Χόρχε Λουὶς Μπόρχες (Jorge Luis Borges): Argumentum ornithologicum


Χόρχε Λουὶς Μπόρ­χες (Jorge Luis Borges)


Argumentum ornithologicum


ΛΕΙΝΩ ΤΑ ΜΑΤΙΑ καὶ βλέ­πω ἕ­να σμῆ­νος που­λι­ῶν. Τὸ ὅ­ρα­μα δια­ρκεῖ ἕ­να δευ­τε­ρό­λε­πτο, μπο­ρεῖ καὶ λι­γό­τε­ρο· δὲν ξέ­ρω πό­σα που­λιὰ εἶ­δα. Ἦ­ταν κα­θο­ρι­σμέ­νος ἢ ἀ­κα­θό­ρι­στος ὁ ἀ­ριθ­μός τους; Τὸ πρό­βλη­μα ἐμ­πε­ρι­έ­χει τὸ ζή­τη­μα τῆς ὕ­παρ­ξης τοῦ Θε­οῦ. Ἐ­ὰν ὑ­πάρ­χει Θε­ός, ὁ ἀ­ριθ­μὸς εἶ­ναι κα­θο­ρι­σμέ­νος, για­τὶ ὁ Θε­ὸς γνω­ρί­ζει πό­σα που­λιὰ εἶ­δα. Ἐ­ὰν δὲν ὑ­πάρ­χει Θε­ός, ὁ ἀ­ριθ­μὸς εἶ­ναι ἀ­κα­θό­ρι­στος, για­τί κα­νεὶς δὲν μπό­ρε­σε νὰ τὸν ὑ­πο­λο­γί­σει. Σὲ αὐ­τὴν τὴν πε­ρί­πτω­ση, εἶ­δα λι­γό­τε­ρα ἀ­πὸ δέ­κα που­λιὰ (ἂς ποῦ­με), ἀλ­λὰ δὲν εἶ­δα ἐν­νέ­α, ὀ­κτώ, ἑ­πτά, ἕ­ξι, πέν­τε, τέσ­σε­ρα, τρί­α ἢ δύ­ο. Εἶ­δα ἕ­ναν ἀ­ριθ­μὸ ἀ­νά­με­σα στὸ δέ­κα καὶ τὸ ἕ­να, ποὺ δὲν εἶ­ναι τὸ ἐν­νέ­α, τὸ ὀ­κτώ, τὸ ἑ­πτά, τὸ ἕ­ξι, τὸ πέν­τε κ.λπ. Αὐ­τὸς ὁ ἀ­κέ­ραι­ος ἀ­ριθ­μὸς εἶ­ναι ἀ­σύλ­λη­πτος· ἄ­ρα, ὁ Θε­ὸς ὑ­πάρ­χει.



Πη­γή: El hacedor (1960)

Χόρχε Λουὶς Μπόρ­χες (Jorge Luis Borges) (Μπου­έ­νος Ἅ­ι­ρες, Ἀρ­γεν­τι­νὴ 1899-Γε­νεύ­η, Ἐλ­βε­τί­α, 1986). Δι­ή­γη­μα, Ποί­η­ση, Κρι­τι­κή, Δο­κί­μιο. Θε­ω­ρεῖ­ται μί­α ἀ­πὸ τὶς ση­μαν­τι­κό­τε­ρες λο­γο­τε­χνι­κὲς μορ­φὲς τοῦ 20οῦ αἰ­ώ­να. Εἶ­ναι πιὸ γνω­στὸς γιὰ τὰ δι­η­γή­μα­τά του ὅ­που κυ­ρια­ρχεῖ τὸ στοι­χεῖ­ο τοῦ φαν­τα­στι­κοῦ. Πολ­λὲς ἀ­πὸ τὶς πιὸ γνω­στές του ἱ­στο­ρί­ες ἀ­φο­ροῦν τὴ φύ­ση τοῦ χρό­νου, τὸ ἄ­πει­ρο, κα­θρέ­φτες, λα­βύ­ριν­θους, τὴν πραγ­μα­τι­κό­τη­τα καὶ τὴν ταυ­τό­τη­τα.  Πρώ­τη συλ­λο­γὴ ποι­η­μά­των του: Fervor de Buenos Aires (Πά­θος γιὰ τὸ Μπου­έ­νος Ἄ­ι­ρες, 1923), ἄλ­λα ἔρ­γα του: Ἡ βι­βλι­ο­θή­κη τῆς Βα­βέλ, Τὸ Ἄ­λεφ, κ.ἄ. Ἡ δι­ε­θνὴς φή­μη τοῦ Μπόρ­χες ξε­κί­νη­σε στὶς ἀρ­χὲς τῆς δε­κα­ε­τί­ας τοῦ 1960. Τὸ 1961 μοι­ρά­στη­κε μὲ τὸν Σά­μι­ου­ελ Μπέ­κετ τὸ Βρα­βεῖ­ο Φορ­μεν­τόρ.


Με­τά­φρα­ση ἀ­πὸ τὰ ἱ­σπα­νι­κά:

Κων­σταν­τῖ­νος Πα­λαι­ο­λό­γος (Ἀ­θή­να 1963). Ἀναπληρωτὴς κα­θη­γη­τὴς Με­τα­φρα­σε­ο­λο­γί­ας στὸ Ἀ­ρι­στο­τέ­λει­ο Πα­νε­πι­στή­μιο Θεσ­σα­λο­νί­κης. Δι­δά­σκει, ἐ­πί­σης, Ἰ­σπα­νι­κὴ Λο­γο­τε­χνί­α στὸ Ἑλ­λη­νι­κὸ Ἀ­νοι­κτὸ Πα­νε­πι­στή­μιο. Ἔ­χει με­τα­φρά­σει ἀ­πὸ τὰ ἰ­σπα­νι­κὰ στὰ ἑλ­λη­νι­κὰ ἔρ­γα τῶν Ἐ. Σάμ­πα­το, Μ. Ἀλ­το­λαγ­κί­ρε, Ἰ. Ἀλ­δε­κό­α, Μ. Βάθ­κεθ Μον­ταλ­μπάν, Χ. Γι­α­μα­θά­ρες, Ρ. Τσίρ­μπες, Χ. Ἀ­γέ­στα, Λ.Μ. Πα­νέ­ρο, Σ. δὲ Τό­ρο, Ἀ. Μπρά­ις Ἐ­τσε­νί­κε, Ἀ. Τρα­πι­έ­γιο, Ἀ. Γκα­μο­νέ­δα, Σ. Πά­μι­ες καὶ Ἀ. Κου­έ­το με­τα­ξὺ ἄλ­λων.



		

	

Σέρζι Πάμιες (Sergi Pàmies): Ἐπιβίωση

Pàmies,Sergi-Epibiosi-Eikona-01


Σέρζι Πάμιες (Sergi Pàmies)


Ἐ­πι­βί­ω­ση

(Supervivencia)

 

02-TaphΟΥ ΕΧΟΥΝ ΣΥΣΤΗΣΕΙ τό­σες φο­ρὲς νὰ ἀ­να­ζη­τή­σει τὶς ἀ­παν­τή­σεις μέ­σα του πού, μιὰ μέ­ρα, ὀρ­γα­νώ­νει μιὰ ἀ­πο­στο­λή. Ἐ­ξο­πλι­σμέ­νος μὲ κρά­νος σπη­λαι­ο­λό­γου, μα­τσέ­τα, σκα­πά­νη καὶ σχοι­νιὰ ὀ­ρει­βα­σί­ας ἀρ­χί­ζει τὴν πο­ρεί­α. Τὸ πρῶ­το βῆ­μα εἶ­ναι τὸ πιὸ δύ­σκο­λο. Πρέ­πει νὰ συγ­κεν­τρω­θεῖ πο­λὺ γιὰ νὰ βρεῖ τὴν κα­τάλ­λη­λη σχι­σμὴ καί, ἀ­σκών­τας πί­ε­ση, νὰ μπεῖ μέ­σα στὸ ἴ­διο του τὸ δέρ­μα. Ἡ με­τά­βα­ση ἀ­πὸ τὸ ἐ­ξω­τε­ρι­κὸ στὸ ἐ­σω­τε­ρι­κὸ τὸν κά­νει νὰ ἱ­δρώ­σει καὶ νὰ βλα­στη­μή­σει ἀλ­λά, μὲ τὴ βο­ή­θεια ἑ­νὸς ἐ­πι­δέ­ξιου ἑ­λιγ­μοῦ ποὺ θυ­μί­ζει ἀ­κρο­βά­τη καὶ τῆς τε­χνη­τῆς ὤ­θη­σης ποὺ τοῦ δί­νουν τὰ ἀν­τι­κα­τα­θλι­πτι­κά, τὰ κα­τα­φέρ­νει (κα­τά­πλη­κτος ἀ­πὸ τὴν ἀ­πο­τε­λε­σμα­τι­κό­τη­τα τῆς μα­τσέ­τας κα­θὼς ἀ­νοί­γει δρό­μο καὶ κάμ­πτει ἀν­τι­στά­σεις). Ὁ χῶ­ρος ποὺ τὸν ὑ­πο­δέ­χε­ται δὲν ἔ­χει κα­μί­α σχέ­ση μὲ ὅ,τι εἶ­χε φαν­τα­στεῖ. Τοῦ εἶ­χαν μι­λή­σει γιὰ μιὰ ἐ­πι­κρά­τεια σχε­δὸν ἀ­πε­ρι­ό­ρι­στη καί, γιὰ κά­θε ἐν­δε­χό­με­νο, εἶ­χε πά­ρει μα­ζί του ἕ­να σὲτ ἐ­πι­βί­ω­σης. Τώ­ρα, ἀν­τι­θέ­τως, κου­νά­ει τὸ κε­φά­λι του γιὰ νὰ φω­τί­σει ἕ­να χῶ­ρο κλει­στό, σὲ σχῆ­μα ντου­λά­πας. Χά­ρη στὴν αὐ­το­πει­θαρ­χί­α ποὺ δι­δά­χτη­κε σὲ πλῆ­θος θε­ρα­πει­ῶν, ἀ­πο­φεύ­γει νὰ βγά­λει συμ­πε­ρά­σμα­τα. Ξέ­ρει ὅ­τι δὲν τὸν συμ­φέ­ρει νὰ κά­νει βι­α­στι­κὲς ἐ­νέρ­γει­ες καὶ ἐ­να­πο­θέ­τει ὅ­λες τὶς ἐλ­πί­δες του στὴν πι­θα­νό­τη­τα νὰ βρεῖ, ξε­περ­νών­τας αὐ­τὴ τὴν ἀρ­χι­κὴ κλει­στο­φο­βί­α, ἄλ­λους χώ­ρους. Μὲ σκο­πὸ νὰ μπο­ρέ­σει νὰ κι­νη­θεῖ μὲ με­γα­λύ­τε­ρη εὐ­κο­λί­α, ἀ­φή­νει κά­τω τὸ σα­κί­διο καὶ τὰ σχοι­νιά. Δι­α­πι­στώ­νει τὴ συ­νο­χὴ τῶν ὁ­ρί­ων ποὺ τὸν πε­ρι­κλεί­ουν μὲ τὴ μύ­τη τῆς σκα­πά­νης: τάκ, τάκ. Αὐ­τὸ ποὺ βλέ­πει —ἐ­πι­κα­λυ­πτό­με­να στρώ­μα­τα ἡ­μί­φω­τος ποὺ πε­ρι­βάλ­λουν τὸ πε­ρί­γραμ­μα ἄ­δει­ων ρα­φι­ῶν καὶ κρε­μά­στρες δί­χως ροῦ­χα— δὲν τὸν κα­θη­συ­χά­ζει. Ἂν αὐ­τὴ ἦ­ταν ἡ ντου­λά­πα στὴν ὁ­ποί­α θὰ ἔ­πρε­πε νὰ βρεῖ ἀ­παν­τή­σεις, σκέ­φτε­ται: Ἄ­σ’ τα νὰ πᾶ­νε. Ὅ­πως συμ­βαί­νει κά­θε φο­ρὰ ποὺ ἀγ­χώ­νε­ται, τὸν πιά­νει πεί­να. Βγά­ζει ἀ­πὸ τὸ σα­κί­διο δύ­ο πρω­τε­ϊ­νοῦ­χες μπά­ρες δη­μη­τρια­κῶν καὶ τὶς κα­τα­βρο­χθί­ζει μὲ τὴ λαι­μαρ­γί­α ναυα­γοῦ. Ὅ­λα ὅ­σα περ­νοῦν ἀ­πὸ τὸ μυα­λό του τὸν ἱ­κα­νο­ποι­οῦν τό­σο λί­γο ὅ­σο καὶ αὐ­τὰ ποὺ βλέ­πει. Δὲν ξέ­ρει τί πε­ρί­με­νε νὰ βρεῖ, ἀλ­λὰ οἱ προσ­δο­κί­ες ποὺ τὸν ἔ­φε­ραν ὣς ἐ­δῶ δὲν πε­ρι­λάμ­βα­ναν ἕ­να ἄ­δει­ο ἔ­πι­πλο. Δὲν χρει­ά­ζε­ται νὰ προ­σπα­θή­σει πο­λὺ γιὰ νὰ ἀ­να­γνω­ρί­σει τὰ συμ­πτώ­μα­τα τῆς ἀ­πο­γο­ή­τευ­σης. Μπαί­νει στὸν πει­ρα­σμὸ νὰ ρί­ξει μιὰ φω­το­βο­λί­δα γιὰ νὰ δεῖ ἄν, πέ­ρα ἀ­πὸ τὴν ὀ­ρο­φή, ὑ­πάρ­χει κά­τι ἐ­κτὸς ἀ­πὸ αὐ­τὸν τὸ χῶ­ρο πού, ἐ­πι­πλέ­ον, τοῦ φαί­νε­ται πὼς ὅ­λο καὶ στε­νεύ­ει. Εἶ­ναι ἁ­πλῶς μιὰ ἐν­τύ­πω­ση, ἀλ­λὰ τοῦ ἀρ­κεῖ γιὰ νὰ κα­τα­λά­βει ὅ­τι, παρ’ ὅ­λο ποὺ θυ­μᾶ­ται πὼς ἦρ­θε γιὰ νὰ ἀ­να­ζη­τή­σει ἀ­παν­τή­σεις, τώ­ρα πλέ­ον δὲν ξέ­ρει σὲ τί ἐ­ρω­τή­σεις ἀν­τι­στοι­χοῦ­σαν. Ὅ­ταν, μὲ ἀ­δι­α­φο­ρί­α ἢ πα­τερ­να­λι­σμό, τοῦ μι­λοῦ­σαν γιὰ τὴν ἔν­νοι­α τοῦ «μέ­σα σου», πο­τέ του δὲν εἶ­χε φαν­τα­στεῖ ἕ­να χῶ­ρο σὰν αὐ­τόν. Τώ­ρα ἀν­τι­λαμ­βά­νε­ται τὸ πό­σο λά­θος ἔ­κα­νε ποὺ πί­στε­ψε ὅ­τι ὅ­λα θὰ ἦ­ταν ἄ­νε­τα, εὐ­ρύ­χω­ρα, ἀ­χα­νῆ. Τὸ ὅ­τι ὅ­λα τε­λι­κὰ ἦ­ταν τό­σο σκο­τει­νὰ καὶ ἀ­σή­μαν­τα ἴ­σως εἶ­ναι, συλ­λο­γί­ζε­ται, μιὰ ἀ­πάν­τη­ση. Ἐ­άν, ὅ­ταν ἄρ­χι­σε αὐ­τὸ τὸ τα­ξί­δι, δὲν ἦ­ταν δι­α­τε­θει­μέ­νος νὰ δε­χτεῖ τὰ πάν­τα, τώ­ρα ἦ­ταν ἀ­κό­μα λι­γό­τε­ρο. Γι’ αὐ­τὸν τὸ λό­γο, το­νω­μέ­νος ἀ­πὸ τὶς μπά­ρες δη­μη­τρια­κῶν καὶ τὴν πρω­τε­ϊ­νι­κή τους δρά­ση, ση­κώ­νε­ται καὶ ἀρ­χί­ζει νὰ κο­πα­νά­ει βί­αι­α τὴν πλά­τη τῆς ντου­λά­πας. Ἐ­κτὸς ἀ­πὸ ὀρ­γή, τὰ χτυ­πή­μα­τα τῆς σκα­πά­νης τοῦ ξυ­πνοῦν κί­νη­τρα πιὸ ἐν­δό­μυ­χα. Σι­γὰ σι­γά, κα­τα­φέρ­νει νὰ ἀ­νοί­ξει μιὰ τρύ­πα καί, στὴν ἄλ­λη πλευ­ρά, δι­α­κρί­νει τὸ γνώ­ρι­μό του κό­σμο. Ἔ­χον­τας πά­ρει κου­ρά­γιο, συ­νε­χί­ζει νὰ κο­πα­νά­ει. Ἡ μα­νί­α τῶν ἀ­στυ­νο­μι­κῶν νὰ μα­ζέ­ψουν χρή­μα­τα βά­ζον­τας πρό­στι­μα τοῦ προ­ξε­νεῖ σχε­τι­κὴ τρυ­φε­ρό­τη­τα καὶ ἡ θά­λασ­σα, ποὺ ἔ­χει πή­ξει ἀ­πὸ σέρ­φερ καὶ τζὲτ-σκί, τοῦ με­τα­δί­δει μιὰ ζω­τι­κό­τη­τα τό­σο το­νω­τι­κὴ ὅ­σο καὶ ἡ μυ­ρω­διὰ ἀ­πὸ ἁ­λά­τι, καρ­βου­νι­α­σμέ­νες σαρ­δέ­λες καὶ ἀν­τη­λια­κό. Ὅ­ταν κα­τα­φέρ­νει νὰ ἀ­νοί­ξει μιὰ τρύ­πα ἀρ­κε­τὰ με­γά­λη ὥ­στε νὰ βγεῖ ἀ­πὸ τὸν ἑ­αυ­τό του, τὸ βά­ζει στὰ πό­δια, λὲς καὶ δρα­πε­τεύ­ει ἀ­πὸ πυρ­κα­γιά, δί­χως νὰ νοια­στεῖ γιὰ τὸ σα­κί­διο, τὰ σχοι­νιά, τὴ μα­τσέ­τα, τὴ σκα­πά­νη καὶ τὶς δί­χως ἀ­πάν­τη­ση ἐ­ρω­τή­σεις ποὺ ἀ­φή­νει πί­σω του.


Bonsai-03c-GiaIstologio-04

Πη­γή: Ἀ­πὸ τὴ συλ­λο­γὴ δι­η­γη­μά­των La bicicleta estàtica (Τὸ στα­τικὸ πο­δή­λα­το) (Ἐκ­δό­σεις Quaderns Crema, Βαρ­κε­λώ­νη, 2010). Τώρα καὶ στὰ ἑλ­λη­νι­κά: Τὸ στα­τι­κὸ πο­δη­λά­το (ἐκδ. Μιχάλη Σιδέρη, 2013).

 Σέρζι Πάμιες (Sergi Pàmies) (Πα­ρί­σι, 1960). Ἐμ­φα­νί­στη­κε στὰ κα­τα­λα­νι­κὰ γράμ­μα­τα μὲ τὶς συλ­λο­γὲς δι­η­γη­μά­των T’hauria de caure la cara de vergonya τὸ 1986 καὶ Infecció τὸ 1987. Μὲ τὸ La primera pedra (1990) ὁ Πά­μι­ες θὰ ξε­κι­νή­σει τὸ μυ­θι­στο­ρη­μα­τι­κό του ἔρ­γο γιὰ νὰ ἀ­κο­λου­θή­σουν τὰ L’instint τὸ 1992 καὶ τὸ Sentimental τὸ 1995. Ὁ συγ­γρα­φέ­ας θὰ ἐ­πι­στρέ­ψει στὴ σύν­το­μη ἀ­φή­γη­ση μὲ τὶς συλ­λο­γὲς La gran novel·la sobre Barcelona τὸ 1997, L’últim llibre del Sergi Pàmies τὸ 2000, Si menges una llimona sense fer ganyotes τὸ 2006 [Μπο­ρεῖς νὰ φᾶς λε­μό­νι καὶ νὰ μὴν ξι­νί­σεις τὰ μοῦ­τρα σου;, Ἐκ­δό­σεις Πά­πυ­ρος, μφρ. Κων­σταν­τῖ­νος Πα­λαι­ο­λό­γος, Εὐ­ρυ­βιά­δης Σο­φός], La bicicleta estàtica (Τὸ στα­τι­κὸ πο­δή­λα­το, Ἐκ­δό­σεις Μι­χά­λη Σι­δέ­ρη, μφρ. Κων­σταν­τῖ­νος Πα­λαι­ο­λό­γος) καὶ Cancons d’amor i de pluja τὸ 2013. Ἀρ­θρο­γρα­φεῖ στὴν ἐ­φη­με­ρί­δα τῆς Βαρ­κε­λώ­νης La Vanguardia. Ὁ Σέρ­ζι Πά­μι­ες ἔ­χει με­τα­φρά­σει στὰ κα­τα­λα­νι­κὰ ἔρ­γα τῶν Guillaume Apollinaire, Jean-Philippe Toussaint, Agota Kristof, Frédéric Beigbeder κ.ἄ.

Με­τά­φρα­ση ἀ­πὸ τὰ κα­τα­λα­νι­κά:

Κων­σταν­τῖ­νος Πα­λαι­ο­λό­γος (Ἀ­θή­να 1963). Ἐ­πί­κου­ρος κα­θη­γη­τὴς Με­τα­φρα­σε­ο­λο­γί­ας στὸ Ἀ­ρι­στο­τέ­λει­ο Πα­νε­πι­στή­μιο Θεσ­σα­λο­νί­κης. Δι­δά­σκει, ἐ­πί­σης, ἰ­σπα­νι­κὴ λο­γο­τε­χνί­α στὸ Ἑλ­λη­νι­κὸ Ἀ­νοι­κτὸ Πα­νε­πι­στή­μιο. Ἔ­χει με­τα­φρά­σει ἀ­πὸ τὰ ἰ­σπα­νι­κὰ στὰ ἑλ­λη­νι­κὰ ἔρ­γα τῶν Ε. Σάμ­πα­το, Μ. Ἀλ­το­λαγ­κί­ρε, Ι. Ἀλ­δε­κό­α, Μ. Βάθ­κεθ Μον­ταλ­μπάν, Χ. Γι­α­μα­θά­ρες, Ρ. Τσίρ­μπες, Χ. Ἀ­γέ­στα, Λ.Μ. Πα­νέ­ρο, Σ. δὲ Τό­ρο, Α. Μπρά­ις Ἐ­τσε­νί­κε, Ἀ. Τρα­πι­έ­γιο, Ἀ. Γκα­μο­νέ­δα, Σ. Πά­μι­ες καὶ Ἀ. Κου­έ­το με­τα­ξὺ ἄλ­λων.

Ζόρντι Μασὸ Ραόλα (Jordi Masó Rahola): Ὁ ἐφευρέτης


MasóRahola,Jordi-OEfeyretis-Eikona-02


Ζόρντι Μασὸ Ραόλα (Jordi Masó Rahola)


Ὁ ἐφευρέτης

(L’inventor)


Η ΕΦΕΥΡΕΣΗ τῆς μη­χα­νῆς τῆς ἀ­να­στρο­φῆς τοῦ χρόνου ἀ­πο­δί­δε­ται στὸν Ἔρνστ Μί­λερ (1941-1867).


Bonsai-03c-GiaIstologio-04


Πηγή: ἀπὸ τὸ μπλὸγκ γιὰ τὸ μι­κρο­δι­ή­γη­μα τοῦ Fer­nando Valls La na­ve de los lo­cos.

Ζόρντι Μασὸ Ραόλα (Jordi Masó Rahola) (Γκρανολιέρς, 1967). Ἔχει ἐκ­δώ­σει δύο βιβλία (Els re­ptes de Vla­di­mir, 2010 καὶ Ca­tà­leg de mon­stres, 2012).

Μετάφραση ἀπὸ τὰ καταλανικά:

Κωνσταντῖνος Παλαιολόγος (Ἀ­θή­να 1963). Ἀναπληρωτὴς κα­θη­γη­τὴς Με­τα­φρα­σε­ο­λο­γί­ας στὸ Ἀ­ρι­στο­τέ­λει­ο Πα­νε­πι­στή­μιο Θεσ­σα­λο­νί­κης. Δι­δά­σκει, ἐ­πί­σης, Ἰ­σπα­νι­κὴ Λο­γο­τε­χνί­α στὸ Ἑλ­λη­νι­κὸ Ἀ­νοι­κτὸ Πα­νε­πι­στή­μιο. Ἔ­χει με­τα­φρά­σει ἀ­πὸ τὰ ἰ­σπα­νι­κὰ στὰ ἑλ­λη­νι­κὰ ἔρ­γα τῶν Ἐ. Σάμ­πα­το, Μ. Ἀλ­το­λαγ­κί­ρε, Ἰ. Ἀλ­δε­κό­α, Μ. Βάθ­κεθ Μον­ταλ­μπάν, Χ. Γι­α­μα­θά­ρες, Ρ. Τσίρ­μπες, Χ. Ἀ­γέ­στα, Λ.Μ. Πα­νέ­ρο, Σ. δὲ Τό­ρο, Ἀ. Μπρά­ις Ἐ­τσε­νί­κε, Ἀ. Τρα­πι­έ­γιο, Ἀ. Γκα­μο­νέ­δα, Σ. Πά­μι­ες καὶ Ἀ. Κου­έ­το με­τα­ξὺ ἄλ­λων.



		

	

Λουὶς Ματέο Ντίεθ (Luis Mateo Díez): Τὸ γράμμα


Diez,LuisMateo-ToGramma-Eikona-02


Λουὶς Ματέο Ντίεθ (Luis Mateo Díez)

 

Τὸ γράμμα

(La carta)


Diez,LuisMateo-ToGramma-Eikona-01


05-Kappa-351px-K_oiseaux_svgΑΘΕ ΠΡΩΪ, φτά­νω στὸ γρα­φεῖ­ο, κά­θο­μαι, ἀ­νά­βω τὸ φῶς, ἀ­νοί­γω τοὺς φα­κέ­λους μου καί, πρὶν ἀρ­χί­σω τὴν κα­θη­με­ρι­νή μου ἐρ­γα­σί­α, γρά­φω μί­α ἀ­ρά­δα στὸ μα­κρο­σκε­λὲς γράμ­μα ὅ­που, ἐ­δῶ καὶ δε­κα­τέσ­σε­ρα χρό­νια, ἐ­ξη­γῶ μὲ κά­θε λε­πτο­μέ­ρεια τὶς αἰ­τί­ες τῆς αὐ­το­κτο­νί­ας μου.


Bonsai-03c-GiaIstologio-04


Πηγή: Ἀπὸ τὴ συλλογὴ μικροδιηγημάτων Los males menores, Ἐκδόσεις Ε­spa­sa, 2001.

Λου­ὶς Μα­τέ­ο Ντί­εθ (Luis Mateo Díez) (Βι­για­μπλί­νο, Λε­όν, Ἱ­σπα­νία, 1942). Ἰ­σπα­νός συγ­γρα­φέ­ας καὶ ἀ­κα­δη­μα­ϊ­κός. Στὰ ελ­λη­νι­κά κυ­κλο­φο­ρεῖ τὸ μυ­θι­στό­ρημά του  μα­γι­κὴ πη­γὴ τῆς νιό­της. Ἄλ­λα ἔρ­γα τουA­pó­cri­fo del cla­vel y la es­pi­na (1988), Las ho­ras com­ple­tas (1990),El ex­pe­di­en­te del ná­u­fra­go (1992), Ca­mi­­no de per­di­ción (1995), La mi­ra­da del al­ma (1997), El pa­ra­í­so de los mor­ta­les (1998), Dí­as del Des­ván (1999), Fan­tas­mas del in­vier­no (2004).

Μετάφραση ἀπὸ τὰ ἰσπανικά:

Κων­σταν­τῖ­νος Πα­λαι­ο­λό­γος (Ἀ­θή­να 1963). Ἀναπληρωτὴς κα­θη­γη­τὴς Με­τα­φρα­σε­ο­λο­γί­ας στὸ Ἀ­ρι­στο­τέ­λει­ο Πα­νε­πι­στή­μιο Θεσ­σα­λο­νί­κης. Δι­δά­σκει, ἐ­πί­σης, Ἰ­σπα­νι­κὴ Λο­γο­τε­χνί­α στὸ Ἑλ­λη­νι­κὸ Ἀ­νοι­κτὸ Πα­νε­πι­στή­μιο. Ἔ­χει με­τα­φρά­σει ἀ­πὸ τὰ ἰ­σπα­νι­κὰ στὰ ἑλ­λη­νι­κὰ ἔρ­γα τῶν Ἐ. Σάμ­πα­το, Μ. Ἀλ­το­λαγ­κί­ρε, Ἰ. Ἀλ­δε­κό­α, Μ. Βάθ­κεθ Μον­ταλ­μπάν, Χ. Γι­α­μα­θά­ρες, Ρ. Τσίρ­μπες, Χ. Ἀ­γέ­στα, Λ.Μ. Πα­νέ­ρο, Σ. δὲ Τό­ρο, Ἀ. Μπρά­ις Ἐ­τσε­νί­κε, Ἀ. Τρα­πι­έ­γιο, Ἀ. Γκα­μο­νέ­δα, Σ. Πά­μι­ες καὶ Ἀ. Κου­έ­το με­τα­ξὺ ἄλ­λων.



		

	

Πέδρο ντὲ Μιγκέλ (Pedro de Miguel): Μικροδιήγημα: Αὐτὴ ἡ λιλιπούτεια τέχνη


DeMiguel,Pedro-ElMicrorellato-EseArtePigmeo-Eikona-01


Πέ­δρο ντὲ Μιγ­κέλ (Pedro de Miguel)


Μι­κρο­δι­ή­γη­μα: Αὐ­τὴ λι­λι­πού­τεια τέ­χνη

(El microrrelato:Ese arte pigmeo)


02-MiΙΚΡΟΔΙΗΓΗΜΑ, δι­ή­γη­μα μι­νι­α­τού­ρα, δι­ή­γη­μα μπον­ζά­ι, να­νο­δι­ή­γη­μα, ἀ­κό­μη καὶ ἱ­στο­ρι­ού­λα… Ὑ­πάρ­χουν πά­ρα πολ­λὲς ὀ­νο­μα­σί­ες ποὺ προσ­δι­ο­ρί­ζουν τὸ πο­λὺ σύν­το­μο δι­ή­γη­μα, με­τα­ξύ των ὁ­ποί­ων φαί­νε­ται νὰ ἐ­πι­κρα­τεῖ τὸ «μι­κρο­δι­ή­γη­μα».

       Ἕ­να φαι­νό­με­νο κα­θό­λου νέ­ο στὴ λο­γο­τε­χνί­α, τὸ ὁ­ποῖ­ο ὡ­στό­σο φαί­νε­ται νὰ γί­νε­ται δη­μο­φι­λὲς κα­τὰ τὸν τε­λευ­ταῖ­ο μι­σὸ αἰ­ώ­να, ἀ­πὸ τὴν πέ­να δι­α­κε­κρι­μέ­νων συγ­γρα­φέ­ων μυ­θο­πλα­σί­ας τῆς Λα­τι­νι­κῆς Ἀ­με­ρι­κῆς ὅ­πως οἱ Μπόρ­χες, Κορ­τά­σαρ, Γκαρ­σί­α Μάρ­κες, Ἀ­ρε­ό­λα, Ντε­νέ­βι καὶ Μον­τε­ρό­σο. Για­τὶ, ἂν καὶ τὸ μι­κρο­δι­ή­γη­μα δὲν εἶ­ναι ἄ­γνω­στο σὲ κα­μί­α ἀ­πὸ τὶς σύγ­χρο­νες λο­γο­τε­χνί­ες —ἀρ­κεῖ νὰ θυ­μη­θοῦ­με τὴν πα­ρά­ξε­νη ὀ­μορ­φιὰ τῶν σύν­το­μων δι­η­γη­μά­των τοῦ Κάφ­κα ἢ τὸ ἀ­νε­κτί­μη­το χι­οῦ­μορ τῶν δι­η­γη­μά­των τοῦ Σλά­βο­μιρ Μρό­ζεκ—, φαί­νε­ται ὅ­τι κά­νει πιὸ δυ­να­μι­κὰ τὴν ἐμ­φά­νι­σή του στὴν ἄλ­λη πλευ­ρὰ τοῦ Ἀ­τλαν­τι­κοῦ, ὅ­που ἐ­πί­σης ἔ­γι­νε προ­σπά­θεια νὰ θε­με­λι­ω­θεῖ θε­ω­ρη­τι­κὰ καὶ νὰ δι­α­χω­ρι­στεῖ ἀ­πὸ πα­ρό­μοι­α εἴ­δη. Ἀ­πὸ τὴν Ἰ­σπα­νί­α δὲν λεί­πουν λαμ­πρὰ πα­ρα­δείγ­μα­τα συγ­γρα­φέ­ων ποὺ καλ­λι­έρ­γη­σαν τὸ μι­κρο­δι­ή­γη­μα, ὅ­πως ὁ Λου­ὶς Μα­τέ­ο Ντί­εθ, ὁ Μὰξ Ἄ­ουμπ, ὁ Ἀν­τό­νιο Πε­ρέ­ι­ρα…, ἐ­νῶ εἶ­ναι σπά­νια ἡ πε­ρί­πτω­ση συγ­γρα­φέ­ων ποὺ δὲν ἔ­χουν κα­τα­πια­στεῖ μα­ζί του ἔ­στω μιὰ φο­ρά.

       Τὸ μι­κρο­δι­ή­γη­μα ἔ­χει τὶς ρί­ζες του, ὅ­πως καὶ ὅ­λα τα εἴ­δη λο­γο­τε­χνί­ας, στὶς προ­φο­ρι­κὲς πα­ρα­δό­σεις, μὲ τὴ μορ­φὴ μύ­θων καὶ ἀλ­λη­γο­ρι­ῶν καὶ ἀ­πο­κτᾶ ὑ­πό­στα­ση κα­τὰ τὸ Με­σαί­ω­να μέ­σῳ τῆς δι­δα­κτι­κῆς λο­γο­τε­χνί­ας, ἡ ὁ­ποί­α ἀν­τλεῖ τὸ ὑ­λι­κό της ἀ­πὸ θρύ­λους, αἰ­νίγ­μα­τα καὶ πα­ρα­βο­λές. Ὁ­ρι­σμέ­νοι θε­ω­ροῦν ὅ­τι τὸ μι­κρο­δι­ή­γη­μα εἶ­ναι μιὰ ἐκ­δο­χὴ τοῦ ἀ­σι­α­τι­κοῦ χα­ϊ­κοῦ σὲ πε­ζὸ λό­γο, ἐ­νῶ ἄλ­λοι πι­στεύ­ουν ὅ­τι προ­έρ­χε­ται ἀ­πὸ τὴν ἐ­πι­τύμ­βια λο­γο­τε­χνί­α.

       Ὡ­στό­σο, τὸ μι­κρο­δι­ή­γη­μα γί­νε­ται δη­μο­φι­λὲς στὴν ἰ­σπα­νό­φω­νη λο­γο­τε­χνί­α κα­τὰ τὴ σύγ­χρο­νη ἐ­πο­χή, μὲ τὴ γέν­νη­ση τοῦ δι­η­γή­μα­τος ὡς λο­γο­τε­χνι­κοῦ εἴ­δους, χά­ρη στὴν ταυ­τό­χρο­νη ἐμ­φά­νι­ση δύ­ο φαι­νο­μέ­νων δι­α­φο­ρε­τι­κῆς φύ­σε­ως: στὴν ἔ­κρη­ξη τῆς πρω­το­πο­ρια­κῆς λο­γο­τε­χνί­ας μὲ τὴν ἐκ­φρα­στι­κή της ἀ­να­νέ­ω­ση καὶ στὴν ἔκ­δο­ση με­γά­λου ἀ­ριθ­μοῦ πε­ρι­ο­δι­κῶν ποὺ ἀ­παι­τοῦ­σαν σύν­το­μα κεί­με­να μὲ εἰ­κο­νο­γρά­φη­ση γιὰ νὰ γε­μί­σουν τὶς σε­λί­δες πο­λι­τι­στι­κοῦ πε­ρι­ε­χο­μέ­νου. Κά­ποι­ες ἀ­πὸ τὶς γκρεγ­κε­ρί­ας τοῦ Ρα­μὸν Γκό­μεθ ντὲ λὰ Σέρ­να εἶ­ναι πραγ­μα­τι­κὰ δι­η­γή­μα­τα μό­λις μιᾶς γραμ­μῆς, καὶ ἐ­πί­σης οἱ Ρουμ­πὲν Ντα­ρί­ο καὶ Βι­σέν­τε Οὐ­ι­δόμ­προ ἐ­ξέ­δω­σαν μι­κρο­δι­η­γή­μα­τα δι­α­φό­ρων αἰ­σθη­τι­κῶν προ­σεγ­γί­σε­ων. Ἐ­κτὸς ἀ­πὸ τοὺς ἐν λό­γῳ συγ­γρα­φεῖς, ἡ λο­γο­τε­χνι­κὴ κρι­τι­κὴ ξε­χω­ρί­ζει ἐ­πί­σης τὸν Με­ξι­κα­νὸ Χού­λιο Τό­ρι καὶ τὸν Ἀρ­γεν­τι­νὸ Λε­ο­πόλ­δο Λου­γό­νες ὡς κα­θο­ρι­στι­κῆς ση­μα­σί­ας προ­δρό­μους τοῦ σύγ­χρο­νου μι­κρο­δι­η­γή­μα­τος.

       Κα­τὰ τὸ δεύ­τε­ρο μι­σό τοῦ 20οῦ αἰ­ώ­να τὸ μι­κρο­δι­ή­γη­μα φτά­νει στὴν ὡ­ρί­μαν­σή του. Πλέ­ον δὲν πρό­κει­ται γιὰ μιὰ ἄ­σκη­ση ὕ­φους, γιὰ ἕ­να εὐ­φυ­ο­λό­γη­μα ἢ γιὰ ἕ­να λί­γο-πο­λὺ μυ­στη­ρι­ῶ­δες δεῖγ­μα πε­ζο­ποι­ή­μα­τος. Τὸ μι­κρο­δι­ή­γη­μα πα­ρου­σι­ά­ζε­ται ὡς μιὰ αὐ­θεν­τι­κὴ λο­γο­τε­χνι­κὴ πρό­τα­ση, ὣς τὸ ἰ­δα­νι­κὸ λο­γο­τε­χνι­κὸ εἶ­δος γιὰ νὰ ὁ­ρί­σει, νὰ δι­α­κω­μω­δή­σει ἢ νὰ ἀν­τι­στρέ­ψει τοὺς γρή­γο­ρους ρυθ­μοὺς τῆς σύγ­χρο­νης ἐ­πο­χῆς καὶ τὴ με­τα­μον­τέρ­να αἰ­σθη­τι­κή· ὡς κά­τι, ἐν­τέ­λει, ποὺ ἔ­χει νὰ κά­νει μὲ τὸν Ἴ­τα­λο Καλ­βί­νο καὶ τὸ ἔρ­γο τοῦ Ἕ­ξι προ­τά­σεις γιὰ τὴν ἑ­πό­με­νη χι­λι­ε­τί­α, μὲ τὶς «πο­λυ­πο­λι­τι­σμι­κὲς ὑ­βρι­δο­ποι­ή­σεις» του, ὅ­πως ἔ­χει ὑ­πο­γραμ­μί­σει ὁ Ἐν­ρί­κε Γέ­πες, ἕ­νας ἀ­πὸ τοὺς με­λε­τη­τὲς αὐ­τῆς τῆς λι­λι­πού­τειας τέ­χνης. Τὸ πο­λὺ σύν­το­μο δι­ή­γη­μα εἶ­ναι ἡ ἰ­δα­νι­κὴ ἀ­ρέ­να ὅ­που ἀ­να­με­τρᾶ­ται ἡ μό­δα τῆς ἀ­πο­δό­μη­σης τῶν εἰ­δῶν μέ­χρι νὰ ἀ­πο­δει­χτεῖ μά­ται­η —καὶ ἄ­χρη­στη— ἡ προ­σπά­θεια νὰ τὸ προσ­δι­ο­ρί­σεις, νὰ τὸ ξε­χω­ρί­σεις ἢ νὰ τοῦ προσ­δώ­σεις ἐ­πί­φα­ση νο­μι­μό­τη­τας.

       Πολ­λα­πλα­σι­ά­ζον­ται ἔ­τσι αὐ­τὰ «τὰ συμ­πυ­κνω­μέ­να σὲ ὑ­πέρ­με­τρο βαθ­μὸ δι­η­γή­μα­τα, ὄ­μορ­φα σὰν θε­ω­ρή­μα­τα» —σύμ­φω­να μὲ τὸν Ἀρ­γεν­τι­νὸ Ντα­βὶδ Λαγ­κμα­νό­βιτς— τὰ ὁ­ποῖ­α μὲ τὴν ἀ­πο­γύ­μνω­σή τους, δο­κι­μά­ζουν «τὸν τρό­πο ποὺ ἔ­χου­με συ­νη­θί­σει νὰ δι­α­βά­ζου­με». Γιὰ νὰ δι­α­φο­ρο­ποι­η­θοῦν ἀ­πὸ τοὺς ἀ­φο­ρι­σμούς, τὰ ἐ­πι­τύμ­βια ἐ­πι­γράμ­μα­τα ἢ τὰ μι­κρο­δο­κί­μια πρέ­πει νὰ πλη­ροῦν τὶς βα­σι­κὲς ἀρ­χὲς τῆς ἀ­φη­γη­μα­τι­κό­τη­τας ἀλ­λὰ σὲ μορ­φὴ ἀ­συ­νή­θι­στα συμ­πυ­κνω­μέ­νη. Πρό­κει­ται, σχε­δὸν πάν­τα, γιὰ ἀ­σκή­σεις ἀ­να­δη­μι­ουρ­γί­ας, γιὰ ἕ­να μι­κρο­σκο­πι­κὸ ἐρ­γα­στή­ρι πει­ρα­μα­τι­σμοῦ μὲ τὴ γλώσ­σα ἢ γιὰ ἕ­να φι­λό­δο­ξο ἐγ­χεί­ρη­μα νὰ πε­ρι­κλεί­σουν μέ­σα σὲ λί­γες γραμ­μὲς μιὰ ὑ­περ­βα­τι­κὴ θε­ώ­ρη­ση τοῦ κό­σμου. Ὅ­μως πλα­νᾶ­ται μιὰ ὑ­πο­ψί­α: δὲν ὑ­πάρ­χει, ἄ­ρα­γε, σὲ ὅ­λο αὐ­τὸ μιὰ δό­ση ὀ­κνη­ρί­ας; Μὲ τὸ συ­νη­θι­σμέ­νο χι­οῦ­μορ του, ὁ Ἀ­ου­γοῦ­στο Μον­τε­ρό­σο φαί­νε­ται νὰ σπέρ­νει τὴν ἀμ­φι­βο­λί­α ὅ­ταν γρά­φει: «Τὸ σί­γου­ρο εἶ­ναι ὅ­τι ὁ συγ­γρα­φέ­ας σύν­το­μων ἀ­φη­γή­σε­ων δὲν λα­χτα­ρᾶ τί­πο­τα πε­ρισ­σό­τε­ρο στὸν κό­σμο ἀ­πὸ τὸ νὰ γρά­φει ἀ­τε­λεί­ω­τα μα­κρο­σκε­λῆ κεί­με­να ὅ­που δὲν χρει­ά­ζε­ται νὰ βά­λει τὴ φαν­τα­σί­α του νὰ δου­λέ­ψει, ὅ­που γε­γο­νό­τα, πράγ­μα­τα, ζῶ­α καὶ ἄν­θρω­ποι δι­α­σταυ­ρώ­νον­ται, ἀλ­λη­λο­α­να­ζη­τοῦν­ται ἢ ἀ­πο­μα­κρύ­νον­ται, ζοῦν, συ­ζοῦν, ἀ­γα­πιοῦν­ται ἢ χύ­νουν ἐ­λεύ­θε­ρα τὸ αἷ­μα τους χω­ρὶς νὰ ὑ­πό­κειν­ται στοὺς πε­ρι­ο­ρι­σμοὺς τῆς ἄ­νω τε­λεί­ας καὶ τῆς τε­λεί­ας».


Bonsai-03c-GiaIstologio-04


Πηγή: Δημοσιεύτηκε στὴν ἐφ. El Mundo

(http://www.elmundo.es/elmundolibro/microrrelatos/). Πρώ­­τη δη­μο­σί­ευ­ση τῆς με­τά­φρα­σης στὸ Ἡ­ρὼ Νι­κο­πού­λου & Γιάν­νης Πα­τί­λης Ἱ­στο­ρί­ες Μπον­ζάι ’15. 61 Μι­κρὰ Δι­η­γή­μα­τα. Μιὰ ἀν­θο­λο­γία (ἐκδ. Γα­βρι­η­λί­δης, Ἀ­θή­να, 2015).

Πέ­δρο ντὲ Μιγ­κὲλ (Pedro de Miguel): Γεν­νή­θη­κε τὸ 1956 στὴ Βι­τό­ρια καὶ ἀ­πε­βί­ω­σε στὴν Παμ­πλό­να τὸ 2007 ἀ­πὸ καρ­κί­νο. Ἦ­ταν συγ­γρα­φέ­ας καὶ κρι­τι­κὸς λο­γο­τε­χνί­ας. Δί­δα­ξε Δη­μο­σι­ο­γρα­φί­α καὶ Λο­γο­τε­χνι­κὴ Δη­μο­σι­ο­γρα­φί­α στὸ Πα­νε­πι­στή­μιο τῆς Να­βά­ρα. Λό­γῳ τοῦ ἰ­δι­αί­τε­ρου ἐν­δι­α­φέ­ρον­τός του γιὰ τὰ εἴ­δη σύν­το­μης λο­γο­τε­χνί­ας, δη­μι­ούρ­γη­σε μα­ζὶ μὲ τὸν Χο­σε­λουὶς Γκον­θά­λεθ τὸν ἐκ­δο­τι­κὸ οἶ­κο Hierbaola, ποὺ εἰ­δι­κεύ­ε­ται στὸ μι­κρο­δι­ή­γη­μα.

Μετάφραση ἀπὸ τὰ ἰσπανικά:

Ἡ με­τά­φρα­ση εἶ­ναι προ­ϊ­ὸν τοῦ μα­θή­μα­τος «Με­τά­φρα­ση ἀ­πὸ τὰ Ἰ­σπα­νι­κὰ στὰ Ἑλ­λη­νι­κά» ποὺ δι­δά­σκει ὁ ἀ­να­πλη­ρω­τὴς κα­θη­γη­τὴς Κων­σταν­τῖ­νος Πα­λαι­ο­λό­γος στὸ πλαί­σιο τοῦ Δι­α­τμη­μα­τι­κοῦ Προ­γράμ­μα­τος Με­τα­πτυ­χια­κῶν Σπου­δῶν τοῦ ΑΠΘ «Δι­ερ­μη­νεί­α καὶ Με­τά­φρα­ση», κα­τεύ­θυν­ση Με­τά­φρα­σης. Συμ­με­τεῖ­χαν οἱ σπου­δά­στρι­ες Χρι­στί­να Εὐ­θυ­μί­ου, Θω­μα­ὴ Κων­σταν­τί­νου, Χρυ­σού­λα Χρυ­σου­λά­κη.

Εἰκόνα: Ὁ Πέδρο ντὲ Μιγκὲλ στὸ Μπιλμπάο. Φωτογραφία καὶ βέσπα τοῦ An­der I­zag­gi­re.



		

	

Κάρλος Ἕκτ. Γκ. Πουχεάου (Carlos H. G. Pugeau): Τὸ ἐρωτικὸ τρίγωνο


ToErotikoTrigono-Eikona-01


Κάρ­λος Ἕ­κτ. Γκ. Που­χε­ά­ου (Carlos Η. G. Pugeau)


Τὸ ἐ­ρω­τι­κὸ τρί­γω­νο

(El triangulo amoroso)


H-Itta-SomataΑΡΣΕΝΙΚΗ ΦΑΛΑΙΝΑ ἦ­ταν ἀ­πα­ρη­γό­ρη­τη για­τὶ τὸ ταί­ρι της εἶ­χε ἐ­ρω­τευ­τεῖ ἕ­να ὑ­πο­βρύ­χιο.

Bonsai-03c-GiaIstologio-04


Πηγή: Ἀ­πὸ τὸν τό­μο Βγά­λε ἕ­να φύλ­λο… Ἀν­θο­λο­γία ἰ­σπα­νό­φω­νου ἐ­ρω­τι­κοῦ μι­κρο­δι­η­γή­μα­τος. Δί­γλωσ­ση ἔκ­δο­ση, συλ­λο­γι­κὴ με­τά­φρα­ση. Ἐ­πι­μέ­λεια: Κων­σταν­τῖ­νος Πα­λαι­ο­λό­γος, Ἐκ­δό­σεις Σι­δέ­ρη, Li­te­ra­tu­ra Cu­e­nto, Ἀ­θή­να, 2014.

 

Κάρ­λος Ἕ­κτορ Γκον­σά­λες Που­χε­ά­ου (Carlos Hector Gonzalez Pugeau). Γεν­νή­θη­κε στὴ Χι­λή, ἀλ­λὰ ἀ­πὸ τὸ 1969 δι­έ­με­νε στὴν Το­λού­κα τοῦ Με­ξι­κοῦ, ὅ­που καὶ ἀ­πε­βί­ω­σε τὸ 1983. Πο­λυ­γρα­φό­τα­τος συγ­γρα­φέ­ας ἄ­φη­σε, με­τα­ξὺ ἄλ­λων, 12 τό­μους μὲ φι­λο­σο­φι­κὰ ἀ­πο­φθέγ­μα­τα καὶ ἀ­φο­ρι­σμοὺς ὑ­πὸ τὸν τί­τλο Pildorillas. To «El triangulo amoroso» δη­μο­σι­εύ­τη­κε στὸ νού­με­ρο 102 τοῦ πε­ρι­ο­δι­κοῦ El Cuento τὸ 1987.

Μετάφραση ἀπὸ τὰ ἰσπανικά:

Συλ­λο­γι­κὴ με­τά­φρα­ση. Ἐ­πι­μέ­λεια:

Κων­σταν­τῖ­νος Πα­λαι­ο­λό­γος (Ἀ­θή­να 1963). Ἀναπληρωτὴς κα­θη­γη­τὴς Με­τα­φρα­σε­ο­λο­γί­ας στὸ Ἀ­ρι­στο­τέ­λει­ο Πα­νε­πι­στή­μιο Θεσ­σα­λο­νί­κης. Δι­δά­σκει, ἐ­πί­σης, Ἰ­σπα­νι­κὴ Λο­γο­τε­χνί­α στὸ Ἑλ­λη­νι­κὸ Ἀ­νοι­κτὸ Πα­νε­πι­στή­μιο. Ἔ­χει με­τα­φρά­σει ἀ­πὸ τὰ ἰ­σπα­νι­κὰ στὰ ἑλ­λη­νι­κὰ ἔρ­γα τῶν Ἐ. Σάμ­πα­το, Μ. Ἀλ­το­λαγ­κί­ρε, Ἰ. Ἀλ­δε­κό­α, Μ. Βάθ­κεθ Μον­ταλ­μπάν, Χ. Γι­α­μα­θά­ρες, Ρ. Τσίρ­μπες, Χ. Ἀ­γέ­στα, Λ.Μ. Πα­νέ­ρο, Σ. δὲ Τό­ρο, Ἀ. Μπρά­ις Ἐ­τσε­νί­κε, Ἀ. Τρα­πι­έ­γιο, Ἀ. Γκα­μο­νέ­δα, Σ. Πά­μι­ες καὶ Ἀ. Κου­έ­το με­τα­ξὺ ἄλ­λων.



		

	

Μάριο Μπενεντέτι (Mario Benedetti)

OiAggeloiKaiToSex-03


Μά­ριο Μπε­νεν­τέ­τι (Mario Benedetti)


Οἱ ἄγ­γε­λοι καὶ τὸ σέξ

(El sexo de los ángeles)


  02-EpsilonΝΑ ΑΠΟ ΤΑ ΠΙΟ ΛΥΠΗΡΑ κε­νὰ πλη­ρο­φό­ρη­σης ποὺ ἔ­χουν τα­λα­νί­σει ἄν­τρες καὶ γυ­ναῖ­κες ὅ­λων των ἐ­πο­χῶν σχε­τί­ζε­ται μὲ τὴν ἐ­ρω­τι­κὴ πρά­ξη τῶν ἀγ­γέ­λων. Τὸ στοι­χεῖ­ο, ποὺ πο­τὲ δὲν ἔ­χει ἐ­πι­βε­βαι­ω­θεῖ, ὅ­τι οἱ ἄγ­γε­λοι δὲν κά­νουν ἔ­ρω­τα, ἴ­σως νὰ ση­μαί­νει ὅ­τι δὲν κά­νουν ἔ­ρω­τα μὲ τὸν ἴ­διο τρό­πο ὅ­πως οἱ θνη­τοί.

         Ἄλ­λη ἐκ­δο­χή, ἐ­πί­σης ἀ­νε­πι­βε­βαί­ω­τη ἀλ­λὰ πιὸ ἀ­λη­θο­φα­νής, ὑ­πο­στη­ρί­ζει ὅ­τι μπο­ρεῖ μὲν οἱ ἄγ­γε­λοι νὰ μὴν κά­νουν ἔ­ρω­τα μὲ τὰ σώ­μα­τά τους (γιὰ τὸν ἁ­πλού­στα­το λό­γο ὅ­τι δὲν ἔ­χουν) τὸν ἀ­πο­λαμ­βά­νουν ὅ­μως μὲ λέ­ξεις, ἐν­νο­εῖ­ται μὲ τὶς κα­τάλ­λη­λες.

         Ἔ­τσι, κά­θε φο­ρὰ ποὺ ὁ Ἄγ­γε­λος καὶ ἡ Ἀγ­γέ­λα συ­ναν­τι­οῦν­ται στὸ σταυ­ρο­δρό­μι δύ­ο δι­α­φα­νει­ῶν, ἀρ­χί­ζουν νὰ κοι­τά­ζον­ται, νὰ ξε­λο­γι­ά­ζον­ται καὶ νὰ μπαί­νουν σὲ πει­ρα­σμὸ ἀν­ταλ­λάσ­σον­τας βλέμ­μα­τα τὰ ὁ­ποῖ­α, ἀ­σφα­λῶς, εἶ­ναι αγγελικά.

        Καὶ ἂν ὁ Ἄγ­γε­λος, γιὰ νὰ πυ­ρο­δο­τή­σει τὴν κα­τά­στα­ση, πεῖ: «Σπό­ρος», ἡ Ἀγ­γέ­λα, γιὰ νὰ τὸν φουν­τώ­σει, ἀ­παν­τά­ει: «Αὐ­λά­κι». Ἐ­κεῖ­νος λέ­ει: «Χι­ο­νο­στι­βά­δα» καὶ ἐ­κεί­νη, τρυ­φε­ρά: «Ἄ­βυσ­σος».

         Οἱ λέ­ξεις δι­α­σταυ­ρώ­νον­ται μὲ ἰ­λιγ­γι­ώ­δη ρυθ­μὸ σὰν με­τε­ω­ρί­τες ἢ στορ­γι­κὲς σὰν νι­φά­δες.

        Ὁ Ἄγ­γε­λος λέ­ει: «Κορ­μός». Καὶ ἡ Ἀγ­γέ­λα: «Σπη­λιά».

         Κά­που ἐ­κεῖ κον­τὰ φτε­ρο­κο­ποῦν ἕ­νας Φύ­λα­κας Ἄγ­γε­λος, μι­σο­γύ­νης καὶ ἀ­θό­ρυ­βος, καὶ ἕ­νας Ἄγ­γε­λος τοῦ Θα­νά­του, χῆ­ρος καὶ ζο­φε­ρός. Ἀλ­λὰ τὸ ζευ­γά­ρι τῶν ἐ­ρα­στῶν δὲν στα­μα­τά­ει, συ­νε­χί­ζει νὰ συλ­λα­βί­ζει τὸν ἔ­ρω­τά του.

         Ἐ­κεῖ­νος λέ­ει: «Πη­γή». Καὶ ἐ­κεί­νη: «Κοι­λά­δα».

         Οἱ συλ­λα­βὲς δι­α­πο­τί­ζον­ται μὲ δρο­σο­στα­λί­δες καί, ἐ­δῶ καὶ κεῖ, ἀ­νά­με­σά σὲ κρυ­στάλ­λους χι­ο­νιοῦ, κυ­κλο­φο­ροῦν ὁ ἀ­έ­ρας καὶ οἱ προσ­δο­κί­ες τους. Ὁ Ἄγ­γε­λος λέ­ει: «Σπα­θί», καὶ ἡ Ἀγ­γέ­λα, ἀ­πα­στρά­πτου­σα: «Πλη­γή». Ἐ­κεῖ­νος λέ­ει: «Κω­δω­νο­κρου­σί­α», καὶ ἐ­κεί­νη: «Συ­να­γερ­μός».

         Καὶ τὴ στιγ­μὴ ἀ­κρι­βῶς τοῦ ὑ­περ­κό­σμιου ὀρ­γα­σμοῦ, οἱ θύσ­σα­νοι καὶ οἱ σω­ρεῖ­τες, τὰ στρώ­μα­τα καὶ οἱ με­λα­νί­ες, ρι­γοῦν, σεί­ον­ται, ἐ­κρή­γνυν­ται, καὶ ὁ ἔ­ρω­τας τῶν ἀγ­γέ­λων πέ­φτει σὰν κα­ται­γι­στι­κὴ βρο­χὴ πά­νω στὸν κό­σμο.

 

Bonsai-03c-GiaIstologio-04

Πηγή: Ἀ­πὸ τὸν τό­μο Βγά­λε ἕ­να φύλ­λο… Ἀν­θο­λο­γία ἰ­σπα­νό­φω­νου ἐ­ρω­τι­κοῦ μι­κρο­δι­η­γή­μα­τος. Δί­γλωσ­ση ἔκ­δο­ση, συλ­λο­γι­κὴ με­τά­φρα­ση. Ἐ­πι­μέ­λεια: Κων­σταν­τῖ­νος Πα­λαι­ο­λό­γος, Ἐκ­δό­σεις Σι­δέ­ρη, Li­te­ra­tu­ra Cu­e­nto, Ἀ­θή­να, 2014.

Μά­ριο Μπε­νεν­τέ­τι (Mario Benedetti): (Πά­σο δὲ λὸς Τό­ρος, ἐ­παρ­χί­α Τα­κου­α­ρεμ­πό, Οὐρουγουάη – Μον­τε­βι­δέο τῆς Ἀρ­γε­ντι­νῆς, 2009). Οὐ­ρου­γουα­νὸς πε­ζο­γρά­φος, ποι­η­τὴς καὶ θε­α­τρι­κὸς συγ­γρα­φέ­ας, μιὰ ἀ­πὸ τὶς πιὸ ἀν­τι­προ­σω­πευ­τι­κὲς μορ­φὲς τῆς λο­γο­τε­χνι­κῆς γε­νιᾶς τοῦ ’45 στὴν πα­τρί­δα του καί, πά­νω ἀ­π’ ὅ­λα, ὁ χρο­νι­κο­γρά­φος τοῦ Μον­τε­βι­δέ­ο. Στὰ ἑλ­λη­νι­κὰ ἔ­χει με­τα­φρα­στεῖ τὸ μυ­θι­στό­ρη­μα Εὐ­χα­ρι­στῶ γιὰ τὴ φω­τιά (μτφ. Ἀγ­γε­λι­κὴ Ἀ­λε­ξο­πού­λου). Τὸ «El sexo de los angeles» συμ­πε­ρι­λαμ­βά­νε­ται στὸ βι­βλί­ο De­spi­stes y fran­que­zas (1989). Βλ. ἐ­­δῶ καὶ τὸ ἀ­φιέρω­μα τοῦ ἱ­στο­λο­γί­ου μας στὸν συγ­γρα­φέα σὲ ἐ­πιμέλεια τῆς συ­νερ­γά­τι­δάς μας Νάν­συ Ἀγ­γελῆ.

Μετάφραση ἀπὸ τὰ ἰσπανικά:

Συλ­λο­γι­κὴ με­τά­φρα­ση. Ἐ­πι­μέ­λεια:

Κων­σταν­τῖ­νος Πα­λαι­ο­λό­γος (Ἀ­θή­να 1963). Ἀναπληρωτὴς κα­θη­γη­τὴς Με­τα­φρα­σε­ο­λο­γί­ας στὸ Ἀ­ρι­στο­τέ­λει­ο Πα­νε­πι­στή­μιο Θεσ­σα­λο­νί­κης. Δι­δά­σκει, ἐ­πί­σης, Ἰ­σπα­νι­κὴ Λο­γο­τε­χνί­α στὸ Ἑλ­λη­νι­κὸ Ἀ­νοι­κτὸ Πα­νε­πι­στή­μιο. Ἔ­χει με­τα­φρά­σει ἀ­πὸ τὰ ἰ­σπα­νι­κὰ στὰ ἑλ­λη­νι­κὰ ἔρ­γα τῶν Ἐ. Σάμ­πα­το, Μ. Ἀλ­το­λαγ­κί­ρε, Ἰ. Ἀλ­δε­κό­α, Μ. Βάθ­κεθ Μον­ταλ­μπάν, Χ. Γι­α­μα­θά­ρες, Ρ. Τσίρ­μπες, Χ. Ἀ­γέ­στα, Λ.Μ. Πα­νέ­ρο, Σ. δὲ Τό­ρο, Ἀ. Μπρά­ις Ἐ­τσε­νί­κε, Ἀ. Τρα­πι­έ­γιο, Ἀ. Γκα­μο­νέ­δα, Σ. Πά­μι­ες καὶ Ἀ. Κου­έ­το με­τα­ξὺ ἄλ­λων.