Λουίτζι Πιραντέλλο (Luigi Pirandello): Μιὰ ἰδέα


Pirandello,Luigi-MiaIdea-Eikona-02


Λουίτζι Πιραντέλλο (Luigi Pirandello)


Μιὰ ἰ­δέ­α

(Un’idea)


18-MiΟΛΙΣ ἀ­φή­νει τὴ συ­νη­θι­σμέ­νη ὁ­μή­γυ­ρη στὸ κα­φε­νεῖ­ο (μὲ τὸν κα­πνὸ νὰ αἰ­ω­ρεῖ­ται ἀ­νά­με­σα στὰ φῶ­τα καὶ στοὺς κα­θρέ­φτες), βρί­σκει μπρο­στά του τὴ νύ­χτα: γυ­ά­λι­νη, σχε­δὸν εὔ­θραυ­στη μὲς στὴν κα­θα­ρό­τη­τα τῶν λαμ­πε­ρῶν ἀ­στε­ρι­ῶν πά­νω στὴν ἀ­πέ­ραν­τη, ἔ­ρη­μη πλα­τεί­α.

       Τοῦ φαί­νε­ται ἀ­δύ­να­το νὰ τὴ δι­α­σχί­σει· ἡ ζω­ὴ μὲς στὴν ὁ­ποί­α πρέ­πει νὰ ἐ­πι­στρέ­ψει, ἀ­πε­ρι­ό­ρι­στα μα­κρι­νὴ ἀ­πὸ αὐ­τή· καὶ ὅ­λη ἡ πό­λη, λὲς καὶ εἶ­ναι ἀ­κα­τοί­κη­τη ἐ­δῶ καὶ αἰ­ῶ­νες, μὲ τοὺς φα­νο­στά­τες ποὺ ἀ­κό­μη τὴν ξα­γρυ­πνοῦν μὲς στὴ μυ­στη­ρι­ώ­δη ἀ­κτι­νο­βο­λί­α ἐ­κεί­νου τοῦ ψυ­χροῦ γα­λά­ζιου χρώ­μα­τος τῆς νύ­χτας. Ἀ­δύ­να­τος καὶ ὁ ἦ­χος ἀ­πὸ τὰ βή­μα­τά του μέ­σα σὲ κεί­νη τὴ σι­ω­πὴ ποὺ μοιά­ζει αἰ­ώ­νια.

       Ἄχ! Ἂν ὡς ἐκ θαύ­μα­τος ἔ­σβη­νε ἡ ζω­ὴ τῆς πό­λης! Κα­θι­σμέ­νος σὰν ἐ­παί­της στὸ στη­θαῖ­ο τοῦ δρό­μου, μπρο­στὰ στὴν πλα­τεί­α, θὰ μεί­νει ὅ­πως ἐ­κεῖ­νοι οἱ πε­ριτ­τοὶ φα­νο­στά­τες νὰ κοι­τά­ζει τὴν ἀ­κί­νη­τη ἔκ­πλη­ξη ὅ­λων ἐ­κεί­νων τῶν πραγ­μά­των ποὺ ἔ­χουν πλέ­ον χά­σει κά­θε ση­μα­σί­α.

       Ξυ­πνᾶ στὸ τέ­λος ἀ­πὸ ἐ­κεί­νη τὴ μα­γεί­α καὶ δι­α­σχί­ζει τὴν πλα­τεί­α.

       Ἐ­λα­φρὺ σὰν ἴ­σκιος τὸ σῶ­μα του· καὶ κα­θὼς προ­χω­ρᾶ, κα­νέ­νας ἦ­χος. Ποῦ εἶ­ναι ἄ­ρα­γε τὸ φορ­τί­ο ποὺ ἔ­νι­ω­σε νὰ τὸν βα­ραί­νει λί­γο νω­ρί­τε­ρα; Τώ­ρα, ὁ­λό­γυ­ρα ἡ πό­λη λὲς καὶ εἶ­ναι τυ­λιγ­μέ­νη σὲ μιὰ ὀ­νει­ρι­κὴ ἀ­τμό­σφαι­ρα καὶ τὸ σῶ­μα του κι­νεῖ­ται ἐν­τός της σὰν νὰ εἶ­ναι σχε­δὸν ρευ­στό, ἴ­σκιος ἀ­νά­με­σά σε ἴ­σκιους.

       Εἶ­ναι λοι­πὸν μιὰ ἰ­δέ­α. Πά­λι, πάν­τα, αὐ­τὴ ἡ ἰ­δέ­α ποὺ δὲν κα­τορ­θώ­νει μὲ κα­νέ­ναν τρό­πο νὰ ἀ­πο­σα­φη­νί­σει. Μό­λις δι­αι­σθά­νε­ται συγ­κε­χυ­μέ­να τὴν πα­ρου­σί­α της, νι­ώ­θει νὰ τὸν κα­τα­πι­έ­ζει αὐ­τὸ τὸ φορ­τί­ο. Μό­λις ἐ­ξα­φα­νί­ζε­ται, νά ποὺ ἀ­δειά­ζει σὰν ἴ­σκιος.

       Δὲν πρέ­πει ὅ­μως νὰ ἔ­χει σχέ­ση μὲ τὴν ἰ­δέ­α αὐ­τὸ τὸ φορ­τί­ο. Τὸ φορ­τί­ο ἔ­χει σχέ­ση μὲ τὸν χρό­νο ποὺ χά­νει, βλέ­πον­τας τοὺς ἄλ­λους νὰ ζοῦν. Δὲν κα­τα­φέρ­νει πιὰ νὰ κα­τα­λά­βει τὴν αἰ­τί­α, ἢ κα­λύ­τε­ρα, πε­ρι­μέ­νει νὰ κα­τα­λά­βει τί ἄλ­λο ἀ­να­ζη­τοῦν, ἂν αὐ­τὴ εἶ­ναι ἡ ζω­ή, ἔ­τσι κα­μω­μέ­νη κα­θὼς εἶ­ναι μὲ πράγ­μα­τα ποὺ γνω­ρί­ζεις, συ­νη­θι­σμέ­να καὶ ἀ­πα­ραί­τη­τα, τὰ ἴ­δια κά­θε μέ­ρα, ἴ­σως μὲ τὴν ψευ­δαί­σθη­ση πὼς κά­θε τό­σο μπο­ρεῖ νὰ ὑ­πάρ­ξουν καὶ και­νούρ­για μό­νο καὶ μό­νο δι­ό­τι πῆ­ραν μιὰ πιὸ πλα­τιὰ ὄ­ψη, μὲ κά­τι ἀ­προσ­δό­κη­το στὴν ἀρ­χή, μιὰ ἀ­νυ­πο­ψί­α­στη αἴ­σθη­ση, ἔ­τσι ποὺ νὰ φαί­νε­ται πὼς ἀ­νοί­γε­ται ἐμ­πρός σου ἕ­νας ἄλ­λος κό­σμος· καὶ με­τά, ἢ συ­νη­θί­ζεις γρή­γο­ρα ἢ ξα­να­πέ­φτεις ἀ­μέ­σως, ἀ­πο­γο­η­τευ­μέ­νος, στὴ συ­νη­θι­σμέ­νη κα­τά­στα­ση μιᾶς συ­νε­χοῦς ἀ­δι­α­φο­ρί­ας. Γιὰ τὴ μαλ­θα­κό­τη­τα ὁ­ρι­σμέ­νων κα­λο­συ­νά­των καὶ κά­πως ἐ­πι­τη­δευ­μέ­νων πρά­ξε­ών του νι­ώ­θει μιὰν τέ­τοι­α ἀ­η­δί­α ποὺ ἂν κά­τσει καὶ τὸ σκε­φτεῖ, πολ­λὲς φο­ρὲς θὰ ἤ­θε­λε νὰ εἶ­ναι ἕ­να ἀ­πάν­θρω­πο κτῆ­νος. Καὶ αὐ­τὲς οἱ γυ­ναῖ­κες ποὺ ἀλ­λοι­ώ­νουν τὸ πρό­σω­πό τους γιὰ νὰ τὸ με­τα­μορ­φώ­σουν σὲ μά­σκα! Ἂν τὶς ρω­τή­σεις «Τί σκέ­φτε­σαι;», δὲν σκέ­φτον­ται τί­πο­τα· ἀρ­κεῖ ὅ­μως νὰ τὶς ρω­τή­σεις καὶ ἀ­να­δύ­ε­ται στὸ μυα­λό τους κά­τι ποὺ δὲν μπο­ροῦν νὰ σοῦ ποῦ­νε. Εἶ­ναι σὰν νὰ ξυ­πνᾶς τὶς γά­τες. Καὶ ἡ μα­ται­ό­τη­τα ὅ­λων αὐ­τῶν τῶν μυ­στι­κῶν συλ­λο­γι­σμῶν, πάν­τα μ’ ἕ­να ἠ­λί­θιο χα­μό­γε­λο ἕ­τοι­μο νὰ σχη­μα­τι­στεῖ στὰ χεί­λη σου στὸ πα­ρα­μι­κρὸ κά­λε­σμα τῶν ἀ­γα­πη­τῶν φί­λων, ποὺ σὲ χλευά­ζουν, για­τὶ δὲν ξέ­ρεις νὰ τοὺς πεῖς οὔ­τε τί ἔ­χεις οὔ­τε τί θέ­λεις. Αὐ­τὸ εἶ­ναι τὸ βά­ρος. Ἐ­νῶ, ἴ­σως, ἀ­πὸ μό­νη της ἡ ἰ­δέ­α εἶ­ναι τὸ ἐ­λα­φρύ, τὸ πιὸ ἁ­πλὸ καί, για­τί ὄ­χι, τὸ πιὸ σύ­νη­θες πράγ­μα.

       Δι­έ­σχι­σε τὴν πλα­τεί­α. Προ­τοῦ μπεῖ στὸ στε­νὸ μὲ τὰ σπί­τια κον­το­στέ­κε­ται πά­λι. Στὴν κα­τά­στα­ση ποὺ βρί­σκε­ται τὸ νὰ πά­ει νὰ κλει­στεῖ τοῦ προ­κα­λεῖ πε­ρισ­σό­τε­ρο ἀ­πὸ ζα­λά­δα φό­βο. Στρί­βει δε­ξιά, κα­τὰ μῆ­κος τῆς λε­ω­φό­ρου ποὺ ὁ­δη­γεῖ στὴ γέ­φυ­ρα, καὶ στὴ συ­νέ­χεια στὶς ἀ­πο­μο­νω­μέ­νες συ­νοι­κί­ες πέ­ρα ἀ­πὸ τὸ πο­τά­μι. Εἶ­ναι σί­γου­ρο πὼς θὰ κά­νει πί­σω μό­λις φτά­σει στὴ γέ­φυ­ρα. Δὲν θὰ τὴν ἀ­νέ­βει τὴ γέ­φυ­ρα. Χω­ρὶς νὰ θέ­λει νὰ τὸ νιώ­σει, ἕ­να ρί­γος τὸν δι­α­περ­νᾶ καὶ μό­νο στὴ σκέ­ψη. Τὸ κρύ­ο εἶ­ναι δι­α­πε­ρα­στι­κό· ἀ­κό­μη καὶ τὸ πλα­κό­στρω­το μοιά­ζει νὰ ἔ­χει με­λα­νιά­σει. Κα­θὼς περ­πα­τᾶ, πα­ρα­τη­ρεῖ πὼς κά­θε φο­ρὰ ποὺ περ­νᾶ κά­τω ἀ­πὸ ἕ­ναν ἠ­λε­κτρι­κὸ λαμ­πτή­ρα ποὺ κρέ­με­ται στὴ σει­ρά, ψη­λά, κα­τα­με­σῆς της λε­ω­φό­ρου, ὁ ἴ­σκιος τοῦ σώ­μα­τός του ἐ­πι­μη­κύ­νε­ται, με­γα­λώ­νον­τας πα­ρά­δο­ξα καὶ τὸ ἕ­να πό­δι καὶ τὸ ἄλ­λο, καὶ ὅ­σο πε­ρισ­σό­τε­ρο ἐ­πι­μη­κύ­νε­ται τό­σο ἐ­ξα­ϋ­λώ­νε­ται, μέ­χρις ὅ­του ἐ­ξα­φα­νί­ζε­ται. Καὶ ὁ ἴ­σκιος τοῦ σώ­μα­τός του λοι­πὸν ὅ­πως καὶ αὐ­τὴ ἡ ἰ­δέ­α.

       Δὲν δύ­να­ται πλέ­ον νὰ βαυ­κα­λι­στεῖ μὲ τὴν ἰ­δέ­α ὅ­τι τὸ ἑ­πό­με­νο πρω­ί, ἀ­να­νε­ω­μέ­νος ἀ­πὸ τὸν νυ­χτε­ρι­νὸ ὕ­πνο, θὰ δι­ώ­ξει ἀ­πὸ πά­νω του τὴ θύ­μη­ση αὐ­τῶν τῶν βα­σα­νι­στι­κῶν στιγ­μῶν, ἀ­να­φω­νών­τας γιὰ νὰ μὴν τοὺς δώ­σει ση­μα­σί­α: «εἶ­ναι ἡ κού­ρα­ση!».

       Τὸ ἔ­χει πεῖ πολ­λὲς φο­ρὲς αὐ­τό. Τοῦ φαί­νε­ται πλέ­ον πὼς πρό­κει­ται γιὰ τὰ λό­για κά­ποι­ου ἄλ­λου, γιὰ μιὰν πα­ρη­γο­ριὰ πού, μο­λο­νό­τι εἶ­ναι ἀ­νώ­φε­λο νὰ δώ­σεις, τὸ κά­νεις. Ἂν εἶ­ναι ἐ­ξάλ­λου στ’ ἀ­λή­θεια ἡ κού­ρα­ση, ἀ­πὸ τὴ στιγ­μὴ ποὺ δὲν πρό­κει­ται πλέ­ον γιὰ στιγ­μὲς καὶ ποὺ δὲν ἀρ­κεῖ οὔ­τε ὁ ὕ­πνος οὔ­τε κά­τι ἄλ­λο γιὰ νὰ τοῦ πε­ρά­σει, τί ἀ­να­κού­φι­ση καὶ τί πα­ρη­γο­ριὰ μπο­ρεῖ πιὰ νὰ ὑ­πάρ­ξει γι’ αὐ­τὸν ὀ­νο­μά­ζον­τας ἔ­τσι αὐ­τὴν τὴν ἰ­δέ­α; Καὶ δὲν εἶ­ναι οὔ­τε ἀ­πέ­χθεια γιὰ τὸ εἶ­δος τῆς ζω­ῆς ποὺ κά­νει. Ὄ­χι, εἶ­ναι ὅ­τι στ’ ἀ­λή­θεια δὲν ξέ­ρει τί εἶ­ναι ἀ­κρι­βῶς οὔ­τε ἀ­πὸ ποῦ ἔρ­χε­ται στὸ μυα­λό του τό­σο συ­χνὰ πλέ­ον αὐ­τὴ ἡ ἰ­δέ­α, σὰν μιὰ αἰφ­νί­δια παύ­ση ποὺ τὸν κρα­τᾶ με­τέ­ω­ρο καὶ βυ­θι­σμέ­νο σὲ μιὰ θο­λὴ ἀ­να­μο­νή.

       Μὰ τί ἔ­γι­νε; Ἔ­χει ἤ­δη μπεῖ μέ­σα;

       Ἀ­πὸ μό­να τους, τὰ πό­δια του τὸν ὁ­δή­γη­σαν σὲ μιὰν ἐ­ξώ­πορ­τα πο­λὺ γνω­στὴ σὲ κεί­νη τὴ λε­ω­φό­ρο· καὶ μά­λι­στα ἀ­νέ­βη­καν τὴν πρώ­τη στρο­φὴ μιᾶς σκά­λας, τὴν ὁ­ποί­α ἄλ­λες φο­ρὲς εἶ­χε ἀ­νέ­βει μὲ μιὰ ἀ­ό­ρι­στη ἐλ­πί­δα στὴν καρ­διὰ καὶ τὴν ὁ­ποί­α εἶ­χε κα­τέ­βει μὲ τὴν ἀ­πό­φα­ση νὰ μὴν τὴν ξα­να­νέ­βει πο­τὲ πιά.

       Ἕ­να προ­θά­λα­μος καὶ με­τὰ τὸ γρα­φεῖ­ο, ὁ­λο­σκό­τει­νο, μὲ τὸ φῶς νὰ πέ­φτει μό­νο πά­νω στὰ με­γά­λα ἄ­σπρα φύλ­λα ἑ­νὸς κα­τά­στι­χου, ἀ­νοιγ­μέ­νου πά­νω στὴν ἐ­πι­φά­νεια τοῦ σε­κρε­ταίρ. Μό­λις ποὺ δι­α­φαί­νε­ται μὲς σὲ κεί­νη τὴ σκιὰ ἕ­να πορ­τα­τὶφ μὲ πρά­σι­νο γυα­λί. Καὶ πά­νω σε κεῖ­να τὰ φω­τι­σμέ­να φύλ­λα δύ­ο μι­κρὰ ρο­δα­λὰ χε­ρά­κια, μὲ τό­σα λακ­κά­κια ὅ­σα καὶ τὰ δά­χτυ­λα. Μιὰ φω­νὴ ἀ­κού­γε­ται ἀ­πὸ τὴ σκιά. Χω­ρὶς ἴ­χνος ἔκ­πλη­ξης, χω­ρὶς ἐ­πί­πλη­ξη, σὰν νὰ δι­α­γρά­φε­ται ἕ­να ἁ­πα­λό, εὐ­τυ­χι­σμέ­νο χα­μό­γε­λο: «Ἄ, ἦρ­θες πά­λι;».

       Πρέ­πει νὰ συ­νη­θί­σεις στὸ σκο­τά­δι γιὰ νὰ μπο­ρεῖς νὰ δι­α­κρί­νεις· αὐ­τὸς βλέ­πει κα­θα­ρὰ ὅ­μως καὶ κα­τευ­θύ­νε­ται πρὸς τὴ φω­νὴ καὶ ἔ­χει, ὡς συ­νή­θως, τὰ χέ­ρια του πα­νέ­τοι­μα· ὡς συ­νή­θως αὐ­τὴ τὰ παίρ­νει καὶ κά­νει σὰν νὰ τοῦ τὰ ἐ­πι­στρέ­φει μᾶλ­λον πα­ρὰ σὰν νὰ τὰ ἀ­πω­θεῖ. Ἔ­τσι δὲν τὰ θέ­λει· ἀ­κό­μη κι ἂν αὐ­τὸς δὲν εἶ­χε πά­ψει νὰ εἶ­ναι ὁ ἀρ­ρα­βω­νι­α­στι­κός της. Τί; Εἶ­ναι ἀ­κό­μη; Τί θρά­σος! Δὲν ἔ­χει φα­νεῖ ἐ­δῶ καὶ τέσ­σε­ρις μῆ­νες. Αὐ­τὴ δὲν τοῦ ξα­να­τη­λε­φώ­νη­σε· δὲν θὰ τοῦ ξα­να­τη­λε­φω­νή­σει ὅ­μως πο­τέ. Ἂν θέ­λει νὰ ἔρ­χε­ται, θὰ εἶ­ναι πάν­τα κα­λο­δε­χού­με­νος καὶ θὰ τὴ βρί­σκει κά­θε βρά­δυ νὰ δου­λεύ­ει στὸ σπί­τι, με­τὰ τὴν κα­θη­με­ρι­νή της δου­λειὰ στὴν τρά­πε­ζα: ἐ­κεῖ, μὲ τὰ κα­τά­στι­χά της, ἀ­νά­με­σα στοὺς ἀ­ριθ­μοὺς καὶ τοὺς δύ­ο κον­δυ­λο­φό­ρους, μά­λι­στα, καὶ τὰ δύ­ο με­λά­νια, τοὺς κόκ­κι­νους καὶ τοὺς μαύ­ρους ἀ­ριθ­μούς, τοὺς χά­ρα­κες, τὰ μο­λύ­βια καὶ τὴν ἀ­ριθ­μο­μη­χα­νὴ γιὰ τὶς ἀ­ριθ­μη­τι­κὲς πρά­ξεις.

       «Θεί­α!»

       Ἄ­δι­κος κό­πος νὰ τὴν ξυ­πνή­σεις, τὴν κα­η­μέ­νη τὴ θεί­α. Συ­νή­θως κοι­μᾶ­ται στὸν κα­να­πὲ κά­νον­τας πὼς πλέ­κει. Ἐ­πι­μέ­νει νὰ τὴ πε­ρι­μέ­νει, μὲ τὰ γυα­λιὰ στὴ μύ­τη, μέ­χρι νὰ τε­λει­ώ­σει τὴ δου­λειά της γιὰ νὰ πᾶ­νε μα­ζὶ γιὰ ὕ­πνο. Τὸ κε­φά­λι της γέρ­νει πό­τε πρὸς τὸν ἕ­ναν ὦ­μο καὶ πό­τε πρὸς τὸν ἄλ­λον· τὰ χέ­ρια της ἔ­χουν γλι­στρή­σει στὸ στῆ­θος: καὶ τὰ γυα­λιά της θὰ γλι­στρή­σουν σὲ λί­γο ἀ­πὸ τὴ μύ­τη της.

       Αὐ­τοὶ οἱ ἀ­ριθ­μοί; Μὰ ὄ­χι, δὲν εἶ­ναι τί­πο­τα ση­μαν­τι­κὸ γιὰ κεί­νη. Ἁ­πλὰ ἡ δου­λειά της, ποὺ πρέ­πει νὰ τὴν ἐ­κτε­λέ­σει μὲ τὴ μέ­γι­στη προ­σο­χή. Ἔ­πει­τα, ἡ θέ­ση τους εἶ­ναι ἐ­κεῖ, γιὰ τὴν τρά­πε­ζα. Δὲν τὴν ἐν­δι­α­φέ­ρουν κα­θό­λου. Καὶ λέ­γον­τας αὐ­τὰ περ­νά­ει τὰ δά­κτυ­λά της στὰ ξαν­θὰ γυ­α­λι­στε­ρὰ καὶ ἴ­σια μαλ­λιά της καὶ τοῦ χα­μο­γε­λά­ει μὲ τὰ ἀ­νοι­χτό­χρω­μα γα­λά­ζια μά­τια της. Τὰ χεί­λη της εἶ­ναι τό­σο τρυ­φε­ρὰ καὶ τὸ μέ­τω­πό της τό­σο ἤ­ρε­μο! Μὰ δὲν ἔ­χει πο­τὲ ἐ­πι­θυ­μί­ες;

       «Ὄ­χι. Καὶ για­τί νὰ ἔ­χει;».

       Ἄχ, Θε­έ μου, ναί, κά­ποι­ες, φευ­γα­λέ­ες, καὶ μό­νο ἂν εἶ­ναι ἐ­φι­κτές. Εἶ­ναι εὐ­χα­ρι­στη­μέ­νη ἔ­τσι ὅ­πως εἶ­ναι.

       Κι ἂν αὐ­τὸς τὴν παν­τρευ­ό­ταν;

       Μὰ ἀ­σφα­λῶς, για­τί ὄ­χι, θὰ ἦ­ταν εὐ­χα­ρι­στη­μέ­νη.

       Αὐ­τὸς ὅ­μως δὲν θὰ τὴν παν­τρευ­τεῖ πο­τέ. Τώ­ρα τὴν ρω­τά­ει ἁ­πλῶς γιὰ νὰ μά­θει τί θὰ τοῦ ἀ­παν­τή­σει.

       Ὡ­ραί­α, ἔ­τσι τοῦ ἀ­παν­τά­ει. Εἶ­ναι ὄ­μορ­φο νὰ κά­νει αὐ­τὴν τὴν ὑ­πο­θε­τι­κὴ ἐ­ρώ­τη­ση ἀ­κό­μη κι ἂν δὲν τὴν πι­στεύ­ει.

       Ἐ­ξάλ­λου, εἶ­ναι κα­λύ­τε­ρα νὰ μὴν παν­τρεύ­ε­ται μιὰ γυ­ναί­κα σὰν κι αὐ­τή. Δὲν θὰ μπο­ροῦ­σε νὰ φαν­τα­στεῖ τὸν ἑ­αυ­τό της νὰ κά­νει μιὰ δι­α­φο­ρε­τι­κὴ ζω­ή. Αὐ­τὸ τὸ ἀρ­χον­τι­κὸ δι­α­με­ρι­σμα­τά­κι, μο­λο­νό­τι στὸν πέμ­πτο ὄ­ρο­φο, ὅ­λα κα­λο­βαλ­μέ­να, μὲ τὰ σω­στὰ χρώ­μα­τα, κουρ­τί­νες, χα­λιά, ἡ ἱ­κα­νο­ποί­η­ση πὼς ὅ­λα τὰ ὀ­φεί­λει στὴ δου­λειά της, ἡ ἠ­ρε­μί­α τῆς θεί­ας, κά­ποι­ες μι­κρὲς ἀ­πο­λαύ­σεις ποὺ κά­θε τό­σο μπο­ροῦν νὰ ἔ­χουν, οἱ θε­ρι­νὲς δι­α­κο­πὲς στὴ θά­λασ­σα ἢ στὸ βου­νό, κά­ποι­οι πε­ρί­πα­τοι, οἱ γι­ορ­τές, μὲ τὴν τά­δε ἢ τὴν δεί­να φί­λη. Μὰ ἀ­σφα­λῶς, ναί, ἔ­χει με­ρι­κὲς ἐ­πι­θυ­μί­ες. Καὶ χα­μο­γε­λά­ει. Για­τί δὲν θά ’­πρε­πε νὰ ἔ­χει; Καὶ κά­ποι­ον νε­α­ρό, για­τί ὄ­χι! Λί­γες γυ­ναῖ­κες ξέ­ρουν νὰ χα­μο­γε­λοῦν μὲ μιὰ τό­σο ἀ­πό­μα­κρη γλυ­κύ­τη­τα. Μοιά­ζει μα­κριὰ ἀ­π’ ὅ­λα, μα­κριὰ καὶ ἀ­πὸ τὸν ἑ­αυ­τό της, λὲς καὶ οὔ­τε τὸ σῶ­μα της τῆς ἀ­νή­κει καὶ δὲν ἔ­χει τὴν πα­ρα­μι­κρὴ ὑ­πο­ψί­α οὔ­τε γιὰ τὸν πό­θο ποὺ μπο­ρεῖ νὰ ξυ­πνή­σει οὔ­τε γιὰ τὴν ἀ­πό­λαυ­ση ποὺ μπο­ρεῖ νὰ προ­σφέ­ρει. Ἐκ­πέμ­πει πράγ­μα­τι μιὰ τέρ­ψη τό­σο ἀρ­χον­τι­κὰ ἤ­ρε­μη καὶ ἁ­γνὴ ποὺ κα­νέ­νας σαρ­κι­κὸς πό­θος δὲν μπο­ρεῖ νὰ ἀ­να­δυ­θεῖ σὲ αὐ­τὸν ποὺ τὴν κοι­τά­ζει. Μὰ εἶ­ναι δυ­να­τὸν νὰ μὴν σκέ­φτε­ται τί­πο­τα; Του­λά­χι­στον τὸ μέλ­λον της! Μὰ θὰ ζή­σει πάν­τα ἔ­τσι, μὲ αὐ­τὴν τὴν ἐγ­κρά­τεια, πάν­τα μὲ αὐ­τὸ τὸ ὕ­φος τῆς πα­ραί­τη­σης ἀ­πὸ ὅ­λα; Ὑ­πάρ­χουν οἱ ἄλ­λοι· ὑ­πάρ­χει ἡ ζω­ή, ἀρ­κεῖ νὰ κά­νει ἕ­να βῆ­μα. Δὲν θέ­λει. Οἱ σκέ­ψεις τῆς μέ­ρας, τὰ πράγ­μα­τα ποὺ ἔ­χει νὰ κά­νει. Ἐ­νί­ο­τε δι­α­βά­ζει κά­ποι­ο βι­βλί­ο· ἔ­χει ὅ­μως τό­σο λί­γο χρό­νο γιὰ τὸ δι­ά­βα­σμα! Τα­ξι­δι­ω­τι­κὰ βι­βλί­α. Μὲ τα­ξί­δια στὸ βό­ρει­ο πό­λο; Ὄ­χι. Για­τί τὸ λέ­ει αὐ­τό; Ἕ­να ἀ­κό­μη ὡ­ραῖ­ο, ρευ­στό, κα­θα­ρό, φω­τει­νὸ γέ­λιο. Πι­στεύ­ει στ’ ἀ­λή­θεια πὼς εἶ­ναι τό­σο ψυ­χρή; Κι ὅ­μως, λέ­νε πὼς οἱ Ἐ­σκι­μῶ­ες εἶ­ναι τό­σο θερ­μές!

       «Ἐ­γώ; Δὲν ξέ­ρω. Τὸ χει­μώ­να δὲν τὸ ἀν­τέ­χω τὸ κρύ­ο. Κά­τω τὰ χέ­ρια. Εἶ­ναι κρύ­α, τὸ ξέ­ρω.»

       Ἔ­πει­τα αὐ­τὴ ἡ σι­ω­πή. Πάν­τα αὐ­τὴ ἡ σι­ω­πή.

       «Κοι­μᾶ­μαι ἤ­ρε­μα. Σπά­νια ὀ­νει­ρεύ­ο­μαι.»

       Στὴ γέ­φυ­ρα, ἐ­κεῖ­νο τὸ βρά­δυ, τί κα­θα­ρό­τη­τα ποὺ ἔ­χουν τὰ ἀ­στέ­ρια!

       Κοι­τά­ζει τὸν οὐ­ρα­νό, γιὰ νὰ μὴν κοι­τά­ξει κά­τω, τὸ νε­ρὸ στὸ πο­τά­μι. Ἡ ἰ­δέ­α τὴν ὁ­ποί­α δὲν μπο­ρεῖ νὰ ἀ­πο­σα­φη­νί­σει ἴ­σως εἶ­ναι ἀ­κρι­βῶς αὐ­τή. Δὲν ἔ­χει ὅ­μως τὸ κου­ρά­γιο. Ἀ­κουμ­πά­ει τὰ χέ­ρια του στὴν κου­πα­στὴ τῆς γέ­φυ­ρας· τὰ νι­ώ­θει νὰ ἐ­πι­στρέ­φουν καὶ τώ­ρα, ἀ­πὸ τὸ κρύ­ο τῆς πέ­τρας, ὅ­πως νω­ρί­τε­ρα ἀ­πὸ τὴ θαλ­πω­ρὴ ἐ­κεί­νων τῶν ἄλ­λων χε­ρι­ῶν. Καὶ ἀ­πο­μέ­νει ἐ­κεῖ, βυ­θι­σμέ­νος ξα­νά, θο­λά, σὲ κεί­νη τὴν πα­ρά­ξε­νη δι­κή του προ­σμο­νή. Ὁ χρό­νος ἔ­χει στα­μα­τή­σει, καὶ ἀ­νά­με­σα στὰ πράγ­μα­τα ποὺ ἔ­χουν ἀ­πο­μεί­νει τρι­γύ­ρω ἀ­πο­σβο­λω­μέ­να, σὲ ἔκ­στα­ση, φαί­νε­ται πὼς ἕ­να ὑ­πέ­ρο­χο μυ­στι­κὸ βρί­σκε­ται στὸ γε­γο­νὸς ὅ­τι μέ­σα σὲ τό­ση ἀ­κι­νη­σί­α μό­νο το νε­ρὸ τοῦ πο­τα­μοῦ κι­νεῖ­ται.


Bonsai-03c-GiaIstologio-04


Πηγή: L. Pirandello, «Un’idea» στὸ Il meg­lio dei rac­con­ti di Lui­gi Pi­ra­ndel­lo, Mon­da­do­ri, Mi­la­no, 1993, pp. 1014-1018.

Λου­ί­τζι Πι­ραν­τέλ­λο (Luigi Pirandello) (Ἀ­κρά­γαν­τας 1867 – Ρώ­μη 1936). Ξε­κί­νη­σε νὰ γρά­φει νου­βέ­λες στὰ τέ­λη τῆς δε­κα­ε­τίας τοῦ 1890 καὶ συ­νέ­χι­σε ὣς τὶς τε­λευ­ταῖ­ες μέ­ρες τῆς ζω­ῆς του. Τὸ δι­ή­γη­μα δὲν ἦ­ταν μό­νο το ση­μεῖ­ο ἀ­φε­τη­ρί­ας γιὰ τὰ θε­α­τρι­κά του ἀ­ρι­στουρ­γή­μα­τα, ἀλ­λὰ κυ­ρί­ως τὸ προ­νο­μι­οῦ­χο ἔ­δα­φος γιὰ κά­θε ψυ­χι­κὴ ἐν­δο­σκό­πη­ση, ἰ­δα­νι­κὸ γιὰ νὰ δώ­σει ζω­ὴ σὲ ἕ­ναν χα­ρα­κτή­ρα, νὰ ἀ­πο­τυ­πώ­σει ἀ­το­μι­κὲς τρα­γω­δί­ες ἢ νὰ πα­ρα­πέμ­ψει σὲ πιὸ ἐ­κτε­νεῖς ἱ­στο­ρι­κὲς καὶ κοι­νω­νι­κὲς κρί­σεις. Τὸ πλῆ­ρες corpus τῶν σύν­το­μων δι­η­γη­μά­των τοῦ Πι­ραν­τέλ­λο (τρι­α­κό­σια ἑ­ξήν­τα δι­η­γή­μα­τα) ἐκ­δό­θη­κε μὲ τὸν τί­τλο Νου­βέ­λες γιὰ ­να χρό­νο σὲ εἰ­κο­σι­τέσ­σε­ρις τό­μους τὸ δι­ά­στη­μα 1922-1937 καὶ χα­ρα­κτη­ρί­ζε­ται ἀ­πὸ ἕ­ναν τέ­λει­ο ἀ­φη­γη­μα­τι­κὸ μη­χα­νι­σμό, ἐ­πι­δέ­ξια κα­τα­σκευ­α­σμέ­νους δι­α­λό­γους, ἐκ­πλη­κτι­κὰ μον­τέρ­νους χα­ρα­κτῆ­ρες. Ἱ­στο­ρί­ες “χω­ρὶς ἤ­ρω­ες”, μὲ τὰ ἀν­θρώ­πι­να ζη­τή­μα­τα νὰ δι­α­θλῶν­ται ὅ­πως σὲ ἕ­ναν κα­θρέ­φτη ἀ­π’ ὅ­που ἀ­να­δύ­ον­ται δι­α­φο­ρε­τι­κὲς καὶ ἀλ­λό­κο­τες εἰ­κό­νες. Κεί­με­να-ὁ­ρό­ση­μα ἀ­π’ τὰ ὁ­ποῖ­α κα­τα­γρά­φει κα­νεὶς τὸ πα­ρά­λο­γο τῶν ἀν­θρώ­πι­νων πα­θῶν, ἀ­φουγ­κρά­ζε­ται τὸ ὑ­πο­συ­νεί­δη­το, ρί­χνει ἕ­να βλέμ­μα σὲ μιὰ πραγ­μα­τι­κό­τη­τα ἀ­νώ­μα­λη, πα­ρα­μορ­φω­μέ­νη, ἀ­νοί­κεια, ποὺ στε­ρεῖ­ται ὁ­ποι­ασ­δή­πο­τε κα­θη­συ­χα­στι­κῆς σι­γου­ριᾶς.

Μετάφραση ἀπὸ τὰ ἰταλικά:

Μα­ρί­α Σπυ­ρι­δο­πού­λου (Ἀ­θή­να, 1961). Σπού­δα­σε γαλ­λι­κὴ καὶ ἰ­τα­λι­κὴ φι­λο­λο­γί­α. Δι­δά­σκει στὸ Τμῆ­μα Θε­α­τρι­κῶν Σπου­δῶν τοῦ Παν/μί­ου Πε­λο­πον­νή­σου στὸ Ναύ­πλιο. Ἔ­χει με­τα­φρά­σει με­τα­ξὺ τῶν ἄλ­λων τὸ 2006 τὴ Σουλ­τά­να σκιά, τῆς Ἀσ­σιὰ Τζεμ­πάρ, ἐ­νῶ ἡ πρώ­τη της με­τά­φρα­ση εἶ­ναι τὸ Ἡ σει­ρή­να καὶ τὰ ἄλ­λα δι­η­γή­μα­τα τοῦ Το­μά­ζι ντὶ Λαμ­πεν­τού­ζα (1993) καὶ ἡ τε­λευ­ταί­α τὸ Ἕ­να σύν­το­μο αἰ­σθη­μα­τι­κὸ τα­ξί­δι τοῦ Ἴ­τα­λο Σβέ­βο (2007).



		

	

Ντιντιὲ Ντενίνκ (Didier Daeninckx): Μιὰ ὁλόκληρη χρονιὰ στὸν ἥλιο

 

 

Ντιντιὲ Ντενίνκ (Didier Daeninckx)

 

Μιὰ ὁλόκληρη χρονιὰ στὸν ἥλιο

(Toute une année au soleil)

 

ΣΚΥΛΟΣ ΣΥΝΗΘΙΣΕ μέ­σα σὲ λι­γό­τε­ρο ἀ­πὸ μιὰ βδο­μά­δα. Ὕ­στε­ρα ἀ­πὸ δέ­κα χρό­νια ποὺ εἶ­χε πε­ρά­σει πνί­γον­τας τὶς κραυ­γές του μέ­σα σὲ κεῖ­νο τὸ συ­νοι­κια­κὸ δι­α­μέ­ρι­σμα μὲ τὶς με­σο­τοι­χί­ες ἀ­πὸ πε­πι­ε­σμέ­νο χαρ­τί, ἄ­φη­νε πλέ­ον ἐ­λεύ­θε­ρο τὸ ἔν­στι­κτό του καὶ γά­βγι­ζε ἀ­παν­τών­τας στὰ ἄλ­λα σκυ­λιὰ τῶν γει­το­νι­κῶν ἀ­γρο­τό­σπι­των καὶ χαι­ρε­τί­ζον­τας τὴν ἐμ­φά­νι­ση τοῦ φεγ­γα­ριοῦ.

            Ὁ Πι­ὲρ ἐ­ρω­τεύ­τη­κε κε­ραυ­νο­βό­λα αὐ­τὴν τὴν πε­ρι­ο­χὴ τῆς Ἀρ­ντές. Τοῦ ἄ­ρε­σαν τὰ βα­θιὰ πο­τά­μια, τὰ κλει­στὰ χω­ριά, οἱ ἀ­λη­θι­νὲς πε­διά­δες ποὺ ἡ ἔλ­λει­ψη ἄ­νε­σης τὶς προ­στά­τευ­ε ἀ­πὸ τὶς με­γά­λες κα­λο­και­ρι­νὲς ἐ­πε­λά­σεις. Ὁ αὐ­το­κι­νη­τό­δρο­μος στὴ νό­τια Γαλ­λί­α βρι­σκό­ταν σὲ ἀ­πό­στα­ση λι­γό­τε­ρη ἀ­πὸ 30 χι­λι­ό­με­τρα καὶ συ­νέ­δε­ε τὴ Βα­λὰνς μὲ τὴν Τουρ­νόν, ἀλ­λὰ ἐ­λά­χι­στοι πα­ρα­θε­ρι­στὲς τολ­μοῦ­σαν νὰ πά­ρουν τοὺς φι­δω­τοὺς δρό­μους τῆς πε­ρι­ο­χῆς τοῦ Βι­βα­ρέ.

            Εἶ­χαν ἔρ­θει ἐ­πὶ δέ­κα συ­νε­χῆ χρό­νια, τὸν Ἰ­ού­λιο, μὲ τὴν ἄ­δειά τους, γιὰ νὰ ἀ­πο­λαύ­σουν τὰ τε­λευ­ταῖ­α κε­ρά­σια καὶ τὰ πρώ­ι­μα βε­ρί­κο­κα. Στὸ τέ­λος ἀ­γό­ρα­σαν μιὰ πα­λιὰ ἀ­γροι­κί­α, χτι­σμέ­νη πά­νω ἀ­πὸ τὸ Ἀρ­λμπό­σκ, σ’ ἕ­να μο­νο­πά­τι ποὺ τέ­λει­ω­νε στὸ ἑ­πό­με­νο κτί­σμα.

            Ὁ Πι­ὲρ εἶ­χε πά­ρει τὴ σύν­τα­ξή του τὸν Ἰ­α­νουά­ριο καὶ εἶ­χε φύ­γει γιὰ νὰ ἑ­τοι­μά­σει τὸ σπί­τι γιὰ τὴν ὁ­ρι­στι­κή τους με­τοί­κη­ση. Ἡ Ζο­ζὲτ εἶ­χε στὴ δι­ά­θε­σή της ἕ­να ὁ­λό­κλη­ρο τρί­μη­νο γιὰ νὰ ὁ­λο­κλη­ρώ­σει τὶς δου­λει­ές της καὶ νὰ μπο­ρέ­σει, ἔ­πει­τα ἀ­πὸ σα­ράν­τα χρό­νια θυ­σί­ας στὸ πλευ­ρὸ ἑνὸς κα­τα­σκευα­στὴ ρου­λε­μάν, νὰ ἀ­πο­λαύ­σει τὴν ξε­κού­ρα­ση ποὺ τῆς πα­ρα­χω­ροῦν­ταν.

            Πῆ­γε κον­τά του τὸν Ἀ­πρί­λιο, μὲ τὸ φορ­τη­γὸ τῆς με­τα­φο­ρι­κῆς καὶ ἐγ­κα­τα­στά­θη­κε στὸ δω­μά­τιο ποὺ εἶ­χε θέ­α πρὸς τὶς Ἄλ­πεις, τὶς ὁ­ποῖ­ες δι­έ­κρι­νες κα­θα­ρὰ τὶς πα­ρα­μο­νὲς τῆς κα­ται­γί­δας. Εἶ­χε πε­ρά­σει πο­λὺς και­ρὸς ἀ­πὸ τό­τε ποὺ δὲν κοι­μόν­του­σαν μα­ζί. Ὁ Πι­ὲρ μα­στό­ρευ­ε ἀ­πὸ τὸ πρω­ὶ μέ­χρι τὸ βρά­δυ στὸ σπί­τι καὶ στὸ πε­ρι­βό­λι. Τὸ βρά­δυ κα­θη­λω­νό­ταν εὐ­τυ­χι­σμέ­νος μπρο­στὰ στὴν τη­λε­ό­ρα­ση, μ’ ἕ­να πο­τή­ρι Σαίν-Ζο­ζὲφ στὸ χέ­ρι. Ἡ Ζο­ζὲτ ἀ­νέ­βαι­νε νὰ κοι­μη­θεῖ καὶ τὸ βλέμ­μα της ἔ­πε­φτε πά­νω στὶς γραμ­μὲς ἑνὸς βι­βλί­ου χω­ρὶς νὰ κα­τα­φέ­ρει νὰ δι­α­βά­σει οὔ­τε μιὰ λέ­ξη. Τοὺς πρώ­τους μῆ­νες εἶ­χε προ­σπα­θή­σει νὰ πιά­σει κου­βέν­τα μὲ τὶς γυ­ναῖ­κες στὴν ἀ­γο­ρὰ καὶ στὰ μα­γα­ζιά, ἀλ­λὰ ὁ ἀ­έ­ρας τῆς Πα­ρι­ζιά­νας, τῆς ἔμ­πει­ρης στὶς συ­ναλ­λα­γὲς ἐρ­γα­ζό­με­νης, τὶς εἶ­χε φο­βί­σει. Οἱ προ­σπά­θει­ες εἶ­χαν κολ­λή­σει στὰ «κα­λη­μέ­ρα» καὶ «κα­λη­σπέ­ρα» ποὺ ἀν­τάλ­λασ­σαν με­τα­ξύ τους.

            Ἦρ­θαν τὰ παι­διά, ἡ κό­ρη τὸν Ἰ­ού­λιο, ὁ γιὸς τὸν Αὔ­γου­στο, μὲ τὰ μι­κρά, καὶ αὐ­τὴ εἶ­χε πι­στέ­ψει πὼς θὰ ἔ­κα­νε προ­μή­θει­ες εὐ­τυ­χί­ας καὶ γέ­λιου γιὰ τοὺς κρύ­ους, μα­κρό­συρ­τους μῆ­νες τοῦ χει­μώ­να.

            Ἦ­ταν ἤ­δη Νο­έμ­βρης καὶ ὁ ἀ­έ­ρας φυ­σοῦ­σε μέ­σα στὰ γυ­μνὰ δά­ση. Ὁ Πι­ὲρ δὲν κοι­μό­ταν κα­λὰ καὶ στρι­φο­γύ­ρι­ζε στὸ κρε­βά­τι του. Τὸ τρί­ξι­μο ἑνὸς σκα­λο­πα­τιοῦ τὸν ξύ­πνη­σε. Ση­κώ­θη­κε ὄρ­θιος καὶ τέν­τω­σε τὰ αὐ­τιά του. Κά­ποι­ος περ­πα­τοῦ­σε στὴν τρα­πε­ζα­ρί­α. Ξε­κρέ­μα­σε τὸ ντου­φέ­κι του καὶ ἀρ­γά, πα­τών­τας ἁ­πα­λὰ ξυ­πό­λυ­τος πά­νω στὰ πλα­κά­κια τοῦ δι­α­δρό­μου, προ­χώ­ρη­σε μέ­χρι τὸ δω­μά­τιο τῆς Ζο­ζέτ. Τὸ σῶ­μα τῆς γυ­ναί­κας του φού­σκω­νε τὸ πά­πλω­μα. Ὁ Πι­ὲρ δὲν τὴν ξύ­πνη­σε κι ἔ­φτα­σε μέ­χρι τὴν ξύ­λι­νη κου­πα­στὴ ποὺ προ­ε­ξεῖ­χε πά­νω ἀ­πὸ τὸ ἰ­σό­γει­ο. Μιὰ σκού­ρα σι­λου­έ­τα ἀ­πο­μα­κρυ­νό­ταν κα­τευ­θυ­νό­με­νη πρὸς τὴν εἴ­σο­δο. Ὁ ἄ­γνω­στος γύ­ρι­σε ἀ­πό­το­μα γιὰ νὰ πά­ρει τὴ βα­λίτ­ζα ποὺ ἦ­ταν ἀ­κουμ­πι­σμέ­νη δί­πλα του. Ὁ Πι­έρ ἑρ­μή­νευ­σε τὴν κί­νη­ση ὡς ἀ­πει­λὴ καὶ ἔ­ρι­ξε δυ­ὸ φο­ρὲς μὲ τὸ ὅ­πλο. Ὁ ἄ­γνω­στος σω­ρι­ά­στη­κε καὶ τὸ ψυ­χο­μα­χη­τό του τὸ κά­λυ­ψαν οἱ κρό­τοι τῆς ἐκ­πυρ­σο­κρό­τη­σης ποὺ ἀν­τή­χη­σαν. Ὁ Πι­ὲρ ὄρ­μη­ξε στὸ δω­μά­τιο τῆς Ζο­ζὲτ γιὰ νὰ τὴν κα­θη­συ­χά­σει. Δὲν εἶ­χε ἀλ­λά­ξει θέ­ση καὶ ξαφ­νι­κὰ τὸν κυ­ρί­ε­ψε ὁ φό­βος μή­πως ἔ­γι­νε κά­ποι­ο κα­κό… Τρά­βη­ξε τὸ πά­πλω­μα κι ἐμ­πρὸς του ἐμ­φα­νί­στη­κε τὸ μα­κρό­στε­νο κυ­λιν­δρι­κὸ μα­ξι­λά­ρι ποὺ ἔ­δι­νε τὴν αἴ­σθη­ση μιᾶς πα­ρου­σί­ας. Ἀ­κούμ­πη­σε τὸ του­φέ­κι καὶ κα­τέ­βη­κε τὰ σκα­λιὰ τρέ­χον­τας, μὲ κίν­δυ­νο νὰ σπά­σει τὰ κό­κα­λά του. Τὸ δά­χτυ­λό του πά­τη­σε μὲ δύ­να­μη τὸν δι­α­κό­πτη. Τὸ σκλη­ρὸ φῶς ἔ­δει­ξε τὴν κα­τα­στρο­φή. Ἡ Ζο­ζὲτ κεί­τον­ταν ξα­πλω­μέ­νη μέ­σα στὸ αἷ­μα, στὸ κα­τώ­φλι τοῦ σπι­τιοῦ. Εἶ­χε κα­τα­φέ­ρει νὰ ἀ­νοί­ξει τὴ βα­λίτ­ζα, σ’ ἕ­να τε­λευ­ταῖ­ο σκίρ­τη­μα, κι ἄ­φη­νε αὐ­τὸν τὸν κό­σμο μὲ τὸ πρό­σω­πο βυ­θι­σμέ­νο μέ­σα στὶς φω­το­γρα­φί­ες, τὰ γράμ­μα­τα, τὶς ἀ­να­μνή­σεις μιᾶς ζω­ῆς, τῆς ὁ­ποί­ας τοῦ­το τὸ τέ­λος ἀρ­νοῦν­ταν.

 

 

Πη­γή: Didier Daeninckx, Main courante, ed. Verdier, Vendome, pp. 15-16. 

 

 Ντιντιὲ Ντενίνκ (Didier Daeninckx)(Saint-Denis, 27 Ἀπριλίου 1949). Γάλ­λος συγ­γρα­φέ­ας δι­η­γη­μά­των, δο­κι­μί­ων καὶ ἀ­στυ­νο­μι­κῶν μυ­θι­στο­ρη­μά­των. Ἕ­να ση­μαν­τι­κὸ μυ­θι­στό­ρη­μά του εἶ­ναι τὸ Nazis dans le metro (1996).

 

Με­τά­φρα­ση ἀ­πὸ τὰ γαλ­λι­κά:

Μα­ρί­α Σπυ­ρι­δο­πού­λου (Ἀ­θή­να, 1961). Σπού­δα­σε γαλ­λι­κὴ καὶ ἰ­τα­λι­κὴ φι­λο­λο­γί­α. Δι­δά­σκει στὸ Τμῆ­μα Θε­α­τρι­κῶν Σπου­δῶν τοῦ Παν/μί­ου Πε­λο­πον­νή­σου στὸ Ναύ­πλιο. Ἔ­χει με­τα­φρά­σει με­τα­ξὺ τῶν ἄλ­λων τὸ 2006 τὴ Σουλ­τά­να σκιά, τῆς Ἀσ­σιὰ Τζεμ­πάρ, ἐ­νῶ ἡ πρώ­τη της με­τά­φρα­ση εἶ­ναι τὸ Ἡ σει­ρή­να καὶ τὰ ἄλ­λα δι­η­γή­μα­τα τοῦ Το­μά­ζι ντὶ Λαμ­πεν­τού­ζα (1993) καὶ ἡ τε­λευ­ταί­α τὸ Ἕ­να σύν­το­μο αἰ­σθη­μα­τι­κὸ τα­ξί­δι τοῦ Ἴ­τα­λο Σβέ­βο (2007).

 

Ντιντιὲ Ντενίνκ (Didier Daeninckx): Τὸ εἴδωλο

 

 

Ντιν­τι­ Ντε­νὶνκ (D­i­d­i­er D­a­e­n­i­n­c­kx)

 

Τὸ εἴ­δω­λο

(Le r­e­f­l­et)

 

ΑΝΤΑ ΕΤΟΙΜΟΣ νὰ φω­νά­ξει, νὰ βρί­σει, νὰ σὲ στο­λί­σει! Πί­σω ἀ­πὸ τὴν πλά­τη του, ξε­σποῦ­σαν ἄ­φθο­νες οἱ βρι­σι­ές. Τὸ γου­ρού­νι, τὸ σκου­πί­δι, ὁ φα­σί­στας… Ἀ­δύ­να­τον νὰ ἀν­τέ­ξεις δι­α­φο­ρε­τι­κά. Μπρο­στά του ὑ­πο­κλί­σεις, χαι­ρε­τοῦ­ρες, κα­λοὶ τρό­ποι, κο­λα­κεῖ­ες. Καὶ ἡ ἀ­πο­κα­τά­στα­ση μό­λις διά­βαι­ναν τὴν πόρ­τα. Μά­θαι­ναν νὰ χα­μο­γε­λοῦν στὸ κε­νὸ σφίγ­γον­τας τὰ δόν­τια. Τὸ χει­ρό­τε­ρο ἦ­ταν τὸν πρῶ­το και­ρό, ὅ­ταν ἔμ­παι­ναν στὴ δού­λε­ψή του, δε­λε­α­σμέ­νοι ἀ­πὸ τὸ μι­σθὸ τῶν χι­λί­ων δο­λα­ρί­ων μὲ φα­γη­τὸ καὶ στέ­γη… Τοὺς ἄ­φη­νε νὰ πλη­σιά­σουν κοι­τά­ζον­τάς τους μὲ κεῖ­νο τὸ νε­κρὸ βλέμ­μα του καὶ ἀ­πί­θω­νε τὰ χέ­ρια του πά­νω στὸ πρό­σω­πό τους, ἐ­ξε­τά­ζον­τας τὸ πε­ρί­γραμ­μα τῶν χει­λι­ῶν, τὴν ἐ­πί­πε­δη μύ­τη, τὴν ὑ­φὴ τοῦ δέρ­μα­τος, τὰ κα­τσα­ρὰ μαλ­λιά. Στὴν πα­ρα­μι­κρὴ ἀμ­φι­βο­λί­α ἄρ­χι­ζε νὰ οὐρ­λιά­ζει γε­μά­τος ἀ­πο­στρο­φή.

         —Που­τά­νας γιοί, πε­τάξ­τε τον ἔ­ξω, εἶ­ναι μαῦ­ρος.

        Ὁ ἀν­θρω­πά­κος τολ­μοῦ­σε νὰ δι­α­μαρ­τυ­ρη­θεῖ.

        —Μὰ ὄ­χι, κύ­ρι­ε, σᾶς ὁρ­κί­ζο­μαι…

        Ἦ­ταν ὅ­μως ἀ­νώ­φε­λο. Ἔ­φευ­γε γε­μά­τος πί­κρα, μ’ ἕ­να χαρ­το­νό­μι­σμα τῶν ἑ­κα­τὸ δο­λα­ρί­ων κολ­λη­μέ­νο στὸ στό­μα, ἀ­νί­κα­νος νὰ κα­τα­λά­βει πῶς τὴν εἶ­χε σκα­που­λά­ρει καὶ τί εἴ­δους φρί­κη πε­ρί­με­νε τὰ ἀ­κρι­βο­πλη­ρω­μέ­να θύ­μα­τα τῆς ἐ­πι­λο­γῆς.

        Ὁ τυ­φλὸς ἔ­με­νε σ’ ἕ­να κά­στρο χτι­σμέ­νο στὴν πλα­γιὰ ἑ­νὸς λό­φου, λί­γα χι­λι­ό­με­τρα ἔ­ξω ἀ­πὸ τὸ Γου­έ­στγουντ καὶ ὅ­λη ἡ γύ­ρω κοι­νό­τη­τα ζοῦ­σε μὲ ἀ­πό­λυ­τη αὐ­τάρ­κεια στὴν πε­ρι­ο­χή, καλ­λι­ερ­γών­τας στά­ρι, ψή­νον­τας ψω­μί, ἐ­κτρέ­φον­τας ζῶ­α. Ὁ γέ­ρος ἐ­πέ­τρε­πε στὸν ἑ­αυ­τό του μί­α μό­νο πο­λυ­τέ­λεια: τὴν ὄ­πε­ρα καὶ τὶς ἄ­σπρες τρα­γου­δί­στρι­ες ποὺ ἔ­φερ­νε στὸ τέ­λος κά­θε βδο­μά­δας καὶ οἱ ὁ­ποῖ­ες τρα­γου­δοῦ­σαν μὲ στεν­τό­ρεια φω­νὴ καὶ ὀρ­θά­νοι­χτα πα­ρά­θυ­ρα, προ­κα­λών­τας πα­νι­κὸ στὸν ὀρ­νι­θώ­να.

        Στὴν πραγ­μα­τι­κό­τη­τα δὲν κοι­μό­ταν κα­θό­λου, λὲς καὶ τὸ σκο­τά­δι ποὺ τὸν συν­τρό­φευ­ε ἀ­πὸ τὴ γέν­νη­σή του τὸν ἀ­πήλ­λασ­σε ἀ­πὸ τὴν κού­ρα­ση. Οἱ ἄν­θρω­ποί του ὄ­φει­λαν νὰ τοῦ δεί­χνουν κα­θη­με­ρι­νὰ ὅ­λο τὸ εἰ­κο­σι­τε­τρά­ω­ρο πλή­ρη ὑ­πο­τα­γή. Ὁ για­τρὸς ζοῦ­σε μο­νί­μως σὲ κα­τά­στα­ση ἐ­πεί­γου­σας ἀ­νάγ­κης ποὺ μπο­ροῦ­σε νὰ ἀν­τα­πε­ξέλ­θει χά­ρη στὰ κο­κτέ­ιλ μὲ βά­λιουμ καὶ λα­ξο­τα­νὶλ ποὺ κα­τά­πι­νε πρω­ί, με­ση­μέ­ρι καὶ βρά­δυ. Ὁ γέ­ρος ἔ­νιω­θε μιὰ νο­ση­ρὴ εὐ­χα­ρί­στη­ση νὰ τὸν παι­δεύ­ει, ἀμ­φι­σβη­τών­τας τὶς δι­α­γνώ­σεις του καὶ ἀ­πορ­ρί­πτον­τας τὰ πα­ρα­σκευ­ά­σμα­τά του. Αὐ­τὲς οἱ τα­λαι­πω­ρί­ες ὅ­μως δὲν ἐμ­πό­δι­σαν τὸν για­τρὸ νὰ ἐ­νη­με­ρώ­σει τὸν ἀ­σθε­νῆ του γιὰ τὴν ἀ­να­κά­λυ­ψη μιᾶς νέ­ας θε­ρα­πεί­ας ποὺ μπο­ροῦ­σε νὰ ἀ­πο­κα­τα­στή­σει τὴν ὅ­ρα­ση σὲ ὁ­ρι­σμέ­νες κα­τη­γο­ρί­ες τυ­φλῶν. Ὁ τυ­φλὸς προ­σέ­λα­βε μιὰ ντου­ζί­να ἐ­ρευ­νη­τὲς γιὰ νὰ ἐ­ξα­κρι­βώ­σουν ὅ­τι ἡ ἐν λό­γῳ μέ­θο­δος δὲν ὄ­φει­λε τί­πο­τε στοὺς μαύ­ρους.

        Φώ­να­ξαν τὸν δι­α­πρε­πῆ χει­ροῦρ­γο καὶ τὴ μο­νά­δα του, κά­νον­τας με­γά­λα ἔ­ξο­δα. Ὁ γέ­ρος ξά­πλω­σε εὐ­χα­ρί­στως πά­νω στὸ μπι­λιά­ρδο καὶ ἀ­πο­κοι­μή­θη­κε χά­ρη στὴν ἐ­πί­δρα­ση τοῦ πεν­θο­τάλ. Ξύ­πνη­σε μέ­σα στὸ βα­θὺ σκο­τά­δι κι ἔ­μει­νε τρεῖς μα­κρό­συρ­τες μέ­ρες μὲ τὸ κε­φά­λι δε­μέ­νο, ἀ­γνο­ών­τας ἂν τὰ μά­τια του ἔ­βλε­παν στὴν πραγ­μα­τι­κό­τη­τα ἢ ὄ­χι τὰ βλέ­φα­ρά του.

        Ὁ χει­ροῦρ­γος ἔ­βγα­λε ἐ­πι­τέ­λους τοὺς ἐ­πι­δέ­σμους. Ὁ γέ­ρος ἄ­νοι­ξε προ­σε­κτι­κὰ τὰ μά­τια κι ἔ­βγα­λε μιὰ τρο­με­ρὴ κραυ­γή. Ἕ­νας μαῦ­ρος μὲ τρο­μα­κτι­κὴ ὄ­ψη στε­κό­ταν ἀν­τί­κρυ του. Στρά­φη­κε στὸν χει­ροῦρ­γο τρο­μο­κρα­τη­μέ­νος.

        —Τί ση­μαί­νουν ὅ­λα αὐ­τά; Δι­ῶξ­τε τον ἀ­πὸ ἐ­δῶ…

        Ὁ για­τρὸς ποὺ ἔ­πλε­νε τὰ ἐρ­γα­λεῖ­α τὸν πλη­σί­α­σε ἤ­ρε­μα, τὸν ἀ­κούμ­πη­σε μὲ τὸ χέ­ρι στὸν ὦ­μο καὶ τὸν ἀ­νάγ­κα­σε νὰ κοι­τά­ξει ὁ­λό­ι­σια μπρο­στά του.

        —Τό­τε θὰ πρέ­πει νὰ βγεῖ­τε ἐ­σεῖς ἔ­ξω… Αὐ­τὸ ποὺ ἔ­χε­τε μπρο­στά σας, κύ­ρι­ε, ὀ­νο­μά­ζε­ται κα­θρέ­φτης: κι αὐ­τὸ ἐ­δῶ εἶ­ναι τὸ εἴ­δω­λό σας.

 

  

Πη­γή: D­i­d­i­er D­a­e­n­i­n­c­kx, M­a­in c­o­u­r­a­n­te, ed. V­e­r­d­i­er, V­e­n­d­o­me, σσ. 37-38. 

 

D­i­d­i­er D­a­e­n­i­n­c­kx (S­a­i­nt-D­e­n­is, 27 Ἀ­πρι­λί­ου 1949 ). Γάλ­λος συγ­γρα­φέ­ας δι­η­γη­μά­των, δο­κι­μί­ων καὶ ἀ­στυ­νο­μι­κῶν μυ­θι­στο­ρη­μά­των. Ἕ­να ση­μαν­τι­κὸ μυ­θι­στό­ρη­μά του εἶ­ναι τὸ N­a­z­is d­a­ns le m­e­t­ro (1996).

 

Με­τά­φρα­ση ἀ­πὸ τὰ γαλ­λι­κά:

Μα­ρί­α Σπυ­ρι­δο­πού­λου (Ἀ­θή­να, 1961). Σπού­δα­σε γαλ­λι­κὴ καὶ ἰ­τα­λι­κὴ φι­λο­λο­γί­α. Δι­δά­σκει στὸ Τμῆ­μα Θε­α­τρι­κῶν Σπου­δῶν τοῦ Παν/μί­ου Πε­λο­πον­νή­σου στὸ Ναύ­πλιο. Ἔ­χει με­τα­φρά­σει με­τα­ξὺ τῶν ἄλ­λων τὸ 2006 τὴ Σουλ­τά­να σκιά, τῆς Ἀσ­σιὰ Τζεμ­πάρ, ἐ­νῶ ἡ πρώ­τη της με­τά­φρα­ση εἶ­ναι Ἡ σει­ρή­να καὶ τὰ ἄλ­λα δι­η­γή­μα­τα τοῦ Το­μά­ζι ντὶ Λαμ­πεν­τού­ζα (1993) καὶ ἡ τε­λευ­ταί­α Ἕ­να σύν­το­μο αἰ­σθη­μα­τι­κὸ τα­ξί­δι τοῦ Ἴ­τα­λο Σβέ­βο (2007).

 

Ντίνο Μπουτζάτι (Dino Buzzati): Δήλωση εἰσοδήματος

 

 

 

Ντί­νο Μπουτ­ζά­τι (D­i­no B­u­z­z­a­ti)

 

Δή­λω­ση εἰ­σο­δή­μα­τος

(D­i­c­h­i­a­r­a­z­i­o­ne d­el r­e­d­d­i­to)

 

ΙΑ ΔΕΣ, ἔ­φτα­σε ἕ­να χαρ­τὶ ἀ­πὸ τὴν Ἐ­φο­ρί­α» εἶ­πε ἡ σύ­ζυ­γος στὸν δι­κη­γό­ρο Μέν­σο­λα.

«Θὰ εἶ­ναι γιὰ τὴ δή­λω­ση τοῦ εἰ­σο­δή­μα­τος, δὲ βα­ρι­έ­σαι, ἡ συ­νη­θι­σμέ­νη ἱ­στο­ρί­α, πά­λι κα­λὰ ποὺ ξέ­ρω τὸν Δι­ευ­θυν­τή.»

         «Φρόν­τι­σε» εἶ­πε ἡ σύ­ζυ­γος «νὰ τὴ βγά­λεις κα­θα­ρή».

        «Μεῖ­νε ἥ­συ­χη. Αὐ­τὴ τὴ φο­ρὰ ἔ­κα­να με­ρι­κὰ κολ­πά­κια ποὺ οὔ­τε ὁ δι­ά­ο­λος…»

        Τὴν ἴ­δια μέ­ρα πῆ­γε στὴν Ἐ­φο­ρί­α. Πε­ρί­με­νε μό­νο μι­σὴ ὥ­ρα. Ὅ­ταν τοῦ εἶ­παν νὰ πε­ρά­σει, ὁ Μέν­σο­λα ἔ­μει­νε κε­ραυ­νο­βο­λη­μέ­νος. Στὴ θέ­ση τοῦ συ­νη­θι­σμέ­νου κα­λο­συ­νά­του καὶ βο­λι­κοῦ δι­ευ­θυν­τῆ κα­θό­ταν ἕ­νας ξε­ρα­κια­νὸς τύ­πος μὲ γυα­λιὰ καὶ ὕ­που­λο ὕ­φος.

        «Πε­ρά­στε, πα­ρα­κα­λῶ, κα­θί­στε» εἶ­πε. «Ἐ­σεῖς εἶ­στε, λοι­πόν, ὁ δι­κη­γό­ρος Μέν­σο­λα…» (ὁ ἄλ­λος ἔ­γνε­ψε κα­τα­φα­τι­κά), «δι­ευ­θυν­τὴς τῆς ἑ­ται­ρεί­ας εἰ­σα­γω­γῶν-ἐ­ξα­γω­γῶν Σιακ. Ἐ­δῶ ἔ­χω τὴ φο­ρο­λο­γι­κή σας δή­λω­ση… χμ… χμ… Ἔ­χε­τε δη­λώ­σει εἴ­κο­σι τρί­α ἑ­κα­τομ­μύ­ρια, σω­στά; (ὁ Μέν­σο­λα συμ­φώ­νη­σε). Λοι­πόν, γιὰ νὰ εἶ­μαι εἰ­λι­κρι­νής… Μοῦ ’ρ­χε­ται νὰ βά­λω τὰ γέ­λια.

        Καὶ πράγ­μα­τι ξέ­σπα­σε σὲ τραν­τα­χτὰ γέ­λια.

        «Μὰ για­τί, γιὰ ποι­ὸ λό­γο;» ἔ­κα­νε ὁ Μέν­σο­λα, προ­σπα­θών­τας νὰ ἀ­να­χαι­τί­σει τὴν ἐ­φόρ­μη­ση, «σᾶς δι­α­βε­βαι­ῶ, πὼς ἂν ὑ­πάρ­χει κά­ποι­ο λά­θος αὐ­τὸ θὰ εἶ­ναι τῆς τά­ξης τῶν δέ­κα-εἴ­κο­σι χι­λιά­δων λι­ρῶν, ὄ­χι ὅ­μως πε­ρισ­σό­τε­ρο…»

        «Εἴ­κο­σι τρί­α ἑ­κα­τομ­μύ­ρια; Σὲ πε­ρί­ο­δο κρί­σης ὅ­πως ἡ πα­ροῦ­σα, κι ἐ­σεῖς θέ­λε­τε νὰ μὲ πεί­σε­τε πὼς ἔ­χε­τε κερ­δί­σει τό­σα πολ­λά; Λί­γη κοι­νὴ λο­γι­κή, κύ­ρι­ε! Ἂς δε­χτοῦ­με πὼς σκο­τω­θή­κα­τε στὴ δου­λειά, ἂς δε­χτοῦ­με πὼς εἴ­χα­τε καὶ τύ­χη… ἀλ­λὰ ὄ­χι εἴ­κο­σι τρί­α ἑ­κα­τομ­μύ­ρια! Μᾶς φλο­μώ­σα­τε στὸ ψέ­μα.»

        «Ἐ­ξο­χό­τα­τε, σᾶς πα­ρα­κα­λῶ… Εἶ­στε ἄ­δι­κος. Ἀ­κοῦ­στε τὰ νού­με­ρα καὶ θὰ πει­στεῖ­τε… Μιὰ ἐ­ξαι­ρε­τι­κὴ οἰ­κο­νο­μι­κὴ συγ­κυ­ρί­α μὲ τὰ ὀρ­γα­νι­κὰ ὑ­πο­λείμ­μα­τα τὸν Μά­ι­ο καὶ τὰ συμ­βό­λαι­α ποὺ εἶ­χα κλεί­σει προ­η­γου­μέ­νως μὲ εὐ­νό­η­σαν τρο­με­ρά. Εἴ­τε τὸ πι­στεύ­ε­τε εἴ­τε ὄ­χι, ἀ­πέ­φε­ραν ὀ­χτὼ ἑ­κα­τομ­μύ­ρια μο­νο­μιᾶς… Κι ἔ­πει­τα μὴν ξε­χνᾶ­τε τὰ φι­στί­κια! Καὶ ἡ αὔ­ξη­ση τῆς τι­μῆς τῶν αὐ­γῶν; Ξέ­ρε­τε πό­σο ἦ­ταν τὸ ἀ­κα­θά­ρι­στο κέρ­δος; Ἑ­ξῆν­τα ὀ­χτώ!»

        «Τί πράγ­μα ἑ­ξῆν­τα ὀ­χτώ;»

        «Ζε­στὰ ἑ­κα­τομ­μύ­ρια, τὸ ἕ­να πί­σω ἀ­πὸ τὸ ἄλ­λο, ἀ­γα­πη­τέ μου Δι­ευ­θυν­τά.»

        «Μὰ γιὰ κάν­τε μου τὴ χά­ρη! Μᾶς περ­νᾶ­τε γιὰ ἀ­γα­θούς; Βάλ­τε το κα­λὰ στὸ μυα­λό σας. Μό­νο καὶ μό­νο γιὰ νὰ δεί­ξω λί­γη κα­τα­νό­η­ση (καὶ μου­τζού­ρω­νε κά­τι ἀ­ριθ­μοὺς σ’ ἕ­να χαρ­τί), ὁ­ρί­στε, νὰ σᾶς ἐ­πι­τρέ­ψω νὰ δη­λώ­σε­τε φο­ρο­λο­γη­τέ­ο εἰ­σό­δη­μα τρι­ῶν, τεσ­σά­ρων, ἂς ποῦ­με τρει­σή­μι­σι ἑ­κα­τομ­μυ­ρί­ων…»

        Ὁ δι­κη­γό­ρος ση­κώ­θη­κε ὄρ­θιος κα­τά­χλο­μος.

        «Δὲν εἶ­ναι δυ­να­τόν, ἐ­ξο­χό­τα­τε, δὲν μπο­ρεῖ­τε νὰ μοῦ τὸ κά­νε­τε αὐ­τό! Θέ­λε­τε νὰ μὲ κα­τα­στρέ­ψε­τε; Δὲν ξέ­ρω τί ἄλ­λο νὰ σᾶς πῶ… Ἐ­λά­τε, πλη­σιά­στε στὸ πα­ρά­θυ­ρο, ρίξ­τε μιὰ μα­τιὰ κά­τω στὸ δρό­μο σ’ ἐ­κεῖ­νο ἐ­κεῖ τὸ αὐ­το­κί­νη­το. Ναί, μά­λι­στα, ἐ­κεῖ­νο τὸ κόκ­κι­νο, τὸ με­γά­λο… εἶ­ναι Μπέν­τλε­ϊ, τε­λευ­ταῖ­ο μον­τέ­λο… Ξέ­ρε­τε πό­σο μοῦ στοί­χι­σε; Ἐν­νι­ά­μι­σι, φίλ­τα­τε δι­ευ­θυν­τά μου… Καὶ ἡ γυ­ναί­κα μου κυ­κλο­φο­ρεῖ μὲ Κάν­τι­λακ…»

        «Καὶ τί ση­μαί­νει αὐ­τό; Δὲν εἶ­ναι δὰ καὶ τό­σο δύ­σκο­λο νὰ δα­νει­στεῖ­τε δυ­ὸ αὐ­το­κί­νη­τα! Δὲ θὰ μοῦ μά­θε­τε ἐ­σεῖς, ἐ­μέ­να, τὰ κόλ­πα… Ξέ­ρω πῶς γί­νε­ται νὰ γρά­ψεις στὸ ὄ­νο­μά σου αὐ­το­κί­νη­το ποὺ ἀ­νή­κει σὲ ἄλ­λον…»

        «Μὰ τὸ γκόλφ, τὸ γκὸλφ ποὺ ἐγ­και­νί­α­σα τὸν Αὔ­γου­στο στὴ βί­λα μου στὸ Λαμ­πι­ό­νε!­.­.. Θὰ δι­α­βά­σα­τε στὶς ἐ­φη­με­ρί­δες, ἐλ­πί­ζω, θὰ εἴ­δα­τε τὶς φω­το­γρα­φί­ες… Ὀ­γδόν­τα μί­α τρύ­πες! Ποι­ὸς ἔ­χει γκὸλφ μὲ 81 τρύ­πες; Δὲν εἶ­ναι δυ­να­τὸν νὰ πι­στεύ­ε­τε πὼς μοῦ στοί­χι­σε λι­γό­τε­ρο ἀ­πό…»

        «Φτά­νει, ἀρ­κε­τά…» καὶ ὁ δι­ευ­θυν­τὴς ὄρ­θω­σε τὸ γι­γαν­τι­αῖο ἀ­νά­στη­μά του γιὰ νὰ δεί­ξει πὼς ἡ συ­νο­μι­λί­α εἶ­χε τε­λει­ώ­σει. «Εἶ­πα τρει­σή­μι­σι ἑ­κα­τομ­μύ­ρια… Χαί­ρε­τε, κύ­ρι­ε… Καὶ ντρο­πή σας!»

  

 

Πηγή: Ἀπό τὸν τόμο Siamo spiacenti di, Μιλάνο, Mondadori, 1975, σσ. 30-31.

 

D­i­no B­u­z­z­a­ti (S­an P­e­l­l­e­g­r­i­no, 1906-1972). Ἰ­τα­λὸς συγ­γρα­φέ­ας καὶ δη­μο­σι­ο­γρά­φος. Ἔ­γρα­ψε θε­α­τρι­κὰ ἔρ­γα, μυ­θι­στο­ρη­μά­τα καὶ δι­η­γή­μα­τα. Γνω­στό­τε­ρο ἔρ­γο του: Il d­e­s­e­r­to d­ei t­a­r­t­a­ri (Ἡ ἔ­ρη­μος τῶν Ταρ­τά­ρων). Τὸ 1942 δη­μο­σι­εύ­ει τὴ συλ­λο­γὴ δι­η­γη­μά­των I s­e­t­te m­e­s­s­a­g­g­e­ri (Οἱ ἑ­πτὰ ἀγ­γε­λι­ο­φό­ροι) καὶ τὸ 1958 κερ­δί­ζει τὸ βρα­βεῖ­ο Στρέγ­κα μὲ τὸ βι­βλί­ο S­e­s­s­a­n­ta r­a­c­c­o­n­ti (Ἑ­ξῆν­τα δι­η­γή­μα­τα). Ἔ­χει πα­ραλ­λη­λι­στεῖ μὲ τὸν Κάφ­κα λό­γω τῆς ἐ­φι­αλ­τι­κῆς ἀ­τμό­σφαι­ρας πολ­λῶν ἔρ­γων του, τὰ ὁ­ποί­α συν­δυά­ζουν τὴν κα­θη­με­ρι­νό­τη­τα μὲ πα­ρά­δο­ξες κα­τα­στά­σεις ποὺ πα­ρει­σφρέ­ουν στὴν κα­νο­νι­κό­τη­τα τῆς ζω­ῆς καὶ τὴν ἀ­να­τρέ­πουν.

 

Ὁ 'Ιταλὸς συγγραφέας Ντίνο Μπουτζάτι (1906-1972)

 

Με­τά­φρα­ση ἀ­πὸ τὰ ἰ­τα­λι­κά:

Μα­ρί­α Σπυ­ρι­δο­πού­λου (Ἀ­θή­να, 1961). Σπού­δα­σε γαλ­λι­κὴ καὶ ἰ­τα­λι­κὴ φι­λο­λο­γί­α. Δι­δά­σκει στὸ Τμῆ­μα Θε­α­τρι­κῶν Σπου­δῶν τοῦ Παν/μί­ου Πε­λο­πον­νή­σου στὸ Ναύ­πλιο. Πρώ­τη της με­τά­φρα­ση, Ἡ σει­ρή­να καὶ ἄλ­λα δι­η­γή­μα­τα τοῦ Το­μά­ζι ντὶ Λαμ­πεν­τού­ζα (1993) καὶ ἡ πιὸ πρόσφατη, Ἕ­να σύν­το­μο αἰ­σθη­μα­τι­κὸ τα­ξί­δι τοῦ Ἴ­τα­λο Σβέ­βο (2007).

  

Clara Sereni: Ἀτραζίνη

 

 

Κλά­ρα Σε­ρέ­νι (C­l­a­ra S­e­r­e­ni)

 

Ἀ­τρα­ζί­νη

(A­t­r­a­z­i­na)

 

ΟΓΩ ΤΗΣ ΔΟΥΛΕΙΑΣ ΤΗΣ ὅ­ταν ἦ­ταν νέ­α εἶ­χε γυ­ρί­σει πολ­λὰ μέ­ρη. Εἶ­χε μπεῖ σὲ σπί­τια πλού­σια ἢ ἂν μὴ τὶ ἄλ­λο μὲ ἀ­νέ­σεις, ἀ­κό­μη καὶ στὸ ἐ­ξω­τε­ρι­κό. Δι­α­νο­ού­με­νοι καὶ πρέ­σβεις, ἀ­ρι­στο­κρά­τισ­σες ἐ­λα­φρῶς ξε­πε­σμέ­νες, τρα­γου­δι­στές, ἠ­θο­ποι­οί: ἀ­πὸ ὅ­λους εἶ­χε μά­θει κά­τι χά­ρη στὴ ἱ­κα­νό­τη­τά της νὰ ρου­φά­ει κουλ­τού­ρα —κα­λαι­σθη­σί­α, φι­νέ­τσα, γνώ­σεις— ὁ­που­δή­πο­τε δι­έ­κρι­νε κά­ποι­ο ἴ­χνος.

         Ἔ­πει­τα ἕ­νας γά­μος ἀ­πὸ ἔ­ρω­τα, ὁ σύ­ζυ­γος τὴν ἤ­θε­λε ὅ­λη γιὰ τὸν ἑ­αυ­τό του κι ἐ­κεί­νη ἔ­νι­ω­θε πὼς εἶ­χε μά­θει ἀρ­κε­τά. Ἔ­τσι ὅ­λες τὶς ἱ­κα­νό­τη­τες μιᾶς ἄ­ψο­γης ὑ­πη­ρέ­τριας (μα­γεί­ρισ­σας, πλύ­στρας καὶ γκου­βερ­νάν­τας ἐ­πί­σης), τὴν ἀ­γά­πη γιὰ τὸ ὡ­ραῖ­ο καὶ τὴν ἱ­κα­νο­ποί­η­ση ποὺ ἀ­πο­κό­μι­ζε ἀ­πὸ τὴν ἁρ­μο­νί­α, ὅ­λα αὐ­τὰ τὰ εἶ­χε δι­ο­χε­τεύ­σει στὸ σπί­τι, σ’ ἕ­να σπί­τι ποὺ τὴν πε­ρί­με­νε νὰ τὸ ὀ­μορ­φύ­νει, νὰ τὸ τρί­ψει, νὰ τὸ γυ­α­λί­σει.

        Σὰν κα­θρέ­φτη. Ἡ κα­θα­ρι­ό­τη­τα ἦ­ταν γιὰ κεί­νη ἀ­λη­θι­νό, με­γά­λο πά­θος. Κά­θε φο­ρὰ ποὺ κοί­τα­ζε τὶς ἀ­στρα­φτε­ρὲς ἐ­πι­φά­νει­ες τῶν ἐ­πί­πλων τὴν κυ­ρί­ευ­ε κά­τι σὰ μέ­θη· τὸ ἴ­διο καὶ τὶς ἀ­νο­ξεί­δω­τες βρύ­σες, τὰ ὁ­λό­λευ­κα ἀ­σπρό­ρου­χα, τὰ ἀ­στρα­φτε­ρὰ φω­τι­στι­κὰ καὶ πα­ρά­θυ­ρα.

        Στὸ σπί­τι ἐ­κεῖ­νος κι­νοῦν­ταν προ­σε­κτι­κά, προ­σπα­θών­τας γε­μά­τος ἀ­γά­πη νὰ μὴν κα­τα­στρέ­ψει τοὺς κό­πους της. Στὶς ἀρ­γί­ες ἀ­να­καί­νι­ζε καὶ ἐ­πι­δι­όρ­θω­νε, στό­κα­ρε καὶ ἔ­τρι­βε· μα­ζὶ με­λε­τοῦ­σαν κα­τα­λό­γους καὶ προ­θῆ­κες, μα­ζὶ φαν­τά­ζον­ταν δι­α­κο­σμή­σεις καὶ βελ­τι­ώ­σεις γιὰ τὸ σπί­τι.

        Ὅ­ταν ἔ­νι­ω­θαν κου­ρα­σμέ­νοι στὸ τέ­λος τῆς μέ­ρας, τὸ με­γά­λο κρε­βά­τι ποὺ εἶ­χε σκα­λί­σει ὁ ἴ­διος ἄ­στρα­φτε καὶ τὰ σεν­τό­νια ἦ­ταν στὴν ἐν­τέ­λεια στρω­μέ­να Τὰ μαλ­λιά της ἁ­πλώ­νον­ταν πά­νω στὰ ἀ­φρά­τα μα­ξι­λά­ρια καὶ εἶ­χαν ἀ­κό­μη ὄ­ρε­ξη γιὰ κου­βέν­τα, γιὰ σχέ­δια, γιὰ ἐ­πι­νο­ή­σεις.

        Δὲν ἔ­κα­ναν παι­διὰ καὶ γι’ αὐ­τὸ ὁ μι­σθὸς τοῦ ἐ­ξει­δι­κευ­μέ­νου ἐρ­γά­τη τοὺς ἔ­φτα­νε, ἀ­κό­μη καὶ γιὰ λί­γες πο­λυ­τέ­λει­ες: φρέ­σκα λου­λού­δια στὸ τρα­πέ­ζι, βε­λού­δι­νος κα­να­πές, ἐ­πάρ­γυ­ρο σερ­βί­τσιο τοῦ κα­φέ. Ἁ­πλὰ ροῦ­χα γιὰ ἐ­κεῖ­νον στὶς ἐ­ξό­δους τους, γιὰ κεί­νη πα­πού­τσια ἀ­σορ­τὶ μὲ τὴν τσάν­τα.

        Κο­σμι­ό­τη­τα καὶ ἀ­ξι­ο­πρέ­πεια, κα­θα­ρι­ό­τη­τα καὶ συ­νέ­πεια, ὅ­λα προ­σεγ­μέ­να. Αὐ­τὸς ἦ­ταν ὁ τρό­πος γιὰ νὰ βά­λουν μα­ζὶ τά­ξη στὸν κό­σμο, νὰ τὸν ἐ­λέγ­ξουν, νὰ προ­σαρ­μο­στοῦν σ’ αὐ­τόν: χω­ρὶς ψευ­δαι­σθή­σεις, ἀ­πο­φα­σι­στι­κά. Καὶ μὲ αἰ­σι­ο­δο­ξί­α. (Γιὰ ἐ­κεῖ­νον ὑ­πῆρ­χε καὶ ἡ πο­λι­τι­κή. Ἐ­κεί­νη δὲν ἐν­δι­α­φε­ρό­ταν, ὅ­σα εἶ­χε τῆς ἔ­φτα­ναν.)

        Πλη­ρό­τη­τα.

        Μέ­χρι τὸ ἀ­τύ­χη­μα. Πέν­τε συ­νά­δελ­φοί του ἔ­χα­σαν τὴ ζω­ή τους, ἐ­κεῖ­νος τὸν ἑ­αυ­τό του: τὸ μυα­λό του «ἔ­σβη­σε», ὅ­πως εἶ­πε ὁ για­τρὸς ποὺ τῆς τὸν πα­ρέ­δω­σε.

        Κα­τά­λα­βε ἀ­μέ­σως πὼς τὸ μό­νο ποὺ μπο­ροῦ­σε νὰ κά­νει ἦ­ταν νὰ τὸ ἀ­πο­δε­χτεῖ. Τὸ βλέμ­μα του ἦ­ταν ἄ­δει­ο, χω­ρὶς λάμ­ψη, ἴ­σως χω­ρὶς κα­νέ­να ἴ­χνος πό­νου. Δὲν τὴν ἐ­ξέ­πλη­ξε κα­θό­λου ὅ­τι ἔ­πρε­πε νὰ ἀ­φο­σι­ω­θεῖ ὁ­λο­κλη­ρω­τι­κὰ σ’ αὐ­τόν, κα­τὰ βά­θος ἦ­ταν φτι­αγ­μέ­νη γι’ αὐ­τό· κά­νω τὰ πάν­τα ση­μαί­νει εἶ­μαι νο­σο­κό­μα καὶ πα­ρα­μά­να, ἀν­τέ­χω τὴν κού­ρα­ση καὶ τὴν ἀ­πο­μό­νω­ση.

        Δὲν μπο­ροῦ­σε πιὰ νὰ ἀ­γο­ρά­σει λου­λού­δια κι ἔ­βα­λε ἕ­να γε­ρά­νι στὸ πα­ρά­θυ­ρο. Ἄ­νοι­γε πιὸ συ­χνὰ τὸ ρα­δι­ό­φω­νο γιὰ νὰ κα­λύ­πτει τὴ σι­ω­πὴ καὶ γιὰ νὰ ἐ­νη­με­ρώ­νε­ται.

        Ἐ­κεῖ­νος δὲν ἦ­ταν ἐ­πι­κίν­δυ­νος ἢ βί­αι­ος. Μι­λοῦ­σε λί­γο καὶ γιὰ τὸ ἐρ­γο­στά­σιο μό­νο, σὰν νὰ πή­γαι­νε ἀ­κό­μα κά­θε μέ­ρα.

        Πράγ­μα­τι κούρ­δι­ζε κά­θε βρά­δυ τὸ ξυ­πνη­τή­ρι καὶ κά­θε πρω­ὶ ἔ­βγαι­νε ἀ­πὸ τὸ σπί­τι τὴν ἴ­δια ἐ­κεί­νη ὥ­ρα μὲ τὴ φόρ­μα, τὸν σκοῦ­φο, τὰ σάν­του­ιτς ποὺ τοῦ ἑ­τοί­μα­ζε. Ἐ­πέ­στρε­φε τὸ σού­ρου­πο, μὲ λε­ρω­μέ­να τὰ χέ­ρια, τὸ πρό­σω­πο, ἀ­κό­μη καὶ τὸ φα­νε­λά­κι. Χω­ρὶς νὰ τὸν μα­λώ­νει, τὸν βο­η­θοῦ­σε νὰ κά­νει μπά­νιο, νὰ ξα­να­γί­νει κα­θα­ρός.

        Ποι­ὸς ξέ­ρει ποὺ πή­γαι­νε καὶ λε­ρω­νό­ταν ἔ­τσι! Δο­κί­μα­σε νὰ τὸν ρω­τή­σει, μὰ ἐ­κεῖ­νος ἐ­κνευ­ρί­στη­κε. Ἀ­πο­φά­σι­σε νὰ τὸν ἀ­φή­σει νὰ ἔ­χει ἐ­κεῖ­νο τὸ μυ­στι­κό, τὸ τε­λευ­ταῖ­ο κα­τα­δι­κό του πράγ­μα ποὺ τοῦ εἶ­χε ἀ­πο­μεί­νει.

        Ἔ­κα­νε τὶς ἀ­πα­ραί­τη­τες ἐ­νέρ­γει­ες, ἔ­βγα­λε σύν­τα­ξη ἀ­να­πη­ρί­ας. Ἡ ζω­ὴ στὸ σπί­τι δὲν ἦ­ταν τό­σο δι­α­φο­ρε­τι­κὴ ἀ­πὸ πρίν. Ὁ πό­νος ὅ­μως τῆς ἔ­τρω­γε τὰ σω­θι­κὰ (ἡ ἐγ­γύ­τη­τα μὲ τὴν τρέ­λα θέ­τει σὲ ἀμ­φι­βο­λί­α κά­θε κα­νο­νι­κό­τη­τα, ἡ συ­να­να­στρο­φὴ μὲ τὸ πα­ρά­λο­γο τὰ κά­νει ὅ­λα νὰ χά­νουν τὰ ὅ­ριά τους, νὰ ξε­θω­ριά­ζουν)· πολ­λὲς φο­ρὲς μπρο­στὰ στὶς λί­γες δι­κές του βε­βαι­ό­τη­τες, ἐ­κεί­νη σκε­φτό­ταν μή­πως κα­τὰ βά­θος τί­πο­τε ἀ­π’ ὅ­λα αὐ­τὰ δὲν ἦ­ταν ἀ­λη­θι­νό, μή­πως ἦ­ταν ἐ­κεί­νη ποὺ ἔ­κα­νε λά­θος καὶ τὰ ἔ­βλε­πε μπερ­δε­μέ­να. Ἔ­πει­τα ἐ­κεῖ­νος ἀ­κουμ­ποῦ­σε ἀ­πρό­σε­κτα τὸ βρό­μι­κο χέ­ρι του πά­νω στὸ φρε­σκο­πλυ­μέ­νο τρα­πε­ζο­μάν­τι­λο ἢ ἄ­φη­νε τὶς σα­νί­δες τοῦ παρ­κὲ νὰ ξε­κολ­λή­σουν ἡ μί­α με­τὰ τὴν ἄλ­λη. Κα­θα­ρί­ζον­τας καὶ βά­ζον­τας σὲ τά­ξη ἔ­νι­ω­θε σί­γου­ρη γιὰ τὸν ἑ­αυ­τό της, ἐ­νῶ τὰ ἄ­χρη­στα χέ­ρια του τῆς ἐ­πι­βε­βαί­ω­ναν τὸ ἀν­τί­θε­το.

        Ἔ­ψα­ξε γιὰ βο­ή­θεια, ἀ­να­ζή­τη­σε κοι­νω­νι­κοὺς λει­τουρ­γοὺς καὶ ψυ­χιά­τρους ἀλ­λὰ δὲν ὠ­φέ­λη­σαν σὲ τί­πο­τα, ὁ σύ­ζυ­γος μπρο­στὰ στὰ και­νού­ρια πρό­σω­πα τρό­μα­ζε καὶ γι­νό­ταν σὰ μω­ρό, μό­νο μα­ζί της κα­τά­φερ­νε ποῦ καὶ ποῦ νὰ ξα­να­γί­νει ἄν­τρας.

        Ὅ­ταν τῆς εἶ­παν νὰ ξα­να­φτιά­ξει τὴ ζω­ή της, τοὺς ἔ­δι­ω­ξε ὅ­λους, τοὺς ἔ­κλει­σε τὴν πόρ­τα ὁ­ρι­στι­κὰ καὶ ἀ­να­ζή­τη­σε ἄλ­λα λό­για.

        Οἱ γυ­ναῖ­κες ποὺ συ­ναν­τοῦ­σε στὴ λα­ϊ­κή, φορ­τω­μέ­νες μὲ ψώ­νια καὶ κα­κί­ες, ἦ­ταν βι­α­στι­κές, γε­μά­τες ὑ­πεκ­φυ­γές· γι’ αὐ­τὸ τοὺς μι­λοῦ­σε γιὰ ἀ­πορ­ρυ­παν­τι­κά, πῶς νὰ γυ­α­λί­ζεις τὰ μπα­κι­ρέ­νια σκεύ­η μὲ νέ­ους, κα­τα­πλη­κτι­κοὺς τρό­πους, γιὰ τὸ σα­πού­νι Μασ­σα­λί­ας ποὺ δὲν εἶ­ναι πιὰ αὐ­τὸ ποὺ ξέ­ρα­με. Μοι­ρά­στη­κε μα­ζί τους τὴν ἐ­πι­στη­μο­σύ­νη της καὶ λί­γη ἀ­πὸ τὴν ἱ­στο­ρί­α της, τῆς ἀ­να­γνώ­ρι­σαν τὴν αὐ­θεν­τί­α καὶ αὐ­τὴ ἔ­γι­νε τὸ στή­ριγ­μά της.

        Ἀ­πέ­κτη­σε συ­νή­θει­ες, ἔ­βα­λε μι­κροὺς στό­χους: τὸ φα­γη­τὸ ποὺ τοῦ ἀ­ρέ­σει γιὰ νὰ τοῦ ἀ­πο­σπᾶ ἕ­να χα­μό­γε­λο, ἕ­νας πε­ρί­πα­τος μα­ζί του γιὰ νὰ νι­ώ­θουν ἀ­κό­μη πὼς εἶ­ναι ζευ­γά­ρι.

        Τὸ μέλ­λον ἀ­πέ­φευ­γε νὰ τὸ σκέ­φτε­ται, τὸ πα­ρὸν τὴν ἀ­πα­σχο­λοῦ­σε ἐ­παρ­κῶς.

        Τὰ σαβ­βα­το­κύ­ρια­κα ἦ­ταν δύ­σκο­λα, ὅ­ταν τὰ ἐρ­γο­στά­σια ἦ­ταν κλει­στὰ κι ἐ­κεῖ­νος ἔ­με­νε στὸ σπί­τι: τα­ρα­ζό­ταν, ἀ­να­κά­τευ­ε ἀ­σπρό­ρου­χα καὶ πι­α­τι­κά, τὰ πράγ­μα­τα τοῦ ἔ­πε­φταν ἀ­πὸ τὰ χέ­ρια καὶ ἔ­σπα­γαν, ἔ­νι­ω­θε ἄ­σχη­μα, με­ρι­κὲς φο­ρὲς ἔ­κλαι­γε καὶ ἐ­κεί­νη ἔ­πρε­πε νὰ τὸν πα­ρη­γο­ρή­σει.

        Ὅ­ταν ἐ­κεῖ­νος ἔ­σπα­σε τὸ σί­δε­ρο, ἐ­κεί­νη ἔ­γι­νε ξαφ­νι­κὰ ἠ­λε­κτρο­λό­γος· γιὰ νὰ σβή­σει τὶς δα­χτυ­λι­ὲς ἀ­πὸ τοὺς τοί­χους, ἔ­γι­νε μπο­για­τζής, γο­να­τι­σμέ­νη στὸ πά­τω­μα ἔ­τρι­βε γιὰ νὰ βγά­λει τὶς πα­τη­μα­σι­ὲς λά­σπης καὶ τὴ σκό­νη ἀ­πὸ τὶς γω­νί­ες. Ἔ­χον­τας κα­τὰ νοῦ πὼς τὸ σπί­τι τους —ἡ κα­θα­ρι­ό­τη­τα, ἡ τά­ξη, ἡ ἄ­ψο­γη στιλ­πνό­τη­τα καὶ λευ­κό­τη­τα, ἡ αἴ­σθη­ση τοῦ ἀ­κη­λί­δω­του καὶ τοῦ ὁ­λο­κλη­ρω­μέ­νου— ἦ­ταν καὶ γιὰ τοὺς δύ­ο κά­τι σὰν κου­κού­λι, ἕ­να πε­ρί­βλη­μα ποὺ μπο­ροῦ­σε ἀ­πὸ μό­νο του νὰ κρα­τή­σει ἑ­νω­μέ­να τὸ ἄ­σπρο καὶ τὸ γκρί­ζο της ζω­ῆς τους.

        Ἡ ἀ­φαί­ρε­ση τῶν λε­κέ­δων τὴν ἔ­κα­νε νὰ νι­ώ­θει ἀ­σφα­λής, τὸ κα­θά­ρι­σμα τῆς μουτ­ζού­ρας ἀ­πὸ τὰ χέ­ρια του τὴν πα­ρη­γο­ροῦ­σε. Γυ­μνὸς καὶ κα­θα­ρὸς μπρο­στά της πά­νω στὸ χα­λά­κι τοῦ μπά­νιου, μὲ τὸ δέρ­μα κοκ­κι­νι­σμέ­νο ἀ­πὸ τὸ τρί­ψι­μο, τὰ γυ­α­λι­στε­ρὰ βρεγ­μέ­να μαλ­λιά του, ἔ­μοια­ζε σὰν νὰ μὴν εἶ­χε πά­θει τί­πο­τα. Νὰ τὸν σώ­ζει κά­θε μέ­ρα, νὰ βγά­ζει μα­ζὶ μὲ τὴ βρο­μιὰ καὶ τὸ κα­κό.

        Νὰ γυ­α­λί­ζει, νὰ μπα­λώ­νει, νὰ λευ­καί­νει, νὰ ξε­σκο­νί­ζει, νὰ κα­θα­ρί­ζει, νὰ ξε­βγά­ζει: οἱ μέ­ρες της περ­νοῦ­σαν ἔ­τσι, καὶ εἶ­χαν ἕ­να σκο­πό.

        Μιὰ Κυ­ρια­κὴ ἔ­πλε­νε μὲ τὴ συ­νη­θι­σμέ­νη φρον­τί­δα τὰ πιά­τα μέ­σα στὴν πλα­στι­κὴ λε­κά­νη. Ὁ ἄν­τρας της ἦ­ταν ἀ­κό­μη μὲ τὶς πιτ­ζά­μες, στὸ ρα­δι­ό­φω­νο μι­λοῦ­σαν γιὰ τὴν ἀ­τρα­ζί­νη: ἕ­να δη­λη­τή­ριο ὕ­που­λο, ἄ­χρω­μο, ἀ­ό­ρα­το, θα­να­τη­φό­ρο ἔ­τρε­χε καὶ ἀ­πὸ τὴ δι­κή της βρύ­ση.

        Κοί­τα­ξε τὰ πιά­τα, ἔ­λαμ­παν. Τί πά­ει νὰ πεῖ βρό­μι­κο, τί ση­μαί­νει κα­θα­ρό; Τὰ χέ­ρια της ἔ­πε­σαν κά­τω ἄ­ψυ­χα. Ἔ­κλει­σε τὸ νε­ρό, τὰ σκού­πι­σε, τὰ κοί­τα­ξε: χέ­ρια τα­λαι­πω­ρη­μέ­να, ἄ­χρη­στα, ἀ­νε­πα­νόρ­θω­τα βρό­μι­κα.

        Σφά­λι­σε πόρ­τες καὶ πα­ρά­θυ­ρα, ἔ­ψα­ξε νὰ δεῖ ἂν ὅ­λα ἦ­ταν στὴ θέ­ση τους. Ἔ­μει­νε μὲ τὰ πρό­χει­ρα ροῦ­χα καὶ βο­ή­θη­σε τὸν ἄν­τρα της νὰ φο­ρέ­σει τὴ φόρ­μα του.

        Ξέ­ρον­τας πὼς εἶ­ναι ἀρ­γί­α ἐ­κεῖ­νος ἄρ­χι­σε νὰ δι­α­μαρ­τύ­ρε­ται. Μει­λί­χια καὶ πει­στι­κὴ τοῦ μί­λη­σε γιὰ ὑ­πε­ρω­ρί­ες καὶ ἐ­πεί­γου­σες πα­ραγ­γε­λί­ες κι ἔ­τσι πεί­στη­κε, ἔ­νι­ω­σε ἀ­πα­ραί­τη­τος καὶ τὸ βλέμ­μα του ἔ­λαμ­ψε γιὰ μιὰ στιγ­μὴ προ­τοῦ σβή­σει καὶ πά­λι.

        Κοί­τα­ξε τὸ θο­λό του βλέμ­μα, τρά­βη­ξε τὸ πρό­σω­πό του κον­τά της γιὰ νὰ τὴ δεῖ, νὰ τὴν ἀ­κού­σει, νὰ τὴν κα­τα­λά­βει.

        Μὲ γλυ­κύ­τη­τα, γε­μά­τη τρυ­φε­ρό­τη­τα καὶ ἀ­πελ­πι­σί­α, τοῦ εἶ­πε ἀ­πο­φα­σι­στι­κά: «Μὴ μ’ ἀ­φή­σεις πο­τὲ πιὰ μό­νη, πά­ρε με μα­ζί σου στὸ ἐρ­γο­στά­σιο.»

 

 

Πη­γή: C­l­a­ra S­e­r­e­ni, C­a­s­a­l­i­n­g­h­i­t­u­d­i­ne, E­i­n­a­u­di, 1987.

 

C­l­a­ra S­e­r­e­ni (Ρώ­μη, 1946). Ἰ­τα­λί­δα συγ­γρα­φέ­ας καὶ δη­μο­σι­ο­γρά­φος. Ἔ­χει με­τα­φρά­σει καὶ ἐ­πι­με­λη­θεῖ ἔρ­γα τῶν Μπαλ­ζάκ, Σταν­τάλ, Μαν­τὰμ Ντὲ Λα­φα­γι­έτ.

 

Με­τά­φρα­ση ἀ­πὸ τὰ ἰ­τα­λι­κά:

Μα­ρί­α Σπυ­ρι­δο­πού­λου (Ἀ­θή­να, 1961). Σπού­δα­σε γαλ­λι­κὴ καὶ ἰ­τα­λι­κὴ φι­λο­λο­γί­α. Δι­δά­σκει στὸ Τμῆ­μα Θε­α­τρι­κῶν Σπου­δῶν τοῦ Παν/μί­ου Πε­λο­πον­νή­σου στὸ Ναύ­πλιο. Πρώ­τη της με­τά­φρα­ση, Ἡ σει­ρή­να καὶ τὰ ἄλ­λα δι­η­γή­μα­τα τοῦ Το­μά­ζι ντὶ Λαμ­πεν­τού­ζα (1993) καὶ ἡ πιὸ πρό­σφα­τη, Ἕ­να σύν­το­μο αἰ­σθη­μα­τι­κὸ τα­ξί­δι τοῦ Ἴ­τα­λο Σβέ­βο (2007).

 

Gisèle Prassinos: Ἡ γέννηση

 

 

Ζι­ζὲλ Πρά­σι­νος (Gisèle Prassinos)

 

Ἡ γέν­νη­ση

(La naissance)

 

ΘΕΛΕ μιὰ με­γά­λη νε­κρὴ κού­κλα γιὰ νὰ τὴν ἔ­χει στὴν ἀγ­κα­λιά του καὶ νὰ τὴν πνί­ξει. Ἔ­νι­ω­θε ἤ­δη πά­νω του τὸ με­γά­λο ἀ­σπόν­δυ­λο βά­ρος ποὺ εἶ­χε νὰ κρα­τή­σει. Καὶ σκε­φτό­με­νος τὶς μα­κρι­ὲς γα­λα­κτώ­δεις γάμ­πες ποὺ θὰ κρέ­μον­ταν ἀ­ξι­ο­θρή­νη­τα κά­τω ἀ­πὸ τὶς δι­κές του, ἦ­ταν ἀ­ναγ­κα­σμέ­νος νὰ κα­τα­πι­εῖ τὸ σά­λιο του πο­λὺ γρή­γο­ρα γιὰ νὰ μὴν ἀ­φή­σει τὸ λαι­μό του νὰ ξε­ρα­θεῖ!

         «Μὲ ξαν­θὰ μαλ­λιά, εἶ­πε, καὶ με­γά­λα ἀ­νοι­χτὰ μά­τια… Θὰ τὴν πλέ­νω μὲ τὴν ἄ­κρη τοῦ μαν­τη­λιοῦ μου καί, κά­θε πρω­ί, θὰ ἀ­νοί­γω τὰ με­γά­λα στρα­βὰ χέ­ρια της γιὰ νὰ βά­λω μέ­σα τους ἕ­να κα­ρύ­δι. Τό­τε θὰ με­γα­λώ­νει τὸ δί­χως ἄλ­λο ἀ­κό­μη πε­ρισ­σό­τε­ρο, θὰ γί­νε­ται ἀ­κό­μη πιὸ πλα­στι­κὴ καὶ θὰ μπο­ρῶ νὰ τὴν πνί­ξω πιὸ εὔ­κο­λα!

        Ὅ­ταν θὰ πι­έ­ζω μὲ τὰ δυ­ό μου χέ­ρια τὰ γε­μά­τα της μά­γου­λα, ἕ­να ὑ­πό­λευ­κο ὑ­γρὸ θὰ βγαί­νει ἀ­πὸ τὸ στό­μα της. Χον­τρὲς κόκ­κι­νες φυ­σα­λί­δες θὰ γλι­στροῦν ἔ­ξω ἀ­πὸ τὴ μύ­τη της ποὺ θὰ γί­νε­ται ἀ­δύ­να­τη. Τό­τε θὰ τὴν ἀγ­κα­λιά­σω πο­λὺ δυ­να­τά, μέ­χρι νὰ ἀ­φα­νί­σω τὰ μπλὲ μά­τια της, μέ­χρι νὰ τοὺς δώ­σω δι­κή μου ζω­ή.»

        Σκε­φτό­ταν τὴν κού­κλα καὶ τὰ μά­τια του εἶ­χαν καρ­φω­θεῖ μα­κριά, λὲς καὶ τὴν ἔ­βλε­πε νὰ ἔρ­χε­ται.

        Πράγ­μα­τι, μιὰ ἄ­σπρη γραμ­μὴ κυ­μά­τι­ζε στὸν οὐ­ρα­νό, χα­νό­ταν ἀ­νὰ δι­α­στή­μα­τα μέ­σα στὰ δέν­δρα, ἔ­πει­τα ἐμ­φα­νι­ζό­ταν πά­λι…

        Χω­ρὶς νὰ ση­κω­θεῖ ἀ­πὸ τὴν κα­ρέ­κλα, ἅ­πλω­σε ἀ­πελ­πι­σμέ­να τὰ χέ­ρια του γιὰ νὰ ὁ­λο­κλη­ρώ­σει τὸ πλά­σι­μό της καὶ νὰ τὴν ἔ­χει κον­τά του πιὸ γρή­γο­ρα για­τί κρύ­ω­νε. Κά­θε φο­ρὰ ὅ­μως ποὺ τὰ κα­τα­πο­νη­μέ­να του δά­χτυ­λα ἀ­κουμ­ποῦ­σαν τὸ πα­ρά­θυ­ρο, ἡ ἄ­σπρη γραμ­μὴ πή­γαι­νε ὅ­λο καὶ πιὸ μα­κριά.

        Ἔ­βλε­πες νὰ σχη­μα­τί­ζε­ται σι­γὰ-σι­γὰ ἕ­να γυ­ναι­κεῖ­ο σῶ­μα, μὲ μα­κριὰ μαλ­λιὰ ποὺ ξε­τυ­λί­γον­ταν κά­θε τό­σο.

        Ἦ­ταν ὅ­μως ὑ­περ­βο­λι­κὰ ἀ­τε­λὲς ἀ­κό­μη, ἀλ­λὰ ἐ­κεῖ­νος, πα­ρὰ τὴν ἀ­φα­νι­στι­κὴ ἐ­πι­θυ­μί­α του, ἦ­ταν ἐ­κεῖ καὶ πε­ρί­με­νε.

        Σύν­το­μα, ἡ μορ­φὴ ἄρ­χι­σε νὰ πε­τά­ει πιὸ γρή­γο­ρα, νὰ ὁ­λο­κλη­ρώ­νε­ται μὲ με­γα­λύ­τε­ρη ἔν­τα­ση…

        Ὁ ἄν­τρας ἔ­νι­ω­σε μιὰ μι­κρὴ πα­ρη­γο­ρη­τι­κὴ ζέ­στη νὰ τὸν πλη­σιά­ζει καί, ἀ­μέ­σως με­τά, ἕ­να δέ­μα, ποὺ κι­νοῦν­ταν γρή­γο­ρα, νὰ πέ­φτει μὲ δύ­να­μη πά­νω στὸ στῆ­θος του.

        Τό­τε, τὸ ἅρ­πα­ξε μὲ τὰ ἀ­δη­φά­γα χέ­ρια του καὶ ἄρ­χι­σε νὰ τὸ κα­τα­στρέ­φει.

 

   1935

 

 

 Πη­γή: Gisèle Prassinos, «La naissance» στὸ Les mots endormis, Flammarion, Paris, 1967, pp. 17-18.

 

Gisèle Prassinos (Κων­σταν­τι­νού­πο­λη, 1920), ποι­ή­τρια καὶ συγ­γρα­φέ­ας μυ­θι­στο­ρη­μά­των καὶ δι­η­γη­μά­των ἑλ­λη­νι­κῆς κα­τα­γω­γῆς. Ὁ πα­τέ­ρας της δι­ηύ­θυ­νε τὸ πε­ρι­ο­δι­κὸ Λό­γος στὴν Κων­σταν­τι­νού­πο­λη ἐ­νῶ ὁ ἄν­τρας της, ὁ Πέ­τρος Φρυ­δᾶς με­τέ­φρα­σε στὰ γαλ­λι­κὰ Κα­ζαν­τζά­κη. Τὴν ἀ­να­κά­λυ­ψε ὁ Ἀν­τρὲ Μπρε­τὸν τὸ 1935 καὶ τὴν ἀ­πο­κά­λε­σε παι­δί-θαῦ­μα. Τὸ πρῶ­το της ἔρ­γο ἡ Ἀρ­θρι­τι­κὴ Ἀ­κρί­δα δη­μο­σι­εύ­τη­κε τὸ 1935 καὶ ἐν­θου­σί­α­σε τὴν ὁ­μά­δα τῶν Σου­ρε­α­λι­στῶν. Ὁ Μπρε­τὸν στὴν Ἀν­θο­λο­γί­α τοῦ μαύ­ρου χι­οῦ­μορ ἔ­γρα­ψε γιὰ τὴν Πρά­σι­νος πὼς «ὅ­λοι οἱ ποι­η­τὲς τὴ ζη­λεύ­ουν».

 

Με­τά­φρα­ση ἀ­πὸ τὰ γαλ­λι­κά:

Μα­ρί­α Σπυ­ρι­δο­πού­λου (Ἀ­θή­να, 1961). Σπού­δα­σε γαλ­λι­κὴ καὶ ἰ­τα­λι­κὴ φι­λο­λο­γί­α. Δι­δά­σκει στὸ Τμῆ­μα Θε­α­τρι­κῶν Σπου­δῶν τοῦ Παν/μί­ου Πε­λο­πον­νή­σου στὸ Ναύ­πλιο. Ἔ­χει με­τα­φρά­σει με­τα­ξὺ τῶν ἄλ­λων τὸ 2006 τὴ Σουλ­τά­να σκιά, τῆς Ἀσ­σιᾶ Τζεμ­πάρ, ἐ­νῶ ἡ πρώ­τη της με­τά­φρα­ση εἶ­ναι Ἡ σει­ρή­να καὶ τὰ ἄλ­λα δι­η­γή­μα­τα τοῦ Το­μά­ζι ντὶ Λαμ­πεν­τού­ζα (1993) καὶ ἡ τε­λευ­ταί­α, Ἕ­να σύν­το­μο αἰ­σθη­μα­τι­κὸ τα­ξί­δι τοῦ Ἴ­τα­λο Σβέ­βο (2007).

  

Βλ. ἀκόμη ἐδῶ , Ἡμερολόγιο Καταστρώματος (ἐγγραφὲς 09-04-2010 καὶ 12-04-2010 [φω­το­γρα­φι­κά τεκ­μή­ρια γιὰ τὴν Πρά­σι­νος ἀ­πὸ τὸν ζω­γράφο Δη­μή­τρη Γέ­ρο).

 

Gisèle Prassinos: Δὲν εἶμαι πιὰ μόνος

 

 

Ζι­ζὲλ Πρά­σι­νος (Gisèle Prassinos)

                      

Δὲν εἶ­μαι πιὰ μό­νος

(Je ne suis plus seul)

 

ΕΝ ΕΙΜΑΙ ΠΙΑ μό­νος. Τώ­ρα ἔ­χω κά­ποι­ον. Πε­ρί­με­να και­ρό.

 Πο­τὲ δὲν ἔ­ψα­ξα ἢ μᾶλ­λον ναί, για­τί γιὰ νὰ ποῦ­με τὴν ἀ­λή­θεια πάν­τα ἐ­πι­θυ­μοῦ­σα μιὰ συν­τρο­φιά. Ἀλ­λὰ δὲν ἤ­ξε­ρα πῶς νὰ φερ­θῶ γιὰ νὰ τὴν κα­λέ­σω. Μὲ τί; Τί εἴ­δους χει­ρο­νο­μί­ες; Τί λό­για; Ἐ­νί­ο­τε, ἔ­χον­τας κά­νει μιὰ βι­α­στι­κὴ ἐ­πι­λο­γή, πή­γαι­να πρὸς τὸν πι­θα­νὸ φί­λο, συ­νε­παρ­μέ­νος, γε­μά­τος λέ­ξεις καὶ χά­δια, ἀλ­λὰ τρέ­μον­τας τό­σο ἀ­πὸ τὴ συγ­κί­νη­ση ποὺ χα­νό­μουν στὸ δρό­μο. Καὶ βε­βαί­ως, ὅ­ταν ἐ­πι­τέ­λους ἔ­φτα­να, ἡ θέ­ση εἶ­χε κα­τα­λη­φθεῖ ἢ ὁ ἄν­θρω­πος εἶ­χε φύ­γει.

        Τώ­ρα, ὑ­πάρ­χει ἕ­να ζων­τα­νὸ ὂν σπί­τι μου. Κα­τοι­κεῖ στὸ πιὸ ψη­λὸ ρά­φι ἑνὸς ντου­λα­πιοῦ. Ἀ­γνο­ῶ για­τί καὶ πῶς βρέ­θη­κε ἐ­κεῖ.

        Μιὰ νύ­χτα, ἐ­πει­δὴ δὲν μπο­ροῦ­σα νὰ κοι­μη­θῶ καὶ τὸ ρεῦ­μα εἶ­χε κο­πεῖ, ἀ­πο­φά­σι­σα νὰ ψά­ξω ἕ­να κε­ρὶ ποὺ εἶ­χα βά­λει ἀ­κρι­βῶς ἐ­κεῖ, στὸ πά­νω ρά­φι ἑ­νὸς ντου­λα­πιοῦ. Μὲς στὸ σκο­τά­δι, ψη­λά­φι­σα καὶ ἔ­νι­ω­σα μιὰ ζε­στὴ σάρ­κα, ξα­πλω­μέ­νη ἐ­κεῖ, σὲ ὅ­λο της τὸ μῆ­κος. Ἔ­πει­τα ἕ­να χέ­ρι γάν­τζω­σε τὸ δι­κό μου, τὸ ἕ­σφι­ξε, τὸ  ὁ­δή­γη­σε ἀλ­λοῦ. Πρέ­πει νὰ ἦ­ταν ἕ­να στό­μα για­τί μὲ δάγ­κω­σε ἐ­λα­φρά. Τό­τε τοῦ πῆ­γα γά­λα καὶ τὸ πράγ­μα τὸ ἤ­πι­ε βγά­ζον­τας μι­κρὲς κραυ­γὲς ἐν­θου­σια­σμοῦ. Αὐ­τὸ μό­νο.

        Δὲ βγαί­νει πο­τὲ ἀ­πὸ τὴ φω­λιά του, δὲ ζη­τά­ει πο­τὲ τί­πο­τα, ἀλ­λὰ μπο­ρῶ νὰ ὑ­πο­λο­γί­σω τώ­ρα, χά­ρη στὰ φα­φού­τι­κα οὖ­λα του, τὴν εὐ­χα­ρί­στη­ση ποὺ τοῦ δί­νουν οἱ ἐ­πι­σκέ­ψεις καὶ ὁ ἦ­χος τῆς φω­νῆς μου.

        Ἀ­πὸ τό­τε ποὺ συ­νέ­βη αὐ­τό, βι­ά­ζο­μαι νὰ ἐ­πι­στρέ­ψω στὸ σπί­τι με­τὰ τὰ ψώ­νια γιὰ τὸ βρα­δι­νό. Φέρ­νω κι ἕ­να μα­τσά­κι μὲ λου­λού­δια ἢ ἕ­να γλυ­κό. Δὲν ξέ­ρω ὅ­μως ἂν μὲ κα­τα­λα­βαί­νει ὅ­ταν ἀ­φη­γοῦ­μαι τὴ μέ­ρα μου, κά­νον­τας χει­ρο­νο­μί­ες ὄρ­θιος μπρο­στὰ στὸ ἀ­νοι­χτὸ ντου­λά­πι, ἕ­να ντου­λά­πι τό­σο βα­θὺ καὶ τό­σο ψη­λὸ ποὺ δὲν μπαί­νει κα­νέ­να φῶς.

 

 

Πη­γή: Gisèle Prassinos, «Je ne suis plus seul» στὸ Mon coeur les ecoute, Liasse a l’Imprimerie Quotidienne, Paris, 1982 (ouvrage publie avec le concours du Centre Nationale des Lettres), pp. 44-45.

 

Gisele Prassinos (Κων­σταν­τι­νού­πο­λη, 1920). Ἑλ­λη­νι­κῆς κα­τα­γω­γῆς, ποι­ή­τρια καὶ συγ­γρα­φέ­ας μυ­θι­στο­ρη­μά­των καὶ δι­η­γη­μά­των. Ὁ πα­τέ­ρας της δι­ηύ­θυ­νε τὸ πε­ρι­ο­δι­κὸ Λό­γος στὴν Κων­σταν­τι­νού­πο­λη ἐ­νῶ ὁ ἄν­τρας της, ὁ Πέ­τρος Φρυ­δᾶς, με­τέ­φρα­σε στὰ γαλ­λι­κὰ Κα­ζαν­τζά­κη. Τὴν ἀ­να­κά­λυ­ψε ὁ Ἀν­τρὲ Μπρε­τὸν τὸ 1935 καὶ τὴν ἀ­πο­κά­λε­σε παι­δί-θαῦ­μα. Τὸ πρῶ­το της ἔρ­γο ἡ Ἀρ­θρι­τι­κὴ Ἀ­κρί­δα δη­μο­σι­εύ­τη­κε τὸ 1935 καὶ ἐν­θου­σί­α­σε τὴν ὁ­μά­δα τῶν Σου­ρε­α­λι­στῶν. Ὁ Μπρε­τὸν στὴν Ἀν­θο­λο­γί­α τοῦ μαύ­ρου χι­οῦ­μορ ἔ­γρα­ψε γιὰ τὴν Πρά­σι­νος πὼς «ὅ­λοι οἱ ποι­η­τὲς τὴ ζη­λεύ­ουν».

 

Με­τά­φρα­ση ἀ­πὸ τὰ γαλ­λι­κά:

Μα­ρί­α Σπυ­ρι­δο­πού­λου (Ἀ­θή­να, 1961). Σπού­δα­σε γαλ­λι­κὴ καὶ ἰ­τα­λι­κὴ φι­λο­λο­γί­α. Δι­δά­σκει στὸ Τμῆ­μα Θε­α­τρι­κῶν Σπου­δῶν τοῦ Πάν/μί­ου Πε­λο­πον­νή­σου στὸ Ναύ­πλιο. Ἔ­χει με­τα­φρά­σει με­τα­ξὺ τῶν ἄλ­λων τὸ 2006 τὴ Σουλ­τά­να σκιά, τῆς Ἀσ­σιὰ Τζεμ­πάρ, ἐ­νῶ ἡ πρώ­τη της με­τά­φρα­ση εἶ­ναι Ἡ σει­ρή­να καὶ τὰ ἄλ­λα δι­η­γή­μα­τα τοῦ Το­μά­ζι ντὶ Λαμ­πεν­τού­ζα (1993). Τε­λευ­ταί­α, Ἕ­να σύν­το­μο αἰ­σθη­μα­τι­κὸ τα­ξί­δι τοῦ Ἴ­τα­λο Σβέ­βο (2007).

 

Φωτογραφία: Ἡ δεκατετράχρονη Ζιζὲλ Πράσινος διαβάζει ποιήματά της στοὺς ὑπερ­ρεαλιστές. ­Κα­θιστὸς, πρῶ­τος ἀ­πὸ ἀ­ρι­στε­ρά, ὁ Ἀν­τρὲ Μπρε­τόν. Φω­το­γρα­φία τοῦ Μὰν Ραί­η (1934).

 

Βλ. ἀκόμη ἐδῶ , Ἡμερολόγιο Καταστρώματος (ἐγγραφὲς 09-04-2010 καὶ 12-04-2010 [φω­το­γρα­φι­κά τεκ­μή­ρια γιὰ τὴν Πρά­σι­νος ἀ­πὸ τὸν ζω­γράφο Δη­μή­τρη Γέ­ρο).