Μά­ριο Τομ­πί­νο (Mario Tobino): Ἐ­κεῖ­νοι ἀ­π’ τὸ Βι­α­ρέ­τζο



Μά­ριο Τομ­πί­νο (Mario Tobino)


Ἐ­κεῖ­νοι ἀ­π’ τὸ Βι­α­ρέ­τζο

(Quelli di Viareggio)


ΤΙΣ ΕΝΝΕΑ τὸ πρω­ῒ χτύ­πη­σε ἡ καμ­πά­να. Ἦ­ταν μιὰ μι­κρὴ καμ­πά­να, ὁ ἦ­χος ἐρ­χό­ταν κα­τὰ ρι­πές, σὲ ψι­λὲς νό­τες, σύμ­φω­να μὲ τὸ κα­τὰ πῶς τὸν με­τέ­φε­ρε χα­ρού­με­να ἢ τὸν δι­έ­σπει­ρε ὁ ἄ­νε­μος. Στὸν οὐ­ρα­νὸ ὁ ἥ­λιος τοῦ Ἀ­πρι­λί­ου. Ἡ θά­λασ­σα ἦ­ταν πο­λὺ τα­ραγ­μέ­νη. Οὔρ­λια­ζε ἀ­φρι­σμέ­νη στὸν ἥ­λιο.

       Κά­ποι­ος πρό­βαλ­λε στὴν πόρ­τα, κά­ποι­ος ἄλ­λος στα­μά­τη­σε τὸ βά­δι­σμά του. Τὸ Βι­α­ρέ­τζο ἐ­κεί­νη τὴν ἐ­πο­χὴ εἶ­χε ἑ­ξα­κό­σια σπί­τια, ὅ­λα δί­πλα στὴ θά­λασ­σα, ἕ­να ἡ­μι­κύ­κλιο μὲ γλυ­κιὰ καμ­πή, ἑ­ξα­κό­σια σπί­τια ναυ­τι­κῶν, ἰ­σό­γεια, ποὺ κα­τοι­κοῦν­ταν ἀ­πὸ γυ­ναῖ­κες, παι­διὰ καὶ γέ­ρους ναυ­τι­κοὺς μὲ τὸ ζω­νά­ρι δε­μέ­νο γύ­ρω ἀ­πὸ τὴ μέ­ση καὶ τὰ γέ­νια ἄκοπα πα­ρ’ ὅ­τι ἦ­ταν Κυ­ρια­κή. Οἱ νέ­οι καὶ ὅ­λοι οἱ ὑ­πό­λοι­ποι εἶ­ναι στὴ θά­λασ­σα.

       Τὸ Βι­α­ρέ­τζο δὲν ἔ­χει λι­μά­νι, εἶ­ναι, τὸ ἐ­πα­να­λαμ­βά­νω, μιὰ πα­ρα­λί­α μὲ κλί­ση πρὸς τὴ θά­λασ­σα, ἔ­χει ἀν­τί­θε­τα ἕ­ναν μό­λο καὶ μιὰ μα­ρί­να γιὰ τὶς ψα­ρό­βαρ­κες.

       Στὸ Βι­α­ρέ­τζο εἶ­ναι ὅ­λοι ναυ­τι­κοί. Φυ­σι­κὰ ὁ χα­σά­πης, ὁ ρά­φτης κτλ δὲν εἶ­ναι ναυ­τι­κοί, ὅ­μως ὁ χα­σά­πης ἔ­χει γιὸ πλοί­αρ­χο καὶ ὁ ἴ­διος τὴ μι­σὴ ἑ­βδο­μά­δα κά­νει τὸν ψα­ρά. Τὸ ἴ­διο καὶ οἱ ὑ­πό­λοι­ποι κά­τοι­κοι.

       Ἦ­ταν μιὰ μέ­ρα τοῦ Ἀ­πρι­λί­ου μὲ τὸν ἥ­λιο τό­σο γλυ­κὸ καὶ τὴν θά­λασ­σα, ἀν­τί­θε­τα, τα­ρα­χώ­δη, με­γά­λα ἀ­φρι­σμέ­να κύ­μα­τα ἔ­σπα­γαν στὴν πα­ρα­λί­α, ὁ μι­κρὸς μό­λος ἔ­μοια­ζε κά­θε φο­ρὰ νὰ κα­τα­πί­νε­ται ἀ­πὸ τὸ κύ­μα ποὺ ἔ­πε­φτε πά­νω του.

       Στὸ καμ­πα­να­ριὸ ἡ μι­κρὴ καμ­πά­να συ­νέ­χι­ζε νὰ σφυ­ρο­κο­πά­ει. Ὅ­λοι καὶ ἀ­πὸ τὰ ἑ­ξα­κό­σια σπί­τια πή­γαι­ναν πρὸς τὴν πα­ρα­λί­α, για­τὶ ἡ εἴ­δη­ση εἶ­χε ἤ­δη φτά­σει, ὅ­τι ἕ­να σκά­φος εἶ­χε ναυ­α­γή­σει μπρο­στὰ στὴν πα­ρα­λί­α.

       Πράγ­μα­τι μί­α γκου­λέ­τα δι­α­κο­σί­ων τό­νων εἶ­χε ἤ­δη τὴν πλώ­ρη κά­τω ἀ­πὸ τὸ νε­ρὸ καὶ ὅ­ταν τὸ κύ­μα τὴν πλη­σί­α­ζε, τὴν σκέ­πα­ζε ὁ­λό­κλη­ρη, μό­νο τα κα­τάρ­τια ἔ­με­ναν ἐ­λεύ­θε­ρα.

       Τὸ σκά­φος ἦ­ταν στὴ μέ­ση τῆς πα­ρα­λί­ας τοῦ Βι­α­ρέ­τζο, σὲ ἀ­πό­στα­ση ὄ­χι με­γα­λύ­τε­ρη ἀ­πὸ ἑ­κα­τὸν σα­ράν­τα μέ­τρα ἀ­πὸ τὴν ἀ­κτή.

       Οἱ γη­ραι­ό­τε­ροι κα­τά­λα­βαν ὅ­τι τὸ σκά­φος ἦ­ταν χα­μέ­νο, ἕ­να κα­τάρ­τι δὲν ὑ­πῆρ­χε πιά, εἶ­χε μεί­νει μό­νο τὸ πιὸ ψη­λό. «Ἀλ­λὰ ποια­νοῦ ἦ­ταν τὸ σκά­φος; Ἀ­πὸ ποῦ ἦ­ταν;». Ἦ­ταν ἀ­πὸ τὸ Βι­α­ρέ­τζο. Οἱ γη­ραι­ό­τε­ροι τὸ εἶ­δαν ἀ­μέ­σως. Τὸ σι­γο­ψι­θύ­ρι­σαν. Ἦ­ταν τὸ Κα­ρο­λί­να φορ­τω­μέ­νο μάρ­μα­ρο. Πι­ά­στη­κε στὴν κα­ται­γί­δα τὴ νύ­χτα, κα­τευ­θύ­νον­ταν στὴν Νορ­λί­τζα, εἶ­χαν προ­σπα­θή­σει νὰ μποῦν στὸ Βι­α­ρέ­τζο, στὸ χω­ριό τους, νὰ χω­θοῦν στὸ κα­νά­λι. Ἀλ­λὰ κα­τὰ τὴ διά­ρκεια τῆς νύ­χτας ἔ­χα­σαν τὸ τι­μό­νι, τοὺς ἔ­σπα­σε τὸ κα­τάρ­τι τὴ πλώ­ρης.

       Οἱ ἕ­ξι ναυ­τι­κοὶ τοῦ πλη­ρώ­μα­τος ἦ­ταν τώ­ρα ὅ­λοι ὄρ­θιοι γύ­ρω ἀ­πὸ τὸ κεν­τρι­κὸ κα­τάρ­τι στὴ μέ­ση ὅ­που βρί­σκε­ται ὁ ἐ­ξώ­στης γιὰ τὰ φα­νά­ρια, φαί­νον­ται κα­λά, μπο­ροῦ­σαν νὰ τοὺς με­τρή­σουν.

       Ἦ­ταν ὑ­πο­χρε­ω­μέ­νοι νὰ σκαρ­φα­λώ­σουν ἐ­κεῖ για­τί τὸ σκά­φος βυ­θι­ζό­ταν, βα­ρύ, ὅ­λο καὶ πε­ρισ­σό­τε­ρο στὴν ἄμ­μο. Καὶ τὰ κύ­μα­τα τοὺς χά­ι­δευ­αν τὰ πό­δια, τοὺς πι­τσι­λοῦ­σαν, κά­ποι­ο τοὺς πλη­σιά­ζει.

       Ἦ­ταν ἕ­ξι, ὅ­λο τὸ πλή­ρω­μα, ἀ­κό­μα καὶ ὁ ναύ­της κα­τα­στρώ­μα­τος.

       Οἱ γέ­ροι μι­λᾶ­νε, τοὺς ἐμ­ψυ­χώ­νουν, οἱ ἕ­ξι ναυ­τι­κοὶ εἶ­ναι στὰ ἑ­κα­τὸν σα­ράν­τα μέ­τρα. Ἀ­νά­με­σα στὰ κύ­μα­τα κά­νουν σή­μα­τα μὲ τὰ χέ­ρια. Τρέ­χουν οἱ γέ­ροι στὶς βάρ­κες, δι­α­λέ­γουν μιὰ ψα­ρό­βαρ­κα μὲ ἕ­ξι κου­πιὰ ποὺ λό­γῳ τῆς κα­κο­και­ρί­ας εἶ­χε το­πο­θε­τη­θεῖ μα­κριὰ ἀ­πὸ τὸν κυ­μα­το­θραύ­στη. Σπρώ­χνουν ὅ­λοι μα­ζὶ τὴ βάρ­κα ποὺ κυ­λά­ει στοὺς στρογ­γυ­λοὺς πασ­σά­λους ποὺ ἔ­χουν το­πο­θε­τεῖ ἀ­πὸ κά­τω της, ἐ­πι­λέ­γον­ται ποι­οί πρέ­πει νὰ ἀ­νέ­βουν γιὰ νὰ πλη­σιά­σουν τὸ Κα­ρο­λί­να. Οἱ πιὸ δυ­να­τοί. Σφίγ­γουν κα­λὰ τὸ ζω­νά­ρι.

       Οὐρ­λιά­ζουν οἱ γυ­ναῖ­κες: «Εἶ­ναι ἐ­κεῖ­νοι τοῦ Κα­ρο­λί­να.»

       Οἱ μη­τέ­ρες, οἱ γυ­ναῖ­κες, τὰ παι­διὰ αὐ­τῶν τῶν ἕ­ξι εἶ­ναι στὴν πα­ρα­λί­α.

       Ἀ­πὸ ἀ­πέ­ναν­τι οἱ ναυ­τι­κοὶ κου­νοῦ­σαν τὰ χέ­ρια. Κά­θε τό­σο ὁ ἄ­νε­μος ἔ­φερ­νε τὴ φω­νή τους. Ἦ­ταν ἀγ­κα­λι­α­σμέ­νοι ὁ ἕ­νας μὲ τὸν ἄλ­λο καὶ ὅ­λοι μα­ζὶ στὸ κεν­τρι­κὸ κα­τάρ­τι, φο­ροῦ­σαν ὅ­λοι που­κά­μι­σο, δὲν ἤ­ξε­ρε κα­νεὶς για­τί.

       Τὸ ρεῦ­μα, ὁ ἄ­νε­μος, τὰ κύ­μα­τα εἶ­χαν σπρώ­ξει τὸ ἀ­κυ­βέρ­νη­το σκά­φος πρὸς τὴν πα­ρα­λί­α. Τὸ σκά­φος μὲ φορ­τί­ο μάρ­μα­ρο εἶ­χε ἐ­ξο­κεί­λει, γέ­μι­ζε, βυ­θι­ζό­ταν ὅ­λο καὶ πε­ρισ­σό­τε­ρο. Κρά­τη­σε λί­γα λε­πτά. Οἱ ναυ­τι­κοὶ αὐ­τό­μα­τα εἶ­χαν ἀ­νέ­βει στὸ μο­να­δι­κὸ κα­τάρ­τι. Δὲν ἦ­ταν πε­ρισ­σό­τε­ρο ἀ­πὸ ἑ­κα­τὸν σα­ράν­τα μέ­τρα μα­κριά.

       Οἱ γέ­ροι εἶ­χαν τρα­βή­ξει τὴ βάρ­κα μέ­χρι τὸν κυ­μα­το­θραύ­στη, τὰ κύ­μα­τα ἔ­σπα­γαν στὴν πα­ρα­λί­α.

       Οἱ γέ­ροι ἔ­σπρω­ξαν τὴ βάρ­κα ἀ­κό­μα δύ­ο μέ­τρα, ἤ­δη τὰ κύ­μα­τα τὴ ρά­πι­ζαν ἀ­πὸ κά­θε με­ριά, τὴν πλημ­μύ­ρι­ζαν. Ἕ­ξι πή­δη­ξαν μέ­σα ἤ­δη μού­σκε­μα στὸ νε­ρό, ἔ­πι­α­σαν τὰ κου­πιὰ καὶ ἄρ­χι­σαν νὰ κω­πη­λα­τοῦν ἐ­νῶ οἱ ἄλ­λοι ἔ­μει­ναν στὴ στε­ριὰ καὶ βο­η­θοῦ­σαν σπρώ­χνον­τάς την μὲ τὰ χέ­ρια πρὸς τὴ θά­λασ­σα.

       Οἱ γυ­ναῖ­κες ἀ­νὰ πε­ρι­ό­δους φώ­να­ζαν. Οἱ συγ­γε­νεῖς ἐ­κεί­νων τοῦ Κα­ρο­λί­να φώ­να­ζαν μὲ τὸ ὄ­νο­μά τους αὐ­τοὺς ποὺ κρα­τι­οῦν­ταν σφι­χτά. Ἡ βάρ­κα ἀ­πο­μα­κρύν­θη­κε ἀ­κό­μα δύ­ο μέ­τρα ἀ­πὸ τὴ στε­ριά, οἱ κω­πη­λά­τες ἔ­μει­ναν πιὰ μό­νοι τους νὰ πα­λεύ­ουν μὲ τὰ κύ­μα­τα. Οἱ ἕ­ξι γέ­ροι ἦ­ταν ἐμ­πει­ρι­κοὶ τῆς θά­λασ­σας. Ἐ­ὰν ἤ­θε­λαν νὰ βγοῦν δὲν χρει­α­ζό­ταν νὰ πλεύ­σουν πλά­για ἀλ­λὰ νὰ πά­ρουν τὰ κύ­μα­τα μὲ τὴν πλώ­ρη. Οἱ γέ­ροι κοι­τοῦ­σαν τὰ κύ­μα­τα ποὺ πλη­σί­α­ζαν, ψη­λά, ἤ­δη ὅ­λα σπα­σμέ­να, βί­αι­α ἀ­πὸ τὴν πτώ­ση τους στὴν χα­μη­λὴ πα­ρα­λί­α καὶ συγ­κεν­τρώ­νον­ταν στὰ κου­πιὰ μὲ ὅ­λοι τους τὴ δύ­να­μη, ἀ­πο­φα­σι­σμέ­νοι, ἀλ­λὰ τὸ κύ­μα τοὺς κά­λυ­πτε, με­τα­κι­νοῦ­σε τὴ βάρ­κα, τὴν πε­ρι­κύ­κλω­νε. Ἡ βάρ­κα ἔ­μοια­ζε ἀ­κί­νη­τη, δὲν κα­τά­φερ­νε νὰ προ­χω­ρή­σει, ἦ­ταν ἀ­κό­μα μό­νο λί­γα μέ­τρα ἀ­πὸ τὴν πα­ρα­λί­α, οἱ γέ­ροι δού­λευ­αν. Ἡ βάρ­κα ἦ­ταν ἤ­δη ἡ μι­σὴ γε­μά­τη νε­ρό. Ἕ­να κύ­μα πιὸ γρή­γο­ρο τὴν ἔ­κα­νε νὰ χά­σει τὴν κα­τεύ­θυν­σή της.

       «Πο­ρεί­α τρα­βέρ­σο!»

       Οἱ γέ­ροι τεν­τώ­νον­ταν μὲ μα­νί­α γιὰ νὰ ξα­να­ϊ­σι­ώ­σουν τὴν πλώ­ρη.

       Ἦ­ταν ὅ­λοι μα­ζί. Φαι­νό­ταν νὰ τὰ κα­τα­φέ­ρουν, ἀλ­λὰ τὸ ἑ­πό­με­νο κύ­μα τοὺς ἀ­νέ­τρε­ψε, τοὺς πῆ­ρε μα­κριά. Ἦ­ταν μιὰ ἀ­πί­στευ­τη θά­λασ­σα. Ἡ βάρ­κα πα­ρα­σύρ­θη­κε, τα­λαν­τευ­ό­ταν ἀ­κυ­βέρ­νη­τη. Ναυ­ά­γη­σε, ξα­να­βρέ­θη­κε στὴν ἀ­κτή. Δύ­ο γέ­ροι κυ­λί­στη­καν ἔ­ξω ἀ­πὸ τὴ βάρ­κα ἀλ­λὰ αὐ­τὸ ἔ­γι­νε τό­σο κον­τὰ στὴν πα­ρα­λί­α ποὺ σώ­θη­καν ἀ­μέ­σως.

       «Μὰ ποιός ρι­ψο­κιν­δυ­νεύ­ει ἐ­κεῖ κά­τω;» Εἶ­ναι ὁ Ἀν­τό­νιο. Ἦ­ταν στὴ στε­ριὰ ἕ­νας νέ­ος. Πά­ει μὲ τὴ σω­στι­κὴ λέμβο[1] νὰ γλιτώσει τοὺς συν­τρό­φους του.

       «Εἶ­ναι ὁ Ἀν­τό­νιο. Τοὺς φτά­νει.»

       Ὁ κόσμος πλη­σί­α­σε πρὸς τὸ ση­μεῖ­ο τῆς πα­ρα­λί­ας ὅ­που ἔ­φυ­γε ὁ Ἀν­τό­νιο, εἶ­χε προ­ε­τοι­μά­σει βι­α­στι­κὰ τὴ σωστικὴ λέμ­βο, εἶ­ναι ὁ μό­νος νέ­ος του χω­ριοῦ, ναυ­τι­κός. Εἶ­χε ἔρ­θει γιὰ νὰ συ­ναν­τή­σει τὴν ἀρ­ρα­βω­νι­α­στι­κιά του. Ἔ­φυ­γε ἀ­πὸ τὴ γω­νί­α τῆς πα­ρα­λί­ας, ἐ­κεῖ κον­τὰ μέ­νει. Τὰ κύ­μα­τα ἦ­ταν τε­ρά­στια καὶ ἔ­τρε­χαν κα­τὰ πά­νω του. Ἐ­κεῖ­νοι τοῦ Κα­ρο­λί­να εἶ­χαν ἁρ­πα­χτεῖ ὁ ἕ­νας ἀ­πὸ τὸν ἄλ­λον, στὸ κα­τάρ­τι. Τὰ κύ­μα­τα γαρ­γα­λοῦν τὰ πό­δια τους, τοὺς σκε­πά­ζουν ὅ­λους, δὲν φαί­νον­ται πιά, με­τὰ ξα­να­φαί­νον­ται, τὸ κύ­μα πέ­ρα­σε.

       Ὁ ἥ­λιος τοῦ Ἀ­πρί­λη γλυ­κός.

       «Εἶ­ναι πέν­τε. Στὸ Κα­ρο­λί­να εἶ­ναι πέν­τε.»

       «Ὁ ἄλ­λος εἶ­ναι πί­σω.»

       «Ὄ­χι, εἶ­ναι πέν­τε».

       «Ἕ­νας ἔ­χει πέ­σει στὴ θά­λασ­σα! Κο­λυμ­πά­ει.»

       «Τὸ κε­φά­λι του, ἐ­κεῖ!»

       «Ἔρ­χε­ται κο­λυμ­πών­τας.»

       «Δὲν φαί­νε­ται πιά.»

       «Ἔ­μει­νε κά­τω».

       Οἱ γυ­ναῖ­κες φω­νά­ζουν.

       Ὁ Ἀν­τό­νιο προ­χω­ρά­ει μὲ τὴ σωστι­κὴ λέμβο. Δὲν ὑ­πάρ­χουν κύ­μα­τα δυ­να­τὰ ὅ­σο ὁ Ἀν­τό­νιο. Εἶ­ναι ἐ­πει­δὴ τὰ κύ­μα­τα σκᾶ­νε στὴν πα­ρα­λί­α ποὺ εἶ­ναι χα­μη­λὴ καὶ γί­νον­ται θο­ρυ­βώ­δη, πα­νύ­ψη­λα, ἀ­στρα­φτε­ρὰ θραύ­σμα­τα γυ­α­λιῶν. Καὶ τὸ κύ­μα πα­ρεμ­βάλ­λε­ται ἀ­νά­με­σα στοὺς δύ­ο πλω­τῆ­ρες τῆς σωστικῆς λέμβου, τὸ ση­κώ­νει, σχε­δὸν τὸ κά­νει νὰ πε­τά. Ὁ Ἀν­τό­νιο τὸ κρα­τά­ει μὲ τὰ κου­πιά, μὲ ὅ­λο του τὸ εἶ­ναι.


       «Εἶ­ναι πέν­τε. Εἶ­ναι πέν­τε.»

       «Ὁ ἕ­κτος δὲν φαί­νε­ται πιά.»

       «Εἶ­ναι ἐ­κεῖ καὶ κο­λυμ­πᾶ.»

       «Σώ­νε­ται.» Καὶ οἱ γέ­ροι ξέ­ρουν ὅ­τι δὲν θὰ σω­θεῖ για­τὶ ἕ­νας ναυ­τι­κὸς ποὺ ναυα­γεῖ σὲ μιὰ πα­ρα­λί­α ἔ­χει ἤ­δη πα­λέ­ψει ἐ­νάν­τια στὴν κα­ται­γί­δα ὅ­λη τὴ νύ­χτα, καὶ μπο­ρεῖ καὶ τὴν προ­η­γού­με­νη μέ­ρα. Καὶ εἶ­ναι ἐ­ξαν­τλη­μέ­νος, πα­γω­μέ­νος. Κι ἔ­πει­τα μὲ τὸ νὰ εἶ­ναι κα­νεὶς κολ­λη­μέ­νος σὲ ἕ­να κα­τάρ­τι δὲν ἀν­τι­στέ­κε­ται. Ἡ ἐγ­κα­τά­λει­ψη. Ἡ θά­λασ­σα εἶ­ναι κρύ­α.

       «Ὁ Ἀν­τό­νιο θὰ τὰ κα­τα­φέ­ρει.» Εἶ­ναι ἤ­δη μα­κριὰ ἀ­πὸ τὴ θά­λασ­σα. Ἐ­κεῖ­νοι τοῦ Κα­ρο­λί­να δὲν κά­νουν πιὰ σή­μα­τα μὲ τὰ χέ­ρια. Φαί­νε­ται μό­νο νὰ πα­ρα­κο­λου­θοῦν.

       Ἡ λέμβος τοῦ Ἀν­τό­νιο βγαί­νει πά­νω ἀ­πὸ ἕ­να κύ­μα, εἶ­ναι ὅ­πως ἡ μύ­τη τοῦ καμ­πα­να­ριοῦ.

       «Ἀν­τό­νιο, κου­ρά­γιο.»

       Ἡ σω­στι­κὴ λέμβος πέ­φτει κά­τω, βυ­θί­ζε­ται, δὲν φαί­νε­ται πιά.

       «Ἡ λέμβος ἀ­να­τρά­πη­κε!»

       «Ὁ Ἀν­τό­νιο δὲν φαί­νε­ται πιά.» Ὅ­μως με­τὰ ξα­να­φαί­νε­ται στὸ ἤ­ρε­μο δι­ά­με­σο δύ­ο κυ­μά­των, φαί­νε­ται ὅ­τι ἔ­χει κά­τσει ἀ­πὸ τὴ μί­α με­ριὰ τῆς σω­στι­κῆς λέμβου, κά­τι ποὺ τὸ ἀ­νυ­ψώ­νει, τὸ κά­νει κά­θε­το, τὸ ἀ­να­τρέ­πει ξα­νὰ στὴ σω­στὴ θέ­ση. Ξα­νὰ πά­νω, ξα­να­πα­λεύ­ει ἐ­νάν­τια στὰ κύ­μα­τα ἀ­πὸ ὅ­λα τα σπα­σμέ­να μέ­ρη. Ἀλ­λὰ τὰ κύ­μα­τα ξα­να­φέ­ρουν ἀ­πὸ κά­τω τους τὸν Ἀν­τό­νιο καὶ στρο­βι­λί­ζουν τὴ λέμ­βο ὅ­πως ὁ ἄ­νε­μος ἕ­να φύλ­λο.

       Καὶ ὁ Ἀν­τό­νιο θὰ ξα­να­βρε­θεῖ στὴν πα­ρα­λί­α δὲν μπο­ρεῖ πιά, τὸ κε­φά­λι κρύ­ο, πο­νά­ει.

       Πέ­ρα­σε ἤ­δη ἀρ­κε­τὸς χρό­νος. Ἐ­κεῖ­νοι τοῦ Κα­ρο­λί­να δὲν κά­νουν πιὰ σή­μα­τα μὲ τὰ χέ­ρια.

       «Εἶ­ναι τέσ­σε­ρις» φω­νά­ζει μί­α γυ­ναί­κα.

       «Εἶ­ναι τέσ­σε­ρις» ἕ­νας ψί­θυ­ρος ἁ­πλώ­θη­κε στὴν πα­ρα­λί­α. Ὅ­λο το Βι­α­ρέ­τζο τὸ λέ­ει: «εἶ­ναι τέσ­σε­ρις.»

       Ἀλ­λὰ οἱ μα­νά­δες, τὰ παι­διά, οἱ πα­τε­ρά­δες ἐ­κεί­νων τοῦ Κα­ρο­λί­να;

       Ζα­λι­σμέ­νοι. Σπα­σμέ­νες λέ­ξεις.

       Ξα­να­δο­κι­μά­ζουν οἱ γέ­ροι. Ξα­να­νε­βαί­νουν στὴν βάρ­κα. Ἀλ­λὰ δὲν τὰ κα­τα­φέ­ρνουν. Ὅ­λο το Βι­α­ρέ­τζο πα­ρα­κο­λου­θεῖ. Οἱ γέ­ροι ἐ­κεί­νων ἐ­κεῖ τῶν νέ­ων.

       «Τὸ κα­νο­νά­κι μὲ τὸ κα­μά­κι. Μά, ναί, τὸ κα­νο­νά­κι!»

       «Για­τί δὲν τὸ ἔ­φε­ραν νω­ρί­τε­ρα;»

       Ἐ­κεῖ­νοι τοῦ Κα­ρο­λί­να εἶ­ναι ἐ­κεῖ στὰ ἑ­κα­τὸν σα­ράν­τα μέ­τρα. Φαί­νον­ται τὰ που­κά­μι­σα ποὺ ντύ­νουν τὰ κορ­μιά τους.

       Τὸ κα­νο­νά­κι τὸ πῆ­ραν ἀ­πὸ μιὰ γω­νί­α τοῦ γρα­φεί­ου τῆς Δη­μό­σιας Ἀ­ρω­γῆς.

       Ἐ­ὰν θέ­λουν νὰ σω­θοῦν χρει­ά­ζε­ται τὸ κα­νο­νά­κι. Τὸ βλῆ­μα θὰ φύ­γει, πί­σω θὰ φέ­ρει ἕ­να σκοι­νί. Αὐ­τὸ θὰ φτά­σει στὸ σκά­φος, θὰ δε­θεῖ σὲ ἕ­να κα­τάρ­τι. Ἕ­να ἐ­πι­κλι­νὲς ἐ­πί­πε­δο θὰ δη­μι­ουρ­γη­θεῖ ποὺ θὰ ξε­κι­νᾶ ἀ­πὸ τοὺς ναυα­γοὺς καὶ θὰ φτά­νει στὴ στε­ριά.

       Τὴ δι­ά­σω­ση θὰ μπο­ροῦν νὰ τὴν κά­νουν καὶ οἱ κω­πη­λά­τες. Μὲ μί­α βάρ­κα θὰ πλη­σιά­ζουν τοὺς ναυα­γοὺς με­τα­φέ­ρον­τας ἕ­να σκοι­νὶ ποὺ ἔ­χει τὴν ἀρ­χή του στὴ στε­ριά.

       Ἀλ­λὰ ἂν θέ­λουν νὰ εἶ­ναι τέ­λει­οι, νὰ εἶ­ναι σί­γου­ροι ὅ­τι θὰ σώ­σουν αὐ­τὲς τὶς ζω­ὲς στὸ μέ­σο της θά­λασ­σας, οἱ κω­πη­λά­τες ὡς κα­νο­νά­κι πρέ­πει νὰ με­τα­φέ­ρουν δύ­ο σχοι­νιὰ ποὺ δε­μέ­να σταυ­ρω­τὰ στὸ κα­τάρ­τι, ἕ­να θὰ πη­γαί­νει καὶ ἕ­να θὰ ἔρ­χε­ται, θὰ μπο­ροῦ­σε ὅ­λο αὐ­τὸ νὰ εἶ­ναι γύ­ρω ἀ­πὸ τὸ ἐ­να­πο­μεῖ­ναν κα­τάρ­τι, στὸ μέ­σο τῶν κυ­μά­των καὶ νὰ τὸ τρα­βή­ξουν στὴ στε­ριά. Φτά­νει νὰ δέ­σουν στὸ σκοι­νὶ μιὰ βάρ­κα μὲ πά­νω… «Εἶ­ναι τέσ­σε­ρις, εἶ­ναι τέσ­σε­ρις»… τοὺς ναυα­γούς. Ἀ­πὸ τὴν στε­ριὰ θὰ τοὺς τρα­βή­ξουν, ἐ­κεῖ­νοι θὰ πλη­σιά­σουν, τὸ κύ­μα δὲν θὰ μπο­ρεῖ νὰ πα­ρα­σύ­ρει τὴ βάρ­κα για­τὶ θὰ εἶ­ναι δε­μέ­νη, θὰ μπο­ρεῖ σί­γου­ρα νὰ τὴ γε­μί­σει νε­ρό, νὰ τὴν δο­κι­μά­σει ἀλ­λὰ ἡ βάρ­κα θὰ φτά­σει στὴ στε­ριά. Καὶ ὅ­λοι φω­νά­ζουν.

       Οἱ γέ­ροι πράγ­μα­τι δο­κί­μα­σαν τὴν πιὸ πρα­κτι­κὴ ὁ­δό. Νὰ φέ­ρουν αὐ­τοὶ τὰ σκοι­νιὰ καὶ ταυ­τό­χρο­να νὰ προ­σπα­θή­σουν, ἐ­ὰν εἶ­ναι δυ­να­τόν, νὰ βά­λουν οἱ ἴ­διοι κά­ποι­ον ἀ­πὸ τοὺς ναυα­γοὺς μέ­σα στὴ βάρ­κα καὶ νὰ τὸν φέ­ρουν στὴ στε­ριά. Ἀλ­λὰ ἡ θά­λασ­σα ἦ­ταν πο­λὺ τα­ραγ­μέ­νη. Μιὰ βάρ­κα, ὅ­ταν τὰ κύ­μα­τα σκᾶ­νε μὲ τέ­τοι­α τρό­πο σὲ μιὰ χα­μη­λὴ πα­ρα­λί­α, δὲν εἶ­ναι τί­πο­τα, εἶ­ναι ἕ­να κλα­δά­κι ποὺ στρι­φο­γυ­ρί­ζει χω­ρὶς τὴ θέ­λη­σή του. Μπο­ρεῖ νὰ προ­σπα­θή­σει κα­νεὶς ὅ­σες φο­ρὲς θέ­λει. Δὲν θὰ τὰ κα­τα­φέ­ρει.

       Τὸ κα­νο­νά­κι ἄρ­χι­σε νὰ ρί­χνει. Ἕ­νας ναυ­τι­κὸς τοῦ Κα­ρο­λί­να κού­νη­σε κου­ρα­σμέ­να τὸ χέ­ρι του κα­θὼς τὸ βλῆ­μα ἔ­πε­φτε μὲ τὸ σκοι­νὶ στὴ θά­λασ­σα, ἴ­σως γιὰ νὰ εἰ­δο­ποι­ή­σει ὅ­τι τὸ σκοι­νὶ ἔ­πε­φτε μα­κριά.

       Ὅ­λο το Βι­α­ρέ­τζο ἦ­ταν ἐ­κεῖ κι ἔ­βλε­πε νὰ πε­θαί­νουν οἱ ναυ­τι­κοί του.

       Ἄρ­χι­ζε νὰ βρα­διά­ζει… «Ἔ­πε­σε ἕ­νας. Εἶ­ναι μό­νο τρεῖς» φω­νά­ζουν οἱ γυ­ναῖ­κες… ἀλ­λὰ ἡ κα­τεύ­θυν­ση εἶ­ναι δύ­σκο­λο νὰ κρα­τη­θεῖ ἀ­πὸ ἕ­να σκοι­νὶ ποὺ ξε­λύ­νε­ται ἀ­πὸ τὸν ἀ­έ­ρα καὶ ποὺ κα­τευ­θύ­νε­ται ὄ­χι σὲ ἕ­να ὁ­λό­κλη­ρο σκά­φος ἀλ­λὰ σὲ μιὰ μύ­γα μέ­σα στὴ θά­λασ­σα, σὲ μιὰ ὁ­μά­δα ἀν­θρώ­πων ποὺ μπαι­νο­βγαί­νουν στὴ θά­λασ­σα, κρε­μα­σμέ­νοι ἀ­πὸ ἕ­ναν ἱ­στό.

       Καὶ ἡ βο­λὴ φτά­νει στὰ δέ­κα μέ­τρα, ὅ­ταν εἶ­ναι κα­λή, καὶ συ­χνὰ στὰ πέν­τε μέ­τρα καὶ με­ρι­κὲς φο­ρὲς ἀ­κό­μα μα­κρύ­τε­ρα ἀ­πὸ τοὺς ναυα­γοὺς ποὺ ἀν­τί­θε­τα ὅ­ταν βλέ­πουν κον­τά το σκοι­νὶ τεν­τώ­νουν ὅ­λα τὰ χέ­ρια γιὰ νὰ τὸ πιά­σουν καὶ δὲν φτά­νουν πο­τέ, για­τὶ εἶ­ναι πάν­τα μα­κριά, καὶ με­τὰ πέ­φτει στὴ θά­λασ­σα. Καὶ με­τὰ χρει­ά­ζε­ται νὰ τὸ τρα­βή­ξουν στὴ στε­ριά, νὰ τὸ ξα­να­τα­κτο­ποι­ή­σουν καὶ τό­τε ξα­νὰ νὰ τὸ ἐ­κτο­ξεύ­σουν καὶ τὸ βρά­δυ ἔρ­χε­ται γρή­γο­ρα, ἤ­δη εἶ­ναι μὼβ καὶ οἱ ναυ­τι­κοὶ τοῦ Κα­ρο­λί­να φαί­νον­ται ἀ­κό­μα, ἀλ­λὰ ἤ­δη ἔ­χουν ντυ­θεῖ στὶς σκι­ές. Εἶ­ναι τρεῖς μό­νοι, κολ­λη­μέ­νοι γύ­ρω ἀ­πὸ τὸ κα­τάρ­τι. Μὲ τὴ νύ­χτα ἔρ­χε­ται τὸ κρύ­ο. Καὶ ὁ Ἀν­τό­νιο ξα­να­προ­σπά­θη­σε μὲ τὴ σωστι­κὴ λέμβο, κι ἕ­νας προ­σπά­θη­σε κο­λυμ­πών­τας ἀλ­λὰ κόν­τε­ψε νὰ πνι­γεῖ. Ὅ­ταν βρά­δια­σε στὸ κα­τάρ­τι ἔ­μει­νε μό­νο ἕ­νας.

       Κα­νέ­νας ἀ­πὸ τὸ Βι­α­ρέ­τζο δὲν κου­νή­θη­κε ἀ­πὸ τὴν πα­ρα­λί­α ὅ­λη μέ­ρα. Ὑ­πάρ­χει ἕ­νας ναυ­τι­κός τοῦ Βι­α­ρέ­τζο, μπρο­στὰ στὸ Βι­α­ρέ­τζο, κολ­λη­μέ­νος σὲ ἕ­να κεν­τρι­κὸ κα­τάρ­τι ποὺ ὅ­λο καὶ βυ­θί­ζε­ται.

       Κα­νέ­νας δὲν προ­σπα­θεῖ πιά. Τὸ κα­νο­νά­κι κά­θε τό­σο πυ­ρο­βο­λεῖ. Για­τί;

       Οἱ γυ­ναῖ­κες δὲν φω­νά­ζουν. Ἡ νύ­χτα εἶ­ναι ἔ­να­στρη. Εἶ­ναι ἀ­κό­μα ἐ­κεῖ ὁ ναυ­τι­κός;

       Μί­α κραυ­γὴ ἀ­κού­γε­ται, ἕ­να κά­λε­σμα μιᾶς γυ­ναί­κας, φω­νά­ζει τὸ ὄ­νο­μα τοῦ γιοῦ της ποὺ ἦ­ταν ἕ­νας ἀ­πὸ τὸ Κα­ρο­λί­να.

       Τὴν φω­νὴ τὴν ἀ­κού­ει ὅ­λη ἡ πα­ρα­λί­α.

       «Νὰ εἶ­ναι ἐ­κεῖ ἀ­κό­μα;»

       Δὲν φαί­νε­ται, δὲν φαί­νε­ται τί­πο­τα, μό­νο τα ἀ­στέ­ρια δὲν φτά­νουν, θὰ χρει­α­ζό­ταν τὸ φεγ­γά­ρι.

       Ἡ θά­λασ­σα ἔ­γι­νε ἀ­κό­μα πιὸ ἄ­γρια.

       Ὅ­λοι τὴ νύ­χτα πε­ρι­μέ­νουν ἐ­κεῖ­νοι ἀ­π’ τὸ Βι­α­ρέ­τζο.



Πη­γή: Mario Tobino, «Quelli di Viareggio», στὸ Racconti, Racconti, Racconti, Mondadori, Milano,2008, σέλ. 131-137.

Μά­ριο Τομ­πί­νο (Mario Tobino) (1910-1991). Γεν­νή­θη­κε στὸ Βι­α­ρέ­τζο τῆς Το­σκά­νης. Φύ­ση ἀ­νή­συ­χη καὶ ἀ­νυ­πά­κου­η τε­λεί­ω­σε τὸ γυ­μνά­σιο σὲ θρη­σκευ­τι­κὸ κολ­λέ­γιο ὅ­που γνώ­ρι­σε τὸν Δάν­τη, τὸν Μα­κια­βέλ­λι καὶ ἄλ­λους κλα­σι­κοὺς τῆς λα­τι­νι­κῆς λο­γο­τε­χνί­ας. Σπού­δα­σε Ἰ­α­τρι­κὴ καὶ Χει­ρουρ­γι­κὴ καὶ εἰ­δι­κεύ­τη­κε στὴν Νευ­ρο­ψυ­χι­α­τρι­κή. Στὴ λο­γο­τε­χνί­α κά­νει τὴν εἴ­σο­δό του μέ­σῳ τῆς ποί­η­σης ἐ­νῶ συ­νερ­γά­ζε­ται καὶ μὲ δι­ά­φο­ρα πε­ρι­ο­δι­κὰ ὅ­που ἐκ­φρά­ζει τὴν μη­δε­νι­κὴ ἀ­νε­κτι­κό­τη­τά του στὸ φα­σι­σμό. Κα­τὰ τὸν δεύ­τε­ρο παγ­κό­σμιο πό­λε­μο κα­λεῖ­ται νὰ ὑ­πη­ρε­τή­σει ὡς για­τρὸς στὸ μέ­τω­πο τῆς Λι­βύ­ης. Αὐ­τὴ ἡ ἐμ­πει­ρί­α θὰ ἀ­πο­τε­λέ­σει τὴν ἔμ­πνευ­ση γιὰ ἕ­να ἀ­πὸ τὰ ση­μαν­τι­κό­τε­ρα ἔρ­γα του μὲ τί­τλο ­ρη­μος τῆς Λι­βύ­ης (Il de­ser­to del­la Li­bia) ποὺ ἐκ­δό­θη­κε τὸ 1952 καὶ ἀ­πὸ τὸ ὁ­ποῖ­ο θὰ προ­κύ­ψουν δύ­ο ται­νί­ες. Ἐ­πι­στρέ­φει ἀ­πὸ τὸν πό­λε­μο μὲ ἐ­λα­φρὰ ἀ­να­πη­ρί­α ἀ­πὸ τραυ­μα­τι­σμὸ καὶ ἀ­να­λαμ­βά­νει ὑ­πη­ρε­σί­α ὡς ψυ­χί­α­τρος στὴν Ψυ­χι­α­τρι­κὴ Κλι­νι­κὴ τοῦ Μα­τζά­νο κον­τὰ στὴ Λού­κα. Ἡ ἰ­δι­ό­τη­τα τοῦ ψυ­χιά­τρου θὰ τὸν συ­νο­δεύ­σει γιὰ 40 χρό­νια καὶ οἱ ἐμ­πει­ρί­ες του ἀ­πὸ αὐ­τὴν θὰ γί­νουν ἔμ­πνευ­ση καὶ σκη­νι­κὸ γιὰ κά­ποι­α ἀ­πὸ τὰ ἀ­ρι­στουρ­γή­μα­τά του ὅ­πως Οἱ ­λεύ­θε­ρες γυ­ναῖ­κες τοῦ Μα­λιά­νο (Le li­be­re don­ne di Ma­glia­no), ἕ­να ἐ­ξαι­ρε­τι­κὸ ἡ­με­ρο­λό­γιο ὅ­που μέ­σα ἀ­πὸ ἐ­πι­στη­μο­νι­κὴ πα­ρα­τή­ρη­ση ἀλ­λὰ καὶ βα­θὺ ἀν­θρω­πι­σμὸ πε­ρι­γρά­φει τὶς ψυ­χὲς τῶν ἔγ­κλει­στων γυ­ναι­κών. Τὸ θέ­μα τῆς τρέ­λας ἀ­πο­τε­λεῖ ἕ­να ἀ­πὸ τὰ βα­σι­κὰ θέ­μα­τα τῆς λο­γο­τε­χνι­κῆς του πα­ρα­γω­γῆς ἀλ­λὰ καὶ τῆς ἀ­κτι­βι­στι­κῆς του δρά­σης. Μα­ζὶ μὲ ἐ­λά­χι­στους ἀ­κό­μα ἰα­τροὺς ξε­κι­νά­ει μά­χη ἐ­νάν­τια στοὺς Νό­μους 180 καὶ 833 τοῦ 1978 οἱ ὁ­ποῖ­ο προ­έ­βλε­παν τὸ κλεί­σι­μο τῶν Ψυ­χι­α­τρεί­ων τῆς Ἰ­τα­λί­ας ἀρ­νού­με­νοι τὴν ὕ­παρ­ξη καὶ τὴν ἰ­δι­αι­τε­ρό­τη­τα τῶν ψυ­χι­κῶν ἀ­σθε­νει­ῶν κά­τι τὸ ὁ­ποῖ­ο κα­τά­γρα­ψε στὸ Οἱ τε­λευ­ταῖ­ες μέ­ρες τοῦ Μα­λιά­νο (Gli ul­ti­mo gio­rni di Ma­glia­no) ποὺ ἐκ­δό­θη­κε τὸ 1982. Ἡ ἀν­τί­στα­ση ἐ­νάν­τια σὲ κά­θε μορ­φῆς ἀ­πάν­θρω­πης ἀν­τι­με­τώ­πι­σης καὶ εἰ­δι­κό­τε­ρα ἐ­νάν­τια στὸ να­ζι­σμὸ εἶ­ναι ἀ­κό­μα ἕ­να ἀ­πὸ τὰ κυ­ρί­αρ­χα θέ­μα­τα τοῦ λο­γο­τε­χνι­κοῦ του ἔρ­γου ὅ­πως στὸ μυ­θι­στό­ρη­μα πα­ρά­νο­μος (Il clan­de­stino), μὲ τὸ ὁ­ποῖ­ο θὰ κερ­δί­σει τὸ βρα­βεῖ­ο Στρέγ­κα, ὅ­που πε­ρι­γρά­φε­ται ἡ πτώ­ση τοῦ να­ζι­σμοῦ καὶ ἡ ἀρ­χὴ τῆς δρά­σης τῶν παρ­τι­ζά­νων. Τρί­τος πό­λος ἔμ­πνευ­σης γιὰ τὸν Τομ­πί­νο ἀ­πο­τε­λεῖ ἡ οἰ­κο­γέ­νεια καὶ ἡ παι­δι­κή του ἡ­λι­κί­α. Εἰ­δι­κό­τε­ρα ἡ τε­λευ­ταί­α στὸ ἀ­γα­πη­μέ­νο του Βι­α­ρέ­τζο θὰ ἀ­πο­τυ­πω­θεῖ στὸ Στὴν πα­ρα­λί­α καὶ πέ­ρα ­πὸ τὴν ­πο­βά­θρα (Sul­la spiag­gia e di la dal mo­lo) ἐ­νῶ στὸ δι­ή­γη­μα «Ἐ­κεῖ­νοι ἀ­π’ τὸ Βι­α­ρέ­τζο» («Quel­li di Via­reg­gio») πρω­τα­γω­νι­στὴς εἶ­ναι ὁ­λό­κλη­ρη ἡ ναυ­τι­κὴ κοι­νω­νί­α τοῦ Βι­α­ρέ­τζο ποὺ πε­ρι­γρά­φε­ται ὡς ἕ­να σύ­νο­λο ὁ­ρι­σμέ­νο καὶ κα­θο­ρι­σμέ­νο ἀ­πὸ τὸν τό­πο στὸν ὁ­ποῖ­ο δρᾶ καὶ ἀν­τι­δρᾶ. Σὲ αὐ­τὸ τὸ δι­ή­γη­μα ὁ Τομ­πί­νο πε­ρι­γρά­φει μὲ λυ­ρι­κὸ νε­ο­ρε­α­λι­σμὸ τὶς ἀ­γω­νί­ες τῶν ναυ­τι­κῶν της γε­νέ­θλιας πό­λης του κα­θὼς καὶ τὴν ἀ­πο­δο­χὴ τῆς ἀν­θρώ­πι­νης ἀ­δυ­να­μί­ας μπρο­στὰ στὴ δύ­να­μη τῆς φύ­σης. Ἐ­κτὸς ἀ­πὸ τὸ βρα­βεῖ­ο Στρέγ­κα ὁ Τομ­πί­νο θὰ κερ­δί­σει, με­τα­ξὺ ἄλ­λων, τὸ βρα­βεῖ­ο Βι­α­ρέ­τζο, τὸ βρα­βεῖ­ο Καμ­πι­έλ­λο καὶ μί­α μέ­ρα πρὶν τὸ θά­να­τό του θὰ πα­ρα­λά­βει τὸ βρα­βεῖ­ο Λου­ί­τζι Πι­ραν­τέλ­λο στὸ Ἀγ­κρι­τζέν­το. Ὁ τά­φος του βρί­σκε­ται στὸ Βι­α­ρέ­τζο ἐ­νῶ ἡ ἀ­να­θη­μα­τι­κὴ πλά­κα ποὺ τοῦ ἀ­φι­έ­ρω­σε ὁ Δῆ­μος τῆς Λού­κα κλεί­νει μὲ τὸ ὅ­ρα­μα τοῦ συγ­γρα­φέ­α ὅ­πως αὐ­τὸ ἐκ­φρά­ζε­ται στὸ ἔρ­γο τοῦ Οἱ ­λεύ­θε­ρες γυ­ναῖ­κες τοῦ Μα­λιά­νο (Le li­be­re don­ne di Ma­glia­no): «Μέ­σα σὲ ἕ­να δω­μά­τιο ψυ­χι­α­τρεί­ου με­λε­τῶ τοὺς ἀν­θρώ­πους καὶ τοὺς ἀ­γα­πῶ. Ἐ­δῶ πε­ρι­μέ­νω: δό­ξα καὶ θά­να­το. […] Καὶ ἡ ἐ­πι­θυ­μί­α μου εἶ­ναι νὰ κά­νω κά­θε κόκ­κο αὐ­τῆς τῆς γῆς ἕ­να τό­πο ἤ­ρε­μης, τα­κτο­ποι­η­μέ­νης, παγ­κό­σμιας συ­νο­μι­λί­ας.» (ἀ­πὸ τὸ Franco Bellato, «La vita di Mario Tobino»,

http://www.fondazionemariotobino.it/content.php?p=4 )

Με­τά­φρα­ση ἀ­πὸ τὰ ἰ­τα­λι­κά:

Μα­ρί­α Χα­τζη­κυ­ρι­α­κί­δου (Πει­ραι­ᾶς, 1980). Ἀ­πό­φοι­τη τοῦ τμή­μα­τος Ἰ­α­τρι­κῶν Ἐρ­γα­στη­ρι­ῶν ΣΕΥΠ ΑΤΕΙ Θεσ­σα­λο­νί­κης. Σπού­δα­σε Ἰ­τα­λι­κὴ Γλώσ­σα καὶ Φι­λο­λο­γί­α στὸ ΕΚΠΑ καὶ Ἱ­σπα­νι­κὴ Γλώσ­σα καὶ Πο­λι­τι­σμὸ στὸ ΕΑΠ. Ἐρ­γά­ζε­ται στὸ Εἰ­δι­κὸ Ἀν­τι­καρ­κι­νι­κὸ Νο­σο­κο­μεῖ­ο Πει­ραι­ᾶ «Με­τα­ξᾶ». Με­τα­φρά­ζει ἀ­πὸ τὰ ἰ­τα­λι­κά, ἐ­νῶ ἔ­χει ἀ­σχο­λη­θεῖ μὲ τὸ ἔρ­γο τῆς ἑλ­λη­νο-ἰ­τα­λί­δας ποι­ή­τριας καὶ πε­ζο­γρά­φου Angelica Palli-Bartolomei (1798-1875).

[1] il patino a salvare στὰ ἰταλικά. «Ἁπλὸ σκάφος ἀναψυχῆς ἀποτελούμενο ἀπὸ δύο πλωτῆρες ποὺ συγκρατοῦνται μεταξύ τους μὲ ἐγκάρσιες ράβδους πάνω στὶς ὁποῖες στερεώνονται τὰ καθίσματα.»

Ντί­νο Μπου­τζά­τι (Dino Buzzati): Ὁ δί­σκος προ­σγει­ώ­θη­κε



Ντί­νο Μπου­τζά­τι (Dino Buzzati)


Ὁ δί­σκος προ­σγει­ώ­θη­κε

(Il disco si posò)


ΤΑΝ ΒΡΑΔΥ καὶ ἡ ἐ­ξο­χὴ ἤ­δη μι­σο­κοι­μό­ταν. Ἀ­πὸ τὶς κοι­λά­δες ση­κω­νό­ταν τὸ χνού­δι τῆς ὁ­μί­χλης καὶ ἀ­κου­γό­ταν τὸ κά­λε­σμα τοῦ μο­να­χι­κοῦ βα­τρά­χου ποὺ ὅ­μως σύν­το­μα σι­ω­ποῦ­σε (τὴν ὥ­ρα ποὺ νι­κι­οῦν­ται ἀ­κό­μα καὶ οἱ καρ­δι­ὲς ἀ­πὸ πά­γο, μὲ τὸν κα­θά­ριο οὐ­ρα­νό, τὴν ἀ­νε­ξή­γη­τη γα­λή­νη τοῦ κό­σμου, τὴ μυ­ρω­διὰ τοῦ κα­πνοῦ, τὶς νυ­χτε­ρί­δες καὶ τὰ κρυ­φὰ βή­μα­τα τῶν πνευ­μά­των στὰ πα­λιὰ σπί­τια), ἐ­κεί­νη τὴν ὥ­ρα, νά­ ’­τος, ὁ ἱ­πτά­με­νος δί­σκος προ­σγει­ώ­θη­κε στὴν ὀ­ρο­φὴ τῆς ἐκ­κλη­σί­ας τῆς ἐ­νο­ρί­ας ποὺ δε­σπό­ζει στὴν κο­ρυ­φὴ τοῦ χω­ριοῦ.

       Χω­ρὶς νὰ τὸν ἀν­τι­λη­φθοῦν οἱ ἄν­θρω­ποι ποὺ μό­λις εἶ­χαν μπεῖ στὰ σπί­τια τους, ὁ μη­χα­νι­σμὸς κα­τέ­βη­κε κά­θε­τα ἀ­πὸ τὸ δι­ά­στη­μα, δί­στα­σε με­ρι­κὲς στιγ­μὲς βγά­ζον­τας ἕ­να εἶ­δος βου­η­τοῦ, καὶ στὴ συ­νέ­χεια ἄγ­γι­ξε τὴ σκε­πὴ χω­ρὶς θό­ρυ­βο, ὅ­πως ἕ­να πε­ρι­στέ­ρι. Ἦ­ταν με­γά­λος, φω­τει­νός, συμ­πα­γής, ὅ­μοι­ος μὲ μί­α τε­ρά­στια φα­κή. Ἀ­πὸ κά­ποι­α ἀ­νοίγ­μα­τα συ­νέ­χι­σε νὰ βγαί­νει σφυ­ρί­ζον­τας ἕ­να ἀ­ε­ρά­κι. Στὴ συ­νέ­χεια σι­ώ­πη­σε καὶ ἔ­μει­νε ἀ­κί­νη­τος, σὰν νε­κρός.

       Ἀ­πὸ κά­τω, στὸ δω­μά­τιο ποὺ βρί­σκε­ται ἀ­κρι­βῶς κά­τω ἀ­πὸ τὴν ὀ­ρο­φὴ τῆς ἐκ­κλη­σί­ας, ὁ ἐ­φη­μέ­ριος, ὁ δὸν Πι­έ­τρο, δι­ά­βα­ζε μὲ τὸ ποῦ­ρο το­σκά­νο στὸ στό­μα. Ἀ­κού­γον­τας τὸν ἀ­συ­νή­θι­στο θό­ρυ­βο, ση­κώ­θη­κε ἀ­πὸ τὴν πο­λυ­θρό­να καὶ πῆ­γε στὸ πα­ρά­θυ­ρο νὰ δεῖ τί συμ­βαί­νει. Εἶ­δε λοι­πὸν αὐ­τὸ τὸ πα­ρά­ξε­νο ἀν­τι­κεί­με­νο, ποὺ εἶ­χε γα­λά­ζιο ἀ­νοι­χτὸ χρῶ­μα καὶ δι­ά­με­τρο πε­ρί­που δέ­κα μέ­τρα.

       Δὲν φο­βή­θη­κε, οὔ­τε φώ­να­ξε, οὔ­τε ἔ­μει­νε κα­τά­πλη­κτος. Ἔ­χει ἄ­ρα­γε ἐν­τυ­πω­σια­στεῖ πο­τὲ ἀ­πὸ κά­τι ὁ ὑ­πε­ρο­πτι­κὸς καὶ ἀ­πτό­η­τος δὸν Πι­έ­τρο; Ἔ­μει­νε ἐ­κεῖ, μὲ τὸ ποῦ­ρο στὸ στό­μα, νὰ τὸ πα­ρα­τη­ρεῖ. Καὶ ὅ­ταν εἶ­δε νὰ ἀ­νοί­γει ἡ πορ­τού­λα, ἁ­πλὰ τέν­τω­σε τὸ χέ­ρι του: πέ­ρα, στὸν τοῖ­χο ἦ­ταν κρε­μα­σμέ­νο τὸ δί­καν­νο.

       Τώ­ρα, ὅ­σον ἀ­φο­ρᾶ τὰ χα­ρα­κτη­ρι­στι­κὰ τῶν δύ­ο πα­ρά­ξε­νων πλα­σμά­των ποὺ βγῆ­καν ἀ­πὸ τὸ δί­σκο δὲν ὑ­πάρ­χει κα­μί­α σι­γου­ριά. Προ­κα­λεῖ με­γά­λη σύγ­χυ­ση ὁ δὸν Πι­έ­τρο. Ἀ­κό­μα καὶ στὶς με­τα­γε­νέ­στε­ρες ἀ­φη­γή­σεις του συ­νε­χί­ζει νὰ ἀν­τι­φά­σκει. Σί­γου­ρα γνω­ρί­ζου­με μό­νο αὐ­τό: ἦ­ταν λε­πτοὶ καὶ κον­τοί, ἕ­να μέ­τρο, ἕ­να καὶ δέ­κα. Αὐ­τὸς ὅ­μως λέ­ει ὅ­τι μά­κραι­ναν ἢ κόν­ται­ναν σὰν νὰ ἦ­ταν φτι­αγ­μέ­νοι ἀ­πὸ ἐ­λα­στι­κό. Ὅ­σον ἀ­φο­ρᾶ τὴν μορ­φή, δὲν κα­τά­λα­βε πολ­λά: «ἔ­μοια­ζαν μὲ πί­δα­κες σιν­τρι­βα­νιοῦ, πιὸ φαρ­διοὶ στὴν κο­ρυ­φὴ καὶ πιὸ στε­νοὶ χα­μη­λό­τε­ρα» ἔ­λε­γε ὁ δὸν Πι­έ­τρο, «ἔ­μοια­ζαν μὲ δύ­ο κα­λι­κάν­τζα­ρους, ἔ­μοια­ζαν μὲ δύ­ο ἔν­το­μα, ἔ­μοια­ζαν μὲ σκου­πί­τσες, ἔ­μοια­ζαν μὲ δύ­ο με­γά­λα σπίρ­τα». «Καὶ εἶ­χαν δύ­ο μά­τια ὅ­πως ἐ­μεῖς»; «Βέ­βαι­α, ἕ­να σὲ κά­θε με­ριά, ἀλ­λὰ μι­κρά». Καὶ τὸ στό­μα; Καὶ τὰ χέ­ρια; Καὶ τὰ πό­δια; Ὁ δὸν Πι­έ­τρο δὲν μπο­ροῦ­σε νὰ ἀ­πο­φα­σί­σει: «Κά­ποι­ες στιγ­μὲς ἔ­βλε­πα δύ­ο πο­δα­ρά­κια καὶ ἕ­να δευ­τε­ρό­λε­πτο με­τὰ δὲν τὰ ἔ­βλε­πα πιά…ὅ­πως καὶ νά ’­χει, ποῦ νὰ ξέ­ρω ἐ­γώ; Ἀ­φῆ­στε με ἐ­πι­τέ­λους στὴν ἡ­συ­χί­α μου!».

       Σι­ω­πη­λός, ὁ ἱ­ε­ρέ­ας τοὺς ἄ­φη­σε νὰ πει­ρα­μα­τί­ζον­ται μὲ τὸν δί­σκο. Μι­λοῦ­σαν με­τα­ξύ τους χα­μη­λό­φω­να, ἕ­νας δι­ά­λο­γος ποὺ ἔ­μοια­ζε μὲ τρί­ξι­μο. Με­τά, σκαρ­φά­λω­σαν στὴν ὀ­ρο­φὴ ποὺ ἔ­χει μί­α ἐ­λα­φριὰ κλή­ση πρὸς τὰ κά­τω, κι ἔ­φτα­σαν στὸ σταυ­ρό, αὐ­τὸν ποὺ ἦ­ταν στὴν κο­ρυ­φὴ τῆς πρό­σο­ψης. Γύ­ρι­σαν γύ­ρω του, τὸν ἄγ­γι­ξαν, ἔ­μοια­ζαν νὰ τὸν με­τρᾶ­νε. Γιὰ μιὰ στιγ­μὴ τοὺς ἄ­φη­σε νὰ τὸν πε­ρι­ερ­γα­στοῦν, πάν­τα ἀγ­κα­λι­ά­ζον­τας τὸ δί­καν­νο. Μὰ ξαφ­νι­κὰ ἄλ­λα­ξε γνώ­μη.

       «Ἔ­ϊ» τοὺς φώ­να­ξε μὲ τὴν στεν­τό­ρεια φω­νή του. «Ἐ­σεῖς, ἐ­κεῖ πά­νω, οἱ νε­α­ροί. Ποι­οί εἶ­στε;»

       Καὶ οἱ δύ­ο γύ­ρι­σαν καὶ τὸν κοί­τα­ξαν καὶ φά­νη­καν πο­λὺ λί­γο τα­ραγ­μέ­νοι. Πα­ρό­λα αὐ­τὰ κα­τέ­βη­καν ἀ­μέ­σως καὶ πλη­σί­α­σαν στὸ πα­ρά­θυ­ρο τοῦ ἱ­ε­ρέ­α. Με­τά, ὁ πιὸ ψη­λὸς ἄρ­χι­σε νὰ μι­λᾶ.

       Ὁ δὸν Πι­έ­τρο —κά­τι τὸ ὁ­ποῖ­ο ὁ ἴ­διος πα­ρα­δέ­χτη­κε— τα­ρά­χτη­κε: ὁ ἀ­ρεια­νὸς (για­τὶ ἀ­πὸ τὴν πρώ­τη στιγ­μή, ποι­ός ξέ­ρει για­τί, ὁ ἱ­ε­ρέ­ας ἦ­ταν πε­πει­σμέ­νος πὼς ὁ ἱ­πτά­με­νος δί­σκος ἦρ­θε ἀ­πὸ τὸν Ἄ­ρη κι οὔ­τε σκέ­φτη­κε πο­τὲ νὰ ἀλ­λά­ξει αὐ­τή του τὴν πε­ποί­θη­ση), ὁ ἀ­ρεια­νὸς μι­λοῦ­σε μιὰ ἄ­γνω­στη γλώσ­σα. Ἀλ­λὰ ἦ­ταν μιὰ πραγ­μα­τι­κὴ γλώσ­σα; Κά­τι ἦ­χοι ἦ­ταν, τὴν ἀ­λή­θεια ὄ­χι δυ­σά­ρε­στοι, ὅ­λοι στὴ σει­ρὰ χω­ρὶς κα­μί­α παύ­ση. Πα­ρό­λα αὐ­τά, ὁ ἱ­ε­ρέ­ας κα­τά­λα­βε τὰ πάν­τα ἀ­μέ­σως σὰν νὰ ἐ­πρό­κει­το γιὰ τὴν ἴ­δια του τὴν δι­ά­λε­κτο. Με­τα­φο­ρὰ σκέ­ψης; Ἢ μή­πως ἕ­να εἶ­δος παγ­κό­σμιας γλώσ­σας αὐ­τό­μα­τα κα­τα­νο­η­τῆς;

       «Ἠ­ρέ­μη­σε, ἠ­ρέ­μη­σε», εἶ­πε ὁ ἄ­γνω­στος, «σὲ λί­γο θὰ φύ­γου­με. Ξέ­ρεις, ἐ­δῶ καὶ πο­λὺ και­ρὸ γυ­ρί­ζου­με τὸν κό­σμο, σᾶς πα­ρα­τη­ροῦ­με, ἀ­κοῦ­με τὰ ρα­δι­ό­φω­νά σας, ἔ­χου­με μά­θει σχε­δὸν τὰ πάν­τα. Ὅ­ταν μι­λᾶς ἐ­σύ, γιὰ πα­ρά­δειγ­μα, ἐ­γὼ σὲ κα­τα­λα­βαί­νω. Μό­νο ἕ­να πράγ­μα δὲν ἔ­χου­με ἀ­πο­κω­δι­κο­ποι­ή­σει. Τί εἶ­ναι αὐ­τὲς οἱ κε­ραῖ­ες; (καὶ ἔ­δει­ξε τὸν σταυ­ρό). Τὶς ἔ­χε­τε παν­τοῦ, σὲ πύρ­γους καὶ σὲ καμ­πα­να­ριά, στὶς κο­ρυ­φὲς τῶν βου­νῶν, καὶ με­τὰ ἔ­χε­τε στρα­τι­ὲς ἀ­πὸ αὐ­τὲς ἐ­δῶ κι ἐ­κεῖ, κλει­σμέ­νες σὲ τεί­χη σὰν νὰ ἦ­ταν σὲ φυ­τώ­ρια. Πές μου λοι­πόν, ἄν­θρω­πε, σὲ τί χρη­σι­μεύ­ουν;»

       «Μὰ εἶ­ναι σταυ­ροί!» φώ­να­ξε ὁ δὸν Πι­έ­τρο. Καὶ τό­τε πρό­σε­ξε ὅ­τι αὐ­τοὶ οἱ δύ­ο ἔ­φε­ραν στὸ κε­φά­λι τους ἕ­να λο­φί­ο, σὰν μα­λα­κὴ βούρ­τσα, ψη­λὴ μέ­χρι εἴ­κο­σι ἑ­κα­το­στά. Ὄ­χι, δὲν ἦ­ταν μαλ­λιά, πε­ρισ­σό­τε­ρο ἔ­μοια­ζαν μὲ λε­πτοὺς μί­σχους φυ­τῶν ποὺ τρε­μό­παι­ζαν, ἐ­ξαι­ρε­τι­κὰ ζω­η­ροί, ποὺ ἔ­τρε­μαν συ­νέ­χεια. Ἢ μή­πως ἦ­ταν μι­κρὲς ἀ­κτί­νες ἢ ἕ­να στέμ­μα ἀ­πὸ ἠ­λε­κτρι­κὴ ἀ­κτι­νο­βο­λί­α;

       «Σταυ­ροί» ἐ­πα­νά­λα­βε συλ­λα­βί­ζον­τας ὁ ξέ­νος. «Καὶ σὲ τί χρη­σι­μεύ­ουν;»

       Ὁ δὸν Πι­έ­τρο ἀ­κούμ­πη­σε τὸ δί­καν­νο στὸ πά­τω­μα σὲ ἀ­πό­στα­ση ὅ­μως ποὺ μπο­ροῦ­σε νὰ τὸ πιά­σει. Ξε­δί­πλω­σε τὸ ἀ­νά­στη­μά του καὶ προ­σπά­θη­σε νὰ εἶ­ναι ἐ­πί­ση­μος:

       «Εἶ­ναι χρή­σι­μοι γιὰ τὶς ψυ­χές μας» ἀ­πάν­τη­σε. «Εἶ­ναι τὸ σύμ­βο­λο τοῦ Κυ­ρί­ου ἡ­μῶν Ἰ­η­σοῦ Χρι­στοῦ, τοῦ υἱ­οῦ τοῦ Θε­οῦ ποὺ πέ­θα­νε γιὰ μᾶς πά­νω στὸ σταυ­ρό.»

       Ξαφ­νι­κά, στὸ κε­φά­λι τῶν ἀ­ρεια­νῶν, οἱ ἀ­χνὲς τοῦ­φες ἄρ­χι­σαν νὰ τρέ­μουν. Ἦ­ταν ἕ­να ση­μά­δι ἐν­δι­α­φέ­ρον­τος ἢ συγ­κί­νη­σης; Ἢ ἦ­ταν αὐ­τὸς ὁ τρό­πος τους νὰ γε­λοῦν;

       «Καὶ ποῦ; ποῦ θὰ μπο­ροῦ­σε νὰ ἔ­χει συμ­βεῖ αὐ­τό;» ρώ­τη­σε καὶ πά­λι ὁ πιὸ ψη­λὸς μὲ ἐ­κεῖ­νο τὸ τρί­ξι­μο ποὺ θύ­μι­ζε σή­μα­τα Μὸρς καὶ μὲ μιὰ φευ­γα­λέ­α ἀ­πό­χρω­ση εἰ­ρω­νεί­ας. «Θέ­λεις νὰ πεῖς ὅ­τι ὁ Θε­ὸς ἦρ­θε ἐ­δῶ, ἀ­νά­με­σα σὲ ἐ­σάς;»

       «Ἐ­δῶ, στὴν Γῆ. Στὴν Πα­λαι­στί­νη.»

       Ὁ τό­νος ἀμ­φι­σβή­τη­σης ἐ­νό­χλη­σε τὸν δὸν Πέ­τρο.

       «Θὰ ἦ­ταν μιὰ με­γά­λη ἱ­στο­ρί­α», εἶ­πε, «ἴ­σως πο­λὺ με­γά­λη γιὰ σο­φοὺς ὅ­πως ἐ­σεῖς».

       Στὸ κε­φά­λι τοῦ ξέ­νου τὸ χα­ρι­τω­μέ­νο ἀ­προσ­δι­ό­ρι­στο στέμ­μα τρε­μό­παι­ξε δύ­ο ἢ τρεῖς φο­ρές. Ἔ­μοια­ζε νὰ τὸ κι­νεῖ ὁ ἄ­νε­μος.

       «Ὤ, θὰ εἶ­ναι σί­γου­ρα μί­α ὑ­πέ­ρο­χη ἱ­στο­ρί­α» εἶ­πε μὲ συγ­κα­τά­βα­ση. «Ἄν­θρω­πε, θὰ ἤ­θε­λα πραγ­μα­τι­κὰ νὰ τὴν ἀ­κού­σω».

       Τὴν καρ­διὰ τοῦ δὸν Πι­έ­τρο φώ­τι­σε ἡ ἐλ­πί­δα νὰ προ­ση­λυ­τί­σει ἕ­ναν κά­τοι­κο ἄλ­λου πλα­νή­τη. Θὰ ἦ­ταν ἕ­να ἱ­στο­ρι­κὸ γε­γο­νὸς καὶ ὁ ἴ­διος θὰ ἀ­πο­κτοῦ­σε αἰ­ώ­νια δό­ξα.

       «Ἐ­ὰν θέ­λε­τε μό­νο αὐ­τό…» εἶ­πε κου­ρα­σμέ­νος. «Ἀλ­λὰ ἐ­λᾶ­τε κον­τά, ἐ­λᾶ­τε ἐ­δῶ, μέ­σα στὸ δω­μά­τιό μου.»

       Ἦ­ταν σί­γου­ρα μιὰ πα­ρά­ξε­νη σκη­νή, στὸ δω­μά­τιο τοῦ ἐ­φη­μέ­ριου, ἐ­κεῖ­νος κα­θι­σμέ­νος στὸ γρα­φεῖ­ο του κά­τω ἀ­πὸ τὸ φῶς μιᾶς πα­λιᾶς λάμ­πας, μὲ τὴν Βί­βλο στὰ χέ­ρια του καὶ οἱ δύ­ο ἀ­ρεια­νοὶ ὄρ­θιοι πά­νω στὸ κρε­βά­τι, για­τὶ ὁ δὸν Πι­έ­τρο τοὺς κά­λε­σε νὰ βο­λευ­τοῦν, νὰ κά­τσουν στὸ στρῶ­μα, καὶ ἐ­πέ­με­νε, ἀλ­λὰ ἐ­κεῖ­νοι δὲν κα­τά­φε­ραν νὰ κα­θί­σουν καὶ βλέ­πον­τας ὅ­τι δὲν μπο­ροῦ­σαν, γιὰ νὰ μὴν ἀρ­νη­θοῦν, στὸ τέ­λος ἀ­νέ­βη­καν πά­νω στὸ κρε­βά­τι, στά­θη­καν ὄρ­θιοι, μὲ τὸ λο­φί­ο στη­τὸ καὶ τρε­μά­με­νο πε­ρισ­σό­τε­ρο ἀ­πὸ πο­τέ.

       «Ἀ­κοῦ­στε μι­κρές μου σκου­πί­τσες!» εἶ­πε ὁ ἱ­ε­ρέ­ας καὶ ἀ­πό­το­μα, ἀ­νοί­γον­τας τὸ βι­βλί­ο δι­ά­βα­σε: «ὁ Αἰ­ώ­νιος Θε­ὸς πῆ­ρε τό­τε τὸν ἄν­θρω­πο καὶ τὸν ἔ­βα­λε στὸν κῆ­πο τῆς Ἐ­δέμ…καὶ τοῦ ἔ­δω­σε αὐ­τὴ τὴν ἐν­το­λή: μπο­ρεῖ­τε νὰ φᾶ­τε ἐ­λεύ­θε­ρα καρποὺς ἀ­πὸ ὁ­ποι­ο­δή­πο­τε δέν­τρο τοῦ κή­που, ἀλ­λὰ τὸν καρπὸ τοῦ δέν­τρου τῆς γνώ­σης τοῦ κα­λοῦ καὶ τοῦ κα­κοῦ δὲν θὰ τὸν φᾶ­τε: για­τὶ τὴν ἡ­μέ­ρα ποὺ θὰ φᾶ­τε ἀ­πὸ αὐ­τό, σί­γου­ρα θὰ εἶ­ναι ἡ μέ­ρα τοῦ θα­νά­του σας. Με­τά, ὁ Αἰ­ώ­νιος Θε­ός….».

       Σή­κω­σε τὰ μά­τια ἀ­πὸ τὴν σε­λί­δα καὶ εἶ­δε τὸ λο­φί­ο νὰ τρε­μο­παί­ζει πο­λὺ ἔν­το­να. «Ὑ­πάρ­χει κά­τι ποὺ δὲν κα­τα­λα­βαί­νε­τε;»

       Ὁ ἀ­ρεια­νὸς ρώ­τη­σε: «καὶ πές μου, τὸ φά­γα­τε πα­ρό­λα αὐ­τά; Δὲν ξέ­ρα­τε πῶς νὰ ἀν­τι­στα­θεῖ­τε; Ἔ­τσι δὲν ἔ­γι­νε;»

       «Ἀ­κρι­βῶς. Τὸ ἔ­φα­γαν» πα­ρα­δέ­χτη­κε ὁ ἱ­ε­ρέ­ας καὶ ἡ φω­νή του γέ­μι­σε θυ­μό. «Θὰ ἤ­θε­λα νὰ δῶ κι ἐ­σᾶς. Μή­πως ὑ­πῆρ­χε καὶ στὸν πλα­νή­τη σας τὸ δέν­τρο τοῦ κα­λοῦ καὶ τοῦ κα­κοῦ;»

       «Φυ­σι­κά. Ὑ­πῆρ­χε καὶ στὸν πλα­νή­τη μας. Ἑ­κα­τομ­μύ­ρια χρό­νια πρίν. Εἶ­ναι ἀ­κό­μα πρά­σι­νο.»

       «Κι ἐ­σεῖς; θέ­λω νὰ πῶ, τοὺς καρπούς, δὲν τοὺς δο­κι­μά­σα­τε;»

       «Πο­τέ» εἶ­πε ὁ ἄ­γνω­στος. «Τὸ ἀ­πα­γο­ρεύ­ει ὁ νό­μος.»

       Ὁ δὸν Πι­έ­τρο ἀ­να­στέ­να­ξε τα­πει­νω­μέ­νος. Αὐ­τοὶ οἱ δύ­ο λοι­πὸν ἦ­ταν ἁ­γνοί, ὅ­μοι­οι μὲ τοὺς ἀγ­γέ­λους στὸν οὐ­ρα­νό, δὲν γνώ­ρι­ζαν τὴν ἁ­μαρ­τί­α, δὲν ἤ­ξε­ραν τί θὰ πεῖ κα­κί­α, μί­σος, ψέ­μα; Κοί­τα­ξε γύ­ρω του σὰν νὰ ἔ­ψα­χνε γιὰ βο­ή­θεια μέ­χρι ποὺ εἶ­δε μέ­σα στὸ ἀ­χνὸ φῶς, πά­νω ἀ­πὸ τὸ κρε­βά­τι, τὸν μαῦ­ρο ἐ­σταυ­ρω­μέ­νο.

       Ἀ­να­θάρ­ρη­σε: «ναί, γι’ αὐ­τὸν τὸν καρπὸ κα­τα­στρα­φή­κα­με… ἀλ­λὰ ὁ υἱ­ὸς τοῦ Θε­οῦ» φώ­να­ξε κι ἔ­νι­ω­σε ἕ­ναν κόμ­πο στὸ λαι­μὸ «ὁ υἱ­ὸς τοῦ Θε­οῦ ἔ­γι­νε ἄν­θρω­πος. Καὶ κα­τέ­βη­κε ἐ­δῶ, ἀ­νά­με­σά μας!». Ὁ ἄλ­λος πα­ρέ­μει­νε ἀ­πα­θής. Μό­νο τὸ λο­φί­ο πή­γαι­νε ἀ­πὸ τὴ μιὰ ἄ­κρη στὴν ἄλ­λη ὅ­μοι­ο μὲ μιὰ σκω­πτι­κὴ φλό­γα.

       «Λὲς ὅ­τι ἦρ­θε ἐ­δῶ, στὴ Γῆ; Κι ἐ­σεῖς; Τί κά­να­τε; Τὸν ἀ­να­κη­ρύ­ξα­τε βα­σι­λιά σας; Ἂν δὲν κά­νω λά­θος εἶ­πες πρὶν ὅ­τι πέ­θα­νε στὸν σταυ­ρό… τὸν σκο­τώ­σα­τε ἑ­πο­μέ­νως;»

       Ὁ δὸν Πι­έ­τρο πά­λευ­ε σκλη­ρά: «ἀ­πὸ τό­τε ἔ­χουν πε­ρά­σει σχε­δὸν δύ­ο χι­λιά­δες χρό­νια! Ἀ­κρι­βῶς γιὰ ἐ­μᾶς πέ­θα­νε, γιὰ τὴν δι­κή μας αἰ­ώ­νια ζω­ή!».

       Σι­ώ­πη­σε, δὲν ἤ­ξε­ρε τί ἄλ­λο νὰ πεῖ. Καὶ στὴν σκο­τει­νὴ γω­νί­α τὰ δύ­ο μυ­στη­ρι­ώ­δη λο­φί­α καί­γον­ταν, πραγ­μα­τι­κὰ καί­γον­ταν ἀ­πὸ ἕ­να πα­ρά­ξε­νο φῶς. Ἐ­πι­κρά­τη­σε σι­ω­πὴ καὶ ἀ­πέ­ξω ἀ­κού­στη­κε τὸ τρα­γού­δι τῶν γρύλ­λων.

       «Καὶ ὅ­λο αὐ­τό» ρώ­τη­σε ξα­νὰ ὁ ἀ­ρεια­νὸς μὲ ὑ­πο­μο­νὴ δα­σκά­λου «ὅ­λο αὐ­τὸ χρη­σί­μευ­σε κά­που;»

       Ὁ δὸν Πι­έ­τρο δὲν μί­λη­σε. Πε­ρι­ο­ρί­στη­κε νὰ κά­νει μιὰ κί­νη­ση μὲ τὸ δε­ξί του χέ­ρι, ἀ­πα­ρη­γό­ρη­τος σὰν νὰ ἔ­λε­γε: τί θέ­λε­τε; ἔ­τσι πλα­στή­κα­με, εἴ­μα­στε ἁ­μαρ­τω­λοί, φτω­χὰ ἁ­μαρ­τω­λὰ σκου­λή­κια ποὺ ἔ­χουν ἀ­νάγ­κη τὸ ἔ­λε­ος τοῦ Θε­οῦ. Καὶ ἔ­πε­σε στὰ γό­να­τα κα­λύ­πτον­τας τὸ πρό­σω­πο μὲ τὰ χέ­ρια του.

       Πό­ση ὥ­ρα πέ­ρα­σε; Ὧ­ρες, λε­πτά; Ἡ φω­νὴ τῶν φι­λο­ξε­νού­με­νων ἐ­πα­νέ­φε­ρε τὸν δὸν Πι­έ­τρο. Σή­κω­σε τὰ μά­τια καὶ τοὺς εἶ­δε ἤ­δη στὸ περ­βά­ζι νὰ ἑ­τοι­μά­ζον­ται, θὰ ἔ­λε­γε κα­νείς, νὰ φύ­γουν. Μὲ φόν­το τὸν νυ­χτε­ρι­νὸ οὐ­ρα­νὸ τὰ δύ­ο λο­φί­α τρε­μό­παι­ζαν μὲ γο­η­τευ­τι­κὴ χά­ρη.

       «Ἄν­θρω­πε» ρώ­τη­σε ὁ συ­νή­θης ἀ­πὸ τοὺς δύ­ο. «Τί κά­νεις ἐ­κεῖ;»

       «Τί κά­νω; Προ­σεύ­χο­μαι!…ἐ­σεῖς ὄ­χι; Ἐ­σεῖς δὲν προ­σεύ­χε­στε;»

       «Νὰ προ­σευ­χό­μα­στε; Ἐ­μεῖς; Για­τί νὰ προ­σευ­χό­μα­στε;»

       «Δη­λα­δὴ τὸν Θε­ὸ δὲν τὸν πα­ρα­κα­λεῖ­τε πο­τέ;»

       «Μὰ ὄ­χι!» εἶ­πε τὸ πα­ρά­ξε­νο πλά­σμα καί, ποι­ός ξέ­ρει πῶς, τὸ ζω­η­ρὸ στέμ­μα του, στα­μά­τη­σε ἀ­πό­το­μα νὰ τρέ­μει, καὶ ἔ­γι­νε πλα­δα­ρὸ καὶ ἄ­χρω­μο.

       «Ὤ, κα­η­με­νού­λη­δες» μουρ­μού­ρι­σε ὁ δὸν Πι­έ­τρο, ἀλ­λὰ μὲ τρό­πο ποὺ οἱ δύ­ο ξέ­νοι δὲν τὸν ἄ­κου­σαν, ὅ­πως κά­νει κα­νεὶς μὲ τοὺς σο­βα­ρὰ ἀ­σθε­νεῖς. Ση­κώ­θη­κε στὰ πό­δια του, τὸ αἷ­μα ξα­νάρ­χι­σε νὰ τρέ­χει μὲ δύ­να­μη πά­νω-κά­τω στὶς φλέ­βες του. Πρὶν λί­γο αἰ­σθα­νό­ταν σὰν κάμ­πια. Μὰ τώ­ρα ἦ­ταν εὐ­τυ­χι­σμέ­νος. «Χέ,χέ» γε­λοῦ­σε μέ­σα του, «ἐ­σεῖς δὲν ἔ­χε­τε τὸ προ­πα­το­ρι­κὸ ἁ­μάρ­τη­μα μὲ ὅ­λες του τὶς συ­νέ­πει­ες. Εὐ­γε­νεῖς, σο­φοί, ἄ­κρι­τοι. Δὲν συ­ναν­τή­σα­τε πο­τὲ τὸ δαι­μό­νιο. Ὅ­ταν ὅ­μως ἔρ­χε­ται τὸ βρά­δυ, θὰ ἤ­θε­λα νὰ ξέ­ρω πῶς αἰ­σθά­νε­στε! Ἀ­πί­στευ­τα μό­νοι, ὑ­πο­θέ­τω, νε­κροὶ ἀ­πὸ τὴν ἀ­χρη­στί­α καὶ τὴν πλή­ξη» (οἱ δύ­ο ξέ­νοι εἶ­χαν ἤ­δη πε­ρά­σει τὴν πορ­τού­λα τοῦ δί­σκου, τὴν εἶ­χαν κλεί­σει καὶ ὁ κι­νη­τή­ρας εἶ­χε ἤ­δη ξε­κι­νή­σει μὲ ἕ­ναν βου­βὸ καὶ ἐ­ξαι­ρε­τι­κὰ ἁρ­μο­νι­κὸ θό­ρυ­βο. Σι­γὰ-σι­γά, σχε­δὸν ἀ­πὸ θαῦ­μα, ὁ δί­σκος ἀ­πο­κολ­λή­θη­κε καὶ ἀ­νυ­ψώ­θη­κε σὰν νὰ ἦ­ταν μπα­λό­νι: με­τά, ἀ­φοῦ γύ­ρι­σε λί­γο γύ­ρω ἀ­πὸ τὸν ἑ­αυ­τό του, ἔ­φυ­γε ψη­λὰ μὲ ἀ­πί­στευ­τη τα­χύ­τη­τα, ψη­λά, κα­τευ­θυ­νό­με­νος πρὸς τὸν ἀ­στε­ρι­σμὸ τῶν Δι­δύ­μων.). «Ὤ» συ­νέ­χι­σε νὰ μουρ­μου­ρί­ζει ὁ ἱ­ε­ρέ­ας «ὁ Θε­ὸς προ­τι­μᾶ σί­γου­ρα ἐ­μᾶς! Κα­λύ­τε­ρα με­ρι­κὰ γου­ρού­νια σὰν ἐ­μᾶς, ὁ­πωσ­δή­πο­τε ἄ­πλη­στοι, ἀ­νή­θι­κοι, ψεῦ­τες, ἀ­πὸ αὐ­τοὺς τοὺς πρω­το­κλα­σά­τους ποὺ πο­τὲ δὲν τοῦ ἀ­πευ­θύ­νουν τὸ λό­γο. Τί ἱ­κα­νο­ποί­η­ση μπο­ρεῖ νὰ πά­ρει ὁ Θε­ὸς ἀ­πὸ τέ­τοι­α ὄν­τα; Καὶ τί ση­μα­σί­α ἔ­χει ἡ ζω­ὴ ἂν δὲν ὑ­πάρ­χει τὸ κα­κό, ἡ με­τά­νοι­α, τὸ κλά­μα;»

       Ἀ­πὸ τὴ χα­ρά του, ἅρ­πα­ξε τὸ ὅ­πλο, κοί­τα­ξε τὸν ἱ­πτά­με­νο δί­σκο ποὺ τώ­ρα πιὰ ἦ­ταν μί­α ἀ­χνὴ κη­λί­δα στὸ μέ­σο τοῦ οὐ­ρά­νιου θό­λου καὶ ἔ­ρι­ξε μία βο­λή. Κι ἀ­πὸ τοὺς μα­κρι­νοὺς λό­φους ἀ­πάν­τη­σε τὸ οὐρ­λια­χτὸ τῶν σκυ­λι­ῶν.


Δεῖτε καὶ ἀκοῦστε τὴν εἰκονογραφημένη ἀφήγηση

τοῦ Ginο Caiafa (δημ. 13.02.2018).


Ντί­νο Μπου­τζά­τι (Dino Buzzati) (San Pellegrino di Belluno, 1906 – Milano, 1972). Σπού­δα­σε Νο­μι­κὰ καὶ ξε­κί­νη­σε τὴν δη­μο­σι­ο­γρα­φι­κή του δρα­στη­ρι­ό­τη­τα δου­λεύ­ον­τας στὴν ἐ­φη­με­ρί­δα Corriere della Serra, τὴν ὁ­ποί­α δὲν ἐγ­κα­τέ­λει­ψε ὣς τὸ τέ­λος τῆς ζω­ῆς του. Ἦ­ταν ἐ­πί­σης ζω­γρά­φος, σκη­νο­γρά­φος καὶ μου­σι­κός. Γνώ­στης τῆς κεν­τρο­ευ­ρω­πα­ϊ­κῆς λο­γο­τε­χνί­ας καὶ τῆς σκαν­δι­να­βι­κῆς μυ­θο­λο­γί­ας ἐ­πη­ρε­ά­στη­κε πο­λὺ ἀ­πὸ τὸν Κάφ­κα. Με­τὰ τὴν ἐμ­πει­ρί­α του στὴν Αἰ­θι­ο­πί­α ἔ­γρα­ψε τὸ πιὸ δι­ά­ση­μο βι­βλί­ο του ­ρη­μος τῶν Ταρ­τά­ρων τὸ ὁ­ποῖ­ο με­τα­φρά­στη­κε σὲ πολ­λὲς γλῶσ­σες. Στὰ δι­η­γή­μα­τά του ξε­χω­ρί­ζει ὁ ὑ­περ­ρε­α­λι­στι­κὸς μύ­θος τοῦ σύγ­χρο­νου ἀν­θρώ­που ποὺ πε­ρι­στοι­χί­ζε­ται ἀ­πὸ προ­βλή­μα­τα γιὰ τὰ ὁ­ποῖ­α δὲν μπο­ρεῖ νὰ βρεῖ λύ­ση. Ἀ­πὸ μιὰ ἄ­πο­ψη, εἶ­ναι ἕ­νας συγ­γρα­φέ­ας πο­λὺ ρε­α­λι­στι­κὸς μὲ δι­εισ­δυ­τι­κὴ μα­τιὰ στὴν ἀν­θρώ­πι­νη μο­να­ξιὰ καὶ ἀ­γω­νί­α. Πραγ­μα­τεύ­ε­ται θέ­μα­τα καὶ συ­ναι­σθή­μα­τα ὅ­πως ὁ φό­βος τοῦ θα­νά­του, ἡ μα­γεί­α, τὸ μυ­στή­ριο, ἡ ἀ­να­ζή­τη­ση τοῦ ἀ­πό­λυ­του καὶ τοῦ με­τα­βλη­τοῦ καὶ τὸ ἀ­να­πό­φευ­κτο τῆς μοί­ρας. Ἡ τε­λευ­ταί­α εἶ­ναι συ­χνὰ ἡ πρω­τα­γω­νί­στρια τῶν δι­η­γη­μά­των του, αἰ­νιγ­μα­τι­κὴ καὶ παν­το­δύ­να­μη καὶ κά­ποι­ες φο­ρὲς σαρ­κα­στι­κή. Ἕ­νας ἀ­πὸ τοὺς λί­γους στὴν Ἰ­τα­λί­α ποὺ προ­ή­γα­γε τὴν φαν­τα­στι­κὴ λο­γο­τε­χνί­α. Στὸ συγ­κε­κρι­μέ­νο δι­ή­γη­μα, χρη­σι­μο­ποι­εῖ τὸ φαν­τα­στι­κὸ γιὰ νὰ κα­τα­δυ­θεῖ στοὺς με­γα­λύ­τε­ρους φό­βους καὶ ἐ­φιά­λτες τῆς ἀν­θρώ­πι­νης ψυ­χῆς ποὺ τα­λα­νί­ζε­ται ἀ­πὸ τὶς ἴ­δι­ες της τὶς ἀν­τι­θέ­σεις. Δεῖ­τε καὶ τὸ ἀ­φι­έ­ρω­μα τοῦ ἱ­στο­λο­γί­ου μας στὸν συγ­γρα­φέ­α.

Με­τά­φρα­ση ἀ­πὸ τὰ ἰ­τα­λι­κά:

Μα­ρί­α Χα­τζη­κυ­ρι­α­κί­δου (Πει­ραι­ᾶς, 1980). Ἀ­πό­φοι­τη τοῦ τμή­μα­τος Ἰ­α­τρι­κῶν Ἐρ­γα­στη­ρι­ῶν ΣΕΥΠ ΑΤΕΙ Θεσ­σα­λο­νί­κης. Σπού­δα­σε Ἰ­τα­λι­κὴ Γλώσ­σα καὶ Φι­λο­λο­γί­α στὸ ΕΚΠΑ καὶ Ἱ­σπα­νι­κὴ Γλώσ­σα καὶ Πο­λι­τι­σμὸ στὸ ΕΑΠ. Ἐρ­γά­ζε­ται στὸ Εἰ­δι­κὸ Ἀν­τι­καρ­κι­νι­κὸ Νο­σο­κο­μεῖ­ο Πει­ραι­ᾶ «Με­τα­ξᾶ». Με­τα­φρά­ζει ἀ­πὸ τὰ ἰ­τα­λι­κά, ἐ­νῶ ἔ­χει ἀ­σχο­λη­θεῖ μὲ τὸ ἔρ­γο τῆς ἑλ­λη­νο-ἰ­τα­λί­δας ποι­ή­τριας καὶ πε­ζο­γρά­φου Angelica Palli-Bartolomei (1798-1875).