Χουὰν Μπὸς (Juan Bosch): Ὁ λεκὲς ποὺ δὲ φεύγει


Bosch,Juan-OLekesPouDenFeygei-Eikona-01


Χου­ὰν Μπός (Juan Bosch)


Ὁ λε­κὲς ποὺ δὲ φεύ­γει

(La mancha indeleble)


06-OmikronΛΟΙ ΟΣΟΙ ΕΙΧΑΝ ΠΕΡΑΣΕΙ τὸ κα­τώ­φλι τῆς πόρ­τας πρὶν ἀ­πὸ μέ­να, εἶ­χαν πα­ρα­δώ­σει τὰ κε­φά­λια τους κι ἐ­γὼ τὰ ἔ­βλε­πα το­πο­θε­τη­μέ­να σὲ μιὰ με­γά­λη σει­ρὰ ἀ­πὸ προ­θῆ­κες ποὺ ἀ­κουμ­ποῦ­σαν στὸν μπρο­στι­νὸ τοῖ­χο. Δὲν θὰ ἔμ­παι­νε μᾶλ­λον σ’ αὐ­τὲς τὶς προ­θῆ­κες μο­λυ­σμέ­νος ἀ­έ­ρας, κα­θὼς τὰ κε­φά­λια δι­α­τη­ροῦν­ταν σὲ ἐκ­πλη­κτι­κὴ φόρ­μα, σχε­δὸν σὰν νὰ ἦ­ταν ζων­τα­νά, πα­ρό­λο ποὺ τοὺς ἔ­λει­πε ἡ ρο­ὴ τοῦ αἵ­μα­τος κά­τω ἀ­πὸ τὴ σάρ­κα. Πρέ­πει νὰ ὁ­μο­λο­γή­σω ὅ­τι τὸ θέ­α­μα μοῦ προ­κά­λε­σε ἕ­να φό­βο ἄ­με­σο καὶ ἔν­το­νο. Γιὰ λί­γη ὥ­ρα ἔ­νι­ω­θα νὰ ἔ­χω πα­ρα­λύ­σει ἀ­πὸ τὸν τρό­μο. Ἀλ­λὰ τὸ ση­μαν­τι­κὸ ἦ­ταν ὅ­τι, ἀ­νί­κα­νος νὰ σκε­φτῶ καὶ νὰ ἐ­νερ­γή­σω, βρι­σκό­μουν ἐ­κεῖ: εἶ­χα πε­ρά­σει τὸ κα­τώ­φλι καὶ ἔ­πρε­πε νὰ πα­ρα­δώ­σω τὸ κε­φά­λι μου. Κα­νεὶς δὲ μπο­ροῦ­σε νὰ μὲ γλι­τώ­σει ἀ­πὸ αὐ­τὴ τὴ μα­κά­βρια ἐμ­πει­ρί­α.

       Ἡ κα­τά­στα­ση ἦ­ταν πράγ­μα­τι τρο­μα­κτι­κή. Ἔ­μοια­ζε νὰ μὴν ὑ­πάρ­χει ἀ­πό­στα­ση ἀ­νά­με­σα στὴ ζω­ὴ ποὺ εἶ­χα ἀ­φή­σει πί­σω, ἀ­πὸ τὴν ἄλ­λη με­ριὰ τῆς πόρ­τας, καὶ σὲ αὐ­τὴ ποὺ ἔ­μελ­λε νὰ ἀρ­χί­σω τὴ στιγ­μὴ ἐ­κεί­νη. Στὴν πραγ­μα­τι­κό­τη­τα, ἡ ἀ­πό­στα­ση θά ‘­ταν τρί­α μέ­τρα, ἴ­σως τέσ­σε­ρα.

       Πα­ρό­λα αὐ­τά, αὐ­τὸ ποὺ ἔ­βλε­πα φα­νέ­ρω­νε ὅ­τι ὁ δι­α­χω­ρι­σμὸς ἀ­νά­με­σα σὲ ὅ,τι ὑ­πῆρ­ξα καὶ σὲ αὐ­τὸ ποὺ θὰ γι­νό­μουν δὲν μπο­ροῦ­σε νὰ με­τρη­θεῖ μὲ ἀν­θρώ­πι­νους ὅ­ρους.

       — Πα­ρα­δῶ­στε τὸ κε­φά­λι σας – εἶ­πε μιὰ φω­νὴ μει­λί­χια.

       — Το δι­κό μου; – ρώ­τη­σα, μὲ τό­σο φό­βο, ποὺ μὲ δυ­σκο­λί­α ἄ­κου­γα τὸν ἴ­διο μου τὸν ἑ­αυ­τό.

       — Φυ­σι­κά – Ποια­νοῦ ἄλ­λου;

       Πα­ρό­τι δὲν ἦ­ταν αὐ­ταρ­χι­κή, ἡ φω­νὴ γέ­μι­ζε ὅ­λη τὴ σά­λα καὶ ἀν­τη­χοῦ­σε ἀ­νά­με­σα στοὺς τοί­χους, ποὺ ἦ­ταν κα­λυμ­μέ­νοι μὲ πο­λυ­τε­λεῖς τα­πι­σε­ρί. Ἐ­γὼ δὲν μπο­ροῦ­σα νὰ κα­τα­λά­βω ἀ­πὸ ποῦ ἐρ­χό­ταν. Εἶ­χα τὴν ἐν­τύ­πω­ση πὼς ὅ,τι ἔ­βλε­πα, κά­ποι­α στιγ­μή, μι­λοῦ­σε: τὸ ἀ­σπρό­μαυ­ρο μαρ­μά­ρι­νο πά­τω­μα, τὸ κόκ­κι­νο χα­λὶ ποὺ ξε­κι­νοῦ­σε ἀ­πὸ τὴ σκά­λα κι ἔ­φτα­νε μέ­χρι τὸ με­γά­λο τρα­πέ­ζι τῆς αἴ­θου­σας ὑ­πο­δο­χῆς, καὶ τὸ πα­ρό­μοι­ο χα­λὶ πού, περ­νών­τας ἀ­πὸ τὸ κέν­τρο, δι­έ­σχι­ζε ἀ­π’ ἄ­κρη σὲ ἄ­κρη τὸ χῶ­ρο· οἱ με­γά­λες κε­ρα­μι­κὲς κο­λῶ­νες, τὸ γεῖ­σο μὲ τοὺς ἐ­πί­χρυ­σους κύ­βους, οἱ δυ­ὸ τε­ρά­στιοι πο­λυ­έ­λαι­οι ἀ­πὸ κρύ­σταλ­λο Βο­η­μί­ας. Τὸ μό­νο ποὺ ἤ­ξε­ρα μὲ σι­γου­ριὰ ἦ­ταν ὅ­τι κα­νέ­να ἀ­πὸ τὰ ἀ­μέ­τρη­τα κε­φά­λια δὲν εἶ­χε βγά­λει τὸν πα­ρα­μι­κρὸ ἦ­χο.

       Ἐ­πι­θυ­μών­τας, ἴ­σως ὑ­πο­συ­νεί­δη­τα, νὰ κερ­δί­σω χρό­νο, ρώ­τη­σα:

       — Και πῶς θὰ τὸ βγά­λω;

      — Πιά­στε το γε­ρὰ μὲ τὰ δύο χέ­ρια, στη­ρί­ζον­τας τοὺς ἀν­τί­χει­ρες στὶς ἐ­σο­χὲς τοῦ σα­γο­νιοῦ· τρα­βῆξ­τε πρὸς τὰ πά­νω καὶ θὰ δεῖ­τε πό­σο εὔ­κο­λα θὰ βγεῖ. Στὴ συ­νέ­χεια το­πο­θε­τῆ­στε το πά­νω στὸ τρα­πέ­ζι.

       Ἂν ἐ­πρό­κει­το γιὰ ἐ­φιά­λτη, θὰ μπο­ροῦ­σα νὰ δώ­σω ἐ­ξή­γη­ση τῆς δι­α­τα­γῆς αὐ­τῆς καὶ τῆς κα­τά­στα­σής μου. Ἀλ­λὰ δὲν ἦ­ταν ἐ­φιά­λτης. Μοῦ συ­νέ­βαι­νε σὲ κα­τά­στα­ση πλή­ρους δια­ύγειας, ἐ­νῶ βρι­σκό­μουν ὄρ­θιος καὶ μό­νος στὸ μέ­σο μιᾶς πο­λυ­τε­λοῦς σά­λας. Δὲν φαι­νό­ταν κα­μί­α κα­ρέ­κλα καί, κα­θὼς ἔ­τρε­μα ἀ­πὸ πά­νω ὣς κά­τω ἐ­ξαι­τί­ας τοῦ νε­κρι­κοῦ πα­γε­τοῦ ποὺ εἶ­χε κα­τα­κλύ­σει τὶς φλέ­βες μου, εἶ­χα ἀ­νάγ­κη νὰ κα­θί­σω ἢ νὰ πια­στῶ ἀ­πὸ κά­τι. Τε­λι­κὰ ἀ­κούμ­πη­σα τὰ δυ­ό μου χέ­ρια στὸ τρα­πέ­ζι.

       — Δεν ἀ­κού­σα­τε ἢ δὲν κα­τα­λά­βα­τε; – εἶ­πε ἡ φω­νή.

       Εἶ­πα ἤ­δη ὅ­τι ἡ φω­νὴ δὲν ἦ­ταν αὐ­ταρ­χι­κή, ἀλ­λὰ ἁ­πα­λή. Ἴ­σως γι’ αὐ­τὸ νὰ μοῦ φαι­νό­ταν τό­σο τρο­με­ρή. Εἶ­ναι τρο­μα­κτι­κὸ νὰ ἀ­κού­ει κα­νεὶς τὴ δι­α­τα­γὴ νὰ βγά­λει τὸ κε­φά­λι του μὲ τό­νο φυ­σι­ο­λο­γι­κὸ κι ἀ­κό­μα πε­ρισ­σό­τε­ρο μὲ τό­νο ἤ­ρε­μο. Ἤ­μουν σί­γου­ρος ὅ­τι ὁ κύ­ριος τῆς φω­νῆς εἶ­χε ἐ­πα­να­λά­βει τό­σες φο­ρὲς αὐ­τὴ τὴ δι­α­τα­γή, ποὺ πιὰ δὲν ἔ­δι­νε κα­μί­α βα­ρύ­τη­τα σὲ αὐ­τὸ ποὺ ἔ­λε­γε.

       Τε­λι­κὰ κα­τά­φε­ρα νὰ μι­λή­σω.

       — Μά­λι­στα, καὶ ἄ­κου­σα καὶ κα­τά­λα­βα – εἶ­πα. Ἀλ­λὰ δὲν μπο­ρῶ νὰ ἀ­πο­χω­ρι­στῶ τὸ κε­φά­λι μου τό­σο ἁ­πλά. Δῶ­στε μου λί­γο χρό­νο νὰ τὸ σκε­φτῶ. Κα­τα­λά­βε­τε ὅ­τι εἶ­ναι γε­μά­το μὲ τὶς ἰ­δέ­ες μου, μὲ τὶς ἀ­να­μνή­σεις μου. Εἶ­ναι ἡ σύ­νο­ψη τῆς ἴ­διας μου τῆς ζω­ῆς. Ἐ­κτὸς αὐ­τοῦ, ἂν μεί­νω χω­ρὶς αὐ­τό, μὲ τί θὰ σκέ­φτο­μαι;

       Τὰ λό­για αὐ­τὰ δὲν μοῦ βγῆ­καν μιὰ κι ἔ­ξω. Πνι­γό­μουν. Δυ­ὸ φο­ρὲς χρει­ά­στη­κε νὰ στα­μα­τή­σω, γιὰ νὰ πά­ρω ἀ­νά­σα. Σώ­πα­σα καὶ μοῦ φά­νη­κε ὅ­τι ἡ φω­νὴ ἔ­βγα­λε ἕ­να ἁ­πα­λὸ γρύ­λι­σμα, σὰν γέ­λιο κο­ρο­ϊ­δευ­τι­κό.

       — Ἐ­δῶ δὲν χρει­ά­ζε­ται νὰ σκέ­φτε­στε. Θὰ σκε­φτό­μα­στε ἐ­μεῖς γιὰ λο­γα­ρια­σμό σας. Ὅ­σον ἀ­φο­ρᾶ στὶς ἀ­να­μνή­σεις, δὲν τὶς χρει­ά­ζε­στε πλέ­ον: θὰ ξε­κι­νή­σε­τε μιὰ και­νούρ­για ζω­ή.

       — Μια ζω­ὴ ἀ­πο­ξε­νω­μέ­νη ἀ­πὸ τὸν ἑ­αυ­τό μου, τὶς ἰ­δέ­ες, τὰ συ­ναι­σθή­μα­τά μου; – ρώ­τη­σα.

       Ἐν­στι­κτω­δῶς κοί­τα­ξα πρὸς τὴν πόρ­τα ἀ­πὸ τὴν ὁ­ποί­α εἶ­χα μπεῖ. Ἦ­ταν κλει­στή. Γύ­ρι­σα τὰ μά­τια μου στὰ δυ­ὸ ἄ­κρα τῆς με­γά­λης σά­λας. Ὑ­πῆρ­χαν πόρ­τες καὶ σὲ αὐ­τὰ τὰ ἄ­κρα, ὅ­μως κα­μί­α δὲν ἦ­ταν ἀ­νοι­χτή.

       Ὁ χῶ­ρος ἦ­ταν με­γά­λος καὶ ψη­λο­τά­βα­νος, κά­τι ποὺ μὲ ἔ­κα­νε νὰ αἰ­σθαν­θῶ τό­σο ἀ­βο­ή­θη­τος, ὅ­σο ἕ­να παι­δὶ χα­μέ­νο στὴ με­γα­λού­πο­λη. Δὲν ὑ­πῆρ­χε κα­νέ­να ση­μεῖ­ο ζω­ῆς. Βρι­σκό­μουν μό­νος σ’ ἐ­κεί­νη τὴν ἐ­πι­βλη­τι­κὴ αἴ­θου­σα.

       Ἀ­κό­μα χει­ρό­τε­ρα: ἤ­μα­σταν ἐ­κεῖ ἡ φω­νὴ κι ἐ­γώ. Ἀλ­λὰ ἡ φω­νὴ δὲν ἦ­ταν ἀν­θρώ­πι­νη, δὲν μπο­ροῦ­σες νὰ τὴ συν­δυά­σεις μὲ ἕ­να ὂν ποὺ εἶ­χε σάρ­κα καὶ ὀ­στά. Εἶ­χα τὴν ἐν­τύ­πω­ση ὅ­τι χι­λιά­δες μά­τια κα­κά, χω­ρὶς ζω­ή, μὲ κοι­τοῦ­σαν ἀ­πὸ τοὺς τοί­χους καὶ ὅ­τι ἑ­κα­τομ­μύ­ρια μι­κρο­σκο­πι­κὲς καὶ ἀ­ό­ρα­τες ὀν­τό­τη­τες πα­ρα­μό­νευ­αν τὴ σκέ­ψη μου.

       — Σᾶς πα­ρα­κα­λῶ, μὴ σπα­τα­λᾶ­τε τὸν χρό­νο μας, ἔ­χουν κι ἄλ­λοι σει­ρὰ – εἶ­πε ἡ φω­νή.

       Δὲν μοῦ εἶ­ναι εὔ­κο­λο νὰ ἐ­ξη­γή­σω τὸ τί σή­μα­ναν αὐ­τὰ τὰ λό­για γιὰ ἐ­μέ­να. Ἔ­νιω­σα πὼς κά­ποι­ος ἐ­πρό­κει­το νὰ μπεῖ, πὼς δὲν θὰ ἤ­μουν μό­νος πιά, καὶ γύ­ρι­σα τὸ βλέμ­μα πρὸς τὴν πόρ­τα. Δὲν εἶ­χα κά­νει λά­θος: ἕ­να χέ­ρι κρα­τοῦ­σε τὴν ἄ­κρη τοῦ γυαλι­στε­ροῦ ξύ­λι­νου φύλ­λου καὶ τὸ ἔ­σπρω­χνε πρὸς τὰ μέ­σα, κι ἕ­να πό­δι στε­κό­ταν στὸ κα­τώ­φλι. Ἀ­πὸ τὸ ἄ­νοιγ­μα τῆς πόρ­τας φαι­νό­ταν πὼς ἔ­ξω τὸ φῶς ἦ­ταν λι­γο­στό. Χω­ρὶς ἀμ­φι­βο­λί­α ἦ­ταν ἡ ἀ­να­πο­φά­σι­στη ἐ­κεί­νη στιγ­μὴ με­τα­ξὺ τῆς ἡ­μέ­ρας ποὺ πε­θαί­νει καὶ τῆς τε­λευ­ταί­ας ὥ­ρας ποὺ δὲν ἔ­χει ἀ­κό­μα φτά­σει στὸ τέ­λος της.

       Μέ­σα στὸν φό­βο μου ἀν­τέ­δρα­σα σὰν αὐ­τό­μα­το. Ρί­χτη­κα μὲ βί­α πρὸς τὴν πόρ­τα, ἔ­σπρω­ξα αὐ­τὸν ποὺ ἔμ­παι­νε καὶ πε­τά­χτη­κα ἔ­ξω στὸν δρό­μο. Συ­νει­δη­το­ποί­η­σα πὼς με­ρι­κοὶ θο­ρυ­βή­θη­καν βλέ­πον­τάς με νὰ τρέ­χω· ἴ­σως νὰ σκέ­φτη­καν ὅ­τι εἶ­χα κλέ­ψει ἢ ὅ­τι μὲ εἶ­χαν πιά­σει στὰ πρά­σα νὰ κλέ­βω. Κα­τα­λά­βαι­να πὼς τὸ πρό­σω­πό μου ἦ­ταν ὠ­χρό, τὰ μά­τια μου εἶ­χαν πε­τα­χτεῖ ἔ­ξω ἀ­πὸ τὶς κό­γχες τους καὶ ἂν ὑ­πῆρ­χε ἐ­κεῖ κον­τὰ κα­νέ­νας ἀ­στυ­νο­μι­κός, σί­γου­ρα θὰ μὲ κυ­νη­γοῦ­σε. Ὅ­πως καὶ νὰ εἶ­χε, δὲν μὲ ἐν­δι­έ­φε­ρε. Ἡ ἀ­νάγ­κη μου γιὰ φυ­γὴ ἦ­ταν ἀ­δή­ρι­τη κι ἔ­τρε­χα σὰν τρε­λός.

       Γιὰ μί­α ἑ­βδο­μά­δα δὲν τολ­μοῦ­σα νὰ βγῶ ἀ­πὸ τὸ σπί­τι. Μέ­ρα καὶ νύ­χτα ἄ­κου­γα τὴ φω­νὴ κι ἔ­βλε­πα παν­τοῦ τὰ χι­λιά­δες μά­τια δί­χως ζω­ὴ καὶ τὶς ἑ­κα­τον­τά­δες ἀ­σώ­μα­των κε­φα­λῶν. Ὅ­μως τὴν ὄ­γδο­η νύ­χτα, λυ­τρω­μέ­νος ἀ­πὸ τὸ φό­βο μου, τόλ­μη­σα νὰ πάω μέ­χρι τὴ γω­νί­α, σ’ ἕ­να κα­φε­νεῖ­ο τῆς κα­κιᾶς ὥ­ρας, γε­μά­το πάν­το­τε μὲ πε­ρί­ερ­γους θα­μῶ­νες. Δί­πλα στὸ τρα­πε­ζά­κι μου ὑ­πῆρ­χε ἕ­να ἄλ­λο, ἄ­δει­ο. Λί­γη ὥ­ρα ἀρ­γό­τε­ρα, κά­θι­σαν σὲ αὐ­τὸ δυ­ὸ ἄν­τρες. Ὁ ἕ­νας εἶ­χε σκο­τει­νὰ μά­τια· μοῦ ἔ­ρι­ξε ἕ­να ἔν­το­νο βλέμ­μα καὶ κα­τό­πιν εἶ­πε στὸν ἄλ­λο:

       — Αὐ­τός ἦ­ταν ποὺ τὸ ἔ­σκα­σε, ἀ­φοῦ…

       Ἐ­γὼ ἐ­κεί­νη τὴ στιγ­μὴ ἔ­πι­να ἕ­να φλιτ­ζά­νι κα­φέ. Τὰ χέ­ρια μου ἄρ­χι­σαν νὰ τρέ­μουν τό­σο βί­αι­α, ποὺ λί­γο ἀ­πὸ τὸ ρό­φη­μα χύ­θη­κε στὸ που­κά­μι­σό μου.

       Τὸ κα­κὸ μὲ ἐ­μέ­να εἶ­ναι ὅ­τι δὲν ἔ­χω ἄλ­λο που­κά­μι­σο οὔ­τε τὴ δυ­να­τό­τη­τα νὰ ἀ­πο­κτή­σω και­νούρ­γιο. Ὅ­σο πα­σχί­ζω νὰ ἐ­ξα­φα­νί­σω τὸν λε­κέ, ἀ­κού­ω ξα­νὰ καὶ ξα­νὰ τὰ τε­λευ­ταῖα λό­για τοῦ ἄν­τρα μὲ τὰ σκο­τει­νὰ μά­τια:

       — Α­φοῦ εἶ­χε ἤ­δη ἐγ­γρα­φεῖ.

       Ἀ­πὸ τὸ φό­βο μὲ λού­ζει κρύ­ος ἱ­δρώ­τας. Καὶ γνω­ρί­ζω ὅ­τι δὲν πρό­κει­ται νὰ ἐ­λευ­θε­ρω­θῶ ἀ­πὸ αὐ­τὸ τὸν φό­βο· ὅ­τι θὰ τὸν νι­ώ­θω ἀ­πέ­ναν­τι σὲ κά­θε ἄ­γνω­στο. Βέ­βαι­α ἡ ἀ­λή­θεια εἶ­ναι πὼς ἀ­γνο­ῶ ἂν οἱ δυ­ὸ ἄν­τρες ἦ­ταν μέ­λη ἢ ἐ­χθροί τοῦ Κόμ­μα­τος.

       Τώ­ρα βρί­σκο­μαι στὸ σπί­τι μου, προ­σπα­θών­τας νὰ κα­θα­ρί­σω τὸ που­κά­μι­σο. Γιὰ τὴν πε­ρί­πτω­ση, χρη­σι­μο­ποί­η­σα σα­πού­νι, βούρ­τσα κι ἕ­να εἰ­δι­κὸ χη­μι­κὸ προ­ϊ­ὸν ποὺ βρῆ­κα στὸ μπά­νιο. Ὁ λε­κὲς δὲν φεύ­γει. Βρί­σκε­ται ἐ­κεῖ, ἀ­δι­ά­λυ­τος. Ἀν­τι­θέ­τως, μά­λι­στα, μοῦ φαί­νε­ται πὼς σὲ κά­θε προ­σπά­θεια νὰ τὸν σβή­σω, ξε­χω­ρί­ζει ἀ­κό­μη πε­ρισ­σό­τε­ρο.


Bonsai-03c-GiaIstologio-04

Δρα­μα­το­πο­ίη­ση:

Ταινία μι­κροῦ μή­κους (2009) τοῦ σκηνοθέτη Francisco Montás ποὺ ζεῖ καὶ ἐργάζεται στὸ Σάντο Ντομίγκο τῆς Δομινικανῆς Δημοκρατίας.


Πη­γή: Biblioteca Digital Ciudad Seva (http://www.ciudadseva.com/). Ἀ­πὸ τὸ βι­βλί­ο Cuentos escritos en el exilio (1962). Στὸ δι­ή­γη­μα αὐ­τὸ βα­σί­στη­κε τὸ 2009 ὁ Francisco Montás, γιὰ νὰ γυ­ρί­σει μιὰ ται­νί­α μι­κροῦ μή­κους μὲ τὸν ὁ­μώ­νυ­μο τίτ­λο.

Χου­ν Μπὸς (Juan Bosch) (Λὰ Βέ­γα 1909– Ἅ­γιος Δο­μή­νι­κος 2001): Δο­μη­νι­κα­νὸς πο­λι­τι­κὸς καὶ συγ­γρα­φέ­ας. Ὅ­ταν ὁ Τρου­χίλ­λο πῆ­ρε τὴν ἐ­ξου­σί­α τὸ 1930, ὁ Χου­ὰν Μπὸς κα­τη­γο­ρή­θη­κε γιὰ ἀν­τί­στα­ση κα­τὰ τοῦ κα­θε­στῶ­τος καὶ φυ­λα­κί­στη­κε. Τὸ 1937 ἐγ­κα­τέ­λει­ψε τὴ Δο­μη­νι­κα­νὴ Δη­μο­κρα­τί­α καὶ ἐγ­κα­τα­στά­θη­κε στὸ Που­έρ­το Ρί­κο. Ἐ­κεῖ μα­ζὶ μὲ ἄλ­λους ἐ­ξό­ρι­στους ἵ­δρυ­σε τὸ Ἐ­πα­να­στα­τι­κὸ Δο­μη­νι­κα­νὸ Κόμ­μα, ἐ­νάν­τια στὴ δρά­ση τοῦ Τρου­χίλ­λο. Τὸ 1961, με­τὰ τὴ δο­λο­φο­νί­α τοῦ τε­λευ­ταί­ου, ὁ Μπὸς ἐ­πέ­στρε­ψε στὴ χώ­ρα του καὶ τὸ 1962 ἔ­γι­νε Πρό­ε­δρος τῆς Δη­μο­κρα­τί­ας. Μὲ τὴ στή­ρι­ξη τοῦ Κομ­μου­νι­στι­κοῦ Κόμ­μα­τος προ­χώ­ρη­σε σὲ πολ­λὲς με­ταρ­ρυθ­μί­σεις, ἑ­πτὰ ὅ­μως μῆ­νες ἀρ­γό­τε­ρα οἱ ΗΠΑ μὲ τὴ βο­ή­θεια τῆς Ἐκ­κλη­σί­ας τὸν ἀ­πο­μά­κρυ­ναν ἀ­πὸ τὴν ἐ­ξου­σί­α. Προ­σπά­θη­σε ἐ­πα­νει­λημ­μέ­νως νὰ πά­ρει κά­ποι­ο ἀ­ξί­ω­μα, ἀλ­λὰ χω­ρὶς ἀ­πο­τέ­λε­σμα. Ὑ­πῆρ­ξε λά­τρης τῶν γραμ­μά­των καὶ ξε­χώ­ρι­σε γιὰ τὰ δι­η­γή­μα­τά του, πολ­λὰ ἀ­πὸ τὰ ὁ­ποί­α ἔ­γρα­ψε στὴν ἐ­ξο­ρί­α, κα­θὼς καὶ γιὰ τὴ νου­βέ­λα του La manosa (1936).

Με­τά­φρα­ση ἀ­πὸ ἀ­πὸ τὰ ἱ­σπα­νι­κά:

Οὔρ­σου­λα Φω­σκό­λου (Ἀ­θή­να (1986). Σπου­δά­ζει Νο­μι­κά. Εἶ­ναι μό­νι­μη συ­νερ­γά­τις τῆς ἐ­φη­με­ρί­δας Πε­ρὶ Τή­νου. Με­τα­φρά­σεις της ἔ­χουν δη­μο­σι­ευ­τεῖ στὰ πε­ρι­ο­δι­κὰ Νέ­α Εὐ­θύ­νη καὶ Τὸ Δέν­τρο.



		

	

Πίο Μπαρόχα (Pio Baroja): Τὸ ρολόι

.

Baroja,Pio-ToRoloi-Eikona-01-Ρομπ Εβανς

.

Πί­ο Μπα­ρό­χα (Pio Baroja)

.

Τὸ ρο­λό­ι

(El reloj)

.

«ὅ­τι πᾶ­σαι αἱ ἡ­μέ­ραι αὐ­τοῦ ἀλ­γη­μά­των καὶ θυ­μοῦ πε­ρι­σπα­σμὸς αὐ­τοῦ,

καί γε ἐν νυ­κτὶ οὐ κοι­μᾶ­ται ἡ καρ­δί­α αὐ­τοῦ»

Ἐκ­κλη­σια­στής 2,23

.

01-YpsilonΠΑΡΧΟΥΝ ΣΤΟ ΒΑΣΙΛΕΙΟ τῆς φαν­τα­σί­ας ὄ­μορ­φοι τό­ποι, ὅ­που τὰ δέν­τρα ἀ­να­στε­νά­ζουν καὶ τὰ κρυ­στάλ­λι­να ρυά­κια κυ­λοῦν τρα­γου­δών­τας ἀ­νά­με­σα ἀ­πὸ ὄ­χθες στο­λι­σμέ­νες μὲ λου­λού­δια, γιὰ νὰ χυ­θοῦν στὴ γα­λά­ζια θά­λασ­σα. Μα­κριὰ ἀ­π’ αὐ­τοὺς τοὺς τό­πους, πο­λὺ μα­κριά, εἶ­ναι ἕ­να μέ­ρος τρο­με­ρὸ καὶ μυ­στη­ρι­ῶ­δες, ὅ­που τὰ δέν­τρα ὑ­ψώ­νουν στὸν οὐ­ρα­νὸ τ’ ἀ­δύ­να­τα σκε­λε­τω­μέ­να χέ­ρια τους καὶ ἡ σι­ω­πὴ καὶ τὸ σκο­τά­δι προ­βάλ­λουν στὴν ψυ­χὴ ἀ­κτί­νες ζο­φε­ρῆς ἐ­ρη­μιᾶς καὶ θα­νά­του.

            Καὶ στὴν πιὸ σκο­τει­νὴ γω­νιὰ αὐ­τοῦ τοῦ τό­που τῶν σκι­ῶν, ὑ­πάρ­χει ἕ­να κά­στρο, ἕ­να κά­στρο μαῦ­ρο καὶ με­γά­λο, μὲ πυρ­γί­σκους γιὰ ἐ­πάλ­ξεις, μὲ τὸν ἁ­ψι­δω­τὸ ἐ­ξώ­στη του πιὰ δι­α­λυ­μέ­νο καὶ μιὰ τά­φρο γε­μά­τη νε­κρὰ καὶ ἄρ­ρω­στα νε­ρά.

            Ἐ­γὼ τὸ γνω­ρί­ζω, τὸ ξέ­ρω αὐ­τὸ τὸ μέ­ρος τὸ τρο­με­ρό. Μιὰ νύ­χτα, με­θυ­σμέ­νος ἀ­πὸ τὶς στε­να­χώ­ρι­ες μου καὶ τὸ ἀλ­κο­όλ, προ­χω­ροῦ­σα στὸ δρό­μο τα­λαν­τευ­ό­με­νος σὰν γέ­ρι­κο σκα­ρὶ στὸ ρυθ­μὸ ποὺ ἔ­δι­ναν οἱ νό­τες ἑ­νὸς πα­λιοῦ ναυ­τι­κοῦ τρα­γου­διοῦ. Ἦ­ταν ἕ­να τρα­γού­δι σὲ τό­νο μι­νό­ρε τὸ δι­κό μου, τρα­γού­δι ἑ­νὸς λα­οῦ ἄ­γριου καὶ πρω­τό­γο­νου, στε­νά­χω­ρο σὰν λου­θη­ρα­νι­κὸς ψαλ­μός, γα­λή­νιος σκο­πὸς μιᾶς πί­κρας με­γά­λης καὶ σκο­τει­νῆς, τῆς πί­κρας τοῦ βου­νοῦ καὶ τοῦ δά­σους. Καὶ ἦ­ταν νύ­χτα. Ξαφ­νι­κὰ αἰ­σθάν­θη­κα τρό­μο με­γά­λο. Βρέ­θη­κα κον­τὰ στὸ κά­στρο καὶ μπῆ­κα σὲ μιὰ ἔ­ρη­μη αἴ­θου­σα· ἕ­να γε­ρά­κι, μὲ σπα­σμέ­νο τὸ ἕ­να του φτε­ρό, σερ­νό­ταν στὸ πά­τω­μα.

            Ἀ­πὸ τὸ πα­ρά­θυ­ρο φαι­νό­ταν ἡ σε­λή­νη, ποὺ φώ­τι­ζε μὲ τὸ ἰ­σχνό της φῶς τὸν πα­γω­μέ­νο καὶ γυ­μνὸ κάμ­πο. Στὶς τά­φρους ρι­γοῦ­σε τὸ ἀ­νή­συ­χο καὶ γε­μά­το ἀ­να­θυ­μιά­σεις νε­ρό. Πά­νω, στὸν οὐ­ρα­νό, ὁ λαμ­πε­ρὸς Ἀρ­κτοῦ­ρος ἀ­κτι­νο­βο­λοῦ­σε καὶ τρε­μό­παι­ζε μ’ ἕ­να βλε­φά­ρι­σμα μυ­στη­ρια­κὸ κι ἐμ­πι­στευ­τι­κό. Στὸ βά­θος, οἱ φλό­γες μιᾶς φω­τιᾶς τα­λαν­τεύ­ον­ταν ἀ­πὸ τὸν ἄ­νε­μο. Στὸ εὐ­ρύ­χω­ρο σα­λό­νι, ποὺ ἦ­ταν στο­λι­σμέ­νο μὲ μαῦ­ρες κουρ­τί­νες, το­πο­θέ­τη­σα τὸ κρε­βά­τι μου ἀ­πὸ ξε­ρὲς φτέ­ρες. Τὸ σα­λό­νι ἦ­ταν ἐγ­κα­τα­λειμ­μέ­νο: τὸ φώ­τι­ζε ἕ­να μι­κρὸ μαγ­κά­λι, ὅ­που ἔ­και­γαν ἕ­νας σω­ρὸς δα­διά. Κον­τὰ σ’ ἕ­ναν ἀ­πὸ τοὺς τοί­χους του ὑ­πῆρ­χε ἕ­να τε­ρά­στιο ρο­λό­ι, ψη­λὸ καὶ στε­νό, σὰν φέ­ρε­τρο, ἕ­να ρο­λό­ι μὲ μαῦ­ρο πε­ρί­βλη­μα, πού, τὶς γε­μά­τες μὲ ἡ­συ­χί­α νύ­χτες ἐ­ξα­πέ­λυ­ε τὸ με­ταλ­λι­κό του τὶκ τὰκ μὲ τὴν ὁρ­μὴ μιᾶς ἀ­πει­λῆς.

       «Ἄ! Εἶ­μαι εὐ­τυ­χὴς —ἐ­πα­να­λάμ­βα­να στὸν ἑ­αυ­τὸ μου— . Δὲν ἀ­κού­ω πιὰ τὴ μι­ση­τὴ ἀν­θρώ­πι­νη φω­νή, πο­τέ, πο­τέ.»

      Καὶ τὸ σκο­τει­νὸ ρο­λό­ι με­τροῦ­σε ἀ­δι­ά­φο­ρα τὶς λυ­πη­μέ­νες ὧ­ρες μὲ τὸ με­ταλ­λι­κό του τὶκ τάκ.

      Ἡ ζω­ή μου ἦ­ταν ὑ­πὸ ἔ­λεγ­χο: εἶ­χα βρεῖ τὴν ἀ­νά­παυ­ση. Τὸ πνεῦ­μα μου ἀ­πο­λάμ­βα­νε τὸν τρό­μο τῆς νύ­χτας, πε­ρισ­σό­τε­ρο ἀ­πὸ τὴ λευ­κὴ ἑ­ω­θι­νὴ κα­θα­ρό­τη­τα.

      Ὤ! Ἤ­μουν ἥ­συ­χος, τί­πο­τα δὲν τά­ρα­ζε τὴν ἠ­ρε­μί­α μου· θὰ μπο­ροῦ­σα νὰ πε­ρά­σω ἐ­κεῖ ὅ­λη μου τὴ ζω­ὴ μό­νος, πάν­τα μό­νος, μη­ρυ­κά­ζον­τας στὴ σι­ω­πὴ τὸν πι­κρὸ σα­νὸ τῶν ἰ­δε­ῶν μου, χω­ρὶς τρε­λὲς ἐλ­πί­δες, χω­ρὶς χα­ζὲς ψευ­δαι­σθή­σεις, μὲ τὸ πνεῦ­μα ξέ­χει­λο ἀ­πὸ μιὰ γκρί­ζα ἠ­ρε­μί­α, σὰν φθι­νο­πω­ρι­νὸ το­πί­ο.

      Καὶ τὸ σκο­τει­νὸ ρο­λό­ι με­τροῦ­σε ἀ­δι­ά­φο­ρα τὶς λυ­πη­μέ­νες ὧ­ρες μὲ τὸ με­ταλ­λι­κό του τὶκ τάκ. Τὶς ἤ­ρε­μες νύ­χτες μὲ συ­νό­δευ­ε μιὰ νό­τα με­λαγ­χο­λι­κή, τὸ τρα­γού­δι ἑ­νὸς βα­τρά­χου.

      — Κι ἐ­σὺ —ἔ­λε­γα στὸν βάρ­δο τῆς νύ­χτας— ζεῖς στὴ μο­να­ξιά. Στὰ βά­θη τῆς κρυ­ψώ­νας σου δὲν ὑ­πάρ­χει ἄλ­λος νὰ σοῦ ἀ­παν­τή­σει, πα­ρὰ ἡ ἠ­χὼ τῶν χτύ­πων τῆς καρ­διᾶς σου.

      Καὶ τὸ σκο­τει­νὸ ρο­λό­ι με­τροῦ­σε ἀ­δι­ά­φο­ρα τὶς λυ­πη­μέ­νες ὧ­ρες μὲ τὸ με­ταλ­λι­κό του τὶκ τάκ.

      Μιὰ νύ­χτα, μιὰ ἥ­συ­χη νύ­χτα, ἔ­νι­ω­σα τρό­μο γιὰ κά­τι ἀ­προσ­δι­ό­ρι­στο ποὺ κρε­μό­ταν πά­νω ἀ­π’ τὴν ψυ­χή μου: κά­τι τό­σο ἀ­ό­ρι­στο, ὅ­πως ἡ σκιὰ ἑ­νὸς ὀ­νεί­ρου στὴ φουρ­του­νι­α­σμέ­νη θά­λασ­σα τῶν ἰ­δε­ῶν. Πῆ­γα στὸ πα­ρά­θυ­ρο. Ἐ­κεῖ πέ­ρα, στὸν μαῦ­ρο οὐ­ρα­νό, ἀ­ναρ­ρι­γοῦ­σαν καὶ τρε­μό­παι­ζαν τ’ ἀ­στέ­ρια, στὴν ἀ­πε­ραν­το­σύ­νη τῶν μο­να­χι­κῶν τους ὑ­πάρ­ξε­ων· οὔ­τε φω­νή, οὔ­τε ἴ­χνος ζω­ῆς στὴ μαύ­ρη γῆ. Καὶ τὸ σκο­τει­νὸ ρο­λό­ι με­τροῦ­σε ἀ­δι­ά­φο­ρα τὶς λυ­πη­μέ­νες ὧ­ρες μὲ τὸ με­ταλ­λι­κό του τὶκ-τάκ.

      Ἔ­στη­σα τὸ ἀ­φτί μου· τί­πο­τα δὲν ἀ­κου­γό­ταν. Σι­ω­πή! Σι­ω­πὴ παν­τοῦ! Τρο­μαγ­μέ­νος, πα­ρα­λη­ρῶν, ἱ­κέ­τευ­σα τὰ δέν­τρα ποὺ ἀ­να­στε­νά­ζουν τὶς νύ­χτες νὰ μὲ συν­τρο­φεύ­σουν μὲ ἀ­να­στε­ναγ­μούς· ἱ­κέ­τευ­σα τὸν ἄ­νε­μο νὰ θρο­ΐσει μὲς ἀ­π’ τὰ φυλ­λώ­μα­τα καὶ τὴ βρο­χὴ νὰ ἀν­τη­χή­σει πά­νω στὰ ξε­ρὰ φύλ­λα τοῦ δρό­μου· καὶ πα­ρα­κά­λε­σα τὰ πράγ­μα­τα καὶ τοὺς ἀν­θρώ­πους νὰ μὴ μ’ ἐγ­κα­τα­λεί­ψουν καὶ ζή­τη­σα ἀ­πὸ τὴ σε­λή­νη νὰ σκί­σει τὸν ἐ­βέ­νι­νο μαν­δύ­α της καὶ νὰ χα­ϊ­δέ­ψει τὰ μά­τια μου, τὰ φτω­χά μου μά­τια, θο­λὰ ἀ­πὸ τὴν ὀ­δύ­νη τοῦ θα­νά­του, μὲ τὴν ἀ­ση­μιὰ καὶ κα­θα­ρὴ μα­τιά της.

      Καὶ τὰ δέν­τρα καὶ τὸ φεγ­γά­ρι καὶ ἡ βρο­χὴ καὶ ὁ ἄ­νε­μος ἔ­μει­ναν κου­φά. Καὶ τὸ σκο­τει­νὸ ρο­λό­ι ποὺ με­τρά­ει ἀ­δι­ά­φο­ρο τὶς λυ­πη­μέ­νες ὧ­ρες στα­μά­τη­σε γιὰ πάν­τα.

.

Bonsai-03c-GiaIstologio-04.

Πη­γή: Biblioteca Digital Ciudad Seva, (http://www.ciudadseva.com­/textos/cuentos/esp/­baroja/reloj.htm).­ Πρώ­τη δη­μο­σί­ευ­ση στὴ συλ­λο­γὴ δι­η­γη­μά­των του Vidas sombrias (1900).

Πί­ο Μπα­ρό­χα (Pio Baroja y Nessi) (Σὰν Σεμ­πα­στιὰν 28 Δε­κεμ­βρί­ου 1872–Μα­δρί­τη 30 Ὀ­κτω­βρί­ου 1956). Ἰ­σπα­νὸς συγ­γρα­φέ­ας καὶ για­τρός, ἕ­νας ἀ­πὸ τοὺς κυ­ρι­ό­τε­ρους ἐκ­προ­σώ­πους τῆς «Γε­νιᾶς τοῦ ‘98». Ἂν καὶ ἐκ­παι­δεύ­ε­ται ὡς πα­θο­λό­γος, ἀ­σκεῖ τὸ ἐ­πάγ­γελ­μα γιὰ πο­λὺ σύν­το­μο χρο­νι­κὸ δι­ά­στη­μα. Θὰ χρη­σι­μο­ποι­ή­σει τὶς ἰ­α­τρι­κές του γνώ­σεις ἀρ­γό­τε­ρα, γιὰ τὸ σπου­δαῖ­ο μυ­θι­στό­ρη­μά του Τὸ δέν­τρο τῆς γνώ­σης (El arbol de la ciencia) (1911), ὅ­που ἀ­πει­κο­νί­ζει τὴ μα­ται­ό­τη­τα τῆς γνώ­σης καὶ τῆς ζω­ῆς. Ὁ Μπα­ρό­χα ἔ­γρα­ψε, σύμ­φω­να μὲ τὴν ἰ­σπα­νι­κὴ λο­γο­τε­χνι­κὴ πα­ρά­δο­ση, σὲ ἕ­να ὕ­φος συ­χνὰ ἀ­παι­σι­ό­δο­ξο, κύ­ριο μέ­λη­μά του ὅ­μως ἦ­ταν νὰ κά­νει γνω­στὸ στὴν Ἰ­σπα­νί­α τὸν κό­σμο τῶν Βά­σκων. Ἀ­σχο­λή­θη­κε ἐ­πί­σης σὲ κά­ποι­ο βαθ­μὸ μὲ τὸ δο­κί­μιο, τὴ λυ­ρι­κὴ ποί­η­ση καὶ τὸ θέ­α­τρο. Ὁ ἴ­διος χώ­ρι­σε τὰ ἔρ­γα του σὲ ἐν­νέ­α τρι­λο­γί­ες καὶ μί­α τε­τρα­λο­γί­α. Ἡ συλ­λο­γὴ δι­η­γη­μά­των στὴν ὁ­ποί­α ἐμ­φα­νί­ζε­ται τὸ πα­ρὸν δι­ή­γη­μα ὀ­νο­μά­ζε­ται Vidas Sombrias (1900) καὶ εἶ­ναι τὸ πρῶ­το του βι­βλί­ο.

Με­τά­φρα­ση ἀ­πὸ τὰ ἰ­σπα­νι­κά:

Οὔρ­σου­λα Φω­σκό­λου (Ἀ­θή­να, 1986). Σπου­δά­ζει Νο­μι­κά. Εἶ­ναι μό­νι­μη συ­νερ­γά­τις τῆς ἐ­φη­με­ρί­δας Πε­ρὶ Τή­νου, ποὺ ἐκ­δί­δει ἡ Ἀ­δελ­φό­τη­τα τῶν Τη­νί­ων ἐν Ἀ­θή­ναις. Με­τα­φρά­σεις της ἔ­χουν δη­μο­σι­ευ­τεῖ στὰ πε­ρι­ο­δι­κὰ Νέ­α Εὐ­θύ­νη καὶ Τὸ Δέν­τρο.

.