Μπουσραὴλ Ἐστσάουι (Bouchrail Echchaoui): Μιὰ ἀποκρουστικὴ πραγματικότητα

tromokratia1


Μπουσ­ρα­ὴλ Ἐσ­τσά­ου­ι


Μιὰ ἀ­πο­κρου­στι­κὴ πραγ­μα­τι­κό­τη­τα



01-xiΑΠΛΩΣΑ ΤΟ ΜΕΣΗΜΕΡΙ, ἀλ­λὰ ἡ σι­έ­στα μοῦ ἐ­πε­φύ­λασ­σε ἕ­ναν φρι­κτὸ ἐ­φιά­λτη. Φω­τιὰ παν­τοῦ καὶ κα­πνὸς νὰ κα­λύ­πτει τοὺς πε­ζοὺς ποὺ τρέ­χουν δί­χως καὶ οἱ ἴ­διοι νὰ ξέ­ρουν πρὸς τὰ ποῦ, με­τα­τρέ­πον­τάς τους σὲ γκρί­ζα ἀ­γάλ­μα­τα. Χά­ος σὲ γῆ καὶ οὐ­ρα­νό. Δὲν ἤ­ξε­ρα τί νὰ κά­νω ἐμ­πρὸς στὸν τρό­μο τῶν εἰ­κό­νων ποὺ δια­δέ­χον­ταν ἡ μιὰ τὴν ἄλ­λη μπρο­στὰ στὰ μά­τια μου. Νὰ συ­νε­χί­σω νὰ πα­ρα­κο­λου­θῶ τοὺς ἀν­θρώ­πους πού, γαν­τζω­μέ­νοι στὰ πα­ρά­θυ­ρα, ζη­τοῦν βο­ή­θεια ἢ νὰ τρέ­ξω νὰ ἠ­ρε­μή­σω τὰ παι­διὰ ποὺ κλαῖ­νε ὄν­τας καὶ αὐ­τὰ μάρ­τυ­ρες τοῦ τρό­μου;

        Ἀ­πὸ ἐ­κεί­νη τὴ στιγ­μὴ ὅ­λα ἀλ­λά­ζουν. Οἱ ἀν­τι­λή­ψεις μας, οἱ φι­λί­ες, οἱ ἐλ­πί­δες, ἡ ἐμ­πι­στο­σύ­νη καὶ ὁ συ­ναι­σθη­μα­τι­κὸς χάρ­της ὁ­λό­κλη­ρης τῆς ἀν­θρω­πό­τη­τας. Ἡ ἀν­θρω­πό­τη­τα ἔ­χει ἀλ­λά­ξει διὰ παν­τός. Τρό­μος, ἐ­πι­θέ­σεις καὶ ἀ­πει­λὲς παν­τοῦ. Πό­λε­μοι, ἱ­ε­ροὶ καὶ μή, ἀ­πὸ φα­να­τι­σμὸ ἢ γιὰ ἐκ­δί­κη­ση.

        Δὲν ἐμ­πι­στεύ­ο­μαι πιὰ κα­νέ­ναν καὶ κα­νεὶς δὲν ἐμ­πι­στεύ­ε­ται ἐ­μέ­να οὔ­τε καὶ θὰ μὲ ἐμ­πι­στευ­τεῖ πο­τέ. Ὅ­λοι με­τα­τρα­πή­κα­με σὲ πι­θα­νοὺς ὑ­πό­πτους καὶ ἐν­δε­χό­με­νους φα­να­τι­κούς. Τὰ παι­διὰ δὲν εἶ­ναι πιὰ τὰ ἴ­δια, δὲν κά­νουν ὄ­νει­ρα οὔ­τε παί­ζουν ὅ­πως πα­λιά.

        Ὅ­μως δὲν ἦ­ταν ὄ­νει­ρο. Εἶ­χα ξα­πλώ­σει στὸν κα­να­πὲ τοῦ σα­λο­νιοῦ καί, ἀ­νοί­γον­τας τὰ μά­τια, ἀν­τί­κρι­σα στὶς εἰ­δή­σεις εἰ­κό­νες φρι­κα­λέ­ες. Νό­μι­ζα πὼς ὀ­νει­ρευ­ό­μουν, ἀλ­λὰ δὲν ἦ­ταν ἀ­λή­θεια. Μό­λις εἶ­χαν ἐ­πι­τε­θεῖ στοὺς Δί­δυ­μους Πύρ­γους τῆς Νέ­ας Ὑ­όρ­κης.

        Ἀ­κό­μη δὲν εἶ­μαι σί­γου­ρη ἂν ἦ­ταν ἀ­λή­θεια ἢ ἂν εἶ­χα πα­ραι­σθή­σεις. Δὲν εἶ­μαι σί­γου­ρη ὅ­τι ἡ ὠ­μὴ πραγ­μα­τι­κό­τη­τα δὲν ἔ­γι­νε ἕ­να μὲ τὸ με­ση­με­ρια­νό μου ἐ­φιά­λτη.


Bonsai-03c-GiaIstologio-04


Πη­γή: Πρώ­τη δη­μο­σί­ευ­ση.

Ἀ­πὸ τὸ ἀ­φι­έ­ρω­μα τοῦ ἰ­στο­λο­γί­ου Πλα­νό­διον – Ἱ­στο­ρί­ες Μπον­ζά­ι καὶ τῆς μη­νια­ίας ἐ­πι­θε­ώ­ρη­σης τοῦ βι­βλί­ου Books’ Journal γιὰ τὰ δε­κα­πέν­τε χρό­νια ἀ­πὸ τὴν ἐ­πί­θε­ση (11-09-2001) στοὺς Δί­δυ­μους Πύρ­γους τῆς Νέ­ας Ὑ­όρ­κης, μὲ τί­τλο «Μπον­ζά­ι γιὰ τὸ Ση­μεῖ­ο Μη­δέν», ποὺ ἐ­πι­με­λή­θη­καν ὁ Βα­σί­λης Μα­νου­σά­κης, ἡ Ἠ­ρὼ Νι­κο­πού­λου καὶ ἡ Ἔ­λε­να Σταγ­κου­ρά­κη.

 

Μπουσ­ρα­ὴλ Ἐσ­τσά­ου­ι (Bouchrail Echchaoui) (Ἀλ­κα­σαρ­κιμ­πίρ, Μα­ρό­κο, 1974). Ποί­η­ση, ἀρ­θρο­γρα­φί­α, πλα­στι­κὲς τέ­χνες. Σπού­δα­σε βι­ο­λο­γί­α στὴν Τυ­νη­σί­α. Γρά­φει ποί­η­ση στὰ ἀ­ρα­βι­κὰ καὶ στὰ ἱ­σπα­νι­κά. Ποί­η­ση καὶ ἄρ­θρα της ἔ­χουν δη­μο­σι­ευ­τεῖ στὸν ἔν­τυ­πο καὶ δι­α­δι­κτυα­κὸ Τύ­πο σὲ ἐ­θνι­κὸ καὶ δι­ε­θνὲς ἐ­πί­πε­δο. Εἶ­ναι μέ­λος δι­ά­φο­ρων πο­λι­τι­στι­κῶν καὶ ἀν­θρω­πι­στι­κῶν συλ­λό­γων καὶ ὀρ­γα­νι­σμῶν.

Με­τά­φρα­ση ἀπὸ τὰ ἰσπανικά:

Ἕ­λε­να Σταγ­κου­ρά­κη (Χα­νιά, 1984). Με­τά­φρα­ση. Με­τα­φρά­ζει ἀ­πὸ καὶ πρὸς τὰ γερ­μα­νι­κά, τὰ ἱ­σπα­νι­κά, τὰ ἀγ­γλι­κὰ καὶ τὰ ἑλ­λη­νι­κά. Σπού­δα­σε με­τά­φρα­ση στὸ Ἰ­ό­νιο Πα­νε­πι­στή­μιο κι ἔ­χει ὁ­λο­κλη­ρώ­σει με­τα­πτυ­χια­κὲς σπου­δὲς μὲ ὑ­πο­τρο­φί­α τοῦ γερ­μα­νι­κοῦ κρά­τους στὴ Χα­ϊ­δελ­βέρ­γη.


 

Advertisements

Χάινριχ Μπαίλ (Heinrich Böll): Γερμανικὲς οὐτοπίες Νο 2


Böll,Heinrich-GermanikesOutopiesNo2(HelmutGrieshaber)-Eikona-0


Χά­ιν­ριχ Μπαίλ (Heinrich Böll)


Γερ­μα­νι­κὲς οὐ­το­πί­ες Νο 2

για τον Γκρή­σχάμ­περ

(Deutsche Utopien II

für Grieshaber)

 

1. Ὁ Κόπ­πικ δι­ο­ρί­ζε­ται ὁ­μο­σπον­δια­κὸς καὶ ὁ Χὸρστ Μά­λερ το­πι­κὸς ὑ­πουρ­γὸς ἐ­σω­τε­ρι­κῶν τῆς Βό­ρειας Ρη­να­νί­ας-Βε­στφα­λί­ας. Ὁ Ρούν­τι Ντοῦ­τσκε δι­ο­ρί­ζε­ται μὲ τὴ σει­ρὰ του ὑ­φυ­πουρ­γὸς ὑ­πὸ τὸν Μά­λερ, πα­ρὰ τὴ δι­α­φω­νί­α τοῦ ἀρ­χη­γοῦ τῆς ἀν­τι­πο­λί­τευ­σης, Ρά­ου, γιὰ τὰ μέ­τρα τοῦ ὁ­ποί­ου ὁ Ντοῦ­τσκε εἶ­ναι ὑ­περ­βο­λι­κὰ συν­τη­ρη­τι­κός. Κόπ­πικ καὶ Μά­λερ ἱ­δρύ­ουν ἀ­πὸ κοι­νοῦ μιὰ ὁ­μά­δα ἐρ­γα­σί­ας, ἡ ὁ­ποί­α εἰ­σέρ­χε­ται στὴν ὁ­μο­σπον­δια­κὴ ρε­πουμ­πλι­κα­νι­κὴ δη­μο­σι­ο­γρα­φί­α μὲ τὴν ὀ­νο­μα­σί­α «Ὁ­μά­δα δι­α­τά­σε­ων». Κά­ποι­οι —βι­α­στι­κὰ ψη­φι­σμέ­νοι— νό­μοι ἀ­πε­δεί­χθη­σαν ὑ­πὲρ τὸ δέ­ον ἐ­λα­στι­κοί. Ἕ­να εἶ­δος δι­α­τα­τι­κοῦ πυ­ρε­τοῦ κα­τα­λαμ­βά­νει τὴ νο­μο­θε­τι­κὴ ἐ­ξου­σί­α: ὁ νό­μος πε­ρὶ συν­τά­ξε­ων, ἡ «πα­ρά­γρα­φος πε­ρὶ βί­ας», τὸ βού­λευ­μα γιὰ τὸν πρω­θυ­πουρ­γὸ (κοι­νῶς: ἀ­παλ­λα­γὴ τῶν ρι­ζο­σπα­στι­κῶν), τὰ πάν­τα τεν­τώ­νον­ται, τα­νύ­ζον­ται, τρα­βι­οῦν­ται. Στὴ Βαυ­α­ρί­α ὁ­λο­έ­να δυ­να­μώ­νουν οἱ φω­νὲς ποὺ ἀ­παι­τοῦν τὸ δι­ο­ρι­σμὸ δα­σκά­λων μαρ­ξι­στι­κῶν πε­ποι­θή­σε­ων, ἐ­νῶ σὲ ἄλ­λα ὁ­μο­σπον­δια­κὰ κρα­τί­δια (βλέ­πε Ἔσ­ση), οἱ πο­λί­τες δι­εκ­δι­κοῦν ἀν­τὶ γιὰ χρι­στι­α­νο­δη­μο­κρά­τες, ἁ­πλῶς χρι­στια­νοὺς δα­σκά­λους καὶ δα­σκά­λες. Ὁ «Γερ­μα­να­ρᾶς» ἐ­ξα­φα­νί­στη­κε ἀ­πὸ τὸ δι­ε­θνῆ Τύ­πο καὶ ἡ ὁ­μο­σπον­δια­κὴ δη­μο­κρα­τί­α παί­ζει τώ­ρα τὸ ρό­λο «ἀ­να­τέλ­λου­σας» χώ­ρας.


2. Τὰ ἐρ­γο­στά­σια ἀ­το­μι­κῆς ἐ­νέρ­γειας, με­τὰ τὴν ἀ­πο­μά­κρυν­ση ὅ­λων τῶν ἐ­πι­κίν­δυ­νων πυ­ρή­νων, θὰ δο­θοῦν στὸ κοι­νὸ ὡς «τε­ρα­τουρ­γή­μα­τα μιᾶς στρε­βλω­μέ­νης ἀ­να­πτυ­ξια­κῆς ἰ­δε­ο­λο­γί­ας» πρὸς ἐ­πί­σκε­ψη, οἰ­κο­δό­μη­ση σχο­λεί­ων κλπ. Οἱ πο­λί­τες πα­ρο­τρύ­νον­ται νὰ συμ­βά­λουν στὸ χρω­μα­τι­κὸ καλ­λω­πι­σμὸ τῶν τσι­μεν­τέ­νι­ων ὄγ­κων, ἐ­νῶ τὰ ὑ­πουρ­γεῖ­α οἰ­κο­νο­μι­κῶν, ἐ­πι­στη­μῶν καὶ πο­λι­τι­σμοῦ τσα­κώ­νον­ται με­τα­ξύ τους γιὰ τὴ χρη­μα­το­δό­τη­ση τοῦ ἔρ­γου. Κα­τα­λή­γουν σὲ συμ­βι­βα­σμὸ 40-40-20 ὑ­πὲρ τοῦ ὑ­πουρ­γεί­ου πο­λι­τι­σμοῦ. Τὰ τε­ρα­τουρ­γή­μα­τα θὰ συ­νι­στοῦν ἀ­γα­πη­μέ­νο προ­ο­ρι­σμὸ ἐκ­δρο­μῶν, ἀ­φοῦ ἐμ­πλου­τι­στοῦν μὲ καν­τί­νες καὶ χώ­ρους γιὰ πὶκ-νίκ.


3. Ἀ­φό­του ἡ ἐ­ξέ­τα­ση συ­νεί­δη­σης γιὰ τοὺς ἀ­νυ­πό­τα­κτους θε­σπί­στη­κε, κα­ταρ­γή­θη­κε, ξα­να­θε­σπί­στη­κε καὶ ξα­να­κα­ταρ­γή­θη­κε, θε­σπί­ζε­ται τώ­ρα ἐκ νέ­ου, κα­θὼς ἀ­πε­δεί­χθη ὅ­τι οἱ τά­ξεις τοῦ στρα­τοῦ δὲν ἐ­πω­φε­λή­θη­καν ἀ­πὸ τὴν ἐ­πι­μέ­νου­σα ἀ­νερ­γί­α. Ὁ πά­λαι πο­τὲ στρα­το­λο­γι­κὸς εἰ­δή­μων, Βόρ­νερ, κα­ταγ­γέλ­λει τοὺς «ἀ­νυ­πε­ρά­σπι­στους νέ­ους», γιὰ νὰ ἀ­να­κα­λέ­σει ἐν συ­νέ­χεια, δι­και­ο­λο­γού­με­νος ὅ­τι ἐν­νο­οῦ­σε τοὺς «ἀ­πρό­θυ­μους νὰ ὑ­πε­ρα­σπι­στοῦν νέ­ους». Στὴν Ὀλ­λαν­δί­α ἡ ἐ­ξέ­τα­ση συ­νεί­δη­σης θε­σπί­στη­κε γιὰ τοὺς πρό­θυ­μους νὰ κα­τα­τα­γοῦν καὶ νὰ ὑ­πη­ρε­τή­σουν, εἰ­δι­κὰ με­τὰ τὴν πε­ρί­πτω­ση ποὺ πρώ­ην ἀ­νυ­πό­τα­κτος δι­ο­ρί­στη­κε ὑ­πουρ­γὸς ἀ­μύ­νης.


4. Ὁ πά­λαι πο­τὲ ἀρ­χη­γὸς τῆς ἀν­τι­πο­λί­τευ­σης, Χέλ­μουτ Κόλ, συγ­γρά­φει μυ­θι­στό­ρη­μα πε­ρὶ πο­λι­τι­κῆς καὶ πο­λι­τι­κῶν. Ζη­τή­μα­τα ἀ­πο­στα­σι­ο­ποί­η­σης ἀ­πει­λοῦν νὰ τὸν ἐ­ξον­τώ­σουν καὶ οἱ νο­μεν­κλα­τοῦ­ρες τὸν προ­βλη­μα­τί­ζουν. Ἀ­φή­νε­ται λοι­πὸν στὰ ἔμ­πει­ρα χέ­ρια ἑ­νὸς συγ­γρα­φέ­α, ὁ ὁ­ποῖ­ος τὸν συμ­βου­λεύ­ει ὅ­τι εἶ­ναι ἀ­δό­κι­μο νὰ γρά­φει ὅ­που λά­θος πά­θος, ὅ­που μέ­γα αἴ­γα, ὅ­που νό­μος δρό­μος, ὅ­που φθί­νει πί­νει, ὅ­που ὄ­φε­λος ὀ­φει­λὴ ἢ —πρὸς θε­οῦ! — ὅ­που κρά­τος πα­ρα­κρά­τος. Ἡ σύν­δε­ση ὅ­ρων μέ­σῳ τῆς ὁ­μοι­ό­τη­τας τῆς ὀ­νο­μα­σί­ας τους εἶ­ναι ἀ­να­ξι­ό­λο­γη. Ἀν­τι­θέ­τως, ὁ χα­ρα­κτη­ρι­σμὸς εἶ­ναι ἀ­πο­φα­σι­στι­κῆς ση­μα­σί­ας. Ἡ δὲ ἀλ­λα­γὴ φύ­λου συ­νι­στᾶ­ται. Ἔ­τσι, γιὰ πα­ρά­δειγ­μα, μπο­ρεῖ νὰ χρη­σι­μομ­ποι­η­θεῖ γιὰ τὸν Βάλ­τερ Σὲλ τοῦ Ἐ­λεύ­θε­ρου Δη­μο­κρα­τι­κοῦ Κόμ­μα­τος ἕ­νας γυ­ναι­κεῖ­ος χα­ρα­κτή­ρας μὲ τὸ ὄ­νο­μα Κυ­ρί­α Ντά­λο­γου­ε­η, ἐ­νῶ γιὰ τὸν Βίλ­λυ Μπρὰντ τοῦ Σο­σι­αλ­δη­μο­κρα­τι­κοῦ Κόμ­μα­τος ἐ­πί­σης γυ­ναι­κεῖ­ος χα­ρα­κτή­ρας, ὀ­νό­μα­τι Μαν­τὰμ Μπω­βα­ρύ. Θὰ δι­α­βά­ζουν Πρου­στ, θὰ πραγ­μα­το­ποι­οῦν πε­ρι­πά­τους σὲ νε­κρο­τα­φεῖ­α, θὰ φτιά­χνουν καὶ θὰ κα­τα­στρέ­φουν ὀ­νό­μα­τα. Ἀν­τι­θέ­τως, γιὰ λό­γους ἀ­πο­στα­σι­ο­ποί­η­σης, συ­νι­στᾶ­ται νὰ χρη­σι­μο­ποι­η­θεῖ τὸ ὄ­νο­μα Σμὶτ γιὰ τὸν Χέλ­μουτ Σμὶτ (ὁ Κὸλ εἶ­χε ἐ­πι­λέ­ξει τὴν πα­ρα­φθο­ρὰ Σμίτς!). Καὶ οἱ θρη­σκευ­τι­κὲς πε­ποι­θή­σεις κα­θε­νὸς ὀ­φεί­λουν νὰ ἀλ­λά­ξουν: ὁ Σμὶτ καὶ ὁ Κάρ­στενς πρέ­πει νὰ γί­νουν Κα­θο­λι­κοί, ὁ Στρά­ους —γιὰ τὸν ὁ­ποῖ­ο συμ­φω­νή­θη­κε τὸ ψευ­δώ­νυ­μο Κρούσ­μπουλ— Προ­τε­στάν­της, ὁ Βέ­νερ —προ­τει­νό­με­νο ψευ­δώ­νυ­μο Τρό­σπελ— Ρε­φορ­μι­στής. Τὸ μυ­θι­στό­ρη­μα θὰ ἔ­χει Happy End, ὅ­λα τα ἐμ­πλε­κό­με­να πρό­σω­πα —ἀ­κό­μη καὶ ὡς πο­λι­τι­κοὶ ἀν­τι­πα­λοι— θὰ φι­λι­ώ­νουν καὶ θὰ τρα­γου­δοῦν ὅ­λοι μα­ζὶ μὲ μιὰ φω­νὴ σὲ μιὰ τα­βέρ­να: «Καὶ ὅ­λοι ἄ­πι­στοι νὰ γί­νουν, μέ­νω ἐ­γὼ μό­νο πι­στός.»


5. Ὁ Ντρέ­κερ, ἀ­κό­μη (ἢ πά­λι) ἀρ­χη­γὸς τῆς ἀν­τι­πο­λί­τευ­σης στὴν Ἔσ­ση, προ­τεί­νει νὰ με­το­νο­μα­στεῖ τὸ Πα­νε­πι­στή­μιο τῆς Φραν­κφούρ­της σὲ Πα­νε­πι­στή­μιο Ρό­ζα Λού­ξεν­μπουργκ. Κα­τη­γο­ρεῖ τοὺς Σο­σι­αλ­δη­μο­κρά­τες, οἱ ὁ­ποῖ­οι ἀ­πέρ­ρι­ψαν τὴν πρό­τα­σή του, γιὰ προ­δο­σί­α κα­τὰ τοῦ Μαρ­ξι­σμοῦ. Σκαν­δα­λώ­δεις οἱ δι­ε­νέ­ξεις ποὺ ἀ­κο­λού­θη­σαν στὸ κοι­νο­βού­λιο τοῦ Βήσ­μπάν­τεν.


6. Ὁ Κλά­ους Στά­εκ ἔ­χει εἰ­δι­κευ­τεῖ ἐξ ὁ­λο­κλή­ρου καὶ κα­θ’ ὁ­λο­κλη­ρί­αν σὲ ἕ­να ἀν­τι­κεί­με­νο, στὴν ἐ­ξέ­τα­ση τοῦ ὁ­ποί­ου κα­τόρ­θω­σε νὰ τὸν μυ­ή­σει ὁ Γκρή­σχάμ­περ: κα­τα­γί­νε­ται ἀ­πο­κλει­στι­κὰ μὲ τὶς Μαν­τό­νες καὶ φέ­ρει σχε­δὸν τὴν ἰ­δι­ό­τη­τα τοῦ Μαν­το­νο­λό­γου —κά­ποι­οι μά­λι­στα τὸν θε­ω­ροῦν Ἀρ­χι­μαν­το­νο­λό­γο! —. Εἰ­σχω­ρεῖ στὶς τά­ξεις τῶν Φραγ­κι­σκα­νῶν μο­να­χῶν, τὸ ρά­σο τοῦ κά­νει καὶ μά­λι­στα τοῦ πη­γαί­νει τρέ­λα. Σὲ ἁ­πλο­ϊ­κὸ κε­λί, μὲ ἁ­πλο­ϊ­κὸ φαΐ, ἀ­φο­σι­ώ­νε­ται ὁ­λο­κλη­ρω­τι­κὰ στὴ με­γί­στη Μά­να ποὺ ὣς τό­τε ὁ­λο­κλη­ρω­τι­κὰ τὴν πα­ρα­γνώ­ρι­ζε, προ­σπα­θών­τας τώ­ρα νὰ κα­τα­τά­ξει τὶς ἀ­πει­κο­νί­σεις της σὲ ἕ­να κοι­νω­νι­κὸ-ἱ­στο­ρι­κὸ-αἰ­σθη­τι­κὸ σύ­στη­μα. Ὁ Γκρή­σχάμ­περ, στὸν ὁ­ποῖ­ο τὸ ρά­σο κα­θό­λου δὲν ταί­ρια­ζε (πα­ραέ­μοια­ζε ἀ­λη­θι­νὸς μέ­σα σὲ αὐ­τό), τὸν ἔ­πει­σε νὰ πραγ­μα­το­ποι­ή­σουν ἕ­να τα­ξί­δι ὡς προ­σκυ­νη­τὲς τῆς Μαν­τό­νας τῆς Κλου­ξαμ­πού­κα, στὴν ὁ­ποί­α ὁ ἴ­διος ὑ­πέ­θε­τε τὴν ἀ­πει­κό­νι­ση τῆς Μαν­τό­νας τοῦ προ­λε­τα­ριά­του. Στὴν Κλου­ξαμ­πού­κα συμ­βαί­νει κά­τι, τὸ ὁ­ποῖ­ο φέρ­νει τὸν Στά­εκ σὲ δύ­σκο­λη θέ­ση, προ­κα­λεῖ ὅ­μως τὸ θρι­αμ­βευ­τι­κὸ γέ­λιο τοῦ Γκρή­σχάμ­περ: ἕ­να θαῦ­μα στὸν Στά­εκ! Συ­νέ­βη αὐ­τὸ ποὺ δὲν κα­τόρ­θω­σαν νὰ ἐ­πι­τύ­χουν τὸ ρά­σο καὶ οἱ τό­σες Μαν­τό­νες: Ὁ Στά­εκ ἔ­γι­νε Κα­θο­λι­κός. Ἀν­τι­θέ­τως, ὁ Γκρή­σχάμ­περ, πα­ρὰ τὸ θαῦ­μα, πα­ρα­μέ­νει πει­σμα­τι­κὰ Προ­τε­στάν­της. Ἀ­πὸ κοι­νοῦ στέλ­νουν τη­λε­γρά­φη­μα στὸν Μπό­ις καὶ τὴν ἐ­φη­με­ρί­δα «Ἑρ­μῆς τῆς Βαυ­α­ρί­ας»: «Σ. ΠΡΟ­ΣΗ­ΛΥ­ΤΙ­ΣΤΗ­ΚΕ. ΜΑΡΤΥΡΑΣ: ΓΚ.» Στὴ ρε­πουμ­πλι­κα­νι­κὴ σκη­νὴ ὁ­λό­κλη­ρής τῆς Ὁ­μο­σπον­δια­κῆς Δη­μο­κρα­τί­ας ξε­σπά­ει σύγ­χυ­ση ἄ­νευ προ­η­γου­μέ­νου.


Bonsai-03c-GiaIstologio-04


Πη­γή: Du fährst zu oft nach Heidelberg und andere Erzählungen, dtv, München, 2004.

Χά­ιν­ριχ Μπαίλ (Heinrich Böll· Κο­λω­νί­α, 21 Δε­κεμ­βρί­ου 1917 – Κρό­ι­τσα­ου-Λάγ­κεν­μπροχ, 16 Ἰ­ου­λί­ου 1985). Ἀ­πὸ οἰ­κο­γέ­νεια ἀ­στῶν κα­θο­λι­κῶν, με­γά­λω­σε μὲ φι­λε­λεύ­θε­ρες ἰ­δέ­ες κι ἔ­μα­θε νὰ μι­σεῖ τὸ να­ζι­σμό. Τὸ 1938 ἀ­ναγ­κά­στη­κε νὰ δι­α­κό­ψει τὶς σπου­δές του στὸ πα­νε­πι­στή­μιο γιὰ νὰ κα­τα­τα­γεῖ στὸν στρα­τό. Κα­τὰ τὸν Β΄ Παγ­κό­σμιο Πό­λε­μο ὑ­πη­ρέ­τη­σε σὲ δι­ά­φο­ρα μέ­τω­πα, ἀ­πὸ τὴ Γαλ­λί­α ὣς τὴ Σο­βι­ε­τι­κὴ Ἕ­νω­ση, ὥ­σπου τὸν συ­νέ­λα­βαν αἰχ­μά­λω­το οἱ Ἀ­με­ρι­κα­νοί. Λό­γῳ κρυ­ο­πα­γη­μά­των ἔ­χα­σε τὰ δά­χτυ­λα τῶν πο­δι­ῶν του μὲ ἀ­πο­τέ­λε­σμα νὰ τα­λα­νί­ζε­ται σὲ ὅ­λη του τὴ ζω­ὴ στὰ νο­σο­κο­μεῖ­α. Τὸ 1945 ἐ­πέ­στρε­ψε στὴν Κο­λω­νί­α καὶ σύν­το­μα κα­θι­ε­ρώ­θη­κε ὡς ἕ­νας ἀ­πὸ τοὺς με­γα­λύ­τε­ρους συγ­γρα­φεῖς τῆς με­τα­πο­λε­μι­κῆς γε­νιᾶς καὶ ἀ­να­γνω­ρί­στη­κε ὡς μιὰ ἀ­πὸ τὶς φω­νὲς συ­νεί­δη­σης καὶ τοὺς ὀ­ξυ­δερ­κέ­στε­ρους πα­ρα­τη­ρη­τὲς τῆς γερ­μα­νι­κῆς κοι­νω­νί­ας. Οἱ πρῶ­τες του νου­βέ­λες, Τὸ τρέ­νο ἦρ­θε στὴν ὥ­ρα του καὶ Ἀ­δάμ, ποῦ ἤ­σουν; μι­λοῦν γιὰ τὴν ἀ­πελ­πι­σί­α τῶν ἀν­θρώ­πων ποὺ ἔ­χουν ἐμ­πλα­κεῖ στὸν πό­λε­μο. Τὰ με­τα­γε­νέ­στε­ρα ἔρ­γα του, ὅ­πως τὸ Γνω­ρι­μί­α μὲ τὴ νύ­χτα καὶ Τὸ ἀ­φύ­λα­χτο σπί­τι, μι­λοῦν γιὰ τὸ ἠ­θι­κὸ κε­νὸ πί­σω ἀ­πὸ τὸ “οἰ­κο­νο­μι­κὸ θαῦ­μα” τῆς με­τα­πο­λε­μι­κῆς Γερ­μα­νί­ας, ἐ­νῶ Τὸ ψω­μὶ τῶν πρώ­των χρό­νων ἀ­πει­κο­νί­ζει τὴ φτώ­χεια, τὸ ζό­φο καὶ τὴν πεί­να τῶν πρώ­των με­τα­πο­λε­μι­κῶν χρό­νων. Ἄλ­λα ση­μαν­τι­κὰ ἔρ­γα του εἶ­ναι: Οἱ ἀ­πό­ψεις ἑ­νὸς κλό­ουν, Ὁ­μα­δι­κὸ πορ­τραῖ­το μὲ μί­α κυ­ρί­α, Ἡ χα­μέ­νη τι­μὴ τῆς Κα­τε­ρί­νας Μπλούμ, Γυ­ναῖ­κες σὲ το­πί­ο μὲ πο­τά­μι. Πο­λέ­μιος τοῦ ΝΑΤΟ ἀλ­λὰ καὶ τοῦ σο­βι­ε­τι­κοῦ κα­θε­στῶ­τος, σο­σι­αλ­δη­μο­κρά­της καὶ εἰ­ρη­νι­στής, ἐ­πέ­συ­ρε δρι­μύ­τα­τες ἐ­πι­κρί­σεις ἀ­πὸ τοὺς συν­τη­ρη­τι­κοὺς κύ­κλους, οἱ ὁ­ποῖ­ες δὲν κάμ­φθη­καν οὔ­τε ὅ­ταν τι­μή­θη­κε μὲ τὸ βρα­βεῖ­ο Νόμ­πελ Λο­γο­τε­χνί­ας, τὸ 1972. (Πη­γή: http://www.perizitito.gr )

Με­τά­φρα­ση ἀ­πὸ τὰ γερ­μα­νι­κά: 

Ἕ­λε­να Σταγ­κου­ρά­κη (Χα­νιά, 1984): Με­τα­φρά­στρια καὶ κρι­τι­κὸς θε­ά­τρου, ἐκ­πρό­σω­πος τοῦ Δι­ε­θνοῦς Κι­νή­μα­τος Ποι­η­τρι­ῶν γιὰ τὴν κα­τα­πο­λέ­μη­ση τῆς βί­ας κα­τὰ τῶν γυ­ναι­κῶν. Σπού­δα­σε με­τά­φρα­ση στὸ Ἰ­ό­νιο Πα­νε­πι­στή­μιο καὶ ὁ­λο­κλή­ρω­σε με­τα­πτυ­χια­κὲς σπου­δὲς μὲ ὑ­πο­τρο­φί­α τοῦ γερ­μα­νι­κοῦ κρά­τους στὴ Χα­ϊλ­δελ­βέρ­γη τῆς Γερ­μα­νί­ας. Με­τα­φρά­ζει ἀ­πὸ τὰ ἀγ­γλι­κά, τὰ γερ­μα­νι­κὰ καὶ τὰ ἱ­σπα­νι­κά.

Εἰ­κό­να: Ὁ δρό­μος πρὸς τὸν Γολ­γο­θᾶ (1967). Ἔρ­γο τοῦ γερ­μα­νοῦ χα­ρά­κτη Χέλ­μουτ Γρή­σχάμ­περ (1909-1981), ἀν­τι­φα­σί­στα, εἰ­ρη­νι­στῆ καὶ πο­λι­τι­κοῦ ἀ­κτι­βι­στῆ.



		

	

Χά­ιν­ριχ Μπαίλ (Heinrich Böll): Γερ­μα­νι­κὲς οὐ­το­πί­ες Νο 1


 Gollwitzer, Prof. Dr. Helmut Einer der bekanntesten evangelischen Theologen Deutschlands, Helmut Gollwitzer, ist am Sonntag, 17.10.93, im Alter von 84 Jahren in Berlin an den Folgen eines Schlaganfalles gestorben. Der am 29.12.1908 als Sohn eines Pfarrers im bayerischen Pappenheim geborene Gollwitzer trat 1936 der Bekennenden Kirche bei, wandte sich während der Nazi-Diktatur öffentlich gegen die Ver folgung der Juden und galt nach 1945 als streitbarer Kämpfer im Dienste der Friedensbewegung.Foto: Auf einer Friedensdemonstration während des Kirchentages 1983 in Hannover.

Χά­ιν­ριχ Μπαίλ (Heinrich Böll)


Γερ­μα­νι­κὲς οὐ­το­πί­ες Νο 1

γιὰ τὸν Χέλ­μουτ Γκόλ­βί­τσερ, τὸν ἀ­κα­τα­πό­νη­το

(Deutsche Utopien I

für Helmut

Gollwitzer, den Unermüdlichen)


 

1. Ο ΓΚΟΥΝΤΕΡ ΓΚΡΑΣ, προ­σκε­κλη­μέ­νος τῆς οἰ­κο­γέ­νειας Στρά­ους γιὰ κα­φέ, πα­ρα­δί­δει τὴ σκυ­τά­λη τοῦ φι­λο­ξε­νού­με­νου στὸν Ρούν­τι Ντοῦ­τσκε. Ἡ κυ­ρί­α, ὁ κύ­ριος, καὶ τὰ τέ­κνα τῆς οἰ­κί­ας Στρά­ους φω­νά­ζουν στὸν ἀ­περ­χό­με­νο Γκρὰς καὶ τὸν προ­σερ­χό­με­νο Ντοῦ­τσκε: «Νί­κη­σε ὁ Σο­σι­α­λι­σμός!» «Ὄ­χι ὁ Σο­σι­α­λι­σμός», τοὺς δι­ορ­θώ­νει ὁ Ντοῦ­τσκε, «ἀλ­λὰ ἕ­νας Σο­σι­α­λι­σμός». Ἀ­κο­λου­θοῦν ἀγ­κα­λι­ά­σμα­τα, δά­κρυ­α, ἄ­φθο­νος κα­φὲς κι ἀ­σύγ­κρι­τη θαλ­πω­ρὴ τὴ στιγ­μὴ ποὺ ὁ Ντοῦ­τσκε ἁρ­πά­ζει μὲ τὸ χέ­ρι ἀ­πο­φα­σι­στι­κὰ τὸ φρέ­σκο γλύ­κι­σμα ποὺ ἀρ­νι­ό­ταν νὰ ὑ­πα­κού­σει στὸ κου­τα­λά­κι τοῦ γλυ­κοῦ. Οἱ υἱ­οὶ Στρά­ους ρω­τοῦν νὰ μά­θουν γιὰ τὸν Χο­ζέ­α Τσέ. Στὸ δι­πλα­νὸ δω­μά­τιο πε­ρι­μέ­νουν ντρο­πα­λὰ —μὲ δέ­ος σχε­δόν— ὁ Τάν­τλερ, ὁ Κὴσλ καὶ ὁ Σπράγ­κερ. Μό­λις συ­νέ­τα­ξαν ἕ­να φυλ­λά­διο ποὺ ξε­σκε­πά­ζει τὸν Λά­τμανν: πα­ρα­βά­της τοῦ νό­μου! Πε­ρι­μέ­νουν κα­τ’ ἐ­πέ­κτα­ση τὸν ἔ­παι­νο, ἕ­να κά­ποι­ο εἶ­δος τέ­λος πάν­των ἀ­να­γνώ­ρι­σης, καὶ ἂς εἶ­ναι μό­νο ἕ­να φι­λι­κὸ χτύ­πη­μα στὴν πλά­τη. Θὰ ἤ­θε­λαν τό­σο πο­λὺ νὰ γί­νουν μέ­ρος αὐ­τῆς τῆς τό­σο ἐγ­κάρ­διας ὁ­μή­γυ­ρης. Ὁ Ντοῦ­τσκε, συγ­κι­νη­μέ­νος ἀ­πὸ τὸ σε­βα­σμὸ πρὸς τὸ πρό­σω­πό του, τοὺς ἐ­πι­τρέ­πει τὴν εἴ­σο­δο. Ὁ Τάν­τλερ ξε­σπά­ει σὲ κλά­μα­τα, ἐ­νῶ οἱ Κὴσλ καὶ Σπράγ­κερ ἀρ­κοῦν­ται σὲ μά­τια ὑ­γρά.

 


2. Στὸ πλαί­σιο τοῦ νέ­ου ἀν­τι­τρο­μο­κρα­τι­κοῦ νό­μου, θὰ δη­μι­ουρ­γη­θεῖ μιὰ νέ­α ὑ­πη­ρε­σί­α, ἡ ὁ­ποί­α θὰ λά­βει τὴν ὀ­νο­μα­σί­α «Ἔμ­βιο θερ­μό­με­τρο ‘ὑ­πο­δεί­ξε­ω­ν’». Στό­χος τῆς νέ­ας αὐ­τῆς ὑ­πη­ρε­σί­ας θὰ εἶ­ναι ἡ ἀ­πο­φυ­γὴ νὰ κα­τα­λή­γουν καυ­τὲς ὑ­πο­δεί­ξεις στὶς ψυ­χρὲς λί­στες τῶν ἀ­ζή­τη­των. Ἔ­τσι, ἀ­νὰ ὑ­πό­δει­ξη ἢ ἀ­νώ­νυ­μο τη­λε­φώ­νη­μα θὰ συν­δέ­ον­ται στὴ γραμ­μὴ συγ­χρο­νι­κὰ δέ­κα ψυ­χο­λό­γοι καὶ ἀ­κου­στο­λό­γοι, τῶν ὁ­ποί­ων μέ­λη­μα θὰ εἶ­ναι νὰ ἀ­πο­φαν­θοῦν ἂν ἡ ἐν λό­γῳ ὑ­πό­δει­ξη μπο­ρεῖ νὰ θε­ω­ρη­θεῖ καυ­τὴ ἢ ὄ­χι. Τὸ ἐν­δε­χό­με­νο νὰ κα­τα­λή­ξουν ψυ­χρὲς ὑ­πο­δεί­ξεις σὲ καυ­τὲς λί­στες πα­ρα­βλέ­πε­ται ὡς «ἄ­σχε­το».


 

3. Ἀ­κό­μη καὶ στὸν γλωσ­σι­κῶς δει­νό­τε­ρο τῶν ἐκ­φω­νη­τῶν, σχο­λια­στῶν καὶ συν­το­νι­στῶν παίρ­νει κάμ­πο­ση ὥ­ρα ὥ­σπου νὰ συ­νη­θί­σει τὴ λέ­ξη Ἑ­τε­ρο­πτε­ρο­κρα­τί­α. Ἀ­πὸ τό­τε ποὺ ὑ­φί­στα­ται ὁ σχε­τι­κὸς νό­μος πε­ρὶ κα­τάρ­γη­σης τῆς ἰ­δι­ω­τι­κῆς σφαί­ρας, ὁ­πό­τε κα­θέ­νας μπο­ρεῖ —μά­λι­στα ὀ­φεί­λει— νὰ σπι­ου­νεύ­ει τὸν ἄλ­λο, ὀ­ξεί­α πλή­ξη προ­σέ­βα­λε τοὺς πο­λί­τες ἀ­νὰ τὴν ἐ­πι­κρά­τεια. Ἀ­κό­μη καὶ ἡ πα­ρα­κο­λού­θη­ση τῆς ἰ­δι­ω­τι­κό­τε­ρης ἰ­δι­ω­τι­κῆς ζω­ῆς τοῦ ἄλ­λου προ­κα­λεῖ χα­σμου­ρη­τό. Γι’ αὐ­τὸ καὶ οἱ πο­λί­τες πέ­ρα­σαν στὸ στά­διο τῆς πα­ρα­κο­λού­θη­σης τοῦ ἑ­αυ­τοῦ τους: εἰ­σή­χθη ἔ­τσι τὸ Ἔ­σω-Ἐ­τε­ρό­πτε­ρο, τὸ ὁ­ποῖ­ο στὸ στό­μα τοῦ κο­σμά­κη ἐκ­φυ­λί­ζε­ται σὲ Ψυ­χο-Ἑ­λι­κό­πτε­ρο. Ἡ σπι­ου­νευ­τι­κὴ κα­τὰ τοῦ ἐ­αυ­τοῦ ἔ­χει ἀ­να­χθεῖ σὲ μό­δα. Ἀ­πὸ τό­τε ὅ­μως ποὺ κα­νεὶς δὲν ἔ­χει πιὰ μυ­στι­κὰ —οὔ­τε κὰν ἀ­πὸ τὸν ἴ­διο του τὸν ἐ­αυ­τό—, ἔ­χει ἐ­ξα­πλω­θεῖ τέ­τοι­α ψυ­χι­κὴ ἀ­δρά­νεια, ποὺ ὁ­δη­γεῖ σὲ κα­τα­κό­ρυ­φη πτώ­ση τῆς ἀ­πο­δο­τι­κό­τη­τας. Τὸ σλόγ­καν «Ὅ,τι εἶ­ναι ἡ χλω­ρί­δα τοῦ ἐν­τέ­ρου γιὰ τὴν πέ­ψη, εἶ­ναι καὶ τὰ μυ­στι­κὰ γιὰ τὴν ψυ­χὴ» τεί­νει νὰ δη­μι­ουρ­γή­σει μιὰ και­νούρ­για ἀ­γο­ρά: τὴν ἐμ­πο­ρί­α μυ­στι­κῶν. Ὁ τζί­ρος τῶν μυ­στι­κῶν ἀ­να­κι­νεῖ πρό­σκαι­ρα τὴν οἰ­κο­νο­μί­α, δη­μι­ουρ­γεῖ ὡ­στό­σο σο­βα­ρό­τα­τη κρί­ση στὶς μυ­στι­κὲς ὑ­πη­ρε­σί­ες. Ὄ­χι μό­νο δὲν ἔ­χει κα­νέ­νας ἀ­πο­λύ­τως, ἀλ­λὰ δὲν ὑ­φί­σταν­ται κὰν μυ­στι­κά. Ὅ­πως καὶ νά ’­χει, ὁ καρ­δι­νά­λιος Χόφ­νερ ἐμ­πι­στεύ­ε­ται δη­μο­σί­ως στὴ Δω­ρο­θέ­α Ζό­λε ἕ­να μυ­στι­κό: ἦ­ταν πάν­το­τε ὑ­πὲρ τοῦ Σο­σι­α­λι­σμοῦ. Ἡ Δω­ρο­θέ­α Ζό­λε, ἐ­δῶ καὶ και­ρὸ ἐ­λεύ­θε­ρη συ­νερ­γά­τις τῆς ἐ­φη­με­ρί­δας «Ὁ Ἑρ­μῆς τοῦ Ρή­νου» —τὴν πρό­τα­ση τῆς ἐ­φη­με­ρί­δας «Πα­νό­ρα­μα τῆς Κο­λω­νί­ας» φέ­ρε­ται νὰ τὴν ἀ­πέρ­ρι­ψε μὲ τὶς λέ­ξεις «Ὄ­χι, μὰ αὐ­τὸ εἶ­ναι ἐν­τε­λῶς καὶ ὁ­λωσ­δι­ό­λου ἀ­δύ­να­το!» — καὶ κα­τό­πιν προ­σω­πι­κῆς πα­ρά­κλη­σης τοῦ καρ­δι­νά­λιου, προ­χω­ρεῖ στὴ γνω­στο­ποί­η­ση τοῦ μυ­στι­κοῦ στὴν ἐν λό­γῳ ἐ­φη­με­ρί­δα. Ἀ­κό­μα ὑ­πάρ­χουν Κα­θο­λι­κοί, ἔ­ξαλ­λοι μὲ τὸ γε­γο­νός.

 


4. Καὶ ὅ­μως, τὰ θε­ό­ρα­τα κω­δω­νο­στά­σια τοῦ κα­θε­δρι­κοῦ της Κο­λω­νί­ας θὰ με­τα­φερ­θοῦν. Ὁ Μπό­ις —ὑ­πεύ­θυ­νος τοῦ ἔρ­γου ὡς ἐν­τε­ταλ­μέ­νος γιὰ τὴν παι­δεί­α στὸ κρα­τί­διο τῆς Βό­ρειας Ρη­να­νί­ας-Βε­στφα­λί­ας— κα­λεῖ τὴν ντό­πια κοι­νω­νί­α τῆς Κο­λω­νί­ας νὰ συμ­με­τά­σχει ἐ­νερ­γά. Ἀν­τλών­τας ἔμ­πνευ­ση ἀ­πὸ τὸν «Πύρ­γο τῆς Βα­βὲλ» τοῦ Μπρό­ιγ­κελ δι­α­τά­ζει τὴν κα­τα­σκευ­ὴ στα­θε­ρῶν σπει­ρο­ει­δῶν κα­τα­σκευ­ῶν, μέ­σῳ τῶν ὁ­ποί­ων θὰ μπο­ρεῖ κα­νεὶς νὰ φτά­νει μὲ ἀ­σφά­λεια στὴν κο­ρυ­φὴ τῶν κω­δω­νο­στα­σί­ων καὶ νὰ κα­τέρ­χε­ται ἐκ νέ­ου μὲ δύ­ο λί­θους ἀ­νὰ χεί­ρας. Ὁ ἕ­νας ἐκ τῶν λί­θων θὰ τυγ­χά­νει χρή­σης ἐν­θυ­μί­ου, ἐ­νῶ ὁ ἄλ­λος θὰ χρη­σι­μο­ποι­εῖ­ται στὴν ἀ­νοι­κο­δό­μη­ση τοῦ «Ἐ­λεύ­θε­ρου Κα­θο­λι­κοῦ Ἰν­στι­τού­του γιὰ τὴν Ὑ­πο­στή­ρι­ξη τῆς Θε­ο­λο­γί­ας καὶ τὴν Κα­τάρ­γη­ση τῶν Δογ­μά­των». Μά­λι­στα δη­μι­ουρ­γή­θη­κε ἤ­δη «Σύν­δε­σμος γιὰ τὴν Ἀ­να­δό­μη­ση τοῦ Κα­θε­δρι­κοῦ». Μύ­ρι­σε ἤ­δη και­νούρ­για κλί­κα!


 

5. Ἡ σο­βι­ε­τι­κὴ κυ­βέρ­νη­ση, ἐ­στι­ά­ζον­τας μέ­χρι πρό­τι­νος ἀ­πο­κλει­στι­κὰ στὸ χρῆ­μα καὶ τὰ σύ­νο­ρα, ζη­τᾶ τὴν πνευ­μα­τι­κὴ συμ­βο­λὴ τῆς ὁ­μο­σπον­δια­κῆς κυ­βέρ­νη­σης. Στὴ Σο­βι­ε­τι­κὴ Ἕ­νω­ση δη­μι­ουρ­γή­θη­καν δύ­ο κόμ­μα­τα, στὰ ὁ­ποῖ­α —ὅ­πως πάν­τα, χά­ριν συν­το­μί­ας κι εὐ­κο­λί­ας— δό­θη­καν οἱ ὀ­νο­μα­σί­ες «οἱ Συ­νε­τοὶ» καὶ «οἱ Ἀ­σύ­νε­τοι». Ἐκ­πρό­σω­πος τῶν «Συ­νε­τῶν» εἶ­ναι ἀ­νώ­τα­το κομ­μα­τι­κὸ στέ­λε­χος. Ἐκ­πρό­σω­πος τῶν «Ἀ­σύ­νε­των», ἕ­νας Πα­τριά­ρχης τῆς ὀρ­θό­δο­ξης Ἐκ­κλη­σί­ας. Βε­βαί­ως, δὲν εἶ­ναι οὔ­τε τὸ κομ­μα­τι­κὸ στέ­λε­χος συ­νε­τό, οὔ­τε ὁ Πα­τριά­ρχης ἀ­σύ­νε­τος, οὔ­τε μπο­ρεῖ νὰ πεῖ κα­νεὶς εὔ­κο­λα ὅ­τι ἰ­σχύ­ει τὸ ἀν­τί­στρο­φο. Πο­λὺ ἁ­πλά, εἶ­ναι —ὡς συ­νή­θως— πο­λύ­πλο­κο. Οἱ Συ­νε­τοὶ θέ­λουν νὰ ξα­να­κά­νουν τὴν Ὀρ­θο­δο­ξί­α ἐ­πί­ση­μη θρη­σκεί­α τοῦ κρά­τους, ἐ­νῶ οἱ Ἀ­σύ­νε­τοι τὸ ἀρ­νοῦν­ται κα­τη­γο­ρη­μα­τι­κά. Ἡ σύγ­χυ­ση στὴ Δύ­ση μὲ ἀ­φορ­μὴ τὰ προ­βλή­μα­τα τῶν Σο­βι­ε­τι­κῶν αὐ­ξά­νει. Σὲ κά­θε πε­ρί­πτω­ση, ἡ σο­βι­ε­τι­κὴ κυ­βέρ­νη­ση —μὴ ἐμ­πι­στευ­ό­με­νη τοὺς Πο­λω­νούς, τοὺς Τσέ­χους, πο­λὺ λι­γό­τε­ρο δὲ τοὺς Γερ­μα­νοὺς τῆς Ἀ­να­το­λι­κῆς Γερ­μα­νί­ας (οἱ ὁ­ποῖ­οι γιὰ ἀ­κό­μη μιὰ φο­ρὰ δὲν ξέ­ρουν τί στά­ση νὰ κρα­τή­σουν!) — ζη­τᾶ τὴ συμ­βο­λὴ καὶ συμ­βου­λὴ τῆς ὁ­μο­σπον­δια­κῆς κυ­βέρ­νη­σης. Μὲ τὴ σει­ρά της, ἡ ὁ­μο­σπον­δια­κὴ κυ­βέρ­νη­ση κα­λεῖ τὸν Χέλ­μουτ Γκόλ­βί­τσερ, ὁ ὁ­ποῖ­ος ἔ­χει ὁ­ρι­στεῖ εἰ­δι­κὸς ἀ­πε­σταλ­μέ­νος, νὰ συν­δρά­μει τὴ σο­βι­ε­τι­κὴ κυ­βέρ­νη­ση. Τὸ ἀ­πο­τέ­λε­σμα ἀ­να­μέ­νε­ται ἐ­να­γω­νί­ως. Ἡ γερ­μα­νι­κὴ βι­ο­χα­νί­α ἀ­φο­σί­ω­σης λαμ­βά­νει ἤ­δη ἐ­πεν­δυ­τι­κὰ δά­νεια. Ὁ Γκόλ­βί­τσερ πέ­φτει στὴ Μό­σχα θύ­μα ἐ­πα­νει­λημ­μέ­νων ἀ­πό­πει­ρων ἐκ­βια­σμοῦ ἀ­πὸ δυ­τι­κὰ λόμ­πι. Ἀν­τι­στέ­κε­ται σθε­να­ρά. Ὡς συ­νε­τός, παίρ­νει τὸ μέ­ρος τῶν Ἀ­σύ­νε­των. Ἕ­νας —κα­τὰ τὰ ἄλ­λα πραγ­μα­τι­στής— Γερ­μα­νὸς πο­λι­τι­κὸς τοῦ ἀ­νέ­θε­σε μιὰ εἰ­δι­κὴ μυ­στι­κὴ ἀ­πο­στο­λή: νὰ φέ­ρει ἔν­ζυ­μα, βά­κι­λους καὶ βα­κτή­ρια μὲ «ρώ­σι­κη ψυ­χή», γιὰ νὰ ἐμ­ψυ­χω­θεῖ ἡ γερ­μα­νι­κὴ σκη­νὴ ποὺ ἔ­χει κα­ταν­τή­σει ἄ­ψυ­χη.

 

 


Bonsai-03c-GiaIstologio-04


 

Πη­γή: Du fährst zu oft nach Heidelberg und andere Erzählungen, dtv, München, 2004.

 

 

Χά­ιν­ριχ Μπαίλ (Heinrich Böll· Κο­λω­νί­α, 21 Δε­κεμ­βρί­ου 1917 – Κρό­ι­τσα­ου-Λάγ­κεν­μπροχ, 16 Ἰ­ου­λί­ου 1985). Ἀ­πὸ οἰ­κο­γέ­νεια ἀ­στῶν κα­θο­λι­κῶν, με­γά­λω­σε μὲ φι­λε­λεύ­θε­ρες ἰ­δέ­ες κι ἔ­μα­θε νὰ μι­σεῖ τὸ να­ζι­σμό. Τὸ 1938 ἀ­ναγ­κά­στη­κε νὰ δι­α­κό­ψει τὶς σπου­δές του στὸ πα­νε­πι­στή­μιο γιὰ νὰ κα­τα­τα­γεῖ στὸν στρα­τό. Κα­τὰ τὸν Β΄ Παγ­κό­σμιο Πό­λε­μο ὑ­πη­ρέ­τη­σε σὲ δι­ά­φο­ρα μέ­τω­πα, ἀ­πὸ τὴ Γαλ­λί­α ὣς τὴ Σο­βι­ε­τι­κὴ Ἕ­νω­ση, ὥ­σπου τὸν συ­νέ­λα­βαν αἰχ­μά­λω­το οἱ Ἀ­με­ρι­κα­νοί. Λό­γῳ κρυ­ο­πα­γη­μά­των ἔ­χα­σε τὰ δά­χτυ­λα τῶν πο­δι­ῶν του μὲ ἀ­πο­τέ­λε­σμα νὰ τα­λα­νί­ζε­ται σὲ ὅ­λη του τὴ ζω­ὴ στὰ νο­σο­κο­μεῖ­α. Τὸ 1945 ἐ­πέ­στρε­ψε στὴν Κο­λω­νί­α καὶ σύν­το­μα κα­θι­ε­ρώ­θη­κε ὡς ἕ­νας ἀ­πὸ τοὺς με­γα­λύ­τε­ρους συγ­γρα­φεῖς τῆς με­τα­πο­λε­μι­κῆς γε­νιᾶς καὶ ἀ­να­γνω­ρί­στη­κε ὡς μιὰ ἀ­πὸ τὶς φω­νὲς συ­νεί­δη­σης καὶ τοὺς ὀ­ξυ­δερ­κέ­στε­ρους πα­ρα­τη­ρη­τὲς τῆς γερ­μα­νι­κῆς κοι­νω­νί­ας. Οἱ πρῶ­τες του νου­βέ­λες, Τὸ τρέ­νο ἦρ­θε στὴν ὥ­ρα του καὶ Ἀ­δάμ, ποῦ ἤ­σουν; μι­λοῦν γιὰ τὴν ἀ­πελ­πι­σί­α τῶν ἀν­θρώ­πων ποὺ ἔ­χουν ἐμ­πλα­κεῖ στὸν πό­λε­μο. Τὰ με­τα­γε­νέ­στε­ρα ἔρ­γα του, ὅ­πως τὸ Γνω­ρι­μί­α μὲ τὴ νύ­χτα καὶ Τὸ ἀ­φύ­λα­χτο σπί­τι, μι­λοῦν γιὰ τὸ ἠ­θι­κὸ κε­νὸ πί­σω ἀ­πὸ τὸ “οἰ­κο­νο­μι­κὸ θαῦ­μα” τῆς με­τα­πο­λε­μι­κῆς Γερ­μα­νί­ας, ἐ­νῶ Τὸ ψω­μὶ τῶν πρώ­των χρό­νων ἀ­πει­κο­νί­ζει τὴ φτώ­χεια, τὸ ζό­φο καὶ τὴν πεί­να τῶν πρώ­των με­τα­πο­λε­μι­κῶν χρό­νων. Ἄλ­λα ση­μαν­τι­κὰ ἔρ­γα του εἶ­ναι: Οἱ ἀ­πό­ψεις ἑ­νὸς κλό­ουν, Ὁ­μα­δι­κὸ πορ­τραῖ­το μὲ μί­α κυ­ρί­α, Ἡ χα­μέ­νη τι­μὴ τῆς Κα­τε­ρί­νας Μπλούμ, Γυ­ναῖ­κες σὲ το­πί­ο μὲ πο­τά­μι. Πο­λέ­μιος τοῦ ΝΑΤΟ ἀλ­λὰ καὶ τοῦ σο­βι­ε­τι­κοῦ κα­θε­στῶ­τος, σο­σι­αλ­δη­μο­κρά­της καὶ εἰ­ρη­νι­στής, ἐ­πέ­συ­ρε δρι­μύ­τα­τες ἐ­πι­κρί­σεις ἀ­πὸ τοὺς συν­τη­ρη­τι­κοὺς κύ­κλους, οἱ ὁ­ποῖ­ες δὲν κάμ­φθη­καν οὔ­τε ὅ­ταν τι­μή­θη­κε μὲ τὸ βρα­βεῖ­ο Νόμ­πελ Λο­γο­τε­χνί­ας, τὸ 1972. (Πη­γή: http://www.perizitito.gr )

 

 

Με­τά­φρα­ση ἀ­πὸ τὰ γερ­μα­νι­κά: 

 

Ἕ­λε­να Σταγ­κου­ρά­κη (Χα­νιά, 1984): Με­τα­φρά­στρια καὶ κρι­τι­κὸς θε­ά­τρου, ἐκ­πρό­σω­πος τοῦ Δι­ε­θνοῦς Κι­νή­μα­τος Ποι­η­τρι­ῶν γιὰ τὴν κα­τα­πο­λέ­μη­ση τῆς βί­ας κα­τὰ τῶν γυ­ναι­κῶν. Σπού­δα­σε με­τά­φρα­ση στὸ Ἰ­ό­νιο Πα­νε­πι­στή­μιο καὶ ὁ­λο­κλή­ρω­σε με­τα­πτυ­χια­κὲς σπου­δὲς μὲ ὑ­πο­τρο­φί­α τοῦ γερ­μα­νι­κοῦ κρά­τους στὴ Χα­ϊλ­δελ­βέρ­γη τῆς Γερ­μα­νί­ας. Με­τα­φρά­ζει ἀ­πὸ τὰ ἀγ­γλι­κά, τὰ γερ­μα­νι­κὰ καὶ τὰ ἱ­σπα­νι­κά.

 

 

Εἰ­κό­να: Ὁ Γκόλ­βί­τσερ σὲ φοι­τη­τι­κὴ κα­θι­στι­κὴ δι­α­δή­λω­ση στὴν δε­κα­ε­τί­α τοῦ ’60. Ὁ Γερ­μα­νὸς θε­ο­λό­γος καὶ συγ­γρα­φέ­ας Χέλ­μουτ Γκόλ­βί­τσερ (1908-1993), ὑ­πῆρ­ξε σο­σι­α­λι­στής, εἰ­ρη­νι­στὴς καὶ ἀν­τι­κα­πι­τα­λι­στής, φί­λος τοῦ Ρούν­τι Ντοῦ­τσκε καὶ πά­στο­ρας τῆς Οὐλ­ρί­κε Μά­ιν­χοφ. Τὸ βι­βλί­ο του, στὸ ὁ­ποῖ­ο κα­τα­γρά­φει τὶς ἐμ­πει­ρί­ες του ὡς αἰχ­μα­λώ­του πο­λέ­μου στὴν Σο­βι­ε­τι­κὴ Ἕ­νω­ση (1945-1949) [«…und führen wohin Du nicht willst», 1951] εἶ­χε με­γά­λη ἐ­πι­τυ­χί­α στὴν Γερ­μα­νί­α τῆς δε­κα­ε­τί­ας τοῦ ‘50. Σὲ δι­ά­λε­ξή του στὸ Ἐ­λεύ­θε­ρο Πα­νε­πι­στή­μιο τοῦ Βε­ρο­λί­νου ὁ Γκόλ­βί­τσερ ὑ­πο­στή­ρι­ξε τὴν δι­ά­κρι­ση ἀ­νά­με­σα στὴν «βί­α κα­τὰ τῆς ι­δι­ο­κτη­σί­ας» και τὴν «βί­α ἐ­ναν­τί­ον ἀν­θρώ­πων», γιὰ τὴν ὁ­ποί­α ὑ­πέ­στη πολ­λές ε­πι­κρί­σεις.

Τσὰρλς Τζῶνσον (Charles Johnson): [Θὰ μπορούσαμε ν’ ἀναγνωρίσουμε τὸν πατέρα…]

 

 

Τσὰρλς Τζῶνσον (Charles Johnson)

 

[Θὰ μπορούσαμε ν’ ἀναγνωρίσουμε τὸν πατέρα…]

[The likely father…]

 

Α ΜΠΟΡΟΥΣΑΜΕ  ν’ ἀ­να­γνω­ρί­σου­με τὸν πα­τέ­ρα τῆς και­νο­φα­νοῦς αὐ­τῆς μορ­φῆς τῶν πο­λὺ μι­κρῶν δι­η­γη­μά­των (short-short stories) στὸ πρό­σω­πο τοῦ Ἔν­τγκαρ Ἄ­λαν Πό­ε. Ὁ Πό­ε στὸ δο­κί­μιό του «Πε­ρὶ στό­χου καὶ τε­χνι­κῆς στὸ σύν­το­μο δι­ή­γη­μα» στὰ 1842, ἀ­να­φέ­ρε­ται καὶ δί­νει ἔμ­φα­ση σὲ τρί­α στοι­χεῖ­α – ἀ­ρε­τὲς τῶν κει­μέ­νων αὐ­τῶν. Τὰ στοι­χεῖ­α αὐ­τὰ εἶ­ναι ἡ συν­το­μία, ἡ ἱ­ε­ράρ­χη­ση τῶν ἐ­πι­ζη­τού­με­νων στό­χων καὶ ἡ ἑ­νό­τη­τα ποὺ ἐ­πι­τυγ­χά­νε­ται ἀ­πὸ σύν­το­μα κεί­με­να, τῶν ὁ­ποί­ων ἡ ἀ­νά­γνω­ση νὰ γί­νε­ται ἄ­παξ. Ὅ­πως εἶ­ναι φυ­σι­κό, τὸ βά­ρος τῆς πα­τρό­τη­τας τῶν πο­λὺ μι­κρῶν δι­η­γη­μά­των δὲ βα­ραί­νει μό­νο τὶς πλά­τες τοῦ Πό­ε. Ἡ μορ­φὴ αὐ­τὴ βρί­σκει ἀ­πή­χη­ση στοὺς ἐκ­δό­τες, κα­θὼς προ­σφέ­ρει τὴ δυ­να­τό­τη­τα νὰ δη­μο­σι­εύ­ον­ται πε­ρισ­σό­τε­ροι τίτ­λοι σ’ ἕ­ναν τό­μο, δη­μι­ουρ­γών­τας τὴν ψευ­δαί­σθη­ση τῆς ποι­κι­λί­ας στὰ πε­ρι­ε­χό­με­να. Ἐ­πι­πλέ­ον, συγ­γρα­φεῖς πού, ὅ­πως ἐ­γώ, δὲ συγ­κι­νοῦν­ται ἀ­πὸ τοὺς ἀ­γῶ­νες ἀν­το­χῆς τῶν ἐ­κτε­νέ­στε­ρων δι­η­γη­μά­των, μπο­ροῦν πα­ρ’ ὅ­λα αὐ­τὰ νὰ αἰ­σθά­νον­ται ὅ­τι ἔ­χουν ἐ­ξί­σου μιὰ θέ­ση στὸν ἥ­λιο κι ὅ­τι κα­τορ­θώ­νουν κι ἐ­κεῖ­νοι κά­τι. Ἀ­πὸ τὴν ἄλ­λη, οἱ ἀ­να­γνῶ­στες, οἱ κυ­ρί­ως ὑ­πεύ­θυ­νοι χω­ρὶς κα­μιὰ ἀμ­φι­βο­λί­α, μπο­ροῦν ν’ ἀ­πο­λαύ­σουν ἕ­να πο­λὺ μι­κρὸ δι­ή­γη­μα μέ­σα σὲ λί­γα λε­πτά, κα­θὼς κά­θον­ται στὸ μπά­νιο, στὸ λε­ω­φο­ρεῖο ἢ πε­ρι­μέ­νον­τας στὴν οὐ­ρὰ στὸ σοῦ­περ μάρ­κετ. Ἂν μὴ τί ἄλ­λο, τὸ πο­λὺ μι­κρὸ δι­ή­γη­μα συ­νι­στᾶ ση­μεῖ­ο τῶν και­ρῶν, μιᾶς ἐ­πο­χῆς ὅ­που ἡ τα­χύ­τη­τα εἶ­ναι τὸ πᾶν, τὸ Κον­κὸρτ ἐκ­πλήσ­σει μὲ τὶς τα­χύ­τη­τες ποὺ ἐ­πι­τυγ­χά­νει καὶ ἡ ροὴ τῶν τη­λε­ο­πτι­κῶν προ­γραμ­μά­των δι­α­κό­πτε­ται ἀ­νὰ λί­γα λε­πτὰ γιὰ δι­α­φη­μι­στι­κὰ μη­νύ­μα­τα. Εἶ­ναι ἡ ἴ­δια ἐ­πο­χὴ ποὺ πα­ρά­γει κα­τὰ ἑ­κα­τον­τά­δες χι­λιά­δες τὰ ὀ­λι­γό­λε­πτα βίν­τε­ο κλὶπ γιὰ ἐ­φή­βους μὲ δυ­σκο­λί­ες συγ­κέν­τρω­σης, κα­θὼς καὶ τὰ «γρή­γο­ρα» ἑ­στι­α­τό­ρια, τύ­που McDonalds. Ἀμ­φι­βάλ­λει κα­νεὶς ὅ­τι γιὰ τὸν κου­ρα­σμέ­νο καὶ χρο­νι­κὰ πι­ε­σμέ­νο ἀ­να­γνώ­στη, τοῦ ὁ­ποί­ου τὴν προ­σο­χὴ δι­ε­δι­κοῦν ὑ­πε­ρά­ριθ­μα πράγ­μα­τα, τὸ πο­λὺ μι­κρὸ δι­ή­γη­μα συ­νι­στᾶ τὴ λο­γο­τε­χνι­κὴ ἐκ­δο­χὴ τοῦ «γρή­γο­ρου»;

       Ὡ­στό­σο, αὐ­τὸ τὸ «γρή­γο­ρο» δὲ στε­ρεῖ­ται ἰ­σχύ­ος, πράγ­μα ποὺ ἀ­πο­δει­κνύ­ε­ται πε­ρί­τρα­να καὶ στὴν ποί­η­ση, λό­γω τῆς ἀ­ναγ­και­ό­τη­τας γιὰ συμ­πυ­κνω­μέ­νο λό­γο κι ἐκ­φρα­στι­κὴ οἰ­κο­νο­μία. Ὁ δυ­να­τὸς ἀν­τί­κτυ­πος τῶν πο­λὺ μι­κρῶν δι­η­γη­μά­των βα­σί­ζε­ται στὸν τρό­πο ἀ­φή­γη­σης (δρα­μα­τι­κὲς σκη­νὲς κλα­σι­κῆς, ἀ­ρι­στο­τέ­λειας δο­μῆς εἶ­ναι ἀ­σύμ­φο­ρες ἀ­πὸ ἄ­πο­ψη ἔ­κτα­σης), σὲ μιὰ φω­νὴ γο­η­τευ­τι­κή. Δε­δο­μέ­νης δὲ τῆς μι­κρῆς τους ἔ­κτα­σης, τὰ δι­η­γή­μα­τα αὐ­τὰ ἔ­χουν συ­χνὰ ὄν­τως δυ­να­τὸ ἀν­τί­κτυ­πο κι ὁ ἀ­πό­η­χός τους διαρ­κεῖ, ὅ­πως στὶς δι­η­γή­σεις τῶν Τζὶμ Χέ­ϋ­νεν καὶ Μπά­ρι Λό­πεζ, κα­τὰ τρό­πο ἀ­νά­λο­γο μὲ τὴν ἰ­α­πω­νι­κὴ ποί­η­ση χα­ϊ­κοὺ καὶ τὰ κο­άν. Τὰ πο­λὺ μι­κρὰ δι­η­γή­μα­τα εἶ­ναι ἀλ­λό­κο­τα αὐ­θεν­τι­κὰ καὶ πα­ρου­σιά­ζουν συγ­κε­κρι­μέ­να χα­ρα­κτη­ρι­στι­κά, κοι­νὰ σὲ ὅ­λα τους. Πα­ράλ­λη­λα, ἐμ­φα­νί­ζουν ὑ­ψη­λὸ βαθ­μὸ εὐ­πλα­στό­τη­τας, κα­θὼς μπο­ροῦν νὰ πά­ρουν δι­ά­φο­ρες μορ­φές, με­τα­ξὺ ἄλ­λων δι­ά­λο­γο, μύ­θο, πα­ρα­βο­λή, δρώ­με­νο. Αὐ­τὸ ποὺ τὰ κά­νει γο­η­τευ­τι­κὰ εἶ­ναι ὅ­τι πα­ρέ­χουν στὸ συγ­γρα­φέ­α τὸ ἐκ­φρα­στι­κὸ ὄ­χη­μα γιὰ ὅ­λες αὐ­τὲς τὶς δι­α­φο­ρε­τι­κὲς ἐμ­πει­ρί­ες ποὺ εἶ­ναι μὲν συ­ναρ­πα­στι­κές, ἀλ­λὰ ἀ­δυ­να­τοῦν νὰ ὑ­πο­στη­ρί­ξουν τὴν ἔ­κτα­ση ἑ­νὸς μυ­θι­στο­ρή­μα­τος ἢ μιᾶς νου­βέ­λας. Θὰ ἦ­ταν ἀ­νό­η­το νὰ πε­ρι­ο­ρι­στοῦν τὰ πο­λὺ μι­κρὰ δι­η­γή­μα­τα μὲ στε­γα­νά, κα­θὼς πά­νω ἀ­π’ ὅ­λα, τὰ δι­η­γή­μα­τα αὐ­τὰ προ­ο­ρί­ζον­ται ν’ ἀν­τι­κα­το­πτρί­ζουν τὴν και­νο­τό­μο κι ἰ­δι­αί­τε­ρη μέ­θο­δο δι­ε­ρεύ­νη­σης αὐ­τοῦ τοῦ ἀ­έ­να­ου μυ­στη­ρί­ου ποὺ εἶ­ναι τὸ «ἄλ­φα» καὶ τὸ «ὠ­μέ­γα» τῆς ἴ­διας της ἔκ­φρα­σης: τὴ γλώσ­σα.

 

 

Πη­γή: Ἀ­πὸ τὸν τό­μο Sudden Fiction. American Short Short Stories. Edited by Robert Shapard and James Thomas, With a Frontistory by Robert Coover, And AfterWords, about the short-short story form, by forty ofAmerica’s finest writers, Gibbs-Smith Publisher,Salt lake City, 1986.

 

Τσὰρλς Τζῶνσον (Charles Johnson) (1948): Σύγ­χρο­νoς Ἀ­φρο-α­με­ρι­κα­νὸς δι­η­γη­μα­το­γρά­φος, μυ­θι­στο­ρι­ο­γρά­φος καὶ δο­κι­μι­ο­γρά­φος. Ἔ­χει ἄ­με­σα δι­α­πραγ­μα­τευ­θεῖ τὰ θέ­μα­τα τῶν μαύ­ρων στὴν Ἀ­με­ρι­κὴ σὲ μυ­θι­στο­ρή­μα­τα ὅ­πως τὰ Middle Passage καὶ Dreamer.

 

Με­τά­φρα­ση ἀ­πὸ τὰ ἀγ­γλι­κά:

Ἕ­λε­να Σταγ­κου­ρά­κη (Χα­νιά, 1984): Με­τα­φρά­στρια κει­μέ­νων ἀ­πὸ τὰ γερ­μα­νι­κά, τὰ ἱ­σπα­νι­κά καὶ τὰ ἀγ­γλι­κά. Σπού­δα­σε με­τά­φρα­ση στὸ Ἰ­ό­νιο Πα­νε­πι­στή­μιο καὶ ὁ­λο­κλή­ρω­σε με­τα­πτυ­χια­κὲς σπου­δὲς μὲ ὑ­πο­τρο­φί­α τοῦ γερ­μα­νι­κοῦ κρά­τους στὴ Χα­ϊ­δελ­βέρ­γη τῆς Γερ­μα­νί­ας. Ἐ­πι­πλέ­ον ἀ­σχο­λεῖ­ται μὲ τὴν κρι­τι­κὴ θε­ά­τρου σὲ μό­νι­μη στή­λη πε­ρι­ο­δι­κοῦ καὶ γρά­φει κρι­τι­κὲς λο­γο­τε­χνί­ας γιὰ ἐ­φη­με­ρί­δες καὶ πε­ρι­ο­δι­κά.

 

Τόμας Μπέρνχαρντ (Thomas Bernhard): Ὁ ἑστιάτορας…

 

 

Τόμας Μπέρνχαρντ (Thomas Bernhard)

 

Ὁ ἑ­στι­ά­το­ρας…

(Der Gastwirt…­)

 

Ε­ΣΤΙ­Α­ΤΟ­ΡΑΣ βρι­σκό­ταν ἀ­πα­σχο­λη­μέ­νος μα­ζὶ μὲ τὴ σύ­ζυ­γο καὶ τὶς δύ­ο ἀ­δερ­φές του στὴν εἴ­σο­δο τοῦ σπι­τιοῦ, γε­μί­ζον­τας ἕ­να μα­κρὺ ἔν­τε­ρο γιὰ νὰ φτιά­ξει λου­κά­νι­κα καὶ κρε­μών­τας τα γιὰ νὰ στε­γνώ­σουν. Χρη­σι­μο­ποι­ών­τας κρι­θα­ρέ­νιο ἀ­λεύ­ρι, κα­τόρ­θω­σε νὰ φτιά­ξει πε­ρισ­σό­τε­ρα λου­κά­νι­κα ἀ­π’ τὸ ἐ­πι­τρε­πτό, πράγ­μα ὅ­μως ποὺ κα­νεὶς δὲ θὰ πλη­ρο­φο­ρη­θεῖ. Μὲ τὸ πέ­ρας τῆς δου­λειᾶς καὶ κα­θὼς καὶ τὰ τε­λευ­ταῖα ὑ­πο­λεί­μα­τα τῆς σφα­γῆς ποὺ δι­ήρ­κε­σε ὅ­λη μέ­ρα ἀ­πο­μα­κρύν­θη­καν, ἐ­πι­πλέ­ον­τας στὸ νε­ρό, ἔ­στει­λε τοὺς ὑ­πό­λοι­πους γιὰ ὕ­πνο. Σὰν κά­θη­σε στὴν πόρ­τα γιὰ νὰ πά­ρει τὴν ἀ­νά­σα του κι ἀ­να­λο­γι­ζό­ταν πῶς θὰ στή­σει τὰ τρα­πέ­ζια γιὰ τὴν πα­νή­γυ­ρη ποὺ θὰ γιόρ­τα­ζε τὴν ἐρ­χό­με­νη Κυ­ρια­κὴ στὸν κῆ­πο ἐμ­πρὸς ἀ­π’ τὸ σπί­τι του, ἦρ­θε ἕ­νας με­θυ­σμέ­νος καὶ τοῦ ἀ­να­κοί­νω­σε τὴν πρό­θε­σή του ν’ αὐ­το­κτο­νή­σει. Θὰ κρε­μα­στεῖ, λέ­ει, στὸ ἑ­πό­με­νο δέν­τρο ποὺ θὰ βρεῖ. Ὁ ἑ­στι­ά­το­ρας ξέ­σπα­σε σὲ γέ­λια, κλεί­δω­σε τὴν ἐ­ξώ­πορ­τα καὶ ξά­πλω­σε. Ἐ­νῶ, τὸ ἑ­πό­με­νο πρω­ί, ἔ­σερ­νε στὸ κτῆ­μα δυ­ὸ σα­νί­δες γιὰ τὸ πε­ρί­πτε­ρο τῆς σκο­πο­βο­λῆς, ἀ­να­κά­λυ­ψε τὸν με­θυ­σμέ­νο τῆς προ­η­γού­με­νης νύ­χτας νὰ κρέ­με­ται σὲ μιὰ ἀ­π’ τὶς μη­λι­ές του. Εἶ­χε ὄν­τως κρε­μα­στεῖ. Κα­θὼς ὅ­μως τὴν Κυ­ρια­κὴ θὰ ἐ­λάμ­βα­νε χώ­ρα στὸ ση­μεῖ­ο αὐ­τὸ ἡ πα­νή­γυ­ρις, ὁ ἑ­στι­ά­το­ρας δὲν πῆ­γε στὴν ἀ­στυ­νο­μί­α προ­κει­μέ­νου νὰ δη­λώ­σει τὸ συμ­βάν, πα­ρὰ ἔ­κο­ψε τὸ σχοι­νὶ ποὺ συγ­κρα­τοῦ­σε τὸ ἄ­ψυ­χο σῶ­μα στὸ δέν­τρο, ἀ­φή­νον­τάς το νὰ πέ­σει στὸ γρα­σί­δι. Ζεύ­ει τὸ λοι­πὸν ἕ­να ἄ­λο­γο καὶ τρα­βᾶ τὸ πτῶ­μα πά­νω στὴν κα­ρό­τσα. Χω­ρὶς πολ­λὴ σκέ­ψη κα­τευ­θύ­νε­ται στὸ δά­σος ποὺ βρί­σκε­ται σὲ ἀ­πό­στα­ση μι­σῆς ὥ­ρας ἀ­πὸ τὸ σπί­τι του. Στε­ρε­ώ­νει ἕ­ναν σι­δε­ρέ­νιο τρο­χὸ πά­νω στὸ νε­κρὸ κορ­μὶ καὶ τὸ βυ­θί­ζει στὴ λι­μνού­λα πί­σω ἀ­π’ τὸ δά­σος. Τώ­ρα θὰ μπο­ροῦ­σε νὰ γί­νει τὸ πα­νη­γύ­ρι χω­ρὶς κω­λύ­μα­τα. Οἱ κα­λε­σμέ­νοι εὐ­χα­ρι­στιοῦν­ται τὸ πα­νη­γύ­ρι, κι­νού­με­νοι ἀ­νά­με­σα στὸ πε­ρί­πτε­ρο τῆς σκο­πο­βο­λῆς καὶ τὴν ἀ­νοι­χτὴ κου­ζί­να. Κα­νεὶς δὲ μα­θαί­νει πο­τὲ τὸ πα­ρα­μι­κρὸ γιὰ τὸν με­θυ­σμέ­νο ἄν­δρα τῆς γει­το­νι­κῆς κοι­νό­τη­τας, τὸν ὁ­ποῖ­ο μὲν ψά­χνουν μέ­ρες ὁ­λό­κλη­ρες, σύν­το­μα ὅ­μως ἔ­χουν ξε­χά­σει.

 

 

Πη­γή: Τό­μας Μπέρ­νχαρντ, Συμ­βάν­τα, ἐκ­δό­σεις Σούρ­καμπ, σελ. 35-36. (Tho­mas Bern­hard, Erei­gnis­se, Suhrkamp Verlag, Frankfurt am Main, 1994).

 

Νίκλας Τόμας Μπέρνχαρντ (Niclaas Thomas Bernhard) (Χέ­ερ­λεν Ὀλ­λαν­δί­ας 09.02.1931–Γκμοῦν­τεν Αὐ­στρί­ας 12.02.1989). Πε­ζο­γρά­φος, θε­α­τρι­κὸς συγ­γρα­φέ­ας καὶ ποι­η­τής, ἕ­νας ἀ­πὸ τοὺς ση­μαν­τι­κό­τε­ρους γερ­μα­νό­φω­νους συγ­γρα­φεῖς τοῦ 20οῦ αἰ­ώ­να καὶ ἀμ­φι­λε­γό­με­νη προ­σω­πι­κό­τη­τα στὴν πα­τρί­δα του, Αὐ­στρί­α. Ὕ­στε­ρα ἀ­πὸ δύ­σκο­λα παι­δι­κὰ χρό­νια καὶ τὴ μά­χη μὲ τὴ φυ­μα­τί­ω­ση κι ἔ­χον­τας ἐγ­κα­τα­λεί­ψει τὸ γυ­μνά­σιο, ἀ­φο­σι­ώ­νε­ται στὴ συγ­γρα­φή. Θέ­μα­τά του ἡ μο­να­ξιά, ὁ πό­νος, ὁ θά­να­τος, τὸ ἀ­δι­έ­ξο­δο. Στὰ ἔρ­γα του κυ­ρί­αρ­χο ρό­λο παί­ζουν ἡ εἰ­ρω­νεί­α κι ὁ σαρ­κα­σμὸς σὲ μα­κρό­συρ­τες καὶ κα­τη­γο­ρη­μα­τι­κὲς φρά­σεις. Τι­μή­θη­κε μὲ πλῆ­θος βρα­βεί­ων, με­τα­ξύ τῶν ὁ­ποί­ων τὸ Κρα­τι­κὸ βρα­βεῖ­ο λο­γο­τε­χνί­ας τῆς Αὐ­στρί­ας (1967) καὶ τὸ βρα­βεῖ­ο Γκέ­οργκ Μπύ­χνερ (1970). Πέ­θα­νε ἀ­πα­γο­ρεύ­ον­τας τὴν ἀ­να­δη­μο­σί­ευ­ση καὶ σκη­νο­θε­σί­α τῶν ἔρ­γων του. (Βλέπε περισσότερα στὴν εἰσαγωγὴ τῆς μεταφράστριας ἐδῶ.)

 

Με­τά­φρα­ση ἀ­πὸ τὰ γερ­μα­νι­κά:

Ἕ­λε­να Σταγ­κου­ρά­κη (Χα­νιά, 1984). Με­τα­φρά­στρια κει­μέ­νων ἀ­πὸ τὰ γερ­μα­νι­κά, τὰ ἱ­σπα­νι­κά καὶ τὰ ἀγ­γλι­κά. Σπού­δα­σε με­τά­φρα­ση στὸ Ἰ­ό­νιο Πα­νε­πι­στή­μιο καὶ ὁ­λο­κλή­ρω­σε με­τα­πτυ­χια­κὲς σπου­δὲς μὲ ὑ­πο­τρο­φί­α τοῦ γερ­μα­νι­κοῦ κρά­τους στὴ Χα­ϊ­δελ­βέρ­γη τῆς Γερ­μα­νί­ας. Ἐ­πι­πλέ­ον ἀ­σχο­λεῖ­ται μὲ τὴν κρι­τι­κὴ θε­ά­τρου σὲ μό­νι­μη στή­λη πε­ρι­ο­δι­κοῦ καὶ γρά­φει κρι­τι­κὲς λο­γο­τε­χνί­ας γιὰ ἐ­φη­με­ρί­δες καὶ πε­ρι­ο­δι­κά.

 

Τόμας Μπέρνχαρντ (Thomas Bernhard): Παρὰ τρίχα

 

 

Τόμας Μπέρνχαρντ (Thomas Bernhard)

 

Πα­ρὰ τρί­χα

(Fast)

 

ΤΗΝ ΤΕΛΕΥΤΑΙΑ ΜΑΣ ΕΚΔΡΟΜΗ στὸ Μόλ­ταλ, στὸ ὁ­ποῖ­ο πάν­το­τε ἤ­μα­σταν εὐ­τυ­χι­σμέ­νοι, ἀ­νε­ξαρ­τή­τως ἐ­πο­χῆς, πι­ά­σα­με τὴν κου­βέν­τα σὲ ἕ­να παν­δο­χεῖ­ο στὸ Ὀμ­περ­βέλ­λαχ, τὸ ὁ­ποῖ­ο μᾶς συ­νέ­στη­σε ἕ­νας για­τρὸς στὸ Λίν­τς καὶ τὸ ὁ­ποῖ­ο δὲ μᾶς ἀ­πο­γο­ή­τευ­σε, μὲ μιὰ πα­ρέ­α βο­η­θῶν λι­θο­ξό­ων, οἱ ὁ­ποῖ­οι με­τὰ τὸ σχό­λα­σμα συγ­κεν­τρώ­θη­καν στὸ παν­δο­χεῖ­ο, ἔ­παι­ζαν τσί­τερ καὶ τρα­γου­δοῦ­σαν καὶ γιὰ μιὰ ἀ­κό­μη φο­ρὰ μᾶς θύ­μι­σαν μ’ αὐ­τὸν τὸν τρό­πο τοὺς ἀ­νε­ξάν­τλη­τους θη­σαυ­ροὺς τῆς μου­σι­κῆς πα­ρά­δο­σης τοῦ Κέρ­ντεν. Ὅ­ταν ἦ­ταν κά­πως πε­ρα­σμέ­νη ἡ ὥ­ρα, ἡ πα­ρέ­α τῶν βο­η­θῶν λι­θο­ξό­ων ἦρ­θε καὶ κά­θη­σε στὸ τρα­πέ­ζι μας καὶ κα­θέ­νας τους ἀ­πέ­δω­σε κα­τὰ τὸ δυ­να­τὸν κα­λύ­τε­ρο τρό­πο κά­ποι­ο ἀ­ξι­ο­πρό­σε­χτο ἢ ἀ­ξι­ο­στό­χα­στο πε­ρι­στα­τι­κὸ ἀ­πὸ τὴ ζω­ή του. Κα­τὰ τὴ δι­α­δι­κα­σί­α αὐ­τήν, τὴν πρό­σο­χη μᾶς τρά­βη­ξε ἰ­δι­αί­τε­ρα ἐ­κεῖ­νος ὁ βο­η­θὸς λι­θο­ξό­ος, ὁ ὁ­ποῖ­ος δι­η­γή­θη­κε ὅ­τι στὰ δε­κα­ε­φτά του, προ­κει­μέ­νου νὰ κερ­δί­σει ἕ­να στοί­χη­μα ποὺ εἶ­χε βά­λει μ’ ἕ­ναν συ­νά­δελ­φό του, ἀ­νέ­βη­κε στὴν κο­ρυ­φὴ τοῦ —ὡς γνω­στόν— πα­νύ­ψη­λου καμ­πα­να­ριοῦ στὸ Τάμ­σβεγκ. Πα­ρὰ τρί­χα γλί­τω­σα τὴ θα­νά­σι­μη πτώ­ση, εἶ­πε ὁ βο­η­θὸς λι­θο­ξό­ος, το­νί­ζον­τας στὴ συ­νέ­χεια ρη­τὰ καὶ κα­τη­γο­ρη­μα­τι­κὰ ὅ­τι πα­ρὰ τρί­χα θὰ τὸν εἶ­χαν γρά­ψει οἱ ἐ­φη­με­ρί­δες.

 

 

Πη­γή: Τό­μας Μπέρ­νχαρντ, Μι­μη­τὴς φω­νῶν, ἐκ­δό­σεις Σούρ­καμπ, σελ. 27-28 (Tho­mas Bern­hard, Stim­me­ni­mi­ta­tor, Suhrkamp Verlag, Frankfurt am Main, 1987).

 

Νίκλας Τόμας Μπέρνχαρντ (Niclaas Thomas Bernhard) (Χέ­ερ­λεν Ὀλ­λαν­δί­ας 09.02.1931–Γκμοῦν­τεν Αὐ­στρί­ας 12.02.1989). Πε­ζο­γρά­φος, θε­α­τρι­κὸς συγ­γρα­φέ­ας καὶ ποι­η­τής, ἕ­νας ἀ­πὸ τοὺς ση­μαν­τι­κό­τε­ρους γερ­μα­νό­φω­νους συγ­γρα­φεῖς τοῦ 20οῦ αἰ­ώ­να καὶ ἀμ­φι­λε­γό­με­νη προ­σω­πι­κό­τη­τα στὴν πα­τρί­δα του, Αὐ­στρί­α. Ὕ­στε­ρα ἀ­πὸ δύ­σκο­λα παι­δι­κὰ χρό­νια καὶ τὴ μά­χη μὲ τὴ φυ­μα­τί­ω­ση κι ἔ­χον­τας ἐγ­κα­τα­λεί­ψει τὸ γυ­μνά­σιο, ἀ­φο­σι­ώ­νε­ται στὴ συγ­γρα­φή. Θέ­μα­τά του ἡ μο­να­ξιά, ὁ πό­νος, ὁ θά­να­τος, τὸ ἀ­δι­έ­ξο­δο. Στὰ ἔρ­γα του κυ­ρί­αρ­χο ρό­λο παί­ζουν ἡ εἰ­ρω­νεί­α κι ὁ σαρ­κα­σμὸς σὲ μα­κρό­συρ­τες καὶ κα­τη­γο­ρη­μα­τι­κὲς φρά­σεις. Τι­μή­θη­κε μὲ πλῆ­θος βρα­βεί­ων, με­τα­ξύ τῶν ὁ­ποί­ων τὸ Κρα­τι­κὸ βρα­βεῖ­ο λο­γο­τε­χνί­ας τῆς Αὐ­στρί­ας (1967) καὶ τὸ βρα­βεῖ­ο Γκέ­οργκ Μπύ­χνερ (1970). Πέ­θα­νε ἀ­πα­γο­ρεύ­ον­τας τὴν ἀ­να­δη­μο­σί­ευ­ση καὶ σκη­νο­θε­σί­α τῶν ἔρ­γων του. (Βλέπε περισσότερα στὴν εἰσαγωγὴ τῆς μεταφράστριας ἐδῶ.)

 

Με­τά­φρα­ση ἀ­πὸ τὰ γερ­μα­νι­κά:

Ἕ­λε­να Σταγ­κου­ρά­κη (Χα­νιά, 1984). Με­τα­φρά­στρια κει­μέ­νων ἀ­πὸ τὰ γερ­μα­νι­κά, τὰ ἱ­σπα­νι­κά καὶ τὰ ἀγ­γλι­κά. Σπού­δα­σε με­τά­φρα­ση στὸ Ἰ­ό­νιο Πα­νε­πι­στή­μιο καὶ ὁ­λο­κλή­ρω­σε με­τα­πτυ­χια­κὲς σπου­δὲς μὲ ὑ­πο­τρο­φί­α τοῦ γερ­μα­νι­κοῦ κρά­τους στὴ Χα­ϊ­δελ­βέρ­γη τῆς Γερ­μα­νί­ας. Ἐ­πι­πλέ­ον ἀ­σχο­λεῖ­ται μὲ τὴν κρι­τι­κὴ θε­ά­τρου σὲ μό­νι­μη στή­λη πε­ρι­ο­δι­κοῦ καὶ γρά­φει κρι­τι­κὲς λο­γο­τε­χνί­ας γιὰ ἐ­φη­με­ρί­δες καὶ πε­ρι­ο­δι­κά.

 

Τόμας Μπέρνχαρντ (Thomas Bernhard): Ἱστορία τοῦ Κράτους

 

 

Τόμας Μπέρνχαρντ (Thomas Bernhard)

 

Ἱ­στο­ρί­α τοῦ Κρά­τους

(Staatsgeschichte)

 

ΑΠΟΙΟΣ ΑΡΧΗΓΟΣ ΚΡΑΤΟΥΣ στὴν κεν­τρι­κὴ Εὐ­ρώ­πη, ὅ­που σή­με­ρα οἱ Πρό­ε­δροι πρέ­πει νὰ ζοῦν μὲ διαρ­κῆ φό­βο γιὰ τὴ ζω­ή τους, καὶ δι­καί­ως, ἀ­πο­κά­λυ­ψε στὸν ἔμ­πι­στό του ἕ­να σχέ­διο, τὸ ὁ­ποῖ­ο κα­τέ­στρω­σε κα­τὰ τὴ διάρ­κεια ἑ­κα­τον­τά­δων ἄ­γρυ­πνων νυ­χτῶν, σχέ­διο ποὺ θὰ ἐ­πέ­τρε­πε στὸν Ἀρ­χη­γὸ νὰ ἐγ­κα­τα­λεί­ψει ἐν μιὰ νυ­κτὶ τὴ χώ­ρα του, τὴν ὁ­ποί­α, ὅ­πως καὶ οἱ ὑ­πό­λοι­ποι Ἀρ­χη­γοὶ Κρα­τῶν τῆς κεν­τρι­κῆς Εὐ­ρώ­πης πράτ­τουν μὲ τὶς δι­κές τους χῶ­ρες, ὁ­δή­γη­σε, ὡς ἅρ­μο­ζε καὶ μὲ συ­νέ­πεια, στὴν ἀ­πό­λυ­τη κα­τα­στρο­φή. Μά­λι­στα, ἡ φυ­γὴ θὰ συ­νο­δευ­ό­ταν ἀ­πὸ τὴν ἀ­πό­σπα­ση τό­σης πε­ρι­ου­σί­ας ποὺ θὰ ἐ­ξα­σφά­λι­ζε μιὰ μα­κρᾶς δι­αρ­κεί­ας κι ἀ­πε­ρι­ο­ρί­στου ἀ­σφα­λεί­ας καὶ πο­λυ­τέ­λειας ζω­ὴ σὲ κά­ποι­α, ἰ­δα­νι­κὴ γιὰ τὸ σκο­πὸ αὐ­τό, χώ­ρα τοῦ ἐ­ξω­τε­ρι­κοῦ. Σκό­πευ­ε μά­λι­στα νὰ πραγ­μα­το­ποι­ή­σει τὸ σχέ­διό του τὸ συν­το­μό­τε­ρο δυ­να­τόν, μὲ τὴν ἀ­πα­ραί­τη­τη βέ­βαι­α προ­ϋ­πό­θε­ση ὅ­τι ὁ ἔμ­πι­στός του θὰ τη­ροῦ­σε σι­γὴν ἰ­χθύ­ος ἐ­π’ αὐ­τοῦ. Ὁ ἔμ­πι­στος, ὁ ὁ­ποῖ­ος ἔ­χαι­ρε τῆς ἐμ­πι­στο­σύ­νης τοῦ Ἀρ­χη­γοῦ γιὰ δε­κα­ε­τί­ες, ὑ­πο­σχέ­θη­κε στὸν Ἀρ­χη­γὸ τὴν ἐ­χε­μύ­θειά του κι ἐ­κεῖ­νος μὲ τὴ σει­ρά του ὑ­πο­σχέ­θη­κε στὸν ἔμ­πι­στό του τέ­τοι­α πε­ρι­ου­σί­α ποὺ θὰ τοῦ ἐ­πέ­τρε­πε, ὅ­πως σ’ ἐ­κεῖ­νον, τὸν Ἀρ­χη­γὸ δη­λα­δή, κα­τό­πιν ἐ­πι­τυ­χοῦς δι­α­φυ­γῆς, ἕ­ναν βί­ο ξέ­γνοια­στο καὶ πραγ­μα­τι­κὰ πο­λυ­τε­λῆ μέ­χρι τὸ τέ­λος τῶν ἡ­με­ρῶν του. Πρὶν πε­ρά­σουν κὰν δύ­ο λε­πτὰ ἀ­πὸ τὴ συμ­φω­νί­α με­τα­ξὺ Ἀρ­χη­γοῦ Κρά­τους κι ἐμ­πί­στου, ὁ ἔμ­πι­στος ἁ­πλού­στευ­σε τὰ πράγ­μα­τα, σκο­τώ­νον­τας τὸν Ἀρ­χη­γὸ μὲ μιὰ σφαί­ρα στὸ λαι­μὸ κι ἀ­να­γο­ρεύ­ον­τας ἑ­αυ­τὸν σὲ Ἀρ­χη­γὸ Κρά­τους. Στὴ στιγ­μὴ ἐ­ξόν­τω­σε ὅ­λους τους ὑ­πο­στη­ρι­κτὲς τοῦ προ­κα­τό­χου καὶ προ­τύ­που του καὶ προ­βί­βα­σε αὐ­τὸν ποὺ ἀ­νέ­λα­βε τὴν ἐ­ξόν­τω­ση τῶν πε­ρισ­σό­τε­ρων ὑ­πο­στη­ρι­κτῶν τοῦ προ­κα­τό­χου καὶ προ­τύ­που του σὲ ἔμ­πι­στό του. Κα­θὼς γνώ­ρι­ζε πλέ­ον τὸ μο­τί­βο τῆς ἱ­στο­ρί­ας τοῦ Κρά­τους, πε­ρί­με­νε ὅ­πως ἦ­ταν φυ­σι­κὸ τὴν κα­ταλ­λη­λό­τε­ρη στιγ­μὴ προ­κει­μέ­νου νὰ ἐ­ξον­τώ­σει τὸν ἔμ­πι­στό του, πρὶν προ­λά­βει ἐ­κεῖ­νος νὰ τὸ πρά­ξει. Δυ­στυ­χῶς, ἄρ­γη­σε ὑ­περ­βο­λι­κὰ νὰ δρά­σει.

 

 

Πη­γή: Τό­μας Μπέρ­νχαρντ, Μι­μη­τὴς φω­νῶν, ἐκ­δό­σεις Σούρ­καμπ, σελ. 158-159 (Tho­mas Bern­hard, Stim­me­ni­mi­ta­tor, Suhrkamp Verlag, Frankfurt am Main, 1987).

 

Νίκλας Τόμας Μπέρνχαρντ (Niclaas Thomas Bernhard) (Χέ­ερ­λεν Ὀλ­λαν­δί­ας 09.02.1931–Γκμοῦν­τεν Αὐ­στρί­ας 12.02.1989). Πε­ζο­γρά­φος, θε­α­τρι­κὸς συγ­γρα­φέ­ας καὶ ποι­η­τής, ἕ­νας ἀ­πὸ τοὺς ση­μαν­τι­κό­τε­ρους γερ­μα­νό­φω­νους συγ­γρα­φεῖς τοῦ 20οῦ αἰ­ώ­να καὶ ἀμ­φι­λε­γό­με­νη προ­σω­πι­κό­τη­τα στὴν πα­τρί­δα του, Αὐ­στρί­α. Ὕ­στε­ρα ἀ­πὸ δύ­σκο­λα παι­δι­κὰ χρό­νια καὶ τὴ μά­χη μὲ τὴ φυ­μα­τί­ω­ση κι ἔ­χον­τας ἐγ­κα­τα­λεί­ψει τὸ γυ­μνά­σιο, ἀ­φο­σι­ώ­νε­ται στὴ συγ­γρα­φή. Θέ­μα­τά του ἡ μο­να­ξιά, ὁ πό­νος, ὁ θά­να­τος, τὸ ἀ­δι­έ­ξο­δο. Στὰ ἔρ­γα του κυ­ρί­αρ­χο ρό­λο παί­ζουν ἡ εἰ­ρω­νεί­α κι ὁ σαρ­κα­σμὸς σὲ μα­κρό­συρ­τες καὶ κα­τη­γο­ρη­μα­τι­κὲς φρά­σεις. Τι­μή­θη­κε μὲ πλῆ­θος βρα­βεί­ων, με­τα­ξύ τῶν ὁ­ποί­ων τὸ Κρα­τι­κὸ βρα­βεῖ­ο λο­γο­τε­χνί­ας τῆς Αὐ­στρί­ας (1967) καὶ τὸ βρα­βεῖ­ο Γκέ­οργκ Μπύ­χνερ (1970). Πέ­θα­νε ἀ­πα­γο­ρεύ­ον­τας τὴν ἀ­να­δη­μο­σί­ευ­ση καὶ σκη­νο­θε­σί­α τῶν ἔρ­γων του. (Βλέπε περισσότερα στὴν εἰσαγωγὴ τῆς μεταφράστριας ἐδῶ.)

 

 Με­τά­φρα­ση ἀ­πὸ τὰ γερ­μα­νι­κά:

Ἕ­λε­να Σταγ­κου­ρά­κη (Χα­νιά, 1984). Με­τα­φρά­στρια κει­μέ­νων ἀ­πὸ τὰ γερ­μα­νι­κά, τὰ ἱ­σπα­νι­κά καὶ τὰ ἀγ­γλι­κά. Σπού­δα­σε με­τά­φρα­ση στὸ Ἰ­ό­νιο Πα­νε­πι­στή­μιο καὶ ὁ­λο­κλή­ρω­σε με­τα­πτυ­χια­κὲς σπου­δὲς μὲ ὑ­πο­τρο­φί­α τοῦ γερ­μα­νι­κοῦ κρά­τους στὴ Χα­ϊ­δελ­βέρ­γη τῆς Γερ­μα­νί­ας. Ἐ­πι­πλέ­ον ἀ­σχο­λεῖ­ται μὲ τὴν κρι­τι­κὴ θε­ά­τρου σὲ μό­νι­μη στή­λη πε­ρι­ο­δι­κοῦ καὶ γρά­φει κρι­τι­κὲς λο­γο­τε­χνί­ας γιὰ ἐ­φη­με­ρί­δες καὶ πε­ρι­ο­δι­κά.