Μπέντζαμιν Ρόζενμπαουμ (Benjamin Rosenbaum): Τὸ πορτοκάλι

.

Rosenbaum,Benjamin-ToPortokali-Eikona-01.

.

Μπέντζαμιν Ρόζενμπαουμ (Benjamin Rosenbaum)

 

Τὸ πορτοκάλι

(The Orange)

 

ΕΝΑ ΠΟΡΤΟΚΑΛΙ κυ­βερ­νοῦ­σε τὸν κό­σμο.

       Ἦ­ταν κά­τι τὸ ἀ­να­πάν­τε­χο, μιὰ προ­σω­ρι­νὴ ἀ­πο­ποί­η­ση τῆς Θεί­ας Πρό­νοι­ας, νὰ ἐμ­πι­στευ­θo­ῦ­με τὸ ὅ­λο ζή­τη­μα σὲ ἕ­να ἁ­πλὸ πορ­το­κά­λι.

      Τὸ πορ­το­κά­λι, σὲ ἕ­ναν πορ­το­κα­λε­ώ­να τῆς Φλό­ρι­δα, ἀ­πο­δέ­χτη­κε σε­μνὰ τὴν τι­μή. Τὰ ἄλ­λα πορ­το­κά­λια, τὰ που­λιὰ καὶ οἱ ἄν­θρω­ποι στὰ τρα­κτὲρ ἔ­κλα­ψαν ἀ­πὸ χα­ρά. Οἱ μη­χα­νὲς τῶν τρα­κτὲρ μούγ­κρι­ζαν ἐ­ξυ­μνών­τας το.

      Οἱ πι­λό­τοι τῶν ἀ­ε­ρο­πλά­νων ἔ­κα­ναν κύ­κλους πά­νω ἀ­πὸ τὸν πορ­το­κα­λε­ώ­να καὶ ἔ­λε­γαν στοὺς ἐ­πι­βά­τες: «Ἀ­πὸ κά­τω μας βλέ­πε­τε τὸν πορ­το­κα­λε­ώ­να ὅ­που το πορ­το­κά­λι ποὺ κυ­βερ­νᾶ τὸν κό­σμο ὡ­ρι­μά­ζει σὲ ἕ­να ἁ­πλὸ κλα­δί.» Καὶ οἱ ἐ­πι­βά­τες ἔ­με­ναν σιωπηλοὶ μὲ δέ­ος.

      Ὁ κυ­βερ­νή­της τῆς Φλό­ρι­δα ἀ­να­κή­ρυ­ξε κά­θε ἡ­μέ­ρα ἀρ­γί­α. Τὰ κα­λο­και­ρι­νὰ ἀ­πο­γεύ­μα­τα ὁ Δα­λά­ι Λά­μα ἐρ­χό­ταν στὸν πορ­το­κα­λε­ώ­να, κα­θό­ταν μὲ τὸ πορ­το­κά­λι καὶ συ­ζη­τοῦ­σαν γιὰ τὴ ζω­ή.

      Ὅ­ταν ἔ­φτα­σε ἡ ὥ­ρα τῆς συγ­κο­μι­δῆς γιὰ τὸ πορ­το­κά­λι, κα­νέ­νας ἀ­πὸ τοὺς με­τα­νά­στες ἐρ­γά­τες δὲν ἤ­θε­λε νὰ τὸ κά­νει. Κα­τέ­βη­καν σὲ ἀ­περ­γί­α. Οἱ ἐ­πι­βλέ­πον­τες ἔ­κλα­ψαν. Τὰ ἄλ­λα πορ­το­κά­λια ὁρ­κί­στη­καν ὅ­τι θὰ ξυ­νί­σουν. Ὅ­μως, τὸ πορ­το­κά­λι ποὺ κυ­βερ­νοῦ­σε τὸν κό­σμο εἶ­πε: «Ὄ­χι φί­λοι μου, ἦρ­θε ἡ ὥ­ρα.»

      Τε­λι­κά, φέ­ρα­νε ἕ­ναν ἄν­τρα ἀ­πὸ τὸ Σι­κά­γο μὲ καρ­διὰ τό­σο ψυ­χρὴ ὅ­σο ἡ λί­μνη Μί­σιγ­καν τὸ κα­τα­χεί­μω­νο. Ἄ­φη­σε κά­τω τὸν χαρ­το­φύ­λα­κά του, σκαρ­φά­λω­σε σὲ μιὰ σκά­λα καὶ ἔ­κο­ψε τὸ πορ­το­κά­λι. Τὰ που­λιὰ ἦ­ταν σι­ω­πη­ρὰ καὶ τὰ σύν­νε­φα εἶ­χαν φύ­γει. Τὸ πορ­το­κά­λι εὐ­χα­ρί­στη­σε τὸν ἄν­τρα ἀ­πὸ τὸ Σι­κά­γο.

      Λέ­νε ὅ­τι ὅ­ταν τὸ πορ­το­κά­λι πέ­ρα­σε ἀ­πὸ τὸ ἐ­θνι­κὸ σύ­στη­μα ἐ­πε­ξερ­γα­σί­ας καὶ δι­α­νο­μῆς, κά­ποι­α ἀ­πὸ τὰ μη­χα­νή­μα­τα με­τα­τρά­πη­καν σὲ χρυ­σό, οἱ ὁ­δη­γοὶ φορ­τη­γῶν εἶ­χαν στιγ­μὲς ἐ­πι­φοί­τη­σης, οἱ γέ­ροι ἐ­παρ­χι­ῶ­τες παν­το­πῶ­λες τη­λε­φω­νοῦ­σαν στὶς ἀ­πο­ξε­νω­μέ­νες λε­σβί­ες κό­ρες τους στὴ Γου­ὸλ Στρὶτ καὶ ὅ­λα συγ­χω­ρέ­θη­καν.

      Ἀ­γό­ρα­σα τὸ πορ­το­κά­λι ποὺ κυ­βέρ­νη­σε τὸν κό­σμο γιὰ 39 σὲντς στὰ Sa­fe­way πρὶν τρεῖς ἡ­μέ­ρες καὶ γιὰ τρεῖς ἡ­μέ­ρες κα­θό­ταν στὴν φρου­τι­έ­ρα μου καὶ ἦ­ταν ὁ δά­σκα­λός μου. Σή­με­ρα μοῦ εἶ­πε: «Ἦρ­θε ἡ ὥ­ρα» καὶ τὸ ἔ­φα­γα.

      Τώ­ρα εἴ­μα­στε πά­λι μό­νοι μας.

  Bonsai-03c-GiaIstologio-04

 .

Πηγή: Ἀ­πὸ τὴ συλ­λο­γὴ δι­η­γη­μά­των Tho­mas, Ja­mes and Ro­bert Sha­pard, eds., Flash Fi­ction For­ward, 80 ve­ry short sto­ries, New York, London: W.W. Norton & Company, 2006.

Μπέντζαμιν Ρόζενμπαουμ (Benjamin Rosenbaum). Γεν­νή­θη­κε στὸ Λὸνγκ Ἄι­λαντ. Ἔ­χει τα­ξι­δέ­ψει καὶ ζή­σει σὲ πολ­λὰ μέ­ρη τοῦ κό­σμου. Ἐρ­γά­στη­κε πολ­λὰ χρό­νια ὡς προ­γραμ­μα­τι­στὴς ἠ­λε­κτρο­νι­κῶν ὑ­πο­λο­γι­στῶν. Ὁ ἴ­διος λέ­ει πὼς γρά­φει ἐ­πει­δὴ τὸ λα­τρεύ­ει καὶ ὄ­χι ἀπὸ κά­ποι­α ἐ­σω­τε­ρι­κὴ ἀ­νάγ­κη.

Με­τά­φρα­ση ἀ­πὸ τὰ ἀγ­γλικά:

Μα­ρί­α Πα­γώ­νη. Σπού­δα­σε Ἀγ­γλι­κὴ Φι­λο­λο­γί­α στὸ Πα­νε­πι­στή­μιο τῆς Ἀ­θή­νας καὶ ἔ­κα­νε με­τα­πτυ­χια­κὰ στὶς Δι­ε­θνεῖς Σχέ­σεις στὸ L­o­n­d­on M­e­t­r­o­p­o­l­i­t­an U­n­i­v­e­r­s­i­ty τοῦ Ἡ­νω­μέ­νου Βα­σι­λεί­ου καὶ στὸ U­n­i­v­e­r­s­i­t­e de M­o­ns-H­a­i­n­a­ut τοῦ Βελ­γί­ου. Τὸ 2010 ἀ­πο­φοί­τη­σε ἀ­πὸ τὴν Ἐ­θνι­κὴ Σχο­λὴ Δη­μό­σιας Δι­οί­κη­σης καὶ ἐρ­γά­ζε­ται στὸ Ὑ­πουρ­γεῖ­ο Πο­λι­τι­σμοῦ καὶ Του­ρι­σμοῦ.

.

Advertisements

Τζέιμς Τέιτ (James Tate): Χάρτης τοῦ Χαμένου Κόσμου

 

 

Τζέιμς Τέιτ (James Tate) 

  

Χάρτης τοῦ Χαμένου Κόσμου

(Map of the Lost Word)

 

ΠΗΡΧΑΝ ΠΡΑΓΜΑΤΑ ποὺ εἶ­χαν ἀρ­χί­σει νὰ μ’ ἐ­νο­χλοῦν, πράγ­μα­τα ποὺ δὲν εἶ­χαν κα­μί­α ἐ­πί­πτω­ση ἀ­πὸ μό­να τους, ἀλ­λὰ ὅ­λα μα­ζὶ ὑ­πο­νό­μευ­αν τὴν ἱ­κα­νό­τη­τά μου νὰ τὰ ἀν­τι­με­τω­πί­σω. Χρει­α­ζό­μουν ἕ­να σφυ­ρὶ γιὰ νὰ καρ­φώ­σω ἕ­να καρ­φί, ἀλ­λὰ τὸ σφυ­ρὶ δὲν βρι­σκό­ταν στὴν ἐρ­γα­λει­ο­θή­κη. Δὲν τὸ ἔ­βρι­σκα που­θε­νά. Ἔ­σπα­σα ἕ­να πιά­το κα­θὼς μά­ζευ­α τὰ πιά­τα, ἀλ­λὰ ποῦ εἶ­ναι ἡ σκού­πα; Πάν­τως ὄ­χι στὸ ντου­λά­πι μὲ τὶς σκοῦ­πες. Μὰ πῶς χά­νεις μιὰ σκού­πα; Ποῦ κρυ­βό­ταν; Καὶ ξαφ­νι­κά, ἀρ­γό­τε­ρα, ὅ­πως ἔ­στρω­να τὸ κρε­βά­τι βρῆ­κα τὸ σφυ­ρί. Ἴ­σως χρη­σι­μο­ποι­ή­θη­κε γιὰ βο­ή­θη­μα κα­τὰ τῆς ἀ­ϋ­πνί­ας. Ἔ­πει­τα μοῦ τη­λε­φώ­νη­σε ἡ Κέ­λυ. Μοῦ εἶ­πε ὅ­τι εἶ­χε χά­σει τὸ δα­χτυ­λί­δι της τὸ προ­η­γού­με­νο βρά­δυ καὶ μὲ πα­ρα­κά­λε­σε νὰ κοι­τά­ξω κά­τω ἀ­πὸ τὸ κρε­βά­τι. Κοί­τα­ξα καὶ βρῆ­κα ἐ­κεῖ τὴ σκού­πα. Ἀ­πο­φά­σι­σα τό­τε νὰ σκου­πί­σω κά­τω ἀ­πὸ ἐ­κεῖ γιὰ νὰ δῶ μή­πως βρῶ τὸ δα­χτυ­λί­δι της. Σκού­πι­σα καὶ ἔ­βγα­λα ἕ­να κομ­πο­σκοί­νι, ἕ­να μπου­ζί, ἕ­να δέρ­μα φι­διοῦ —τρί­α μέ­τρα μα­κρύ— ἕ­να ἀν­τί­τυ­πο τοῦ R­o­b­e­r­t­’s R­u­l­es of O­r­d­er, ἕ­ναν πλα­στι­κὸ ἀ­να­δευ­τή­ρα γιὰ κο­κτέ­ηλ, μιὰ σκλη­ρὴ κα­ρα­μέ­λα καὶ πολ­λὰ ἄλ­λα. Ἀλ­λὰ ὄ­χι τὸ δα­χτυ­λί­δι. Ἔ­βα­λα τὴ σκού­πα στὸ ντου­λά­πι μὲ τὶς σκοῦ­πες καὶ ἄρ­χι­σα νὰ αἰ­σθά­νο­μαι λί­γο κα­λύ­τε­ρα. Κρέ­μα­σα τὴ φω­το­γρα­φί­α καὶ ἔ­βα­λα τὸ σφυ­ρὶ στὴν ἐρ­γα­λει­ο­θή­κη. Ἔ­φτια­ξα μιὰ κού­πα τσά­ι καὶ κά­θι­σα στὸ σα­λό­νι. Δὲν εἶ­χα ἰ­δέ­α πῶς βρέ­θη­καν ὅ­λα αὐ­τὰ τὰ πράγ­μα­τα κά­τω ἀ­πὸ τὸ κρε­βά­τι μου. Κα­νέ­να δὲν μοῦ ἀ­νῆ­κε. Ἐ­πρό­κει­το γιὰ μιὰ ἐ­νο­χλη­τι­κὴ συλ­λο­γὴ πραγ­μά­των. Ἔ­πει­τα σκέ­φτη­κα τὸ δα­χτυ­λί­δι τῆς Κέ­λυ καὶ ὅ­τι μπο­ρεῖ νὰ εἶ­χε πέ­σει πί­σω ἀ­πὸ τὰ μα­ξι­λά­ρια τοῦ κα­να­πέ. Ἤ­πια λί­γο τσά­ι γιὰ νὰ ἠ­ρε­μή­σω τὰ νεῦ­ρα μου. Ἤ­πια λί­γο ἀ­κό­μα τσά­ι. Με­τὰ σή­κω­σα τὸ πρῶ­το μα­ξι­λά­ρι. Βρῆ­κα πε­ρί­που τρί­α δο­λά­ρια σὲ ψι­λὰ καὶ μιὰ μα­ϊ­μοὺ φτι­αγ­μέ­νη ἀ­πὸ ξύ­λο τίκ. Δὲν μοῦ ἄ­ρε­σε κα­θό­λου ἡ μα­ϊ­μού, ἀλ­λὰ χά­ρη­κα ποὺ βρῆ­κα τὰ τρί­α δο­λά­ρια. Κά­τω ἀ­πὸ τὸ ἑ­πό­με­νο μα­ξι­λά­ρι βρῆ­κα ἕ­να μι­κρὸ χε­ρού­λι ἀ­πὸ πο­τή­ρι, ἕ­να στρα­τι­ω­τά­κι μὲ ἀν­τι­α­σφυ­ξι­ο­γό­να μά­σκα, ἕ­να μπρε­λὸκ μὲ τρί­α κλει­διὰ καὶ ἕ­ναν χάρ­τη τῆς Φραγ­κφούρ­της στὴ Γερ­μα­νί­α. Ἤ­πια γου­λιὰ-γου­λιὰ τὸ τσά­ι μου. Τὰ χέ­ρια μου ἔ­τρε­μαν. Ὅ­λο το πρω­ϊ­νὸ ἔ­φυ­γε μὲ βλα­κεῖ­ες. Εἶ­χα καὶ δου­λειά, ἀλ­λὰ κι ἂν δὲν εἶ­χα, θὰ ἔ­πρε­πε νὰ χα­λα­ρώ­νω. Δὲν ἐ­πρό­κει­το νὰ κοι­τά­ξω κά­τω ἀ­πὸ τὸ τρί­το μα­ξι­λά­ρι, οὔ­τε νὰ ψά­ξω ἄλ­λο γιὰ τὸ δα­χτυ­λί­δι τῆς Κέ­λυ. Ἔ­κα­τσα χω­ρὶς νὰ κου­νιέ­μαι, τὸ μυα­λό μου νὰ χά­νε­ται μέ­σα στὰ σύ­ν­νε­φα. Τρα­βοῦ­σα ἕ­να γιὰκ σὲ μιὰ βου­νο­κορ­φή, ποὺ κου­βα­λοῦ­σε μὲ δυ­σκο­λί­α νε­ρὸ καὶ ρύ­ζι σ’ ἕ­ναν νε­κρὸ σο­φὸ ἄν­θρω­πο, ὁ ὁ­ποῖ­ος δὲν ξέ­ρει τί­πο­τα, δὲν λέ­ει τί­πο­τα.

 

  

Πηγή: Ἀ­πὸ τὴ συλ­λο­γὴ δι­η­γη­μά­των Tho­mas, Ja­mes and Ro­bert Sha­pard, eds., Flash Fi­ction For­ward, 80 ve­ry short sto­ries, New York, London: W.W. Norton & Company, 2006.

 

Τζέ­ιμςΤέ­ιτ (James Tate) (Κάν­σας Σί­τυ, 1943). Ἔ­χει δη­μο­σι­εύ­σει δώ­δε­κα ποι­η­τι­κὲς συλ­λο­γὲς καὶ τὸ 1992 κέρ­δι­σε τὸ βρα­βεῖ­ο Πού­λι­τζερ. Ἔ­χει δι­δά­ξει στὸ Πα­νε­πι­στή­μιο τοῦ Μπέρ­κλε­ϊ στὴν Κα­λι­φόρ­νια, στὸ Κο­λούμ­πια καὶ στὸ Κο­λέ­γιο Ἔ­μερ­σον, ἐ­νῶ τώ­ρα δι­δά­σκει στὸ Πα­νε­πι­στή­μιο τῆς Μα­σα­χου­σέ­της στὸ Ἄμ­χερτ.

 

Με­τά­φρα­ση ἀ­πὸ τὰ ἀγ­γλικά:

Μα­ρί­α Πα­γώ­νη. Σπού­δα­σε Ἀγ­γλι­κὴ Φι­λο­λο­γί­α στὸ Πα­νε­πι­στή­μιο τῆς Ἀ­θή­νας καὶ ἔ­κα­νε με­τα­πτυ­χια­κὰ στὶς Δι­ε­θνεῖς Σχέ­σεις στὸ L­o­n­d­on M­e­t­r­o­p­o­l­i­t­an U­n­i­v­e­r­s­i­ty τοῦ Ἡ­νω­μέ­νου Βα­σι­λεί­ου καὶ στὸ U­n­i­v­e­r­s­i­t­e de M­o­ns-H­a­i­n­a­ut τοῦ Βελ­γί­ου. Τὸ 2010 ἀ­πο­φοί­τη­σε ἀ­πὸ τὴν Ἐ­θνι­κὴ Σχο­λὴ Δη­μό­σιας Δι­οί­κη­σης καὶ ἐρ­γά­ζε­ται στὸ Ὑ­πουρ­γεῖ­ο Πο­λι­τι­σμοῦ καὶ Του­ρι­σμοῦ.

 

Τζὰκ Χάντεϊ (Jack Handey): Οἱ φωνὲς μέσα στὸ κεφάλι μου

 

 

 

Τζὰκ Χάντεϊ (Jack Handey)

 

Οἱ φωνὲς μέσα στὸ κεφάλι μου

(T­he V­o­i­c­es in my H­e­ad)

 

ΟΤΕ ΔΕΝ ΞΕΡΩ πό­τε οἱ φω­νὲς μέ­σα στὸ κε­φά­λι μου θὰ ἀρ­χί­σουν νὰ μοῦ μι­λοῦν. Μπο­ρεῖ νὰ βγαί­νω ἀ­πὸ τὸ σπί­τι μου καὶ νὰ κοι­τά­ζω τὰ σύ­νε­φα. Ξαφ­νι­κά, οἱ φω­νὲς στὸ κε­φά­λι μου θὰ μοῦ ποῦν νὰ ἐ­πι­στρέ­ψω καὶ νὰ πά­ρω ὀμ­πρέ­λα, για­τὶ μπο­ρεῖ νὰ βρέ­ξει. Με­ρι­κὲς φο­ρὲς ὑ­πο­τάσ­σο­μαι στὶς φω­νὲς κι ἐ­πι­στρέ­φω, γιὰ νὰ πά­ρω ὀμ­πρέ­λα. Ἀλ­λὰ ἄλ­λες φο­ρὲς μα­ζεύ­ω ὅ­λες τὶς δυ­νά­μεις μου καὶ ἀρ­νοῦ­μαι νὰ πά­ρω τὴν ὀμ­πρέ­λα. Πα­ρό­λ’­ αὐ­τά, οἱ φω­νὲς δὲν σὲ ἀ­φή­νουν νὰ ξε­χά­σεις ὅ­τι τὶς πα­ρά­κου­σες, εἰ­δι­κὰ ἂν ὄν­τως βρέ­ξει. Θὰ ποῦν: «Ἤ­ξε­ρα ὅ­τι ἔ­πρε­πε νὰ πά­ρεις ὀμ­πρέ­λα. Για­τί δὲν τὴν πῆ­ρες;»

       Δὲν πε­ρι­μέ­νω νὰ κα­τα­λά­βε­τε πῶς εἶ­ναι νὰ ἔ­χεις φω­νὲς μέ­σα στὸ κε­φά­λι σου νὰ σοῦ λέ­νε τί νὰ κά­νεις. Πρό­κει­ται ὅ­μως γιὰ ἕ­ναν ἐ­φιά­λτη μὲ τὸν ὁ­ποῖ­ο ζῶ κα­θη­με­ρι­νά. Αὐ­τὴ τὴ στιγ­μή, γιὰ πα­ρά­δειγ­μα, οἱ φω­νὲς μοῦ λέ­νε νὰ πά­ω πί­σω καὶ νὰ ἀλ­λά­ξω τὴ λέ­ξη «ἐ­φιά­λτης» μὲ τὴ φρά­ση «ἐ­πί­γεια κό­λα­ση».

       Οἱ φω­νὲς μὲ βα­σα­νί­ζουν ἀ­πὸ τὴ στιγ­μὴ ποὺ ξυ­πνῶ. Λέ­νε: «Σή­κω καὶ πή­γαι­νε στὸ μπά­νιο νὰ οὐ­ρή­σεις.» Κα­τὰ τὴ διά­ρκεια τῆς ἡ­μέ­ρας δὲν χα­λα­ρώ­νουν: «Πή­γαι­νε πά­ρε κά­τι νὰ φᾶς», «Πά­ρε ἕ­ναν ὑ­πνά­κο», «Πή­γαι­νε πά­λι στὸ μπά­νιο», «Ἑ­τοι­μά­σου γιὰ ὕ­πνο». Συ­νε­χῶς. Με­ρι­κὲς φο­ρὲς οἱ φω­νὲς μοῦ μι­λοῦν ἀ­κό­μα καὶ στὸν ὕ­πνο μου, μοῦ λέ­νε νὰ ση­κω­θῶ καὶ νὰ οὐ­ρή­σω. Ὁ φό­βος μου εἶ­ναι ὅ­τι οἱ φω­νὲς θὰ μοῦ ποῦν νὰ κά­νω κά­τι τρε­λό, ὅ­πως νὰ πά­ω νὰ ψά­ξω γιὰ δου­λειά.

       Πα­λιὰ πί­στευ­α ὅ­τι τὸ ἀλ­κο­ὸλ θὰ ἠ­ρε­μοῦ­σε τὶς φω­νές, ἀλ­λὰ συ­νή­θως τὶς κά­νει χει­ρό­τε­ρες. Λέ­νε πράγ­μα­τα ὅ­πως: «Πή­γαι­νε πὲς σ’ αὐ­τὸ τὸ ἄ­το­μο τί πραγ­μα­τι­κὰ πι­στεύ­εις γι’ αὐ­τόν», ἢ «Σή­κω πά­νω στὸ τρα­πέ­ζι καὶ κά­νε τὸν ἀ­στεῖ­ο κα­ουμ­πό­ι­κο χο­ρό σου».

       Οἱ φω­νὲς μοῦ μι­λοῦ­σαν γιὰ τοὺς Μπήτλς. Ὅ­ταν ἤ­μουν νέ­ος μοῦ ἔ­λε­γαν νὰ πά­ω νὰ ἀ­γο­ρά­σω κά­ποι­ο ἄλ­μπουμ τῶν Μπήτλς.

       Με­ρι­κὲς φο­ρὲς περ­νᾶ­νε με­γά­λες πε­ρί­ο­δοι κα­τὰ τὶς ὁ­ποῖ­ες οἱ φω­νὲς δὲν μοῦ μι­λοῦν, ὅ­πως ὅ­ταν πα­ρα­κο­λου­θῶ τη­λε­ό­ρα­ση, ἢ πα­ρα­κο­λου­θῶ μυρ­μήγ­κια, ἢ εἶ­μαι ξα­πλω­μέ­νος στὸ πά­τω­μα καὶ προ­σπα­θῶ νὰ φυ­σή­ξω μι­κρὲς μπα­λί­τσες βαμ­βα­κε­ρῶν ἰ­νῶν φτι­ά­χνον­τας ἕ­να με­γά­λο κο­πά­δι ἀ­πὸ μπα­λί­τσες. Ἢ ὅ­ταν προ­σπα­θῶ νὰ κα­τα­λά­βω ποι­ὰ ἀ­πὸ τὶς γά­τες μου φο­βᾶ­ται πε­ρισ­σό­τε­ρο τὸ «κε­φά­λι μα­ξι­λα­ρο­θή­κη». Ἀλ­λὰ αὐ­τὲς οἱ χρυ­σὲς στιγ­μὲς φεύ­γουν καὶ σύν­το­μα ἐ­πι­στρέ­φουν οἱ φω­νές.

       Ἁ­πλῶς ἐλ­πί­ζω οἱ φω­νὲς νὰ μοῦ ἔ­λε­γαν κά­τι χρή­σι­μο πό­τε-πό­τε, ὅ­πως πῶς νὰ πῶ κά­τι στὰ γαλ­λι­κὰ ἢ ποῦ πῆ­γαν τὰ γάν­τια μου. Ὅ­μως δὲν τὸ κά­νουν σχε­δὸν πο­τέ. Μά­λι­στα, πολ­λὲς φο­ρές, στὶς φω­νὲς ἀ­ρέ­σει νὰ μὲ προ­κα­λοῦν, λέ­γον­τάς μου, γιὰ πα­ρά­δειγ­μα, νὰ στρί­ψω ἀ­ρι­στε­ρὰ σὲ μιὰ δι­α­σταύ­ρω­ση ὅ­ταν, ὅ­πως ἀ­πο­δει­κνύ­ε­ται ἀρ­γό­τε­ρα, ἔ­πρε­πε προ­φα­νῶς νὰ στρί­ψω δε­ξιά. Ἢ μοῦ λέ­νε νὰ φο­ρέ­σω μιὰ γρα­βά­τα ποὺ δεί­χνει γε­λοί­α.

       Ἀ­κό­μα χει­ρό­τε­ρα, με­ρι­κὲς φο­ρὲς οἱ ἴ­δι­ες οἱ φω­νὲς δὲν ξέ­ρουν τί θέ­λουν. Θὰ μοῦ ποῦν νὰ πά­ω καὶ νὰ μι­λή­σω σὲ μιὰ ὄ­μορ­φη κο­πέ­λα καὶ με­τὰ θὰ ποῦν «Ὄ­χι, πε­ρί­με­νε, εἶ­ναι πο­λὺ ὄ­μορ­φη γιὰ σέ­να». Ἔ­πει­τα θὰ ποῦν «Ἄν­τε, πή­γαι­νε» κι ἔ­πει­τα θὰ ποῦν «Κι ἂν τὸ ἀ­να­κα­λύ­ψει ἡ γυ­ναί­κα σου;» (Φί­λε, ἀ­πο­φά­σι­σε!)

       Ὅ­ταν λὲς στοὺς ἀν­θρώ­πους ὅ­τι ἔ­χεις φω­νὲς μέ­σα στὸ κε­φά­λι σου, θε­ω­ροῦν ὅ­τι εἶ­σαι τρε­λός. Ὅ­ταν ὅ­μως δὲν λὲς τί­πο­τα καὶ ἁ­πλῶς κά­θε­σαι καὶ τοὺς κοι­τᾶς, ἐ­πί­σης θε­ω­ροῦν ὅ­τι εἶ­σαι τρε­λός. Ἄ­ρα δὲν μπο­ρεῖς νὰ κερ­δί­σεις.

       Σκέ­φτη­κα νὰ πά­ω σὲ ψυ­χί­α­τρο γιὰ νὰ ξε­φορ­τω­θῶ τὶς φω­νὲς στὸ κε­φά­λι μου, ἀλ­λὰ οἱ φω­νὲς εἶ­παν ὅ­τι θὰ κό­στι­ζε ἀ­κρι­βὰ καὶ μᾶλ­λον θὰ ἔ­παιρ­νε πο­λὺ και­ρὸ καὶ ὅ­τι θὰ ἔ­πρε­πε νὰ βά­λω τὸ παν­τε­λό­νι μου καὶ νὰ πά­ω μέ­χρι τὸ με­τρό, με­τὰ νὰ ἐ­πι­στρέ­ψω ὅ­λο αὐ­τὸν τὸν δρό­μο ἀ­πὸ τὸ με­τρὸ καὶ νὰ βγά­λω τὸ παν­τε­λό­νι μου καὶ ποι­ὸς ξέ­ρει ἂν θὰ εἶ­χε κὰν ἀ­πο­τέ­λε­σμα; Με­ρι­κὲς φο­ρὲς οἱ φω­νὲς ἔ­χουν ἕ­να δί­κιο.

       Μιὰ μέ­ρα, ἀ­πο­φά­σι­σα ὅ­τι δὲν ἄν­τε­χα ἄλ­λο καὶ ἀ­πο­φά­σι­σα νὰ κά­νω τὶς φω­νὲς στὸ κε­φά­λι μου νὰ σω­πά­σουν μιὰ γιὰ πάν­τα. Ἀλ­λὰ δὲν κα­τά­φε­ρα πο­τὲ νὰ βρῶ πῶς νὰ τὸ κά­νω αὐ­τὸ κι ἔ­τσι δὲν τὸ ἔ­κα­να.

       Ἴ­σως ἡ ἀ­πάν­τη­ση εἶ­ναι νὰ μὴν προ­σπα­θῶ νὰ ξε­φορ­τω­θῶ τὶς φω­νές, ἀλ­λὰ νὰ μά­θω νὰ ζῶ μ’ αὐ­τές. (Δὲν τὸ σκέ­φτο­μαι πραγ­μα­τι­κὰ αὐ­τό, ἁ­πλὰ τὸ λέ­ω γιὰ νὰ τὸ ἀ­κού­σουν οἱ φω­νές.)

       Θὰ κα­τα­φέ­ρω πο­τὲ νὰ ἐ­λέγ­ξω ὁ­λο­κλη­ρω­τι­κὰ τὶς φω­νὲς μέ­σα στὸ κε­φά­λι μου; Ἴ­σως ὄ­χι. Του­λά­χι­στον, θὰ μπο­ρέ­σω νὰ προ­σαρ­μό­σω τὸ στὺλ ζω­ῆς ποὺ ζῶ, ὥ­στε οἱ φω­νὲς νὰ μὴν εἶ­ναι ἀ­πει­λὴ γιὰ μέ­να ἢ τοὺς ἄλ­λους; Ξα­νά, ἡ ἀ­πάν­τη­ση εἶ­ναι ὄ­χι.

       Ἀλ­λὰ δὲν εἶ­μαι ἕ­τοι­μος νὰ τὸ βά­λω κά­τω ἀ­κό­μη, για­τὶ ἕ­να πράγ­μα ποὺ ἔ­μα­θα εἶ­ναι αὐ­τό: οἱ φω­νὲς μπο­ρεῖ νὰ εἶ­ναι αὐ­ταρ­χι­κές, εἶ­ναι ὅ­μως πραγ­μα­τι­κὰ ἠ­λί­θι­ες.

 

 

Πη­γή: Ἀ­πὸ τὴ συλ­λο­γὴ δι­η­γη­μά­των Tho­mas, Ja­mes and Ro­bert Sha­pard, eds., Flash Fi­ction For­ward, 80 ve­ry short sto­ries, New York, London: W.W. Norton & Company, 2006. 

 

Τζὰκ Χάν­τε­ϊ (J­a­ck H­a­n­d­ey) (Σὰν Ἀν­τό­νιο, Τέ­ξας). Ἀ­πὸ τοὺς πιὸ γνω­στοὺς κω­μι­κοὺς καὶ συγ­γρα­φεῖς κω­μι­κῶν ἱ­στο­ρι­ῶν. Ἔ­γι­νε δι­ά­ση­μος γιὰ τὸ βι­βλί­ο του D­e­ep T­h­o­u­g­h­ts, μιὰ σει­ρὰ ἀ­πὸ εὐ­φυ­εῖς ἀ­τά­κες. Ζεῖ στὸ Μαν­χά­ταν μὲ τὴ σύ­ζυ­γό του ἀ­πὸ τὸ 2002.

 

Μα­ρί­α Πα­γώ­νη. Σπού­δα­σε Ἀγ­γλι­κὴ Φι­λο­λο­γί­α στὸ Πα­νε­πι­στή­μιο τῆς Ἀ­θή­νας καὶ ἔ­κα­νε με­τα­πτυ­χια­κὰ στὶς Δι­ε­θνεῖς Σχέ­σεις στὸ L­o­n­d­on M­e­t­r­o­p­o­l­i­t­an U­n­i­v­e­r­s­i­ty τοῦ Ἡ­νω­μέ­νου Βα­σι­λεί­ου καὶ στὸ U­n­i­v­e­r­s­i­t­e de M­o­ns-H­a­i­n­a­ut τοῦ Βελ­γί­ου. Τὸ 2010 ἀ­πο­φοί­τη­σε ἀ­πὸ τὴν Ἐ­θνι­κὴ Σχο­λὴ Δη­μό­σιας Δι­οί­κη­σης καὶ ἐρ­γά­ζε­ται στὸ Ὑ­πουρ­γεῖ­ο Πο­λι­τι­σμοῦ καὶ Του­ρι­σμοῦ.

 

Ἄλισον Τάουνσεντ (Alison Townsend): Τὰ γενέθλια μὲ τὴν Μπάρμπι

 

 

Ἄλισον Τά­ουνσεντ (A­l­i­s­on T­o­w­n­s­e­nd)

 

Τὰ γενέθλια μὲ τὴ Μπάρμπι

(T­he B­a­r­b­ie B­i­r­t­h­d­ay)

 

Ο ΠΡΩΤΟ ΔΩΡΟ ποὺ ἔ­λα­βα ἀ­πὸ τὴ φι­λε­νά­δα τοῦ πα­τέ­ρα μου ἦ­ταν ἡ Μπάρ­μπι ποὺ τό­σο ἤ­θε­λα. Ὄ­χι ὅ­μως ἡ αὐ­θεν­τι­κὴ —ἡ ξαν­θιὰ Μπάρ­μπι μὲ τὴν ἀ­λο­γο­ου­ρά, τὸ ζεμ­πρὲ μα­γι­ὼ καὶ τὶς ἀ­σορ­τὶ σκι­ές— ἀλ­λὰ μιὰ κα­στα­νο­μάλ­λα μὲ φου­σκω­μέ­νο κον­τὸ μαλ­λὶ ποὺ τὸ κου­τὶ πε­ρι­έ­γρα­φε ὡς χρώ­μα­τος «Τι­τιάν», ἕ­να πορ­το­κα­λο­κα­φὲ ποὺ ἔ­κτο­τε δὲν ἔ­χω ξα­να­δεῖ. Ὅ­μως δὲν μὲ ἔ­νοια­ζε. Κι ἐ­γὼ ἤ­μουν κα­στα­νο­μάλ­λα. Καὶ ἡ Μπάρ­μπι ἦ­ταν πάν­τα ἡ Μπάρ­μπι, μὲ τὸ ἴ­διο ἀ­πί­θα­νο κορ­μὶ κά­θε φο­ρὰ ποὺ τὴν ἔ­γδυ­νες ἀ­πὸ τὸ κου­στού­μι της, τρα­βών­τας το πρὸς τὰ κά­τω ἀ­πο­κα­λύ­πτον­τας τὰ χω­ρὶς ρῶ­γες στή­θη της καὶ ξα­να­τρα­βών­τας το πρὸς τὰ πά­νω. Αὐ­τὸ ἄλ­λω­στε ἦ­ταν ὅ­λη ἡ ὑ­πό­θε­ση.

       Πρέ­πει νὰ ὑ­πῆρ­χε καὶ τούρ­τα. Καὶ δέ­κα κε­ρά­κια. Καὶ τρα­γού­δια. Τὸ μό­νο ποὺ θυ­μᾶ­μαι, ὅ­μως, εἶ­ναι ἡ μέλ­λου­σα μη­τριά μου νὰ βγαί­νει ἀ­πὸ τὸ αὐ­το­κί­νη­το καὶ νὰ μπαί­νει στὸ σπί­τι, μὲ τὶς χαλ­κο­κόκ­κι­νες μποῦ­κλες της νὰ χο­ρο­πη­δοῦν στὸ πρῶ­το μα­γι­ά­τι­κο φῶς καὶ τὸ φού­ξια μάλ­λι­νο τα­γι­έρ της, ἀν­θι­σμέ­νο σὰν ἐ­ξω­τι­κὸ λου­λού­δι. Μό­νο αὐ­τό – κι ἔ­πει­τα τὴν Μπάρ­μπι, μὲ τὴν ὁ­ποί­α ξε­γλύ­στρι­σα ἀρ­γό­τε­ρα, κλέ­βον­τάς την καὶ πη­γαί­νον­τας στὸ δεύ­τε­ρο πά­τω­μα, γιὰ νὰ παί­ξω μα­ζί της κά­τω ἀ­πὸ ἕ­να φω­τει­νὸ πα­ρά­θυ­ρο στὸ δω­μά­τιο ποὺ κά­πο­τε ἦ­ταν ἡ κρε­βα­το­κά­μα­ρα τῶν γο­νι­ῶν μου.

       Μὲ συμ­πα­θεῖ, μὲ συμ­πα­θεῖ πραγ­μα­τι­κά, σκέ­φτη­κα, ἀ­να­κα­λών­τας τὸ χα­μό­γε­λο τῆς Σίρ­λε­ϋ ὅ­ταν ἄ­νοι­γα τὸ πα­κέ­το. Ὅ­πως ἔ­βγα­ζα τὸ κα­πά­κι ἀ­πὸ τὸ στε­νό, ὅ­μοι­ο μὲ φέ­ρε­τρο, κου­τὶ τῆς Μπάρ­μπι, αὐ­τὴ μὲ κοί­τα­ξε ἔν­το­να μὲ τὰ ἀ­μυ­γδα­λω­τά, λο­ξὰ μά­τια της, τὰ βλέ­φα­ρα με­λα­νὰ ἀ­πὸ τὴ μπλὲ σκιά, τὶς βλε­φα­ρί­δες της κολ­λη­μέ­νες ἀ­πὸ τὴ μά­σκα­ρα καὶ τὰ χεί­λη της συ­νε­χῶς σου­φρω­μέ­να, σα­γη­νευ­τι­κὰ καὶ συ­νά­μα σκυ­θρω­πά. Μο­νά­χη, τὴ γυρ­νοῦ­σα συ­νε­χῶς μέ­σα στὰ χέ­ρια μου, θαυ­μά­ζον­τας τὸ ἄ­καμ­πτο, γυ­α­λι­στε­ρὸ σῶ­μα της, τὰ στή­θη τορ­πί­λες, τὴ μέ­ση δα­χτυ­λί­δι, τὰ πό­δια κα­λα­μά­κια ποὺ δὲν λυ­γί­ζουν, πα­τών­τας αἰ­ω­νί­ως στὶς μύ­τες, μὲ τὴν κα­μά­ρα σὲ κουν­τε­πι­ὲ γιὰ νὰ χω­ρᾶ­νε τὰ μιοὺλ πα­πού­τσια της μὲ τὰ ψη­λὰ καὶ μυ­τε­ρὰ τα­κού­νια, νὰ κορ­δώ­νε­ται πά­νω κά­τω στὸ περ­βά­ζι τοῦ πα­ρα­θύ­ρου.

       Τὸ μό­νο ποὺ χρει­α­ζό­ταν νὰ κά­νει ἡ Μπάρ­μπι, ἦ­ταν νὰ μοῦ ρί­ξει μιὰ μα­τιὰ κι ἐ­γὼ ἀ­κο­λού­θη­σα, δο­κι­μά­ζον­τας τὴν τύ­χη μου μα­ζὶ μὲ κά­θε κο­ρί­τσι, σὲ κά­θε γει­το­νιὰ τῆς Ἀ­με­ρι­κῆς, δη­λώ­νον­τας συμ­με­το­χὴ στὴ ζω­ή. Ἦ­ταν ὅ­λα ὅ­σα ἤ­θε­λα νὰ ἤ­μουν, ἂν καὶ δὲν μπο­ροῦ­σα νὰ τὸ πῶ αὐ­τὸ τό­τε, ὅ­πως δὲν μπο­ροῦ­σα νὰ πῶ ὅ­τι ἡ Μπάρ­μπι ἦ­ταν σὲξ χω­ρὶς σέξ. Δὲν νο­μί­ζω ὅ­τι ἡ μέλ­λου­σα μη­τριά μου τὸ ἤ­ξε­ρε αὐ­τό, ἁ­πλῶς ἤ­θε­λε νὰ μ’ εὐ­χα­ρι­στή­σει, ἐ­μέ­να, τὴ με­γα­λύ­τε­ρη κό­ρη ποὺ θυ­μό­ταν τό­σα πολ­λὰ καὶ ποὺ ἦ­ταν τό­σο ντρο­πα­λὴ γιὰ νὰ τὴ συ­ναν­τή­σει. Ἡ μη­τέ­ρα μου εἶ­χε πε­θά­νει ἐ­δῶ καὶ πέν­τε μῆ­νες, μὲ τοὺς δύ­ο μα­στούς της κομ­μέ­νους σὰν κρέ­ας στὴν κρε­α­τα­γο­ρά. Ἐ­γὼ ὅ­μως λα­χτα­ροῦ­σα τὴν κού­κλα ποὺ μοῦ εἶ­χε ἀ­πα­γο­ρεύ­σει, λὲς καὶ ἡ Μπάρ­μπι μπο­ροῦ­σε νὰ μοῦ δώ­σει ἀ­παν­τή­σεις γιὰ ὅ­λα – πῶς νὰ εἶ­μαι γυ­ναί­κα, ὅ­ταν ἤ­μουν ἕ­να κο­ρι­τσά­κι χω­ρὶς μη­τέ­ρα, πῶς νὰ ντυ­θῶ καὶ νὰ μι­λά­ω, πῶς νὰ εὐ­χα­ρι­στή­σω τὴ Σίρ­λε­ϋ γιὰ τὸ σκλη­ρὸ καὶ πλα­στι­κὸ σῶ­μα ποὺ ζε­σται­νό­ταν κά­θε φο­ρὰ ποὺ τὸ ἀ­κουμ­ποῦ­σα, ὁ­δη­γών­τάς με πί­σω στὸν κό­σμο.

  

 

Πηγή: Ἀ­πὸ τὴ συλ­λο­γὴ δι­η­γη­μά­των Tho­mas, Ja­mes and Ro­bert Sha­pard, eds., Flash Fi­ction For­ward, 80 ve­ry short sto­ries, New York, London: W.W. Norton & Company, 2006. Προ­δη­μο­σί­ευ­ση ἀ­πὸ τὸ προ­σε­χὲς τεῦ­χος τοῦ Πλα­νό­διου τὸ ἀ­φι­ε­ρω­μέ­νο στὸ ἀ­με­ρι­κα­νι­κὸ μπον­ζά­ι.

 

­λι­σονΤά­ουν­σεντ (A­l­i­s­on T­o­w­n­s­e­nd). Ἔ­χει δη­μο­σι­εύ­σει δύ­ο ποι­η­τι­κὲς συλ­λο­γές, T­he B­l­ue Dress καὶ W­h­at t­he B­o­dy K­n­o­ws. Ποί­η­ση καὶ δη­μι­ουρ­γι­κὰ μὴ μυ­θο­πλα­στι­κὰ κεί­με­νά της ἔ­χουν ἐμ­φα­νι­στεῖ σὲ πάμ­πολ­λα λο­γο­τε­χνι­κὰ πε­ρι­ο­δι­κά. Ἔ­χει κερ­δί­σει πολ­λὰ βρα­βεῖ­α. Δι­δά­σκει Ἀγ­γλι­κὴ Φι­λο­λο­γί­α καὶ Δη­μι­ουρ­γι­κὴ Γρα­φὴ στὸ Πα­νε­πι­στή­μιο τοῦ Γου­ι­σκόν­σιν καὶ ζεῖ μὲ τὸν σύ­ζυ­γό της σὲ τέσ­σε­ρα ἑ­κτά­ρια πε­διά­δας γε­μά­της βε­λα­νι­δι­ὲς ἔ­ξω ἀ­πὸ τὸ Μάν­τι­σον.

 

Με­τά­φρα­ση ἀ­πὸ τὰ ἀγ­γλικά:

Μα­ρί­α Πα­γώ­νη. Σπού­δα­σε Ἀγ­γλι­κὴ Φι­λο­λο­γί­α στὸ Πα­νε­πι­στή­μιο τῆς Ἀ­θή­νας καὶ ἔ­κα­νε με­τα­πτυ­χια­κὰ στὶς Δι­ε­θνεῖς Σχέ­σεις στὸ L­o­n­d­on M­e­t­r­o­p­o­l­i­t­an U­n­i­v­e­r­s­i­ty τοῦ Ἡ­νω­μέ­νου Βα­σι­λεί­ου καὶ στὸ U­n­i­v­e­r­s­i­t­e de M­o­ns-H­a­i­n­a­ut τοῦ Βελ­γί­ου. Τὸ 2010 ἀ­πο­φοί­τη­σε ἀ­πὸ τὴν Ἐ­θνι­κὴ Σχο­λὴ Δη­μό­σιας Δι­οί­κη­σης καὶ ἐρ­γά­ζε­ται στὸ Ὑ­πουρ­γεῖ­ο Πο­λι­τι­σμοῦ καὶ Του­ρι­σμοῦ.