Ἔρνεστ Χέμνιγουέϊ (Ernest Hemingway): Ἕνα καθαρό, καλὰ φωτισμένο μέρος

Hemingway,Ernst-EnaKatharo,KalaFotismenoMeros-Eikona-02


Ἔρ­νε­στ Χέ­μιν­γου­ε­ϊ  (Ernest Hemingway)


Ἕ­να κα­θα­ρό, κα­λὰ φω­τι­σμέ­νο μέ­ρος

(A clean, well-lighted place)


03-HttaΤΑΝ ΠΟΛΥ ΑΡΓΑ κι ὅ­λοι εἶ­χαν φύ­γει ἀ­π’ τὸ κα­φέ, ἐ­κτὸς ἀ­πὸ ἕ­ναν ἡ­λι­κι­ω­μέ­νο ποὺ κα­θό­ταν στὴ σκιὰ ποὺ ἔ­ρι­χναν τὰ φύλ­λα τοῦ δέν­τρου κά­τω ἀ­π’ τὸ ἠ­λε­κτρι­κὸ φῶς. Τὴ μέ­ρα ἀ­πὸ τὸ δρό­μο ση­κω­νό­ταν κουρ­νια­χτός, ἀλ­λὰ τὴ νύ­χτα ἡ δρο­σιὰ ἔ­κα­νε τὸ χῶ­μα νὰ κα­τα­κά­θε­ται, καὶ στὸν ἡ­λι­κι­ω­μέ­νο ἄ­ρε­σε νὰ κά­θε­ται ὣς ἀρ­γά, για­τὶ ἦ­ταν κου­φὸς καὶ τώ­ρα τὴ νύ­χτα ἦ­ταν ἥ­συ­χα κι ἔ­νι­ω­θε τὴ δι­α­φο­ρά. Μέ­σα στὸ κα­φέ, οἱ δύ­ο σερ­βι­τό­ροι ἤ­ξε­ραν ὅ­τι ὁ ἡ­λι­κι­ω­μέ­νος ἦ­ταν λι­γά­κι με­θυ­σμέ­νος, καὶ πα­ρό­λο ποὺ ἦ­ταν κα­λὸς πε­λά­της ἤ­ξε­ραν ὅ­τι ἂν με­θοῦ­σε πο­λὺ θά ’­φευ­γε χω­ρὶς νὰ πλη­ρώ­σει, ὁ­πό­τε τὸν πα­ρα­κο­λου­θοῦ­σαν.

          «Πρὶν μιὰ βδο­μά­δα προ­σπά­θη­σε ν’ αὐ­το­κτο­νή­σει» εἶ­πε ὁ ἕ­νας σερ­βι­τό­ρος.

          «Για­τί;»

          «Ἦ­ταν ἀ­πελ­πι­σμέ­νος.»

          «Γιὰ ποι­ὸ λό­γο;»

          «Γιὰ τί­πο­τα»

          «Πῶς ξέ­ρεις ὅ­τι ἦ­ταν γιὰ τί­πο­τα;»

          «Ἔ­χει πολ­λὰ λε­φτά.»

        Κά­θον­ταν μα­ζὶ σ’ ἕ­να τρα­πέ­ζι δί­πλα στὸν τοῖ­χο, κον­τὰ στὴν πόρ­τα τοῦ κα­φέ, καὶ κοί­τα­ζαν τὴ βε­ράν­τα, ὅ­που ὅ­λα τὰ τρα­πέ­ζια ἦ­ταν ἄ­δεια ἐ­κτὸς ἀ­πὸ ἐ­κεῖ­νο στὸ ὁ­ποῖ­ο κα­θό­ταν ὁ ἡ­λι­κι­ω­μέ­νος, στὴ σκιὰ τῶν φύλ­λων τοῦ δέν­τρου ποὺ σεί­ον­ταν ἁ­πα­λὰ στὸν ἄ­νε­μο. Ἕ­να κο­ρί­τσι κι ἕ­νας στρα­τι­ώ­της δι­έ­σχι­σαν τὸ δρό­μο. Τὸ φα­νά­ρι τοῦ δρό­μου ἄ­στρα­ψε στὸ με­ταλ­λι­κὸ ἀ­ριθ­μὸ τοῦ για­κά του. Τὸ κο­ρί­τσι εἶ­χε τὸ κε­φά­λι του ἀ­κά­λυ­πτο κι ἔ­τρε­χε πλά­ι του.

          «Ἡ φρου­ρὰ θὰ τὸν μα­ζέ­ψει» εἶ­πε ὁ ἕ­νας σερ­βι­τό­ρος.

          «Τί πει­ρά­ζει ἂν πά­ρει αὐ­τὸ ποὺ θέ­λει;»

          «Κα­λύ­τε­ρα νὰ φύ­γει ἀ­π’ τὸ δρό­μο ἀ­μέ­σως. Ἡ φρου­ρὰ θὰ τὸν πιά­σει. Πέ­ρα­σαν πρὶν πέν­τε λε­πτά.»

          Ὁ ἡ­λι­κι­ω­μέ­νος ποὺ κα­θό­ταν στὴ σκιὰ ἄρ­χι­σε νὰ χτυ­πᾶ ἐ­πί­μο­να τὸ πι­α­τά­κι του μὲ τὸ πο­τή­ρι του. Ὁ νε­α­ρό­τε­ρος σερ­βι­τό­ρος πῆ­γε ὣς ἐ­κεῖ.

          «Τί θέ­λεις;»

          Ὁ ἡ­λι­κι­ω­μέ­νος τὸν κοί­τα­ξε. «Ἄλ­λο ἕ­να μπράν­τι» εἶ­πε.

          «Εἶ­σαι με­θυ­σμέ­νος» εἶ­πε ὁ σερ­βι­τό­ρος. Ὁ ἡ­λι­κι­ω­μέ­νος τὸν κοί­τα­ξε. Ὁ σερ­βι­τό­ρος ἔ­φυ­γε.

          «Θὰ μεί­νει ὅ­λη νύ­χτα» εἶ­πε στὸ συ­νά­δελ­φό του. «Νυ­στά­ζω. Πο­τὲ δὲν ξα­πλώ­νω γιὰ ὕ­πνο πρὶν τὶς τρεῖς. Κα­λύ­τε­ρα νά ’­χε αὐ­το­κτο­νή­σει τὴν προ­η­γού­με­νη ἑ­βδο­μά­δα.»

          Ὁ σερ­βι­τό­ρος πῆ­ρε τὸ μπου­κά­λι τοῦ μπράν­τι κι ἄλ­λο ἕ­να πι­α­τά­κι ἀπ’ τὸ τα­μεῖ­ο στὸ ἐ­σω­τε­ρι­κό τοῦ κα­φὲ καὶ πῆ­γε στὸ τρα­πέ­ζι τοῦ ἡ­λι­κι­ω­μέ­νου. Ἄ­φη­σε τὸ πι­α­τά­κι καὶ γέ­μι­σε τὸ πο­τή­ρι μὲ μπράν­τι μέ­χρι πά­νω.

          «Κα­λύ­τε­ρα νά ’­χες αὐ­το­κτο­νή­σει τὴν προ­η­γού­με­νη ἑ­βδο­μά­δα» εἶ­πε στὸν κου­φό. Ὁ ἡ­λι­κι­ω­μέ­νος ἔ­νευ­σε μὲ τὸ δά­χτυ­λό του. «Λί­γο ἀ­κό­μα» εἶ­πε. Ὁ σερ­βι­τό­ρος ἔ­ρι­ξε κι ἄλ­λο μπράν­τι, μὲ ἀ­πο­τέ­λε­σμα τὸ πο­τή­ρι νὰ ξε­χει­λί­σει καὶ νὰ στά­ξει ὣς κά­τω, ὣς τὸ πι­α­τά­κι ποὺ βρι­σκό­ταν στὴν κο­ρυ­φὴ τῆς στοί­βας. «Εὐ­χα­ρι­στῶ» εἶ­πε ὁ ἡ­λι­κι­ω­μέ­νος. Ὁ σερ­βι­τό­ρος πῆ­ρε τὸ μπου­κά­λι καὶ γύ­ρι­σε στὸ ἐ­σω­τε­ρι­κὸ τοῦ κα­φέ. Ξα­να­κά­θι­σε στὸ τρα­πέ­ζι μὲ τὸ συ­νά­δελ­φό του.

          «Μέ­θυ­σε» εἶ­πε.

          «Κά­θε βρά­δυ με­θά­ει.»

          «Για­τί ἤ­θε­λε ν’ αὐ­το­κτο­νή­σει;»

          «Ποῦ νὰ ξέ­ρω.»

          «Πῶς τό ’­κα­νε;»

          «Κρε­μά­στη­κε μὲ σχοι­νί.»

          «Ποιός τοῦ τό ’­κο­ψε;»

          «Ἡ ἀ­νι­ψιά του.»

          «Για­τί τό ’­κα­ναν;»

          «Ἀ­πὸ φό­βο γιὰ τὴν ψυ­χή του.»

          «Πό­σα λε­φτὰ ἔ­χει;»

          «Πολ­λά.»

          «Πρέ­πει νά ’­ναι ὀ­γδόν­τα χρο­νῶν.»

          «Τέ­λος πάν­των, θά ’­λε­γα ὅ­τι εἶ­ναι ὀ­γδόν­τα χρο­νῶν.»

          «Μα­κά­ρι νὰ πή­γαι­νε σπί­τι του. Δὲν πέ­φτω πο­τὲ γιὰ ὕ­πνο πρὶν τὶς τρεῖς. Τί ὥ­ρα εἶν’ αὐ­τὴ γιὰ νὰ κοι­μη­θεῖς;»

          «Μέ­νει ξά­γρυ­πνος για­τὶ τοῦ ἀ­ρέ­σει.»

          «Εἶ­ναι μό­νος του. Ἐ­γὼ δὲν εἶ­μαι μό­νος μου. Ἔ­χω γυ­ναί­κα ποὺ μὲ πε­ρι­μέ­νει στὸ κρε­βά­τι.»

          «Κι αὐ­τὸς εἶ­χε κά­πο­τε γυ­ναί­κα.»

          «Δὲ θὰ τοῦ χρη­σί­μευ­ε σὲ τί­πο­τα πιά.»

          «Αὐ­τὸ δὲν τὸ ξέ­ρεις. Μπο­ρεῖ νὰ ἦ­ταν σὲ κα­λύ­τε­ρη κα­τά­στα­ση ἂν εἶ­χε γυ­ναί­κα.»

          «Τὸν φρον­τί­ζει ἡ ἀ­νι­ψιά του. Ἐ­σὺ εἶ­πες ὅ­τι τοῦ ’­κο­ψε τὸ σχοι­νὶ.»

          «Τὸ ξέ­ρω.»

          «Δὲ θέ­λω νὰ γε­ρά­σω τό­σο. Ἕ­νας γέ­ρος εἶ­ναι βρώ­μι­κο πράγ­μα.»

          «Ὄ­χι πάν­τα. Αὐ­τὸς ὁ γέ­ρος εἶ­ναι κα­θα­ρός. Πί­νει χω­ρὶς νὰ χύ­νει τὸ πο­τή­ρι. Ἀ­κό­μα κι ἔ­τσι, με­θυ­σμέ­νος. Κοί­τα τον.»

          «Δὲ θέ­λω νὰ τὸν κοι­τά­ξω. Μα­κά­ρι νὰ πή­γαι­νε σπί­τι του. Δὲ σέ­βε­ται αὐ­τοὺς ποὺ δου­λεύ­ουν.»

          Ὁ ἡ­λι­κι­ω­μέ­νος κοί­τα­ξε πί­σω ἀ­π’ τὸ πο­τή­ρι του τὸ χῶ­ρο τῆς πλα­τεί­ας, ὕ­στε­ρα τοὺς σερ­βι­τό­ρους.

          «Ἄλ­λο ἕ­να μπράν­τι» εἶ­πε κι ἔ­δει­ξε τὸ πο­τή­ρι του. Ὁ σερ­βι­τό­ρος ποὺ βι­α­ζό­ταν πῆ­γε μέ­χρι ἐ­κεῖ.

          «Τέ­λος» εἶ­πε μι­λών­τας κο­φτά, ἐλ­λει­πτι­κά, ὅ­πως κά­θε ἠ­λί­θιος ὅ­ταν μι­λᾶ σὲ με­θυ­σμέ­νους ἢ ἀλ­λο­δα­πούς. «Ὄ­χι ἄλ­λο ἀ­πό­ψε. Κλεί­σα­με.»

          «Ἄλ­λο ἕ­να» εἶ­πε ὁ ἡ­λι­κι­ω­μέ­νος.

          «Ὄ­χι. Τέ­λος.» Ὁ σερ­βι­τό­ρος σκού­πι­σε τὴν ἄ­κρη τοῦ τρα­πε­ζιοῦ μὲ μιὰ πε­τσέ­τα καὶ κού­νη­σε τὸ κε­φά­λι του.

          Ὁ ἡ­λι­κι­ω­μέ­νος ση­κώ­θη­κε, μέ­τρη­σε ἀρ­γὰ τὰ πι­α­τά­κια, ἔ­βγα­λε ἕ­να μι­κρὸ δερ­μά­τι­νο πορ­το­φό­λι ἀ­π’ τὴν τσέ­πη του καὶ πλή­ρω­σε τὰ πο­τά, ἀ­φή­νον­τας μι­σὴ πε­σέ­τα γιὰ φι­λο­δώ­ρη­μα. Ὁ σερ­βι­τό­ρος τὸν ἀ­κο­λού­θη­σε μὲ τὸ βλέμ­μα του κα­θὼς ἔ­παιρ­νε τὸ δρό­μο κι ἀ­πο­μα­κρυ­νό­ταν – ἕ­νας πο­λὺ ἡ­λι­κι­ω­μέ­νος ἄν­δρας ποὺ περ­πα­τοῦ­σε χω­ρὶς ἰ­σορ­ρο­πί­α ἀλ­λὰ μὲ ἀ­ξι­ο­πρέ­πεια.

          «Για­τί δὲν τὸν ἄ­φη­σες νὰ μεί­νει καὶ νὰ πι­εῖ;» ρώ­τη­σε ὁ σερ­βι­τό­ρος ποὺ δὲ βι­α­ζό­ταν. Ἔ­κλει­ναν τὰ ρο­λά. «Οὔ­τε δυ­ό­μι­σι δὲν πῆ­γε.»

          «Θέ­λω νὰ πά­ω σπί­τι νὰ κοι­μη­θῶ.»

          «Τί ση­μα­σί­α ἔ­χει μιὰ ὥ­ρα;»

          «Με­γα­λύ­τε­ρη ση­μα­σί­α ἔ­χει γιὰ μέ­να πα­ρὰ γι’ αὐ­τόν.»

          «Μιὰ ὥ­ρα εἶ­ναι τὸ ἴ­διο.»

          «Μι­λᾶς σὰν νά ’­σαι κι ἐ­σὺ γέ­ρος. Μπο­ρεῖ ν’ ἀ­γο­ρά­σει ἕ­να μπου­κά­λι καὶ νὰ πι­εῖ στὸ σπί­τι του.»

          «Δὲν εἶ­ναι τὸ ἴ­διο.»

          «Ὄ­χι, δὲν εἶ­ναι» συμ­φώ­νη­σε ὁ παν­τρε­μέ­νος σερ­βι­τό­ρος. Δὲν ἤ­θε­λε νὰ εἶ­ναι ἄ­δι­κος. Ἁ­πλῶς βι­α­ζό­ταν.

          «Κι ἐ­σύ; Δὲ φο­βᾶ­σαι νὰ γυ­ρί­σεις σπί­τι πρὶν τὴ συ­νη­θι­σμέ­νη ὥ­ρα;»

          «Προ­σπα­θεῖς νὰ μὲ προ­σβά­λεις;»

          «Ὄ­χι, hombre, ἁ­πλῶς ἀ­στει­εύ­ο­μαι.»

          «Ὄ­χι» εἶ­πε ὁ σερ­βι­τό­ρος ποὺ βι­α­ζό­ταν, κα­θὼς ση­κω­νό­ταν ἀ­φοῦ κα­τέ­βα­σε τὰ με­ταλ­λι­κὰ ρο­λά. «Ἔ­χω αὐ­το­πε­ποί­θη­ση. Εἶ­μαι γε­μά­τος αὐ­το­πε­ποί­θη­ση.»

          «Ἔ­χεις νιά­τα, αὐ­το­πε­ποί­θη­ση καὶ δου­λειὰ» εἶ­πε ὁ πιὸ ἡ­λι­κι­ω­μέ­νος σερ­βι­τό­ρος. «Τὰ ἔ­χεις ὅ­λα.»

          «Κι ἐ­σέ­να τί σοῦ λεί­πει;»

          «Τὰ πάν­τα ἐ­κτὸς ἀ­πὸ δου­λειά.»

          «Ἔ­χεις ὅ,τι κι ἐ­γώ.»

          «Ὄ­χι. Πο­τὲ δὲν εἶ­χα αὐ­το­πε­ποί­θη­ση καὶ δὲν εἶ­μαι νέ­ος.»

          «Ἔ­λα τώ­ρα. Στα­μά­τα νὰ λὲς ἀ­νο­η­σί­ες καὶ κλεί­δω­σε.»

          «Εἶ­μαι ἀ­π’ αὐ­τοὺς ποὺ τοὺς ἀ­ρέ­σει νὰ μέ­νουν ὣς ἀρ­γὰ στὰ κα­φέ» εἶ­πε ὁ πιὸ ἡ­λι­κι­ω­μέ­νος σερ­βι­τό­ρος. «Μ’ ὅ­λους ὅ­σοι δὲ θέ­λουν νὰ πᾶ­νε γιὰ ὕ­πνο. Μ’ ὅ­λους ὅ­σοι χρει­ά­ζον­ται ἕ­να φῶς μέ­σα στὴ νύ­χτα.»

          «Ἐ­γὼ θέ­λω νὰ πά­ω σπί­τι καὶ νὰ κοι­μη­θῶ.»

          «Εἴ­μα­στε δυ­ὸ δι­α­φο­ρε­τι­κὲς πε­ρι­πτώ­σεις» εἶ­πε ὁ πιὸ ἡ­λι­κι­ω­μέ­νος σερ­βι­τό­ρος. Ἦ­ταν πιὰ ντυ­μέ­νος, ἕ­τοι­μος νὰ πά­ει στὸ σπί­τι του. «Δὲν εἶ­ναι μό­νο ζή­τη­μα νι­ό­της καὶ αὐ­το­πε­ποί­θη­σης, πα­ρό­λο ποὺ αὐ­τὰ τὰ πράγ­μα­τα εἶ­ναι πο­λὺ ὄ­μορ­φα. Κά­θε βρά­δυ δι­στά­ζω νὰ κλεί­σω για­τὶ μπο­ρεῖ νὰ ὑ­πάρ­χει κά­ποι­ος ποὺ ἔ­χει ἀ­νάγ­κη τὸ κα­φέ.»

          «Hombre, ὑ­πάρ­χουν bodegas ποὺ μέ­νουν ἀ­νοι­χτὲς ὅ­λη νύ­χτα.»

          «Δὲν κα­τα­λα­βαί­νεις. Αὐ­τὸ ἐ­δῶ εἶ­ν’ ἕ­να κα­θα­ρὸ κι εὐ­χά­ρι­στο κα­φέ. Εἶ­ναι κα­λὰ φω­τι­σμέ­νο. Τὸ φῶς εἶ­ναι πο­λὺ κα­λὸ κι ἐ­πί­σης, τέ­τοι­α ὥ­ρα, ὑ­πάρ­χουν οἱ σκι­ὲς τῶν φύλ­λων.»

          «Κα­λη­νύ­χτα» εἶ­πε ὁ νε­ό­τε­ρος σερ­βι­τό­ρος.

          «Κα­λη­νύ­χτα» εἶ­πε ὁ ἄλ­λος. Ἔ­κλει­σε τὸ ἠ­λε­κτρι­κὸ φῶς καὶ συ­νέ­χι­σε τὴ συ­ζή­τη­ση μὲ τὸν ἑ­αυ­τό του. Ἀ­σφα­λῶς καὶ τὸ φῶς με­τροῦ­σε, ἀλ­λὰ ἦ­ταν ἀ­πα­ραί­τη­το νὰ εἶ­ναι τὸ μέ­ρος κα­θα­ρὸ κι εὐ­χά­ρι­στο. Δὲ θέ­λεις μου­σι­κή. Ὁ­πωσ­δή­πο­τε δὲ θέ­λεις μου­σι­κή. Οὔ­τε καὶ μπο­ρεῖς νὰ στα­θεῖς μὲ ἀ­ξι­ο­πρέ­πεια μπρο­στὰ σ’ ἕ­να μπάρ, ἂν καὶ μό­νο μπὰρ προ­σφέ­ρον­ται τέ­τοι­ες ὧ­ρες. Τί φο­βό­ταν; Δὲν ἦ­ταν φό­βος ἢ τρό­μος. Ἦ­ταν ἕ­να τί­πο­τα ποὺ τὸ γνώ­ρι­ζε πο­λὺ κα­λά. Ὅ­λα ἦ­ταν ἕ­να τί­πο­τα κι ἕ­νας ἄν­θρω­πος ἕ­να τί­πο­τα ἐ­πί­σης. Μό­νο αὐ­τὸ ἦ­ταν καὶ τὸ μό­νο ποὺ χρει­α­ζό­ταν ἦ­ταν φῶς καὶ μιὰ κά­ποι­α κα­θα­ρι­ό­τη­τα καὶ τά­ξη. Ὁ­ρι­σμέ­νοι ζοῦν μέ­σα του καὶ πο­τὲ δὲν τὸ ἔ­νι­ω­σαν, ὅ­μως αὐ­τὸς ἤ­ξε­ρε ὅ­τι ὅ­λα ἦ­ταν nada y pues nada y nada y pues nada. Nada ­ἡμῶν, τὸ ἐν nada, nada τὸ ὄ­νο­μά Σου nada ἡ Βα­σι­λεί­α Σου nada τὸ θέ­λη­μά Σου nada ὡς ἐν nada καὶ ἐ­πὶ nada. Δὸς ἡ­μῖν τὸ nada τὸ ἐ­πι­ού­σιον καὶ nada ἡ­μῖν τὰ nada ἡ­μῶν ὡς καὶ ἡμεῖς nada τὰ nada ἡ­μῶν καὶ μὴ nada ἡ­μᾶς εἰς nada ἀλ­λὰ ρῦσαι ἡ­μᾶς ἀ­πὸ τοῦ nada· pues nada. Χαῖ­ρε nada κε­χα­ρι­τω­μέ­νο, nada με­τά Σου. Χα­μο­γέ­λα­σε καὶ στά­θη­κε μπρο­στὰ στὸ μπάρ, μπρο­στὰ ἀ­πὸ μιὰ ἀ­στρα­φτε­ρὴ κι ἀ­χνι­στὴ μη­χα­νὴ τοῦ κα­φέ.

          «Τί θὰ πά­ρε­τε;» ρώ­τη­σε ὁ μπάρ­μαν.

          «Nada.»

          «Otro loco mas» εἶ­πε ὁ μπάρ­μαν καὶ στρά­φη­κε ἀλ­λοῦ.

          «Ἕ­να πο­τη­ρά­κι» εἶ­πε ὁ σερ­βι­τό­ρος.

          Ὁ μπάρ­μαν τὸν σέρ­βι­ρε.

          «Τὸ φῶς λάμ­πει δυ­να­τὰ κι εὐ­χά­ρι­στα, ἀλ­λὰ τὸ μπὰρ θέ­λει γυ­ά­λι­σμα» εἶ­πε ὁ σερ­βι­τό­ρος.

          Ὁ μπάρ­μαν τὸν κοί­τα­ξε ἀλ­λὰ δὲν ἀ­πάν­τη­σε. Ἦ­ταν πο­λὺ ἀρ­γὰ τὴ νύ­χτα γιὰ συ­ζή­τη­ση.

          «Θέ­λεις μιὰ copita ἀ­κό­μη;» ρώ­τη­σε ὁ μπάρ­μαν.

          «Ὄ­χι, εὐ­χα­ρι­στῶ» εἶ­πε ὁ σερ­βι­τό­ρος καὶ βγῆ­κε. Δὲν τοῦ ἄ­ρε­σαν τὰ μπὰρ καὶ οἱ bodegas. Ἕ­να κα­θα­ρό, κα­λὰ φω­τι­σμέ­νο κα­φὲ ἦ­ταν κά­τι ἐν­τε­λῶς δι­α­φο­ρε­τι­κό. Τώ­ρα, χω­ρὶς νὰ σκε­φτεῖ πα­ρα­πά­νω, θὰ πή­γαι­νε σπί­τι, στὸ δω­μά­τιό του. Θὰ ξά­πλω­νε στὸ κρε­βά­τι του καὶ τε­λι­κά, μὲ τὸ φῶς τῆς ἡ­μέ­ρας, θὰ τὸν ἔ­παιρ­νε ὁ ὕ­πνος. Ἴ­σως ἐν τέ­λει, εἶ­πε στὸν ἑ­αυ­τό του, νὰ εἶ­ναι μό­νο ἀ­ϋ­πνί­α. Συμ­βαί­νει σὲ πολ­λούς.



Ση­μει­ώ­σεις:

Hombre: ἰ­σπα­νι­κὰ στὸ πρω­τό­τυ­πο. Ἡ λέ­ξη «Hombre» ση­μαί­νει «ἄν­θρω­πος» καὶ «ἄν­δρας». Ἐ­δῶ, ὡς κλη­τι­κὴ προ­σφώ­νη­ση, ση­μαί­νει «φί­λε».

Bodegas: ἰ­σπα­νι­κὰ στὸ πρω­τό­τυ­πο. «Bodega» στὰ ἰ­σπα­νι­κὰ εἶ­ναι τὸ οἰ­νο­ποι­εῖ­ο, τὸ κε­λά­ρι ἢ τὸ μπὰρ ὅ­που κα­τα­να­λώ­νε­ται κρα­σί. Ἐ­δῶ ἡ λέ­ξη χρη­σι­μο­ποι­εῖ­ται μὲ τὴν τε­λευ­ταί­α της ση­μα­σί­α.

Nada y pues nada: ἰ­σπα­νι­κὰ στὸ πρω­τό­τυ­πο. Ἡ φρά­ση «pues nada» χρη­σι­μο­ποι­εῖ­ται στὸν κα­θη­με­ρι­νὸ λό­γο γιὰ νὰ δη­λώ­σει ἀ­μη­χα­νί­α ἢ γιὰ νὰ ση­μά­νει τὸ τέ­λος μιᾶς συ­ζή­τη­σης. Στὰ ἑλ­λη­νι­κὰ θὰ μπο­ροῦ­σε νὰ ἀ­πο­δο­θεῖ ὡς «αὐ­τὰ λοι­πόν». Ἡ φρά­ση «nada y pues nada» θὰ ἀ­πο­δι­δό­ταν ὡς «τί­πο­τα καὶ λοι­πὸν τί­πο­τα». Ὅ­πως γί­νε­ται εὔ­κο­λα ἀν­τι­λη­πτό, σ’ αὐ­τὸ τὸ ση­μεῖ­ο τοῦ δι­η­γή­μα­τος ὁ σερ­βι­τό­ρος ἀ­παγ­γέλ­λει τὴν Κυ­ρια­κὴ Προ­σευ­χὴ καὶ τὸ Χαῖ­ρε, Μα­ρί­α ἀν­τι­κα­θι­στών­τας ὁ­ρι­σμέ­νες λέ­ξεις τῶν προ­σευ­χῶν μὲ τὴ λέ­ξη «nada».

Otro loco mas: ἰ­σπα­νι­κὰ στὸ πρω­τό­τυ­πο. Ση­μαί­νει «ἄλ­λος ἕ­νας τρε­λός».

Copita: ἱ­σπα­νι­κὰ στὸ πρω­τό­τυ­πο. Μι­κρὸ πο­τή­ρι κρα­σιοῦ.

[Ἡ ἀ­πό­δο­ση τῶν ἰ­σπα­νι­κῶν ὅ­ρων στὶς ση­μει­ώ­σεις ἔ­γι­νε μὲ τὴ συν­δρο­μὴ τοῦ Σω­τή­ρη Μπαμ­πα­τζι­μό­που­λου καὶ τῆς Οὔρ­σου­λας Φω­σκό­λου. Ὁ με­τα­φρα­στὴς ἐκ­φρά­ζει τὶς εὐ­χα­ρι­στί­ες του.]

Bonsai-03c-GiaIstologio-04


Πηγή: http://www.mrbauld.com/hemclean.html

Ἔρ­νε­στ Χέ­μιν­γου­ε­ϊ (Ernest Hemingway, 1899 – 1961): Ὁ Ἔρ­νε­στ Χέ­μιν­γου­ε­ϊ ὑ­πῆρ­ξε ἕ­νας ἀ­πὸ τοὺς ση­μαν­τι­κό­τε­ρους πε­ζο­γρά­φους τοῦ 20οῦ αἰ­ώ­να, βρα­βευ­μέ­νος μὲ τὸ βρα­βεῖ­ο Νόμ­πελ (1954). Τὸ ἔρ­γο του ἐ­πη­ρέ­α­σε καὶ συ­νε­χί­ζει νὰ ἐ­πη­ρε­ά­ζει ἀ­να­ρίθ­μη­τους συγ­γρα­φεῖς τό­σο στὴ γε­νέ­τει­ρά του, τὶς ΗΠΑ, ὅ­σο καὶ στὸν ὑ­πό­λοι­πο κό­σμο. Ὁ­ρι­σμέ­να ἀ­πὸ τὰ γνω­στό­τε­ρα μυ­θι­στο­ρή­μα­τά του εἶ­ναι Ὁ Γέ­ρος καὶ ἡ θά­λασ­σα (The old man and the sea, 1951), Ἀ­πο­χαι­ρε­τι­σμὸς στὰ ὅ­πλα (A farewell to arms, 1929), Γιὰ ποιόν χτυ­πᾶ ἡ καμ­πά­να (For whom the bell tolls, 1940), Ὁ ἥ­λιος ἀ­να­τέλ­λει ξα­νά (The sun also rises, 1926) κ.ἄ. Με­γά­λο μέ­ρος τοῦ ἔρ­γου του ἔ­χει με­τα­φρα­στεῖ στὰ ἑλ­λη­νι­κά. Τὸ δι­ή­γη­μα «Ἕ­να κα­θα­ρό, κα­λὰ φω­τι­σμέ­νο μέ­ρος», ποὺ πρω­το­δη­μο­σι­εύ­θη­κε τὸ 1926, θε­ω­ρεῖ­ται ἕ­να ἀ­πὸ τὰ ἀρ­τι­ό­τε­ρα δι­η­γή­μα­τά του.

Με­τά­φρα­ση ἀπὸ τὰ ἀγγλικά:

Γιά­ννης Πα­λα­βός: Ὁ Γιά­ννης Πα­λα­βὸς γεν­νή­θη­κε στὸ Βελ­βεν­τὸ Κο­ζά­νης τὸ 1980. Ἔ­γρα­ψε τὶς συλ­λο­γὲς δι­η­γη­μά­των Ἀ­λη­θι­νὴ ἀ­γά­πη καὶ ἄλ­λες ἱ­στο­ρί­ες (Intro Books, 2007), Σὰν Ἀν­γκρε / Τὰ δά­κρυ­α τῆς Φὸν Μπρά­ουν (μὲ τὸ Σω­τή­ρη Μπαμ­πα­τζι­μό­που­λο, Τό­πος, 2009) καὶ Ἀ­στεῖ­ο (Νε­φέ­λη, 2012). Ἔ­γρα­ψε ἐ­πί­σης, σὲ συ­νερ­γα­σί­α μὲ τὸν Τά­σο Ζα­φει­ριά­δη, τὸ σε­νά­ριο τοῦ κό­μικ Τὸ Πτῶ­μα (Jemma Press, 2011), ποὺ σχε­δί­α­σε ὁ Θα­νά­σης Πέ­τρου.

Μπρὶς Ντ’ Τζ. Πάνκεϊκ (Breece D’J Pancake): Ἔτσι ἔχουν τὰ πράγματα


Pancake,BreeceD'J-EtsiEchounTaPragmata-Eikona-02


Μπρὶς Ντ’ Τζ. Πάν­κε­ϊκ (Breece D’J Pancake)


Ἔ­τσι ἔ­χουν τὰ πράγ­μα­τα


02-HttaΑΛΙΝΑ ΣΤΕΚΟΤΑΝ κά­τω ἀ­π’ τὴν τέν­τα τοῦ πα­γω­τα­τζί­δι­κου καὶ χά­ζευε τὴ βρο­χὴ ποὺ πό­τι­ζε τὸ χῶ­μα κι ἔ­σκα­βε μι­κρὲς λακ­κοῦ­βες ση­κώ­νον­τας συν­νε­φά­κια σκό­νης. Ὅ­ταν στα­μά­τη­σε νὰ βρέ­χει, τὰ αὐ­το­κί­νη­τα ἄρ­χι­σαν νὰ βου­ί­ζουν στὴ λε­ω­φό­ρο, χα­μέ­να στοὺς στρό­βι­λους τῆς ὁ­μί­χλης. Ἡ Ἀ­λί­να πλη­σί­α­σε στὴ βι­τρί­να, κόλ­λη­σε τὴ μύ­τη της στὸ βρό­μι­κο τζά­μι καὶ κοί­τα­ξε τὰ ἄ­δεια ψυ­γεῖ­α καὶ τὶς ξε­ρα­μέ­νες μύ­γες στὰ περ­βά­ζια. Στὸ παρ­κινγκ, πο­λὺ πιὸ πέ­ρα, εἶ­δε ἕ­ναν τη­λε­φω­νι­κὸ θά­λα­μο, ὅ­μως δὲν μπο­ροῦ­σε νὰ τη­λε­φω­νή­σει στοὺς γο­νεῖς της. Μ’ αὐ­τὴ τὴ σκέ­ψη τρι­γύ­ρι­ζε στὸν χα­λι­κό­δρο­μο ἀ­νά­με­σά σε πε­τα­μέ­να κα­πά­κια.

       Κά­θι­σε στὴν ἄ­κρη ἑ­νὸς σκα­λιοῦ δί­πλα στὴν πορ­σε­λά­νι­νη βρύ­ση καὶ κοί­τα­ξε τὸν Χάρ­βι, ποὺ κοι­μό­ταν μὲ τὸ κε­φά­λι γερ­μέ­νο στὸ πα­ρά­θυ­ρο τοῦ αὐ­το­κι­νή­του. Τὰ λου­ριὰ τῆς πι­στο­λο­θή­κης ἦ­ταν χα­λα­ρὰ κι ἐ­ξεῖ­χαν πά­νω ἀ­π’ τοὺς ὤ­μους του σὰν ἑ­τοι­μόρ­ρο­πες ἁ­ψί­δες. Τὴν ἔπι­α­σε ναυ­τί­α καὶ προ­σπά­θη­σε νὰ τρί­ψει τὰ μά­τια της χω­ρὶς νὰ μου­τζου­ρω­θεῖ. Δὲν τῆς ἄ­ρε­σε ἔ­τσι ὅ­πως εἶ­χαν ἐ­ξε­λι­χθεῖ τὰ πράγ­μα­τα, ἀλ­λὰ τὸν ἤ­ξε­ρε τὸν Χάρ­βι, ἦ­ταν ἀ­γύ­ρι­στο κε­φά­λι. Γέ­λα­σε· εἶ­χε ἔρ­θει ἀ­π’ τὴ Δυ­τι­κὴ Βιρ­τζί­νια γιὰ νὰ δεῖ κα­ουμ­πό­η­δες, ἀλ­λὰ τὸ μό­νο ποὺ ἔ­βλε­πε γύ­ρω της ἦ­ταν μιὰ ἔ­κτα­ση στρω­μέ­νη μὲ χω­ρά­φια καὶ φρά­χτες. Ἡ ἀ­νοι­χτω­σιὰ τῆς ἔ­δι­νε μιὰ αἴ­σθη­ση ἐ­λευ­θε­ρί­ας καὶ ταυ­τό­χρο­να τὴ φό­βι­ζε.

       Ὁ Χάρ­βι σκίρ­τη­σε μὲς στὸν ὕ­πνο του καὶ τὸ κε­φά­λι του γλί­στρη­σε στὸ τζά­μι. Στὸ σα­γό­νι του εἶ­χε στά­ξει μιὰ λευ­κὴ γραμ­μού­λα σά­λιου. «Θὲς νὰ ὁ­δη­γή­σεις;» ρώ­τη­σε.

       Ἡ Ἀ­λί­να μπῆ­κε στὸ αὐ­το­κί­νη­το. «Ὅ­λη νύ­χτα ἤ­μουν ἀ­νή­συ­χη. Σή­με­ρα ἡ μα­μὰ φτιά­χνει κον­σέρ­βες.»

       «Κό­φ’ το», εἶ­πε. «Ἦ­ταν δι­καί­ω­μά σου νὰ φύ­γεις.» Ἔ­σφι­ξε τὰ λου­ριὰ τῆς πι­στο­λο­θή­κης καὶ ἴ­σια­ξε τὸ μπου­φάν του.

       «Δη­λα­δὴ σ’ ἀ­ρέ­σει αὐ­τὸ ποῦ πᾶς νὰ κά­νεις;»

       «Τοῦ ἀ­ξί­ζει. Ἂς πρό­σε­χε.»

       «Ἔ­τσι καὶ σὲ πιά­σουν, ξέ­χνα τὴν ἀ­να­στο­λή. Θὰ φᾶς πολ­λὰ χρό­νια ἀ­κό­μα.»

       «Πα­ρά­τα με, μό­λις ξύ­πνη­σα», εἶ­πε ἀ­πλώ­νον­τας τὸ χέ­ρι νὰ πιά­σει ἕ­να τσι­γά­ρο.

       Κα­θὼς ὁ­δη­γοῦ­σε ὁ Χάρ­βι, ἡ Ἀ­λί­να ἔ­βλε­πε τὴν κα­τα­χνιὰ νὰ ση­κώ­νε­ται, χω­ρὶς ὅ­μως νὰ ἐ­ξα­τμί­ζε­ται ὅ­πως ἡ ὑ­γρα­σί­α. Ἀν­τί­θε­τα, ἄ­φη­νε ἕ­να λε­πτὸ στρῶ­μα σκό­νης στὴν ἀ­τμό­σφαι­ρα, ἐ­νῶ μπρο­στά, στὸ βά­θος τοῦ ὁ­ρί­ζον­τα, τὸ το­πί­ο ἦ­ταν θο­λὸ ἀ­π’ ἄ­κρη σ’ ἄ­κρη. Τὴν ὥ­ρα ποὺ περ­νοῦ­σαν ἔ­ξω ἀ­π’ τὴν Ὀ­κλα­χό­μα Σί­τι, ἡ ὁ­μί­χλη πύ­κνω­σε καὶ ἡ ζέ­στη ἄρ­χι­σε νὰ κολ­λά­ει στὸ δέρ­μα τους. Στα­μά­τη­σαν σὲ μιὰ καν­τί­να. Ὁ Χάρ­βι  βγῆ­κε καὶ ἡ Ἀ­λί­να ἔ­σκυ­ψε στὸν χάρ­τη, γιὰ νὰ δεῖ τὴ δι­α­δρο­μὴ ποὺ θὰ ἀ­κο­λου­θοῦ­σαν. Σὲ ἕ­να πλαί­σιο στὸ πλά­ι, μιὰ φω­το­γρα­φί­α τοῦ «Cowboy Hall of Fame» τρά­βη­ξε τὴν προ­σο­χή της. Ὁ Χάρ­βι γύ­ρι­σε. Κρα­τοῦ­σε δυ­ὸ πο­τή­ρια κα­φὲ καὶ μιὰ σα­κού­λα μὲ σάν­του­ιτς.

       «Χάρβ», εἶ­πε ἡ Ἀ­λί­να δεί­χνον­τας τὴ φω­το­γρα­φί­α, «νὰ πᾶ­με».

       Ὁ Χάρ­βι τὴν κοί­τα­ξε, τὴ χού­φτω­σε στὸν κα­βά­λο καὶ τὴ φί­λη­σε. «Θὰ ’­χου­με μπό­λι­κο και­ρὸ μό­λις ξεμ­περ­δέ­ψου­με.»

       Ἐ­κεῖ ποὺ ἔ­τρω­γαν, ὁ Χάρ­βι ἔ­βγα­λε ἕ­να ση­μεί­ω­μα ἀ­π’ τὸ που­κά­μι­σό του, τὸ ἄ­φη­σε δί­πλα στὸν χάρ­τη καὶ τὸ πε­ρι­ερ­γά­στη­κε. Ἔ­μει­νε γιὰ ὥ­ρα σκε­φτι­κός, μὲ τὸ βλέμ­μα κολ­λη­μέ­νο στὸ ταμ­πλὸ τοῦ αὐ­το­κι­νή­του. Ἡ Ἀ­λί­να τὸν ἔ­βλε­πε ποὺ φουρ­κι­ζό­ταν, ἀλ­λὰ δὲν τολ­μοῦ­σε νὰ τοῦ ζη­τή­σει νὰ ἀλ­λά­ξει γνώ­μη. Ἤλ­πι­ζε ὅ­τι ὁ Χάρ­βι δὲν θὰ ἔ­κα­νε τὴ χα­ζο­μά­ρα νὰ τὸν σκο­τώ­σει.

       Ὁ Χάρ­βι ἔ­βα­λε μπρὸς καὶ μπῆ­καν σ’ ἕ­ναν στε­νὸ πα­ρά­δρο­μο ποὺ ἔ­βγα­ζε σὲ μιὰ φάρ­μα. Ἡ Ἀ­λί­να χά­ζευ­ε τὰ γύ­ρω χω­ρά­φια, πού, μὲς στὴ ζέ­στη ποὺ ἄ­να­βε, ἁ­πλώ­νον­ταν ὅ­λο καὶ πιὸ ἐ­πί­πε­δα, ὅ­λο καὶ πιὸ πλα­τιά. Μπρο­στὰ ὁ ὁ­ρί­ζον­τας πα­ρέ­με­νε κρυμ­μέ­νος στὴν ὁ­μί­χλη. Μα­κά­ρι, σκε­φτό­ταν ἡ Ἀ­λί­να, μα­κά­ρι νὰ ἔ­βλε­πα ἕ­ναν κα­ουμ­πό­η.


       Ἡ σκά­λα ἦ­ταν ἄ­δεια καὶ ἥ­συ­χη, ὅ­μως ἡ Ἀ­λί­να, κοι­τά­ζον­τας τὸν Χάρ­βι, ἄρ­χι­σε πά­λι νὰ χά­νει τὴν ψυ­χραι­μί­α της. Ὁ Χάρ­βι πα­ρα­πα­τοῦ­σε, δὲν ἔ­βλε­πε μπρο­στά του ἀ­π’ τὸ με­θύ­σι. Ἀ­νέ­βη­καν δύ­ο ὀ­ρό­φους καὶ ἄ­νοι­ξαν τὴν πόρ­τα. Τὸ δω­μά­τιό τους, μί­ζε­ρο καὶ στε­νό­χω­ρο, ἔ­βλε­πε στὸν δρό­μο, ὅ­που οἱ φα­νο­στά­τες εἶ­χαν πά­ρει ἕ­να κι­τρι­νι­ά­ρι­κο χρῶ­μα ἐ­ξαι­τί­ας τῆς ἀμ­μο­θύ­ελ­λας. Ὁ Χάρ­βι ἔ­βγα­λε τὸ μπου­φάν, ἄ­νοι­ξε τὸν σά­κο του κι ἔπι­α­σε τὸ οὐ­ί­σκι. Τὸ κορ­μί του ἔ­τρε­με καὶ τὸ πε­ρί­στρο­φό του παλ­λό­ταν μὲς στὴν πι­στο­λο­θή­κη.

       «Ρὲ Χάρ­βι, γιὰ ὄ­νο­μα τοῦ Θε­οῦ…» εἶ­πε ἡ Ἀ­λί­να καὶ κά­θι­σε στὸ κρε­βά­τι.

       «Βού­λω­σ’ το.»

       Ἡ σκη­νὴ ἔ­παι­ζε ἀ­κό­μα στὸ μυα­λό της: ὁ ἄν­τρας νὰ ἁ­πλώ­νει τὸ χέ­ρι γιὰ χει­ρα­ψί­α καὶ ὁ Χάρ­βι νὰ τοῦ φυ­τεύ­ει τρεῖς σφαῖ­ρες στὸ στῆ­θος. «Φο­βᾶ­μαι», εἶ­πε, καὶ δὲν μπο­ροῦ­σε νὰ βγά­λει ἀ­π’ τὸν νοῦ της τὴ γριὰ ποὺ κα­θά­ρι­ζε φα­σο­λά­κια στὴ βε­ράν­τα. Ποιός ξέ­ρει, σκε­φτό­ταν ἡ Ἀ­λί­να, ἂν κα­θό­ταν ἀ­κό­μα στὴν ἴ­δια θέ­ση, ἀ­κί­νη­τη, μὲ τὸ στό­μα ἀ­νοι­χτὸ καὶ τὸν γιό της στὴν αὐ­λὴ νε­κρό.

       «Βά­λε νὰ πι­εῖς», εἶ­πε ὁ Χάρ­βι. Δὲν ἔ­τρε­με πιά.

       «Θὰ ξε­ρά­σω.»

       «Ξέρ­να, γα­μῶ τὸ στα­νιό μου!» Ἔ­τρι­ψε δυ­να­τὰ τὸν σβέρ­κο του.

       Ἡ Ἀ­λί­να ἔ­σκυ­ψε στὸν νε­ρο­χύ­τη καὶ κοί­τα­ξε τὴ γούρ­να, ἀλ­λὰ δὲν βγῆ­κε τί­πο­τα ἀ­π’ τὸ στο­μά­χι της. «Καὶ τώ­ρα τί κά­νου­με;»

       «Κα­θό­μα­στε στ’ αὐ­γά μας», ἀ­πάν­τη­σε ὁ Χάρ­βι, στραγ­γί­ζον­τας τὸ πρῶ­το πο­τή­ρι καὶ ψά­χνον­τας τὸ μπου­κά­λι γιὰ τὸ δεύ­τε­ρο.

       «Συγ­χώ­ρα με ποὺ φο­βᾶ­μαι», ψι­θύ­ρι­σε ἡ Ἀ­λί­να καὶ ἄ­νοι­ξε τὴ βρύ­ση γιὰ νὰ πλυ­θεῖ.

       «Τρά­βα νὰ ξα­πλώ­σεις», εἶ­πε ὁ Χάρ­βι. Στε­κό­ταν δί­πλα στὸ πα­ρά­θυ­ρο.

       Ἡ Ἀ­λί­να κά­θι­σε κον­τὰ στὸν νε­ρο­χύ­τη καὶ κοί­τα­ξε τὸν Χάρ­βι. Εἶ­χε κα­τε­βά­σει τὸ μι­σὸ πο­τή­ρι καὶ στη­ρι­ζό­ταν στὸ πα­ρα­θυ­ρό­φυλ­λο. Δὲν ἦ­ταν ὁ ἴ­διος ἄν­θρω­πος ποὺ εἶ­χε γνω­ρί­σει στὸ χω­ριό, πά­νω στοὺς λό­φους. Τώ­ρα τῆς φαι­νό­ταν ξε­ρα­κια­νὸς καὶ μο­χθη­ρός, τώ­ρα κα­τά­λα­βαι­νε ὅ­τι ἦ­ταν φο­νιάς, ὅ­τι τὸ ὅ­πλο δὲν τὸ κου­βα­λοῦ­σε γιὰ μό­στρα. Τὸν ἔ­νι­ω­θε ξέ­νο· ὁ ἔ­ρω­τάς τους ἔ­σβη­σε τό­σο γρή­γο­ρα, ποὺ ἡ Ἀ­λί­να δὲν ἤ­ξε­ρε ἂν εἶ­χαν ἐ­ρω­τευ­τεῖ κὰν ὁ ἕ­νας τὸν ἄλ­λο.

       «Θὰ πᾶ­με στὸ Με­ξι­κὸ νὰ παν­τρευ­τοῦ­με», εἶ­πε ὁ Χάρ­βι.

       «Δὲν μπο­ρῶ, φο­βᾶ­μαι.»

       Ὁ Χάρ­βι γύ­ρι­σε πρὸς τὸ μέ­ρος της. Ἀ­π’ τὸν δρό­μο, ὁ φα­νο­στά­της ἔ­λου­ζε τὸ πρό­σω­πο καὶ τὸ στῆ­θος του μὲ μιὰ κί­τρι­νη λάμ­ψη.

       «Ὅ­σο ἤ­μουν στὴ φυ­λα­κή», εἶ­πε, «δύ­ο πράγ­μα­τα πε­ρί­με­να: νὰ τὸν σκο­τώ­σω καὶ νὰ σὲ παν­τρευ­τῶ».

       «Δὲν γί­νε­ται, Χάρ­βι. Δὲν τὸ εἶ­χα κα­τα­λά­βει.»

       «Τί; Ὅ­τι σ’ ἀ­γα­ποῦ­σα;»

       «Γιὰ τὸ ἄλ­λο… Νό­μι­ζα ὅ­τι δὲν μι­λοῦ­σες σο­βα­ρά.»

       «Πάν­τα μι­λά­ω σο­βα­ρά», εἶ­πε καὶ ξα­να­γέ­μι­σε τὸ πο­τή­ρι.

       «Χρι­στέ μου, μα­κά­ρι νὰ μὴν εἶ­χαν ἔρ­θει ἔ­τσι τὰ πράγ­μα­τα.»

       «Καὶ τί θές; Νὰ γυ­ρί­σεις στοὺς λό­φους, στὸ χω­ριό;»

       «Ναί, δὲν τὴν ἀν­τέ­χω αὐ­τὴ τὴν κα­τά­στα­ση. Τὴ σι­χαί­νο­μαι.»

       Ὁ Χάρ­βι σή­κω­σε τὸ πε­ρί­στρο­φο καὶ τὴ ση­μά­δε­ψε. Κα­θι­στή, ἡ Ἀ­λί­να τὸν κοί­τα­ζε, ἔ­βλε­πε τὰ μά­τια του ποὺ εἶ­χαν ἀ­νοί­ξει δι­ά­πλα­τα ἀ­π’ τὸν φό­βο, καὶ ὕ­στε­ρα ἔ­σκυ­ψε στὸ πλά­ι καὶ ἄρ­χι­σε νὰ ξερ­νά­ει κί­τρι­νη χο­λή. Ὅ­ταν στα­μά­τη­σε νὰ βή­χει, σκού­πι­σε τὰ χεί­λη της, καὶ τό­τε ὁ Χάρ­βι σω­ρι­ά­στη­κε στὴ γω­νιὰ μὲ τὸ πι­στό­λι νὰ κρέ­με­ται ἀ­π’ τὸ χέ­ρι του.

       «Που­τά­να», ψέλ­λι­σε. «Τώ­ρα ποὺ σ’ ἔ­χω ἀ­νάγ­κη, κά­νεις σὰν που­τά­να.» Ἔ­πι­α­σε τὸ πε­ρί­στρο­φο καὶ κόλ­λη­σε τὴν κάν­νη στὸν κρό­τα­φό του, ἀλ­λὰ ἡ Ἀ­λί­να τὸν εἶ­δε ποὺ χα­μο­γε­λοῦ­σε. Ὁ Χάρ­βι ξε­φύ­ση­ξε κι ἔ­χω­σε τὸ πι­στό­λι στὴ θή­κη.

       «Πά­ω νὰ τὰ πι­ῶ», εἶ­πε καὶ ση­κώ­θη­κε. «Κά­νε ὅ,τι κα­τα­λα­βαί­νεις. Δὲν πρό­κει­ται νὰ ξα­να­γυ­ρί­σω.» Βγῆ­κε ἀ­π’­ τὸ δω­μά­τιο καί, ὅ­πως δι­έ­σχι­ζε τὸν δι­ά­δρο­μο, ἡ Ἀ­λί­να τὸν ἄ­κου­γε νὰ κου­του­λά­ει στοὺς τοί­χους.

       Ἡ Ἀ­λί­να πλύ­θη­κε κι ἄ­να­ψε τὸ φῶς. Τὰ μά­τια της ἦ­ταν κόκ­κι­να καὶ ἀ­πὸ κά­τω δι­α­γρά­φον­ταν κύ­κλοι. Τὰ χεί­λη της εἶ­χαν σκά­σει. Βά­φτη­κε καὶ βγῆ­κε.

       Κα­θὼς περ­πα­τοῦ­σε, ὁ ἄ­νε­μος ἔ­φερ­νε στὰ πό­δια της ἄμ­μο καὶ πα­λιό­χαρ­τα. Στὴ βι­τρί­να μιᾶς κα­φε­τέ­ριας ἔ­γρα­φε: «Ζη­τεῖ­ται σερ­βι­τό­ρα». Ἡ Ἀ­λί­να μπῆ­κε καὶ ζή­τη­σε μπί­ρα. Ἡ κο­πέ­λα πί­σω ἀ­π’ τὸν πάγ­κο τὴν κοί­τα­ζε βα­ρι­ε­στη­μέ­νη.

       «Ψά­χνε­τε σερ­βι­τό­ρα;»

       «Ὄ­χι γιὰ τώ­ρα, γιὰ τὴν πρω­ι­νὴ βάρ­δια. Ἔ­λα τὸ πρω­ὶ καὶ ζή­τα τὸν Πίτ. Μᾶλ­λον θὰ σὲ πά­ρει.»

       «Εὐ­χα­ρι­στῶ», εἶ­πε καὶ ρού­φη­ξε μιὰ γου­λιά.

       Στὸ βά­θος ὑ­πῆρ­χε ἕ­νας τη­λε­φω­νι­κὸς θά­λα­μος. Ἡ Ἀ­λί­να ἔ­πι­α­σε τὸ πο­τή­ρι της, πῆ­γε στὸ τη­λέ­φω­νο καὶ σή­κω­σε τὸ ἀ­κου­στι­κό. Σχη­μά­τι­σε τὸν ἀ­ριθ­μὸ καὶ με­τὰ ἀ­πὸ δύ­ο χτυ­πή­μα­τα τῆς ἀ­πάν­τη­σαν.

       «Γειά σου, μα­μά.»

       «Ἀ­λί­να…» ἀ­κού­στη­κε μιὰ τρε­μά­με­νη φω­νή.

       «Μα­μά, εἶ­μαι στὸ Τέ­ξας. Ἦρ­θα μὲ τὸν Χάρ­βι.»

       «Τρι­γυρ­νᾶς μ’ αὐ­τὸ τὸν ἀ­λή­τη… Ἐ­μεῖς φταῖ­με ποὺ σὲ κα­κο­μά­θα­με.»

       «Μὴν ἀ­νη­συ­χεῖ­τε γιὰ μέ­να, δὲν ὑ­πάρ­χει λό­γος.»

       Ἀ­κο­λού­θη­σε με­γά­λη παύ­ση. «Ἀ­λί­να, γύρ­να σπί­τι.»

       «Δὲν γί­νε­ται, μα­μά. Βρῆ­κα δου­λειά. Ὑ­πέ­ρο­χα νέ­α, ἔ;»

       «Τὸ ἀ­πά­νω ρά­φι τῆς κου­ζί­νας δὲν βά­στα­ξε, ἔ­σπα­σε κι ἔ­κα­νε τὸν τό­πο χά­λια. Ἀ­νη­συ­χῶ. Εἶ­ναι κα­κὸ ση­μά­δι.»

       «Ὄ­χι, μα­μά, δὲν εἶ­ναι τί­πο­τα, ὅ­λα κα­λά, τ’ ἀ­κοῦς; Βρῆ­κα δου­λειά.»

       «Τὰ βά­ζα ποὺ γε­μί­σα­με ἔ­γι­ναν ὅ­λα θρύ­ψα­λα.»

       «Δὲν πει­ρά­ζει, μα­μά, ἔ­χεις κι ἄλ­λα, δὲν θὰ ξε­μεί­νεις.»

       «Ναί, μπο­ρεῖ.»

       «Πρέ­πει νὰ κλεί­σω, μα­μά. Σ’ ἀ­γα­πά­ω.»

       Ἡ Ἀ­λί­να κα­τέ­βα­σε τὸ ἀ­κου­στι­κό.

       Τὸ βρά­δυ ὁ και­ρὸς μα­λά­κω­σε. Ἡ πιὸ πολ­λὴ ἄμ­μος εἶ­χε ἀρ­χί­σει νὰ κα­τα­κά­θε­ται καὶ στρο­βι­λι­ζό­ταν δί­πλα στὰ χαν­τά­κια. Πη­γαί­νον­τας πρὸς τὸ ξε­νο­δο­χεῖ­ο, ἡ Ἀ­λί­να ἔ­νι­ω­θε κα­λύ­τε­ρα. Ὁ Χάρ­βι εἶ­χε φύ­γει, ἀλ­λὰ δὲν τὴν ἔ­νοια­ζε. Εἶ­χε βρεῖ δου­λειὰ καὶ βρι­σκό­ταν στὸ Τέ­ξας.

       Τὴν ὥ­ρα ποὺ περ­νοῦ­σε ἀ­π’ τὸ χὸλ τοῦ ξε­νο­δο­χεί­ου, ὁ ὑ­πάλ­λη­λος τῆς χα­μο­γέ­λα­σε κι αὐ­τὸ τῆς ἄ­ρε­σε. Ὅ­μως στὸ πλα­τύ­σκα­λο ἔ­ξω ἀ­π’ τὸ δω­μά­τιο τὴν πε­ρί­με­νε ὁ Χάρ­βι. Γύ­ρω ἀ­π’ τὰ πα­πού­τσια του ὑ­πῆρ­χαν πε­τα­μέ­νες γό­πες. Φαι­νό­ταν ρά­κος, σκέ­το ἐ­ρεί­πιο.

       «Γύ­ρι­σα νὰ ζη­τή­σω συγ­γνώ­μη», εἶ­πε κι ἔ­κα­νε νὰ τὴν ἀγ­κα­λιά­σει. Ἡ Ἀ­λί­να τὸν ἔ­σπρω­ξε.

       «Ἰ­σχύ­ει αὐ­τὸ ποὺ εἴ­πα­με. Θὰ μεί­νω ἐ­δῶ.»

       «Τὸ ἀ­πο­φά­σι­σες;»

       Ἡ Ἀ­λί­να ἔ­γνε­ψε «ναί». «Βρῆ­κα δου­λειά, τη­λε­φώ­νη­σα καὶ στοὺς γο­νεῖς μου. Ὅ­λα ἐν­τά­ξει.»

       «Πᾶ­με στὸ δω­μά­τιο νὰ μι­λή­σου­με;»

       «Πᾶ­με», ἀ­πάν­τη­σε ἡ Ἀ­λί­να.

       «Ἂς μι­λή­σου­με, λοι­πόν», εἶ­πε ὁ Χάρ­βι καί, ἀ­πλώ­νον­τας τὸ χέ­ρι νὰ πιά­σει ἕ­να τσι­γά­ρο, τὸ μπρά­τσο του χά­ι­δε­ψε τὸ πε­ρί­στρο­φο.


Bonsai-03c-GiaIstologio-04


Πη­γή: The Stories of Breece D’J Pancake (1983, 2002).

BreecePancakeΜπρὶς Ντ’ Τζ. Πάν­κε­ϊκ (Breece D’J Pancake) (Σά­ουθ Τσάρ­λστον τῆς Δυ­τι­κῆς Βιρ­τζί­νιας, 1952-1979). Σπού­δα­σε στὸ Πα­νε­πι­στή­μιο Μάρ­σαλ καὶ στὸ Πα­νε­πι­στή­μιο τῆς Βιρ­τζί­νιας καὶ δί­δα­ξε στὶς Στρα­τι­ω­τι­κὲς Ἀ­κα­δη­μί­ες τοῦ Φὸρτ Γι­ού­νιον καὶ τοῦ Στάν­τον. Αὐ­το­κτό­νη­σε στὸ Σαρ­λό­τσβιλ τῆς Βιρ­τζί­νιας τὸ 1979, σὲ ἡ­λι­κί­α εἴ­κο­σι ἑ­πτὰ ἐ­τῶν. Κα­τὰ τὴ διά­ρκεια τῆς ζω­ῆς του δη­μο­σί­ευ­σε ἕ­ξι δι­η­γή­μα­τα. Τὰ δι­η­γή­μα­τα αὐ­τά, μα­ζὶ μὲ ἄλ­λα ἕ­ξι ποὺ βρέ­θη­καν στὰ κα­τά­λοι­πά του, ἀ­πο­τέ­λε­σαν τὴ μο­να­δι­κὴ συλ­λο­γή του μὲ τί­τλο Τὰ δι­η­γή­μα­τα τοῦ Μπρὶς Ντ’ Τζ. Πάν­κε­ϊκ, ἡ ὁ­ποί­α ἐκ­δό­θη­κε τὸ 1983.

       Τὰ δι­η­γή­μα­τα τοῦ Πάν­κε­ϊκ ἀ­πο­τυ­πώ­νουν ἀ­ρι­στο­τε­χνι­κά το ἀ­φι­λό­ξε­νο φυ­σι­κὸ πε­ρι­βάλ­λον καὶ τὶς ἀν­τι­ξο­ό­τη­τες τῆς ζω­ῆς στὴ γε­νέ­τει­ρά του, τὴ Δυ­τι­κὴ Βιρ­τζί­νια. Οἱ ἥ­ρω­ές του εἶ­ναι ἀ­γρό­τες, ἀν­θρα­κω­ρύ­χοι, ξε­πε­σμέ­νοι πυγ­μά­χοι, νέ­οι ποὺ ἀ­σφυ­κτιοῦν στὴν ὕ­παι­θρο, ἄν­θρω­ποι ἐγ­κλω­βι­σμέ­νοι ποὺ ξε­σποῦν σὲ πρά­ξεις τυ­φλῆς βί­ας. Ὁ με­λαγ­χο­λι­κὸς κό­σμος του ἀ­πο­δί­δε­ται μὲ λι­τὴ καὶ κο­φτὴ γλώσ­σα, ποὺ συ­χνὰ δι­αν­θί­ζε­ται μὲ λυ­ρι­σμὸ καὶ σαρ­κα­στι­κὸ χι­οῦ­μορ. Ἡ αὐ­το­κτο­νί­α του ἀ­νέ­κο­ψε πρό­ω­ρα μιὰ συγ­γρα­φι­κὴ πο­ρεί­α ποὺ ἀ­να­με­νό­ταν λαμ­πρή. Ὡ­στό­σο, καὶ μό­νο τὰ δώ­δε­κα δι­η­γή­μα­τα ποὺ πρό­λα­βε νὰ ὁ­λο­κλη­ρώ­σει ἀρ­κοῦν ὥ­στε σή­με­ρα νὰ θε­ω­ρεῖ­ται «ἕ­νας ἀ­πὸ τοὺς πέν­τε κα­λύ­τε­ρους δι­η­γη­μα­το­γρά­φους τῶν τε­λευ­ταί­ων πε­νήν­τα ἐ­τῶν» (Guardian).

       Ἡ συλ­λο­γὴ Τὰ δι­η­γή­μα­τα τοῦ Μπρὶς Ντ’ Τζ. Πάν­κε­ϊκ, ὅ­που πε­ρι­λαμ­βά­νε­ται τὸ δι­ή­γη­μα «Ἔ­τσι ἔ­χουν τὰ πράγ­μα­τα», θὰ κυ­κλο­φο­ρή­σει τὸν Ὀ­κτώ­βριο ἀ­πὸ τὶς ἐκ­δό­σεις Με­ταίχ­μιο σὲ με­τά­φρα­ση τοῦ Γιά­ννη Πα­λα­βοῦ.

Με­τά­φρα­ση ἀ­πὸ τὰ ἀγ­γλι­κά:

Γιά­ννης Πα­λα­βό­ς (Βελ­βεν­τὸ Κο­ζά­νης, 1980). Σπού­δα­σε δη­μο­σι­ο­γρα­φί­α στὸ ΑΠΘ καὶ πο­λι­τι­στι­κὴ δι­α­χεί­ρι­ση στὸ Παν­τεῖ­ο. Τὸ 2007 κυ­κλο­φό­ρη­σε ἀ­πὸ τὴν I­n­t­ro B­o­o­ks ἡ συλ­λο­γὴ δι­η­γη­μά­των του Ἀ­λη­θι­νὴ ἀ­γά­πη καὶ ἄλ­λες ἱ­στο­ρί­ες. Τὸ 2009 κυ­κλο­φό­ρη­σε ἀ­πὸ τὶς ἐκ­δό­σεις Τό­πος τὸ βι­βλί­ο Σὰν Ἄν­γκρε / Τὰ δά­κρυ­α τῆς Φὸν Μπρά­ουν, ποὺ ἔ­γρα­ψε μα­ζὶ μὲ τὸν Σω­τή­ρη Μπαμ­πα­τζι­μό­που­λο. Τὸ 2011 ἔ­γρα­ψε μα­ζὶ μὲ τὸν Τά­σο Ζα­φει­ριά­δη τὸ σε­νά­ριο γιὰ τὸ κό­μικ «Τὸ πτῶ­μα», σὲ σχέ­διο Θα­νά­ση Πέ­τρου (J­e­m­ma P­r­e­ss). Δι­η­γή­μα­τα καὶ με­τα­φρά­σεις του (με­τα­ξὺ ἄλ­λων: E­d­g­ar L­ee M­a­s­t­e­rs, M­i­r­o­sl­av Ho­l­ub, M­a­t­t­h­ew A­r­n­o­ld, D­o­n­a­ld J­u­s­t­i­ce) ἔ­χουν δη­μο­σι­ευ­θεῖ στὰ πε­ρι­ο­δι­κὰ Τὸ Δέν­τροἘν­τευ­κτή­ριο(Δε)κα­τάἩ Πα­ρέμ­βα­σηepo­e­ma κ.ἄ. Τὸ 2012 κυ­κλο­φό­ρη­σε ἡ συλ­λο­γὴ δι­η­γη­μά­των του Ἀ­στεῖ­ο (ἐκδ. Νε­φέ­λη, κρα­τι­κὸ βρα­βεῖ­ο δι­η­γή­μα­τος). Γιὰ τὸ ἱ­στο­λό­γιο τοῦ­Πλα­νό­διου ἔ­χει με­τα­φρά­σει τὸ δι­ή­γη­μα τῆ­ς Γου­ί­λα Κά­θερ «Πί­τερ» καὶ ἔ­χει ἐ­πι­με­λη­θεῖ τὰ ἀ­φιέ­ρώ­ματα στὸν Ἄμπρουζ Μπήρς καὶ τὸν Λοὺ Μπίτς κα­θὼς καὶ τὴν πα­ρου­σί­αση τοῦ «Λο­γο­τε­χνι­κοῦ Του­ϊ­το­μα­ρα­θώ­νιου» ποὺ δι­ορ­γά­νω­σε ἡ ἀγ­γλι­κὴ Ἑ­ται­ρεί­α Συγ­γρα­φέ­ων τὸν Σε­πτέμ­βριο-Ὀ­κτώ­βριο τοῦ 2011.



		

	

Λοὺ Μπίτς (Lou Beach): Ἦρθε ἀπὸ τὸ Φέισμπουκ

.

08-Beach,Lou-SynenteyksiStonDavidAbrams-Eikona-01

.

Λοὺ Μπίτς (L­ou B­e­a­ch)

 .

Ἦρ­θε ἀ­πὸ τὸ Φέ­ισ­μπουκ

(Συ­νέν­τευ­ξη στὸ συγ­γρα­φέ­α Ντέ­ι­βιντ Ἄμ­πραμς

γιὰ τοὺς 420 χα­ρα­κτῆ­ρες)

 .

Ν.Α.: Τὰ μι­κρο­δι­η­γή­μα­τα τῶν 420 χα­ρα­κτή­ρων πρω­το­εμ­φα­νί­στη­καν στὸ Φέ­ισ­μπουκ. Ἦ­ταν κά­τι ποὺ εἶ­χες προ­σχε­διά­σει ἢ τὸ βι­βλί­ο ἄρ­χι­σε νὰ παίρ­νει τὴ μορ­φή του τυ­χαῖ­α, μιὰ μέ­ρα ποὺ ἁ­πλῶς ἤ­θε­λες νὰ κά­νεις μιὰ ἀ­νάρ­τη­ση στὰ κοι­νω­νι­κὰ δί­κτυ­α; Μ’ ἄλ­λα λό­για, πές μου πῶς γεν­νή­θη­κε ἡ συλ­λο­γή σου.

Λ.Μ.: Ἡ συλ­λο­γὴ ξε­κί­νη­σε σὰν ἀ­στεῖ­ο. Δο­κί­μα­σα, πε­ρισ­σό­τε­ρο γιὰ νὰ πε­ρά­σει ἡ ὥ­ρα, ν’ ἀ­ναρ­τή­σω στὸ Φέ­ισ­μπουκ ἕ­να κεί­με­νο μυ­θο­πλα­σί­ας. Τε­λι­κὰ τὸ παι­χνί­δι ἐ­ξε­λί­χθη­κε σὲ πεί­ρα­μα – ἄρ­χι­σα νὰ γρά­φω ἕ­να κεί­με­νο μυ­θο­πλα­σί­ας κα­θη­με­ρι­νά. Ἡ συγ­γρα­φὴ καὶ ἡ ἄ­με­ση δη­μο­σί­ευ­ση ἦ­ταν ἕ­να στοί­χη­μα. Δὲν τὸ εἶ­χα ξα­να­κά­νει καὶ μά­θαι­να μέ­ρα μὲ τὴ μέ­ρα πῶς γί­νε­ται. Ἀ­σφα­λῶς, ἡ θε­τι­κὴ ὑ­πο­δο­χὴ τῶν ἀ­ναρ­τή­σε­ων μὲ ἐν­θάρ­ρυ­νε νὰ συ­νε­χί­σω τὴν προ­σπά­θεια (πολ­λὰ «L­i­ke»­!­). Ἀ­να­κά­λυ­ψα ὅ­τι μπο­ρῶ εὔ­κο­λα νὰ συμ­πυ­κνώ­σω μιὰ ἀ­φή­γη­ση σὲ μι­κρὴ ἔ­κτα­ση. Αὐ­τὴ ἡ εὐ­χέ­ρεια μὲ ἐν­θου­σί­α­σε. Ἦ­ταν καὶ ἡ συγ­κυ­ρί­α εὐ­τυ­χής, λὲς καὶ οἱ πλα­νῆ­τες εἶ­χαν εὐ­θυ­γραμ­μι­στεῖ. Σή­με­ρα δὲν θὰ εἶ­χε νό­η­μα, μιᾶς καὶ τὸ Φέ­ισ­μπουκ ἔ­χει αὐ­ξή­σει πο­λὺ τὸ ὅ­ριο τῶν χα­ρα­κτή­ρων στὶς ἀ­ναρ­τή­σεις του. Ἐ­πι­πλέ­ον, ὅ­ταν ἔ­γρα­φα τὰ δι­η­γή­μα­τα, βρι­σκό­ταν στὴν ἐ­πι­και­ρό­τη­τα ἡ ται­νί­α T­he S­o­c­i­al N­e­t­w­o­r­k(1) κι ἔ­τσι, πι­στεύ­ω, ἡ συλ­λο­γὴ προ­κά­λε­σε τὸ ἐκ­δο­τι­κὸ ἐν­δι­α­φέ­ρον. Ἐ­πί­σης, δὲ μοῦ φαι­νό­ταν κα­κὴ ἰ­δέ­α νὰ ἔ­χω μιὰ ἱ­στο­σε­λί­δα σχε­δι­α­σμέ­νη ὥ­στε νὰ μοιά­ζει μὲ βι­βλίο· ἔ­κα­νε τὰ κεί­με­να πιὸ προ­σι­τὰ στὸν ἀ­να­γνώ­στη —κα­τὰ κά­ποι­ον τρό­πο τὰ κα­θι­στοῦ­σε πιὸ ἁ­πτά— κι ἐ­πι­πλέ­ον πε­ρι­εῖ­χε ἀ­να­γνώ­σεις δι­η­γη­μά­των ἀ­πὸ δι­α­ση­μό­τη­τες, πράγ­μα ποὺ τρά­βη­ξε τὴν προ­σο­χὴ τοῦ κοι­νοῦ.

.

Ν.Α.: Ὅ­λα τα δι­η­γή­μα­τα τῆς συλ­λο­γῆς ἀ­ριθ­μοῦν ἐ­πα­κρι­βῶς 420 χα­ρα­κτῆ­ρες; Νὰ σοῦ πῶ τὴν ἀ­λή­θεια, ἀ­πὸ τεμ­πε­λιὰ δὲν μπῆ­κα στὸν κό­πο νὰ πιά­σω τὸ μο­λύ­βι καὶ νὰ με­τρή­σω μὲ τὸ χέ­ρι.

Λ.Μ.: Ναί, σχε­δὸν ὅ­λα. Νο­μί­ζω ὅ­τι δυ­ὸ-τρί­α τὰ ξα­να­σκά­λι­σα καὶ πρό­σθε­σα με­ρι­κοὺς χα­ρα­κτῆ­ρες, ὥ­στε νὰ γί­νουν πιὸ κα­τα­νο­η­τά. Γε­νι­κά, ὅ­μως, προ­σπά­θη­σα σχο­λα­στι­κὰ νὰ μὴν ξε­πε­ρά­σω τοὺς 420 χα­ρα­κτῆ­ρες ποὺ ἐ­πέ­τρε­πε τὸ Φέ­ισ­μπουκ, τὸ ὁ­ποῖ­ο ἄλ­λω­στε δὲ θὰ μὲ ἄ­φη­νε ν’ ἀ­ναρ­τή­σω τὸ κεί­με­νο, ἂν ἔ­βγαι­νε ἔ­στω καὶ κα­τὰ ἕ­ναν χα­ρα­κτή­ρα με­γα­λύ­τε­ρο. Με­ρι­κὰ δι­η­γή­μα­τα εἶ­ναι συν­το­μό­τε­ρα.­.. Μοῦ φαι­νό­ταν χα­ζὸ νὰ τρα­βή­ξω ἀ­π’ τὰ μαλ­λιὰ ἕ­να δι­ή­γη­μα μό­νο καὶ μό­νο γιὰ νὰ φτά­σω πά­σῃ θυ­σί­ᾳ τὸ μα­γι­κὸ ἀ­ριθ­μό. Κα­τὰ κα­νό­να ἡ δου­λειὰ ἦ­ταν πε­ρισ­σό­τε­ρο μιὰ δι­α­δι­κα­σί­α συμ­πύ­κνω­σης καὶ ἀ­φαί­ρε­σης πα­ρὰ πρό­σθε­σης.

.

Ν.Α.: Ἡ γκά­μα τῶν δι­η­γη­μά­των σου εἶ­ναι πο­λὺ με­γά­λη καὶ γε­μά­τη ἐκ­πλή­ξεις. Τί σὲ ὤ­θη­σε νὰ πλά­σεις τό­σο πολ­λοὺς καὶ δι­α­φο­ρε­τι­κοὺς χα­ρα­κτῆ­ρες (καὶ ἐν προ­κει­μέ­νῳ μὲ τὴ λέ­ξη «χα­ρα­κτῆ­ρες» ἐν­νο­ῶ «ἀν­θρώ­πι­νους χα­ρα­κτῆ­ρες»­);

Λ.Μ.: Δὲν ἔ­χω ἰ­δέ­α. Ἐ­νερ­γῶ κα­θα­ρὰ ἐν­στι­κτω­δῶς, παίρ­νον­τας ἔμ­πνευ­ση ἀπ’ τὰ ὄ­νει­ρά μου κι ἀ­πὸ ἀ­πο­σπά­σμα­τα κι­νη­μα­το­γρα­φι­κῶν δι­α­λό­γων ἢ τρα­γου­δι­ῶν, ποὺ πυ­ρο­δο­τοῦν τὴν ἀρ­χὴ μιᾶς ἀ­φή­γη­σης. Στὴ συ­νέ­χεια ἀρ­χί­ζω νὰ δου­λεύ­ω τὸ πρῶ­το ὑ­λι­κὸ καὶ ἀν­τλῶ ἀ­π’ αὐ­τὸ μιὰ ἱ­στο­ρί­α. Δι­α­πί­στω­σα ὅ­τι πολ­λὲς φο­ρὲς ἡ ἀ­νά­γνω­ση τοῦ ἔρ­γου ἑ­νὸς σπου­δαί­ου συγ­γρα­φέ­α μὲ πα­ρα­κι­νεῖ νὰ τρέ­ξω στὸ πλη­κτρο­λό­γιο, ὄ­χι για­τὶ θέ­λω ν’ ἀν­τι­γρά­ψω τὸ ὕ­φος του ἢ τὴν πλο­κὴ ἢ κι ἐ­γὼ δὲν ξέ­ρω τί, ἀλ­λὰ για­τὶ ἐ­ξά­πτει τὴ δη­μι­ουρ­γι­κό­τη­τά μου. Οἱ ἄλ­λοι συγ­γρα­φεῖς εἶ­ναι πο­λὺ με­γά­λη πη­γὴ ἔμ­πνευ­σης, ἀλ­λὰ ἐ­ξί­σου μὲ ἐμ­πνέ­ουν καὶ οἱ σκη­νο­θέ­τες, οἱ ζω­γρά­φοι, οἱ μου­σι­κοί, οἱ μά­γει­ρες, οἱ ἀ­θλη­τές.­.. Φί­λε μου, γε­μά­τος θαύ­μα­τα ὁ κό­σμος, ἔ­τσι;

.

Ν.Α.: Γρά­φον­τας ἀ­κο­λου­θεῖς κά­ποι­ο κα­θη­με­ρι­νὸ πρό­γραμ­μα; Σὲ φαν­τά­ζο­μαι νὰ κου­βα­λᾶς συ­νε­χῶς ἕ­να ση­μει­ω­μα­τά­ριο καὶ νὰ κα­τα­γρά­φεις σκόρ­πι­ες ἰ­δέ­ες καὶ φρά­σεις τὴ στιγ­μὴ ποὺ σοῦ ’ρ­χον­ται στὸ μυα­λό.

Λ.Μ.: Ξυ­πνά­ω πο­λὺ νω­ρίς, κα­μιὰ φο­ρὰ καὶ πρὶν ἀ­πὸ τὶς πέν­τε, καὶ ἐ­πε­ξερ­γά­ζο­μαι μὲ τὸ νοῦ μου ἕ­να δι­ή­γη­μα ποὺ τὸ σκε­φτό­μουν τὴ νύ­χτα μέ­χρι νὰ μὲ πά­ρει ὁ ὕ­πνος. Μέ­νω ξα­πλω­μέ­νος, γυ­ρί­ζω τὶς λέ­ξεις μέ­σα στὸ μυα­λό μου καὶ φαν­τά­ζο­μαι τὸ δι­ή­γη­μα στὴ σε­λί­δα. Ἔ­πει­τα, με­τὰ τὸ πρω­ι­νό, τὸ δα­κτυ­λο­γρα­φῶ καὶ τὸ δι­α­βά­ζω φω­να­χτά. Ὕ­στε­ρα τὸ ξα­να­δου­λεύ­ω καὶ τὸ δι­ορ­θώ­νω. Συ­χνὰ μοῦ φαί­νε­ται βλα­κεί­α καὶ τό­τε κά­νω κά­τι ἄλ­λο, λό­γου χά­ρη βγά­ζω βόλ­τα τὸ σκύ­λο, κι ἔ­πει­τα ξα­να­πιά­νω τὸ δι­ή­γη­μα μὲ τὴν ἐλ­πί­δα ὅ­τι θὰ τὸ βελ­τι­ώ­σω. Ἐ­πα­νέρ­χο­μαι στὸ κεί­με­νο κά­θε μέ­ρα, ὥ­σπου νὰ ἠ­χή­σει στ’ αὐ­τιά μου σὰν κά­τι τὸ αὐ­θεν­τι­κό. Βέ­βαι­α, αὐ­τὴ ἡ δι­α­δι­κα­σί­α ἀ­φο­ρᾶ τὰ δι­η­γή­μα­τα ποὺ γρά­φω τώ­ρα, τὰ ὁ­ποῖ­α εἶ­ναι πιὸ ἐ­κτε­τα­μέ­να. Τὰ δι­η­γή­μα­τα τῶν 420 χα­ρα­κτή­ρων τὰ ἔ­γρα­φα πο­λὺ πιὸ αὐ­θόρ­μη­τα καὶ συ­χνὰ τὰ ἀ­ναρ­τοῦ­σα χω­ρὶς ἐ­πι­μέ­λεια, μὲ συ­νέ­πεια με­ρι­κὲς φο­ρὲς ν’ ἀ­πο­γο­η­τεύ­ο­μαι ἀ­πὸ τὸ ἀ­πο­τέ­λε­σμα.

.

Ν.Α.: Ποι­ά ἦ­ταν ἡ δι­α­δι­κα­σί­α ἐ­πι­μέ­λειας τῶν 420 χα­ρα­κτή­ρων;

Λ.Μ.: Δὲν ἦ­ταν τί­πο­τα τὸ ἰ­δι­αί­τε­ρο. Ἐ­πι­με­λη­τής μου ἐ­κεί­νη τὴν πε­ρί­ο­δο ἦ­ταν ὁ Τὸμ Μπού­μαν. Τοῦ ἄ­ρε­σε πο­λὺ ἡ δου­λειά μου κι ἔ­τσι, ἐ­κτὸς ἀ­πὸ κα­να­δυ­ὸ μι­κρο­δι­α­φω­νί­ες ὡς πρὸς τὸ πε­ρι­ε­χό­με­νο τῆς συλ­λο­γῆς, ἤ­μα­σταν σύμ­φω­νοι γιὰ τὸ πῶς θὰ στη­νό­ταν. Ὁ Μπού­μαν, προ­κει­μέ­νου τὸ βι­βλί­ο ν’ ἀ­πο­κτή­σει ρυθ­μό, δι­ά­λε­ξε ἔ­ξυ­πνα τὴ σει­ρὰ τῶν δι­η­γη­μά­των – γιὰ πα­ρά­δειγ­μα, δὲν ἔ­βα­λε μα­ζὶ ὅ­λα τὰ δι­η­γή­μα­τα μὲ θέ­μα τὴν Ἄ­γρια Δύ­ση.

.

Ν.Α.: Ρω­τά­ω γιὰ τὴν ἐ­πι­μέ­λεια για­τὶ, ὅ­πως ὅ­λοι ξέ­ρου­με, στὴ λο­γο­τε­χνί­α κά­θε λέ­ξη ἔ­χει εἰ­δι­κὸ βά­ρος: ὅ­λα ἔ­χουν ση­μα­σί­α, ἀ­πὸ τὴν ἐ­πι­λο­γὴ τῆς λέ­ξης ὣς τὴ θέ­ση της μέ­σα στὴν πρό­τα­ση. Στὰ μι­κρο­δι­η­γή­μα­τά σου δὲν ὑ­πάρ­χει οὔ­τε μί­α πε­ριτ­τὴ συλ­λα­βή – στοὺς πο­λὺ μι­κροὺς καὶ στε­νοὺς χώ­ρους τους ζων­τα­νεύ­ουν ὁ­λό­κλη­ροι κό­σμοι, ὁ­λό­κλη­ρες σε­λί­δες πε­ρι­γρα­φῶν καὶ ἐ­πε­ξη­γή­σε­ων καὶ ὁ­λο­κλη­ρω­μέ­νοι χα­ρα­κτῆ­ρες. Σκέ­φτη­κες πο­τὲ πὼς οἱ ἀ­να­γνῶ­στες σου θὰ ἔ­βα­ζαν τὴ φαν­τα­σί­α τους νὰ δου­λέ­ψει φτι­ά­χνον­τας ὑ­πο­ϊ­στο­ρί­ες ποὺ συμ­πλη­ρώ­νουν τὸ κά­θε δι­ή­γη­μα;

Λ.Μ.: Ὄ­χι, δὲν τὸ σκέ­φτη­κα, ἀλ­λὰ γιὰ πο­λὺ και­ρὸ ἀρ­κε­τοὶ ἀ­να­γνῶ­στες ἔ­νιω­θαν ὑ­πο­χρε­ω­μέ­νοι νὰ «ὁ­λο­κλη­ρώ­σουν» ἢ του­λά­χι­στον νὰ ἐ­πε­κτεί­νουν τὰ δι­η­γή­μα­τα – ὁ­ρι­σμέ­νοι μά­λι­στα κα­τὰ πο­λύ, λὲς καὶ ἐ­πρό­κει­το γιὰ δι­α­δρα­στι­κὸ παι­χνί­δι. Δὲν ἤ­θε­λα νὰ γί­νω ἀ­γε­νὴς καὶ νὰ τοὺς τὸ ἀ­πα­γο­ρεύ­σω —σὲ τε­λι­κὴ ἀ­νά­λυ­ση, τὸ Φέ­ισ­μπουκ εἶ­ναι ἀ­νοι­χτὸ καὶ προ­σβά­σι­μο σὲ ὅ­λους—, ἀλ­λὰ ἐ­νί­ο­τε ἐ­κνευ­ρι­ζό­μουν. Κα­κῶς ἔ­παιρ­να τὸν ἑ­αυ­τό μου τό­σο στὰ σο­βα­ρά.­.. Προ­φα­νῶς τὸ ἀ­πο­λάμ­βα­ναν καὶ στὸ τέ­λος-τέ­λος δὲν εἶ­χε καὶ με­γά­λη ση­μα­σί­α, δὲν ἔ­βλα­ψαν κα­θό­λου τὸ φαν­τα­σμέ­νο συγ­γρα­φέ­α.

.

Ν.Α.: Πό­σον και­ρὸ σοῦ πῆ­ρε νὰ γρά­ψεις τὰ δι­η­γή­μα­τα;

Λ.Μ.: Με­ρι­κὲς φο­ρὲς ἕ­να δι­ή­γη­μα μοῦ ἔ­παιρ­νε εἴ­κο­σι λε­πτά, ἄλ­λες φο­ρὲς μιὰ-δυ­ὸ ὧ­ρες, ἄλ­λες μιὰ ὁ­λό­κλη­ρη μέ­ρα. Νο­μί­ζω ὅ­τι ἀ­πὸ τὴ σύλ­λη­ψη τοῦ βι­βλί­ου ὣς τὴν ὁ­λο­κλή­ρω­σή του χρει­ά­στη­κα δυ­ό­μι­σι χρό­νια. Ἀρ­γό­τε­ρα, ἀ­φό­του ἡ συλ­λο­γὴ ἐκ­δό­θη­κε καὶ τὸ Φέ­ισ­μπουκ αὔ­ξη­σε τὸ ὅ­ριο τῶν χα­ρα­κτή­ρων, τὸ ἐν­δι­α­φέ­ρον μου γι’ αὐ­τὴν τὴ λι­τὴ φόρ­μα μει­ώ­θη­κε, ἂν καὶ πε­ρι­στα­σια­κὰ ἀ­σχο­λι­ό­μουν μα­ζί της. Ἔ­γρα­ψα τὶς προ­άλ­λες ἕ­να μι­κρο­δι­ή­γη­μα τέ­τοι­ου τύ­που καὶ ὁ βαθ­μὸς δυ­σκο­λί­ας του μὲ ἐν­τυ­πω­σί­α­σε. Ὅ­μως εἶ­ναι χρή­σι­μη ἄ­σκη­ση, ὅ­πως ὅ­ταν παί­ζεις κλί­μα­κες. Τε­λευ­ταῖ­α ἔ­χω στρα­φεῖ σὲ πιὸ ἐ­κτε­τα­μέ­να δι­η­γή­μα­τα. Καὶ πά­λι σύν­το­μα εἶ­ναι, ἀλ­λὰ ἔ­χω κα­τα­φέ­ρει νὰ τὰ ἁ­πλώ­σω σὲ ἀρ­κε­τὲς σε­λί­δες. Ὅ­πως λέ­με καὶ στοὺς «Ἀ­νώ­νυ­μους Συγ­γρα­φεῖς» – «Πρό­τα­ση πρὸς πρό­τα­ση»(2).

.

Ν.Α.: Νὰ φαν­τα­στῶ ὅ­τι ὑ­πάρ­χουν καὶ ἄλ­λα μι­κρο­δι­η­γή­μα­τα ποὺ δὲν συμ­πε­ρι­λή­φθη­καν στὴ συλ­λο­γή;

Λ.Μ.: Ἄ ναί, πά­ρα πολ­λά.

.

Ν.Α.: Στὴν ἰ­στο­σε­λί­δα σου γρά­φεις ὅ­τι ἡ συγ­γρα­φή σου προ­έ­κυ­ψε ὡς μιὰ «ἀ­να­πάν­τε­χη, ὡς ἐκ θαύ­μα­τος, πα­ράλ­λη­λη καλ­λι­τε­χνι­κὴ δρα­στη­ρι­ό­τη­τα». Πῶς ἀ­να­δύ­θη­κε ἡ λο­γο­τε­χνί­α μέ­σα ἀ­π’ τὴν πο­λύ­χρο­νη πεί­ρα σου ὡς εἰ­κα­στι­κοῦ καλ­λι­τέ­χνη;

Λ.Μ.: Πάν­το­τε καλ­λι­ερ­γοῦ­σα τὴ φαν­τα­σί­ω­ση ὅ­τι μιὰ μέ­ρα θὰ γι­νό­μουν συγ­γρα­φέ­ας, για­τί εἶ­χα μεί­νει πολ­λὲς φο­ρὲς κα­τά­πλη­κτος καὶ γο­η­τευ­μέ­νος ἀ­πὸ τὴν ἱ­κα­νό­τη­τα ἑ­νὸς σπου­δαί­ου συγ­γρα­φέ­α νὰ φω­τί­ζει μύ­χι­ες πτυ­χὲς τῆς ἀν­θρώ­πι­νης φύ­σης, νὰ χρη­σι­μο­ποι­εῖ ἀ­να­τρε­πτι­κὰ τὴ γλώσ­σα καὶ νὰ δη­μι­ουρ­γεῖ αὐ­θεν­τι­κὰ συ­ναι­σθή­μα­τα. Τὸ εἰ­κα­στι­κό μου ἔρ­γο ἔ­χει δύ­ο πτυ­χές: ἡ μί­α εἶ­ναι ὅ­ταν δου­λεύ­ω ὡς εἰ­κο­νο­γρά­φος, κυ­ρί­ως γιὰ ἐ­φη­με­ρί­δες καὶ πε­ρι­ο­δι­κά, καὶ πρέ­πει νὰ ἐν­το­πί­σω τὴν οὐ­σί­α ἑ­νὸς ἄρ­θρου, νὰ σχε­διά­σω μιὰ εἰ­κό­να ποὺ θὰ τοῦ ται­ριά­ζει καὶ θὰ προ­σελ­κύ­σει τὸν ἀ­να­γνώ­στη – στὴν οὐ­σί­α πρέ­πει νὰ δι­α­φη­μί­σω τὸ ἄρ­θρο. Ἡ ἄλ­λη εἶ­ναι τὸ προ­σω­πι­κό μου ἔρ­γο, ἡ μέ­θο­δος τοῦ ὁ­ποί­ου ἔ­χει πο­λὺ πε­ρισ­σό­τε­ρες ὁ­μοι­ό­τη­τες μὲ τὴ συγ­γρα­φή. Ὅ­μως, καὶ στὶς δύ­ο πτυ­χὲς τῆς δου­λειᾶς μου ὡς εἰ­κα­στι­κοῦ καλ­λι­τέ­χνη δη­μι­ουρ­γῶ μί­αν ἀ­φή­γη­ση. Κα­θε­μιὰ ἀ­πὸ τὶς εἰ­κό­νες μιᾶς εἰ­κα­στι­κῆς σύν­θε­σης ἀ­πο­τε­λεῖ ἕ­ναν χα­ρα­κτή­ρα ποὺ ἐμ­φα­νί­ζε­ται στὴ μι­κρὴ σκη­νὴ τῆς σε­λί­δας. Καὶ ὅ­σον ἀ­φο­ρᾶ τὴ συγ­γρα­φή, συ­χνὰ «βλέ­πω» κά­τι ποὺ γί­νε­ται ἡ ἀ­φε­τη­ρί­α μιᾶς ἱ­στο­ρί­ας. Τὶς προ­άλ­λες μοῦ ἦρ­θε ἡ εἰ­κό­να μιᾶς γυ­ναί­κας στὴν ἄ­κρη μιᾶς ἀ­πο­βά­θρας σὲ μιὰ λί­μνη. Δὲν ξέ­ρω πῶς μου ἦρ­θε, ἀλ­λὰ τὴ χρη­σι­μο­ποί­η­σα ὡς βά­ση γιὰ ἕ­να σύν­το­μο δι­ή­γη­μα. Ἐ­πί­σης, ἡ σύν­θε­ση μιᾶς εἰ­κό­νας εἶ­ναι μιὰ ἄ­σκη­ση ἐ­πι­μέ­λειας, κα­θὼς ἀ­φαι­ρῶ στοι­χεῖ­α μέ­χρι ν’ ἀ­πο­στα­χθεῖ ἡ οὐ­σί­α – δη­λα­δὴ ὅ,τι κά­νω γρά­φον­τας.

.

Ν.Α.: Τὸ βι­βλί­ο σου ὡς ἀν­τι­κεί­με­νο θὰ μπο­ροῦ­σε ἄ­νε­τα νὰ θε­ω­ρη­θεῖ εἰ­κα­στι­κὸ ἔρ­γο. Αὐ­τὸ ἰ­σχύ­ει γιὰ πολ­λὰ χα­ρα­κτη­ρι­στι­κά του – ἀ­πὸ τὸ κά­λυμ­μα ποὺ ντύ­νει ἕ­να μέ­ρος τοῦ ἐ­ξω­φύλ­λου ὣς τὰ λευ­κὰ πε­ρι­θώ­ρια γύ­ρω ἀ­πὸ τὸ κεί­με­νο καὶ τὰ πο­λύ­χρω­μα κο­λὰζ τῶν σε­λί­δων. Συμ­με­τεῖ­χες στὸ σχε­δια­σμό του; Ποι­ά αἴ­σθη­ση ἢ μή­νυ­μα γύ­ρω ἀ­πὸ τὴν ποι­ό­τη­τα καὶ τὴν αἰ­σθη­τι­κὴ τῶν ἐκ­δό­σε­ων στὶς μέ­ρες μας ἤ­θε­λες νὰ με­τα­δώ­σεις στοὺς ἀ­να­γνῶ­στες;

Λ.Μ.: Τὸ ἐ­ξώ­φυλ­λο ἀ­να­πα­ρά­γει τὴν ἀρ­χι­κὴ σε­λί­δα τοῦ ἱ­στό­το­που τοῦ βι­βλί­ου. Ἡ ἰ­δέ­α γιὰ τὸ κά­λυμ­μά του προ­έ­κυ­ψε ἀ­πὸ συ­ζη­τή­σεις μὲ τὴ Μάρ­θα Κέ­νεν­τι, γρα­φί­στρια στὶς ἐκ­δό­σεις H­o­u­g­h­t­on M­i­f­f­l­in H­a­r­c­o­u­rt, ἐ­νῶ τὸ σχε­δια­σμὸ τοῦ βι­βλί­ου ἀ­νέ­λα­βε ἡ Με­λί­σα Λό­φτι. Πρό­κει­ται γιὰ ἐ­παγ­γελ­μα­τί­ες. Τὰ κο­λὰζ τὰ δι­ά­λε­ξα ἐ­γώ. Ὅ­λοι οἱ συ­νερ­γά­τες στὶς ἐκ­δό­σεις H­o­u­g­h­t­on μὲ βο­ή­θη­σαν πο­λὺ καὶ ἀγ­κά­λια­σαν μὲ ἐν­θου­σια­σμὸ τὸ βι­βλί­ο, κά­νον­τάς με νὰ νι­ώ­θω σὰν κα­νο­νι­κὸς συγ­γρα­φέ­ας, τὴ στιγ­μὴ ποὺ ἐ­γὼ εἶ­χα τὴν τά­ση ν’ ἀν­τι­λαμ­βά­νο­μαι τὸν ἑ­αυ­τό μου πιὸ πο­λὺ ὡς ἕ­ναν ἐ­ρα­σι­τέ­χνη ποὺ τοῦ χα­μο­γέ­λα­σε ἡ τύ­χη. Ἀ­γα­πῶ τὰ βι­βλί­α, λα­τρεύ­ω τὴν αἴ­σθη­ση ποὺ σοῦ δη­μι­ουρ­γοῦν, ὅ­ταν τὰ πιά­νεις στὰ χέ­ρια σου. Ἔ­τσι, συμ­πλη­ρω­μα­τι­κὰ μὲ τὸ πε­ρι­ε­χό­με­νό του, ἤ­θε­λα τὸ βι­βλί­ο ν’ ἀ­πο­τε­λεῖ μιὰ ἐμ­πει­ρί­α ποὺ νὰ εὐ­χα­ρι­στεῖ τὰ δά­χτυ­λα καὶ τὰ μά­τια τοῦ ἀ­να­γνώ­στη. Νο­μί­ζω ὅ­τι τὸ πε­τύ­χα­με.

.

Ν.Α.: Ὑ­πάρ­χουν συγ­γρα­φεῖς ποὺ ἐ­πη­ρέ­α­σαν ἰ­δι­αί­τε­ρα τὰ κεί­με­νά σου;

Λ.Μ.: Ἄ­σ’ τα νὰ πᾶ­νε, δὲν τὴν μπο­ρῶ αὐ­τὴ τὴν ἐ­ρώ­τη­ση, για­τὶ πάν­τα ὑ­πάρ­χει κά­ποι­ος ποὺ φο­βᾶ­μαι ὅ­τι τὸν ξέ­χα­σα ἢ τὸν θυ­μᾶ­μαι ὅ­ταν οἱ ἀ­παν­τή­σεις ἔ­χουν ἤ­δη δη­μο­σι­ευ­θεῖ. Θαυ­μά­ζω τὸν Τζὸρτζ Σόν­τερς γιὰ τὴ φαν­τα­σί­α καὶ τὴν ἀν­θρω­πιά του, θαυ­μά­ζω τὸν Ἔλ­μορ Λέ­ο­ναρντ γιὰ τὴν ἁ­πλό­τη­τα καὶ τοὺς ἀ­ρι­στο­τε­χνι­κοὺς δι­α­λό­γους του, θαυ­μά­ζω τὸν Τζ. Ρόμ­περτ Λέ­νον, τὸν Τζό­να­θαν Λί­θεμ, τὸν Πὶτ Ντέξ­τερ, τὸν Κάρ­βερ (φυ­σι­κά), τὸν Ντέ­νις Τζόν­σον, τὸν Ρά­σελ Μπάν­κς, τὸν Ἄ­λαν Χίθ­κοκ, τοὺς δύ­ο Ἀν­τρὲ Ντιμ­πούς —πρε­σβύ­τε­ρο καὶ νε­ο­τε­ρο—, τὸν Σκὸτ Μπράτ­φιλντ, τὸν Χέ­μιν­γου­ει, τὸν Ντά­νι­ελ Γοῦν­τρελ, τὸν Λά­ρι Μπρά­ουν, τὸν Τζέ­ιμς Σάλ­τερ, τὸν Τσὰρ­λς Μπάξ­τερ, τὴ Γου­έλ­τι, τὴ Φλά­νε­ρι Ὀ’ Κό­νορ, τὸ Ρόμ­περτ Στό­ουν καὶ οὕ­τω κα­θε­ξῆς.­.. Ποῦ νὰ στα­μα­τή­σω; Μοῦ φαί­νε­ται ὅ­τι κά­θε βι­βλί­ο ποὺ πέ­φτει στὰ χέ­ρια μου ἔ­χει κά­τι ποὺ μὲ χτυ­πά­ει κα­τα­κού­τε­λα – μιὰ πα­ρά­γρα­φο, ἕ­να γύ­ρι­σμα μιᾶς πρό­τα­σης, μιὰ δι­εισ­δυ­τι­κὴ ἀ­νά­λυ­ση ἑ­νὸς χα­ρα­κτή­ρα ποὺ μὲ σπρώ­χνει νὰ θέ­λω κι ἐ­γὼ νὰ γρά­ψω τό­σο κα­λά.

.

Ν.Α.: Ὑ­πάρ­χουν δι­η­γή­μα­τα ἢ συλ­λο­γὲς ποὺ ἀ­γα­πᾶς πε­ρισ­σό­τε­ρο καὶ συ­νή­θως προ­τεί­νεις σὲ ἄλ­λους ἀ­να­γνῶ­στες;

Λ.Μ.: Κοί­τα, συ­νή­θως δὲν κά­νω προ­τά­σεις σὲ ἄλ­λους ἀ­να­γνῶ­στες, ἀλ­λὰ ὅ­λοι οἱ συγ­γρα­φεῖς ποὺ μό­λις ἀ­νέ­φε­ρα δι­α­θέ­τουν πλού­σιους θη­σαυ­ρούς. Πάν­τως, εἰ­δι­κὰ τὸν τε­λευ­ταῖ­ο και­ρὸ προ­τεί­νω τὴ σπου­δαί­α συλ­λο­γὴ τοῦ Ἄ­λαν Χίθ­κοκ V­o­lt. Εἶ­ναι θαυ­μά­σια.

.

Ση­μει­ώ­σεις τοῦ Μεταφραστῆ:

(1) T­he S­o­c­i­al N­e­t­w­o­rk: Ἀ­με­ρι­κα­νι­κὴ ται­νί­α πα­ρα­γω­γῆς 2010 σὲ σκη­νο­θε­σί­α Ντέ­ι­βιντ Φίν­τσερ (D­a­v­id F­i­n­c­h­er). Τὸ φίλμ, ποὺ ση­μεί­ω­σε με­γά­λη εἰ­σπρα­κτι­κὴ ἐ­πι­τυ­χί­α, ἔ­χει ὡς θέ­μα του τὴ δη­μι­ουρ­γί­α τοῦ Φέ­ισ­μπουκ, τοῦ δη­μο­φι­λέ­στε­ρου «κοι­νω­νι­κοῦ δι­κτύ­ου». Κα­τὰ τὴν προ­βο­λὴ τῆς ται­νί­ας στὴν Ἑλ­λά­δα ὁ τί­τλος πα­ρέ­μει­νε ἀ­με­τά­φρα­στος.

(2) «Ἀ­νώ­νυ­μοι Συγ­γρα­φεῖς»: Ἀ­να­φο­ρὰ στὴν ὀρ­γά­νω­ση «Ἀ­νώ­νυ­μοι Ἀλ­κο­ο­λι­κοί». Ἡ φρά­ση «Πρό­τα­ση πρὸς πρό­τα­ση», ἡ ὁ­ποί­α ἀ­κο­λου­θεῖ, πα­ρα­πέμ­πει στὴ φρά­ση «Βῆ­μα πρὸς βῆ­μα», κα­θὼς ἡ μέ­θο­δος ἀ­πο­το­ξί­νω­σης ἀ­πὸ τὸ ἀλ­κο­ὸλ ποὺ ἐ­φαρ­μό­ζε­ται στοὺς «Ἀ­νώ­νυ­μους Ἀλ­κο­ο­λι­κοὺς» ὀ­νο­μά­ζε­ται «Μέ­θο­δος τῶν δώ­δε­κα βη­μά­των».

 .

Bonsai-03c-GiaIstologio-04

.

Πηγή: T­he Q­u­i­v­e­r­i­ng P­en, ἱ­στο­λό­γιο τοῦ συγ­γρα­φέ­α Ντέ­ι­βιντ Ἄμ­πραμς (D­a­v­id A­­b­r­a­ms), ποὺ βρί­σκε­ται στὴν ἠ­λε­κτρο­νι­κὴ δι­εύ­θυν­ση http://davidabramsbooks.blogspot.gr/ , 10 Μα­ΐ­ου 2012. Τὸ πρω­τό­τυ­πο κεί­με­νο τῆς συ­νέν­τευ­ξης εἶ­ναι δι­α­θέ­σι­μο ἐδῶ.

Λοὺ Μπίτς (L­ou B­e­a­ch) (Γκέ­τιγ­κεν, Γερ­μα­νί­α, 1947). Ἀ­με­ρι­κα­νὸς καλ­λι­τέ­χνης τοῦ κο­λὰζ καὶ πε­ζο­γρά­φος. Ὁ Μπίτς, γό­νος Πο­λω­νῶν θυ­μά­των τῶν Να­ζί, με­τα­νά­στευ­σε στὶς Η­ΠΑ μὲ τοὺς γο­νεῖς του σὲ ἡ­λι­κί­α τεσ­σά­ρων ἐ­τῶν. Ὡς νέ­ος δὲν ἀ­κο­λού­θη­σε πα­νε­πι­στη­μια­κὲς σπου­δές, ἐ­πι­λέ­γον­τας τὴ ζω­ὴ τοῦ πλά­νη­τα. Εἶ­ναι αὐ­το­δί­δα­κτος καλ­λι­τέ­χνης τοῦ κο­λὰζ κι ἀ­π’ τὰ μέ­σα τῆς δε­κα­ε­τί­ας τοῦ ’­70 φι­λο­τε­χνεῖ ἐ­ξώ­φυλ­λα δί­σκων, κυ­ρί­ως τῆς ρὸκ μου­σι­κῆς, καὶ εἰ­κο­νο­γρα­φεῖ πε­ρι­ο­δι­κὰ καὶ ἐ­φη­με­ρί­δες. Τὸ βι­βλί­ο 420 χα­ρα­κτῆ­ρες (420 c­h­a­r­a­c­t­e­rs, H­o­u­g­h­t­on M­i­f­f­l­in H­a­r­c­o­u­rt, 2011) εἶ­ναι ἡ πρώ­τη του ἐμ­φά­νι­ση στὴν πε­ζο­γρα­φί­α. Πε­ρισ­σό­τε­ρα γιὰ τὸ ἀ­φιέ­ρω­μά μας στὸν Λοὺ Μπὶτς βλέ­πε ἐ­δῶ τὸ εἰ­σα­γω­γι­κὸ ἄρ­θρο τοῦ Σκὸτ Μπράντ­φιλντ κα­θὼς καὶ τὸ σχό­λι­ό μας στὸ Ἡ­με­ρο­λό­γιο Κα­τα­στρώ­μα­τος (ἐγ­γραφὴ 18-08-2014).

Ντέ­ι­βιντ Ἄμ­πραμς (D­a­v­id A­b­r­a­ms). Ὁ Ντέ­ι­βιντ Ἄμ­πραμς γεν­νή­θη­κε στὴν Πεν­σιλ­βά­νια καὶ σπού­δα­σε Ἀγ­γλι­κὴ Λο­γο­τε­χνί­α στὸ Πα­νε­πι­στή­μιο τοῦ Ὄ­ρεγ­κον. Ἐρ­γά­στη­κε ἐ­πὶ εἴ­κο­σι χρό­νια, μέ­χρι τὴ συν­τα­ξι­ο­δό­τη­σή του τὸ 2008, ὡς δη­μο­σι­ο­γρά­φος στὶς ἀ­με­ρι­κα­νι­κὲς ἔ­νο­πλες δυ­νά­μεις. Τὸ 2012 ἐκ­δό­θη­κε τὸ πρῶ­το του μυ­θι­στό­ρη­μα μὲ τί­τλο F­o­b­b­it (G­r­o­ve P­r­e­ss).

Μετάφραση ἀπὸ τὰ ἀγγλικά:

Γιά­ννης Πα­λα­βός (Βελ­βεν­τὸ Κο­ζά­νης, 1980). Σπού­δα­σε δη­μο­σι­ο­γρα­φί­α στὸ ΑΠΘ καὶ πο­λι­τι­στι­κὴ δι­α­χεί­ρι­ση στὸ Παν­τεῖ­ο. Τὸ 2007 κυ­κλο­φό­ρη­σε ἀ­πὸ τὴν I­n­t­ro B­o­o­ks ἡ συλ­λο­γὴ δι­η­γη­μά­των του Ἀ­λη­θι­νὴ ἀ­γά­πη καὶ ἄλ­λες ἱ­στο­ρί­ες. Τὸ 2009 κυ­κλο­φό­ρη­σε ἀ­πὸ τὶς ἐκ­δό­σεις Τό­πος τὸ βι­βλί­ο Σὰν Ἄν­γκρε / Τὰ δά­κρυ­α τῆς Φὸν Μπρά­ουν, ποὺ ἔ­γρα­ψε μα­ζὶ μὲ τὸν Σω­τή­ρη Μπα­μ­πα­τζι­μό­που­λο. Τὸ 2011 ἔ­γρα­ψε μα­ζὶ μὲ τὸν Τά­σο Ζα­φει­ριά­δη τὸ σε­νά­ριο γιὰ τὸ κό­μικ «Τὸ πτῶ­μα», σὲ σχέ­διο Θα­νά­ση Πέ­τρου (J­e­m­ma P­r­e­ss). Δι­η­γή­μα­τα καὶ με­τα­φρά­σεις του (με­τα­ξὺ ἄλ­λων: E­d­g­ar L­ee M­a­s­t­e­rs, M­i­r­o­sl­av Ho­l­ub, M­a­t­t­h­ew A­r­n­o­ld, D­o­n­a­ld J­u­s­t­i­ce) ἔ­χουν δη­μο­σι­ευ­θεῖ στὰ πε­ρι­ο­δι­κὰ Τὸ Δέν­τρο, Ἐν­τευ­κτή­ριο, (Δε)κα­τά, Ἡ Πα­ρέμ­βα­ση, epo­e­ma κ.ἄ. Τὸ 2012 κυκλοφόρησε ἡ συλλογὴ διηγημάτων του Ἀστεῖο (ἐκδ. Νεφέλη). Γιὰ τὸ ἱ­στο­λό­γιο τοῦ Πλα­νό­διου ἔ­χει με­τα­φρά­σει τὸ δι­ή­γη­μα τῆς Γου­ί­λα Κά­θερ «Πί­τερ» καὶ ἔ­χει ἐ­πι­με­λη­θεῖ τὸ ἀ­φι­έ­ρω­μα «Ὁ Ἄμ­προ­ουζ Μπὴρς καὶ οἱ “Φαν­τα­στι­κοὶ Μύ­θοι”­» κα­θὼς καὶ τὴν πα­ρου­σί­αση τοῦ «Λο­γο­τε­χνι­κοῦ Του­ϊ­το­μα­ρα­θώ­νιου» ποὺ δι­ορ­γά­νω­σε ἡ ἀγ­γλι­κὴ Ἑ­ται­ρεί­α Συγ­γρα­φέ­ων τὸν Σε­πτέμ­βριο-Ὀ­κτώ­βριο τοῦ 2011.

 .

Λοὺ Μπίτς (Lou Beach): Ὁ σερίφης τῆς κομητείας μας…

.

07-Beach,Lou-OSerifisTisKomiteiasMas-Eikona-03

.

Λοὺ Μπίτς (L­ou B­e­a­ch)

 .

02-Omikron ΣΕΡΙΦΗΣ τῆς κο­μη­τεί­ας μας, ὁ Χι­ού­ι Γου­ίλ­σον —γνω­στὸς καὶ ὡς «Κε­φτές» — μὲ τὸ ποὺ ἔ­βλε­πε κά­ποι­ον ἤ­θε­λε νὰ τοῦ πε­ρά­σει χει­ρο­πέ­δες. Ὅ­λες του οἱ γνώ­σεις γύ­ρω ἀ­π’ τὸ νό­μο δὲ θὰ γέ­μι­ζαν οὔ­τε δα­χτυ­λή­θρα, ἀλ­λὰ ὅ­σα ἤ­ξε­ρε ἀ­πὸ ἐ­ξου­σί­α θὰ ὑ­περ­χεί­λι­ζαν ὅ­λες τὶς ὑ­δρορ­ρο­ὲς ἀ­πὸ δῶ ὣς τὸν πο­τα­μό. Γι’ αὐ­τὸν ἡ δι­και­ο­σύ­νη ἦ­ταν ἁ­πλῶς ἕ­να μέ­σο ἄ­σκη­σης ἐ­ξου­σί­ας, ἀ­πο­δι­δό­ταν σὲ σκο­τει­νὰ δω­μά­τια καὶ με­τρι­ό­ταν μὲ μώ­λω­πες καὶ σπα­σμέ­να πλευ­ρά. Ὅ­ταν τὸν βρῆ­καν μὲ τὸ κε­φά­λι γερ­μέ­νο στὸ τι­μό­νι τοῦ πε­ρι­πο­λι­κοῦ, νε­κρό, ἡ φρά­ση H­a­p­py h­o­ur ἀ­πέ­κτη­σε και­νούρ­γιο νό­η­μα.

.

Ση­μεί­ω­ση: ὁ ὅ­ρος H­a­p­py h­o­ur ἀ­να­φέ­ρε­ται στὸ χρο­νι­κὸ δι­ά­στη­μα τῆς ἡ­μέ­ρας, κα­τὰ τὸ ὁ­ποῖ­ο οἱ κα­φε­τέ­ρι­ες καὶ τὰ μπὰρ προ­σφέ­ρουν τὰ προ­ϊ­όν­τα τους σὲ μει­ω­μέ­νες τι­μές. Ὁ ὅ­ρος πα­ρα­μέ­νει ἀ­με­τά­φρα­στος, δι­ό­τι, κα­τὰ τὴν πρό­σφα­τη εἰ­σα­γω­γὴ τῆς συ­νή­θειας αὐ­τῆς στὴν Ἑλ­λά­δα, χρη­σι­μο­ποι­εῖ­ται ὡς ἔ­χει.

.

Bonsai-03c-GiaIstologio-04

.

Πηγή: 420 c­h­a­r­a­c­t­e­rs, H­o­u­g­h­t­on M­i­f­f­l­in H­a­r­c­o­u­rt, 2011

Λοὺ Μπίτς (L­ou B­e­a­ch) (Γκέ­τιγ­κεν, Γερ­μα­νί­α, 1947): Ἀ­με­ρι­κα­νὸς καλ­λι­τέ­χνης τοῦ κο­λὰζ καὶ πε­ζο­γρά­φος. Ὁ Μπίτς, γό­νος Πο­λω­νῶν θυ­μά­των τῶν Να­ζί, με­τα­νά­στευ­σε στὶς Η­ΠΑ μὲ τοὺς γο­νεῖς του σὲ ἡ­λι­κί­α τεσ­σά­ρων ἐ­τῶν. Ὡς νέ­ος δὲν ἀ­κο­λού­θη­σε πα­νε­πι­στη­μια­κὲς σπου­δές, ἐ­πι­λέ­γον­τας τὴ ζω­ὴ τοῦ πλά­νη­τα. Εἶ­ναι αὐ­το­δί­δα­κτος καλ­λι­τέ­χνης τοῦ κο­λὰζ κι ἀ­π’ τὰ μέ­σα τῆς δε­κα­ε­τί­ας τοῦ ’­70 φι­λο­τε­χνεῖ ἐ­ξώ­φυλ­λα δί­σκων, κυ­ρί­ως τῆς ρὸκ μου­σι­κῆς, καὶ εἰ­κο­νο­γρα­φεῖ πε­ρι­ο­δι­κὰ καὶ ἐ­φη­με­ρί­δες. Τὸ βι­βλί­ο 420 χα­ρα­κτῆ­ρες (420 c­h­a­r­a­c­t­e­rs, H­o­u­g­h­t­on M­i­f­f­l­in H­a­r­c­o­u­rt, 2011) εἶ­ναι ἡ πρώ­τη του ἐμ­φά­νι­ση στὴν πε­ζο­γρα­φί­α. Πε­ρισ­σό­τε­ρα γιὰ τὸ ἀ­φιέ­ρω­μά μας στὸν Λοὺ Μπὶτς βλέ­πε ἐ­δῶ τὸ εἰ­σα­γω­γι­κὸ ἄρ­θρο τοῦ Σκὸτ Μπράντ­φιλντ κα­θὼς καὶ τὸ σχό­λι­ό μας στὸ Ἡ­με­ρο­λό­γιο Κα­τα­στρώ­μα­τος (ἐγ­γραφὴ 18-08-2014).

Μετάφραση ἀπὸ τὰ ἀγγλικά:

Γιά­ννης Πα­λα­βός (Βελ­βεν­τὸ Κο­ζά­νης, 1980). Σπού­δα­σε δη­μο­σι­ο­γρα­φί­α στὸ ΑΠΘ καὶ πο­λι­τι­στι­κὴ δι­α­χεί­ρι­ση στὸ Παν­τεῖ­ο. Τὸ 2007 κυ­κλο­φό­ρη­σε ἀ­πὸ τὴν I­n­t­ro B­o­o­ks ἡ συλ­λο­γὴ δι­η­γη­μά­των του Ἀ­λη­θι­νὴ ἀ­γά­πη καὶ ἄλ­λες ἱ­στο­ρί­ες. Τὸ 2009 κυ­κλο­φό­ρη­σε ἀ­πὸ τὶς ἐκ­δό­σεις Τό­πος τὸ βι­βλί­ο Σὰν Ἄν­γκρε / Τὰ δά­κρυ­α τῆς Φὸν Μπρά­ουν, ποὺ ἔ­γρα­ψε μα­ζὶ μὲ τὸν Σω­τή­ρη Μπα­μ­πα­τζι­μό­που­λο. Τὸ 2011 ἔ­γρα­ψε μα­ζὶ μὲ τὸν Τά­σο Ζα­φει­ριά­δη τὸ σε­νά­ριο γιὰ τὸ κό­μικ «Τὸ πτῶ­μα», σὲ σχέ­διο Θα­νά­ση Πέ­τρου (J­e­m­ma P­r­e­ss). Δι­η­γή­μα­τα καὶ με­τα­φρά­σεις του (με­τα­ξὺ ἄλ­λων: E­d­g­ar L­ee M­a­s­t­e­rs, M­i­r­o­sl­av Ho­l­ub, M­a­t­t­h­ew A­r­n­o­ld, D­o­n­a­ld J­u­s­t­i­ce) ἔ­χουν δη­μο­σι­ευ­θεῖ στὰ πε­ρι­ο­δι­κὰ Τὸ Δέν­τρο, Ἐν­τευ­κτή­ριο, (Δε)κα­τά, Ἡ Πα­ρέμ­βα­ση, epo­e­ma κ.ἄ. Τὸ 2012 κυκλοφόρησε ἡ συλλογὴ διηγημάτων του Ἀστεῖο (ἐκδ. Νεφέλη). Γιὰ τὸ ἱ­στο­λό­γιο τοῦ Πλα­νό­διου ἔ­χει με­τα­φρά­σει τὸ δι­ή­γη­μα τῆς Γου­ί­λα Κά­θερ «Πί­τερ» καὶ ἔ­χει ἐ­πι­με­λη­θεῖ τὸ ἀ­φι­έ­ρω­μα «Ὁ Ἄμ­προ­ουζ Μπὴρς καὶ οἱ “Φαν­τα­στι­κοὶ Μύ­θοι”­» κα­θὼς καὶ τὴν πα­ρου­σί­αση τοῦ «Λο­γο­τε­χνι­κοῦ Του­ϊ­το­μα­ρα­θώ­νιου» ποὺ δι­ορ­γά­νω­σε ἡ ἀγ­γλι­κὴ Ἑ­ται­ρεί­α Συγ­γρα­φέ­ων τὸν Σε­πτέμ­βριο-Ὀ­κτώ­βριο τοῦ 2011.

 .

Λοὺ Μπίτς (Lou Beach): Διάβασα κάπου ὅτι ὁ Χίτλερ…

.

06-Beach,Lou-DiabasaKapouOtiOHitler-Eikona-02

.

Λοὺ Μπίτς (L­ou B­e­a­ch)

 .

07-Delta-Haraldsonnenes_saga-initial-G__MuntheΙΑΒΑΣΑ κά­που ὅ­τι ὁ Χί­τλερ ἀ­γα­ποῦ­σε τοὺς σκύ­λους, κι ὅ­τι ἦ­ταν, ἐ­πί­σης, συ­ναι­σθη­μα­τι­κός. Λοι­πὸν ἐ­γὼ μπρο­στὰ σ’ ἕ­να λα­γω­νι­κὸ λι­ώ­νω καὶ μ’ ἕ­να τρα­γού­δι τοῦ Τσάρ­λι Ρὶτς τὰ γυα­λιά μου θο­λώ­νουν, ὁ­πό­τε ἄρ­χι­σαν νὰ μοῦ μπαί­νουν ἰ­δέ­ες, ξέ­ρε­τε, μή­πως βα­θιὰ μέ­σα μου μπο­ρεῖ καὶ νά ’­χω τί­πο­τα τά­σεις γιὰ μα­ζι­κὲς δο­λο­φο­νί­ες. Τό­τε δι­ά­βα­σα ὅ­τι πί­στευ­ε ἐ­πί­σης καὶ στὴν ἀ­στρο­λο­γί­α κι ἔ­νι­ω­σα πο­λὺ κα­λύ­τε­ρα, δι­ό­τι ἐ­γὼ εἶ­μαι εὐ­λα­βὴς Βα­πτι­στής. Ἄλ­λω­στε εἶ­μαι Παρ­θέ­νος, κι ἐ­μεῖς οἱ Παρ­θέ­νοι πα­ρα­μέ­νου­με ἀ­κλό­νη­τοι στὶς ἰ­δέ­ες μας.

.

Ση­μεί­ω­ση: o Τσάρ­λι Ρὶτς (C­h­a­r­l­ie R­i­ch, 1932-1995) ἦ­ταν δη­μο­φι­λὴς Ἀ­με­ρι­κα­νὸς τρα­γου­δι­στῆς καὶ συν­θέ­της κάν­τρι μου­σι­κῆς.

.

Bonsai-03c-GiaIstologio-04

.

Πηγή: 420 c­h­a­r­a­c­t­e­rs, H­o­u­g­h­t­on M­i­f­f­l­in H­a­r­c­o­u­rt, 2011

Λοὺ Μπίτς (L­ou B­e­a­ch) (Γκέ­τιγ­κεν, Γερ­μα­νί­α, 1947): Ἀ­με­ρι­κα­νὸς καλ­λι­τέ­χνης τοῦ κο­λὰζ καὶ πε­ζο­γρά­φος. Ὁ Μπίτς, γό­νος Πο­λω­νῶν θυ­μά­των τῶν Να­ζί, με­τα­νά­στευ­σε στὶς Η­ΠΑ μὲ τοὺς γο­νεῖς του σὲ ἡ­λι­κί­α τεσ­σά­ρων ἐ­τῶν. Ὡς νέ­ος δὲν ἀ­κο­λού­θη­σε πα­νε­πι­στη­μια­κὲς σπου­δές, ἐ­πι­λέ­γον­τας τὴ ζω­ὴ τοῦ πλά­νη­τα. Εἶ­ναι αὐ­το­δί­δα­κτος καλ­λι­τέ­χνης τοῦ κο­λὰζ κι ἀ­π’ τὰ μέ­σα τῆς δε­κα­ε­τί­ας τοῦ ’­70 φι­λο­τε­χνεῖ ἐ­ξώ­φυλ­λα δί­σκων, κυ­ρί­ως τῆς ρὸκ μου­σι­κῆς, καὶ εἰ­κο­νο­γρα­φεῖ πε­ρι­ο­δι­κὰ καὶ ἐ­φη­με­ρί­δες. Τὸ βι­βλί­ο 420 χα­ρα­κτῆ­ρες (420 c­h­a­r­a­c­t­e­rs, H­o­u­g­h­t­on M­i­f­f­l­in H­a­r­c­o­u­rt, 2011) εἶ­ναι ἡ πρώ­τη του ἐμ­φά­νι­ση στὴν πε­ζο­γρα­φί­α. Πε­ρισ­σό­τε­ρα γιὰ τὸ ἀ­φιέ­ρω­μά μας στὸν Λοὺ Μπὶτς βλέ­πε ἐ­δῶ τὸ εἰ­σα­γω­γι­κὸ ἄρ­θρο τοῦ Σκὸτ Μπράντ­φιλντ κα­θὼς καὶ τὸ σχό­λι­ό μας στὸ Ἡ­με­ρο­λό­γιο Κα­τα­στρώ­μα­τος (ἐγ­γραφὴ 18-08-2014).

Μετάφραση ἀπὸ τὰ ἀγγλικά:

Γιά­ννης Πα­λα­βός (Βελ­βεν­τὸ Κο­ζά­νης, 1980). Σπού­δα­σε δη­μο­σι­ο­γρα­φί­α στὸ ΑΠΘ καὶ πο­λι­τι­στι­κὴ δι­α­χεί­ρι­ση στὸ Παν­τεῖ­ο. Τὸ 2007 κυ­κλο­φό­ρη­σε ἀ­πὸ τὴν I­n­t­ro B­o­o­ks ἡ συλ­λο­γὴ δι­η­γη­μά­των του Ἀ­λη­θι­νὴ ἀ­γά­πη καὶ ἄλ­λες ἱ­στο­ρί­ες. Τὸ 2009 κυ­κλο­φό­ρη­σε ἀ­πὸ τὶς ἐκ­δό­σεις Τό­πος τὸ βι­βλί­ο Σὰν Ἄν­γκρε / Τὰ δά­κρυ­α τῆς Φὸν Μπρά­ουν, ποὺ ἔ­γρα­ψε μα­ζὶ μὲ τὸν Σω­τή­ρη Μπα­μ­πα­τζι­μό­που­λο. Τὸ 2011 ἔ­γρα­ψε μα­ζὶ μὲ τὸν Τά­σο Ζα­φει­ριά­δη τὸ σε­νά­ριο γιὰ τὸ κό­μικ «Τὸ πτῶ­μα», σὲ σχέ­διο Θα­νά­ση Πέ­τρου (J­e­m­ma P­r­e­ss). Δι­η­γή­μα­τα καὶ με­τα­φρά­σεις του (με­τα­ξὺ ἄλ­λων: E­d­g­ar L­ee M­a­s­t­e­rs, M­i­r­o­sl­av Ho­l­ub, M­a­t­t­h­ew A­r­n­o­ld, D­o­n­a­ld J­u­s­t­i­ce) ἔ­χουν δη­μο­σι­ευ­θεῖ στὰ πε­ρι­ο­δι­κὰ Τὸ Δέν­τρο, Ἐν­τευ­κτή­ριο, (Δε)κα­τά, Ἡ Πα­ρέμ­βα­ση, epo­e­ma κ.ἄ. Τὸ 2012 κυκλοφόρησε ἡ συλλογὴ διηγημάτων του Ἀστεῖο (ἐκδ. Νεφέλη). Γιὰ τὸ ἱ­στο­λό­γιο τοῦ Πλα­νό­διου ἔ­χει με­τα­φρά­σει τὸ δι­ή­γη­μα τῆς Γου­ί­λα Κά­θερ «Πί­τερ» καὶ ἔ­χει ἐ­πι­με­λη­θεῖ τὸ ἀ­φι­έ­ρω­μα «Ὁ Ἄμ­προ­ουζ Μπὴρς καὶ οἱ “Φαν­τα­στι­κοὶ Μύ­θοι”­» κα­θὼς καὶ τὴν πα­ρου­σί­αση τοῦ «Λο­γο­τε­χνι­κοῦ Του­ϊ­το­μα­ρα­θώ­νιου» ποὺ δι­ορ­γά­νω­σε ἡ ἀγ­γλι­κὴ Ἑ­ται­ρεί­α Συγ­γρα­φέ­ων τὸν Σε­πτέμ­βριο-Ὀ­κτώ­βριο τοῦ 2011.

 .

Λοὺ Μπίτς (Lou Beach): Ἤμουν νεοσύλλεκτος καὶ φοβισμένος…

.

05-Beach,Lou-ImounNeossylektos-Eikona-02

.

Λοὺ Μπίτς (L­ou B­e­a­ch)

.

09-Htta-The_Author_of_'A_Visit_from_St__Nicholas'_-_Illuminated_HΜΟΥΝ ΝΕΟΣΥΛΛΕΚΤΟΣ καὶ φο­βι­σμέ­νος. Κα­θό­μα­σταν ὀ­κλα­δόν, σκυμ­μέ­νοι, κρυμ­μέ­νοι πί­σω ἀ­πὸ ἕ­να στε­νὸ μο­νο­πά­τι. Δε­χό­μα­σταν κα­ται­γι­σμὸ πυ­ρῶν. Ὁ Στά­ιν μὲ κοί­τα­ξε: «Ὁ φό­βος εἶ­ναι ἁ­πλῶς ἕ­να συ­νη­θι­σμέ­νο ὅ­πλο, ὅ­πως τὸ πε­ρί­στρο­φο ποὺ ἔ­χεις ζω­σμέ­νο στὴ μέ­ση σου ἢ μιὰ χει­ρο­βομ­βί­δα. Μπο­ρεῖς νὰ τὸ χρη­σι­μο­ποι­ή­σεις γιὰ νὰ αὐ­το­πυ­ρο­βο­λη­θεῖς στὸ πό­δι ἢ ν’ ἀ­να­τι­νά­ξεις τὴ δι­μοι­ρί­α. Ἢ μπο­ρεῖς νὰ τὸ στρέ­ψεις πρὸς τὴν ἀ­πέ­ναν­τι πλευ­ρὰ καὶ νὰ τὸ χρη­σι­μο­ποι­ή­σεις ἐ­ναν­τί­ον τοῦ ἐ­χθροῦ.» Ἕ­να μή­να ἀρ­γό­τε­ρα, στὴν κη­δεί­α του, κα­θὼς στε­κό­μουν πλά­ι στὸ φέ­ρε­τρό του, ἀ­να­ρω­τι­ό­μουν ἂν καὶ ἡ ὀ­δύ­νη ἦ­ταν, ἴ­σως, ἕ­να ὅ­πλο.

 . Bonsai-03c-GiaIstologio-04

.

Πηγή: 420 c­h­a­r­a­c­t­e­rs, H­o­u­g­h­t­on M­i­f­f­l­in H­a­r­c­o­u­rt, 2011

Λοὺ Μπίτς (L­ou B­e­a­ch) (Γκέ­τιγ­κεν, Γερ­μα­νί­α, 1947): Ἀ­με­ρι­κα­νὸς καλ­λι­τέ­χνης τοῦ κο­λὰζ καὶ πε­ζο­γρά­φος. Ὁ Μπίτς, γό­νος Πο­λω­νῶν θυ­μά­των τῶν Να­ζί, με­τα­νά­στευ­σε στὶς Η­ΠΑ μὲ τοὺς γο­νεῖς του σὲ ἡ­λι­κί­α τεσ­σά­ρων ἐ­τῶν. Ὡς νέ­ος δὲν ἀ­κο­λού­θη­σε πα­νε­πι­στη­μια­κὲς σπου­δές, ἐ­πι­λέ­γον­τας τὴ ζω­ὴ τοῦ πλά­νη­τα. Εἶ­ναι αὐ­το­δί­δα­κτος καλ­λι­τέ­χνης τοῦ κο­λὰζ κι ἀ­π’ τὰ μέ­σα τῆς δε­κα­ε­τί­ας τοῦ ’­70 φι­λο­τε­χνεῖ ἐ­ξώ­φυλ­λα δί­σκων, κυ­ρί­ως τῆς ρὸκ μου­σι­κῆς, καὶ εἰ­κο­νο­γρα­φεῖ πε­ρι­ο­δι­κὰ καὶ ἐ­φη­με­ρί­δες. Τὸ βι­βλί­ο 420 χα­ρα­κτῆ­ρες (420 c­h­a­r­a­c­t­e­rs, H­o­u­g­h­t­on M­i­f­f­l­in H­a­r­c­o­u­rt, 2011) εἶ­ναι ἡ πρώ­τη του ἐμ­φά­νι­ση στὴν πε­ζο­γρα­φί­α. Πε­ρισ­σό­τε­ρα γιὰ τὸ ἀ­φιέ­ρω­μά μας στὸν Λοὺ Μπὶτς βλέ­πε ἐ­δῶ τὸ εἰ­σα­γω­γι­κὸ ἄρ­θρο τοῦ Σκὸτ Μπράντ­φιλντ κα­θὼς καὶ τὸ σχό­λι­ό μας στὸ Ἡ­με­ρο­λό­γιο Κα­τα­στρώ­μα­τος (ἐγ­γραφὴ 18-08-2014).

Μετάφραση ἀπὸ τὰ ἀγγλικά:

Γιά­ννης Πα­λα­βός (Βελ­βεν­τὸ Κο­ζά­νης, 1980). Σπού­δα­σε δη­μο­σι­ο­γρα­φί­α στὸ ΑΠΘ καὶ πο­λι­τι­στι­κὴ δι­α­χεί­ρι­ση στὸ Παν­τεῖ­ο. Τὸ 2007 κυ­κλο­φό­ρη­σε ἀ­πὸ τὴν I­n­t­ro B­o­o­ks ἡ συλ­λο­γὴ δι­η­γη­μά­των του Ἀ­λη­θι­νὴ ἀ­γά­πη καὶ ἄλ­λες ἱ­στο­ρί­ες. Τὸ 2009 κυ­κλο­φό­ρη­σε ἀ­πὸ τὶς ἐκ­δό­σεις Τό­πος τὸ βι­βλί­ο Σὰν Ἄν­γκρε / Τὰ δά­κρυ­α τῆς Φὸν Μπρά­ουν, ποὺ ἔ­γρα­ψε μα­ζὶ μὲ τὸν Σω­τή­ρη Μπα­μ­πα­τζι­μό­που­λο. Τὸ 2011 ἔ­γρα­ψε μα­ζὶ μὲ τὸν Τά­σο Ζα­φει­ριά­δη τὸ σε­νά­ριο γιὰ τὸ κό­μικ «Τὸ πτῶ­μα», σὲ σχέ­διο Θα­νά­ση Πέ­τρου (J­e­m­ma P­r­e­ss). Δι­η­γή­μα­τα καὶ με­τα­φρά­σεις του (με­τα­ξὺ ἄλ­λων: E­d­g­ar L­ee M­a­s­t­e­rs, M­i­r­o­sl­av Ho­l­ub, M­a­t­t­h­ew A­r­n­o­ld, D­o­n­a­ld J­u­s­t­i­ce) ἔ­χουν δη­μο­σι­ευ­θεῖ στὰ πε­ρι­ο­δι­κὰ Τὸ Δέν­τρο, Ἐν­τευ­κτή­ριο, (Δε)κα­τά, Ἡ Πα­ρέμ­βα­ση, epo­e­ma κ.ἄ. Τὸ 2012 κυκλοφόρησε ἡ συλλογὴ διηγημάτων του Ἀστεῖο (ἐκδ. Νεφέλη). Γιὰ τὸ ἱ­στο­λό­γιο τοῦ Πλα­νό­διου ἔ­χει με­τα­φρά­σει τὸ δι­ή­γη­μα τῆς Γου­ί­λα Κά­θερ «Πί­τερ» καὶ ἔ­χει ἐ­πι­με­λη­θεῖ τὸ ἀ­φι­έ­ρω­μα «Ὁ Ἄμ­προ­ουζ Μπὴρς καὶ οἱ “Φαν­τα­στι­κοὶ Μύ­θοι”­» κα­θὼς καὶ τὴν πα­ρου­σί­αση τοῦ «Λο­γο­τε­χνι­κοῦ Του­ϊ­το­μα­ρα­θώ­νιου» ποὺ δι­ορ­γά­νω­σε ἡ ἀγ­γλι­κὴ Ἑ­ται­ρεί­α Συγ­γρα­φέ­ων τὸν Σε­πτέμ­βριο-Ὀ­κτώ­βριο τοῦ 2011.

 .

Λοὺ Μπίτς (Lou Beach): Ἠ ἐλευθερία ποὺ φιλήσυχα περιπλανιόταν…

.

04-Beach,Lou-IEleytheriaPouFilisychaPeriplaniotan-Eikona-02

.

Λοὺ Μπὶτς (L­ou B­e­a­ch)

.

01-Htta ΕΛΕΥΘΕΡΙΑ, ποὺ φι­λή­συ­χα πε­ρι­πλα­νι­ό­ταν, μύ­ρι­ζε τοὺς κά­δους καὶ τὰ δέν­τρα, ἔ­πι­α­νε τὶς ἱ­πτά­με­νες μπά­λες, ἕ­να ὑ­πέ­ρο­χο μπα­σταρ­δά­κι, πλη­γώ­θη­κε ἀ­πὸ τὶς σφαῖ­ρες τοῦ ἠ­λί­θιου γεί­το­νά μου, τοῦ Νό­ρις, ἑ­νὸς μο­χθη­ροῦ κα­θάρ­μα­τος ποὺ ἔ­τσι καὶ τύ­χαι­νε νὰ πέ­σει ἡ μπά­λα σου στὸν κῆ­πο του, θὰ τὴν ἔ­κο­βε στὰ δύ­ο μὲ τσε­κού­ρι. Ἡ Ἐ­λευ­θε­ρί­α τρι­γύ­ρι­ζε στὸ χω­ρά­φι τοῦ Νό­ρις κι ἐ­κεῖ­νος τὴν πυ­ρο­βό­λη­σε μὲ τὸ του­φέ­κι ποὺ χρη­σι­μο­ποι­εῖ γιὰ νὰ ρί­χνει στοὺς σκί­ου­ρους. Ἀ­ναγ­κα­στή­κα­με νὰ ἀ­κρω­τη­ρι­ά­σου­με τὸ πί­σω ἀ­ρι­στε­ρό της πό­δι, ἀλ­λὰ ἀ­κό­μα κι ὡς τρί­πο­δο σκυ­λὶ εἶ­ναι κα­λύ­τε­ρη ἀ­π’ τὸν Νό­ρις ὡς ἀρ­τι­με­λῆ, δί­πο­δο ἄν­θρω­πο.

.

Bonsai-03c-GiaIstologio-04.

Πηγή: 420 c­h­a­r­a­c­t­e­rs, H­o­u­g­h­t­on M­i­f­f­l­in H­a­r­c­o­u­rt, 2011

Λοὺ Μπίτς (L­ou B­e­a­ch) (Γκέ­τιγ­κεν, Γερ­μα­νί­α, 1947): Ἀ­με­ρι­κα­νὸς καλ­λι­τέ­χνης τοῦ κο­λὰζ καὶ πε­ζο­γρά­φος. Ὁ Μπίτς, γό­νος Πο­λω­νῶν θυ­μά­των τῶν Να­ζί, με­τα­νά­στευ­σε στὶς Η­ΠΑ μὲ τοὺς γο­νεῖς του σὲ ἡ­λι­κί­α τεσ­σά­ρων ἐ­τῶν. Ὡς νέ­ος δὲν ἀ­κο­λού­θη­σε πα­νε­πι­στη­μια­κὲς σπου­δές, ἐ­πι­λέ­γον­τας τὴ ζω­ὴ τοῦ πλά­νη­τα. Εἶ­ναι αὐ­το­δί­δα­κτος καλ­λι­τέ­χνης τοῦ κο­λὰζ κι ἀ­π’ τὰ μέ­σα τῆς δε­κα­ε­τί­ας τοῦ ’­70 φι­λο­τε­χνεῖ ἐ­ξώ­φυλ­λα δί­σκων, κυ­ρί­ως τῆς ρὸκ μου­σι­κῆς, καὶ εἰ­κο­νο­γρα­φεῖ πε­ρι­ο­δι­κὰ καὶ ἐ­φη­με­ρί­δες. Τὸ βι­βλί­ο 420 χα­ρα­κτῆ­ρες (420 c­h­a­r­a­c­t­e­rs, H­o­u­g­h­t­on M­i­f­f­l­in H­a­r­c­o­u­rt, 2011) εἶ­ναι ἡ πρώ­τη του ἐμ­φά­νι­ση στὴν πε­ζο­γρα­φί­α. Πε­ρισ­σό­τε­ρα γιὰ τὸ ἀ­φιέ­ρω­μά μας στὸν Λοὺ Μπὶτς βλέ­πε ἐ­δῶ τὸ εἰ­σα­γω­γι­κὸ ἄρ­θρο τοῦ Σκὸτ Μπράντ­φιλντ κα­θὼς καὶ τὸ σχό­λι­ό μας στὸ Ἡ­με­ρο­λό­γιο Κα­τα­στρώ­μα­τος (ἐγ­γραφὴ 18-08-2014).

Μετάφραση ἀπὸ τὰ ἀγγλικά:

Γιά­ννης Πα­λα­βός (Βελ­βεν­τὸ Κο­ζά­νης, 1980). Σπού­δα­σε δη­μο­σι­ο­γρα­φί­α στὸ ΑΠΘ καὶ πο­λι­τι­στι­κὴ δι­α­χεί­ρι­ση στὸ Παν­τεῖ­ο. Τὸ 2007 κυ­κλο­φό­ρη­σε ἀ­πὸ τὴν I­n­t­ro B­o­o­ks ἡ συλ­λο­γὴ δι­η­γη­μά­των του Ἀ­λη­θι­νὴ ἀ­γά­πη καὶ ἄλ­λες ἱ­στο­ρί­ες. Τὸ 2009 κυ­κλο­φό­ρη­σε ἀ­πὸ τὶς ἐκ­δό­σεις Τό­πος τὸ βι­βλί­ο Σὰν Ἄν­γκρε / Τὰ δά­κρυ­α τῆς Φὸν Μπρά­ουν, ποὺ ἔ­γρα­ψε μα­ζὶ μὲ τὸν Σω­τή­ρη Μπα­μ­πα­τζι­μό­που­λο. Τὸ 2011 ἔ­γρα­ψε μα­ζὶ μὲ τὸν Τά­σο Ζα­φει­ριά­δη τὸ σε­νά­ριο γιὰ τὸ κό­μικ «Τὸ πτῶ­μα», σὲ σχέ­διο Θα­νά­ση Πέ­τρου (J­e­m­ma P­r­e­ss). Δι­η­γή­μα­τα καὶ με­τα­φρά­σεις του (με­τα­ξὺ ἄλ­λων: E­d­g­ar L­ee M­a­s­t­e­rs, M­i­r­o­sl­av Ho­l­ub, M­a­t­t­h­ew A­r­n­o­ld, D­o­n­a­ld J­u­s­t­i­ce) ἔ­χουν δη­μο­σι­ευ­θεῖ στὰ πε­ρι­ο­δι­κὰ Τὸ Δέν­τρο, Ἐν­τευ­κτή­ριο, (Δε)κα­τά, Ἡ Πα­ρέμ­βα­ση, epo­e­ma κ.ἄ. Τὸ 2012 κυκλοφόρησε ἡ συλλογὴ διηγημάτων του Ἀστεῖο (ἐκδ. Νεφέλη). Γιὰ τὸ ἱ­στο­λό­γιο τοῦ Πλα­νό­διου ἔ­χει με­τα­φρά­σει τὸ δι­ή­γη­μα τῆς Γου­ί­λα Κά­θερ «Πί­τερ» καὶ ἔ­χει ἐ­πι­με­λη­θεῖ τὸ ἀ­φι­έ­ρω­μα «Ὁ Ἄμ­προ­ουζ Μπὴρς καὶ οἱ “Φαν­τα­στι­κοὶ Μύ­θοι”­» κα­θὼς καὶ τὴν πα­ρου­σί­αση τοῦ «Λο­γο­τε­χνι­κοῦ Του­ϊ­το­μα­ρα­θώ­νιου» ποὺ δι­ορ­γά­νω­σε ἡ ἀγ­γλι­κὴ Ἑ­ται­ρεί­α Συγ­γρα­φέ­ων τὸν Σε­πτέμ­βριο-Ὀ­κτώ­βριο τοῦ 2011.

 .