί­ρι­ση τοὺς κά­νει νὰ πα­ρου­σι­ά­ζον­ται μό­νι­μα πα­ρα­δο­μέ­νοι σὲ μιὰ φόρ­τι­ση ποὺ φαν­τά­ζει ἀ­ναγ­καί­α.

 

Ἡ τρι­λο­γί­α τῆς Μα­δρί­της

 

       Τὸ 1980 δη­μο­σι­εύ­τη­κε τὸ πρῶ­το μέ­ρος τῆς τρι­λο­γί­ας ποὺ θὰ ἔ­κα­νε παγ­κο­σμί­ως γνω­στὸ τὸν Χουὰν Ἐ­δουά­ρδο Θού­νι­γα, τῆς τρι­λο­γί­ας τῆς Μα­δρί­της: ἐ­πρό­κει­το γιὰ τὸ ἔρ­γο μὲ τί­τλο L­a­r­go n­o­v­i­e­m­b­re de M­a­d­r­id (Μα­κρὺς χει­μώ­νας τῆς Μα­δρί­της), μιὰ συλ­λο­γὴ δι­η­γη­μά­των μὲ θέ­μα τὶς συν­θῆ­κες ποὺ ἐ­πι­κρα­τοῦ­σαν στὴ ἱ­σπα­νι­κὴ πρω­τεύ­ου­σα τὴν πε­ρί­ο­δο τοῦ ἐμ­φυ­λί­ου πο­λέ­μου. Τὸ βι­βλί­ο αὐ­τό, ἕ­να ἀ­πὸ τὰ κα­λύ­τε­ρα ποὺ γρά­φτη­καν πο­τὲ γιὰ τὸν ἱ­σπα­νι­κὸ ἀλ­λη­λο­σπα­ραγ­μό, ἔ­γι­νε «μπε­στσέ­λερ» καὶ ἀ­να­τυ­πώ­θη­κε πολ­λὲς φο­ρές. Τὸ 1986 ἐκ­δό­θη­κε τὸ δεύ­τε­ρο μέ­ρος τῆς τρι­λο­γί­ας, τὸ La t­i­e­r­ra s­e­rá un p­a­r­aí­so (Ἡ γῆ θὰ γί­νει πα­ρά­δει­σος), καὶ τὸ 2003 τὸ τρί­το, C­a­p­i­t­al de la g­l­o­r­ia (Πρω­τεύ­ου­σα τῆς δό­ξας). Τὸ τε­λευ­ταῖ­ο, ἕ­νας δε­κά­λο­γος δι­η­γη­μά­των ποὺ εἰ­κο­νο­γρα­φοῦν τὶς τε­λευ­ταῖ­ες ἐ­λεύ­θε­ρες μέ­ρες τῆς Μα­δρί­της, ἐ­ξα­σφά­λι­σε στὸν Θού­νι­γα τὸ Ἐ­θνι­κὸ Βρα­βεῖ­ο Κρι­τι­κῶν καὶ τὸ Βρα­βεῖ­ο Sa­l­a­m­bó.

       Ἡ τρι­λο­γί­α ἀ­πο­τε­λεῖ τὴν αἱ­μα­το­βαμ­μέ­νη τοι­χο­γρα­φί­α μιᾶς κοι­νω­νί­ας, τὸ χρο­νι­κὸ μιᾶς πό­λης ποὺ στε­νά­ζει ἀ­πὸ τὴν ἐ­ξα­θλί­ω­ση καὶ τοὺς βομ­βαρ­δι­σμούς. Τὸ γε­γο­νὸς ὅ­τι καὶ τὰ τρί­α μέ­ρη της δη­μο­σι­εύ­τη­καν με­τὰ ἀ­πὸ τὴν πα­λι­νόρ­θω­ση εἶ­ναι κα­θο­ρι­στι­κό: τὰ κεί­με­να δο­νοῦν­ται κά­τω ἀ­πὸ ἕ­να ὑ­πό­στρω­μα ἱ­στο­ρι­κῶν ψε­μά­των ποὺ στοι­χει­ώ­νουν τὴ ζω­ὴ τῶν πο­λι­τῶν, ψέ­μα­τα ἑ­δραι­ω­μέ­να σὲ δι­ά­στη­μα πολ­λῶν ἐ­τῶν. Σκο­πὸς αὐ­τῶν τῶν κει­μέ­νων, σκο­πὸς ἑ­πο­μέ­νως τοῦ Θού­νι­γα, «δὲν εἶ­ναι μό­νο νὰ κοι­τά­ξω μὲ ὀρ­θά­νοι­χτα μά­τια αὐ­τὸ ποὺ βρί­σκε­ται μπρο­στά, ἀλ­λὰ νὰ δι­α­βλέ­ψω αὐ­τὸ ποὺ προ­σπα­θεῖ νὰ κρυ­φτεῖ ἀ­πὸ ἐ­μᾶς», ὅ­πως ἀ­να­φέ­ρει σὲ μιὰ συ­νέν­τευ­ξή του. Εἶ­ναι πο­λὺ ἐν­δι­α­φέ­ρον αὐ­τὸ ποὺ λέ­ει ὁ ἀ­φη­γη­τὴς στὸ δι­ή­γη­μα «Νο­έμ­βριος, ἡ μη­τέ­ρα, 1936»: «Κα­νεὶς δὲν νοι­ά­ζε­ται γιὰ τὸν ξέ­νο πό­νο κι ἀ­κό­μα πε­ρισ­σό­τε­ρο γιὰ τὴν ἐ­πί­πο­νη ἐ­σω­τε­ρι­κὴ δι­α­δι­κα­σί­α τῆς ὡ­ρί­μαν­σης ἡ ὁ­ποί­α ἀ­παι­τεῖ χρό­νο γιὰ νὰ γί­νει κα­τα­νο­η­τή, γι’ αὐ­τὸ καὶ κα­νέ­νας οἰ­κεῖ­ος δὲν συ­νει­δη­το­ποι­εῖ αὐ­τὴ τὴ με­τά­βα­ση πρὸς τὴν κα­τα­νό­η­ση τῶν ὅ­σων μᾶς πε­ρι­βάλ­λουν, πρὸς τὴν ἀ­λή­θεια τοῦ κό­σμου στὸν ὁ­ποῖ­ο ζοῦ­με, μιὰ κα­τα­νό­η­ση ποὺ ρί­χνει φῶς στὴ συ­νεί­δη­ση, ποὺ φω­τί­ζει καὶ ἀ­πο­κα­λύ­πτει μιὰ θλι­βε­ρὴ ἁ­λυ­σί­δα ἀ­πὸ συ­νή­θει­ες, ἀ­πὸ ἀ­πο­δο­χὲς ἀ­νό­η­των ἢ ἐ­πι­κίν­δυ­νων λο­γι­κῶν ποὺ προ­κά­λε­σαν δά­κρυ­α καὶ πού, πο­λὺ κον­τά, στὰ ὅ­ρια τῆς με­σο­α­στι­κῆς στα­θε­ρό­τη­τας, ἔ­κα­νε ὀ­στε­ω­μέ­να χέ­ρια δι­α­μαρ­τυ­ρί­ας νὰ ὑ­ψω­θοῦν· ἀ­κό­μα πιὸ δυ­σκο­λο­νό­η­το εἶ­ναι τὸ ὅ­τι κά­ποι­α μέ­ρα αὐ­τὴ ἡ ἐ­πί­γνω­ση τῆς κα­τα­νό­η­σης κά­νει ξαφ­νι­κὰ τὴν ἐμ­φά­νι­σή της καὶ ἡ λάμ­ψη της ἀ­να­στα­τώ­νει, καὶ πλέ­ον ἀ­φι­ε­ρω­νό­μα­στε στὸ νὰ ψά­χνου­με ὁ­λο­έ­να πε­ρισ­σό­τε­ρο μέ­σα στὶς ἀ­να­μνή­σεις ἢ στὰ κα­τα­πι­ε­σμέ­να μας συ­ναι­σθή­μα­τα γιὰ νὰ ξα­να­βροῦ­με ἕ­ναν ἄλ­λο ἄν­θρω­πο ποὺ ἔ­ζη­σε μέ­σα μας ἀλ­λὰ ἔ­ξω ἀ­πὸ τὴ συ­νεί­δη­σή μας…»

 

 

Τά­σος Ψάρ­ρης (Ἀ­θή­να, 1975). Σπού­δα­σε Οἰ­κο­νο­μι­κὰ στὸ Πα­νε­πι­στή­μιο Πει­ραι­ᾶ καὶ Με­τά­φρα­ση στὸ Εὐ­ρω­πα­ϊ­κὸ Κέν­τρο Με­τά­φρα­σης, ὅ­που πα­ρα­κο­λού­θη­σε καὶ μα­θή­μα­τα δη­μι­ουρ­γι­κῆς γρα­φῆς. Τὸ 2004 συμ­με­τεῖ­χε καὶ βρα­βεύ­τη­κε στὴν Ὀ­λυμ­πιά­δα Γραμ­μά­των. Ποι­ή­μα­τά του ἔ­χουν δη­μο­σι­ευ­τεῖ σὲ πε­ρι­ο­δι­κὰ καὶ ἄρ­θρα του σὲ ἐ­φη­με­ρί­δες. Ἐρ­γά­ζε­ται ὡς με­τα­φρα­στής.