Tasos Psaris: La ruta



Tasos Psaris


La ruta


U NARIZ y el cristal se habían fundido en uno. La radio zumbaba. Vio el lago con los sauces pasar corriendo. Allí iba a remar con su hermano los veranos. Habían construido una improvisada barca con una puerta, y de remos usaban dos palos de escoba. ¡Cómo le pegaba su madre! ¡Aún le dolían las mejillas! Ahora el lago estaba helado. Algunos animales deambulaban sobre la cristalizada superficie olisqueando el hielo. Era como si no creyeran que podían caminar sobre el agua, o pensaran que se habían equivocado, que este no era el lago que conocían. Un corzo de pelaje plateado pasó estirando el cuello. Si no estuviera segura de que la engañaban sus ojos, diría que lo vio mirándola con recelo. Sonrió. Una alineación de cipreses. Campos y viñedos, blancos, blancos, muertos. Ni rastro de cultivos. Una valla de alambre de una longitud de kilómetros enteros. El alambre no existía antiguamente. Y la valla antiguamente era una cerca. ¿Qué había pasado? La escuela. El maestro seguro que sabría contestarle. El maestro sabía contestar a todas las preguntas. Alto, delgado, de hombros cuadrados. Y joven, muy joven, todos lo tomaban por alumno. ¿No estaría un poco colada por él? Hizo una mueca de desaprobación. Qué sabría de amores en aquel entonces. El motor rugía bajo sus pies. Las ruedas silbaban. Algunos erizos jugaban en la nieve. Algunas flores silvestres de las que la nevada no se tomó la molestia de ocuparse. Se frotó las palmas de las manos. Se le habían hinchado los dedos. Comenzó a tener frío. Las primeras casas. El kafenío del abuelo con el rótulo rojo. Dinerillo y chocolatinas. Los postigos en ruinas. La plaza con la fuente de mármol. Algunas banderitas con el escudo todavía colgadas. La barbería. La tienda de comestibles con el gran ventilador. Todo cerrado. Desierto el pueblo, ni un solo conocido.

       Se giró hacia el otro lado. El asiento del conductor estaba vacío.



Fuente: Planodion Bonsái, 5 de abril de 2013

Tasos Psaris nació en Atenas en 1975 y vive en Corfú. Trabaja como traductor de literatura hispana. Su primera novela se titula: Τὸ ­γα­πη­μέ­νο της μαῦ­ρο (Mo­men­tum, Atenas, 2012).

Tra­duc­ción: I­lek­tra A­na­gno­stou, Be­atriz Cá­rca­mo A­boi­tiz, So­fía Fer­taki, Theoni Kabra, María Kalouptsi, Eduardo Lucena, Kon­sta­nti­nos Pa­le­o­lo­gos, E­vange­lía Po­lyra­ki, Anto­nia Vla­chou.

La tra­duc­ción y revisión colectivas de los minir­rela­tos es producto del taller que orga­ni­zaron y co­ordina­ron, en la a­ca­de­mia de i­dio­mas A­ba­ni­co desde octu­bre de 2017 hasta marzo de 2018, Kon­sta­nti­nos Pa­le­o­lo­gos y E­du­a­rdo Lu­ce­na.


		
Advertisements

Τάσος Ψάρρης: Ἡ προειδοποίηση


Psarris,Tasos-IProeidopoiisi-Eikona-01


Τά­σος Ψάρ­ρης


Ἡ προ­ει­δο­ποί­η­ση


11-Mi-800px-Letter_M_from_the_Fantastic_Alphabet-02 ΠΗΚΕ ΣΤΟ ΓΡΑΦΕΙΟ ἀ­λα­φι­α­σμέ­νος. Τὸ πρό­σω­πό του ἦ­ταν κα­τα­κόκ­κι­νο ἀ­πὸ τὴν τα­ρα­χή. Εἶ­πε κα­λη­μέ­ρα χω­ρὶς πολ­λὴ δι­ά­θε­ση καὶ κά­θι­σε στὸ γρα­φεῖ­ο του.

       «Ἔ­κα­να μι­σὴ ὥ­ρα νὰ βρῶ πάρ­κινγκ. Μὴ μοῦ μι­λή­σει κα­νεὶς για­τί τὸν σκό­τω­σα.»

       Ἄ­νοι­ξε τὸν ὑ­πο­λο­γι­στὴ καὶ ἄρ­χι­σε νὰ δου­λεύ­ει.

       Οἱ συ­νά­δελ­φοι τοῦ ἔ­ρι­ξαν μιὰ γρή­γο­ρη μα­τιὰ καὶ συ­νέ­χι­σαν νὰ κά­νουν τὴ δου­λειά τους. Ἦ­ταν μιὰ ἥ­συ­χη μέ­ρα στὸ γρα­φεῖ­ο, τὸ μό­νο ποὺ ἀ­κου­γό­ταν ἦ­ταν πλη­κτρο­λό­για ποὺ δού­λευ­αν στὸ φοὺλ καὶ μί­α ἡ δύ­ο τη­λε­φω­νι­κὲς συ­νο­μι­λί­ες.

       «Φί­λιπ­πε, σοῦ ἔ­χω στεί­λει ἕ­να email» τοῦ εἶ­πε σὲ κά­ποι­α στιγ­μὴ ἕ­νας συ­νά­δελ­φος ποὺ κα­θό­ταν ἀ­κρι­βῶς ἀ­πέ­ναν­τί του. «Ὅ­πο­τε μπο­ρεῖς ρι­ξ’ του μιὰ μα­τιά.»

       Ἐ­κεῖ­νος πε­τά­χτη­κε ἀ­πὸ τὴ θέ­ση του, πῆ­ρε ἕ­ναν βα­ρὺ σι­δε­ρέ­νιο δι­α­κο­ρευ­τὴ ποὺ χρη­σι­μο­ποι­οῦ­σε γιὰ νὰ κά­νει τρύ­πες στὰ χαρ­τιὰ καὶ χί­μη­ξε κα­τα­πά­νω του. Ἄρ­χι­σε νὰ τὸν χτυ­πά­ει μὲ λύσ­σα στὸ κε­φά­λι. Τὸ αἷ­μα ἔ­τρε­χε πο­τά­μι. Ὁ συ­νά­δελ­φος σω­ρι­ά­στη­κε κα­τα­γῆς μὲ τὸ κε­φά­λι ἀ­νοιγ­μέ­νο στὰ δύ­ο.

       Στὸ βά­θος, κά­ποι­οι ὑ­πάλ­λη­λοι εἶ­χαν δι­α­κό­ψει τὴν ἐρ­γα­σί­α τους καὶ συ­ζη­τοῦ­σαν με­τα­ξύ τους. Δυ­ὸ συ­νά­δελ­φοι τοῦ Φί­λιπ­που ἀ­πὸ τὰ κον­τι­νὰ γρα­φεῖ­α εἶ­χαν ση­κω­θεῖ ἀ­πὸ τὶς θέ­σεις τους ἀ­να­στα­τω­μέ­νοι.

       «Ρὲ Φί­λιπ­πε, πά­λι τὰ ἴ­δια;»

       Ἐ­κεῖ­νος πέ­τα­ξε τὸν δι­α­κο­ρευ­τὴ σὲ μιὰ ἄ­κρη, σκού­πι­σε τὰ χέ­ρια στὸ παν­τε­λό­νι του καὶ ἐ­πέ­στρε­ψε στὴ θέ­ση του. Ὁ Δι­ευ­θυν­τὴς κά­λε­σε δυ­ὸ ὑ­παλ­λή­λους ἀ­πὸ τὸ τμῆ­μα γε­νι­κῶν ὑ­πη­ρε­σι­ῶν γιὰ νὰ πά­ρουν τὸ πτῶ­μα καὶ τὴν κα­θα­ρί­στρια γιὰ νὰ κα­θα­ρί­σει τὴ μο­κέ­τα.

       «Τὸν εἶ­χα προ­ει­δο­ποι­ή­σει, τὸν βλά­κα» εἶ­πε ὁ Φί­λιπ­πος περ­νών­τας στὸ σύ­στη­μα τὰ στοι­χεῖ­α τῶν πω­λή­σε­ων.


Bonsai-03c-GiaIstologio-04


Πη­γή: Πρώ­τη δη­μο­σί­ευ­ση.

Τά­σος Ψάρ­ρης (Ἀ­θή­να, 1975). Σπού­δα­σε Οἰ­κο­νο­μι­κὰ στὸ Πα­νε­πι­στή­μιο Πει­ραι­ᾶ καὶ Με­τά­φρα­ση στὸ Εὐ­ρω­πα­ϊ­κὸ Κέν­τρο Με­τά­φρα­σης, ὅ­που πα­ρα­κο­λού­θη­σε καὶ μα­θή­μα­τα δη­μι­ουρ­γι­κῆς γρα­φῆς. Τὸ 2004 συμ­με­τεῖ­χε καὶ βρα­βεύ­τη­κε στὴν Ὀ­λυμ­πιά­δα Γραμ­μά­των. Ποι­ή­μα­τά του ἔ­χουν δη­μο­σι­ευ­τεῖ σὲ πε­ρι­ο­δι­κὰ καὶ ἄρ­θρα του σὲ ἐ­φη­με­ρί­δες. Ἐρ­γά­ζε­ται ὡς με­τα­φρα­στής. Γιὰ τὸ Ἱ­στο­λό­γιο «Ἱ­στο­ρί­ες Μπον­ζά­ι» ἐ­πι­με­λή­θη­κε τὸ ἀ­φι­έ­ρω­μα στὸν Ἰ­σπα­νὸ πε­ζο­γρά­φο Χου­ὰν Ἐ­δουά­ρδο Θού­νι­γα.


Τάσος Ψάρρης: Ἡ διαδρομή

.

Psarris,Tasos-IDiadromi-Eikona-04.

.

Τά­σος Ψάρ­ρης

 

Ἡ δι­α­δρο­μή

.

04-HttaΜΥΤΗ ΤΗΣ εἶ­χε γί­νει ἕ­να μὲ τὸ τζά­μι. Τὸ ρα­δι­ό­φω­νο βού­ι­ζε. Εἶ­δε τὴ λί­μνη μὲ τὶς ἰ­τι­ὲς νὰ περ­νά­ει τρέ­χον­τας. Ἐ­κεῖ ἔ­κα­νε βαρ­κά­δα μὲ τὸν ἀ­δερ­φό της τὰ κα­λο­καί­ρια. Εἶ­χαν φτιά­ξει μιὰ αὐ­το­σχέ­δια βάρ­κα μὲ μιὰ πόρ­τα καὶ γιὰ κου­πιὰ χρη­σι­μο­ποι­οῦ­σαν δυ­ὸ σκου­πό­ξυ­λα. Τί ξύ­λο εἶ­χε φά­ει ἀ­πὸ τὴ μά­να της! Ἀ­κό­μα πο­νοῦ­σαν τὰ μά­γου­λά της! Τώ­ρα ἡ λί­μνη ἦ­ταν πα­γω­μέ­νη. Κά­ποι­α ζῶ­α πε­ρι­φέ­ρον­ταν στὴν κρυ­σταλ­λω­μέ­νη ἐ­πι­φά­νεια μυ­ρί­ζον­τας τὸν πά­γο. Ἦ­ταν σὰν νὰ μὴν πί­στευ­αν ὅ­τι μπο­ροῦ­σαν νὰ περ­πα­τᾶ­νε πά­νω στὸ νε­ρό, ἢ νὰ νό­μι­ζαν ὅ­τι εἶ­χαν κά­νει λά­θος, ὅ­τι αὐ­τὴ δὲν ἦ­ταν ἡ λί­μνη ποὺ ἤ­ξε­ραν. Ἕ­να ζαρ­κά­δι μὲ ἀ­ση­μέ­νιο τρί­χω­μα πέ­ρα­σε τεν­τώ­νον­τας τὸν λαι­μό. Ἂν δὲν ἦ­ταν σί­γου­ρη ὅ­τι τὴν γε­λοῦ­σαν τὰ μά­τια της, θὰ ἔ­λε­γε ὅ­τι τὸ εἶ­δε νὰ τὴν στρα­βο­κοι­τά­ζει. Χα­μο­γέ­λα­σε. Μιὰ συ­στοι­χί­α ἀ­πὸ κυ­πα­ρίσ­σια. Χω­ρά­φια καὶ ἀμ­πέ­λια, ἄ­σπρα, ἄ­σπρα, νε­κρά. Ἴ­χνος καλ­λι­έρ­γειας. Μιὰ μάν­τρα μὲ συρ­μα­τό­πλεγ­μα μή­κους ὁ­λό­κλη­ρων χι­λι­ο­μέ­τρων. Τὸ συρ­μα­τό­πλεγ­μα δὲν ὑ­πῆρ­χε πα­λιά. Καὶ ἡ μάν­τρα πα­λιὰ ἦ­ταν φρά­χτης. Τί εἶ­χε συμ­βεῖ; Τὸ σχο­λεῖ­ο. Ὁ δά­σκα­λος θὰ ἤ­ξε­ρε σί­γου­ρα νὰ τῆς ἀ­παν­τή­σει. Ὁ δά­σκα­λος ἤ­ξε­ρε νὰ ἀ­παν­τά­ει σ’ ὅ­λες τὶς ἐ­ρω­τή­σεις. Ψη­λός, ἀ­δύ­να­τος, μὲ τε­τρά­γω­νους ὤ­μους. Καὶ νέ­ος, πο­λὺ νέ­ος, ὅ­λοι τὸν περ­νοῦ­σαν γιὰ μα­θη­τή. Μή­πως ἦ­ταν λι­γά­κι τσιμ­πη­μέ­νη μα­ζί του; Ἔ­κα­νε μιὰ γκρι­μά­τσα ἀ­πο­δο­κι­μα­σί­ας. Σί­γα μὴν ἤ­ξε­ρε τό­τε ἀ­πὸ ἔ­ρω­τες. Ἡ μη­χα­νὴ μούγ­κρι­ζε κά­τω ἀ­π’ τὰ πό­δια της. Οἱ ρό­δες σφύ­ρι­ζαν. Κά­ποι­οι σκαν­τζό­χοι­ροι ἔ­παι­ζαν στὸ χι­ό­νι. Με­ρι­κὰ ἀ­γρι­ο­λού­λου­δα ποὺ ὁ χι­ο­νιὰς δὲν μπῆ­κε στὸν κό­πο νὰ ἀ­σχο­λη­θεῖ μα­ζί τους. Ἔ­τρι­ψε τὶς πα­λά­μες της. Τὰ δά­χτυ­λά της εἶ­χαν πρη­στεῖ. Ἄρ­χι­σε νὰ κρυ­ώ­νει. Τὰ πρῶ­τα σπί­τια. Τὸ κα­φε­νεῖ­ο τοῦ παπ­ποῦ μὲ τὴν κόκ­κι­νη ταμ­πέ­λα. Χαρ­τζι­λί­κι καὶ σο­κο­λά­τες. Τὰ παν­τζού­ρια ἑ­τοι­μόρ­ρο­πα. Ἡ πλα­τεί­α μὲ τὴ μαρ­μά­ρι­νη κρή­νη. Κά­ποι­α ση­μαιά­κια μὲ τὸ ἐ­θνό­ση­μο ἀ­κό­μα κρε­μα­σμέ­να. Τὸ κου­ρεῖ­ο. Τὸ παν­το­πω­λεῖ­ο μὲ τὸν με­γά­λο ἀ­νε­μι­στή­ρα. Ὅ­λα κλει­στά. Ἐ­ρη­μιὰ στὸ χω­ριό, οὔ­τε ἕ­νας γνω­στός.

Γύ­ρι­σε πρὸς τὴν ἄλ­λη. Ἡ θέ­ση τοῦ ὁ­δη­γοῦ ἦ­ταν κε­νή.

 

 Bonsai-03c-GiaIstologio-04

 

Πηγή: Πρώτη δημοσίευση.

 

Τά­σος Ψάρ­ρης (Ἀ­θή­να, 1975). Σπού­δα­σε Οἰ­κο­νο­μι­κὰ στὸ Πα­νε­πι­στή­μιο Πει­ραι­ᾶ καὶ Με­τά­φρα­ση στὸ Εὐ­ρω­πα­ϊ­κὸ Κέν­τρο Με­τά­φρα­σης, ὅ­που πα­ρα­κο­λού­θη­σε καὶ μα­θή­μα­τα δη­μι­ουρ­γι­κῆς γρα­φῆς. Τὸ 2004 συμ­με­τεῖ­χε καὶ βρα­βεύ­τη­κε στὴν Ὀ­λυμ­πιά­δα Γραμ­μά­των. Ποι­ή­μα­τά του ἔ­χουν δη­μο­σι­ευ­τεῖ σὲ πε­ρι­ο­δι­κὰ καὶ ἄρ­θρα του σὲ ἐ­φη­με­ρί­δες. Ἐρ­γά­ζε­ται ὡς με­τα­φρα­στής. Δη­μο­σί­ευ­σε τὸ μυ­θι­στό­ρη­μα Τὸ ἀ­γα­πη­μέ­νο της μαῦ­ρο (Mo­men­tum, Ἀ­θή­να, 2012). Γιὰ τὸ Ἱστολόγιο «Ἱστορίες Μπονζάι» ἐπιμελήθηκε τὸ ἀφιέρωμα στὸν Ἰσπανὸ πεζογράφο Χου­ὰν Ἐ­δουά­ρδο Θού­νι­γα.

.

Τάσος Ψάρρης: Ἡ ἀνάκριση

Τά­σος Ψάρ­ρης

 

Ἡ ἀ­νά­κρι­ση

 

ΕΝ ΓΝΩΡΙΖΩ κανέναν μ’ αὐ­τὸ τὸ ὄ­νο­μα.»

«Για­τί ἔ­χω τὴν ἐν­τύ­πω­ση ὅ­τι μοῦ λὲς ψέ­μα­τα;»

Τὰ μά­τια του εἶ­χαν πε­τα­χτεῖ ἔ­ξω ἀ­πὸ τὶς κόγ­χες. Τὸ σα­κά­κι τῆς στο­λῆς ἦ­ταν ξε­κούμ­πω­το, ἀ­πο­κα­λύ­πτον­τας ἕ­να που­κά­μι­σο πνιγ­μέ­νο στὸν ἱ­δρώ­τα. Ἡ γρα­βά­τα ἦ­ταν σχε­δὸν λυ­μέ­νη, θύ­μι­ζε θη­λιὰ ποὺ μό­λις ἔ­χει πνί­ξει τὸν λαι­μὸ ἑ­νὸς ἐγ­κλη­μα­τί­α. Εἶ­χε κι ἕ­να τσι­γά­ρο στὸ στό­μα, μιὰ χι­λι­ο­μα­ση­μέ­νη γό­πα ποὺ ὅ­λο ἔ­λε­γε νὰ τὴν φτύ­σει κι ὅ­λο τὸ με­τά­νι­ω­νε.

       «Θὰ μι­λή­σεις, ἢ θὰ μὲ κά­νεις νὰ χά­σω τὴν ὑ­πο­μο­νή μου;»

       «Σοῦ τὸ ὁρ­κί­ζο­μαι, ἀ­στυ­νό­με, δὲν ξέ­ρω τί­πο­τα.»

       Ἀ­πο­μα­κρύν­θη­κε γιὰ λί­γο ἀ­πὸ κον­τά της, πα­ρα­μι­λών­τας, μὲ ἔκ­φρα­ση ἀ­η­δί­ας. Τὸ κρε­βά­τι ἦ­ταν ξέ­στρω­το καὶ ἡ τη­λε­ό­ρα­ση ἀ­νοι­χτή, χω­ρὶς ἦ­χο. Πά­νω στὸ κο­μο­δί­νο, ἡ κορ­νι­ζα­ρι­σμέ­νη οἰ­κο­γε­νεια­κὴ φω­το­γρα­φί­α ἀ­πὸ τὶς κα­λο­και­ρι­νὲς δι­α­κο­πὲς καὶ τὸ βρα­χι­ό­λι ποὺ τῆς εἶ­χε κά­νει δῶ­ρο στὴν δέ­κα­τη ἐ­πέ­τει­ο τοῦ γά­μου τους. Τὰ μπρι­γιὰν λαμ­πί­ρι­ζαν στὸ ἡ­μί­φως ποὺ δη­μι­ουρ­γοῦ­σε τὸ πορ­τα­τὶφ τῆς ἀ­νά­κρι­σης.

       Γύ­ρι­σε ξα­νὰ πρὸς τὴ με­ριά της καὶ κάρ­φω­σε τὸ βλέμ­μα του στὰ πό­δια της.

       «Ἂν νο­μί­ζεις ὅ­τι θὰ μὲ ξε­γε­λά­σεις μὲ κόλ­πα τύ­που “Βα­σι­κὸ Ἔν­στι­κτο”, εἶ­σαι γε­λα­σμέ­νη».

       Τῆς ἔ­δω­σε ἕ­να χα­στού­κι ποὺ τὴν κόλ­λη­σε στὴν πλά­τη τῆς πο­λυ­θρό­νας. Μιὰ στα­γό­να ἀ­πὸ αἷ­μα ἐμ­φα­νί­στη­κε στὴν ἄ­κρη τοῦ στό­μα­τός της.

       Ἐ­κεί­νη ἔ­βγα­λε μὲ μιὰ ἀ­πό­το­μη κί­νη­ση τὶς χει­ρο­πέ­δες καὶ ση­κώ­θη­κε. «Εἶ­σαι ἠ­λί­θιος» τοῦ εἶ­πε κου­νών­τας μὲ ἀ­πο­γο­ή­τευ­ση τὸ κε­φά­λι. «Ἔ­χου­με πεῖ ὄ­χι χα­στού­κια». Ἄ­νοι­ξε τὴν πόρ­τα τῆς κρε­βα­το­κά­μα­ρας καὶ ἔ­φυ­γε.

 

 

Πηγή: Πρώτη δημοσίευση.

 

Τά­σος Ψάρ­ρης (Ἀ­θή­να, 1975). Σπού­δα­σε Οἰ­κο­νο­μι­κὰ στὸ Πα­νε­πι­στή­μιο Πει­ραι­ᾶ καὶ Με­τά­φρα­ση στὸ Εὐ­ρω­πα­ϊ­κὸ Κέν­τρο Με­τά­φρα­σης, ὅ­που πα­ρα­κο­λού­θη­σε καὶ μα­θή­μα­τα δη­μι­ουρ­γι­κῆς γρα­φῆς. Τὸ 2004 συμ­με­τεῖ­χε καὶ βρα­βεύ­τη­κε στὴν Ὀ­λυμ­πιά­δα Γραμ­μά­των. Ποι­ή­μα­τά του ἔ­χουν δη­μο­σι­ευ­τεῖ σὲ πε­ρι­ο­δι­κὰ καὶ ἄρ­θρα του σὲ ἐ­φη­με­ρί­δες. Ἐρ­γά­ζε­ται ὡς με­τα­φρα­στής. Γιὰ τὸ Ἱ­στο­λό­γιο «Ἱ­στο­ρί­ες Μπον­ζά­ι» ἐ­πι­με­λή­θη­κε τὸ ἀ­φι­έ­ρω­μα στὸν Ἰ­σπα­νὸ πε­ζο­γρά­φο Χου­ὰν Ἐ­δουά­ρδο Θού­νι­γα.

 

Τάσος Ψάρρης: Ὁ Χουὰν Ἐδουάρδο Θούνιγα καὶ ἡ τριλογία τῆς Μαδρίτης

 

 

Τάσος Ψάρρης

 

«Ἡ ἀναζήτηση ἑνὸς ἄλλου ἀνθρώπου»:

Ὁ Χου­ὰν Ἐ­δουά­ρδο Θού­νι­γα καὶ ἡ τρι­λο­γί­α τῆς Μα­δρί­της

 

ΧΟΥΑΝ ΕΔΟΥΑΡΔΟ ΘΟΥΝΙΓΑ εἶ­ναι μιὰ ἰ­δι­αί­τε­ρη πε­ρί­πτω­ση στὸν χῶ­ρο τῶν εὐ­ρω­πα­ϊ­κῶν γραμ­μά­των. Συγ­γρα­φέ­ας ἑ­νὸς μι­κροῦ ἀ­ριθ­μοῦ ἔρ­γων, ἔ­ζη­σε κα­θ’ ὅ­λη τὴ διά­ρκεια τῆς ἐ­πο­χῆς τοῦ Φράν­κο στὸ σκο­τά­δι, ἀ­κο­λου­θών­τας ἕ­ναν τρό­πο ζω­ῆς ποὺ συ­χνὰ ἔ­φτα­νε στὰ ὅ­ρια τοῦ ἀ­σκη­τι­σμοῦ. Ἡ λο­γο­τε­χνι­κὴ καὶ κοι­νω­νι­κὴ δρά­ση του δὲν βγῆ­καν στὸ φῶς πα­ρὰ μό­νο με­τὰ τὴν πα­λι­νόρ­θω­ση τῆς ἱ­σπα­νι­κῆς δη­μο­κρα­τί­ας. (Ὁ ἴ­διος ὅ­ταν ρω­τή­θη­κε γιὰ τὰ αἴ­τια αὐ­τῆς τῆς ἀρ­γο­πο­ρί­ας, ἀ­πάν­τη­σε λα­κω­νι­κά: «Δὲν ἦ­ταν ἀ­κό­μα ἡ ὥ­ρα μου»­). Αὐ­τὴ ἡ ἠ­θε­λη­μέ­νη ἀ­πο­μό­νω­ση δη­μι­ούρ­γη­σε ἕ­να πέ­πλο μυ­στη­ρί­ου γύ­ρω ἀ­πὸ τὸ πρό­σω­πό του καὶ συ­νε­τέ­λε­σε ὥ­στε τὸ ἔρ­γο του νὰ δι­α­δο­θεῖ μὲ με­γά­λη κα­θυ­στέ­ρη­ση.

       Γεν­νη­μέ­νος τὸ 1929 στὴν ἀ­γα­πη­μέ­νη του Μα­δρί­τη, πό­λη ποὺ κα­τέ­χει μό­νι­μη θέ­ση στὸ ἔρ­γο του, ἀ­σχο­λή­θη­κε μὲ ὅ­λα τὰ λο­γο­τε­χνι­κὰ εἴ­δη ἀλ­λὰ τὸν κέρ­δι­σε τὸ δι­ή­γη­μα. Σπού­δα­σε Κα­λὲς Τέ­χνες καὶ Φι­λο­σο­φί­α, εἰ­δι­κεύ­τη­κε στὸν ἱ­σπα­νι­κὸ 19ο αἰ­ώ­να καὶ τὴ σλα­βι­κὴ λο­γο­τε­χνί­α καὶ ἄρ­χι­σε νὰ γρά­φει ὄ­χι μὲ μα­νι­ώ­δεις ρυθ­μούς, ὅ­πως γί­νε­ται συ­νή­θως μὲ τοὺς ἀ­θε­ρά­πευ­τους μυ­θο­πλά­στες, ἀλ­λὰ ἀρ­γὰ καὶ προ­σε­κτι­κά, δί­νον­τας τὸν χρό­νο στὸν ἑ­αυ­τό του νὰ ἀ­να­λύ­σει ὅ­σα συ­νέ­βαι­ναν γύ­ρω του: μιὰ βι­ο­γρα­φί­α μὲ τί­τλο Τὰ ἀ­βέ­βαι­α πά­θη τοῦ Ἰ­βὰν Τουρ­γκέ­νι­εφ (κυ­κλο­φο­ρεῖ στὰ ἑλ­λη­νι­κὰ ἀ­πὸ τὶς ἐκ­δό­σεις Πα­τά­κη, με­τά­φρα­ση Δη­μή­τρης Δη­μου­λᾶς, 1997), τὰ μυ­θι­στο­ρή­μα­τα I­n­u­ti­l­es t­o­t­a­l­es, El c­o­r­al y l­as a­g­u­as & F­l­o­r­es de p­l­o­mo, ἡ συλ­λο­γὴ δι­η­γη­μά­των M­i­s­t­e­r­i­os de l­as no­c­h­es y l­os dí­as, με­τα­φρά­σεις, δο­κί­μια καὶ με­λέ­τες, ἀ­παρ­τί­ζουν μιὰ λο­γο­τε­χνι­κὴ πα­ρα­γω­γὴ ποὺ θὰ ἔ­λε­γε κα­νεὶς πὼς λει­τούρ­γη­σε ὡς προ­πα­ρα­σκευ­α­στι­κὴ ἐρ­γα­σί­α γιὰ τὸ ση­μαν­τι­κό­τε­ρο ἔρ­γο του, τὴν Τρι­λο­γί­α τῆς Μα­δρί­της, ἕ­να μι­κρὸ δεῖγ­μα τῆς ὁ­ποί­ας πα­ρου­σι­ά­ζε­ται σὲ αὐ­τὸ τὸ ἀ­φι­έ­ρω­μα.

 

Ἡ λο­γο­τε­χνί­α τοῦ Θού­νι­γα

 

       Ὁ Χουὰν Ἐ­δουά­ρδο Θού­νι­γα με­γά­λω­σε στοὺς κόλ­πους τοῦ ρεύ­μα­τος ποὺ ἔ­χου­με συ­νη­θί­σει νὰ ἀ­πο­κα­λοῦ­με «κοι­νω­νι­κὸ ρε­α­λι­σμό». Πα­ρ’ ὅ­λα αὐ­τά, δὲν ἐν­στερ­νί­στη­κε τὶς ἐ­πι­τα­γές του οὔ­τε ἐγ­κλω­βί­στη­κε στὶς ἀγ­κυ­λώ­σεις του. Μὲ τὴ βο­ή­θεια τῆς ἀ­πα­ρά­μιλ­λης αἰ­σθη­τι­κῆς του, τῶν συμ­βο­λι­σμῶν του καὶ τῶν μυ­θο­πλα­στι­κῶν του σι­ω­πῶν, κα­τά­φε­ρε νὰ δη­μι­ουρ­γή­σει μιὰ λο­γο­τε­χνί­α ἰ­δι­αί­τε­ρη, ἡ ὁ­ποί­α προ­τεί­νει ἕ­ναν και­νούρ­γιο τρό­πο θέ­α­σης τῶν πραγ­μά­των. Σ’ αὐ­τοὺς τοὺς δύ­σκο­λους και­ροὺς ὅ­που ἡ ποι­ό­τη­τα προ­δί­δε­ται γιὰ τρι­ά­κον­τα ἀρ­γύ­ρια καὶ ἡ προ­σω­πι­κὴ γρα­φὴ ἐγ­κα­τα­λεί­πε­ται ὑ­πὲρ μιᾶς γρα­φῆς ἁ­πλου­στευ­τι­κῆς καὶ παγ­κο­σμι­ο­ποι­η­μέ­νης, ὁ Θού­νι­γα, δου­λεύ­ον­τας ἀ­θό­ρυ­βα, πα­ρά­γει μιὰ τέ­χνη ποὺ ἀ­να­δει­κνύ­ει μὲ τὸν κα­λύ­τε­ρο τρό­πο τὶς ἀν­τι­φά­σεις, τὶς πα­ρα­δο­χὲς καὶ τὶς ἀν­τι­θέ­σεις τῆς ζω­ῆς καὶ δι­ε­ρευ­νᾶ τὰ πιὸ εὐ­αί­σθη­τα θέ­μα­τα τῆς ἀν­θρώ­πι­νης φύ­σης, θέ­μα­τα ἐκ πρώ­της ὄ­ψε­ως ἐ­λάσ­σο­να καὶ ἀ­με­λη­τέ­α.

       Τὸ ἔρ­γο τοῦ Θού­νι­γα ἀ­πο­τε­λεῖ μιὰ δε­ξι­ο­τε­χνι­κὴ ἀν­θρω­πο­κεν­τρι­κὴ σπου­δή, ἐ­νῶ ταυ­τό­χρο­να συμ­βάλ­λει στὴ δι­α­τή­ρη­ση τῆς ἱ­στο­ρι­κῆς μνή­μης. Ὁ συγ­γρα­φέ­ας χρη­σι­μο­ποι­εῖ τὰ δι­δάγ­μα­τα καὶ τὶς ἐμ­πει­ρί­ες του γιὰ νὰ φιλ­τρά­ρει μὲ τὴ μέ­γι­στη δυ­να­τὴ ἀν­τι­κει­με­νι­κό­τη­τα τὰ ὑ­παρ­ξια­κὰ δε­δο­μέ­να. Σχε­διά­ζει ἀ­λη­θο­φα­νεῖς συ­ναι­σθη­μα­τι­κὲς κα­τα­στά­σεις καὶ συν­θέ­τει ἀν­θρώ­πι­νες φω­νὲς-ἐκ­φρα­στὲς συ­νει­δή­σε­ων ποὺ βι­ώ­νουν ἕ­ναν μό­νι­μο σει­σμό, τὸν ὁ­ποῖ­ο με­τα­δί­δουν στὸν ἀ­να­γνώ­στη με­τα­τρέ­πον­τάς τον σὲ κα­λὸ ἀ­γω­γὸ σκέ­ψης· φω­νὲς τὶς ὁ­ποῖ­ες ὁ ἀ­να­γνώ­στης ἐν­δύ­ε­ται συμ­με­τέ­χον­τας μέ­σῳ τῶν λέ­ξε­ων, τῶν φρά­σε­ων καὶ τῶν πα­ρα­γρά­φων σὲ μιὰ πο­ρεί­α ἀρ­γή, σὲ μιὰ ἀ­νά­γνω­ση συμ­πυ­κνω­μέ­νη, σὲ μιὰ ἀ­φή­γη­ση φορ­τι­σμέ­νη. Ὁ Θού­νι­γα με­τα­χει­ρί­ζε­ται τοὺς χα­ρα­κτῆ­ρες του μὲ δι­α­κρι­τι­κό­τη­τα καὶ σε­βα­σμὸ ἀ­πέ­ναν­τι στὶς ἰ­δι­αι­τε­ρό­τη­τές τους. Μὲ τὸν ἴ­διο σε­βα­σμὸ ἀν­τι­με­τω­πί­ζει καὶ τὶς λε­πτο­μέ­ρει­ες τοῦ πε­ρι­βάλ­λον­τος ὅ­που ζοῦν, οἱ ὁ­ποῖ­ες δη­μι­ουρ­γοῦν μιὰ ἀ­τμό­σφαι­ρα ὑ­πο­βλη­τι­κή, μυ­στη­ρια­κή, τε­τα­μέ­νη. Οἱ χα­ρα­κτῆ­ρες του, συ­χνὰ αἰχ­μά­λω­τοι μιᾶς ὑ­πο­δό­ρει­ας βαρ­βα­ρό­τη­τας, οἰ­κο­δο­μοῦν τὰ βι­ώ­μα­τά τους μέ­σα ἀ­πὸ μιὰ ὁ­μί­χλη ἔ­ρω­τα ἱ­κα­νὴ νὰ σκε­πά­σει τὰ πάν­τα καὶ μὲ μιὰ ἐλ­πί­δα ποὺ δὲν τὴν ἀ­πο­χω­ρί­ζον­ται πο­τέ. Αὐ­τὴ ἡ λο­γο­τε­χνι­κὴ με­τα­χεί­ρι­ση τοὺς κά­νει νὰ πα­ρου­σι­ά­ζον­ται μό­νι­μα πα­ρα­δο­μέ­νοι σὲ μιὰ φόρ­τι­ση ποὺ φαν­τά­ζει ἀ­ναγ­καί­α.

 

Ἡ τρι­λο­γί­α τῆς Μα­δρί­της

 

       Τὸ 1980 δη­μο­σι­εύ­τη­κε τὸ πρῶ­το μέ­ρος τῆς τρι­λο­γί­ας ποὺ θὰ ἔ­κα­νε παγ­κο­σμί­ως γνω­στὸ τὸν Χουὰν Ἐ­δουά­ρδο Θού­νι­γα, τῆς τρι­λο­γί­ας τῆς Μα­δρί­της: ἐ­πρό­κει­το γιὰ τὸ ἔρ­γο μὲ τί­τλο L­a­r­go n­o­v­i­e­m­b­re de M­a­d­r­id (Μα­κρὺς χει­μώ­νας τῆς Μα­δρί­της), μιὰ συλ­λο­γὴ δι­η­γη­μά­των μὲ θέ­μα τὶς συν­θῆ­κες ποὺ ἐ­πι­κρα­τοῦ­σαν στὴ ἱ­σπα­νι­κὴ πρω­τεύ­ου­σα τὴν πε­ρί­ο­δο τοῦ ἐμ­φυ­λί­ου πο­λέ­μου. Τὸ βι­βλί­ο αὐ­τό, ἕ­να ἀ­πὸ τὰ κα­λύ­τε­ρα ποὺ γρά­φτη­καν πο­τὲ γιὰ τὸν ἱ­σπα­νι­κὸ ἀλ­λη­λο­σπα­ραγ­μό, ἔ­γι­νε «μπε­στσέ­λερ» καὶ ἀ­να­τυ­πώ­θη­κε πολ­λὲς φο­ρές. Τὸ 1986 ἐκ­δό­θη­κε τὸ δεύ­τε­ρο μέ­ρος τῆς τρι­λο­γί­ας, τὸ La t­i­e­r­ra s­e­rá un p­a­r­aí­so (Ἡ γῆ θὰ γί­νει πα­ρά­δει­σος), καὶ τὸ 2003 τὸ τρί­το, C­a­p­i­t­al de la g­l­o­r­ia (Πρω­τεύ­ου­σα τῆς δό­ξας). Τὸ τε­λευ­ταῖ­ο, ἕ­νας δε­κά­λο­γος δι­η­γη­μά­των ποὺ εἰ­κο­νο­γρα­φοῦν τὶς τε­λευ­ταῖ­ες ἐ­λεύ­θε­ρες μέ­ρες τῆς Μα­δρί­της, ἐ­ξα­σφά­λι­σε στὸν Θού­νι­γα τὸ Ἐ­θνι­κὸ Βρα­βεῖ­ο Κρι­τι­κῶν καὶ τὸ Βρα­βεῖ­ο Sa­l­a­m­bó.

       Ἡ τρι­λο­γί­α ἀ­πο­τε­λεῖ τὴν αἱ­μα­το­βαμ­μέ­νη τοι­χο­γρα­φί­α μιᾶς κοι­νω­νί­ας, τὸ χρο­νι­κὸ μιᾶς πό­λης ποὺ στε­νά­ζει ἀ­πὸ τὴν ἐ­ξα­θλί­ω­ση καὶ τοὺς βομ­βαρ­δι­σμούς. Τὸ γε­γο­νὸς ὅ­τι καὶ τὰ τρί­α μέ­ρη της δη­μο­σι­εύ­τη­καν με­τὰ ἀ­πὸ τὴν πα­λι­νόρ­θω­ση εἶ­ναι κα­θο­ρι­στι­κό: τὰ κεί­με­να δο­νοῦν­ται κά­τω ἀ­πὸ ἕ­να ὑ­πό­στρω­μα ἱ­στο­ρι­κῶν ψε­μά­των ποὺ στοι­χει­ώ­νουν τὴ ζω­ὴ τῶν πο­λι­τῶν, ψέ­μα­τα ἑ­δραι­ω­μέ­να σὲ δι­ά­στη­μα πολ­λῶν ἐ­τῶν. Σκο­πὸς αὐ­τῶν τῶν κει­μέ­νων, σκο­πὸς ἑ­πο­μέ­νως τοῦ Θού­νι­γα, «δὲν εἶ­ναι μό­νο νὰ κοι­τά­ξω μὲ ὀρ­θά­νοι­χτα μά­τια αὐ­τὸ ποὺ βρί­σκε­ται μπρο­στά, ἀλ­λὰ νὰ δι­α­βλέ­ψω αὐ­τὸ ποὺ προ­σπα­θεῖ νὰ κρυ­φτεῖ ἀ­πὸ ἐ­μᾶς», ὅ­πως ἀ­να­φέ­ρει σὲ μιὰ συ­νέν­τευ­ξή του. Εἶ­ναι πο­λὺ ἐν­δι­α­φέ­ρον αὐ­τὸ ποὺ λέ­ει ὁ ἀ­φη­γη­τὴς στὸ δι­ή­γη­μα «Νο­έμ­βριος, ἡ μη­τέ­ρα, 1936»: «Κα­νεὶς δὲν νοι­ά­ζε­ται γιὰ τὸν ξέ­νο πό­νο κι ἀ­κό­μα πε­ρισ­σό­τε­ρο γιὰ τὴν ἐ­πί­πο­νη ἐ­σω­τε­ρι­κὴ δι­α­δι­κα­σί­α τῆς ὡ­ρί­μαν­σης ἡ ὁ­ποί­α ἀ­παι­τεῖ χρό­νο γιὰ νὰ γί­νει κα­τα­νο­η­τή, γι’ αὐ­τὸ καὶ κα­νέ­νας οἰ­κεῖ­ος δὲν συ­νει­δη­το­ποι­εῖ αὐ­τὴ τὴ με­τά­βα­ση πρὸς τὴν κα­τα­νό­η­ση τῶν ὅ­σων μᾶς πε­ρι­βάλ­λουν, πρὸς τὴν ἀ­λή­θεια τοῦ κό­σμου στὸν ὁ­ποῖ­ο ζοῦ­με, μιὰ κα­τα­νό­η­ση ποὺ ρί­χνει φῶς στὴ συ­νεί­δη­ση, ποὺ φω­τί­ζει καὶ ἀ­πο­κα­λύ­πτει μιὰ θλι­βε­ρὴ ἁ­λυ­σί­δα ἀ­πὸ συ­νή­θει­ες, ἀ­πὸ ἀ­πο­δο­χὲς ἀ­νό­η­των ἢ ἐ­πι­κίν­δυ­νων λο­γι­κῶν ποὺ προ­κά­λε­σαν δά­κρυ­α καὶ πού, πο­λὺ κον­τά, στὰ ὅ­ρια τῆς με­σο­α­στι­κῆς στα­θε­ρό­τη­τας, ἔ­κα­νε ὀ­στε­ω­μέ­να χέ­ρια δι­α­μαρ­τυ­ρί­ας νὰ ὑ­ψω­θοῦν· ἀ­κό­μα πιὸ δυ­σκο­λο­νό­η­το εἶ­ναι τὸ ὅ­τι κά­ποι­α μέ­ρα αὐ­τὴ ἡ ἐ­πί­γνω­ση τῆς κα­τα­νό­η­σης κά­νει ξαφ­νι­κὰ τὴν ἐμ­φά­νι­σή της καὶ ἡ λάμ­ψη της ἀ­να­στα­τώ­νει, καὶ πλέ­ον ἀ­φι­ε­ρω­νό­μα­στε στὸ νὰ ψά­χνου­με ὁ­λο­έ­να πε­ρισ­σό­τε­ρο μέ­σα στὶς ἀ­να­μνή­σεις ἢ στὰ κα­τα­πι­ε­σμέ­να μας συ­ναι­σθή­μα­τα γιὰ νὰ ξα­να­βροῦ­με ἕ­ναν ἄλ­λο ἄν­θρω­πο ποὺ ἔ­ζη­σε μέ­σα μας ἀλ­λὰ ἔ­ξω ἀ­πὸ τὴ συ­νεί­δη­σή μας…»

 

 

Τά­σος Ψάρ­ρης (Ἀ­θή­να, 1975). Σπού­δα­σε Οἰ­κο­νο­μι­κὰ στὸ Πα­νε­πι­στή­μιο Πει­ραι­ᾶ καὶ Με­τά­φρα­ση στὸ Εὐ­ρω­πα­ϊ­κὸ Κέν­τρο Με­τά­φρα­σης, ὅ­που πα­ρα­κο­λού­θη­σε καὶ μα­θή­μα­τα δη­μι­ουρ­γι­κῆς γρα­φῆς. Τὸ 2004 συμ­με­τεῖ­χε καὶ βρα­βεύ­τη­κε στὴν Ὀ­λυμ­πιά­δα Γραμ­μά­των. Ποι­ή­μα­τά του ἔ­χουν δη­μο­σι­ευ­τεῖ σὲ πε­ρι­ο­δι­κὰ καὶ ἄρ­θρα του σὲ ἐ­φη­με­ρί­δες. Ἐρ­γά­ζε­ται ὡς με­τα­φρα­στής.